ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο - Γιάννενα


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φαδο και μπακαλιαρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φαδο και μπακαλιαρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

25/10/15

Φραπέ, εσπρέσο, ελληνικό


Η κατά Ορφέα Περίδη εκδοχή του ελληνικού (τούρκικου) καφέ.

Τώρα που γύρισε ο καιρός, γύρισε και ο καφές. Από φραπέ σε ελληνικό. Δηλαδή τι ελληνικό, τούρκικος είναι, αλλά στα πλαίσια του εθνικού ευπρεπισμού επικράτησε το ελληνικός και το λέω κι εγώ όπως όλοι. Πάντως εδώ και λίγες μέρες που βρέχει κι έχει βάλει μια δροσούλα, δεν τραβιέται πλέον ο φραπέ. Η μαύρη αλήθεια είναι ότι ανάμεσα σε αυτές τις δύο εκδοχές παίζω, αν και στο σπίτι υπάρχει και καφετιέρα για γαλλικό και μια εισέτι προβληματική εσπρεσιέρα, και φυσικά οι αντίστοιχες εκδοχές συσκευασμένου καφέ στα ντουλάπια.

Οι δικοί μου έπιναν ελληνικό, φυσικά, χειμώνα-καλοκαίρι. Ακόμα πίνουν. Όταν ήμουν μικρός για κάποιο λόγο «δεν έκανε» να πίνουμε καφέ τα μικρά, οπότε δε μου δίδαξαν την παρασκευή του. Έμαθα όμως από τη γειτόνισσα, τη θεία Βούλα. Δεν ήταν πραγματική θεία μου, απλά ο άντρας της ο Τάσος ήταν κολλητός του πατέρα μου παιδιόθεν, και όταν μεγάλωσαν και βάλανε δυο δραχμές στην άκρη, χτίσανε τα σπίτια τους μεσοτοιχία, με κοινή αυλή. Ο Τάσος ήτανε Μανιάτης και με τη Βούλα ήτανε παραδοσιακό ζευγάρι, οπότε έκανε τον καφέ η Βούλα το απογεματάκι και τον πήγαινε στον Τάσο να τον πιει στην σκιά της αυλής, προσέχοντας πάντα να είναι όπως τον ήθελε ο άντρας της, βαρύς γλυκός. Η ίδια στεκόταν παράμερα όσο ο Τάσος έπινε τον καφέ του. Οι δικοί μου πάλι ήτανε Καριώτες εξίσου παραδοσιακοί, οπότε παραδοσιακά ο πατέρας μου έκανε τους καφέδες και σέρβιρε τη μάνα μου που ήθελε πάντα λίγο παραπάνω ζάχαρη από το «με ολίγη» του μπαμπά, και χωρίς καϊμάκι. Έπιναν τους καφέδες καθισμένοι δίπλα δίπλα και κουβεντιάζοντας περί ανέμων και υδάτων, πρωί και απόγευμα. Όποτε ο πατέρας μου ήταν μπαρκαρισμένος η μάνα μου δεν πολυέπινε καφέ, διότι κατά δική της ομολογία τον έκανε χάλια. Περίμενε να γυρίσει ο πατέρας μου να της τον φτιάξει.

Παίρνανε πάντα Λουμίδη φρεσκοκομμένο από το κεντρικό κατάστημα στην Αθήνα ή τον Πειραιά. Την εποχή εκείνη υπήρχαν μηχανές που έκοβαν καφέ επιτόπου στους φούρνους της γειτονιάς, αλλά ο μπαμπάς ως άνθρωπος μερακλής αρνιόταν να πιει καφέ που δεν ήταν φρεσκοκαβουρδισμένος και φρεσκοκομμένος και γυρνούσε από το Λουμίδη με κιλά καφέ που μοσχομύριζαν, ειδικά αν επίκειτο ταξίδι στην Ικαρία όπου φυσικά κατάστημα Λουμίδη δεν προβλεπόταν. Κάπου στα οικογενειακά κειμήλια υπάρχει κι ένας χερόμυλος που σε ακόμα παλιότερες εποχές έκοβαν τον καφέ τους επιτόπου. Η μακαρίτισσα η γιαγιά μου τον είχε βγάλει σε αχρηστία διότι της θύμιζε την κατοχή όπου άλεθαν καβουρδισμένο ρεβύθι, ελλείψει αληθινού καφέ.

Κάποια εποχή στα τέλη της δεκαετίας του ’70 ή αρχές του ’80, υπήρξε μια σχετικά μακρά περίοδος που οι εισαγωγές καφέ είχαν σταματήσει για κάποιο απροσδιόριστο λόγο, τελωνειακής αιτιολογίας ίσως. Το θέμα έπαιζε ψηλά στις ειδήσεις, και θυμάμαι τα κόμματα της αντιπολίτευσης να καταγγέλλουν την ανικανότητα της κυβέρνησης (του Ράλλη, νομίζω) να εξασφαλίσει τον καφέ του κοσμάκη. Ο πατέρας μου, μπαρκαρισμένος τότε, έγινε δέκτης οικογενειακών παραπόνων δι’ αλληλογραφίας, και όταν ξεμπάρκαρε κατέφθασε αρματωμένος με διάφορες εναλλακτικές συσκευασίες διαφόρων εξωτικών πραγμάτων που παρέπεμπαν σε καφέ αλλά δεν ήταν αυτό που ξέραμε. Το ένα ήταν κάποια κιλά αμερικάνικος Maxwell House, χοντροκομμένος, για εκείνη τη συσκευή που λέγανε percolator ή κάπως έτσι. Το δεύτερο ήταν δυο μεγάλες συσκευασίες Νεσκαφέ. Τα εναλλακτικά προϊόντα δεν ενθουσίασαν τους μεγάλους της οικογένειας, ωστόσο η νεολαία έσπευσε να ασπασθεί αυθωρεί και παραχρήμα τα μηνύματα των νέων καιρών που πλησίαζαν, ειδικά αφού για κάποιο λόγο οι μεγάλοι δεν τα θεωρούσαν αληθινό καφέ που «δεν έκανε» να πίνουμε, αλλά κάποιας μορφής ατελές υποκατάστατο που «δεν πείραζε».

Ριχτήκαμε λοιπόν μετά μανίας στην παρασκευή διαφόρων νέου τύπου καφέδων, και αν και ομολογουμένως ο αμερικάνικος (που απουσία του κατάλληλου μηχανήματος προσπαθούσαμε να τον φτιάξουμε ως να ήταν ο σημερινός «γαλλικός» σε φίλτρο χειρός) ήταν ένα αποτυχημένο νερομπλούκι, ο Νεσκαφέ μας αποζημίωνε με τη μέθοδο παρασκευής που λέγεται «κουταλάτο», δηλαδή με ανηλεές χτύπημα με ζάχαρη και ελάχιστο νερό σε φλυτζάνι, μέχρι να γίνει μια σχεδόν λευκή κρέμα, στην οποία προσθέταμε αργά και βασανιστικά ζεστό νερό ανακατεύοντας μέχρι να σχηματίσει έναν σχετικά παχύ αφρό που αντικαθιστούσε το καϊμάκι του ελληνικού.

Κάποτε έληξε το θέμα με τις εισαγωγές καφέ και αποκαταστάθηκε η τάξη με τον ελληνικό, αλλά στο μεταξύ εμείς (και νομίζω μια ολόκληρη γενιά μαζί μας) είχε εθιστεί στη νέα μόδα του Νεσκαφέ, χειμώνα καλοκαίρι. Η δεκαετία που ακολούθησε πρέπει να ήταν η χρυσή δεκαετία του φραπέ: το όνειρο κάθε νεαρού που σεβόταν τον εαυτό του ήταν να ανοίξει καφετέρια, δηλαδή ένα μαγαζί που αποκλειστικό προϊόν προς πώληση θα είχε τις μπουρμπουλήθρες του φραπέ. Καφενεία έκλειναν (ή βάραγαν μύγες) και νέες καφετέριες άνοιγαν παντού, με αναπαυτικές πολυθρόνες ή καναπέδες αντί για τις άβολες καρέκλες των καφενείων, ώστε να περνάνε αβίαστα οι ώρες που άραζες και συγκεντρωνόσουν στις μπουρμπουλήθρες σου, χαζεύοντας τηλεόραση ή ακόμα καλύτερα βίντεο – το νέο παιχνιδάκι της δεκαετίας.


Μια εναλλακτική ανάγνωση της καφετέριας («ωραία και η κυρία που σερβίρει»), από το μπαρμπα-Σταύρο Καραμανιώλα και τους Χειμερινούς Κολυμβητές.

Η επόμενη κρίση εισαγωγών καφέ, επί ημερών ΠΑΣΟΚ πλέον, βρήκε τον πατέρα μου ξέμπαρκο οριστικά πια. Ημείς οι νεώτεροι δεν είχαμε άγχη, καθότι ο Νεσκαφέ δεν έλειπε, αλλά οι μεγαλύτεροι της οικογένειας άνοιγαν κάθε βράδυ την τηλεόραση με την κρυφή ελπίδα αντί να ακούσουν τη Βασούλα την Παπανδρέου να καταγγέλλει την κερδοσκοπία των μεσαζόντων, να ακούσουν ότι κάπως αποκαταστάθηκαν οι εισαγωγές. Ο μπαμπάς για πρώτη και μοναδική φορά στη ζωή του έπιασε στασίδι σε καφενείο, από όπου γυρνούσε βρίζοντας την ποιότητα καφέ που σερβίρανε («ούτε σε μνημόσυνο τέτοιο χάλι»), ενώ η μάνα μου που το να βρεθεί σε καφενείο ήταν αποφασιστικά έξω από τις αντιλήψεις της για την ευπρεπή συμπεριφορά των κυριών, χτυπούσε τα χέρια της γοερά.

Μια μέρα ο μπαμπάς κουβάλησε μια καφετιέρα του γαλλικού καφέ, μάρκας PHILIPS, μαζί με ένα πακέτο καφέ νομίζω Melitta. Παρόλα τα τέσσερα χιλιάρικα που κόστισε το νέο γκάτζετ, η μάνα μου δεν ψήθηκε ούτε δευτερόλεπτο να πιει κάτι που δεν είχε ούτε καϊμάκι ούτε κατακάθι και που εμείς το στουμπώναμε στο γάλα, όλο ευχαρίστηση. Ευτυχώς κάποτε η σοσιαλιστική κόντρα με τους χονδρέμπορους έλαβε τέλος, και το στοκ Λουμίδη αποκαταστάθηκε μαζί με την οικογενειακή γαλήνη. Η καφετιέρα εξορίστηκε στα ψηλότερα ντουλάπια της κουζίνας, από όπου την κατέβασα εγώ όταν ξεκίνησα τη διπλωματική μου εργασία στο πανεπιστήμιο, σε ένα παράμερο εργαστήριο εντελώς άδειο από άλλο κόσμο και εξοπλισμό.

Πέρασα εκεί μέσα οχτώ χρόνια γεμάτα, από τα τέλη του ’88 ως τις αρχές του ’97 που πήγα φαντάρος. Η καφετιέρα με συντρόφευε καθημερινά, με το χαρακτηριστικό της γουργούρισμα και τον τεράστιο αριθμό καφέδων που έφτιαχνε όχι μόνο για τα μέλη του εργαστηρίου αλλά και για τη γειτονιά. Θυμάμαι τις μέρες εκείνες με σχετική νοσταλγία· είχαμε ένα κουτί που βάζαμε ψιλά που χρησίμευαν για αγορά καφέ, φίλτρων, ζάχαρης και ενίοτε γάλακτος (αν και δεν έβαζαν όλοι γάλα). Η καφετιέρα χρησίμευε ενίοτε και ως γκομενοπαγίδα· έλεγες ας πούμε στο σκοτεινό αντικείμενο του πόθου «έρχεσαι πάνω να σε κεράσω ένα καφεδάκι;» και μέχρι να ακουστεί το γουργούρισμα και να αρχίσουν να στάζουν οι πρώτες σταγόνες ενώ η μυρωδιά είχε γεμίσει το δωμάτιο, είχες το χρόνο να δημιουργήσεις το κατάλληλο κλίμα.

Δεν δούλευε πάντα το κόλπο (για την ακρίβεια, κατά κανόνα δεν δούλευε), αλλά η καφετιέρα έβγαλε τα λεφτά της με το παραπάνω, κι ακόμα κι όταν μισοτρύπησε κάποτε από τους επανειλημμένους καθαρισμούς με οξικό οξύ (σε εργαστήριο είμασταν άλλωστε) για να φύγουν τα άλατα που μάζευε με τα χρόνια, αντιστάθηκα στον πειρασμό να την πετάξω και την κουβάλησα πίσω στο ψηλό ντουλάπι της κουζίνας του πατρικού, από όπου ξανακατέβηκε για να με συνοδέψει στο πρώτο δικό μου σπίτι, στην αρχή του νέου αιώνα. Την κουβάλησα μέχρι την Κρήτη στην πρώτη μου εγκατάσταση εδώ· όταν πείστηκα ότι είναι εντελώς άχρηστη, ανακύκλωσα τα μηχανικά μέρη, αλλά κράτησα τη φλάσκα και το πλαστικό φίλτρο που ακόμα σέρνω μαζί μου μετά από δεκαεφτά μετακομίσεις.

Στο μεταξύ είχαν καταφτάσει ο εσπρέσο και ο φρέντο. Υπήρχαν βέβαια και παλιότερα «ψαγμένα» μαγαζιά που έκαναν εσπρέσο και καπουτσίνο, αλλά η υποχρέωση να πηγαίνεις στα «ψαγμένα» μέρη επιβλήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’90 με τόσο υποχρεωτικό τρόπο που εμείς οι παλιοί αφισιονάδο του γαλλικού και του φραπέ είμασταν τόσο παρωχημένοι που αποκλειόταν να χτυπήσουμε γκόμενα στα σοβαρά. Η νεώτερη γενιά αδυνατούσε να αντιληφθεί τον εκσυγχρονιστικό ρόλο που είχε παίξει ο Νεσκαφέ δεκαπέντε-είκοσι χρόνια νωρίτερα, και προκειμένου η πολιτισμική διαφορά να δημιουργήσει αληθινό χάσμα, ακόμα και οι βαριές περιπτώσεις σαν εμένα αντικαταστήσαμε τον καλοκαιρινό φραπέ με φρέντο. Ως αντίπραξη όμως στην καθολική επιβολή, αναπτύξαμε μια τάση «επιστροφή στις ρίζες» τουλάχιστον το χειμώνα, οπότε θυμάμαι με μια ορισμένη συγκίνηση το πρώτο μπρίκι που σούφρωσα από το πατρικό μου και το πήγα σπίτι μου για να φτιάξω τον πρώτο ελληνικό καφέ του έτους 2000.

Κάπως έτσι πέρασαν τα χρόνια, κι εκεί που άλλοι ήτανε στους λούνγκους και τους μακιάτους, εγώ είχα περάσει στη φάση «με ολίγη, και ναι και όχι, σε χοντρό φλυτζάνι και με φουσκάλες στη μέση», αν και χωρίς την πατρική υποχρέωση να στήνομαι στην ουρά του Λουμίδη, καθώς μου αρκούσε ο συσκευασμένος του σουπερμάρκετ. Στη δουλειά βέβαια δεν μπορούσες να πιείς ελληνικό (εκτός αν για κάποιο διεστραμμένο λόγο σου άρεσε ο «βαπορίσιος», που δε φαντάζομαι να υπάρχει άνθρωπος που να του αρέσει αυτό το αίσχος), οπότε ειδικά το καλοκαίρι που αχρηστεύονταν οι καφετιέρες του γαλλικού, έκανα πλέον ουρά στο κυλικείο με τα πλήθη που συνωστίζονταν περιμένοντας να βγάλει τον εσπρέσο η μηχανή και να χτυπηθεί το αφρόγαλο, και μετά ο επόμενος ένα από τα ίδια, πέντε λεπτά ανά παραγγελία ήθελε πάνω κάτω, κι όταν ερχόταν η σειρά μου επιτέλους έλεγα «φραπέ» και ξεμπέρδευα σε τριάντα δευτερόλεπτα παρά τα αποδοκιμαστικά βλέμματα των φρεντοφρονούντων γύρω γύρω.

Όταν βρέθηκα στην Ολλανδία, στο εργαστήριο ο κόσμος έπινε κατά σύστημα ένα πράγμα που έβγαινε από ένα μηχάνημα τιγκαρισμένο στο Douwe Egberts και στο οποίο πατούσες ένα κουμπάκι που έλεγε «καφέ» και έβγαινε ένας αραιός γαλλικός, κι ένα άλλο που έλεγε «εσπρέσο» και έβγαινε ακριβώς ο ίδιος γαλλικός σε μικρότερη ποσότητα. Ο καφές ήταν προσφορά του Τμήματος Βιολογίας στους εργαζόμενους δωρεάν, πράγμα εντυπωσιακό για τα ολλανδικά δεδομένα, αν και θυμάμαι μια δόση που η διαχείριση του κτιρίου απεφάνθη ότι υπερκαταναλώνουμε καφέδες και άρα πρέπει να τους πληρώνουμε. Αμέσως ξεσηκώθηκε κύμα διαμαρτυρίας, στα πλαίσια της οποίας παρουσιάστηκε και ένα διάγραμμα που συσχέτιζε την επιστημονική παραγωγικότητα (σε δημοσιεύσεις) με την κατανάλωση καφέ (σε λίτρα), υπονοώντας ότι η αψυχολόγητη απόφαση της διαχείρισης απειλούσε να ρίξει στα τάρταρα την παραγωγικότητα του Ιδρύματος. Εντυπωσιασμένη ίσως από το διάγραμμα (και αγνοώντας μάλλον τη βασική επιστημονική αρχή ότι correlation δεν σημαίνει causation) η διαχείριση υπαναχώρησε εν μέρει, δεχόμενη να είναι τζάμπα ο καφές, αλλά αρνούμενη να πληρώνει τη ζάχαρη και το γάλα (πράγμα παράξενο σε μια χώρα που το γάλα τους τρέχει από τα αυτιά, αλλά τέλος πάντων). Αμέσως τα εργαστήρια ανασυντάχθηκαν παραγγέλνοντας ικανές ποσότητες ζάχαρης και γάλακτος σε σκόνη δήθεν ως αναλώσιμα για την καλλιέργεια των ζουζουνιών που μεγαλώναμε, και το ζήτημα έληξε εκεί.

Πάντως το ψωμί της ξενιτιάς είναι πικρό, και ο καφές της ακόμα πικρότερος, όπως με δίδαξε ο φίλος στο Άμστερνταμ που είχε υπερηφάνως εξοπλιστεί με την τελευταία λέξη της τεχνολογίας για Νεσπρέσο και αντίστοιχες αμπούλες διαφόρων γεύσεων, και αναρωτιόταν τι χώρα είναι αυτή που δε μπορούν να φτιάξουν έναν καφέ της προκοπής (παρότι συμπλήρωνε εικοσαετία περίπου εκείνη την περίοδο). Δίπλα η σύζυγός του, αμετανοήτως Ελληνίς του ’80, χτυπούσε το τρίτο φραπεδάκι της ημέρας, χειμώνα-καλοκαίρι, αν και έπαιρνε τον τοπικό Νεσκαφέ που δεν κάνει και πολλή μπουρμπουλήθρα (καθότι είμαι πεπεισμένος ότι μας έχουν μυριστεί τους Έλληνες ότι λατρεύουμε τις φούσκες και μας στάζουν και μια σταγονίτσα σαπούνι στο εδώ χαρμάνι για να αφρίζει ωραία, αλλά φυσικά αυτά είναι τα μικρά μυστικά της εταιρίας, φαντάζομαι).

Στην Πορτογαλία πάντως όλα αυτά τους φάνταζαν πολύ εξωτικά και παράξενα, καθότι όλες οι πιθανές εκδοχές καφέ ήταν εσπρέσο, εσπρέσο με λίγο γάλα, εσπρέσο με ακόμα περισσότερο γάλα, και γάλα με εσπρέσο. Εγώ προτίμησα αυτό το τελευταίο, με την ονομασία galâo που σημαίνει «γαλόνι» και είναι ό,τι πλησιέστερο στον καφέ Λάττε που λένε εδώ, αλλά στο σπίτι είχα πάντα ελληνικό και Νεσκαφέ φερμένους από την Ελλάδα σε κάθε ταξίδι (πηγαινοερχόμουν συχνά εκείνη την εποχή για κάποιους λόγους). Θυμάμαι μια επίσκεψη που είχαμε πάει με την Αγία Σουζάνα στο πατρικό της στο Αλεντέζου, μια βαθιά πορτογαλική επαρχία, όπου πήγαμε μαζί με τη μαμά της να πιούμε έναν καφέ σε μια λιμνούλα έξω από το χωριό. Η γυναίκα είπε στην κόρη της να μου πει να πιώ τον καφέ μου γρήγορα γιατί θα κρυώσει, καθώς αφενός είχα πάρει εσπρέσο-με-περισσότερο-γάλα κι αφετέρου με έβλεπε να τον φυσάω. Είπα στη Σουζάνα να της πει ότι στην Ελλάδα πίνουμε παγωμένο καφέ και η Σουζάνα όχι μόνο το μετέφρασε αλλά και το επιβεβαίωσε λέγοντας ότι όταν είχε έρθει εδώ είχε δει νεοέλληνες με τους φραπέδες ή τους φρέντους τίγκα στο παγάκι. Η μαμά γούρλωσε τα μάτια και σταυροκοπήθηκε λέγοντας «μα τι άνθρωποι είναι αυτοί» καθότι αρνιόταν να πιστέψει στην ύπαρξη ενός καφέ όχι φυσικά κρύου αλλά έστω και κάπως χλιαρού.

Όταν έφευγα από τη χώρα μου πήραν δώρο οι συνάδελφοι δυο πάκα galâo στιγμής για να μη μου λείψει (όχι ότι θα μου έλειπε βέβαια, κάπου στα ντουλάπια μου έχει ξεμείνει τουλάχιστον το ένα πακετάκι). Τώρα που επέστρεψα και εγκαταστάθηκα πάλι στην Κρήτη, ξανακύλησα στις παλιές μου συνήθειες και παρότι όπως είπαμε το σπίτι είναι εξοπλισμένο με διαφόρων τύπων καφετιέρες, εγώ έχω μείνει στον ελληνικό και το φραπέ, ανάλογα με την εποχή. Στη δουλειά με τον καιρό η παραγγελία μου έχει γίνει κάπως περίπλοκη, τύπου «μονό φραπέ σε διπλό ποτηράκι με δυο μπιλίτσες καντερέλ και πάααρα πολύ γάλα, ναι, ακόμα περισσότερο, κι άλλο λίγο, ναι ευχαριστώ» αλλά πάλι σε τριάντα δευτερόλεπτα ξεμπερδεύω αφήνοντας κατά μέρος τα φρεντοπλήθη, άλλο βέβαια που για να πιώ τον καφέ θέλω τρεις ώρες περίπου ενθυμούμενος τις παλιές ηρωικές εποχές της καφετέριας. Και τώρα που γύρισε ο καιρός, γύρισε κι ο καφές σε ελληνικό, κι έκατσα το πρωί χαλαρός βλέποντας τη βροχή να πέφτει στα τζάμια να πιώ το καφεδάκι μου αναθυμούμενος μια ιστορία που μου έλεγε μια ψυχή, κοντοσυνομίληκη και με παρόμοιες παραστάσεις, από τη μακρινή δεκαετία του ’80.

Γύριζε ο πατέρας της από τη δουλειά στα χωράφια, κι έτρεχε η μικρή κόρη να τον προϋπαντήσει:

- Μπαμπά, θες να σου κάνω ένα φραπέ;

Την κοίταζε με δυσπιστία ο πατέρας, και πήγαινε μέσα κι έκανε τον ελληνικό του όπως ήξερε. Μια φορά όμως, καλοκαίρι με ζέστη, γυρνάει θεοσκοτωμένος από την κούραση ο άνθρωπος, και τρέχει η μικρή και τον προλαβαίνει με το φραπέ στο χέρι:

- Έλα μπαμπά, πιες να δροσιστείς.

Πιάνει το ποτήρι ο άνθρωπος και διψασμένος όπως ήτανε το αδειάζει μονορούφι – ούτε μπουρμπουλήθρα δεν άφησε. Ύστερα της το δίνει πίσω, της χαμογελάει καλωσυνάτα και λέει:

- Ευχαριστώ, κόρη μου, την ευχή μου να ‘χεις. Κάμε μου τώρα να χαρείς κι ένα καφεδάκι.



Η Νένα Βενετσάνου σε μια ψευδοπροφητική μπαλάντα του καφέ.

30/11/13

Uma dúzia

Η ατμομηχανή-φουφού εκτός λειτουργίας (καθότι άνοιξη όταν τραβήχτηκε η φωτό). Οέιρας, Πορτογαλία, Απρίλιος 2011.

Τελευταία έβαλε λίγο κρυάκι. Ρώτησα το διαχειριστή πότε περίπου θα ανάψουν τα καλοριφέρ. Με κοίταξε παραξενεμένος· προφανώς κάτι του θύμιζε η λέξη «καλοριφέρ» αλλά αυτό το κάτι ήταν μακρινό και ξεχασμένο, ολότελα αταίριαστο ίσως για τους καιρούς που ζούμε. Μου διευκρίνισε ότι αν η θερμοκρασία δεν πέσει σε μονοψήφιο νούμερο δεν υπάρχει κανένας λόγος να κάνουμε σπατάλες. Κούνησα το κεφάλι με κατανόηση, και δεν μπήκα στον πειρασμό να ρωτήσω αν η μονοψήφια θερμοκρασία θα είναι για έξω από το σπίτι ή για μέσα.

Έχοντας την εμπειρία της Λισσαβώνας όπου η κεντρική θέρμανση δεν έχει εφευρεθεί ακόμα και είναι εισέτι ασύλληπτη έννοια στο μυαλό των περισσοτέρων, και έχοντας επιπλέον περάσει παιδική ηλικία σε σπίτι με μόνη πηγή θέρμανσης μια σόμπα πετρελαίου όχι και φοβερά αποδοτική, είμαι αρκετά σκληραγωγημένος. Καλού κακού πάντως είπα να εξετάσω κάποιες εναλλακτικές, καθότι πλέον στην ηλικία μου με πιάνουν κάτι πόνοι στα κόκκαλα μόλις σφίξουν τα κρύα που δεν παλεύονται και πολύ. Αν προσθέσουμε και τη δισκοκήλη που μου υπενθυμίζει την ύπαρξή της κάθε τόσο, ιδιαίτερα στα κρύα, έχουμε μια σχεδόν πλήρη εικόνα.

Ανασκάλεψα την αποθήκη για να εντοπίσω το ηλεκτρικό καλοριφέρ που οι ιδιοκτήτες μου είχαν υποδείξει ότι υπάρχει. Εντόπισα παράλληλα και ένα τυλιγμένο χαλί που σκέφτηκα ότι θα βοηθούσε κάπως. Βέβαια για να στρώσω το χαλί καλό θα ήταν να καθαρίσω κάπως το πάτωμα πρώτα, κάτι που ομολογουμένως δεν κάνω σε ιδιαίτερα τακτική βάση. Ανασκαλεύοντας εντόπισα και μια ηλεκτρική σκούπα, οπότε σκέφτηκα ότι μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια. Έβαλα μπρος τη σκούπα και περιμάζεψα το χώρο ανάμεσα στους καναπέδες, μπροστά στο αιωνίως σβηστό τζάκι (οι ιδιοκτήτες με προειδοποίησαν ότι είναι διακοσμητικό και μόνον). Μετά από λίγο ηλεκτρικό σκούπισμα παρατήρησα ότι η διαφορά με το ασκούπιστο ήταν οφθαλμοφανής, οπότε άρχισα να επεκτείνω τη σκουπισμένη περιοχή προς το γραφείο και την κουζίνα.

Ωραία τα μεγάλα σπίτια (ειδικά των αλλωνών) αλλά όχι και πολύ βολικά στο καθάρισμα: δεν τελειώνει ποτέ. Δυο ώρες αργότερα ακόμα πάσχιζα να συμμαζέψω, πότε με την ηλεκτρική και πότε χειροκίνητα, χώρια ένα τμηματικό (αναγκαστικά, μέχρι να στεγνώσει κατά τόπους) σφουγγάρισμα. Με τα πολλά κατάφερα να ολοκληρώσω όλο το σύμπλεγμα σαλόνι-τραπεζαρία-κουζίνα, αφού προηγουμένως κόντεψα να διαλύσω ό,τι είχε απομείνει στη θέση του από τη σπονδυλική μου στήλη. Έβαλα πλυντήριο, έστρωσα το χαλάκι (που τελικά δεν πιάνει και τόσο χώρο, εδώ που τα λέμε) μπροστά στον καναπέ, έσπρωξα το καλοριφεράκι δίπλα στο γραφείο και το άναψα. «Επιτέλους», σκέφτηκα, «θα ζεσταθεί το κοκκαλάκι μας», ενώ παράλληλα επιθεωρούσα το απαστράπτον σαλονάκι.

Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα απάστραπτε μόνο το φωτάκι του πλυντηρίου, ενώ το υπόλοιπο δωμάτιο είχε βυθιστεί στο σκοτάδι. Μια ακόμα πορτογαλέζικη ανάμνηση με πλημμύρισε, κι έτσι πήγα κατευθείαν στον ηλεκτρικό πίνακα που υπέθεσα (ορθώς) ότι ήταν η αφορμή του κακού. Σήκωσα τις πεσμένες ασφάλειες που σε δευτερόλεπτα ξανάπεσαν (όχι ο γενικός πάντως, εξ ου και το πλυντήριο συνέχιζε να λειτουργεί). Με έναν αναστεναγμό πήγα και έκλεισα τους διακόπτες του καλοριφέρ και στη συνέχεια ξανασήκωσα τις πεσμένες ασφάλειες. Αυτή τη φορά στάθηκαν στο ύψος τους. Έκανα μερικές δοκιμές εδώ κι εκεί· σε μια πλήρη σχεδόν υπενθύμιση της ζωής στη Πορτογαλία συνειδητοποίησα ότι αν θέλεις να έχεις αναμμένο το ηλεκτρικό καλοριφέρ δεν πρέπει να έχεις τίποτα άλλο αναμμένο: ούτε κουζίνα, ούτε πλυντήριο, ούτε – θεός φυλάξοι – πλυντήριο πιάτων. Το πολύ κανένα φωτάκι και το λάπτοπ.

Έμεινα λίγο να χαζεύω το εν λόγω λάπτοπ χουχουλιάζοντας μέσα στο φλις όταν από την οθόνη ξεπήδησε ένα μηνυματάκι από κάτι συναδέλφους να πάμε για κάνα κρασί. Ποτέ δε λέω όχι στο καλό κρασί, οπότε έσβησα οριστικά το θερμαντικό σώμα, έκανα ένα θερμαντικότερο μπανάκι, ντύθηκα και βγήκα αρματωμένος στο κρύο νυχτερινό Ηράκλειο. Φάγαμε και ήπιαμε και γελάσαμε σε ένα καινούργιο μαγαζί από τα υποτίθεται ψαγμένα, με αυθεντικό sommelier να προτείνει ετικέτες και να κάνει σχόλια (εντάξει, γνωστός ήτανε). «Νιώθεις το άρωμα από ψημένο κάστανο όπως έρχεται πίσω από το καπνιστό;». Οι συνδαιτημόνες το ένιωθαν κατά δήλωσίν τους, εμένα πάλι μου μύριζε μάλλον απλό κρασί, αλλά μια και είπε κάστανο μου ήρθε μια ακόμα πορτογαλέζικη ανάμνηση:

Έξω από το σιδηροδρομικό σταθμό του Οέιρας, μπροστά στην πιάτσα των ταξί, υπήρχε μια ατμομηχανή-μινιατούρα που έκρυβε μέσα της μια φουφού. Τα βράδια μια γριούλα (ή τέλος πάντων μια μεγάλη γυναίκα) έψηνε κάστανα στη φουφού, ένα ευρώ η εξάδα, δύο ευρώ η ντουζίνα. Κάποια κρύα βράδια που έφευγα από το Ινστιτούτο φορτωμένος και παγωμένος και βαριόμουνα να σκαρφαλώσω σπίτι με τα πόδια, επέλεγα να κατηφορίσω προς το σταθμό. Δεν ήξερα πώς λένε το «μισή ντουζίνα» στα πορτογαλικά (δηλαδή ήξερα, αλλά το ξέχναγα κάθε φορά) οπότε ζήταγα μία ντουζίνα, δώδεκα ωραιότατα καλοψημένα ζεστά κάστανα, τυλιγμένα σε χωνάκι από εφημερίδα. Χάζευα τους επιβάτες των τραίνων που έβγαιναν με φόρα κι εξαφανίζονταν στην κρύα νύχτα, κι όταν βαριόμουνα τσίμπαγα ένα ταξί από την πιάτσα λέγοντας απλώς τη διεύθυνσή μου με όσο πιο πορτογαλική προφορά γινόταν και ακούγοντας το ποδόσφαιρο που εννιά στις δέκα φορές θα άκουγε ο ταξιτζής από το ραδιόφωνο (μία στις δέκα θα άκουγε το σταθμό Amalia που έπαιζε αποκλειστικά φάδο).

Ύστερα θα έφτανα στα σπίτι με τα μισά περίπου κάστανα ακέραια (τα άλλα μισά τα μασούλαγα δρόμο-δρόμο) να μου κρατάνε συντροφιά μέχρι να ανάψω το ηλεκτρικό καλοριφέρ και το λάπτοπ με το σκάιπ για να με κρατάει σε επαφή με τα αγαπημένα πρόσωπα. Μπορεί και να άνοιγα κανένα μπουκάλι κόκκινο κρασί του Αλεντέζου, που θα αποκτούσε βέβαια οπωσδήποτε μια επίγευση κάστανο καθώς θα μου ξέπλενε το στόμα, ακόμα κι αν δεν υπήρχε τέτοιο πράγμα στην οινοποίησή του.

Αδειάσαμε τα ποτήρια μας και δραπετεύσαμε πάνω στην ώρα που οι μουσικοί του μαγαζιού σταμάτησαν την εντεχνίλα που έπαιζαν ως τότε και το ρίξανε στον Παντελίδη, ενώ η διπλανή παρέα εορταζόντων αντήλασσε γαρύφαλλα (που δεν ήταν ντεκόρ του μαγαζιού, τα είχαν φέρει επιτούτου για την περίσταση). Τριγυρίσαμε λίγο στους δρόμους, αλλά κάτι οι πόνοι στη μέση που δε με άφηναν, κάτι που γερνάω και δεν είμαι πλέον για πολλά πολλά, παράτησα τους φίλους σε ένα μπαράκι και συνέχισα για το σπίτι.

Mύριζε παρκετίνη. Άνοιξα το ηλεκτρικό σώμα και το ξανάσβησα, άνοιξα το λαπτοπ και το έσβησα κι αυτό. Σηκώθηκα με κόπο για να συρθώ προς το κρεβάτι· πρόσεξα με μια στιγμιαία ικανοποίηση ότι το πάτωμα ήταν καθαρό και γιαλισμένο και το σπίτι έμοιαζε περιποιημένο και έτοιμο να δεχτεί κόσμο. Σκέφτηκα ότι μια από αυτές τις μέρες πρέπει να ξαναφωνάξω φίλους να δούμε καμμιά ταινία.

Ύστερα αποκοιμήθηκα κι ονειρεύτηκα κάτι με μυρωδιά παρκετίνης και γεύση από ψημένο κάστανο.

24/11/13

Bairrismo

- Το έγκλημα στο Ρίο είναι πιο βίαιο!
- Το έγκλημα στο Μαγκέ είναι πιο οργανωμένο!
(Γραφικό Βραζιλιάνικο σχόλιο επί του bairrismo για να μπαίνουμε στο νόημα.)


Τον όρο τον πρωτοσυνάντησα σ’ ένα βιβλίο που περιγράφει την Πορτογαλία, τη χώρα και τους ανθρώπους της, με τη ματιά ενός ξένου. Ωστόσο η έννοια δεν μου ήταν άγνωστη, καθόλου. Bairro (το διπλό r προφέρεται σαν γ στα πορτογαλικά) σημαίνει περίπου «γειτονιά». Μονολεκτική απόδοση για τον όρο δεν μπόρεσα να σκεφτώ στα ελληνικά, ωστόσο νομίζω ότι στα αγγλικά η ανάλογη λέξη είναι «parochialism», από τη λέξη parish που σημαίνει αν δεν κάνω λάθος ό,τι και το ελληνικό «ενορία». Νομίζω ότι και στις δύο γλώσσες οι αντίστοιχοι όροι εκφράζουν το ίδιο πράγμα: την αντίληψη των πραγμάτων μέσα από ένα στενό τοπικό πρίσμα, χωρίς καμμία αναφορά η αίσθηση της ολότητας, αυτού που λένε εσχάτως αγγλιστί “big picture”. Πιο γενικά, την κάπως «μυωπική» προσκόλληση με ορισμένες μόνο κοντινές όψεις ενός ζητήματος έναντι της αντίληψής του μέσα στην ευρύτερη κατάσταση, στο «συγκείμενο» (αγγλιστί context).

Αλλά το ότι δεν έχουμε επακριβώς αντίστοιχη λέξη δεν μας κάνει και ιδιαιτέρως απρόσβλητους ως Έλληνες από την αντίστοιχη ασθένεια. Αν και πάντα πολλοί συμπατριώτες πιστεύουν ενδομύχως ότι είμαστε στο κέντρο του κόσμου (από όπου προκύπτει και η ταξινόμηση των υπολοίπων σε «φιλέλληνες» και «ανθέλληνες» λες και δεν έχουν άλλους λόγους να διαφωνούν μεταξύ τους οι απέξω), τα τελευταία χρόνια που όντως έχουμε βρεθεί στο κέντρο του κόσμου (από πλευράς οικονομικής κρίσης, κυρίως) φοβούμαι ότι δεν έχουμε γίνει και πολύ σοφότεροι, καθώς εν πολλοίς τείνουμε να βλέπουμε μόνο την όψη εκείνη των πραγμάτων που (νομίζουμε ότι) μας αφορά άμεσα και ενίοτε αγνοούμε εντελώς τη γενική εικόνα. Κατά ενδιαφέροντα τρόπο, αυτή η bairrismo αντίληψη δεν αφορά μόνο μια μερίδα του πολιτικού φάσματος ή μια κοινωνικο-οικονομική τάξη, καθώς διαπερνά εγκάρσια διαφορετικά στρώματα και κοσμοαντιλήψεις.

Σε αυτό βέβαια συντελεί εν πολλοίς και η προβληματική εν πολλοίς παιδεία μας· και δεν εννοώ μόνο την εκπαίδευση ή ακόμα και την παθογένεια των ΜΜΕ που (μεταξύ πολλών άλλων κακών) εστιάζουν αφόρητα στη μικροκλίμακα. Η παιδεία βέβαια δεν είναι προνόμιο της «πλέμπας» αλλά χαρακτηριστικό μιας ορισμένης ελίτ (επικαλυπτόμενης, αν και όχι εντελώς ταυτισμένης με τα ανώτερα κοινωνικο-οικονομικά στρώματα). Παλαιότερα νόμιζα ότι ενδεχομένως τα πιο «ανοιχτόμυαλα» και εξωστρεφή τμήματα της εν λόγω ελίτ πιθανώς θα ήταν λιγότερο ευεπίφορα στη διανοητική ευκολία που αντιπροσωπεύει ο όρος bairrismo. Ωστόσο τα τελευταία χρόνια τείνω να πειστώ ότι αυτό δεν ισχύει και τόσο.

Βλέπετε, ενώ δεν είχα ποτέ καμμιά ιδιαίτερη απαίτηση από τους ανθρώπους του μεροκάματου, τις νοικοκυρές ή τους αποφοίτους των ΙΕΚ να σκέφτονται με κάποια ιδιαίτερη ευρύτητα (χωρίς να λείπουν οι ευχάριστες εκπλήξεις), είχα πάντα την προσδοκία ότι οι άνθρωποι οι σπουδαγμένοι και ταξιδεμένοι πάνω από το μέσο όρο θα ήταν επίσης πάνω από το μέσο όρο ικανοί να συλλάβουν έννοιες και να αναλύσουν φαινόμενα με ευρύτητα. Να διευκρινίσω ότι αυτό καθόλου δεν σημαίνει ότι θα έπρεπε οι απόψεις τους να συμφωνούν με τις δικές μου, είτε γενικότερα είτε στο πιο ειδικό ζήτημα που ετίθετο κάθε φορά. Η προσδοκία μου πάντως ήταν ότι οι εν λόγω σπουδαγμένοι και ταξιδεμένοι (είδος που γενικά δεν σπανίζει, υποτίθεται, στους ακαδημαϊκούς χώρους που περνάω τις μέρες μου) θα μπορούσαν να αποφύγουν την παγίδα του bairrismo και να αναδείξουν σφαιρικότερα τα ζητήματα, ακόμα και διαφωνώντας.

Γέρασα με την προσδοκία κι ακόμα περιμένω. Όχι γιατί δεν έτυχε να συναντήσω κόσμο σπάνιας αντίληψης και ευρύτητας πνεύματος όλα αυτά τα χρόνια (καθώς είχα την τύχη να συναναστραφώ ανθρώπους που με βοήθησαν να διευρύνω τους ορίζοντές μου και να τους ορίσω ως συντεταγμένες μιας διανοητικής πορείας, ακόμα και ως αντιπαραδείγματα ενίοτε), αλλά γιατί αυτές οι συναντήσεις με έπεισαν ότι εν τέλει το είδος αυτό της «πλατιάς» αντίληψης είναι σε μεγάλο βαθμό θέμα ιδιοσυγκρασίας μάλλον παρά βαθμού μόρφωσης ή συσσωρευμένων μιλίων σε αεροπλάνα. Φυσικά δεν εννοώ ότι οι άνθρωποι «γεννιούνται» με bairrismo ή όχι (αν και εύκολα μπορεί κανείς να αποδώσει την ιδιότητα σε ευρύτερα σύνολα, π.χ. λαούς ή τοπικές κοινωνίες), αλλά – νομίζω – ότι αυτό που συμβαίνει είναι ότι το πόσο καλά συλλαμβάνει κανείς την «ολότητα» ενός θέματος αντί για το ελάχιστο που άμεσα τον ακουμπάει εξαρτάται από το πώς έχει διαμορφωθεί ο νους σε μια φάση ζωής ΠΡΙΝ ακόμα συσσωρευθούν τα πτυχία, τα διδακτορικά και τα μίλια.

Προφανώς δεν είναι όλοι οι άνθρωποι ίδιοι και δεν είναι όλες οι κοινωνίες ίδιες. Αν και σιχαίνομαι τις αφαιρέσεις εκείνες που σουρουμπελιάζουν τις ιδιομορφίες ενός συνόλου κάτω από μια γενική ταμπέλα που υποτίθεται το χαρακτηρίζει (π.χ. οι Πορτογάλοι, οι Ολλανδοί, οι Κρητικοί, οι Παοκτζήδες κλπ.) σκέφτομαι ότι οι «Έλληνες» – ή τουλάχιστον όσοι μεγαλώσαμε στην Ελλάδα – υφιστάμεθα εξ απαλών ονύχων ένα είδος διαρκούς εκπαίδευσης στο bairrismo (κάτι η τρισχιλιετής ιστορία και το έθνος ανάδελφον, κάτι μια ορισμένη διαρκής αυτοαναφορικότητα, κάτι μια οκνηρία που μας διακατέχει, πνευματικά κυρίως), από οικογένειες και σχολεία, από εφημερίδες και ΜΜΕ επιπέδου δαπέδου, από πνευματικούς ταγούς μηδαμινού βεληνεκούς και εσχάτως από τα social media που αποθεώνουν το ελάσσον και το επιμέρους – άλλωστε πόσο σε βάθος να πας σε ένα status update που να χωράει και στο Τουίτερ;

Κι έπειτα από αυτή την εκπαίδευση, φεύγεις να κάνεις τις σπουδές σου και τα διδακτορικά σου και τα ποσντόκια σου στα καλύτερα campus, γεμίζεις την κάρτα σου με μίλια ταξιδεύοντας σε συνέδρια και μετεκπαιδεύσεις και Erasmus και visiting appointments, και συναντάς Άγγλους, Γάλλους, Πορτογάλους κι ένα σωρό άλλους, νταλαβερίζεσαι και γκομενίζεις μαζί τους ενίοτε, κι έπειτα γυρνάς πλήρης εμπειριών και παραστάσεων και αποκαλύπτεσαι ακριβώς ο ίδιος, με την ίδια στενομυαλιά που σου σμίλεψαν τα μικράτα σου και οι δρόμοι της γενέθλιας πόλης σου, την ίδια αδυναμία να καταλάβεις οτιδήποτε υπερβαίνει τις άμεσες παραστάσεις σου, να συσχετίσεις ας πούμε τη φτώχεια που βλέπεις γύρω σου με τις συνθήκες που τη δημιούργησαν, την εμφάνιση κρουσμάτων τροπικών ασθενειών με την αλλαγή του κλίματος, την άφιξη του πλήθους των «παρατύπως εισελθόντων αλλοδαπών» στις παραλίες του καλοκαιριού σου με τους πολέμους που βλέπεις καμιά φορά στην τηλεόραση ή έχει πάρει το αυτί σου ότι υπάρχουν.

Ή όπως θα έλεγε ο Καββαδίας, όλο τον κόσμο γύρισες και τίποτα δεν είδες.


Σ.Σ. Η συγκεκριμένη ανάρτηση ξεκίνησε να γράφεται πριν κάνα χρόνο στη Λισσαβώνα και εγκαταλείφθηκε γρήγορα γιατί το θέμα της μάλλον ξεπερνά τη διάθεσή μου να σκεφτώ πολύ στα σοβαρά. Τελευταία με κάποια αφορμή μου ξαναήρθε στο μυαλό (μαζί με τον στίχο από το «Λύχνος του Αλαδίνου» του Καββαδία) και πάσχισα να την ολοκληρώσω. Όπως συχνά συμβαίνει άλλα ξεκινάς να πεις κι άλλα προκύπτουν στην πορεία, και τώρα που το ξαναδιαβάζω πιο πολλά κενά αφήνει και ασάφειες κι ίσως να μη μπορώ κι εγώ πολύ καλά να εξηγήσω πώς το αντιλαμβάνομαι όλο αυτό το πράγμα. Τέλος πάντων, κουβέντα να γίνεται.

Πάντως η συγκεκριμένη αντίληψη του bairrismo δεν σχετίζεται (αντίθετα μάλιστα) με το αίτημα της τοπικής δράσης που εμπεριέχεται στο παλιό οικολογικό σύνθημα «σκέψου συνολικά, δράσε τοπικά» και ενδεχομένως στον πιο κατάλληλο για τέτοιες χρήσεις όρο localism. Στα ελληνικά πάλι η λέξη «τοπικισμός» που έρχεται στο μυαλό έχει μια αρκετά διαφορετική χροιά, εκφράζει νομίζω κάτι λίγο πιο αρχαϊκό, π.χ. το πως οι Κρητικοί είναι συλλογικά καλύτεροι από, ας πούμε, τους Καριώτες, πράγμα που φυσικά είναι έωλο και αξιοθρήνητο ως αντίληψη, καθότι οι Καριώτες είμεθα ανώτεροι όλων όπως όλοι ξέρουν.

Εντάξει, αστειεύομαι σύντεκνοι, αφήστε κάτω τα άρματα τώρα.



Κι ένα σουρεαλιστικό βιντεάκι (προσέξτε το μονόφθαλμο Χάρη Κατσιμίχα) σε ένα από τα λίγα τραγούδια του Θάνου Μικρούτσικου σε στίχους Καββαδία που μου κάθεται καλά στο αυτί.

14/2/13

Μια ήσυχη αναχώρηση


"Ó mar salgado, quando do teu sal são lágrimas de Portugal" (στίχος του Πεσσόα που μπορεί να σημαίνει «Ω αλμυρή θάλασσα, τόσο πολύ από το αλάτι σου είναι δάκρυα της Πορτογαλίας»). Από ένα βιβλιοπωλείο στην Αλφάμα, Απρίλιος 2011 (σήμερα πλέον έχει κάποιον άλλον στίχο).

Συνηθισμένα τα βουνά στα χιόνια. Ή όχι τόσο πολύ πια, καθώς από τις πέντε μετακομίσεις σε ένα χρόνο το 2009-2010 τώρα έχω μόνο δύο σε δεκατέσσερις μήνες (κι ίσως ακολουθήσει μια τρίτη λίγο αργότερα). Πάντως αυτό ήτανε, πάει τέλειωσε, και τα μάζεψα από το μαγευτικό Οέιρας τις τελευταίες μέρες του Γενάρη. Με την κτηθείσα εμπειρία βέβαια δεν ήταν και πολύ δύσκολο, καθώς ήδη από το καλοκαιράκι ερχόμουνα στα πεταχτά στην Ελλάδα με μια γεμάτη ογκώδη βαλίτσα τη φορά (που επέστρεφε στη Λισσαβώνα εντυπωσιακά κενή για να ξαναγεμίσει στο επόμενο ταξίδι) μέχρι που οι ντουλάπες μου σχεδόν άδειασαν, ώστε να μπορέσω να πακετάρω τα εναπομείναντα υπάρχοντά μου σε τρεις μόνο βαλίτσες για την οριστική αναχώρηση.

Βέβαια ήδη από τις γιορτές το πράγμα βοούσε πως είχε φτάσει η ώρα μου, καθώς το σπίτι μου είχε αρχίσει να αποσυντίθεται λες και το έτρωγαν τα λανγκολίερς. Παραμονές πρωτοχρονιάς ενημέρωσα τον ιδιοκτήτη ότι θα το αδειάσω μέχρι το τέλος Γενάρη. Στις δέκα του μήνα που κατέφτασα για τελευταία (εισέτι) φορά στην Πορτογαλία, η πόρτα δεν άνοιγε διότι πίσω της το πάτωμα είχε ανασηκωθεί μερικούς πόντους εδώ κι εκεί. Αφού ξηλώσαμε κάμποσο, εντοπίστηκε μία τουλάχιστον διαρροή ύδατος υπεύθυνη για το φαινόμενο. Ακολούθησε μια (περιορισμένη, τελικά) ανάφλεξη μιας πρίζας και μερικά άλλα μικροαπρόοπτα συμβολικού χαρακτήρα. Δεν έχασα χρόνο να το συζητάω, βέβαια, αφήνοντας τον ιδιοκτήτη να τσακώνεται με το διαχειριστή και τις ασφαλιστικές εταιρίες στα πορτογαλικά ενώ συμμάζευα έντυπα και μικροπράγματα από τα συρτάρια. «Ο κύβος ερρίφθη», είπα μέσα μου, και διέβην το Ρουβίκωνα (ή, για την περίσταση, τον Τάγο).

Στην απέναντι πλευρά του ποταμού η αγία Σουζάνα ήρθε να με μαζέψει από το σταθμό του τραίνου μαζί με την τεσσάρων μηνών κορούλα της. Ασχολήθηκα λίγο με μπέιμπι-σίτιγκ (ή μάλλον τάισμα, άλλαγμα, μπανάκι και νανούρισμα). Η μικρή Φιλίπα με συμπάθησε, καθότι ανταποκρίθηκε τόσο στο παραδοσιακό «κουκου-τσα» που από ό,τι έχω μάθει εσχάτως συγκινεί ιδιαίτερα τα μωράκια, όσο και σε μερικά ελληνικά νανουρίσματα ή τραγουδάκια που μου ήρθαν εκ του προχείρου, όπως το «Νάνι του ρήγα το παιδί, του βασιλιά τ’ αγγόνι» και το «Είμαι ένα γουρουνάκι βρώμικο πολύ» που τραγούδησα καραφάλτσα προς μεγάλη διασκέδαση της Σουζάνας που βρήκε έστω και προσωρινή ανακούφιση από τις μητρικές υποχρεώσεις. Όχι και λίγες, καθώς οι συνήθεις γιαγιάδες που επικουρούν στην καθ’ ημάς Ανατολή δεν αφθονούν εδώ στην άπω Δύση, καθώς στην προκειμένη περίπτωση η μία ζει στο Αλεντέζου και η άλλη στο Αλγκάρβε και ακόμα εργάζονται αμφότερες. Όπως εργάζεται και η Σουζάνα, που είχε περίπου ένα δεκαήμερο μπροστά της να εκπαιδεύσει τη μικρή Φιλίπα στο να ξυπνάει νωρίς και να τρώει από άλλα χέρια, καθώς θα έπρεπε να παραδοθεί στις φροντίδες του παιδικού σταθμού της γειτονιάς από την τρυφερή ηλικία των τεσσεράμισι μηνών.

Τετάρτη βράδυ κατάφερα να συναντηθώ και με την Άνα στο κέντρο. Κάτσαμε στο μάλλον τουριστικό μαγαζί με το άγαλμα του Πεσσόα, δίπλα σε έναν εναλλασσόμενο θίασο πλανόδιων, άλλοτε μουσικών και άλλοτε ζογκλέρ, που έδιναν παράσταση για τους διερχόμενους, κυρίως αυτούς που έβγαιναν από το μετρό. Κάποια στιγμή χτύπησε το (ελληνικό) τηλέφωνο όπου μια φίλη μου είπε για μια πιθανή δουλειά στην Ελλάδα. Μου ήρθε κάπως άξαφνα, πάνω που προγραμμάτιζα ένα σχετικά μακρύ σαμπάτικαλ. Δεν ξέρω αν αυτό έφταιγε που έκανα μια μεγαλοπρεπή τούμπα στο πεζοδρόμιο του Chiado, παραβλέποντας ένα σκαλάκι, και συγκεντρώνοντας τα γέλια των πλανόδιων και των διερχομένων. Ένας με ακολούθησε κάμποση ώρα λέγοντάς μου διάφορα ακατάληπτα στα πορτογαλικά και γελώντας, μέχρι που χωθήκαμε με την Άνα σε μια θορυβώδη διαδήλωση που έκανε ο σύλλογος αυτών που στήνουν πάγκους στα πανηγύρια (πώς το λένε αυτό στην Ελλάδα;) σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τους φόρους που επέβαλε η κυβέρνηση στα πλαίσια του πορτογαλικού μνημονίου. Μετά χωθήκαμε στο τραίνο και την αποχαιρέτησα στην Αλζές.

Την Πέμπτη η Σουζάνα κατάφερε και ήρθε να ανταποδώσει την επίσκεψη στην από δω πλευρά του ποταμού, ώστε να πάμε στην κοντινή τράπεζα στο Οέιρας να κλείσουμε τον (κοινό) λογαριασμό που είχαμε και χρησίμευε ως εξασφάλιση για την ιδιότητά της ως εγγυήτριας στο ενοικιαστήριο συμβόλαιό μου (πορτογαλικές παραξενιές της κακιάς ώρας εκ μέρους του ιδιοκτήτη, ας μου επιτραπεί να διευκρινίσω αναδρομικώς). Ήρθε μετά συζύγου και τέκνου, πράγμα που μας βοήθησε να παρακάμψουμε την ουρά (καθώς η μικρή έκλαψε ακριβώς πάνω στην ώρα) και να ξεμπερδέψουμε τάχιστα. Παρέλαβα τα εκατόν τριάντα τέσσερα ευρώ και εικοσιδύο σεντς που είχαν απομείνει από το πορτογαλικό μου κεφάλαιο και αποπειράθηκα (εις μάτην) να τους κάνω το τραπέζι σε ένα παρακείμενο εστιατόριο με κουζίνα από την περιοχή του Ντούρου (ποταμός είναι αυτό, στα βόρεια της χώρας).

Πάντως επείσθησαν τελικά να πάρουν ό,τι μου περίσσευε στο σπίτι και δεν υπήρχε περίπτωση να πάρω στην Ελλάδα: μια μίνι φλοκάτη, ένα χαλάκι, ένα σώμα καλοριφέρ, κάτι κουζινικά αχρησιμοποίητα, συν όλα τα συμπράγκαλα που μου είχε κουβαλήσει η Σουζάνα προ δεκατριών μηνών. Δεν ήταν και πολλά, χώρεσαν στο πορτ μπαγκαζ και τα πίσω καθίσματα, χωρίς να διαταραχθεί το καλαθάκι του μωρού. Τους σταυροφίλησα (προς μια ορισμένη αμηχανία του Πέδρο που μου εξήγησε ότι οι εναγκαλισμοί και οι ασπασμοί μεταξύ αρρένων είναι λίγο gay για τα Πορτογαλικά ήθη, αλλά του συνέστησα να κάνει λίγο παρέα με Ρώσους ή Βαλκάνιους και θα διαπιστώσει ότι μια χαρά στρέιτ είναι σε άλλες κουλτούρες) και τους αποχαιρέτησα με πολλές ευχαριστίες.

Το ίδιο βράδυ έδωσα στη Λέιλα την πολυθρονίτσα γραφείου που ζαχάρωνε και ένα σετάκι ποτήρια κρασιού· μου ανταπέδωσε με ένα δείπνο με χορινό με πατατούλες αλά βραζιλιανογιαπωνέζικα, και αδειάσαμε κάμποσο κρασί με τη βοήθεια του Ρουμάνου φίλου της που επίσης εγκαταλείπει τη χώρα, άνεργος ων. Μιλήσαμε για κοινότητες αγγλικανών ιεραποστόλων στον Αμαζόνιο, τον αναπόφευκτο Τσαουσέσκου, έναν αγώνα μπάσκετ στη δεκαετία του ’80, την οικονομική κρίση, τα οικολογικά-πράσινα κόμματα στην Ελβετία, τις τιμές του χασίς στα κόφι σοπ του Άμστερνταμ και το άδηλο μέλλον μας. Στο τέλος της βραδιάς αγκαλιαστήκαμε και φιληθήκαμε (χωρίς αμφιβολίες για το σεξουαλικό μας προσανατολισμό) με το βόρειο γείτονα και την βραζιλιανογιαπωνέζα φιλενάδα. Με μετέφεραν στα παγωμένο σπίτι μου (καθότι άνευ θερμαντικού σώματος πλέον) μέσα στην ομίχλη που ερχόταν από τον Ωκεανό.

Η επόμενη μέρα, η τελευταία στο εργαστήριο, είχε γεύμα με όλο τον κόσμο (σχεδόν) παρά θιν αλός. Μου πήραν δώρο μερικές συσκευασίες galão μην τυχόν και μου λείψει (παρέλειψα να τους πω ότι στην Ελλάδα απλώς το παραγγέλνεις ως Café Latte και το πίνεις σε φλυτζάνι αντί για ποτήρι), και έγραψαν πάνω τους αποχαιρετιστήρια μηνύματα. Χαιρέτησα το Ρομπέρτο και την Ελβίρα, αγκάλιασα τρυφερά τη Φιλίπα, έδωσα ευχές και κουράγιο στις άλλες. Μάζεψα κάτι εναπομείναντα μικροπράγματα, είπα τα τυπικά με την πρώην εργοδότι μου, αγόρασα μια κούπα για σουβενίρ και έβγαλα φωτογραφία τη Σοφία, το μαύρο άγγελο του κυλικείου. Γύρισα σπίτι νωρίς πασχίζοντας να κλείσω τις δύο τουλάχιστον από τις τρεις βαλίτσες (εις μάτην). Τελικά τις έκλεισα όλες το πρωί του Σαββάτου, αφήνοντας απέξω δυο μαξιλάρια που είχα κουβαλήσει από την Ολλανδία και μια φλις κουβερτούλα από την Ελλάδα που δε χώραγαν πουθενά. Ο ιδιοκτήτης ήρθε και τσεκάραμε τις ενδείξεις στους μετρητές, γκρίνιαξε για το κόστος επισκευής του πατώματος (τον κοίταξα με συμπάθεια, αλλά ας είχε καλύτερα υδραυλικά) και για τους υπαλλήλους που δεν κάνουν τη δουλειά τους και εξέφρασε για μια ακόμα φορά τον ενθουσιασμό του για τη Μπενφίκα. Ήταν βιαστικός και μου είπε να ρίξω τα κλειδιά στο γραμματοκιβώτιο φεύγοντας, και ότι θα κανόνιζε να μου στείλει τα περισσευούμενα της εγγύησης μόλις έρχονταν οι λογαριασμοί του μήνα (θα εκπλαγώ ευχάριστα αν το κάνει).

Η Ρίτα ήρθε λίγο αργότερα. Φορτώσαμε τις τρεις βαλίτσες, το ένα βαλιτσάκι και το λάπτοπ στο αμαξάκι της. Δεν ήθελε ούτε την κουβερτούλα ούτε τα μαξιλάρια ούτε τα εναπομείναντα κουζινικά, αλλά με χαρά πήρε κάτι κονσέρβες και κάτι ζυμαρικά και σάλτσες. Έκλεισα τα φώτα, το γενικό του ρεύματος, του γκαζιού και του νερού, και ακολούθως την πόρτα. Έριξα και τα κλειδιά στο γραμματοκιβώτιο. Φύγαμε για το αεροδρόμιο χάνοντας τουλάχιστον δύο φορές το δρόμο, αλλά είχαμε κάμποσο χρόνο να τον ξαναβρούμε. Της υποσχέθηκα για πολλοστή φορά ότι θα πάω στην παρουσίαση της διατριβής της στο Λέιντεν και ότι θα ξανάρθω στη Λισσαβώνα οπωσδήποτε (και λέω να τα κάνω και τα δύο). Ήταν μια μέρα με λαμπρό ήλιο. Το βράδι στη Ζυρίχη χιόνιζε. Τα μεσάνυχτα στην Αθήνα είχε απλώς λίγο κρύο.

Κυριακή κοιμήθηκα πολλές ώρες. Απόγευμα Δευτέρας συναντήθηκα με τον ενδιαφερόμενο wannabe εργοδότη: μου είπε τι ήθελε, του είπα τα δικά μου, τα μιλήσαμε, τα συμφωνήσαμε. Θα χρειαστεί να περικόψω το σαμπάτικαλ σε τρεις-τέσσερις μήνες, ίσως μέχρι το Πάσχα ή κάπου εκεί. Μετά θα με περιμένει να ξεκινήσω. Στην Κρήτη. Ξανά. Το βράδι της Δευτέρας πήγα στο καινούργιο μου σπίτι να πάρω τα κλειδιά, αφού είχα προηγουμένως διευκρινίσει ότι τελικά θα μείνω μόνο προσωρινά. Δεν είχαν αντίρρηση· φίλοι είναι και χάρηκαν που θα έχω δουλειά (είδος ουσιώδες εν ανεπαρκεία στις μέρες μας) ακόμα και στην επαρχία. Αργά τη νύχτα άνοιξα το κομπιούτερ και βρήκα μηνύματα από τη Ρίτα, τη Λέιλα και τη Φιλίπα ότι τους λείπω. Τις κάλεσα όλες στην Κρήτη, για καλοκαίρι. Δε φαντάζομαι να έρθουν.

Εδώ και λίγες μέρες ξαναβιδώνω τα παλιά μου έπιπλα, ξεφυλλίζω τα παλιά μου βιβλία, κρεμάω στους τοίχους τα παλιά μου κάδρα και πλένω τα κουζινικά που είχα πριν φύγω.

Ακόμα προσπαθώ να χωνέψω τις αλλαγές.

8/2/13

Κοιτάζοντας πίσω ΙΙ


Οι Madredeus τραγουδάνε «Ζω στη Λισσαβώνα» και εγώ κοιτάζω την πόλη που αφήνω πίσω καθώς ένας ακόμα κύκλος κλείνει.


Que outra cidade
Levantada sobre o mar
Á beira rio
Acabou por se elevar
Entre dois braços de água
Um de sal, outro de nada
Água doce, água salgada
Águas que abraçam Lisboa
É em Lisboa
Que o Tejo chega ao mar
É em Lisboa
Que o mar azul recebe o rio
E essa brisa que nos faz
Promessas de viagem
Brisa fresca que reclama
as nossas almas ausentes
Suave
cidade
do sal
do mar
Moro em Lisboa
E a tarde cai


Ποια άλλη πόλη
Σηκωμένη πάνω από τη θάλασσα
από έναν ποταμό
έχει στο τέλος ανυψωθεί
ανάμεσα σε δυο μπράτσα νερού
Ένα από αλάτι, το άλλο από τίποτα
Νερό γλυκό, νερό αλμυρό
Νερά που αγκαλιάζουν τη Λισσαβώνα
Είναι στη Λισσαβώνα
Που ο Τάγος φτάνει τη θάλασσα
Είναι στη Λισσαβώνα
Που η γαλάζια θάλασσα δέχεται τον ποταμό
Κι αυτή η αύρα που μας δίνει
Υποσχέσεις ταξιδιού
Η δροσερή αύρα που ζητά
Τις απούσες ψυχές μας
Απαλή
πόλη
του αλατιού
της θάλασσας
Ζω στη Λισσαβώνα
Και πέφτει το απόγευμα


Madredeus - "Moro em Lisboa"
Στίχοι και μουσική Pedro Ayres Magalhães

25/1/13

Μαύρος άγγελος

Στοιχεία σοσιαλιστικού κέιτεριγκ σε μνημονιακές εποχές (ή απλά φτηνότερος καφές).

- Και αυτή είναι η Σοφία, είπε η Π. δείχνοντάς μου την κοπέλα πίσω από τον πάγκο του κυλικείου. Είναι ένας άγγελος, συμπλήρωσε τρυφερά και της χάιδεψε ελαφρά το χέρι.

Ήταν η μέρα που πρωτοήρθα στη Λισσαβώνα για να πιάσω δουλειά στο ινστιτούτο. Ο άγγελος χαμογέλασε και ρώτησε αν θέλαμε καφέ. Έχουν περάσει δεκατέσσερις μήνες σχεδόν και τώρα πια δε ρωτάει, ξέρει ότι εγώ θέλω ένα «γαλόνι», αυτό που λένε εδώ galão. Όποτε με βλέπει χαμογελάει πλατιά. Δεν ξέρω και πολλούς αγγέλους, είναι η αλήθεια, δυο-τρεις από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, άλλους δυο-τρεις από μια ταινία του Βέντερς. Από όλους τους, η Σοφία πρέπει να είναι ο πιο μαύρος. Ή καλύτερα από τα πιο βαθιά πορτοκαλί που κυκλοφορούν σε χρώμα επιδερμίδας. Αναρωτιόμουν για καιρό αν είναι από την Αγκόλα ή το Πράσινο Ακρωτήριο (για Μοζαμβικανή δεν την έκοβες, έχουν άλλη κοψιά, πιο ξερακιανή). Με διαβεβαίωσαν ότι είναι Πορτογαλίδα, γεννημένη στο Οέιρας κιόλας. Και ότι είναι άγγελος· συμφωνούν όλοι σ' αυτό.

Ο άγγελος γεμίζει τα πιάτα με χορταστικές μερίδες (οι άλλες κυρίες βάζουν εμφανώς λιγότερο), ακόμα και τις «μισές» μερίδες που συνηθίζονται εδώ. Σου μιλάει πάντα γελώντας πλατιά. Είναι τετράπαχη και κουτσαίνει, αλλά δε νομίζω να το προσέχει κανείς. Πίσω από τον πάγκο, με την ποδιά και το μαλλί κρυμμένο μέσα στο μαγειρικό σκούφο μοιάζει σαν επιβλητική πρωθιέρεια ενός γυναικείου πλήθους υπαλλήλων. Την ώρα που σχολάει και βγάζει τη στολή εργασίας για μια στιγμή τη μπερδεύεις καθώς μοιάζει κοριτσάκι με τα στρασάκια στη μπλούζα και το πλούσιο άφρο μαλλί (όχι, δεν είναι εξτένσιον, δικά της είναι). Χαμογελάει και την αναγνωρίζεις πάλι. Η Σοφία. Μια κοπέλα (απροσδιορίστου ηλικίας) από το Οέιρας. Ο μαύρος άγγελος.

Στο τέλος της περασμένης χρονιάς είχε βγει μια ανακοίνωση ότι θα αλλάξει η εταιρία που διαχειρίζεται το κυλικείο. Είχα στεναχωρηθεί όταν το άκουσα, όχι γιατί οι υπηρεσίες ήταν κάτι το φοβερό, αλλά επειδή είχα σκεφτεί πόσο θα έλειπε η Σοφία από την καθημερινότητα όλων μας (ακόμα κι εμένα που διανύω τις τελευταίες μέρες μου στο ινστιτούτο). Παραδόξως όταν άλλαξε ο χρόνος, συνειδητοποίησα ότι η εταιρία άλλαξε αλλά τα πρόσωπα όχι και τόσο. Αντί για πράσινα μπλουζάκια τώρα φοράνε κόκκινα, και μόνο η ταμίας φαίνεται να έχει αλλάξει. Στο ταμείο πλέον κάθεται ο μαύρος άγγελος με το πλατύ χαμόγελο. "She is the boss", μου εξηγεί ο Μεξικάνος συνάδελφος.

- Ορίστε;
- Είναι το νέο αφεντικό. Η εταιρία είναι δική της.


Η λέξη «εταιρία» βέβαια δεν αντικατοπτρίζει ακριβώς αυτό που συμβαίνει στο κυλικείο. Καθόμαστε να πιούμε ένα απογευματινό τσάι (ζητάω ένα με μήλο και κανέλα, διότι είναι οι μόνες λέξεις που μπορώ να αναγνωρίσω από τις διαθέσιμες ποικιλίες των τσαγιών) και ο Ντιόγκο αναλαμβάνει να μου εξηγήσει τις αλλαγές αναλυτικά. Όταν το θέμα δεν αφορά τη Σπόρτιγκ Λισσαβώνας οι παρατηρήσεις του είναι ιδιαίτερα οξυδερκείς, οπότε τον ακούω με προσοχή:

Το κυλικείο δεν είναι «ανταγωνιστική» επιχείρηση, καθώς λειτουργεί σε ένα περιβάλλον σχετικού «προστατευτισμού». Η πελατεία είναι είναι δεδομένη και σταθερή, καθότι περίπου υποχρεωτικά οι εργαζόμενοι στο ινστιτούτο θα ψωνίσουν το φαγητό τους από εκεί. Κάποιοι το φέρνουν από το σπίτι τους βέβαια, και κάτι λίγοι προτιμούν ένα ντελίβερι φυτοφαγικό εστιατόριο στην άλλη γωνία (που όντως μαγειρεύει πολύ καλά). Οι περισσότεροι όμως θα φάνε το φαγητό του μαγαζιού, θα τσιμπήσουν ένα σνακ από τα προσφερόμενα, θα πιουν τους καφέδες τους εδώ. Η επιχείρηση δεν πληρώνει νοίκι, ούτε ρεύμα, ούτε γκάζι και νερό, καθώς παρέχονται από το ινστιτούτο. Τα έξοδά της είναι οι μισθοί των υπαλλήλων και οι προμήθειες. Σε αντάλλαγμα για τόσο ευνοϊκές συνθήκες κερδοφορίας, το ινστιτούτο ζητάει απλώς οι τιμές να είναι χαμηλές, προσιτές στους εργαζόμενους και τους φοιτητές.

Όταν έληξε το συμβόλαιο με τον προηγούμενο πλειοδότη, η Σοφία κατέθεσε μια άκρως ανταγωνιστική πρόταση σε συνεργασία με τους άλλους εργαζόμενους. Επειδή το ζητούμενο για τον άγγελό μας δεν ήταν ακριβώς η μεγιστοποίηση του κέρδους, έκανε κάτι πραγματικά παράξενο στους νεοφιλελεύθερους καιρούς μας (εντάξει, πάντα σε καθεστώς «προστατευτισμού», είπαμε...). Αφενός αύξησε τους μισθούς των υπαλλήλων που παρέμειναν (έφυγε μόνο η ταμίας κι ένας δερβέναγας της προηγούμενης εταιρίας, όλοι οι άλλοι προτίμησαν να πάνε στην εταιρία της Σοφίας). Αφετέρου προσέλαβε έναν κανονικό σεφ, και παράλληλα εγκαινίασε μια συνεργασία με το γωνιακό φυτοφαγικό εστιατόριο που ετοιμάζει κάπως σαν «υπεργολαβία» ένα φυτοφαγικό πιάτο την ημέρα. Ακόμη, επένδυσε σε καλύτερη ποιότητα υλικών. Και, last but not least, μείωσε τις τιμές. Όχι πάρα πολύ, αλλά πάντως αισθητά για μια χώρα σε μνημόνιο. Με διόμισι ευρώ έχεις την κλασική πορτογαλική «μισή μερίδα» που με όρους Σοφίας είναι σχεδόν μία. Με πέντε ευρώ έχεις πλήρες γεύμα (πιάτο ημέρας, σούπα ή σαλάτα, φρούτο ή γλυκό, καφέ ή αναψυκτικό). Το «γαλόνι» μου κάνει πλέον εξήντα σεντς από εξηνταπέντε, και ο εσπρέσσο σαράντα.

Ο Ντιόγκο δεν είναι βέβαιος για το πόσο αποτελεσματικές είναι οι κινήσεις από οικονομική σκοπιά, ωστόσο όλοι φαίνονται ευχαριστημένοι. Ο κόσμος συρρέει στο κυλικείο και ευχαριστιέται σαφώς καλύτερο φαγητό από ό,τι ένα μήνα πριν, και κατά τι φτηνότερο κιόλας. Ελάχιστοι πια φέρνουν φαγητό από το σπίτι και ο δυνητικός ανταγωνιστής της γωνίας είναι πλέον συνεργάτης. Το ινστιτούτο χαίρεται που το φαγητό είναι πιο φτηνό, οι υπάλληλοι χαίρονται που έχουν ψηλότερους μισθούς. Η Σοφία δεν θα έπρεπε να χαίρεται διότι προφανώς θα βγάζει πολύ λιγότερα χρήματα από όσα θα μπορούσε, ωστόσο μοιάζει να χαίρεται διπλά τώρα. Και ως αφεντικό δεν είναι πολύ διαφορετική από πριν· φοράει την ίδια ποδιά και το ίδιο μαγειρικό σκουφάκι (αλλά με κόκκινο μπλουζάκι πια) και χαμογελάει με το ίδιο πλατύ χαμόγελο που είχε πάντα.

- Σοσιαλιστική επιχείρηση, καταλήγει ο Ντιόγκο ρουφώντας το υπόλοιπο τσάι του. Ή μάλλον, σοσιαλιστική νησίδα σε ένα καπιταλιστικό πέλαγος, συμπληρώνει γελώντας, καθότι έξω από την πόρτα του ινστιτούτου (και μέσα πολύ συχνά) ο κόσμος είναι ένα πολύ ανταγωνιστικό μέρος.

Ύστερα η κουβέντα γυρνάει στο ποδόσφαιρο και ο Ντιόγκο μας εξηγεί ότι σκοπεύει να επενδύσει τα χρήματα που κέρδισε στο στοίχημα σε συνδρομές στην ομάδα μέχρι το 2016 και σε ένα ρομαντικό ταξίδι με την κοπέλα του στη Φλωρεντία (όπου μεταξύ άλλων θα πάνε ρομαντικά να δούνε τη Φιορεντίνα να αντιμετωπίζει την Ίντερ σε έναν αγώνα για το Καμπιονάτο). Αφήνω το δοχείο του τσαγιού με μήλο και κανέλα (που τελικά δε μου αρέσει) στη Ρίτα που της αρέσει και ρίχνω μια τελευταία ματιά στον πάγκο του κυλικείου. Πίσω του η Σοφία σέρνει το κουτσό πόδι ετοιμάζοντας τοστάκια για μια παρέα αδημονούσες Πορτογαλίδες. Μου χαμογελάει από μακριά.

Γύρω στις πέντε το απόγευμα το κυλικείο φαίνεται πως ξαναγεμίζει από κόσμο, έρχονται όλοι να πάρουν κάτι ακόμα και να κουβεντιάσουν, σαν εμάς τώρα. Σε αντίθεση με παλιότερα, γίνεται σημείο συνάντησης και ανταλλαγής απόψεων (επιστημονικών κυρίως, μη νομίζετε ότι μιλάμε για μπάλα όλη μέρα).

Σκέφτομαι ότι κάποιος άγγελος θα έχει βάλει το χέρι του.

20/12/12

Νεαρός συμπαθητικός κηπουρός

Δεν είναι από το δικό μας κήπο, άλλοι νεαροί συμπαθητικοί κηπουροί τον δούλεψαν. (Σίντρα, καλοκαίρι 2011, φωτό Ροβυθέ).

Αν και δεν πρόκειται να παραμείνω στην Πορτογαλία για πολύ ακόμα, τα μαθήματα πορτογαλικών για αρχαρίους τα παρακολουθώ σχεδόν ανελλιπώς κάθε Τετάρτη απόγευμα. Κάτι που τα πλήρωσα (ένα ολόκληρο πενηντάρικο για έξι μήνες, υπολογίζω η καθαρή τιμή πρέπει να είναι ένα ευρώ την ώρα ή και λιγότερο), κάτι που η δασκάλα μας η δεσποινίς Ροσάνα (Γουshάνα αν το πεις με πορτογαλική προφορά) είναι συμπαθέστατη και ό,τι και να της πεις σου λέει “Boa, boa!”, κάτι που ενώ οι μαθητές είμαστε ως επί το πλείστον καραενήλικοι αλλά λόγω του επιπέδου μας πρέπει να φτιάχνουμε φρασούλες τύπου «Έλλη, να ένα μήλο» και να κλίνουμε τα ομαλά ρήματα σαν ποιηματάκια, έχουμε στην τάξη μια εσάνς νηπιαγωγείου που εγώ τη βρίσκω ιδιαίτερα διασκεδαστική.

Βέβαια ξεκινήσαμε με μεγάλες φιλοδοξίες, πολλοί υποψήφιοι προσήλυτοι στα μυστήρια της πορτογαλικής γλώσσας, και όπως πάντα συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις είχαμε μια κάποια φύρα. Άλλοι έφυγαν δια της αναβαθμίσεως (όλοι οι Ισπανοί ας πούμε, που είχαν συγκριτικό πλεονέκτημα έναντι ημών των λοιπών αλλοεθνών και πήγαν κατευθείαν στο τμήμα προχωρημένων), άλλοι δεν ενθουσιάστηκαν μάλλον από την «παιδική» ατμόσφαιρα της τάξης (εικάζω ότι ένας τουλάχιστον Ιάπων έστριψε για τέτοιους ψυχολογικούς λόγους, ίσως και ο Δανός), άλλοι δεν προλάβαιναν (όπως η μία Τυνήσια, η Αγγλίδα και ο συμπαθής Τούρκος εκ Βουλγαρίας) ή τα βρήκαν σκούρα (ένας φουκαράς Ινδός δεν τα έπαιρνε με τίποτα τα πορτογαλικά και εγκατέλειψε, αφήνοντας ατυχώς σε εμένα το ρόλο του χειρότερου μαθητή της τάξης).

Με τούτα και με κείνα όμως μείναμε κάμποσοι πιστοί ή σχετικά πιστοί, τουλάχιστον ο Πολωνός, ο Γερμανός, ο έτερος Ιάπων, το ζεύγος των Τυνησίων (η κοπέλα βέβαια ως αξιοθέατο με τη μαντήλα), ο άλλος Τούρκος και οι Μεξικάνοι. Βέβαια από τους πέντε αρχικούς Μεξικάνους ο ένας έστριψε νωρίς λόγω πολύ μεγαλύτερης άνεσης στο χειρισμό της γλώσσας από όσο το επίπεδο της τάξης προέβλεπε, αλλά παραδόξως οι άλλοι τέσσερις μείνανε. Ο ένας κουβαλιέται από τη Λισσαβώνα καθε Τετάρτη επιτούτου (καθότι στο ινστιτούτο που κανονικά δουλεύει δεν υπάρχουν τέτοια μαθήματα), ενώ οι άλλοι τρεις είναι εδώ στη γειτονιά μας και είναι και οικογένεια. Μπαμπάς, μαμά, κόρη, με καταγωγή από ιθαγενείς Μάγια, από ό,τι μου λένε. Η κόρη πέντε με έξι χρονών. Αναντίρρητα η πιο καλή μαθήτρια της τάξης, καθότι λόγω ηλικίας τα παίρνει εύκολα και μιλάει και «Πορτουνιόλ» (ένα ισπανο-πορτογαλικό μίγμα) στο σχολείο. Για κάποιο λόγο οι γονείς της αν και άνετα θα μπορούσαν να πάνε στους προχωρημένους, δεν το επεδίωξαν, θέλοντας να τα κάνουν όλα με τη σειρά.

Η μικρή είναι ένα είδος μασκώτ της τάξης, καθώς ενθουσιάζεται κάθε φορά που δίνει μια σωστή απάντηση (Boa, boa! την ενθαρρύνει η Ροσάνα), σηκώνει το χεράκι για να ζητήσει άδεια να πάει να κάνει πιπί (μαζί με τη μαμά όμως πάντα) και βάζει κάτι χαρούμενα γέλια στα καλά του καθουμένου (νομίζω με την προφορά του Έλληνα συμμαθητή, κυρίως). Χτες που κάναμε το τελευταίο μάθημα για φέτος μας τραγούδησε το αντίστοιχο του «Τρίγωνα-Κάλαντα» στα πορτογαλικά (το έμαθε στο σχολείο), αφού πρώτα μας έβαλε να κλείσουμε όλοι τα μάτια δήθεν, επειδή και καλά ντρεπόταν να τραγουδήσει πορτογαλικά.

Το μάθημα κύλησε σε χριστουγεννιάτικο κλίμα, καθώς η «εργασία για το σπίτι» συνίστατο στο να γράψουμε απλές φρασούλες που να φτιάχνουν μια χριστουγεννιάτικη (ας πούμε...) ιστορία τύπου «Πώς περνάω τα Χριστούγεννα». Επειδή δε μπορώ να πω ότι χειρίζομαι τη γλώσσα και πολύ καλά (δεδομένων και των αδυναμιών του google translate), είχα περάσει το χτεσινό απόγευμα γράφοντας φρασούλες όπως:

- Τα Χριστούγεννα πάω στην Ελλάδα.
- Μένω στο σπίτι των γονιών μου.
- Η μαμά μου φτιάχνει γλυκά.
(Η λέξη «φοινίκια» είναι εξαιρετικά περίπλοκο να αποδοθεί στα πορτογαλικά οπότε όταν ρωτήθηκα «τι γλυκά» είπα κάτι σαν massa de mel που θα μπορούσε υπό προϋποθέσεις να σημαίνει μελομακάρονα).
- Εγώ τρώω πολλά γλυκά.
- Η αδελφή μου δεν τρώει πολλά γλυκά γιατί τα γλυκά παχαίνουν.


Είχα βάλει και την εκ δεξιών καθήμενη πορτογαλίδα συνάδελφο να τσεκάρει ότι τα πορτογαλικά μου είναι άψογα (δεν ήταν...). Οπότε το πήρα πατριωτικά και σήμερα αποφάσισα να κάνω εξτρά εξάσκηση και να διαβάσω με ελάχιστη βοήθεια από google translate ένα μέιλ που ήρθε στα πορτογαλικά (από αυτά που απευθύνονται σε όλο το προσωπικό). Το μέιλ έλεγε περίπου τα εξής:

Olá a todos,

(ευκολάκι: «γεια σε όλους», κάτι σαν το εταιρικό “Dear all”)

Por certo sabem quem é o [C.], o jovem jardineiro simpático.

(λοιπόν, αυτό λέει ότι σίγουρα ξέρετε ποιος είναι ο [Σ.], ο νεαρός συμπαθητικός κηπουρός. Μάλλον το μαυρούλη τον πιτσιρικά θα εννοεί, ο άλλος είναι μεσήλιξ. Μια χαρά simpático είναι το παιδί· λέμε και κάνα γεια εκεί που φυτεύουμε τα καλαμπόκια...)

Talvez não saibam que ele é casado e tem três filhos pequenos.

(Αλλά ίσως δεν ξέρατε ότι είναι παντρεμένος με τρία μικρά παιδάκια. Α, ναι; Ε, και;)

O que provavelmente não sabem mesmo é que a empresa onde trabalha (e a quem o [...] paga atempadamente o serviço que contratou) não lhe paga a tempo há vários meses e ele ainda não recebeu o subsídio de Natal.

(Και πιθανότατα δεν ξέρετε ότι εργάζεται σε μια εταιρία (την οποία το [ινστιτούτο] πληρώνει κανονικά για τις συμβατικές υπηρεσίες της) που δεν τον πληρώνει εγκαίρως πολλούς μήνες τώρα και δεν έχει πάρει ούτε δώρο Χριστουγέννων. Α, μάλιστα... Βρε το φουκαρά το Σ.)

Isto tudo para apelar à vossa generosidade natalícia. Agradecem-se quaisquer quantias.

(Όλο αυτό για να απευθυνθώ στη χριστουγεννιάτικη γενναιοδωρία σας. Παρακαλώ δώστε ακόμα και λίγα.)

Obrigada.

(Υπόχρεη. Δηλαδή «ευχαριστώ», αλλά μας υποχρέωσες έτσι κι αλλιώς...)

Λέω πάντως να τα αφήνω τα μαθήματα πορτογαλικών τελικά. Πολύς κόπος, και μόλις κάπως μάθεις κάτι να διαβάζεις, τελικά οι ίδιες ιστορίες είναι που ξέρεις και από τα ελληνικά.

14/12/12

Αποζημίωση

Αυτοί με σήμα το λέοντα φοράνε πράσινα ριγέ και παίζουν στο Ρούι Ζοζέ Αλβαλάδε. Αυτοί με τον αετό φοράνε κόκκινα μασίφ και παίζουν στο Ντα Λουζ («του φωτός»). Φωτό από εδώ.

Δευτέρα απόγευμα την έκανε νωρίς νωρίς. Η ομαδάρα του έπαιζε με τους αιώνιους αντιπάλους και ήθελε να πιάσει στασίδι εγκαίρως. Βέβαια φέτος η ομαδάρα (με τα πράσινα) σέρνεται και βρίσκεται πολύ μακριά από την κορυφή, έχει ήδη αποκλειστεί από το Γιουρόπα Λιγκ κι έχει διώξει τον προπονητή, σε αντίθεση με τους άλλους (αυτούς με τα κόκκινα) που προπορεύονται στη βαθμολογία, στην Ευρώπη συνεχίζουν στους ισχυρούς του Γιουρόπα (αν και δεν θριάμβευσαν ακριβώς στο Τσάμπιονς Λιγκ, δεν πήγαν και χάλια) και γενικά χαίρουν άκρας υγείας. Αν σας θυμίζει τίποτα ελληνικό, ξεχάστε το: με τα πράσινα είναι η Σπόρτιγκ και με τα κόκκινα η Μπενφίκα, οι δυο δημοφιλέστερες ποδοσφαιρικές ομάδες της Λισσαβώνας και της Πορτογαλίας, όχι όμως και οι πιο επιτυχημένες, καθότι η πραγματική ομάδα των επιτυχιών εδρεύει στο Πόρτο και φοράει μπλε.

Αυτό φυσικά δεν αναιρεί το παραδοσιακό μίσος των Σπορτιγκίστας έναντι των Μπενφικίστας και τανάπαλιν, οπότε ο Ντιόγκο παρότι απογοητευμένος οικτρά από το φετινό χάλι της Σπόρτιγκ (οέ, οέ...) δήλωσε ότι θα πήγαινε στο γήπεδο για να κράξει αμφότερες τις ομάδες. Αλλά θα πήγαινε εμφανώς με βαριά καρδιά, καθότι και ο μαζοχισμός έχει κάποια όρια. Αργά το βράδυ που έφευγα από το εργαστήριο πέτυχα κάτι πανηγυρίζοντες τύπους με κόκκινα κασκώλ. Υπέθεσα (ορθά) ότι η Μπενφίκα είχε κερδίσει, και πηγαίνοντας σπίτι το επιβεβαίωσα: 1-3 με τα δυο νικητήρια γκολ στα τελευταία λεπτά. Φαντάστηκα τον απαρηγόρητο Ντιόγκο να βρίζει φίλους και εχθρούς αντάμα.

Τρίτη πρωί μπαίνοντας στη δουλειά τον είδα στη γνωστή στάση-τοτέμ όπως μετά από κάθε ήττα της πράσινης ομαδάρας, να κοιτάζει τον υπολογιστή του με απλανές βλέμμα και να μην αντιδρά στα ερεθίσματα του περιβάλλοντος. Προσπάθησα να τον επαναφέρω με τη μέθοδο «το φέρνω λάου-λάου μπας και δε με πάρει πρέφα με τη μία».

- Ρε συ Ντιόγκο, χτες το βράδυ που έφευγα από δω αργά...
- ... (απλανές βλέμμα στην οθόνη)
- ...εκεί που πήγαινα κατά το σταθμό έπεσα πάνω σε κάτι τύπους...
- ... (αδιάφορο βλέμμα κατά δώθε)
- ...ναι, κάτι ψιλομυστήριους...
- Α... (ψήγμα περιέργειας στο βλέμμα)
- ...με κόκκινα κασκώλ που πανηγυρίζανε.
- Α, μάλιστα. (βλέμμα πικρού σαρκασμού)
- Οπότε να υποθέσω ότι χάσατε, ε;

(Στο δωμάτιο επικρατεί ξαφνική σιγή καθώς τα βλέμματα όλων στρέφονται στο Ντιόγκο και κρέμονται απ' τα χείλη του. Αυτός κοιτάζει με το αρχικό απλανές βλέμμα την οθόνη, κάνει ένα-δυο κλικ και βγαίνει σε μια ιστοσελίδα με πράσινο φόντο. Μιλάει αργά, με προσποιητή αδιαφορία).

- Χάσαμε, αλλά εγώ κέρδισα.
- Τι εννοείς εσύ κέρδισες;

Μου δείχνει την πράσινη ιστοσελίδα, που δεν είναι της Σπόρτιγκ όπως νόμιζα, αλλά μιας εταιρίας ποδοσφαιρικού στοιχηματισμού. Είναι η καρτέλα του λογαριασμού του, στην πάνω δεξιά γωνία φιγουράρει το υπόλοιπό του, 1540 ευρώ και κάτι σεντ.

- Χτες ήταν εξακόσια, λέει δήθεν αδιάφορα.
- Δηλαδή κέρδισες ένα χιλιάρικο;
- Κάπου τόσο.
- Δηλαδή κέρδισες επειδή έπαιξες στοίχημα ενάντια στην ομάδα σου;
- Αυτή η ομάδα με έχει πικράνει πολλές φορές. Καιρός ήταν να μου δώσει κάτι.


Μουρμουρητά ακούγονται στο δωμάτιο, άλλα επιδοκιμαστικά και άλλα όχι. Η Μάρθα από τη γωνία εξανίσταται και ρωτάει πώς του πήγε η καρδιά να κάνει κάτι τέτοιο. Ο Ντιόγο (απλανές βλέμμα αλλά σταθερή φωνή) απαντάει:

- Μη νομίζεις, βασανίστηκα. Το πάλεψα μέσα μου, γιατί η καρδιά μου ανήκει στην ομάδα.

Και συμπληρώνει φλεγματικά:

- Αλλά στοίχημα παίζω με το μυαλό· αν έπαιζα με την καρδιά δε θα είχα φράγκο. Αφού λοιπόν η ομάδα δε με κάνει ευτυχισμένο, ας μου δώσει τουλάχιστον μια αποζημίωση.


6/12/12

Ήρθαν τα κρητικά παιδιά...

Ιστιοπλοΐα στις όχθες του Τάγου, Ιούλιος 2012, φωτό © Δ.Σ.

Στην Ικαρία το καλοκαίρι δε με πρόλαβαν. Έφτασαν από το Ηράκλειο Δευτέρα πρωί, ενώ εγώ είχα φύγει Κυριακή μεσημέρι. Τους άφησα σαφείς οδηγίες πάντως, πού να πάνε και τι να κάνουν (προσαρμοσμένες στα γούστα τους όπως τα φανταζόμουν) και επί μέρες λάμβανα μηνύματα τύπου «Περνάμε υπέροχα!» και «Καλά, πόσο φανταστικά είναι!».

Ξαναμιλήσαμε (διαδικτυακώς πάντα) μέσα Σεπτέβρη· με εκείνην βέβαια, που την ξέρω από τα χρόνια μου στην Κρήτη. Εκείνον δεν τον είχα γνωρίσει από κοντά· όταν έφυγα από την Ελλάδα, πριν τρία χρόνια σχεδόν, η σχέση τους ήταν ακόμα στα σπάργανα και όπως συχνά συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις ήταν κάπως μυστική στην αρχή. Στα χρόνια που μεσολάβησαν επικοινωνούσαμε κατά καιρούς, κάποτε η φιλενάδα με επισκέφτηκε στην Ολλανδία με ένα κλιμάκιο ιστιοπλόων. Είχα προσέξει τότε ότι έτρωγε κάμποση ώρα στα τηλέφωνα με τον καλό της.

- Είναι ακριβά τα διεθνή τηλεφωνήματα, την πείραζα. Θα πτωχεύσεις.
- Δεν πειράζει, μου έλεγε χαμογελώντας παιχνιδιάρικα. Τα λεφτά δε φέρνουν την ευτυχία.

Όχι, αλλά η έλλειψή τους μπορεί καμμιά φορά να την περιορίζει κάπως. Το μάθαμε (οδυνηρά ενίοτε) αυτά τα χρόνια, μέχρι κι εγώ στο εξωτερικό. Πάντως η φίλη μου παρόλες τις ελλείψεις το είχε κάνει τάμα να έρθει και στη Λισσαβώνα, πριν εγκαταλείψω οριστικά την πόλη. Και ήρθε, μαζί με την άλλη κολλητή μας από την ιστιοπλοϊκή παρέα της Κρήτης και βέβαια με το σύντροφό της. Νοέμβρη μήνα. Με κρύο και βροχή του Ατλαντικού.

- Καλέ, αργήσατε κάπως.
- Ποτέ δεν είναι αργά.
- Σου πλήρωσαν το επίδομα αδείας;
- Πλάκα κάνεις; Μαζέψαμε ό,τι κέρμα είχαμε και ήρθαμε. Ακόμα περιμένω το δώρο του Πάσχα και το μισθό του Μαΐου.
- Καλά, και τί τις ήθελες τις Πορτογαλίες;
- Γιατί, πού θα τις ξαναβρώ;


Έλα ντε... Το φιλοσοφήσαμε λίγο, η φτώχεια θέλει καλοπέραση και τέτοια. Όχι ακριβώς φτώχεια μαύρη (τι να πούνε άλλοι κι άλλοι δηλαδή...) αλλά δεν είμασταν και για ζήτω, η φίλη απλήρωτη από το Πάσχα, ο δικός της ελεύθερος επαγγελματίας άνευ πελατείας λόγω κρίσης, η κολλητή άρτι απολυθείσα εποχιακή κι εγώ αναμένων τη σειρά μου οσονούπω. Αθροιστικώς εκατόν εξηντατριών ετών όλοι μαζί. Σαράντα κόμμα εβδομηνταπέντε κατά μέσο όρο. Όλο προοπτικές. Εγώ τον κοιτάω από ψηλά το μέσο όρο, άρα με λιγότερες προοπτικές. Το ζευγάρι τον κοιτάει από πιο κάτω, λίγο ως πολύ, άρα έχουν μέλλον.

Μείνανε μαζί μου εννιά μέρες. Έτυχε να έχω πολλή δουλειά και δεν μπόρεσα να τους «ζήσω» και πολύ, καθώς έτρεχα να προλάβω προθεσμίες με υποδειγματική ικαριακή συνέπεια (ξέρετε τώρα...) ενώ εκείνοι τριγυρνούσαν στο Μπελέμ και τη Σίντρα και την Αλφάμα και τα μουσεία και τα κάστρα. Και στα μαγαζιά ενίοτε. Κάπου προς το τέλος θυμήθηκε να του ψευτογκρινιάξει, τρυφερά πάντα.

- Μωρό μου, δε με πήγες να ακούσω φάδο... Καθόλου δε μ’ αγαπάς.

Έφυγαν πριν ξημερώσει· είχε πέσει μια γκρίζα ομίχλη στις όχθες του Τάγου. Ανανεώσαμε το ραντεβού για Ικαρία σε εποχή που θα είμαι κι εγώ. Ξαναμπήκα στο άδειο πλέον σπίτι· πριν πέσω στο κρεβάτι θυμήθηκα ένα πρωινό που την ξύπνησε απαγγέλοντάς της κάτι σα μαντινάδα:
Μάτια μου, μάτια των ματιών, των ομματιών μου μάτια
Μάτια δεν έχω ξαναδεί σαν τα δικά σου μάτια.
Καλύτερο από φάδο μου φάνηκε.


Σ.Σ. Ο τίτλος προέρχεται από ένα (ιστιοπλοϊκού ενδιαφέροντος) δημοτικό τραγούδι της Ιερισσού που διασώζει η Δόμνα Σαμίου και θυμάμαι τους στίχους του κάπως έτσι:

Ήρθαν τα κρητικά παιδιά τα ‘μορφοπαλικάρια
τα όμορφα και τα νόστιμα και τ’ αρραβωνιασμένα
καράβιν εσκαρώσανε καταμεσού πελάγου
βάζουν κατάρτια μπρούτζινα κι αντένες ασημένιες
και τα πανιά μεταξωτά και ξάρτια συρματένια
κι όμορφον το καράβιν τους κι ο νιός που τ’ αρμενίζει
καράβι μου κι αν πας στην Χιό κι αν πάς στην Σαλονίκη
χαιρέτα μου την αγαπώ πού ‘χει τα μαύρα μάτια

Βασιλικό στα κάτεργα και δυόσμο στα καράβια
κι θερμασιά στις όμορφες και γειά στα παλληκάρια.


(Κάτεργα είναι οι γαλέρες, τα πλοία με κωπηλάτες· η σημερινή έννοια της λέξης ως φυλακής πρέπει να υπήρξε μεταφορική τον παλιό καιρό που η στέρηση της ελευθερίας μπορεί και να σήμαινε καταδίκη σε κωπηλασία σε κάποιο πλοίο. Από κεί και η λέξη κατεργάρης και η έκφραση κάθε κατεργάρης στον πάγκο του – για κουπί, εννοείται).

(Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 3/12/2012. Αν και δεν είναι ικαριακή ιστορία, με διαβεβαίωσαν ότι είναι εντός στόχευσης του mag, πράγμα που υποδηλώνει ευρεία στόχευση εκ μέρους του περιοδικού, βεβαίως βεβαίως...)

17/11/12

Αραβόσιτος


Φυτά Zea mays (αραβόσιτος, κν. καλαμπόκι), φωτό από εδώ.

Κάθε Τετάρτη πρωί η εργαστηριακή μας ρουτίνα περιλαμβάνει γεωργικές εργασίες. Δεν πρόκειται για κάποιου είδους πολιτιστική επανάσταση, όπου οι επιστήμονες-διανοούμενοι-εργάτες του πνεύματος περνάνε από υποχρεωτική επιμόρφωση ως αγρότες-εργάτες γης για να δουν και την άλλη όψη των πραγμάτων. Πρόκειται για βασικό προαπαιτούμενο του να χρησιμοποιεί κανείς πεταλούδες ως πειραματόζωα. Όλοι φυσικά νομίζουν ότι οι πεταλούδες τρέφονται με το νέκταρ των λουλουδιών (πράγμα που εν μέρει μόνο ισχύει) και μερικοί πιο υποψιασμένοι έχουν προσέξει ότι τρέφονται και με χυμούς φρούτων (αποσυντιθέμενων, κατά προτίμηση, εξ’ ου και η χαρακτηριστική μυρωδιά υπερώριμης μπανάνας στο πεταλουδοτροφείο μας). Ελάχιστοι πάντως θυμούνται ότι στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους οι πεταλούδες είναι κάμπιες (κάτι σκουληκάκια δηλαδή) και τρέφονται με πράσινα φυτά.

Στην περίπτωσή μας, οι πεταλούδες τρέφονται με φύλλα καλαμποκιού. Παραδόξως, βέβαια, εκ πρώτης όψεως, καθότι το ζωάκι είναι αφρικανικής προέλευσης και το φυτό μεσοαμερικανικής, αν και με τάσεις παγκοσμιοποίησης. Κι επειδή τρώνε τα φύλλα και όχι σπόρους, καλαμποκάλευρο ή ποπκόρν, για να διατηρήσουμε τις κάμπιες μας σφριγηλές μέχρι να μεταμορφωθούν σε ιπτάμενες πεταλουδίτσες (και το ρίξουν στην κάπως αποσυντιθέμενη μπανάνα) χρειαζόμαστε γλαστρούλες με φρέσκα σχετικά φυτά σε συνεχή βάση. Κι επειδή το ινστιτούτο μας παρέχει στέγη (επιστημονική), τροφή (έναντι αντιτίμου) και προστασία (από την ανεργία, προσώρας) αλλά δεν έχει φροντίσει να μας παράσχει και μερικούς κατά συνθήκη εργάτες γης, το σύνολο του προσωπικού του εργαστηρίου (από το μεγάλο αφεντικό μέχρι την τελευταία τεχνικό) υποδύεται το ρόλο εναλλάξ.

Κάθε Τετάρτη πρωί, μια τριάδα αποσπάται στο υποτυπώδες θερμοκήπιο που φιλοξενεί τα καλαμπόκια μας και αρχίζει να γεμίζει γλαστράκια με χώμα, να σπέρνει δεκαέξι (αυστηρά) σποράκια σε συγκεκριμένες θέσεις στο γλαστράκι, να σκεπάζει με εξτρά χώμα, να πιέζει ελαφρά και να τοποθετεί τα γλαστράκια ανά δεκαπεντάδες σε ειδικές λεκανίτσες, να τα ποτίζει και να πηγαίνει μετά από κάνα δίωρο στην ευχή του θεού βλαστημώντας τη γεωργία και αυτούς που την ανακάλυψαν, ειδικά αν τα τρία πρόσωπα της τριάδας δεν αισθάνονται πολύ βολικά μεταξύ τους, π.χ. όταν συμμετέχει σε αυτήν και το αφεντικό οπότε η συζήτηση καλού-κακού περιφέρεται στα γονίδια και την επιστήμη αποκλειστικά, για να μη θεωρηθεί ότι χαζολογάμε εν ώρα εργασίας. Όταν όμως τα πρόσωπα είναι συμβατά, η διαδικασία μπορεί να γίνει σχετικά ευχάριστη και η σπορά να διανθιστεί από ευχάριστες διηγήσεις και ψιλοκουβεντούλα.

Τις προάλλες, ας πούμε, φυτεύαμε παρέα με το Μεξικάνο συνάδελφο και την Ιαπωνοβραζιλιάνα υποψήφια διδάκτορα, ένας συνδυασμός ιδιαιτέρως γόνιμος για κουβεντούλα καθώς αφενός συμπαθιόμαστε απεριόριστα και αφετέρου όντας ξένοι και οι τρεις στον τόπο, έχουμε μια ορισμένη απόσταση από την πορτογαλική καθημερινότητα. Έτσι κατά καιρούς πιάνουμε συζητήσεις γενικότερου ενδιαφέροντος, από τις προοπτικές ανεύρεσης εργασίας σε μουσεία φυσικής ιστορίας, τον τρόπο που πίνουν καφέ οι Έλληνες σε σχέση με τους Πορτογάλους ή τους Ολλανδούς, την hadcore πανκ μουσική που είναι δημοφιλής σε μερίδα της βραζιλιάνικης νεολαίας και – γιατί όχι – τις πολιτισμικές επιδράσεις των Μάγιας και των Αζτέκων στη σύγχρονη εποχή. Το περίεργο είναι ότι για αυτή την τελευταία συζήτηση την αφορμή την έδωσα εγώ.

- Το καλαμπόκι είναι φυτό ιθαγενές της αμερικανικής ηπείρου, σωστά;

Καθότι η Βραζιλιάνα της παρέας είναι γενετικώς εντελώς Γιαπωνέζα, ο Μεξικάνος ήταν ό,τι πλησιέστερο είχαμε σε ιθαγενή της Αμερικανικής ηπείρου (παρότι κι αυτός με τη σειρά του μάλλον ελβετοϊσπανικής γενετικής σύστασης), οπότε έσπευσε να απαντήσει καταφατικά. Εξήγησε ότι το «άγριο» φυτό που είναι ο πρόγονος του σημερινού καλαμποκιού είχε εξημερωθεί από τους ιθαγενείς που το καλλιεργούσαν επί χιλιάδες χρόνια πριν τους «ανακαλύψουν» οι Ισπανοί. Ρώτησα εγκυκλοπαιδικά αν η «παραδοσιακή» μαγειρική των ιθαγενών περιελάμβανε και άλεσμα για παρασκευή καλαμποκάλευρου και ψήσιμο καλαμποκόψωμου, αλλά ο γνώστης συνάδελφος διευκρίνισε ότι η έννοια του ψωμιού όπως την αντιλαμβανόμαστε εμείς ήταν άγνωστη στους ιθαγενείς. Άλλωστε, το καλαμποκάλευρο είναι διατροφικά ατελές ελλείψει κάποιων βιταμινών, και η κατανάλωσή του ως ανεπεξέργαστης βασικής τροφής εγκυμονεί κίνδυνο πελλάγρας. «Ωστόσο», συμπλήρωσε ο συνάδελφος, «του έκαναν μια κατεργασία που συμπληρώνει την έλλειψη καθώς μεταφέρει τις βιταμίνες που υπάρχουν στο φλοιό σε ένα είδος πολτού από το οποίο φτιάχνουν μετά τορτίγιες».

Η Βραζιλιάνα (ή ίσως Γιαπωνέζα) παρατήρησε ότι για έναν πολιτισμό που τέλος πάντων δεν είχε καταφέρει να ανακαλύψει τον τροχό ή το σίδηρο, η ύπαρξη τεχνολογίας εμπλουτισμού τροφίμων ήταν μάλλον προχωρημένο επίτευγμα. Ο Μεξικάνος διευκρίνισε ότι προφανώς οι ιθαγενείς δεν είχαν ιδέα περί βιταμινών, αλλά ο τρόπος που παρασκεύαζαν την τροφή τους ήταν σαφώς αποτελεσματικότερος από τον αντίστοιχο των Ευρωπαίων, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά το καλαμπόκι. Η διαδικασία μάλιστα διατηρείται μέσες-άκρες και σήμερα (ένα είδος κατεργασίας σε αλκαλικό διάλυμα), σε διάφορες εκδοχές ανά την ήπειρο, και φέρει το όνομα που της είχαν δώσει οι Αζτέκοι. Αν μπορούσε να εκφραστεί στα ελληνικά ο όρος θα ήταν «νιξταμαλισμός» ή ακόμα χειρότερα «νιξταμαλοποίηση».

Η κοπέλα δήλωσε εντυπωσιασμένη από το γεγονός ότι επιβιώνουν οι πρακτικές των ιθαγενών ενώ η ήπειρος έχει αλλάξει τόσο αποφασιστικά· ας πούμε η Βραζιλία είναι εντελώς χώρα μεταναστών, καθότι οι ιθαγενείς εξαφανίστηκαν τάχιστα από την παράκτια ζώνη και παρέμειναν ελάχιστες φυλές τροφοσυλλεκτών στην Αμαζονία. Ο Μεξικάνος διαβεβαίωσε ότι στη γειτονιά του πάμπολλες είναι οι πολιτιστικές επιδράσεις των αυτοχθόνων (χώρια οι γενετικές μια και η τεράστια πλειονότητα του πληθυσμού της Κεντρικής Αμερικής είναι μιγάδες) που είχαν άλλωστε αναπτύξει αρκετά πολύπλοκους πολιτισμούς την προκολομβιανή περίοδο. «Βέβαια», είπε κοιτάζοντάς με, «δεν έχουν το αποτύπωμα που άφησαν οι Έλληνες στον πολιτισμό» κι ενώ εγώ κοιτούσα τις σόλες των παπουτσιών μου για να βρω το ελληνικό αποτύπωμα στον πολιτισμό, συμπλήρωσε «αλλά έχουν μια ενδιαφέρουσα αντίστοιχη μυθολογία – ας πούμε ο αντίστοιχος Προμηθέας, που είναι το φτερωτό ερπετό».

Ο κεντροαμερικανός Προμηθέας λοιπόν ήταν ένας μικρός θεούλης που είχε διάφορες μορφές, με πιο γνωστή αυτή του φτερωτού φιδιού με το όνομα (περίπου) Κετζαλκοάτλ. Σε μια εκδοχή του μύθου, πήρε τη μορφή μυρμηγκιού και χώθηκε μέσα στο κρυφό δωμάτιο που οι θεοί έκρυβαν τα πολύτιμα πράγματά τους. Από εκεί έκλεψε (και έφερε στους ανθρώπους) το αντίστοιχο της προμηθεϊκής φλόγας: το σπόρο του καλαμποκιού και την τεχνική της καλλιέργειάς του.

- Και το κόλπο με το νιξταμαλ-πως-το-λένε;
- Κι αυτό.


Η εντυπωσιασμένη Γιαπωνέζα (ή καλύτερα Βραζιλιάνα) αναρωτήθηκε αν εκτός από το νιξταμαλ-κάτι έχουν επιβιώσει κι άλλες ιθαγενείς περίεργες λέξεις που να δηλώνουν το «αποτύπωμα» των Μάγια ή των Αζτέκων στον σύγχρονο πολιτισμό. Για τις ελληνικές λέξεις δεν αμφέβαλλε ότι ήταν κάμποσες (όπως όλοι γνωρίζουμε), αλλά οι Ινδιάνοι, είχαν αφήσει καμμία οι Ινδιάνοι;

- Πολλές, πάρα πολλές, διαβεβαίωσε ο Μεξικάνος.
- Για πες καμμία.

Κι εκείνος, καθώς έβαζε τους τελευταίους σπόρους στο γλαστράκι, χαμογέλασε πλατιά και είπε αργά, τελετουργικά σχεδόν:

- Σο-κο-λά-τα.

14/10/12

Βεράντα στον ωκεανό

Η θέα από το μπαλκόνι. Ericeira, Οκτώβριος 2012.

Παίρνουμε τα ποτήρια μας και το κρασί που περίσσεψε από το δείπνο και βγαίνουμε στη βεράντα του ξενοδοχείου. Τα κύματα του ωκεανού έρχονται και σβήνουν στην παραλία, ακριβώς από κάτω. Παρέες-παρέες, λίγο ανάκατα ανά εθνότητα και εργαστήριο, άλλοι παλιοί, άλλοι καινούργιοι, άλλοι (όπως εγώ) κάτι ενδιάμεσο, συνάδελφοι «μεταδιδάκτορες» επιστήμονες σε ένα τριήμερο που στην επαγγελματική αργκό λέγεται retreat: μαζεύονται όλοι μαζί κάπου εκτός χώρου εργασίας και συζητούν χαλαρά και ελεύθερα (δηλαδή χωρίς τους περιορισμούς της ιεραρχίας) τα ζητήματα της δουλειάς ή της ευρύτερης κοινότητας. Στα ελληνικά παρότι θα μου άρεσε ο όρος «αναχώρηση» (με την κάπως εκκλησιαστική-μοναστική έννοια του «μακριά από τον κόσμο») πιο πολύ από το «αναδίπλωση» ας πούμε, κατά βάση η λέξη δεν αποδίδεται επαρκώς· ίσως το «αναστοχασμός» που μου είχαν πει πριν από κάποια χρόνια να ταιριάζει κάπως περισσότερο.

Όχι ότι στοχαστήκαμε και τίποτε φοβερό βέβαια, τρεις μέρες μακριά αλλά όχι και τόσο μακριά από το ινστιτούτο, σε αυτό το καλοκαιρινό θέρετρο της Ερισέιρα στην ακτή του Ατλαντικού, λίγο βορειότερα από τη Σίντρα, σαρανταπέντε λεπτά οδήγημα από το κέντρο της Λισσαβώνας. Πιο πολύ ένα τριήμερο επαγγελματικού προσανατολισμού (ή ίσως αναπροσανατολισμού) για postdocs, μια ασαφή αλλά ολοένα διευρυνόμενη κατηγορία ερευνητικού προσωπικού με διδακτορικό αλλά όχι με καρέκλα. Πολλοί μεν οι κλητοί, λίγοι δε οι εκλεκτοί που θα βρουν κάπου να κάτσουν. Και για τα πρώτα χρόνια τουλάχιστον, θα κάθονται στα καρφιά.

Αλλά τούτο το βράδι στην Ερισέιρα καθόμαστε όλοι στις καρεκλίτσες της βεράντας, πάνω από την έρημη πισίνα του ξενοδοχείου και χαζεύουμε τον Ατλαντικό και τα κύματα που έρχονται από τη Δύση και σκάνε στην παραλία, με τα ποτήρια του κρασιού στο χέρι και κουβεντιάζουμε περί ανέμων και υδάτων. Παρατηρώ ότι ο Μεξικάνος συνάδελφος κουβαλάει σε μια θήκη το μικροσκοπικό του γιουκαλίλι, που όταν τον πρωτοείδα να το σέρνει μαζί του νόμισα ότι ήταν παιδικό παιχνίδι, της πεντάχρονης κόρης του ίσως. Μου είχε τότε εξηγήσει σοβαρά-σοβαρά ότι αν και κανονικά παίζει ηλεκτρικό μπάσο, κάποτε κόλλησε με το γιουκαλίλι και έκτοτε το κουβαλάει μαζί του συστηματικά. Προσπαθούσε να ψήσει κι άλλους να μπουν στο τριπάκι, αν και στους περισσότερους φέρνει στο μυαλό κυρίως μια χαβανέζικη διασκευή κάποιων παλιότερων τραγουδιών που είχε γίνει σουξέ πριν χρόνια (και φυσικά μου είχε διαφύγει). Εμένα πάλι μου θύμιζε πρώιμο Σεφέρη, αλλά μάλλον οι συνάδελφοι δεν θα το έχουν ακουστά.

Παίρνω το οργανάκι και προσπαθώ να παίξω κάτι – ανακαλύπτω ότι το κούρδισμα στο συγκεκριμένο όργανο (υπάρχουν κάμποσοι διαφορετικοί τύποι) είναι όπως στις τέσσερις κάτω χορδές της κιθάρας, μόνο που η ρε είναι μια οκτάβα ψηλότερα. Βέβαια αυτό συνεπάγεται ότι τα ακκόρντα είναι τα ίδια, οπότε μετά από λίγο αρχίζει να βγαίνει ένα σχετικό νόημα από τις χορδές, μόνο που δεν ακούγεται σχεδόν καθόλου. Δίνω το όργανο πίσω στο Μεξικάνο ενώ ο ψιλομεθυσμένος Γιαπωνέζος αριστερά ρωτάει αν μπορούμε να παίξουμε κάτι χορευτικό.

Αν και είναι πλέον ή βέβαιον ότι δεν θα χορέψει, η επιμονή του ψήνει και κάνα-δυο Πορτογαλίδες και μια Ισπανίδα από απέναντι που λένε στο Μεξικάνο να παίξει το La Bamba που είναι και της πατρίδας του. Αυτός αντιστέκεται λέγοντας ότι το οργανάκι που παίζουν οι τύποι εκεί δεν είναι γιουκαλίλι, αλλά κάτι άλλο μεξικάνικο και καθώς αυτές επιμένουν βγάζει δεύτερη γραμμή άμυνας ότι το γκρουπ χρειάζεται τον τραγουδιστή του (που είναι ένας ανατολικός Γερμανός που ακόμα μπεκρουλιάζει στην τραπεζαρία) αλλά με συνοπτικές διαδικασίες πάμε και μαζεύουμε το Γερμανό ο οποίος ζητάει να του πούμε στίχους. Εκεί επιστρατεύονται κάτι 3G τηλέφωνα που έχουν πρόσβαση στο διαδίκτυο και βρίσκουμε και τους στίχους, και λίγη ώρα μετά το πηγαδάκι έχει μαζέψει κάμποσους που παλεύουν να ακούσουν τις νότες από το γιουκαλίλι ανάμεσα στις κουβέντες και τον ήχο των κυμάτων.

Πέφτουν διάφορες προτάσεις για αυτό ή εκείνο το τραγούδι, αρκεί βέβαια να το ξέρει ο Μεξικάνος και να μπορούμε να βρούμε τους στίχους για το Γερμανό ή όποιον άλλο ενδιαφέρεται να τραγουδήσει. Είμαι κρυωμένος και δεν ενδιαφέρομαι ιδιαίτερα, αλλά με τη βοήθεια της 3G τεχνολογίας βρίσκουμε ταμπλατούρες για γιουκαλίλι (και όμως...) και στίχους για ένα ευρύτατο μουσικό φάσμα, από ξεχασμένα σουξεδάκια των ‘80ς (οι μεταδιδάκτορες είμαστε και κάποιας ηλικίας) μέχρι ψαγμένα υποτίθεται ακούσματα, κι από διαχρονικούς Μπήτλς (με το αναπόφευκτο Let it be) μέχρι Στιγκ, όπου ο Γερμανός με απαράμιλλο οξφορδιανό αξάν τραγουδάει (αλλά πάντα μέσα από το 3G) το Englishman in New York, εξηγώντας στη συνέχεια ότι χρειάζεται οπωσδήποτε τους στίχους διότι περιέχουν πολλές περίεργες λέξεις. Ας πούμε, modesty, propriety can lead to notoriety. Έτσι δεν είναι, my dear?

Ομολογώ ότι δεν έχω στ’ αλήθεια ποτέ προσέξει τους στίχους επακριβώς, αλλά τώρα που τους βλέπω έχουν κάποιο ενδιαφέρον: It takes a man to suffer ignorance and smile – ομολογουμένως. Takes more than combat gear to make a man, takes more than a license for a gun. Πράγματι. Τώρα πρέπει να το εξηγήσουμε και σε πολλούς βέβαια που νομίζουν το αντίθετο, να τους πούμε ότι ο άντρας ο σωστός δεν είναι υποχρεωτικά αυτός που ζώνεται τα φυσεκλίκια αλλά αυτός που υπομένει την άγνοια (και ενίοτε τη βία) των άλλων, ειδικά σε κάτι δύσκολους καιρούς σαν τους δικούς μας.

Ο Μεξικάνος μου σπρώχνει το γιουκαλίλι στα χέρια αλλά του το δίνω πίσω αβλεπί, επικαλούμενος το κρύωμα και την κούρασή μου. Έχει πάει αργά, οι πιο πολλοί έχουν φύγει για ύπνο, η χαρακτηριστική πορτογαλική υγρασία έχει γεμίσει τον τόπο κι εγώ με τη σειρά μου καληνυχτίζω τους κατά συνθήκη συναδέλφους και βαδίζω αργά προς το δωμάτιο μουρμουρίζοντας κάτι σαν “I’m an alien, I’m a legal alien”.

Που εν προκειμένω alien μπορεί και να σημαίνει εξωγήινος, δεν το αποκλείω και τελείως.



Gentleness, sobriety are rare in this society, at night a candle's brighter than the sun που λέει και το τραγούδι. Για την ιστορία, η «γηραιά κυρία» στο κλιπάκι είναι ο Quentin Crisp, ο αληθινός Englishman in New York. Σοπράνο σαξόφωνο παίζει ο Branford Marsalis.

19/9/12

Αποχρώσεις του πορτοκαλί

Ο τροχός των ανθρωπίνων χρωμάτων, κατά τον Neil Harbisson.

Όταν το άκουσα μου φάνηκε εντελώς άνω ποταμών, αλλά ίσως και να τα βλέπω τα πράγματα πιο άσπρα από όσο είναι στην πραγματικότητα, δεν ξέρω σίγουρα. Το θέμα είναι ότι η Κ. πήγε να νοικιάσει ένα σπίτι μέσω ενός μεσιτικού γραφείου, το είδε, της άρεσε, τα μιλήσανε (τηλεφωνικώς), τα συμφωνήσανε, έδωσε προκαταβολή, πήγε να πάρει τα κλειδιά και ξαφνικά της είπανε ότι δεν της το δίνουνε. Ρώτησε για ποιο λόγο, και η απρόσμενη απάντηση ήταν «η κυρία ιδιοκτήτρια είπε ότι δε νοικιάζει σε νέγρους». Αφού συνήλθε από το αρχικό σοκ, η Κ. ζήτησε από το μεσίτη να της το δώσει και γραπτώς· όλως παραδόξως της το έδωσε ακριβώς με την ίδια διατύπωση. Δε νοικιάζουμε σε νέγρους. Τελεία.

Το ιλαροτραγικό της υπόθεσης είναι ότι η Κ. δεν εμπίπτει με κανέναν τρόπο στον ορισμό (οποιοδήποτε ορισμό) της λέξης· αν και η αλήθεια είναι ότι είναι σχετικά μελαχροινή, ίσως ένα κλικ παραπάνω από το μέσο «λευκό» Πορτογάλο, πιθανώς λόγω μιας απώτερης ινδικής καταγωγής της μητέρας της. Ωστόσο όχι τόσο μελαχροινή που να μην τη θεωρήσει κανείς τυπική Πορτογαλίδα, και μάλιστα ομολογουμένως συμπαθέστατη Πορτογαλίδα, λίγο ψηλότερη όντως από το μέσο όρο, λίγο πιο χαμογελαστή, και λίγο πιο ευχάριστη παρουσία εν γένει για μας τους ξενόφερτους, όχι τόσο για τα λουλουδάτα κοκκαλάκια που χρησιμοποιεί για να δένει τα μαλλιά της (μαύρα μαλλιά, οπωσδήποτε) όσο για την προσήνεια και την απροσποίητη καλωσύνη που δείχνει γύρω της, και για τα πολύ καλά αγγλικά της (επίσης πάνω από το μέσο όρο, ακόμα και για «επιστημονικά» περιβάλλοντα σαν το δικό μας).

Ψιλά γράμματα βέβαια για την κυρία ιδιοκτήτρια, σε βαθμό που η συνήθως μειλίχια Κ. έγινε αρκούντως έξαλλη ώστε να διασπείρει την είδηση παντού και να κάνει επίσημη καταγγελία. Δεν είμαι σίγουρος πού ακριβώς απευθύνθηκε, αλλά μας έλεγε ότι τους παραξένεψε κι αυτούς η ιστορία, καθώς έχουν συνηθίσει να δέχονται αντίστοιχες καταγγελίες από κάποιους όντως μαύρους και μερικούς Βραζιλιάνους, αλλά από ιθαγενή Πορτογάλο και μάλιστα αναλογικά κάτασπρο που να τον αποκαλούν «νέγρο» ήτανε λίγο περίεργο. Μετά από κάποιες μέρες που κάπως ηρέμησε (και αφού είχε πάρει πίσω την προκαταβολή και είχε βρει άλλο σπίτι στο μεταξύ), τη ρώτησα αν της έχει ξανασυμβεί κάτι ανάλογο, στην ίδια ή στη μητέρα της (που εικάζω ότι ίσως είναι και ένα ακόμα κλικ πιο μελαχροινή). Μου είπε ότι η ίδια δεν έχει ξανανιώσει έτσι ποτέ, αλλά αφότου το συζήτησε το θέμα με τη μαμά, της είπε εκείνη ότι της έχει ξανασυμβεί κάτι ανάλογο (όχι και γραπτώς όμως) άλλες δύο φορές. Άλλες δύο από το 1974 που εγκαταστάθηκε οριστικά στη χώρα. Μια χώρα που, να το πούμε απλά, βρίθει αληθινών μαύρων, και είναι εκ του φυσικού αρκούντως πολυφυλετική ώστε να μη μπορεί να πει κανείς ότι οι κάτοικοί της δεν έχουν εκτεθεί σε άλλα ανθρώπινα χρώματα πέρα από την άμωμη, άσπιλη λευκότητα.

Ύστερα θυμήθηκα εκείνη την ιστορία με εκείνον τον περίεργο τύπο που περνιέται για cyborg και είχε δώσει μια διάλεξη σε ένα άλλο ερευνητικό κέντρο της Λισσαβώνας. Ο τυπάκος έχει εκ γενετής ολική αχρωματοψία· κάποια στιγμή στη ζωή του φόρεσε μια συσκευή με μια ενσωματωμένη μικροκάμερα που τρέχει ένα λογισμικό το οποίο μετατρέπει τα χρώματα σε ήχους. Με αυτό τον τρόπο, αν και δεν βλέπει τα χρώματα, μπορεί να τα «ακούει», και αφού έχει πλέον εκπαιδεύσει τον εγκέφαλό του σχετικά, η συσκευή του έχει γίνει απαραίτητη τόσο που την αισθάνεται οργανικά τμήμα του εαυτού του (εξ' ου και "cyborg"). Πέρα από την παραξενιά του όμως, ο τύπος έχει τη δυνατότητα μεταξύ άλλων να «ακούει» και το χρώμα του δέρματος των ανθρώπων, και κάποτε που τον ρώτησαν κάτι για λευκούς και μαύρους, είπε:

- Δεν υπάρχουν λευκά δέρματα και δεν υπάρχουν μαύρα δέρματα. Τα ανθρώπινα δέρματα είναι από διαφορετικές αποχρώσεις του πορτοκαλί.

Κοιτάζω την Κ., με μια τεράστια μαργαρίτα στα μαλλιά, τη λεπτή της σιλουέτα να περιφέρεται ανάμεσα στους εργαστηριακούς πάγκους. Σκέφτομαι ότι στην πραγματικότητα η κυρία ιδιοκτήτρια πρέπει να είναι απείρως χαζή (αλλά πόσο πρέπει να αφήνουμε τη βλακεία και την άγνοια να πολλαπλασιάζονται και να προκαλούν κακό στον κόσμο;). Έπειτα κοιτάζω με ανανεωμένο ενδιαφέρον την πολυφυλετική επιστημονική κοινότητά μας, αυτόχθονες και μέτοικοι από τον πλανήτη όλο, χωρίς να παραλείψω και τις αφρικανικής καταγωγής καθαρίστριες και τις σερβιτόρες του κυλικείου.

Δεν ξέρω πώς ακριβώς «ακούγεται» ο καθένας ή η καθεμιά τους, αλλά για κάποιο περίεργο λόγο όλοι τους κάπως μου πορτοκαλοφέρνουν. Κι εγώ, εδώ που τα λέμε, κάπως πορτοκαλής αισθάνομαι τελευταία.

3/8/12

Σα σχοινοτενές ανέκδοτο

Άγγλοι, Γάλλοι, Πορτογάλοι, Γερμανοί και τόσοι άλλοι, για μια μπυρίτσα στο αίθριο.

Καθόμαστε να πιούμε μια μπύρα στο αίθριο λίγο πριν κλείσει το κυλικείο. Δυο Ισπανίδες, ένας Γιαπωνέζος, ο Έλλην μπλόγκερ, μια Πορτογαλίδα. Κάπως έρχεται η κουβέντα στις τοπικές ταυτότητες, το από πού είναι ο καθένας μας τοπικά. Γρανάδα, Μάλαγα, περίχωρα Μαδρίτης, Τόκιο, Ικαρία. Η Πορτογαλίδα το μπερδεύει λίγο το πράγμα: οικογένεια Πορτογάλων από τη Μοζαμβίκη, με καταγωγή από την (ινδική πλέον) Γκόα. Το δέρμα της είναι ένα-δυο τόνους πιο σκούρο από το συνηθισμένο, αλλά τόσο καιρό δεν είχε πάει το μυαλό μου στη Γκόα, σκεφτόμουν ότι θα κρατάει από τους Moriscos, τους Άραβες ή Βέρβερους που έχασαν τους θρησκευτικούς πολέμους πριν καμμιά χιλιετία και ξέμειναν μετά στη χερσόνησο. Υπάρχουν αρκετοί «ψιλοσκούροι» στον πληθυσμό. Και μερικοί κατάμαυροι, όλοι εξίσου Πορτογάλοι πολιτισμικά, πολλούς αιώνες τώρα. Χωρίς να μετρήσουμε αποικίες και σκλαβοπάζαρα.

Τις προάλλες έγραφα χάριν παιδιάς στα social media ότι η έκθεση στο αλλότριο, στο διαφορετικό, βοηθάει στο να αποκτήσει κανείς ανοσία στο ρατσισμό και την ξενοφοβία. Το «χάριν παιδιάς» κολλάει στο ότι έδινα συμβουλές σε φίλους Κρητικούς να αυξήσουν την έκθεσή τους στους ξένους: οι Λασιθιώτες στους Ανωγειανούς (και τανάπαλιν), οι Χανιώτες στους Ηρακλειώτες κλπ. Κάποιοι φίλοι σκωπτικά σχολίασαν (επίσης χάριν παιδιάς) ότι στο τέλος θα ζητάω να έρχονται Αγιώτες (Σ.Σ. κάτοικοι του Αγίου Κηρύκου Ικαρίας) στον Εύδηλο (Ικαρίας επίσης, 40 χιλιόμετρα πιο δω). Ομολογώ ότι παλιότερα θα ήμουν κάπως καχύποπτος στην ιδέα («Τι θέλουν αυτοί εδώ; Να μας φάνε τις γκόμενες;») αλλά τώρα που έχω υποστεί λόγω ikariamag μια ορισμένη έκθεση στους εξωτικούς κατοίκους του Παπιστάν (προσοχή, με «πι» γράφεται), αισθάνομαι έτοιμος να δεχτώ στον άμεσο περίγυρο όχι μόνο Ραχιωτίνες και Μαγγανιωτίνες αλλά και Αγιώτες και ενδεχομένως (θου, κύριε...) μέχρι και Σαμιώτες, που λέει ο λόγος.

Βέβαια παίζοντας με τη διττή σημασία της λέξης «ξένος» στα καριώτικα (που δηλώνει κατά βάσιν τον οποιοδήποτε δεν κατάγεται από το νησί) μπορεί κανείς να σκαρώνει διάφορα λογοπαίγνια κατά βούληση, τι γίνεται όμως με τους «ξένους-ξένους»; Αρχίζω και μετράω νοερά τους «ξένους» συναδέλφους που συνάντησα και συναναστράφηκα τα τελευταία χρόνια. Χρονολογικά. Ντιόγκο, Λουκ, Σύλβια, Σοφία, Ανίσσα, Ντανιέλ, Τόμας, Σουζάνα, Ροδίκα, Ρίτα, Εντνίλντο. Από την Αθήνα στην Κρήτη. Τζων, Κριστίνα, Πάβελ, Ντη. Μεριέμ, Άντριου, Κλαούντια, Αντρές, Γιοχάνες. Ξεχνάω κανέναν; Α, ναι, Μάουρα. Και μετά έξω. Χωρίς να μετράω τους Ολλανδούς που γνώρισα στην Ολλανδία. Έχουμε και λέμε, Πατρίτσια, Πωλ, Ρίτα, Άνα, Αντρέ, Σιουξάνα, Όσκαρ, Ανιέσκα, Αντρέας, Τζοάνα. Εδώ στη Λισσαβώνα, των αυτοχθόνων εξαιρουμένων και πάλι. Ρομπέρτο, Ελβίρα, Λέιλα, Μανουέλ. Κοτάρο, Μπάρμπαρα. Κρίστεν, Σάρα, Τακάσι, Μάρτα. Τελειώσαμε; Κάνας άλλος;

Φτιάχνω μια λίστα με τις εθνότητες, αναδρομικά μιας δεκαετίας. Πορτογάλοι οκτώ (ταξιδιάρικος λαός, ομολογουμένως). Ιταλίδες δύο. Ισπανοί τρεις (ένας Καταλανός, δυο Καστιλλιάνες – αυτές που έχω απέναντί μου). Ιρλανδός ένας. Γερμανοί τέσσερις, η μία εκ των οποίων κατά το ήμισι Κορεάτισσα. Βέλγοι δύο (φλαμανδικής καταγωγής). Ήταν και μια γαλλόφωνη Βελγίδα στο Λέιντεν, αλλά ίσα που την πρόλαβα, δε μετράει. Δυο Γαλλίδες, εκ των οποίων η μία κατά το ήμισι Μαροκινή, η άλλη κατά το ήμισι Αλγερινή. Μια Λιβανέζα, μάλλον παλαιστινιακής καταγωγής. Μια Ρουμάνα. Βραζιλιάνοι δύο, εκ των οποίων η μία ιαπωνικής προέλευσης. Ιάπωνες καθαροί, δύο. Άγγλοι τρεις, η μία εκ των οποίων ινδικής καταγωγής. Δύο Πολωνοί, εκ των οποίων η μία «ολλανδοποιημένη». Μια Ρωσίδα. Ένας Χιλιανός. Μια Καναδέζα. Ένας Σουηδός με αφρικανικές ανησυχίες. Μια Αμερικανίδα. Ένας Μεξικάνος, απώτερης ελβετικής καταγωγής. Μια ξενιτεμένη Ολλανδέζα. Ένας απ’ τη Βενεζουέλα. Μοιάζει λίγο σα σχοινοτενές ανέκδοτο.

Μία από τις Ισπανίδες διηγείται μια ιστορία με έναν τρελαμένο πελαργό στο χωριό της που έφτιαχνε τεράστιες φωλιές κλέβοντας ρούχα από τις απλώστρες και άλλα πράγματα του χωριού. Κάθε 2-3 χρόνια οι χωριανοί ανέβαιναν στο καμπαναριό (με γερανό) και αποκαθήλωναν τη φωλιά η οποία είχε γίνει τόσο μεγάλη και βαριά που κινδύνευε η στατικότητα του κτιρίου. Μετά ο καθένας έπαιρνε πίσω ό,τι του είχε κλέψει ο πελαργός (άλλο σε τι κατάσταση το έβρισκε, βέβαια), ο οποίος με ζήλο ξανάρχιζε να φτιάχνει μια καινούργια φωλιά εξίσου τεράστια. Η ιστορία μου θυμίζει απέξω απέξω μια άλλη ημιτελή ιστορία με ένα σταχτοτσικνιά και ένα δρυοκολάπτη που πάσχιζα κάποτε να συνθέσω με αφορμή τις αφηγήσεις μιας Ρουμάνας πρώην συναδέλφου στην Αθήνα (τώρα έχει γυρίσει στην πατρίδα της). Σκέφτομαι ότι θα της άρεσε η εκδοχή της Ισπανίδας, αλλά προφανώς οι δύο κοπέλες δεν έχουν συναντηθεί ποτέ και πουθενά και πιθανότατα δεν πρόκειται να συναντηθούν έξω από αυτή την ανάρτηση.

Ξανασκέφτομαι τους ξένους που γνώρισα στη δουλειά (ξέχωρα από άλλους πολλούς εκτός ακαδημαϊκού κυκλώματος), τις διαδρομές τους πάνω στο χάρτη και μέσα στο χρόνο. Με άλλους συμπαθηθήκαμε και ταιριάξαμε και είμαστε σχεδόν φίλοι, με άλλους πάλι όχι και τόσο. Τι κοινό έχουν αυτοί οι άνθρωποι μεταξύ τους; Τη βάσκανο μοίρα του περιπλανώμενου επιστήμονα (ή μάλλον του περιπλανώμενου γενικά, αν και είναι αλήθεια ότι η επαγγελματική «φυλή» μας δυσκολεύεται να ριζώσει λιγάκι περισσότερο από όσο ο γενικός πληθυσμός). Και όλοι τους, μα όλοι, έχουν τουλάχιστον έναν κοινό γνωστό – εμένα. Μπορεί κάποτε να διηγούνται μια ιστορία σαν αυτή και να λένε «ήταν ένας Έλληνας που...».

Και θα 'μαι για όλους τους ένας «ξένος» – ένας από αυτούς που συνάντησαν κάποτε καθ’ οδόν.


Υ.Γ. Και γιατί δε μας το λες κι όλο κάθεσαι και κλαις;


Ξένος ήμουνα αλλά εσύ είσαι ο ξένος πια, και δίπλα μου όπως ζεις τη μέρα μου ενοχλείς, που λέει και ο στιχουργός (με ρεφραίν το ντεμέκ Ικαριώτικο του Κονιτόπουλου... Ας είναι...)

17/7/12

Παναμαδάκι

Προς τη μελέτη του Αγνώστου με τον κατάλληλο εξοπλισμό (που παρά τα φαινόμενα είναι προελεύσεως Ισημερινού. Η φωτό από εδώ.

Όταν ήρθε να καθήσει μαζί μας στο τραπέζι είχε εμφανώς ολοκληρώσει το γεύμα του· ο δίσκος του ήταν άδειος. Εμείς είχαμε μόλις ξεκινήσει το φαγητό· η Μάρτα τον σύστησε στους υπόλοιπους (δεν πρόλαβα να ακούσω το όνομά του) κι εκείνος άρχισε να μιλάει πορτογαλικά μ' εκείνη την ιδιαίτερη προφορά των Bραζιλιάνων. Η Μάρτα διευκρίνισε αγγλιστί ότι εις εκ των παρακαθημένων είναι Έλληνας και δεν τη μιλάει τη γλώσσα και ο άνθρωπος ζήτησε συγγνώμη, εξηγώντας ότι λόγω φυσιογνωμίας («φαινοτύπου», συμπλήρωσε η Μάρτα) με πέρασε για αυτόχθονα. Εξήγησα για πολλοστή φορά (μια και μου έχει ξανασυμβεί) ότι ουδείς λόγος ανησυχίας υπάρχει: άπαντες με περνάνε για Πορτογάλο, ορισμένοι μάλιστα και για οπαδό της Μπενφίκα ολωσδιόλου.

Οι κοπέλες των ρώτησαν πώς πάνε τα πράγματα· τους απάντησε (με εξαιρετικά αγγλικά για ξένο) ότι έχει μπλέξει μεταξύ μαθημάτων και εξετάσεων. Από τα συμφραζόμενα κατάλαβα ότι ετοιμάζεται να ξεκινήσει μια διατριβή στο (κάπως ανταγωνιστικό με εμάς...) ερευνητικό κέντρο που το επιβλητικό, μοντέρνο κτίριό του βρίσκεται κοντά στο σιδηροδρομικό σταθμό της Αλζές. Ο πιασάρικος τίτλος του ιδρύματος είναι «Κέντρο Champalimaud για το Άγνωστο». Το εν λόγω Άγνωστο αφορά κυρίως τις νευροεπιστήμες, έναν κλάδο που όντως υπάρχουν πολύ περισσότερα άγνωστα από ό,τι γνωστά. Ο συνομιλητής μας περιγράφει κάπως χιουμοριστικά τις διαδικασίες της εκπαίδευσής του, σαρκάζοντας ελαφρώς το hype που συνοδεύει τους μελετητές του Αγνώστου και τις κάπως προσκοπικού τύπου διαδικασίες εμφύσησης πνεύματος συλλογικότητας (αυτό που λέμε team spirit) στις οποίες δίνει ιδιαίτερη σημασία η εκπαίδευση που παρέχεται στους υποψήφιους διδάκτορες.

Κάποιοι από την ομήγυρη ρωτάνε λεπτομέρειες· γνωρίζοντας ότι μιλάω με Βραζιλιάνο δράττομαι κι εγώ της ευκαιρίας να τον πειράξω λίγο, προτείνοντας εναλλακτικά την ανάπτυξη team spirit μέσω αγώνων ποδοσφαίρου. Δεν το βρίσκει κακή ιδέα, επισημαίνει όμως κυρίως την υποχρεωτικότητα των διαδικασιών: σα να τους λένε «εντέλλεσαι να περάσεις καλά με τους άλλους», ωστόσο θα προτιμούσε να περνάει καλά χωρίς να χρειάζεται να του κουνάνε το δάχτυλο προς αυτή την κατέυθυνση. Μιλάει για τις δυσκολίες που παρουσιάζει η συμβίωση με πλήθη βιολόγων· αντιλαμβάνομαι ότι το υπόβαθρό του είναι στα μαθηματικά, και θα κάνει μια διατριβή υπολογιστική μάλλον παρά βιολογική. Στη συνέχεια η κουβέντα ξεστρατίζει κάπως, στο τραπέζι λένε για τις συναυλίες των Cure και των Radiohead και κάτι άλλων που έγιναν το Σαββατοκύριακο δίπλα στο κέντρο μελέτης του Αγνώστου, αλλά καθώς ο άνθρωπος κάθεται ακριβώς απέναντί μου πιάνουμε μια παράπλευρη συζήτηση για ελληνοβραζιλιάνικες πολιτισμικές ανταλλαγές.

Πάνω στη σύγχιση του πετάω κάτι για βραζιλιάνικες σαπουνόπερες· μου λέει κάπως αμήχανα πως είναι κρίμα η Βραζιλία να εξάγει τέτοια κυρίως προϊόντα. Του λέω ως φιλοφρόνηση ότι εξάγει και νέους επιστήμονες (η αλήθεια είναι ότι τους επανεισάγει αργότερα πιο καταρτισμένους), ενώ η Ελλάδα εξάγει ίσως τους καλύτερους άπαξ και δια παντός μάλλον, και όχι μόνο επιστήμονες αλλά όλες τις ειδικότητες: όπου φύγει-φύγει. Κι από σαπουνόπερες άστα να πάνε. Με ρωτάει πώς είναι τα πράγματα στη χώρα μου, και αποδεικνύεται ιδιαίτερα ενημερωμένος για προερχόμενος εκ του Νοτίου Ημισφαιρίου.

Λέει μερικά πράγματα για την Ευρώπη που με ξαφνιάζουν λιγάκι, καθώς υπερασπίζεται μια κάπως ομοσπονδιακή ευρωπαϊκή ιδέα που δεν είναι καθόλου δημοφιλής αυτή την εποχή ούτε στο Βορρά ούτε στο Νότο της ηπείρου μας (για διαφορετικούς λόγους πάντως). Συμφωνούμε ότι τα προβλήματα είναι δομικού χαρακτήρα και απαιτείται κάποιου είδους περισσότερη ενσωμάτωση (αν μεταφράζεται έτσι η λέξη integration), και μάλλον απορεί για τις επιφυλάξεις που εκφράζω εν ονόματι της διατήρησης των εθνικών κυριαρχιών. Παρατηρώ ότι οι εθνικές διαφορές δε λένε πολλά πράγματα για τους κατοίκους του Νέου Κόσμου, έθνη απογόνων μεταναστών ως επί το πλείστον, η αυτοσυνειδησία των οποίων εγκαθιδρύθηκε (αν συνέβη ποτέ αυτό) μόλις πριν λίγες δεκαετίες. Συμφωνούμε πάντως ότι απαιτείται και περισσότερη δημοκρατία, βαθύτερη και ουσιαστικότερη από την υπάρχουσα. Αλλά πού να βρεθεί;

Το υπόλοιπο τραπέζι ξαναφέρνει την κουβέντα στη μελέτη του Αγνώστου και ο συνομιλητής μας δίνει μια μικρή χιουμοριστική διάλεξη με τα άψογα αγγλικά του για τις συνήθειες των νευροεπιστημόνων και την καθημερινότητά τους. Τον παρατηρώ με προσοχή· βγάζει ένα πηγαίο, εξαιρετικής ποιότητας χιούμορ, και λέει τις καλύτερες ατάκες χωρίς να κάνει την παραμικρή γκριμάτσα ή έστω σύσπαση πλην των απαραιτήτων. Αν μας έβλεπε κανείς από μια απόσταση χωρίς να ακούει, θα νόμιζε ότι ο άνθρωπος δίνει διάλεξη για κάποιο επιστημονικό ζήτημα (αν και το σκασμένο στα γέλια ακροατήριο μπορεί να μπέρδευε κάπως τα πράγματα). Εγώ πάντως βλέπω μπροστά μου έναν ευφυέστατο άνθρωπο, που εκφράζει το παράπονό του (περί αυτού πρόκειται, κατά βάσιν γκρινιάζει) αλλά το κάνει με έναν υπέροχα δομημένο λόγο που ακόμα και ο πιο αδαής εκ των ακροατών ακούει με ευχαρίστηση.

Κάποια στιγμή τελειώνουμε το γεύμα μας και σηκωνόμαστε. Σηκώνεται κι αυτός με τον άδειο δίσκο του και βλέπω ότι κάτω από το κλασικό γαλάζιο πουκαμισάκι φοράει τζην βερμούδα και αθλητικά παπούτσια. Από την τσαντούλα με το λαπτοπ βγάζει και ξεδιπλώνει ένα καπελάκι ψάθινο, από αυτά που λένε παναμάδες. Το φοράει και βγαίνει με τη Μάρτα στην αυλή - η μέρα είναι ζεστή και ο ήλιος καίει στ' αλήθεια για πρώτη φορά αυτό το καλοκαίρι. Τους χαζεύω λίγο καθώς απομακρύνονται, ειδικά την ελαφρά παράξενη φιγούρα με τη βερμούδα, τα αθλητικά, το πουκάμισο και το παναμαδάκι. Σκέφτομαι να τον ονομάσω Τιάγκο (οι Πορτογάλοι κοροϊδεύουν τους Βραζιλιάνους ότι όλοι λέγονται Τιάγκο) αλλά πάνω στην ώρα κάποιος τον φωνάζει με το όνομα Αντρέ.

Δεν ξέρω αν θα κάνει καριέρα στις νευροεπιστήμες, αλλά του το εύχομαι ολόψυχα· εικάζω ότι θα είναι εξαιρετικός στο ρόλο.

Με το κατάλληλο καπελάκι, εννοείται.