ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο - Γιάννενα


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δωρα μεταξυ φιλων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δωρα μεταξυ φιλων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

31/12/17

Απολογισμός 2017

Ψήσιμο φοινικιών: επί το έργον. Δεύτερη δόση, ενόψει Πρωτοχρονιάς.

Από ορισμένες απόψεις, η χρονιά που πέρασε δεν ήταν «καλή». Μας πήρε τον ένα γονιό στην αρχή, μετά από λίγους μήνες και τον άλλο. Αν μου έλεγαν άλλοτε ότι θα είχα την ευκαιρία να κάνω δυο πολυήμερα ταξίδια στην Ικαρία, Μάρτιο και Νοέμβριο, θα πέταγα τη σκούφια μου. Όχι όμως απαραίτητα αυτά τα συγκεκριμένα ταξίδια, με προορισμό την εκκλησία της Παναγίας στην πατρογονική Ακαμάτρα και το νεκροταφείο της Υπαπαντής. Δεν ήταν οι μόνοι θάνατοι που πόνεσαν· στο κάτω κάτω οι γονείς μου έφυγαν μετά από γεμάτες ζωές, πλήρεις ημερών που λένε. Άλλοι έφυγαν άκαιρα, άξαφνα, χωρίς προειδοποίηση. Κι όχι μόνο οι άνθρωποι.

Ο χρόνος που πέρασε δεν χαρίστηκε ούτε στις προσδοκίες μας· ματαίωσε – οριστικά μάλλον – φιλοδοξίες κάμποσων χρόνων, διέψευσε ελπίδες και ενταφίασε σχέδια καταστρωμένα με πολύ κόπο, ακύρωσε πολυαναμενόμενες επιστροφές (η ιστορία τη δεύτερη φορά επαναλαμβάνεται σαν φάρσα, όπως δεν είπε ακριβώς ο Μαρξ στη 18η Μπρυμαίρ, αλλά περίπου έχει καθιερωθεί να λέγεται). Ο χρόνος κύλησε με τη συνήθη απάθεια με την οποία διαστέλλεται το σύμπαν, με την αδιαφορία με την οποία περιστρέφονται οι πλανήτες αγνοώντας ολοσχερώς μάλλον τις υπάρξεις των όντων που κουβαλάνε.

Καθώς μπαίνουμε στην τελευταία μέρα του, αυτή την ώρα του απολογισμού, ξαναφέρνω στο μυαλό μου τις όχι ευκαταφρόνητες απώλειες (όχι μόνο των ανθρώπων, είπαμε) και τις ζυγίζω δίπλα στα λιγοστά αποκτήματα της χρονιάς: μια δυο καλούτσικες ιστορίες, μισογραμμένες και μισοπαρατημένες βέβαια όπως πάντα, η εμπειρία της διδασκαλίας στο αμφιθέατρο, η εφήμερη ικανοποίηση της αποδοχής (με minor revisions) που θέλουν οι επιστήμονες για τις δημοσιεύσεις τους και οι άνθρωποι για τα πεπραγμένα τους, κι ας μην το ονομάζουν πάντα έτσι. Κι ακόμα, στιγμές: όμορφες μουσικές αργά το βράδυ, ένα αναπάντεχο τηλεφώνημα, ο ήλιος να πέφτει το απόγευμα στο Φλες, το παιδί των φίλων που έκλεισε τα δύο και σου κάνει «ματάκια» και σου χαμογελάει, η ερώτηση που βρήκε το στόχο, η σιωπή που απέφυγε να τα κάνει όλα θρύψαλα.

Και για κάποιο λόγο παράξενο, η ζυγαριά δεν γέρνει προς τη μεριά της απώλειας (της κάθε τύπου απώλειας). Η ζυγαριά ισορροπεί στο κέντρο, σαν το χαμόγελο ενός (ξένου) παιδιού να μπορεί με κάποιο τρόπο να αντισταθμίσει τους θανάτους· όχι τους φυσικούς θανάτους (που κάποτε, με κάποιο τρόπο θα συνέβαιναν, κι είναι καλύτερο μάλλον που συνέβησαν έτσι και όχι αλλιώς), αλλά τους άλλους θανάτους, των ονείρων και των ελπίδων και των επιστροφών και των φιλοδοξιών, κι όλων εκείνων των παράλογων και μάταιων πραγμάτων που από τη μια μας δεσμεύουν και κατευθύνουν τις επιλογές μας κι από την άλλη κάνουν τη ζωή μας ένα πράγμα λιγότερο άχαρο και αβίωτο, ώρες ώρες σχεδόν όμορφο και άξιο να βιωθεί μέχρι την τελευταία σταγόνα.

Και για κάποιο λόγο παράξενο, έχω την αίσθηση ότι ακόμα και η απώλεια των γονιών δεν μας έχει αφήσει στ’ αλήθεια ορφανούς· ίσως γιατί οι συγκεκριμένοι άνθρωποι κατέλιπαν ικανή περιουσία - και δε μιλάω βέβαια ούτε για τα λίγα τους χρήματα που εξαερώθηκαν στα νοσοκομεία και στις κυρίες που τους φρόντιζαν στο τέλος, ούτε για τα σπίτια τα παραδομένα στη φθορά και τις πεντέξι ελιές που φύτεψαν κάποτε και που κάπου στην άγνωστη μικρογεωγραφία της Ικαρίας θα βρίσκονται ίσως ακόμα. Μιλάω για τον πλούτο που αποθησαυρίσαμε ως δέκτες της αγάπης και της φροντίδας τους όλα αυτά τα χρόνια, για τις ιστορίες που ειπώθηκαν και ξαναειπώθηκαν γύρω από το κυριακάτικο τραπέζι, για την ιεράρχηση του τι είναι σημαντικό και τι όχι, τι μένει στον αιώνα και τι εκπίπτει, τι είναι απαραίτητο και τι περιττό.

Ζυγίζω τις στιγμές της χρονιάς που πέρασε κι αναρωτιέμαι αν έγιναν όλα όπως έπρεπε κι αν κάτι άλλο μπορούσε να είχε γίνει (πολλά βέβαια, η αβελτηρία πάντα ήταν πιστή σύντροφος, αλλά και πάλι αυτά που έγιναν δεν ήταν και για πέταμα). Σκέφτομαι τη χρονιά που έρχεται, σε ό,τι με αφορά τη σημαδιακή χρονιά του μισού αιώνα. Σκέφτομαι πως εδώ και καιρό ξέρω πως είναι καλύτερα να ταξιδεύεις ελαφρύς· χωρίς το φόρτο των αδικαίωτων επιδιώξεων που γίνονται αργότερα ασήκωτα απωθημένα. Σκέφτομαι πως έλεγα πάντοτε πως στον άλλο μισό αιώνα θα μπορέσω κάπως να αράξω: θα κόψω συμβολικά τα παρωχημένα μαλλιά μου πριν γίνω εντελώς αστείος καραφλογιεγιές και θα περνάω ήσυχα τις μέρες μου κοντά στη θάλασσα παρατηρώντας τα παιδιά μου να μεγαλώνουν (πώς το έλεγε ο Αναγνωστάκης στο Υ.Γ.; «Το ιδανικό κάθε επανάστασης: το μέτριο, ήσυχο, ειρηνικό παρόν, το ανέφελο μέλλον.»).

Όμως φαίνεται πως δεν είναι η ώρα ακόμα· τώρα η ζυγαριά ισορροπεί στο κέντρο και το ταξίδι συνεχίζεται. Καθώς ετοιμάζομαι να ψήσω τα φοινίκια που επιτακτικά μου ζητάνε οι φίλοι μου (τη συνταγή για τα οποία η μάνα μου δεν κατέγραψε ποτέ και χρειάστηκε να την επανεφεύρω κάποια στιγμή όπως πολλά άλλα πράγματα), σκέφτομαι τις αποσκευές μου γι’ αυτό το ταξίδι. Σκέφτομαι ότι θα αφήσω πίσω όσα η χρονιά κατέστρεψε (Χοῦς εἶ καί εἰς χοῦν ἀπελεύσει) και θα κρατήσω την αόρατη αλλά ανεκτίμητη κληρονομιά που μου έλαχε, καθώς και τα λίγα πράγματα αξίας που κατάφερα να μαζέψω αυτά τα πενήντα χρόνια.

Τη συνταγή για τα φοινίκια ας πούμε. Τις μισοτελειωμένες ιστορίες.

Και τους φίλους, κι αυτούς θα τους πάρω μαζί.

Ευτυχές και στο χέρι μας το νέο έτος, παιδιά.


20/10/17

Λέξεις της Νικαριάς (στο ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου)

Το κείμενο αυτό το έγραψα για το γλωσσολογικό κατά βάση ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, που δεν τον γνωρίζω προσωπικά ούτε συμφωνούμε σε όλα, αλλά εκτιμώ την (ιστολογική) δουλειά του, ειδικά τη συμβολή του στην αντιμετώπιση γλωσσικών μύθων. Τον τελευταίο καιρό στο ιστολόγιό του φιλοξενούνται και κείμενα άλλων που αφορούν λέξεις από διάφορες ντοπιολαλιές. Του πρότεινα μεταξύ αστείου και σοβαρού να γράψω για κάποιες χαρακτηριστικές λέξεις της Ικαρίας και δέχτηκε με χαρά. Το κείμενο δημοσιεύτηκε στις 18/10/2017, με κάποια σχόλια του «Νικοκύρη» όπως τον λέμε, που εδώ παρουσιάζω με κόκκινο χρώμα. Προσθέτω μερικές επιπλέον πληροφορίες που προέρχονται κατά κανόνα από τα σχόλια διαφόρων σχολιαστών κάτω από την αρχική δημοσίευση, με μπλε.

Νικαριά είναι βεβαίως η Ικαρία. Στη λαϊκή γλώσσα, που μιλιέται και ακούγεται αντί να γράφεται και να διαβάζεται, οι χασμωδίες ενοχλούν κι έτσι η Ικαρία γίνεται Νικαριά (την Ικαρία – τη Νικαρία) αλλά και οι Ικαριώτες γίνονται και Καριώτες.

Ωστόσο, δεν είναι αυτό το θέμα του άρθρου, που άλλωστε δεν το γράφω εγώ. Σήμερα συνεχίζουμε τις δημοσιεύσεις άρθρων με διαλεκτικό λεξιλογικό υλικό από περιοχές της Ελλάδας, που έχουν πυκνώσει τώρα τελευταία ακριβώς επειδή κι άλλοι φίλοι παρακινούνται να γράψουν άρθρα για την ιδιαίτερη πατρίδα τους ή κάποια περιοχή που τη γνωρίζουν καλά. Θυμίζω πως το προηγούμενο ανάλογο άρθρο ήταν τα Πλωμαρίτικα, του Γιάννη Μαλλιαρού (στο άρθρο υπάρχουν σύνδεσμοι προς τα παλιότερα σχετικά άρθρα). Ανανεώνω την πρόσκληση σε όποιον φίλο ενδιαφέρεται να γράψει παρόμοιο άρθρο για το λεξιλόγιο της ιδιαίτερης πατρίδας του.

Το άρθρο είναι συνεργασία του φίλου που έχει το ιστολόγιο Ροβυθέ (ροβυθέ είναι η ρεβυθιά). Του δίνω αμέσως τον λόγο. Σχολιάζω με πλάγια και μέσα σε αγκύλες.




Λέξεις της Νικαριάς

Ειδικός στα γλωσσολογικά δεν είμαι, ωστόσο είμαι καριώτης και από τους δύο γονείς και άκουγα από παιδί τη ντοπιολαλιά. Παρά το ότι μεγάλωσα στην Αθήνα και μιλάω τα ελληνικά του σχολείου (και της τηλεόρασης…) χωρίς καθόλου την προφορά του νησιού, όποτε βρίσκομαι σε καριώτικη παρέα (δηλαδή αρκετά συχνά) κάπως μου βγαίνουν αδιόρατα και κάποια στοιχεία της προφοράς και κάμποσες ιδιωματικές λέξεις, που βέβαια άργησα αρκετά να καταλάβω ότι δεν είναι πανελλήνιες. Για την καριώτικη προφορά, όσοι δεν την έχετε ακούσει, μπορείτε να διαβάσετε δυο λόγια από τον παλιό ιστότοπο του Νικοκύρη, στην παρουσίαση ενός βιβλίου με ποιήματα της συμπατριώτισσας Χρύσας Καζάλα.

Να πω ότι για την επιλογή των λέξεων συμβουλεύτηκα επιπλέον μερικούς φίλους που έχουν μεγαλώσει στη Νικαριά, καθώς και δύο βιβλία, το «Λαογραφικά Ικαρίας» του Αλέξη Πουλιανού (τρίτομη αυτοέκδοση από τα μέσα της δεκαετίας του ’70) και το «Λεξικό Ικαριακής Ντοπιολαλιάς» του Δημήτρη Λεσσέ (2η έκδοση, Εύδηλος, 2013). Προσπάθησα με τη βοήθεια και του διαδικτύου να επιλέξω λέξεις χαρακτηριστικά (και κατά προτίμηση αποκλειστικά) καριώτικες, πράγμα αρκετά δύσκολο βέβαια γιατί ανακάλυψα, συχνά με έκπληξη, ότι υπάρχουν (ή τέλος πάντων υπήρχαν) και αλλού οι ίδιες ή παρόμοιες λέξεις, ιδίως στα Δωδεκάνησα και στην Κρήτη, οπότε χάσαμε ας πούμε τη σκλούπα (κουκουβάγια) ή το φαούδι (μτφ. το γκρινιάρικο παιδί). Επέλεξα ακόμα λέξεις που τις έχω συναντήσει (έστω και κάπως σπάνια) στην καθημερινή ομιλία και όχι μόνο στα βιβλία, πράγμα που μας στέρησε ατυχώς την ωραιότατη λέξη Κυρασολένη (ουράνιο τόξο), που έδωσε τον τίτλο σε ένα πρόσφατο βιβλίο με ικαριακά παραμύθια, και το χαριτωμένο ρήμα σπαρουγγώνω (μαζεύομαι, ζαρώνω και μτφ. φοβάμαι). Κράτησα ωστόσο ορισμένες λέξεις που υπάρχουν και σε άλλα μέρη αλλά κατά κανόνα με διαφορετική σημασία. Φυσικά η συλλογική σοφία του σαραντάκειου ιστολογίου μπορεί να κάνει διορθώσεις ή προσθήκες.

(Προσθήκες: στη Λέσβο το ουράνιο τόξο «Κερατζού«, στη Σίφνο «Αγιαλένη»).

ανάγκασμα: η αιφνίδια (μέχρι σκασμού) ανάγκη για αφόδευση. Αν και η λέξη είναι ενδεχομένως πανελλήνια, είναι συστατικό της πιο χαρακτηριστικής καιριώτικης κατάρας: «π’ ανάγκασμά σε» που θα πει «που να σε πιάσει ανάγκασμα». Αντίστοιχα χαρακτηριστική είναι η έκφραση «άμε θαλάσσωσε» που σημαίνει «φύγε από μπροστά μου, εξαφανίσου» και προέρχεται κατά μία εκδοχή από την καταδίκη σε «θαλάσσωμα» δηλαδή εξορία χωρίς δικαίωμα επιστροφής που υποτίθεται ότι επιβαλλόταν ως εσχάτη των ποινών σε όσους πρόδιδαν στους πειρατές την παρουσία κατοίκων στο νησί τον καιρό της αφάνειας (16ος αιώνας, μετά την αναχώρηση των Γενοβέζων και πριν την άφιξη των Τούρκων, όπου υποτίθεται ότι οι Καριώτες είχαν υιοθετήσει μια στρατηγική επιβίωσης που στηριζόταν στην αυτάρκεια και την απόκρυψη).

(Το «ανάγκασμά σε» χρησιμοποιείται και στα Μαστιχοχώρια της Χίου).

μπουγκέφαλα: μπρούμυτα. Κάποιος που πέφτει κωλοτουμπηδόν πάει «ανάσκελα-μπουγκέφαλα». Το ρήμα «μπουγκεφαλίζω» μπορεί να σημαίνει π.χ. αναποδογυρίζω, αδειάζω το περιεχόμενο μιας τσάντας.

παραματσιράω: καθυστερώ, κωλυσιεργώ ασχολούμενος με ένα σωρό άλλα πράγματα εκτός από το επείγον (αντίστοιχο του αγγλικού procrastinate). Δεν ξέρω αν τυχόν σχετίζεται με το μάτσι, ένα χειροποίητο ζυμαρικό κάπως σα λαζάνια που το ψιλοκόβουν, πάντως από τούτο βγαίνει η ματσόβεργα, δηλαδή ο πλάστης της κουζίνας.

(Μάτσι υπήρχε στην Κύθνο, μάτσι και ματσόβεργες υπάρχουν στη Χίο, το παραματσιράω μάλλον είναι εντελώς δικό μας).

ζάλλω: περιφέρομαι, κινούμαι (λογικά πρέπει να σχετίζεται με το «ζαλεύγω» δηλ. σαλεύω).

(Προτάθηκε κάποια σχέση με το κρητικό ζάλο (=βήμα), το οποίο ετυμολογικά φαίνεται να προέρχεται από το αρχαίο σάλος. Δεν το αποκλείω, αλλά ούτε στα κρητικά υπάρχει ρήμα, ούτε στα καριώτικα ουσιαστικό).

παρασυνείκασα: σάστισα, έχασα την αίσθηση του πού βρίσκομαι, και μτφ. νομίζω πράγματα που δεν υπάρχουν, τρελαίνομαι. (Υποθέτω σύνθετο από παρα+συν+εικάζω). Παρόμοια είναι η λέξη ηκουτούρδισα και φαντάζομαι το αντίστοιχο ρήμα (κουτουρδίζω) ενδεχομένως να σχετίζεται ετυμολογικά με το «κουτουρού» (προς τα εκεί που πάει αυτός που σάστισε).

[Σχόλιο Ν.Σ.: το κουτουρδίζω πρέπει να είναι το γνωστό σε άλλες περιοχές κουτουρντίζω ή κουντουρντίζω, που σημαίνει «τρελαίνομαι, λυσσάω, αφηνιάζω, ξεσαλώνω» και είναι δάνειο από το τκ. kudurdim, αόριστο του kudurmak «λυσσάω». «Αμάν, κουτουρντίσατε πια! έλεγαν παλιά οι μανάδες στα παιδιά που γύριζαν σπίτι καταϊδρωμένα από το παιχνίδι. Δεν έχει σχέση με το ‘κουτουρού’, που όμως είναι κι αυτό τούρκικο δάνειο]

(Στα Χιώτικα «παρασουνούκιασα». Το «κουτούρντισα« σχεδόν πανελλήνιο, ίσαμε τη Νιγρίτα...).

παράχραντος ή αξελέστατος: ατημέλητος, άπλυτος μτφ. ανισόρροπος (το αξελέστατος πρέπει να προέρχεται από το λόγιο «εξωλέστατος»).

(Το αξελέστατος και στη Χίο από παλιά, το αναφέρει ο Κοραής).

καφαρτέ: πρόγευμα (αν και κάποιοι το λένε γενικότερα για οποιοδήποτε γεύμα). Νομίζω πρέπει να βγαίνει από καφέ+άρτο ή άρτηση.

[Σχόλιο Ν.Σ. Το καφαρτέ πρέπει να είναι το γνωστότερο από άλλες περιοχές ‘καφαλτί’ = το πρωινό ή το κολατσιό, με την καθιερωμένη τροπή του λ σε ρ. Είναι τουρκικό δάνειο, kahvaltι, που θα μπορούσε κατά λέξη να αποδοθεί «το πάρσιμο του καφέ». Έχει δηλαδή οντως σχέση με τον καφέ].

(Κάτι καινούργιο μάθαμε σήμερα...).

λίλλυρο (ή λίλιρο ή λίλυρο): κυριολεκτικά η οπτική διαταραχή που προκαλείται στον ορίζοντα από τη μεγάλη ζέστη, μεταφορικά η κάψα, η πολλή ζέστη. Παρόμοιες λέξεις υπάρχουν και αλλού, π.χ. ο λάλλαρος στην Κύπρο το λάλαρο στη Σύρο, η λίλιρη σε άλλα νησιά όπου σημαίνει (και) την ιλαρά. Ωστόσο σε αντίθεση με το Νικοκύρη δεν νομίζω ότι προέρχεται από την ιλαρά, που στα καριώτικα είναι μπέμπελη ή κατσίφερη. Καλού κακού πάντως να εμβολιάζεστε.

[Εδώ διαφωνούμε. Όπως είχαμε συζητήσει πρόσφατα, για μένα είναι βέβαιο ότι η αρχική σημασία είναι λίλιρη = η ιλαρά, που επεκτάθηκε σε κάμποσα μέρη στη σημασία ‘μεγάλη ζέστη’ και ειδικά στην Ικαρία πήρε και τη σημασία της οπτικής διαταραχής του ορίζοντα λόγω της μεγάλης ζέστης].

(Ελπίζω να μη διαφωνούμε στους εμβολιασμούς πάντως... Κατά τα λοιπά λίλιρη=ιλαρά μόνο στη Σίφνο, ενώ λίλυρο/λάλαρο/λάλλαρος = ζέστη σε πάρα πολλά μέρη, εμένα μου φαίνεται πιο πιθανό να πηγαίνουμε από τη ζέστη στην ιλαρά και όχι το ανάποδο. Στη Χίο λιλλυρί η σταγόνα και υπάρχει ρήμα λιλλυρίζω με έννοια παρόμοια με την «κυριολεκτική» κατά Λεσσέ ικαριακή εκδοχή).

βαϊλίζω: νταντεύω παιδιά (όχι μόνο κάνω μπεϊμπι-σίτιγκ, μπορεί γενικότερα να σημαίνει είμαι σε φάση ζωής που ανατρέφω μικρά παιδιά).

[Κατά σύμπτωση το είχαμε συζητήσει το καλοκαίρι, στο άρθρο για τη θερμιώτικη ντοπιολαλιά]

(Τελικά με κάποιες παραλλαγές μάλλον πανελλήνια λέξη).

σκαρτάρω: αναπηδώ από τον τρόμο (πιο συχνό στον αόριστο: ησκάρταρα). Να σημειωθεί ότι σε άλλα μέρη της Ελλάδας το ίδιο ρήμα σημαίνει «ξεσκαρτάρω», βγάζω τα σκάρτα (π.χ. τα χαρτιά που δεν χρειάζομαι στην τράπουλα).

(Με κάπως παραπλήσια σημασία «αιφνίδιου» στην Κάλυμνο).

γκρούβαλος: εντελώς πρόσφατη λέξη άγνωστης ετυμολογίας που δηλώνει τον καλοκαιρινό επισκέπτη-κατασκηνωτή με εμφάνιση «φρικιού» (συνήθως με αρνητική σημασιοδότηση: οι γκρούβαλοι κατηγορούνται – όχι πάντα άδικα – ότι εισβάλλουν μαζικά στα πανηγύρια, πίνουν μπάφους, ενίοτε κλέβουν το φαγητό των ντόπιων και χοροπηδάνε στην πίστα με αυτοσχέδια βήματα που δεν έχουν σχέση με τον παραδοσιακό καριώτικο χορό. Τα τελευταία χρόνια ωστόσο το είδος είναι σε υποχώρηση καθώς αντικαθίστανται τάχιστα από χίπστερ που καταλαμβάνουν την πίστα τραβώντας σέλφι· παρόλα αυτά η λέξη γκρούβαλος έχει διαδοθεί ευρύτερα, έχει περάσει σε ιντερνετικά λεξικά, και τείνει να γίνει πανελλήνια).

(Μετά τη δημοσίευση του κειμένου, μια Φαηδόνα μου σφύριξε μια εξαιρετικά αληθοφανή εκδοχή για την προέλευση της λέξης «γκρούβαλος» που δεν την αποκαλύπτω ακόμα για να το κάνει εκείνη όποτε κρίνει σκόπιμο).

ρασκό: άγριο κατσικάκι ελευθέρας βοσκής από τα ορεινά του νησιού. (Έχω ακούσει να χρησιμοποιείται μεταφορικά και για νεαρά κορίτσια ελευθέρας βοσκής, επίσης άγρια, αλλά αυτή η χρήση δεν έχει περάσει στα λεξικά.)

(Προτάθηκε η ετυμολογία «ορεσκώο» - του βουνού).

πηδαυλίζω: τρώω ή για την ακρίβεια ξεκοκκαλίζω (συνήθως το ρασκό) μέχρι να μην έχει πια καθόλου κρέας και να απομείνουν και τα κόκκαλα κενά σα να μπορείς με αυτά να παίξεις πηδαύλι (φλογέρα). Π.χ. «Ήρταν οι γκρούβαλοι την ώρα που χορεύαμε κι ίσαμε να γυρίσουμε στο τραπέζι είχανε πηδαυλίσει το ρασκό».

(Αν και προτίμησα την ορθογραφία του Πουλιανού, θα μπορούσε να γράφεται πιδαύλι, ίσως από επί+αυλός. Στο κλασικό σπλάτερ ικαριακό (αλλά όχι μόνο) παραμύθι «Μισοκωλάκι» ο ομώνυμος πρωταγωνιστής παίζει το πιδαυλάκι του).

θεόσκαρος: τσίτσιδος, όπως τον γέννησε η μάνα του (π.χ. οι γκρούβαλοι στην παραλία του Να, προτού αυτή γίνει διάσημη από την Άθενς Βόις).

καθούρα: χαρακτηριστικό είδος λευκού κατσικίσιου τυριού. Δεν υπάρχει τυποποιημένο, μόνο από σπίτι (τα ρασκά δεν αρμέγονται).

σιφούνι: σκεύος άντλησης και σερβιρίσματος κρασιού που προέρχεται από αποξηραμένη κολοκύθα σαν φλάσκα με μακρύ περιστροφικό στόμιο (σα σιφώνιο) που χρησιμεύει για να γεμίσει το σκεύος με σιφωνισμό από τις βυτίνες που αποθηκεύεται το κρασί. Στο αρκετά γνωστό εσχάτως παραδοσιακό τραγούδι «Αμπελοκουτσούρα», επαινείται μαζί με το κρασί και το σιφούνι το «στραβόραδο», δηλαδή με το στραβό ράδι (ουρά, πίσω μέρος).

μωλόπι (ή μολόπι): υποθετικό ερπετό, ίσως νερόφιδο (δε νομίζω να αντιστοιχεί σε υπαρκτό ζώο) που χρησιμοποιείται ως απειλή προς τα παιδάκια που παίζουν κοντά σε ρέματα, λίμνες κλπ. ώστε να μην πέσουν μέσα.

λουπάστρα: το μέρος όπου λουπάζει (=λουφάζει) κανείς, το καταφύγιο, και μεταφορικά το απάγκιο μέρος. Περίπου συνώνυμη (αφορά κυρίως ζώα) είναι και η λέξη λόψι (ή λώψι κατά τον Λεσσέ), δεν ξέρω αν είναι και ετυμολογικά συγγενική.

(Λουπάζουν και στην Κύθνο, δε λουφάζουν όπως αλλού...)

μπλάζω: πέφτω ή ρίχνω, μτφ. σκορπίζω, π.χ. «πήγαινε το πιάτο στο τραπέζι μα έχε το νου σου μη μπλάσει(ς) το φαΐ» Υποτίθεται προέρχεται από ένα αρχαίο ρήμα «πίμπλημι» που σημαίνει γεμίζω, αλλά δεν ξέρω από ποια διαδρομή.

(Στην Κάρπαθο χρησιμοποιείται ως αμετάβατο με την ίδια έννοια. Προτάθηκε ως προέλευση και ένα αρχαίο ρήμα «ἐμπλάζω» αλλά τα αρχαία μου δεν επαρκούν να το λύσουμε...)

ξένος: πας μη καριώτης. Γενικά όλοι οι Έλληνες είναι ξένοι, εκτός από τους Φουρνιώτες που λέγονται «νησιώτες». Ο καριώτης που δεν είναι από το δικό μας χωριό είναι «παραχωριού» (επίθετο, αν και σε όλες τις πτώσεις και τα γένη ίδιο).

ξορίζομαι: χάνω το δρόμο μου. Υπάρχει μια ωραία ιστορία με έναν καριώτη κι έναν ξένο που δε μιλιούνται γιατί όταν ο καριώτης βρίσκει τον άλλο να περιπλανιέται στα κατσάβραχα τον ρωτάει «ξορίστηκες;» αλλά ο ξένος καταλαβαίνει «ξυρίστηκες;» και παρεξηγείται…

περιπατίνα: η κληματαριά της αυλής που κάνει σκιά (σε άλλα μέρη λέγεται κρεβατίνα)

βαβάτσινο: το βατόμουρο

[βάτσινο σε πολλά άλλα μέρη]

πνάζομαι: διαισθάνομαι, αντιλαμβάνομαι, μτφ. «μυρίζομαι». Σε πρόσφατη εκπομπή κυπριακού καναλιού για την Ικαρία, ο Δημήτρης Λεσσές ανέφερε ότι ομόηχο ρήμα υπάρχει και στην Κύπρο, αλλά με την έννοια του «αναπαύομαι». Το δικό μας πρέπει να έχει να κάνει με πνοή/πνεύμα, όχι με ύπνο. Η έκφραση «ηπήρεν τα πνα του Χ» σημαίνει ακολούθησε τα ίχνη του Χ.

(Το παράδειγμα με τα πνα από το λεξικό του Λεσσέ, δεν έχω ακούσει την έκφραση).

ραός: σπήλαιο, άνοιγμα στο έδαφος. Το έχω ακούσει κυρίως ως αρσενικό (ο ραός) αλλά και ως ουδέτερο (το ραός).

σάωσε: σώπα, κάτσε ήσυχα. (προστακτική· δεν είμαι βέβαιος πώς ακριβώς είναι το ρήμα στην οριστική. Υπάρχει μια ομηρική λέξη σάωσε = έσωσε, οπότε μπορεί και να είναι από την ίδια ρίζα π.χ. «Σώνει, φτάνει»)

(Αναφέρθηκε ως πιθανώς συγγενική η λέξη «σαούρα» που σημαίνει σιωπή).

κορκόφυλλας (ή κορκόφιλας): η χαρακτηριστική της ικαριακής πανίδας σαύρα του είδους Stellagama stellio, ή παλιότερα Laudakia stellio ή όταν σπούδαζα Agama stellio (οι ερπετολόγοι έχουν αλλάξει τρεις ονομασίες σε είκοσι χρόνια, εμείς πάντα κορκόφυλλα το λέμε)

σκολλί ή σκολλύς: το τσουλούφι ή κοτσιδάκι π.χ. «‘α σε πιάσω απ’ το σκολλί και ‘α σου δώκω μια μεσ’ στα μούτρα να μάθεις». Υπάρχει και το ρήμα «ξεσκολλίζω», δηλ. τραβάω βίαια απ’ τα μαλλιά (θεωρητικά μέχρι να μου μείνουν στο χέρι).

(Αν και η μάνα μου με απειλούσε ότι θα μου βγάλει το σκολλί τρίχα-τρίχα, άλλες καριωτίνες μάνες θα έβγαζαν το σκουλλί, από ό,τι μαθαίνω. Σε πολλά μέρη υπάρχει παρόμοια λέξη π.χ. σκουλλί, σκουλούδι, σκούλα στην Κρήτη, όχι πάντα για τσουλούφι αλλά γενικώς για τριχερά μαζώματα. Το σκολλύς μάλλον αρχαίο είναι, με αυτή την έννοια).

κουρσούνι: από το τούρκικο kurşun (μολύβι), παλιά σήμαινε το βλήμα πυροβόλου όπλου, σήμερα μτφ. ταχύτατο, «σφαίρα». (π.χ. Ηπέτασε αφ’ τ’ αμπέλι και του ‘δωκεν κουρσούνιν στον καφενέ). Στο παράδειγμα το ρήμα «πετώ» εννοεί «το σκάω, την κοπανάω». Παρόμοια χρησιμοποιείται και το «φτερώνω».

[Συχνότερος ο τύπος «κουρσούμι», σε πολλές περιοχές της χώρας. Γενική έννοια, το μεταλλικό σφαιρίδιο. Δείτε και αφήγημα του Μάρκου Μέσκου.]

σουφικό: παραδοσιακό καλοκαιρινό ικαριακό φαγητό με ντομάτα, κρεμμύδι, πιπεριές κ.ά. ζαρζαβατικά που σύμφωνα με μια ανεκδοτολογική (αλλά ίσως νατσουλική) εκδοχή οφείλει το όνομά του στο διάλογο του πεινασμένου ζευγαριού που το εφηύρε, όπου η σύζυγος ενώ μαγειρεύει ό,τι έχει βρει στον κήπο τσιμπολογάει από το τηγάνι, κι ο πεινασμένος σύζυγος ρωτάει «μα ’α μου ‘φήκεις;» κι εκείνει απαντάει «ε, ’α σου ‘φήκω, σου ‘φήκω…» – και δε μάθαμε αν του ‘φηκε τελικά.

(Προς τεράστια έκπληξή μου, σουφικό υπάρχει και στη Χίο. Για τους εκτός σαραντάκειων συμφραζομένων να εξηγήσω ότι ως «νατσουλική» κατά Σαραντάκο χαρακτηρίζεται η ετυμολογική εκδοχή αντίστοιχη με αυτές του βιβλίου του μακαρίτη Τάκη Νατσούλη «Λέξεις και φράσεις παροιμιώδεις» στο οποίο αποδίδει γνωστές παροιμίες σε ευφάνταστα «ιστορικά« γεγονότα που συχνά βγάζει από το κεφάλι του, χωρίς καμμία τεκμηρίωση).

συγκούδουνος: μαζί με το κουδούνι, μτφ. όλο μαζί. Η φράση προέρχεται από αληθινή ιστορία των αρχών της Τουρκοκρατίας (τέλος 16ου αιώνα στα καθ’ ημάς) όπου ο Τούρκος Αγάς είναι τόσο βάναυσος και μισητός που οι βαστάζοι που μεταφέρουν το φορείο του συνεννοούνται να τον πετάξουν στο γκρεμό αλλά συζητάνε αν πρέπει να τον πετάξουν με το φορείο ή χωρίς. Ο Αγάς τους έχει τάξει ένα αρνί ως αμοιβή για τη μεταφορά, και τον ρωτάνε αν θα τους το δώσει συγκούδουνο (με το κουδούνι). Ο Αγάς συναινεί, οπότε τον πετάνε μαζί με το φορείο, και έκτοτε έχει μείνει παροιμιακή η φράση «αυτός ηπή(γ)ε συγκούδουνος» π.χ. αν κάποιο αυτοκίνητο φύγει από το δρόμο και αρχίσει να κατηφορίζει τις πλαγιές (πράγμα που έχει συμβεί κάποιες φορές).

(Αν και η λέξη είναι παντελώς ικαριακής προέλευσης, είναι από τις πιο αναγνωρίσιμες τουλάχιστον σε αρκετούς σχολιαστές του Σαραντάκου που δεν κατανοούν σχεδόν το σύνολο των λέξεων του κειμένου εκτός από το συγκούδουνο).

λούρος: μεγάλος γρανιτένιος λείος βράχος που εκτείνεται πάνω από την επιφάνεια του εδάφους σχηματίζοντας μια φυσική κοιλότητα. Συχνά οι παλιοί Καριώτες τείχιζαν τις πλευρές και έφτιαχναν οικήματα που ονομάζονται θεοσκέπαστα.

συνεμπαίνω (ή μάλλον «μου συνεμπαίνει» π.χ. μια σκέψη): συνειδητοποιώ, με απασχολεί, αντιλαμβάνομαι κάτι.

(Και στη Χίο με την ίδια έννοια).

φυλάκι: αυτοσχέδιο σακκίδιο (προφανώς από το αρχαίο «θυλάκιον») από προβιά κατσίκας που περνιέται στην πλάτη. Από το ίδιο υλικό φτιάχνεται και ένα μουσικό όργανο, η τσαμπουνοφυλάκα, ένα είδος τσαμπούνας ή γκάϊντας (στην Κρήτη το αντίστοιχο λέγεται ασκομαντούρα).

τσούτα (ή τσουτέ): μικροποσότητα (π.χ. μια τσούτα αλάτι βάλε μονάχα)

χοροσταλίζω: χορεύω διαρκώς, ακατάπαυστα.

σουπέρδιος: δύστροπος, παράξενος

(Με ενημερώνουν από το κοντρόλ ότι άλλοι καριώτες λένε σουπέργιος, αν και η γιαγιά μου έλεγε σουπέρδιος).

σέρφη: οποιοδήποτε μικρό ζωάκι, ερπετό, έντομο (βλ. και την έκφραση «μπα που να σε φάει (δηλ. να σε δαγκάσει) η σέρφη»). Μτφ. χρησιμοποιείται για σκανταλιάρικα πιτσιρίκια, π.χ. σουπέρδια σέρφη το αεικίνητο, άτακτο παιδάκι που αρνείται να κάτσει φρόνιμο.

φαηδόνα (ή φαϊδόνα): η κοινή σφήκα. Η λέξη σφήκα χρησιμοποιείται επίσης, αλλά χαρακτηρίζει ένα άλλο είδος σαρκοφάγου υμενοπτέρου, καφέ χρώματος με μια κίτρινη ρίγα στην κοιλιά.

(Στη Νάξο φαφληδόνα - φαφηδόνα ειδικά στην Απείρανθο).

Αν και κάτι λίγο η Γενοβέζικη παρουσία, κάτι λίγο περισσότερο η Τουρκοκρατία, κάτι ακόμα περισσότερο η αμφίδρομη επικοινωνία με τα απέναντι παράλια πριν το 1922, είχαν αφήσει τα ίχνη τους στη γλώσσα του νησιού πριν αναλάβουν δράση τα αναλυτικά προγράμματα του σχολείου και τα ΜΜΕ, σε πολλούς από εμας τους καριώτες αρέσει να καμαρώνουμε για τη αρχαιότητα της ντοπιολαλιάς μας, στην οποία επιβιώνουν αρκετές αρχαίες (ιωνικές) λέξεις και εκφράσεις όπως επιβεβαιώνει και ο Γ.Ν. Χατζηδάκης (Μεσαιωνικά και Νέα Ελληνικά, 1907). Κάπου κάπου καταγράφονται (από τους γεροντότερους) εκφράσεις όπως «Έασον τις αίγες» ή «Πυροβόλησον την στιαν» που δεν περιμένεις να τις ακούσεις σε ζωντανή γλώσσα τον 20ο ή 21ο αιώνα. Ωστόσο δεν πρέπει να παραπλανηθεί κανένας επιρρεπής σε ιδεολογήματα και να νομίζει ότι συναντιούνται δυο καριώτες βοσκοί στο βουνό και ανταλλάσσουν απαρέμφατα, δυϊκούς αριθμούς και ευκτικές· κάθε άλλο.

Χαρακτηριστική είναι από αυτή την άποψη μια ιστορία που μου διηγήθηκε πρόσφατα η θεία μου η Ιωάννα, την οποία κατέγραψε ο προπάππους της που ήταν δικαστής της Δημογεροντίας στα τέλη του 19ου αιώνα (με βασική ευθύνη την αντιμετώπιση περιπτώσεων ζωωοκλοπής και καταπατήσεων). Σύμφωνα με αυτή τη διήγηση, κάποιος ονόματι Αναστάσης έκλεψε μια κατσίκα το Μεγάλο Σάββατο, και το βράδυ πήγε στην εκκλησία όπου ο παπάς απήγγειλε ένα τροπάριο που λέει «Ἀναστάσεως ἡμέρα και λαμπρυνθῶμεν Λαοί». Δεν ξέρω πώς ακριβώς το είπε ο παπάς, ο φουκαράς όμως άκουσε «Ο Αναστάσης ήκλεψε την αίγα και την ητάισε κλαδί» και έντρομος τρέχει στον παπά και του λέει «Σώπα παπά μου, θα την πάω πίσω την αίγα, αλλά μην το λες μπροστά σε όλους ότι εγώ την ήκλεψα».

Σήμερα βέβαια δεν θα κινδύνευε· οι αίγες έχουν εκλείψει, μόνο κατσίκες έχουμε άφθονες πλέον.

20/4/17

Λαμπροδευτέρα με φρικασέ

Οδική σήμανση προς Ποταμό, με μια δόση υπερβολής. (Φωτό Ροβυθέ, Αύγουστος 2010).

Για κάποιους λόγους χρειάστηκε φέτος να διακόψω το σερί κι έτσι μετά από 33 συνεχή χρόνια έκανα Πάσχα στην Αθήνα. Από αυτά τα 33 Πάσχα, με εξαίρεση ένα που ήμουν νεοσύλλεκτος στο στρατό, όλα τα υπόλοιπα τα είχα κάνει στην Ικαρία. Κατά τεκμήριο «οικογενειακά», αλλά όχι πάντα, καθώς υπήρχαν χρονιές που οι γονείς και τα αδέλφια μου (ή κάποια από τα αδέλφια) δεν πήγαιναν στο νησί, ωστόσο ο Βενιαμίν (ή εν προκειμένω ο Βασιλάκης) έβρισκε τον τρόπο ή την αφορμή να πάει.

Μια τέτοια χρονιά ήταν και το 1987, αν θυμάμαι καλά (βέβαια δοθείσης και της τριακονταετίας που μεσολάβησε δεν είναι και σίγουρο ότι θυμάμαι καλά). Στην ηλικία των δεκαεννέα άρτι συμπληρωμένων τότε, δευτεροετής φοιτητής, σκεφτόμουν ότι το ταξίδι είναι μεγαλύτερη ανταμοιβή από τον προορισμό, και είχα ήδη δοκιμάσει τις δυνάμεις μου σε μοναχικές (δηλαδή άνευ οικογενείας) εξορμήσεις στην Ικαρία τα προηγούμενα και προ-προηγούμενα Χριστούγεννα, άρα σε σαφώς πιο αντίξοες συνθήκες από ό,τι το αναλογικά πιο ήπιο (μετεωρολογικώς τουλάχιστον) Πάσχα. Ο τόπος φάνταζε φιλικός και οικείος στην ανοιξιάτικη εκδοχή του, το σπίτι πιο ανθρωπινό (καίτοι εν πολλοίς οικοδομή ακόμα), χώρια η ακλόνητη πίστη στην καλωσύνη των ξένων ή τέλος πάντων του ευρύτερου σογιού και ειδικότερα μιας πρώτης ξαδέλφης που έμενε δίπλα η οποία θα εξασφάλιζε το κατσικάκι ημών το επιούσιον όταν με το καλό έφτανε η Ανάσταση.

Θυμάμαι αμυδρά να ταξιδεύω Μεγάλη Τετάρτη σε ένα κατάφορτο πλοίο (αλλά αυτή η ανάμνηση μπορεί και να έχει ανακατευτεί με τριανταμία παρεμφερείς αναμνήσεις πριν και μετά, οπωσδήποτε...) και στο ίδιο πλοίο να ταξιδεύουν φίλοι και γνωστοί. Δεν θυμάμαι πια με λεπτομέρειες πώς ακριβώς πέρναγαν οι μέρες, αλλά ανακαλώ κάτι γουρούνες (Σ.Σ. βαρελότα...) που σκάγαμε με τον κολλητό μου το Χρήστο στην πλατεία του Ευδήλου, που τα χρόνια εκείνα ήταν ακόμα κάπως σκοτεινή και ερημική, με λιγότερα μαγαζιά και χωρίς τη μεταγενέστερη πλακόστρωση. Αδυνατώ να θυμηθώ πού έφαγα το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου ή την Κυριακή του Πάσχα (ίσως στην ξαδέλφη, ίσως σε κάποιο από τα αδέλφια της μάνας μου), θυμάμαι όμως την πρόσκληση από τη Μοσχούλα, τη μητέρα του Χρήστου να πάω τη Δευτέρα σπίτι τους για φρικασέ.

Δεν ήμουν απολύτως βέβαιος τι αφορούσε η πρόσκληση, καθότι η λέξη (και η έννοια) «φρικασέ» ήταν ψιλοάγνωστη στο δικό μας σπίτι, αλλά ο έτερος κολλητός, ο Νίκος, μου διευκρίνισε ότι φρικασέ ήταν φαγητό με κρέας (μάλλον αρνί) και μαρούλι (ή τέλοσπάντων χορταρικά) και αυγολέμονο – ένας εύληπτος τρόπος να πάνε κάτω τα υπόλοιπα του πασχαλινού αμνού. Έτσι κι αλλιώς περνούσα τη μισή μέρα στο σπίτι του ενός ή του άλλου κολλητού (δίπλα-δίπλα ήτανε), δεν έβλαφτε να κάτσω και για το γεύμα. Δέχτηκα λοιπόν με χαρά.

Δευτέρα του Πάσχα, νωρίς νωρίς (δηλαδή κατά τις έντεκα) πέρασα από το σπίτι του Νίκου πρώτα, για καφέ και επισκόπηση της κατάστασης. Ύστερα από λίγο κατέφθασε ο Χρήστος από δίπλα. Ρώτησα με ειλικρινές ενδιαφέρον τι γίνεται με το φρικασέ. Μου εξήγησε ότι είναι νωρίς ακόμα για φρικασέ, πρώτα να πάμε μια βόλτα να χαρούμε την άνοιξη. Αυτή η μανία μερικών ανθρώπων με την άνοιξη μου είναι διαχρονικά ακατανόητη· μάλλον φταίει η επίσης διαχρονική αλλεργία που έχω σε διάφορες γύρεις. Δυστυχώς δεν συμμερίζονται τις απόψεις μου παρά ελάχιστοι άνθρωποι, και οι περισσότεροι πιστεύουν ότι το απόλυτο must είναι να βγαίνεις βόλτα στα λουλούδια. Εγώ δεν έχω πρόβλημα να βγαίνω βόλτα στα μουσκεμένα φθινοπωρινά σοκάκια π.χ., ή έστω στα χιονισμένα χειμωνιάτικα βουνά, ή στις καλοκαιρινές παραλίες, αλλά αυτό με τα ανοιξιάτικα λιβάδια είναι από εκείνα που αποτελούν παραξενιές μερικών όπως η λατρεία στην πικρή σοκολάτα ή η ανοχή στο κόλιαντρο. Δεν το κατανοείς, αλλά το υφίστασαι, για κοινωνικούς κυρίως λόγους.

Ευτυχώς και ο Νίκος έδειξε ελάχιστο ενθουσιασμό για την ιδέα. Την εποχή εκείνη είχε μια κριτική διάθεση απέναντι στα πάντα (και κυρίως στον κινηματογράφο: είχε μια τεράστια συλλογή από τεύχη του περιοδικού «Σύγχρονος Κινηματογράφος» που μπροστά της η δική μου συλλογή από «Αντί» και «Σχολιαστή» παραήταν χλωμή). Είχε επίσης ειδικά εκείνη τη χρονιά μερικά παραπανίσια κιλά. Τέλος, είχε φέρει μαζί του μόνο δερμάτινα παπούτσια με τακούνια· τίποτα σε αθλητικό ή τέλος πάντων κατάλληλο για περπάτημα στα λιβάδια. Ατυχώς ο Χρήστος που καταγόταν από γενιά φημισμένων πεζοπόρων που ξύπναγαν χαράματα οικογενειακώς για να πάρουν τα βουνά και τα λάγκάδια δεν συμμεριζόταν τις αντιρρήσεις μας. Επίσης δεν ενδιαφερόταν και τόσο για τις συζητήσεις μας που αφορούσαν κάτι ανάμεσα σε Φράνσις Φορντ Κόππολα, Ράινερ Βέρντερ Φασμπίντερ και ξερό ψωμί. Με φωνές και χειρονομίες μας ξεσήκωσε από τις καρέκλες, μάζεψε και τα τρία μικρότερα ξαδελφάκια του (ηλικίας Δημοτικού-Γυμνασίου τότε) που άκουγαν στο κάπως αστείο συλλογικό προσωνύμιο «τα τρία κουβαράκια», ζώστηκε και τη φωτογραφική μηχανή του και έδωσε οδηγίες – παύλα – κατευθύνσεις:

- Θα πάμε στον Ταξιάρχη, στον Ποταμό. Αυτή την εποχή έχει και νερό.

Ανεβήκαμε μέχρι τον πάνω δρόμο και αρχίσαμε να βαδίζουμε προς τα Δεκάκια, μπροστά ο Χρήστος καμαρωτός με την κάμερα, πιο πίσω σε φάλαγγα καθ’ ύψος τα τρία αδελφάκια, ακόμα πιο πίσω εγώ με το Νίκο βραδυπορώντας χαρακτηριστικά (βοηθούντων και των άβολων παπούτσιών του Νίκου) και συζητώντας για το ενδεχόμενο να κάνει ο Κόππολα τρίτη συνέχεια στο Νονό (Σ.Σ. έκανε, εν τέλει) και το αν η απώλεια του Τρυφώ σήμαινε το οριστικό τέλος της εποχής της νουβέλ-βαγκ. Πού και πού κάναμε στάση (δηλαδή οι μπροστινοί έκαναν στάση για να περιμένουν εμάς) και τραβάγαμε καμιά φωτογραφία.

Κάποτε φτάσαμε στο Κεραμέ, αλλά αντί να ακολουθήσουμε την όχθη του Ποταμού προς τη θάλασσα, ο Χρήστος μας οδήγησε ανάποδα, «προς τις πηγές» όπου ήταν βέβαιος ότι υπάρχουν καταρράκτες. Εμείς οι κινηματογραφόφιλοι εκφράσαμε κάποιες χλιαρές αντιρρήσεις, ο Νίκος σκεπτόμενος μάλλον τα παπούτσια του που αν δε βόλευαν μία φορά στο μονοπάτι, δε θα βόλευαν δέκα στα κατσάβραχα, εγώ πάλι σκεπτόμενος μάλλον το φρικασέ. Ωστόσο ο Χρήστος έπεισε με ευκολία τα ξαδελφάκια να τον ακολουθήσουν και θέλοντας και μη πήγαμε κι εμείς ξωπίσω. Δεν είμασταν μόνοι, διάφοροι χαρούμενοι εκδρομείς ανεβοκατέβαιναν το μονοπάτι, άλλος μαζεύοντας χόρτα, άλλος αγριολούλουδα, άλλος ψάχνοντας για άγρια σπαράγγια, άλλοι έχοντας βγει όπως κι εμείς βόλτα.

Η περιοχή δεν ήταν εντελώς ακατοίκητη άλλωστε, κάποιοι είχαν εκεί μετόχια, όπως καλή ώρα ο κυρ Αναστάσης ο Ξηρός, γνωστότερος ως Κολοκάσης (παρατσούκλι που του βγήκε από τα κολοκάσια που φύτρωναν άφθονα στον Ποταμό), ο οποίος εμφανίστηκε κάποια στιγμή πάνω στο γαϊδούρι του. Τον χαιρετήσαμε και ρωτήσαμε αν είναι κανένας καταρράκτης πιο πάνω. Ο γέρος απάντησε ότι ναι, είναι ο Ταξιάρχης πιο πάνω. Θυμήθηκα ότι ήταν θεόκουφος και επανέλαβα την ερώτηση δυνατά και καθαρά· εκείνος ξαναέδειξε προς την εκκλησία. Δεν ήταν βέβαιο ότι άκουσε, αλλά δεν επιμείναμε.

Περάσαμε τον Ταξιάρχη και συνεχίσαμε για λίγο ακόμα προς τα πάνω. Μέχρι τότε το ποτάμι ήταν ένα απλό ρεματάκι, με βάθος δέκα-είκοσι πόντους και πλάτος λιγότερο από δυο μέτρα στο φαρδύτερο, ίσαμε πενήντα πόντους στο στενότερο σημείο. Άξαφνα όμως βρεθήκαμε σε ένα σκιερό μέρος, όπου ανάμεσα στα δέντρα έβλεπες καθαρά μια λιμνούλα, ίσως τρία μέτρα πλάτος, μέσα στην οποία χυνόταν το νερό από ένα ύψος μισό-ένα μέτρο, και άφριζε πέφτοντας. Ένας πεσμένος κορμός ένωνε τις δυο όχθες τρία-τέσσερα μέτρα πιο δω, φτιάχνοντας ένα αυτοσχέδιο γεφυράκι δίπλα στη λιμνούλα.

- Δε σας το ‘πα; Σας το ‘πα ότι έχει καταρράκτες! ακούστηκε θριαμβευτική η φωνή του Χρήστου.
- Ε, δεν το λες και Νιαγάρα, είπε σαφώς λιγότερο ενθουσιωδώς ο Νίκος.

Αν και η αντίληψή μου έτεινε κατά βάση να συμφωνήσει με το Νίκο, ενόψει του ενδεχομένου να μείνει ανικανοποίητος ο Χρήστος και να μας τρέχει ακόμα πιο πάνω να βρούμε άλλον καταρράκτη καλύτερης ποιότητας σε κάνα κορφοβούνι, έσπευσα να συμμεριστώ τον ενθουσιασμό του. Τα μικρά πρέπει να είχαν μια κάπως θολή εικόνα του πώς πρέπει να είναι να ένας καταρράκτης οπότε δεν τα ρωτήσαμε τη γνώμη τους, έφτανε η γνώμη όσων είχαν απολυτήριο Λυκείου. Ο Χρήστος χειρονομούσε ενθουσιασμένος και πάσχιζε να τραβήξει φωτογραφίες από διάφορες γωνίες. Ο φωτισμός δεν τον βοηθούσε και πολύ· πότε πότε έβγαινε ήλιος ανάμεσα στις φυλλωσιές, αλλά την περισσότερη ώρα είχε συννεφιά. Επιπλέον η καλύτερη γωνία λήψης – συμπέρανε – ήταν από μέσα στο νερό. Χωρίς να χάσει χρόνο, έβγαλε τα παπούτσια του, σήκωσε τα μπατζάκια και άρχισε να πλατσουρίζει. Κάποια στιγμή μας κοίταξε με ενδιαφέρον.

- Δεν κάθεστε στον κορμό να σας βγάλω μία;

Τα τρία κουβαράκια παρατάχτηκαν μουρμουρίζοντας μπροστά στον κορμό, άλλος με το ένα πόδι διακριτικά στην όχθη, άλλος πατώντας σε κάποια πέτρα που προεξείχε από τη ροή του νερού.

- Κι εσείς, κι εσείς, επέμενε ο Χρήστος.

Πήγα κι εγώ ακροποδητί και βρήκα δυο βολικές πετρούλες. Ακούμπησα με τα χέρια στον κορμό· ήταν υγρός και μουχλιασμένος. Πήγα να ακουμπήσω το υπόλοιπο σώμα· μου φάνηκε προς στιγμήν ότι το ξύλο έτριξε. Ύστερα σταθεροποιήθηκε.

- Άντε κι εσύ, μη ντρέπεσαι, προέτρεψε ο Χρήστος το διστακτικό Νίκο.

Εκείνος βρήκε μετά μεγίστης προσοχής (για να μη λερώσει και τα παπούτσια) τις κατάλληλες πετρούλες στήριξης, κι ύστερα με εμφανή ικανοποίηση έκατσε χαλαρά στον κορμό. Ατυχώς ο κορμός δεν έδειξε την ίδια ικανοποίηση και θεώρησε καλό να συστραφεί. Η κίνηση αιφνιδίασε το Νίκο που ενόψει του κινδύνου να λερωθούν τα παπούτσια προσπάθησε να στηριχτεί με τα χέρια πίσω του, με αποτέλεσμα να δώσει μια επιπλέον ώθηση στον κορμό που συνέχισε να συστρέφεται μέχρι που από τη μεριά του έφυγε από την όχθη και έπεσε στο ύψος του νερού (όχι τίποτα τρομερό, ίσαμε τριάντα πόντοι πιο κάτω). Το γεγονός ωστόσο προκάλεσε στιγμιαία απώλεια στήριξης σε όλη την πεντάδα, έτσι ώστε να τσουλήσουν όλοι μέσα στο νερό, άλλοι με τα γόνατα, άλλοι με τον κώλο, κι ο τυχερός της παρέας – εγώ – με τα μούτρα. Βλέποντας τον Ποταμό να με πλησιάζει απότομα (και σκεπτόμενος ότι αν σπάσουν τα γιαλιά μου την έβαψα) έκανα μια μεγαλοπρεπή αναπήδηση που με έστειλε στο ασφαλέστερο δυνατό σημείο: μέσα στη λιμνούλα. Πλαφ.

Έβγαλα το κεφάλι από το νερό σκασμένος στα γέλια. Στην πραγματικότητα το νερό δεν είχε ούτε ένα μέτρο βάθος. Στηρίχτηκα στα χέρια και ανασηκώθηκα. Οι υπόλοιποι γελούσαν κοιτάζοντας εμένα. Και οι τέσσερις ήταν βρεγμένοι εδώ κι εκεί, αλλά όχι πατόκορφα όπως εγώ. Ο Χρήστος πάλι, στεγνός, γελούσε πάνω από το κεφάλι μου, κρατώντας ακόμα τη φωτογραφική μηχανή.

- Τράβηξες φωτογραφία; ρώτησα τακτοποιώντας τα γιαλιά στη μύτη μου, ή να την ξαναγυρίσουμε τη σκηνή;
- Δεν πρόλαβα, απάντησε.

Τον φασκέλωσα και με τα δύο χέρια. Τότε μόνο πρόσεξα ότι δε φορούσα πια ρολόι. Άρχισα να ωρύομαι ότι πάει το ρολόι. Οι φίλοι μου σχολίασαν ότι έτσι κι αλλιώς παλιατζούρα ήτανε, κουρδιστό. Τους καταράστηκα με όσες κατάρες βρήκα πρόχειρες. Το ρολόι ανήκε στον παππού μου που είχε πεθάνει στην κατοχή, μετά στον πατέρα μου, μετά σε εμένα. Εντάξει, ανήκε και στον αδελφό μου μια εποχή αλλά όταν του το βούτηξα δεν αντέδρασε ιδιαίτερα, οπότε αυτή την όψη της διαδρομής του ρολογιού την παρέλειψα από την αφήγηση. Οι φίλοι συμφώνησαν εν τέλει ότι η ανεύρεση του ρολογιού άξιζε μια προσπάθεια. Ωστόσο φαίνεται πως είχε πέσει στη λιμνούλα, και μάλιστα εκεί που έσκαγε το νερό και έκανε μπουρμπουλήθρες. Κοιτάξαμε με προσοχή· ο βυθός ήταν εκεί, ένα μέτρο πιο κάτω, αλλά σκοτεινός καθώς με τη συννεφιά δεν έβλεπες και πολλά, χώρια που η επιφάνεια ταραζόταν όπως έπεφτε το νερό από τον καταρράκτη (εντάξει, μπορούσες τελικά να τον πεις κι έτσι).

- Βλέπεις τίποτα;
- Όχι, εσύ;
- Τα ίδια.
- Έχω μια τρομερή ιδέα!
φώναξε ξαφνικά ο Χρήστος. Θα εκτρέψουμε το ποτάμι!

Τέτοιος ήταν πάντα, από παιδί, το μυαλό του κολλημένο να φτιάχνει δομικά έργα, τουβλάκια, δρομάκια... Τώρα και εκτροπές ποταμών. Την εποχή που οι άλλοι τζελάρανε το μαλλί δυο ώρες και πηγαίνανε στις ντισκοτέκ να χτυπήσουνε καμιά γκόμενα κάτω από το στρομπολάιτ, αυτός εξακολουθούσε να έχει το μυαλό του στα οικοδομικά. Είναι απορίας άξιον πώς αυτός που την είχε δει εκτροπή του Αχελώου σπούδαζε στο Μαθηματικό, ενώ ο πραγματικός Πολιτικός Μηχανικός της παρέας είχε πάρει το ύφος «έχω μια κριτική διάθεση» και εξέφραζε αυτήν ακριβώς τη διάθεση.

- Πώς ακριβώς σκοπεύεις να εκτρέψεις το ποτάμι;
- Θα φτιάξουμε ένα φράγμα. Να, θα πάρουμε αυτές εκεί τις πέτρες...
- Έχεις χαζέψει; Και θα σταματήσει να κυλάει το νερό επειδή θα βάλεις αυτές τις πέτρες;
- Προσωρινά. Ίσα ίσα να κόψει τη ροή μέχρι να δούμε πού είναι το ρολόι.
- Αποκλείεται να δουλέψει.
- Φυσικά και θα δουλέψει, και θα στο αποδείξω αμέσως.


Δεν είχε κριτική ματιά, αλλά είχε πάθος. Άρχισε να παίρνει μεγάλες πέτρες από την όχθη και να τις πετάει στο νερό, πριν τον καταρράκτη. Το νερό αδιαφόρησε φυσικά, παρέκαμψε τις πέτρες και συνέχισε να ρέει αμέριμνο. Ο Νίκος χασκογέλαγε, και τα μικρά επίσης. Εμένα με είχε πιάσει μια απελπισία «πάει το ρολογάκι του παππού». Ο Χρήστος αρνιόταν να εγκαταλείψει τη μάχη κι έριχνε κι άλλες πέτρες στο νερό. Κάποια στιγμή ζεστάθηκε, άρχισε να βγάζει τα ρούχα του, μέχρι που έμεινε με το βρακί (έτσι κι αλλιώς το παντελόνι του ήταν μούσκεμα ήδη από τα νερά).

Ατυχώς εκείνη ακριβώς τη στιγμή έσκασαν μύτη δυο κοριτσάκια στην όχθη προερχόμενα από τον Ταξιάρχη κι απόμειναν να παρατηρούν τον ημίγυμνο Χρήστο και πέντε καταβρεγμένους ρεμπεσκέδες που χασκογελάγανε. Ακόμα ατυχέστερα το ένα κοριτσάκι έτρεξε προς τα πίσω φωνάζοντας «μαμά, μαμά, είναι κάτι τσίτσιδοι εδώ» γεγονός που προκάλεσε άμεση κρίση πανικού σε εκείνον ειδικά εκ των «τσίτσιδων» που κάπως ταίριαζε στην περιγραφή. Σε κλάσματα δευτερολέπτου πρόλαβε να πει «αμάν» και με ένα θεαματικό πλονζόν να προσγειωθεί στη λιμνούλα όπου τουλάχιστον δεν ήταν ορατός. Εμφανίστηκαν τα αγριεμένα κεφάλια μιας μαμάς και ενός μπαμπά· μας κοίταξαν απορημένοι.

- Ψάχνουμε ένα ρολόι, εξήγησε ψύχραιμος ο Νίκος. Είναι κειμήλιο, είπε δείχνοντάς με.

Δεν ήμουν εγώ ακριβώς το κειμήλιο, πάντως η οικογένεια είπε «ααα, μάλιστα» ενόσω ο Χρήστος τσαλαβουτούσε δήθεν ψάχνοντας το ρολόι στη λιμνούλα. Μάζεψαν τα κοριτσάκια και απομακρύνθηκαν, αν και το ένα ακούστηκε να λέει στο άλλο «αφού σου είπα δε φοράει παντελόνι». Στο καπάκι εμφανίστηκε πάλι ο Κολοκάσης πάνω στο γάιδαρο, με αγαναχτισμένο αυτή τη φορά ύφος.

- Μα εδώ ήβρατε να ‘ρτετε να κολουμπήσετε; Στο Κεραμέ να πάτε που ‘ναι η θάλασσα.
- Όχι κύριε Αναστάση, ένα ρολόι ψάχνουμε.
- Ανάσταση; Δεν κάνει ανάσταση σήμερα ο παπάς, άλλη μέρα ‘α ‘ρτει.


Δεν υπήρχε ελπίδα συνεννόησης. Κάποτε πάντως έκανε τς τς τς στο γάιδαρο και απομακρύνθηκε. Μείναμε οι έξι, κι όταν καταλάγιασαν τα γέλια κάπως, ο Χρήστος έκανε να βγει από τη λιμνούλα.

- Ε, πού πας; Το ρολόι;
- Σιγά μη βρούμε ρολόι. Τώρα έχει ανακατευτεί κι ο βυθός και θα ‘χει κάτσει λάσπη από πάνω. Τρέχα βρες άκρη μες στο σκότος. Κλάφτο το ρολόι σου. Και να το βρούμε θα έχει πάρει νερά και άντε γεια.
- Θα βάλουμε τα μεγάλα μέσα,
είπα με απρόσμενη σιγουριά. Θα τάξουμε φανουρόπιτα.

Δεν πρόλαβαν καν να γελάσουν και ο ήλιος βγήκε στιγμιαία μέσα από τα σύννεφα. Μια ακτίνα πέρασε από τις φυλλωσιές και πέφτοντας στο νερό της λιμνούλας στραφτάλισε πάνω στο ρολόι που αποκαλύφθηκε στο βυθό.

- Νάτο, εκεί είναι, έδειξα.

Ο Χρήστος έριξε μια βουτιά, χαρχάλεψε με το χέρι του το σημείο, και αναδύθηκε μεγαλοπρεπώς με το ρολόι στο χέρι, μέσα σε ξέφρενους πανηγυρισμούς.


Γυρίσαμε στον Εύδηλο από τον αμαξωτό, καταμουσκεμένοι και περιχαρείς. Μοιάζαμε αστείοι με τα βρεγμένα αλλά δεν είχε σημασία. Η φήμη μας είχε προηγηθεί· η ξαδέλφη μου με περίμενε στην πεζούλα σκασμένη στα γέλια.

- Α, το ‘βρες το ρολόι; Άλλα παπούτσια 'εν έχεις φέρει;

Αντί απάντησης ανέμισα το αριστερό χέρι. Ανέβηκα σπίτι να βάλω στεγνά κι ύστερα ανηφόρισα μέχρι του Χρήστου όπου η ευρύτερη οικογένεια ήταν ήδη μαζεμένη. Η Μοσχούλα σέρβιρε το φρικασέ.

- Δουλεύει; με ρώτησε.
- Δουλεύει, της είπα.

Τριάντα χρόνια αργότερα, δουλεύει ακόμα.

Η προαναφερθείσα γέφυρα που δεν τη λες και Ρίο-Αντίρριο, κοντά στον καταρράκτη που δεν τον λες και Νιαγάρα, με εικοσιτρία χρόνια διαφορά (Φωτό Ροβυθέ, Αύγουστος 2010).

Σ.Σ. Το νερό δεν είναι κάτι εντελώς δεδομένο στα «ποτάμια» της Ικαρίας, ορισμένα από τα οποία ρέουν το πολύ πέντε-δέκα μέρες το χρόνο. Ο Ποταμός όμως (αυτό είναι το όνομα του συγκεκριμένου ρέματος, στο Κεραμέ του Ευδήλου) ρέει αρκετούς μήνες. Και οπωσδήποτε την άνοιξη. Η φράση «Φράνσις Φορντ Κόππολα, Ράινερ Βέρντερ Φασμπίντερ και ξερό ψωμί» είναι ρεφρέν από ένα τραγούδι του Τζίμη Πανούση που εξέφραζε σε μεγάλο βαθμό το πνεύμα της δεκαετίας. Τα χρόνια εκείνα ήταν ακόμα σχετικά αρχές μια μακρόχρονης φιλίας με τους εν λόγω κολλητούς (και νυν κουμπάρους). Τότε ήμουν δευτεροετής, τώρα δευτεροετής είναι η μεγάλη κόρη του Χρήστου. Τότε ο Νίκος ήταν από γεματούλης έως οριακά ευτραφής, ενώ εγώ ήμουν οριακά λεπτός. Σήμερα οι όροι έχουν αντιστραφεί: εκείνος είναι λεπτός και τρέχει ημιμαραθώνιους, ενώ εγώ έχω ξεχειλώσει σε τριψήφια κιλά. Κανείς μας δεν έχει ιδέα τι παίζουν τα σινεμά. Τα τρία μικρά ξαδελφάκια έχουν μεγαλώσει κι αυτά· ο μικρότερος θα κοντεύει τα σαράντα.

Για κάποιο περίεργο λόγο τις φωτογραφίες εκείνης της μέρας δεν τις είδα παρά πριν από δυο-τρία χρόνια, καθώς ο Χρήστος τις ξετρύπωσε από μια ντουλάπα στο πατρικό του και μας τις έδειξε κάποια Χριστούγεννα. Μου έταξε ότι θα μου δώσει αντίγραφα· ακόμα περιμένω, εννοείται. Δε θυμάμαι να έχω ξαναφάει φρικασέ έκτοτε. Πέρσι «έφυγε» κι η Μοσχούλα άξαφνα, ένας Θεός ξέρει τώρα ποιος θα το μαγειρέψει. Τη φανουρόπιτα θυμήθηκα κι είπα στη μάνα μου να την κάνει κάποια στιγμή. Δεν τη ρώτησα τη συνταγή όμως και τώρα πάει, ξεχάστηκε στα θραύσματα της μνήμης.

Τριάντα χρόνια είναι αυτά βέβαια, δεν περνάνε χωρίς απώλειες. Πάντως το ταξίδι είναι μεγαλύτερη ανταμοιβή από τον προορισμό, έτσι νομίζω ακόμα.


14/11/15

Κανονικά

Ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη. Φωτό Ροβυθέ, Παρίσι, Δεκέμβριος 2010.

Κανονικά σήμερα θα έγραφα ίσως για την τελευταία μου ιστιοπλοϊκή βόλτα εδώ στα πέριξ ή ίσως κάποια παλιά ιστορία που θυμήθηκα τις προάλλες και διηγούμουν σε μια φίλη φοιτήτρια για την εποχή που ήμουν στην ηλικία της και κατέβαινα αργά τη νύχτα πεζός από την έρημη Πανεπιστημιούπολη. Μπορεί ίσως να αντέγραφα καμιά ακόμα ιστορία από την Παλαιά Διαθήκη, ενδεχομένως από τα Δευτεροκανονικά, κάτι για το Βηλ και το Δράκοντα ως υπόδειγμα ορθολογικής σκέψης (και όμως...) ή την ιστορία της όμορφης Σωσάννας ως αρχετυπική αστυνομικοδικαστική περιπέτεια. Μπορεί να περιέγραφα το ξεκίνημα της οικιακής κινηματογραφικής λέσχης που οι σινεφίλ προθέσεις της συμπληρώνονται από (ή εξελίσσονται αργά σε) γευσιγνωσία διαφορετικών ντιπ και τουρνουά τρίβιαλ περσούιτ.

Μπορεί να βαριόμουν αρκετά, τόσο ώστε να αρκεστώ να αναπαράγω απλώς κάποιες δανεικές λέξεις, κανένα μεταπολεμικό ποίημα από αυτά που μου αρέσουν και έχω στην ιστολογική παρακαταθήκη. Μπορεί τέλος να βαριόμουν τόσο που να μην έγραφα τίποτα απολύτως, και να περνούσα το βράδυ διαβάζοντας ή πηγαίνοντας σε μια χοροθεατρική παράσταση που παίζουν κάποιοι παλιοί γνωστοί ή βγαίνοντας έξω με διάφορα ενδεχόμενα πρόσωπα αν υπερνικούσα την ιστιοπλοϊκή κούραση και τη φυσική μου τάση προς την απραξία.

Αλλά σήμερα δεν είναι μια κανονική μέρα, δεν είναι η αρχή ενός κάπως πιο «αναπαυτικού» Σαββατοκύριακου, δεν είναι η μέρα να κάνουμε πλακίτσα στα social media με τα σαρδάμ του ενός ή την πομπώδη ξερολίαση και το μπιζιμποντισμό του άλλου. Δεν είναι η μέρα να επαναβεβαιώσουμε τις αιώνιες βεβαιότητες (αυτό σίγουρα δεν είναι).

Γιατί σήμερα είναι η 14η Νοεμβρίου 2015, είναι η μέρα που ξημέρωσε μετά τη ματωμένη νύχτα της 13ης Νοεμβρίου στο Παρίσι.

Σήμερα είμαστε όλοι Γάλλοι.

Κι όπως έγραψε κι η Μ. στον τοίχο της, σήμερα είμαστε όλοι Γάλλοι επειδή πριν δεν είμασταν ποτέ όλοι Σύροι.

Ή τέλος πάντων, και γι’ αυτό.

Ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη ξανά, λίγο πιο ευρυγώνια. Φωτό ό.π.

9/11/15

Πού 'σαι ρε Τζόνας;


καὶ εἶπεν ὁ Θεὸς πρὸς Ἰωνᾶν· εἰ σφόδρα λελύπησαι σὺ ἐπὶ τῇ κολοκύνθῃ;
καὶ εἶπε· σφόδρα λελύπημαι ἐγὼ ἕως θανάτου. (Ιων. 4,9)

Η πετριά με την Παλαιά Διαθήκη με είχε πιάσει πριν καμμιά δεκαετία και πήγα και αγόρασα ολόκληρους τους εβδομήκοντα (Ο’) στην πεντάτομη απόδοση του Κολιτσάρα, και κουβάλαγα τους τόμους για bed time reading μέχρι που βαρέθηκα να διαβάζω τους «Αριθμούς» και τις «μάταιες γενεαλογίες» των Παραλειπομένων και τις σοφές συμβουλές της Σοφίας Σολομώντος οπότε έχει μείνει το μισό κείμενο αδιάβαστο και προβλέπω έτσι να παραμένει στο διηνεκές. Ωστόσο ειδικά το βιβλίο του Ιωνά το είχα εμπεδώσει από πολύ νωρίτερα, καθώς ολόκληρο το κείμενο (δεν είναι και μεγάλο) διαβάζεται το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου στην «πρώτη ανάσταση» που λένε, και το είχα πετύχει σε μια Ιερά Σύνοψη με τις ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδας και το είχα ξεκοκκαλίσει σε ανύποπτο χρόνο πριν μου σκάσει η πετριά που λέγαμε, σε κάτι μακρόσυρτες πασχαλινές αναμονές περιμένοντας να βαφτούν τα αυγά και να πλυθούν τα εντόσθια για τη μαγειρίτσα και να πάει η ώρα έντεκα το βράδυ για την εκκλησία.

Αν και τις βασικές πτυχές της ιστορίας τις ξέρουν όλοι και τις ψιλοθυμόμουνα από τα Θρησκευτικά της τρίτης δημοτικού ή κάπου τότε, η ανάγνωση του κειμένου ήταν ένα είδος αποκάλυψης από λογοτεχνική, τρόπον τινά, σκοπιά. Σε αντίθεση με τα υπόλοιπα βιβλία των Προφητών (και δη των «μικρών» προφητών, αλλά και των μεγάλων με εξαίρεση ίσως τον Δανιήλ) το κείμενο δεν εστιάζει σε προφητείες και κατάρες κατά των εχθρών του αρχαίου Ισραήλ, αλλά διηγείται μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος, και μάλιστα η μοναδική προφητεία που εμπεριέχεται στο κείμενο (η επικείμενη καταστροφή της Νινευή) διαψεύδεται από μόνη της στην πορεία. Αυτό που πιο πολύ μου άρεσε είναι η εντελώς ανθρώπινη (δηλαδή αλλοπρόσαλλη) συμπεριφορά του βασικού ήρωα, ο οποίος τελεί σε μια διαρκή σύγχυση ανάμεσα στις επιθυμίες του και την πραγματικότητα που ζει. Από αυτή τη σκοπιά ο Ιωνάς είναι ένας από μας· ένας μάλλον απλός άνθρωπος που οι καταστάσεις τον ξεπερνούν και ως αναμένεται, τα θαλασσώνει (κυριολεκτικά ενίοτε).

Μια εποχή είχα μάθει το κείμενο σχεδόν απέξω και ανακατωτά, και διασκέδαζα (χωρίς βλάσφημη διάθεση, πιστέψτε με) με από μνήμης πρόβες μιας απόδοσης της ιστορίας στα νέα ελληνικά, αλλά όχι σε όποια κι όποια νέα ελληνικά, αλλά σε μια διάλεκτο «της πιάτσας», σχεδόν αργκοτική, με μια κάπως «Τσιφορική» χροιά (χωρίς να έχω διαβάσει ποτέ Τσιφόρο, η αλήθεια να λέγεται). Μια φορά σε μια διαδρομή από τη νότια Κρήτη προς το Ηράκλειο απήγγειλα σχεδόν εξολοκλήρου το κείμενο στην εν λόγω διάλεκτο σε μια φίλη που οδηγούσε το αυτοκίνητο, η οποία τόσο ξεράθηκε στα γέλια που κοντέψαμε να τρακάρουμε παραπάνω από μία φορές, οπότε είπα να μην το επαναλάβω το εγχείρημα αφενός διότι άμα στουκάραμε πουθενά άντε να αποδείξεις ότι δεν ήταν εκδήλωση της οργής του Μεγαλοδύναμου αλλά οδηγική πατάτα δικιά μας, και αφετέρου διότι μια φορά το πέτυχα με τόση ενάργεια το κατάλληλο στυλάκι και τυχόν επαναλήψεις του μάλλον θα ήταν χλωμές μιμήσεις, καθότι η έμπνευση είναι σαν τις γυναίκες· σπανίως σε κυνηγάει και συνήθως εσύ την κυνηγάς, τρέχοντας και μη φτάνοντας. Πάντως θυμάμαι αποσπασματικές φράσεις όπου ο Ιωνάς μονολογεί κάτι γραφικές ατάκες τύπου «του φευγάτου η μάνα δεν έκλαψε ποτέ» ή «σε ξέρω εγώ τι μελό είσαι», ο Θεός καλημερίζει ειρωνικά με κάτι «Πού’σαι ρε Τζόνας; Χαθήκαμε παλληκάρι μου» και οι άρχοντες της Νινευή υποδέχονται την προφητεία με ένα κάπως λαϊκό «Μάγκες, την πουλέψαμε» - διάλογοι που ασφαλώς δεν ταιριάζουν με την ιερότητα του κειμένου, αλλά ταιριάζουν (ή έτσι μου φαινόταν τότε) με τη διαχρονική ψυχολογία των ηρώων όπως την αντιλαμβανόμουν.

Δεν θα μπω στον πειρασμό να ανασυστήσω τη συγκεκριμένη εκδοχή της αφήγησης, αλλά για όσους τυχόν δεν είναι εξοικειωμένοι με τα ιερά κείμενα (δηλαδή φαντάζομαι ολόκληρο το fan base του ιστολογίου, τουτέστιν ο Θανάσης κι άλλοι πεντέξι) το στόρι σε γενικές γραμμές είναι το εξής: Μια μέρα ο Θεός (ο έτερος χαρακτήρας στους περιεκτικούς διαλόγους του βιβλίου) διατάζει τον Ιωνά να πάει στη Νινευή και να προφητέψει ότι η πόλη θα καταστραφεί εντός τριημέρου. Ο Ιωνάς αντί να πάει κατά την Ανατολή (όπου και η Μεσοποταμική πρωτεύουσα των Ασσυρίων) στρίβει κατά τη Δύση, φτάνει στο λιμάνι της Ιόππης (νυν Γιάφφα) και μπαρκάρει προς άγνωστη κατεύθυνση (το κείμενο αναφέρεται σε μια πόλη με το όνομα Θαρσίς, που άλλοι ερμηνεύουν ως την Ταρσό της Κιλικίας και άλλοι πιο ευφάνταστοι ένα πόλισμα έξω από τις Ηράκλειες στήλες, στην ακτή του Ατλαντικού που σήμερα ονομάζεται Πορτογαλία). Η συνέχεια της ιστορίας είναι πασίγνωστη, καθώς το κόλπο δεν πιάνει και ο Κύριος αποδεικνύεται πανταχού παρών (πράγμα που στην Παλαιά Διαθήκη δεν είναι πάντα εντελώς δεδομένο) οπότε to make a long story short παραλείπουμε κάτι λεπτομέρειες που έχουν περάσει και στα δημοτικά τραγούδια, και ο Ιωνάς μετά από κάποιες άκαρπες διαπραγματεύσεις καταλήγει στο στόμα μιας φάλαινας στην αρχή του δευτέρου κεφαλαίου.

Τρεις μέρες και τρεις νύχτες αργότερα (διάστημα που οι Χριστιανοί θα θεωρήσουν προείκασμα της τριήμερης ταφής και ανάστασης του Χριστού, από όπου προκύπτει και η ανάγνωση του Ιωνά το Μεγάλο Σάββατο) ο ήρως εκβάλλεται στη στεριά, αφού έχει δεόντως μετανοήσει και συντριβεί ενώπιον του Θεού. Εκείνος επαναλαμβάνει την αρχική εντολή που ο Ιωνάς τώρα σπεύδει να εκτελέσει προθύμως, οπότε το τρίτο κεφάλαιο διαδραματίζεται στη Νινευή όπου ο Ιωνάς κηρύττει την επερχόμενη καταστροφή. Παραδόξως για τον αναγνώστη του 21ου αιώνα, οι κάτοικοι αντί να τον πάρουν στο μεζέ τον πιστεύουν και το ρίχνουν μαζικά στη μετάνοια. Σε μια εντελώς αταίριαστη αν και κατανοητή συμπεριφορά, ο Ιωνάς τα βάφει μαύρα διότι συνειδητοποιεί ότι ο Θεός που αρέσκεται στη μετάνοια των ανθρώπων ενδέχεται να μην υλοποιήσει την υπεσχημένη προφητεία, πράγμα καλό μεν για τους Νινευίτες αλλά παγκάκιστο για τον ίδιο τον Ιωνά που η φήμη του ως προφήτη θα κηλιδωθεί ανεπανόρθωτα. Ανθρωπίνως, αν και κάπως αστεία, κατεβάζει μούτρα, και πάει και στήνει μια σκηνή παραέξω για δει τι θα απογίνει, στο τέλος του τρίτου κεφαλαίου.

Ολόκληρο σχεδόν το ενδιαφέρον όμως βρίσκεται στο τέταρτο κεφάλαιο, όπου εκτυλίσσονται μια σειρά από επεισόδια μεταξύ Θεού και μουτρωμένου προφήτη. Για κάποιο λόγο (που μπορώ να εικάσω) η συγκεκριμένη πτυχή της ιστορίας δεν διδασκόταν με λεπτομέρειες στην τρίτη δημοτικού, καθώς ο προφήτης συμπεριφέρεται σαν κακομαθημένο παιδί που του πήραν το παιχνίδι. Το εν λόγω παιχνίδι είναι η κολοκυθιά· όχι η γνωστή «Κολοκυθιά» που παίζανε οι παλιότεροι στην παιδική τους ηλικία (και που ούτε εγώ την έχω προλάβει), αλλά μια πραγματική κολοκυθιά, ή τέλος πάντων ένα δεντράκι που οι Ο’ μετέφρασαν από το πρωτότυπο ως «κολοκύνθη». Ο Θεός βάζει τη μια μέρα το δεντράκι να φυτρώσει αιφνιδίως πάνω από τη σκηνή του Ιωνά ο οποίος χαίρεται που έχει σκιά, αλλά τη νύχτα βάζει ένα σκουλήκι να τη φάει ώστε να ξεραθεί και το πρωί ρίχνει τον ήλιο καταπρόσωπο στον αγαναχτισμένο προφήτη, που κατά δήλωσή του προτιμάει να πεθάνει παρά να ζει. Για χάρη της κολοκυθιάς του.

Στο συγκεκριμένο σημείο εγώ πάντα ταυτιζόμουν με τη διδακτική άποψη που εκφράζει στο κείμενο ο Θεός: η κολοκυθιά νύχτα φύτρωσε και νύχτα ξεράθηκε κι εσύ τίποτα δεν έκανες γι’ αυτήν και τώρα θέλεις να πεθάνεις για χάρη της; Ο Ιωνάς όμως προτιμάει να πεθάνει, κι εγώ αναρωτιόμουν πάντα πόσο γκρινιάρης και πείσμων μπορεί να είναι ένας άνθρωπος που να ρισκάρει και τη ζωή του προκειμένου να περάσει το δικό του, ακόμα και με σχετικά ασήμαντες αφορμές (μέχρι που γνώρισα μερικούς ανθρώπους που είχαν αντίστοιχη συμπεριφορά υπό ορισμένες κάπως παρόμοιες περιστάσεις, τηρουμένων βέβαια των αναλογιών, και είδα τον Ιωνά με άλλο μάτι, όχι ως μια βιβλική καρικατούρα αλλά ως έναν άνθρωπο από αυτούς που κυκλοφορούν ανάμεσά μας και ξαφνικά «παίρνουν ανάποδες» για κάποιους λόγους που δεν είναι προφανείς σε εμάς τους υπόλοιπους και συμπεριφέρονται με έναν τρόπο που σε εμάς μοιάζει ανορθολογικός και εμμονικός, ή καλύτερα συμβατός με μια ιδιαίτερη δική τους λογική που ανάγει σε μείζον ένα ζήτημα ολοφάνερα δευτερεύον, που για τους ίδιους όμως είναι θέμα αρχής.

Κάπως έτσι σκεφτόμουν να γράψω μια ιστορία για τον Ιωνά πριν έξι περίπου χρόνια στο ιστολόγιο, όταν εκείνη την εποχή διάβασα μια άλλη ανάγνωση της ίδιας ιστορίας που είχε αναρτήσει τότε η Πόλυ Χατζημανωλάκη στο εξαιρετικό της ιστολόγιο «Πινακίδες από Κερί». Προς μεγάλη μου έκπληξη η Πόλυ φαινόταν κάπως να παίρνει το μέρος του Ιωνά στην ανάγνωσή της, βάζοντας στο κέντρο του ενδιαφέροντος την αγανάκτηση για «το δεντράκι του», παρόλη την sui generis προσωπικότητα του προφήτη. Η εκδοχή της Πόλυς με έκανε να αναβάλω τη δημοσίευση της δικιάς μου ιστορίας (και όχι μόνο γιατί μου είχε κάνει scoop θεματολογικά, αλλά και γιατί ήθελα να το ξανασκεφτώ λίγο το ζήτημα). Μετά πέρασε ο καιρός, οι μήνες και τα χρόνια και ο Ιωνάς καταχωνιάστηκε στη μνήμη μου και στα αζήτητα των αδημοσίευτων «παραλίγο ιστοριών» του ιστολογίου, από όπου ανασύρθηκε χτες για λόγους επιεικώς άσχετους, καθώς γυρνώντας από μια εκδρομή στην ανατολική Κρήτη αυτή τη φορά, και με άλλη παρέα, θυμήθηκα κάτι αστείες ιστορίες και γελώντας ανακάλυψα αιφνιδίως ότι ήμουν στο αντίθετο ρεύμα οπότε σοβάρεψα ξαφνικά (ευτυχώς δεν ερχόταν κανείς) μουρμουρίζοντας «Πού ‘σαι ρε Τζόνας;» κι αφού ξεμπέρδεψα με τα χρόνια πολλά στους εορτάζοντες (καθότι των Ταξιαρχών και γιόρταζαν διάφορα απροσδόκητα ονόματα) έκατσα και ξαναδιάβασα από την αρχή την ιστορία και σκέφτηκα ότι η αψυχολόγητη οργή του Ιωνά ίσως δεν ήταν τελικά ένα ξέσπασμα εγωιστικής παράνοιας ή άντε, εκδήλωση γεροντικού πείσματος ή ίσως αγκίστρωση σε μια διαψευσμένη προσδοκία (μια ακόμα διαψευσμένη προσδοκία), αλλά μπορεί να ήταν κάτι πιο βαθύ, πιο σκοτεινό, πιο θεμελιακό, κάτι που έλκει την καταγωγή του στο επώδυνο παρελθόν του ανθρώπου εκείνου.

Για κάποιον που έχει περάσει τρεις μέρες (ή τρεις μήνες ή τρεις αιώνες) στην κοιλιά του κήτους, ένα δεντράκι είναι μια παρηγοριά, δεν είναι;


[...] ἀπέῤῥιψάς με εἰς βάθη καρδίας θαλάσσης, καὶ ποταμοὶ ἐκύκλωσάν με· πάντες οἱ μετεωρισμοί σου καὶ τὰ κύματά σου ἐπ᾿ ἐμὲ διῆλθον. [...] περιεχύθη μοι ὕδωρ ἕως ψυχῆς, ἄβυσσος ἐκύκλωσέ με ἐσχάτη, ἔδυ ἡ κεφαλή μου εἰς σχισμὰς ὀρέων. [...] κατέβην εἰς γῆν, ἧς οἱ μοχλοὶ αὐτῆς κάτοχοι αἰώνιοι, καὶ ἀναβήτω ἐκ φθορᾶς ἡ ζωή μου [...].
.
.
.
Καὶ προσέταξε Κύριος τῷ κήτει, καὶ ἐξέβαλε τὸν Ἰωνᾶν ἐπὶ τὴν ξηράν.



Σ.Σ. Το κείμενο της Πόλυς Χατζημανωλάκη περιλαμβάνει διάφορες αναφορές όπου η ιστορία του Ιωνά χρησιμεύει ως έμπνευση· θα ήθελα ίσως να προσθέσω ένα δημοτικό τραγούδι που είχα διαβάσει στη συλλογή του Ν. Πολίτη και μου διαφεύγει τώρα ο τίτλος του, όπου σε μια φουρτούνα οι ναυτικοί προσεύχονται «ο καθένας στο Θεό του» όπως οι συνάδελφοί τους της ιστορίας του Ιωνά. Το πλήρες κείμενο του Ιωνά από τους Ο' μπορείτε να βρείτε εδώ αλλά αν χρειάζεστε μετάφραση και αντέχετε τις επικολυρικές εκφράσεις μπορείτε να βρείτε μία κάπως γλαφυρή απόδοση εδώ. Αν και με εντυπωσιάζει ως ιδέα δεδομένων των ναυσιπλοϊκών μέσων της εποχής, την άποψη ότι η Θαρσίς, προορισμός του Ιωνά, βρισκόταν στην Ιβηρική χερσόνησο την πρωτοδιάβασα σε ένα βιβλίο για την ιστορία της Πορτογαλίας (και αργότερα την ξαναείδα εδώ κι εκεί στο διαδίκτυο). Την άποψη ότι η «κολοκύνθη» δεν είναι ακριβώς κολοκυθιά την συνάντησα σε μια προτεσταντικής προέλευσης μετάφραση της Βίβλου (άλλωστε το γνωστό σήμερα κολοκύθι είναι φυτό του Νέου Κόσμου, δείτε και σχετικό άρθρο του ειδήμονος Ν. Σαραντάκου εδώ).

Α, ναι, η φράση με τις «μάταιες γενεαλογίες» μου έχει μείνει από ένα απόσπασμα του Νικόδημου του Αγιορείτη που διάβασα στο πίσω μέρος μιας έκδοσης του Ερωτόκριτου και έχω ξαναμνημονεύσει
εδώ.

19/10/15

Ακούει το «Ικαρία»;

Σκάφος με τη σημαία της Ελευθέρας Πολιτείας Ικαρίας σε ανεπίσημη επίσκεψη στη φθινοπωρινή Άνδρο, Μπατσί (Φωτό © Ροβυθέ, Οκτώβριος 2015)

- Από Δαίδαλο, Ικαρία ακούει;
- Ακούει Ικαρία.
- Πορεία 130.
- Ελήφθη.


Στο αεροδρόμιο της Αθήνας έφτασα μεσάνυχτα Πέμπτης. Παρασκευή απόγευμα ο Νίκος πέρασε και με μάζεψε και ξαναβρεθήκαμε στο αεροδρόμιο όπου συναντηθήκαμε με τον Αντώνη και το Βασιλάκη. Στην αίθουσα αναμονής πέσαμε πάνω στο Δαμιανό· πήραμε όλοι μαζί το αεροπλάνο για Σκιάθο όπου μας περίμεναν οι άλλοι δύο. Ο Φραγκίσκος με το Γιώργο πήραν μαζί τους το Δαμιανό στο «Δαίδαλος». Οι υπόλοιποι τέσσερις, Καριώτες όλοι, γίναμε το πλήρωμα του «Ικαρία». Χάρη στην παρουσία του εντεκάχρονου συνονόματου Βασιλάκη, για πρώτη φορά στα χρονικά αυτής της παρέας δεν με φώναζαν με το υποκοριστικό του ονόματος αλλά με το κανονικό. Προσπάθησα εις μάτην να τους επιβάλω να με φωνάζουν Κηλ, επί το ιστιοπλοϊκότερο Keel, αλλά κανείς δεν τσίμπησε. Δεν πειράζει, σαρανταεφτά χρόνια Βασιλάκης έγινα επιτέλους για τρεις μέρες Βασίλης· επαρκής λόγος να συμπαθήσω τον πιτσιρικά όσο δε λέγεται.

Σαλπάραμε γύρω στις δέκα και μισή, αφού περιμέναμε κάμποσο το Δαίδαλο να ξεμπλέξει την άγκυρά του. Ο καιρός ήταν ακόμα καλός, και βιαζόμασταν να προλάβουμε να περάσουμε το Καβοντόρο πριν μας πιάσει το εξάρι-εφτάρι που προβλεπόταν για την Κυριακή. Στη θάλασσα η συντομότερη οδός δεν είναι πάντα η ευθεία· αποφασίσαμε να κατευθυνθούμε προς Άνδρο ώστε την Κυριακή που θα γύριζε Νοτιάς να μην τον έχουμε κόντρα. Ο προπορευόμενος Δαίδαλος έδειχνε την πορεία (130 μοίρες για Κύμη κατ’ αρχήν) με το πρυμνιό φως να λειτουργεί ως σημάδι. Κάναμε βάρδιες κατά δυάδες (και ο μικρός, που απεδείχθη εξαιρετικός τιμονιέρος). Στη σκοτεινή νύχτα, ο ουρανός ήταν γεμάτος χιλιάδες αστέρια. Ο ήχος της μηχανής (μηχανάδα πηγαίναμε, δε φύσαγε ούτε πέντε κόμβους) διακοπτόταν πού και πού από τις διασκεδαστικές παρατηρήσεις που ερχόντουσαν από το VHF.

- Ικαρία ακούει;
- Έλα Δαίδαλος, ακούει Ικαρία.
- Ερυθρό έχετε;
- Τι ερυθρό; Κόκκινο φως αριστερά;
- Ναι, ερυθρό.
- Στο χωριό μου το λένε κόκκινο. Εσύ απ’ το ίδιο χωριό δεν είσαι;
- Ρε λέγε αν έχετε, δεν το βλέπω.
- Πού να το δεις, αφού είσαι δεξιά. Το κόκκινο είναι αριστερά.
- Καλά, πορεία 130.
- Ελήφθη Δαίδαλος. Τέλος.


Έδωσα κάνα δυο μοίρες ακόμα στον αυτόματο για να πάω λίγο πιο δεξιά. Πάνω στην ώρα το VHF ξαναχτύπησε.

- Προσοχή, Ικαρία, είναι ένα μηχανοκίνητο και μια μηχανότρατα αριστερά μου.

Πριν προλάβω να πω κάτι σαν «Ναι ρε μλκ, τα βλέπω, μπαμ κάνουνε» ακούστηκε μια τρίτη φωνή στο κανάλι 72.

- Γρι-γρι είμαι καπετάνιε, όχι τράτα.
- Α, συγγνώμη,
ακούστηκε πνιγμένος στα γέλια ο «καπετάνιος».
- Από μπροστά σου να περάσω ή από πίσω;
- Από μπροστά, έχω και ουρά πίσω.


Σήκωσα το φορητό VHF:

- Η ουρά ακούει, Δαίδαλος.

Αλλά κάπου εκεί τα έπαιξαν οι μπαταρίες και το φορητό γύρισε αυτόματα στο 16 λίγο πριν εκπνεύσει οριστικά. Δυνάμωσα το κεντρικό VHF ώστε να ακούγεται από την καμπίνα αν μιλήσει κάποιος. Συνέχισα με 130-135 (όλο και πιο δεξιά μου βρισκόταν ο Δαίδαλος παρά την προσπάθεια) μέχρι που τέλειωσε η βάρδια μου κατά τις τέσσερις το πρωί και κοιμήθηκα για μερικές ώρες. Όταν ξύπνησα είχε ξημερώσει, είχε φύγει πίσω μας η Κύμη και η πορεία είχε αλλάξει προς τον Καφηρέα. Στο τιμόνι εναλλάσσονταν πατέρας και γιος. Κάποια στιγμή ο Βασιλάκης βαρέθηκε.

- Μπαμπά, πάω να διαβάσω.
- Εντάξει,
είπε ο Αντώνης. Να σε βλέπω.

Ο μικρός είχε υποδειγματική ψυχραιμία για την περίσταση, ούτε γκρίνια, ούτε «θέλω αυτό» ούτε τίποτα. Είχε μαζί του δύο βιβλία-τούβλα με ιστορίες με δράκους, μάγους και ξωτικά, απομιμήσεις του Τόλκιν, φαντάζομαι. Είχε και μια σειρά από αεροπλανάκια-οριγκάμι, σελίδες χαρτί που με ένα ιδιαίτερο δίπλωμα γινόντουσαν μαχητικά F-16, Σουχόι, Ραφάλ κι ό,τι άλλο θες. Είχε και σχολείο τη Δευτέρα, αλλά δε θα πήγαινε. Μου είπε χαμογελαστά ότι θα έχανε το διαγώνισμα ιστορίας. Αλλά δεν πειράζει, ιστορία έχει κάθε μέρα, το Αιγαίο δεν το διασχίζουμε κάθε μέρα, ε;

Βραχονησίδα απέναντι από τον Καφηρέα. Ούτε τρία μποφώρ. (Φωτό © Ροβυθέ, Οκτώβριος 2015)

Περάσαμε τον Καφηρέα μεσημέρι και φτάσαμε στο Μπατσί γύρω στις τρεις μέσα σε απόλυτη νηνεμία. Η σημαία της Ελευθέρας Πολιτείας Ικαρίας που κρεμόταν από τα ξάρτια μας είχε κεντρίσει την περιέργεια μερικών περιπατητών στο μώλο. Είχε συννεφιάσει, ο καιρός ετοιμαζόταν να γυρίσει. Δέσαμε και πέσαμε στα νερά του λιμανιού κι ύστερα από λίγο πέσαμε τέζα στα κρεβάτια μας για να αναλάβουμε από το πολύωρο ταξίδι. Το λιμανάκι ήταν έρημο, φθινοπωρινό. Το βράδυ φάγαμε σε μια ταβέρνα που στα διπλανά τραπέζια είχε κυρίως ξένους, μόνιμους κατοίκους. Κοιμηθήκαμε νωρίς· η επόμενη μέρα θα άρχιζε πριν χαράξει.

Μπατσί, Άνδρος, Οκτώβριος 2015 (Φωτό © Ροβυθέ).

Ξυπνήσαμε με βροχή και με το κύμα να σκάει με πάταγο στο λιμενοβραχίονα. Φορέσαμε νιτσεράδες και γαλότσες· ο μικρός εξορίστηκε στην καμπίνα του παρέα με τους δράκους και τις σαΐτες και οι λοιποί τρεις ζοριστήκαμε λίγο να λύσουμε και να βγούμε ανοιχτά. Ο αέρας ήταν γύρω στους 25 κόμβους, το κύμα άφριζε γύρω όντας εξάρι γεμάτο, τοπικά μπορεί και παραπάνω. Ευτυχώς είχαμε τον καιρό στο πλάι· ανοίξαμε πανιά (μουδαρισμένοι βέβαια) σε μια αρκετά ξεκούραστη ανοιχτή πλαγιοδρομία. Η ταχύτητά μας έφτανε ίσαμε τους οχτώμισι κόμβους. Ο Δαίδαλος πήγαινε πιο γρήγορα καθώς είχε λίγο μεγαλύτερη ιστιοφορία (και οι τρεις του πληρώματός του ήταν έμπειροι, ενώ από εμάς τους τέσσερις μόνο οι δύο, οπότε το πηγαίναμε πιο συντηρητικά). Το VHF γκρίνιαζε.

- Από Δαίδαλο, πορεία 260.
- Πες του ότι τη βλέπω μπροστά μου τη Τζιά, δε χάνεται.


Δε χανόταν. Χτυπηθήκαμε για κάνα τεσσάρι ώρες αλλά μόλις στρίψαμε προς νότο με κατεύθυνση το Βουρκάρι ο καιρός έπεσε σε ένα αντιμετωπίσιμο τεσσάρι. Στο μεταξύ είχαμε γίνει μουσκίδι μέσα στις νιτσεράδες, πιο πολύ από τον ιδρώτα· ο νοτιάς ήταν ζεστός. Η βροχή είχε σταματήσει, αλλά ο αέρας έπιασε πάλι να δυναμώνει. Μπήκαμε στην Κορρησία κατά τις δώδεκα μπροστά από μια αρμάδα ιστιοφόρων που έτρεχε να κρυφτεί στον κόλπο πριν τους πιάσει άσχημα ο καιρός. Ο Δαίδαλος πρόλαβε και πρυμνοδέτησε υπό γωνία· όταν μπήκαμε εμείς ήδη τσακωνόντουσαν με άλλους που ήθελαν να δέσουν πάνω τους. Τελικά χωθήκαμε εμείς δίπλα σε μια κάπως προβληματική πλαγιοδέτηση που ενισχύσαμε με διαγώνια σχοινιά προς το μώλο (έτσι βέβαια εμποδίζαμε τον οποιοδήποτε άλλο να δέσει δίπλα μας, αλλά τέτοια ώρα τέτοια λόγια). Ο άνεμος έκανε ριπές πάνω από τριάντα κόμβους και μας έσπρωχνε προς την προβλήτα, αλλά τα δίδυμα σκάφη μας απλώς έσπρωχναν τα μπαλόνια και κρατιούνταν καλά από τα σχοινιά και κάπως από τη μισή άγκυρα που είχαμε προλάβει να ρίξουμε.

Σε λίγο στο λιμανάκι γινόταν το αδιαχώρητο· όλοι είχαν σπεύσει να πλαγιοδετήσουν καλού-κακού και οι επόμενοι έδεναν πάνω τους φτιάχνοντας στοίβες από σκαφάκια. Μερικοί έμειναν αρόδου, πάνω στις άγκυρες, περιμένοντας να περάσει το χειρότερο. Κάποια στιγμή βγήκε ήλιος· βάλαμε τα βρεγμένα να στεγνώσουν, κάποιοι βούτηξαν στα νερά, και μετά αράξαμε στις παραλιακές καφετέριες για εσπρέσσο και γλυκάκι βλέποντας κάτι τεράστια καταμαράν να προσπαθούν να χωρέσουν σε δυο μέτρα ντόκο. Η Κορρησία ήταν πολύ πιο κοσμική από το χτεσινό Μπατσί· πλήθη Αθηναίων ιστιοπλόων τριγυρνούσαν στο λιμανάκι σε χτυπητή αντίθεση με το ερημικό Ανδριώτικο λιμάνι. Περάσαμε τις ώρες με εφημερίδα, κουβεντούλα, και τζιν-τόνικ, μέχρι να έρθει ο πλοίο της γραμμής που μάζεψε πλήθη εκδρομέων του Σαββατοκύριακου (και το Δαμιανό από το πλήρωμα του Δαίδαλου) για να τους πάει στο Λαύριο και από κει στην Αθήνα.

Απόψις λιμένος Κορρησίας από το hatch μιας καμπίνας του «Ικαρία». Η κουλούρα χρησιμεύει ως σημαδούρα για να βλέπουν το διαγώνιο σκοινί τα διερχόμενα σκάφη. (Φωτό © Ροβυθέ, Οκτώβριος 2015).

Ψηφίσαμε να πάμε στην Ιουλίδα για βράδυ· όπως συμβαίνει τελευταία άλλα ψηφίζεις κι άλλα βγαίνουν, οπότε η κούραση κέρδισε και ξεμείναμε σε μια ταβέρνα παρά θιν’ αλός όπου πληρώσαμε τον κούκο αηδόνι, προφανώς επειδή τα αθηναϊκά ιστιοπλοϊκά (όχι μόνο) πλήθη φέρνουν μαζί τους και αθηναϊκές τιμές. Οι άλλοι χαρχάλευαν τα κινητά τους ποστάροντας φωτογραφίες και μιλώντας με τις συζύγους. Εγώ που δεν έχω σύζυγο ούτε και smartphone είχα εστιαστεί σε ένα γιαουρτάκι με γλυκό σταφύλι που είχε έρθει για επιδόρπιο και αναρωτιόμουν πόσο θα του πήγαινε η ρακή, αν είχαμε, αλλά πάνω στην ώρα οι Καριώτες της παρέας αρχίσαμε να θυμόμαστε τις πρώτες μας κοινές «ιστιοπλοϊκές» εμπειρίες κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ’80 που ο συχωρεμένος ο πατέρας του Φραγκίσκου είχε φέρει στην Ικαρία ένα καΐκι κι εμείς τον είχαμε υποχρεώσει να μας πάει βόλτα από Εύδηλο μέχρι Αρμενιστή, και κουβέντα στην κουβέντα αρχίσαμε τα «θυμάσαι τότε που» μέχρι που ο Βασιλάκης βαρέθηκε και πήγε στο σκάφος να φτιάξει σαΐτες και ο Γιώργος που είναι Σκιαθίτης ο άνθρωπος και δεν έχει το ικαριακό κοινό παρελθόν των υπολοίπων άρχισε να χασμουριέται και στο τέλος πήγαμε μια μεγάλη βόλτα μέχρι να νυστάξουμε και φυσικά νυστάξαμε στο πεντάλεπτο και πέσαμε για ένα μακρύ, βαθύ ύπνο που δεν ταραζόταν από κανένα πολύ πρωινό ξύπνημα.

Το πρωί ο καιρός ήταν ένα απαλό τριαράκι δυτικό με λιακάδα. Τα σκάφη έλυναν και έφευγαν προς το Σαρωνικό· λύσαμε κατά τις έντεκα, το Ικαρία πρώτο καθότι είμασταν απέξω, και προλάβαμε να βγούμε πριν μπει το πλοίο της γραμμής. Ο Δαίδαλος ακολούθησε· φυσούσε ελάχιστα και εντελώς όρτσα, οπότε ήταν μάταιη κάθε προσπάθεια να ανοίξουμε πανιά.

- Ικαρία ακούει;
- Λέγε Δαίδαλος, Ικαρία ακούει.
- Πάρτε πορεία για...
- Πες του ότι το βλέπω το Λονγκ Άιλαντ, δε θα πέσω πάνω,
φώναξε ο Αντώνης από το τιμόνι.

Άποψη Σουνίου από τη θάλασσα, με το ναό του Ποσειδώνα (Φωτό © Ροβυθέ, Οκτώβριος 2015).

Περάσαμε τη Μακρόνησο και το Σούνιο· είχα μια μάταιη ελπίδα ότι μέσα στο Σαρωνικό θα είχαμε λίγο άνεμο στο πλάι, αλλά μέχρι να μπούμε είχε γυρίσει βορειοδυτικός και πάλι φάτσα μας ήτανε.

- Δαίδαλος ακούει;
- Ακούει Δαίδαλος.
- Το Γαϊδουρονήσι από μέσα ή απέξω;
- Από μέσα.
- Εμείς απέξω.
- Πρόσεχε μη μπεις στο Δίαυλο.
- Άσε μας ρε...Τέλος.


Αυτός την πιο σύντομη, εμείς την πιο άνετη διαδρομή. Τον είδα που αποπειράθηκε να ανεβάσει μαΐστρα μήπως κερδίσει κάνα μίλι, αλλά η προσπάθεια ακυρώθηκε σε πέντε λεπτά. Στο τέλος ανέβασε στροφές για να μας προσπεράσει και να μπει πρώτος, καθότι ήξερε τα κατατόπια στον Άλιμο σε αντίθεση με εμάς. Μπήκαμε στη μαρίνα κατά τις 5 το απόγευμα, δέσαμε δίπλα στο Δαίδαλο, μαζέψαμε και νετάραμε όπως όπως. Είπαμε να πάμε για κάνα ποτάκι στο Σκίπερς, αλλά γρήγορα ένας ένας έφευγε να ξαναβρεί την οικογένεια. Σκορπίσαμε λίγο πριν νυχτώσει· πήγα στο πατρικό μου και ξανάγινα Βασιλάκης σε χρόνο dt. Χρειαζόμουν ένα ζεστό μπάνιο κι έναν ήσυχο ύπνο ακόμα. Αλλά νωρίς το πρωί ήμουν πάλι στο αεροδρόμιο.

Έφτασα στο Ηράκλειο κατά τις 11. Πήγα σπίτι και ξεφόρτωσα νιτσεράδες, γάντια, τζάκετ και βρεγμένα ρούχα. Ανέβηκα στη δουλειά πολύ αργά· η Ρ. με περίμενε όλο αγωνία.

- Πώς πήγε η ιστιοπλοΐα;
- Καλά, αλλά δεν ήταν τόσο ιστιοπλοΐα, μηχανάδα πηγαίναμε...
- Κρίμααααα... Σου είπα ότι ξεκίνησα μαθήματα; Έκανα το πρώτο.
- Μου το είπες. Θα σου αρέσει, είμαι βέβαιος.
- Θα θυμηθείς να μου φέρεις το βιβλίο της θεωρίας;
- Θα στο φέρω. Θα το θυμηθώ.


Ικαρία ακούει.

4/10/15

Τα χέρια της

Φωτό Ροβυθέ, 15/8/2015

     - Καλημέρα, είπε η αλεπού.
     - Καλημέρα, αποκρίθηκε ευγενικά ο μικρός πρίγκιπας και γύρισε, μα δεν είδε τίποτα.
     - Εδώ είμαι, είπε μια φωνή, κάτω από τη μηλιά...
     - Ποια είσαι;, είπε ο μικρός πρίγκιπας. Μου φαίνεσαι πολύ όμορφη...
     - Είμαι μια αλεπού, είπε η αλεπού.
     - Έλα να παίξεις μαζί μου, της πρότεινε ο μικρός πρίγκιπας. Είμαι τόσο λυπημένος...
     - Δεν μπορώ να παίξω μαζί σου, είπε η αλεπού. Δε μ' έχουν ημερώσει.


Κοιτάζω μια φωτογραφία που πόσταρε ένας φίλος στο facebook. Έχει τραβηχτεί κάπου στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’80, ίσως το καλοκαίρι του ‘86. Θυμάμαι καλά τη βραδιά που τραβήχτηκε· η παρέα είχε μαζευτεί ως συνήθως στην πλατεία του Ευδήλου και κάποιος έριξε την ιδέα να πάμε να κάτσουμε στην παραλία του Φλες. Πήραμε κρασιά μαζί μας, μαζέψαμε ξερόκλαδα κι ανάψαμε μια βραχύβια φωτιά. Αράξαμε στην άμμο κοιτώντας τα αστέρια και κουβεντιάζοντας, δε θυμάμαι τώρα πια για τι πράγμα. Μάλλον για αυτά που απασχολούν τους εφήβους γενικά. Κάποιος σήκωσε μια φωτογραφική μηχανή και μας τράβηξε έτσι όπως είμασταν ξαπλωμένοι στην άμμο, γύρω από τη φωτιά. Δεν την είχα δει αυτή τη φωτογραφία στον καιρό της, παρά μόνο σχετικά πρόσφατα, μετά την εμφάνιση των social media.

Η ηλικία όλων μας άρχιζε τότε με τον αριθμό 1, κάποιοι και κάποιες πρέπει να πήγαιναν ακόμα σχολείο. Σήμερα η ηλικία όλων μας αρχίζει από 4. Τότε πρέπει να πήγαινα προς το δεύτερο έτος στο Πανεπιστήμιο· σήμερα δεύτερο έτος πάνε τα παιδιά μερικών από τους εικονιζόμενους. Κοιτάζω τη φωτογραφία σκεπτόμενος ότι σήμερα έχουμε αλλάξει, εμφανισιακά τουλάχιστον, όλοι. Ή μάλλον σχεδόν όλοι. Ο χρόνος δεν είναι δίκαιος: με μερικούς ανθρώπους είναι σκληρός, με άλλους πιο επιεικής. Σε πολύ λίγους και εκλεκτούς φαίνεται πως χαρίζεται εντελώς.

Η Α. είναι από τους εκλεκτούς, από αυτούς που λες πως κάπου στο σπίτι τους έχουν κρυμμένο το πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ που γερνάει και ασχημίζει ενώ οι ίδιοι μένουν όμορφοι και δροσεροί έξω στον κόσμο. Κοιτάζω τις πρόσφατες φωτογραφίες που την τράβηξα το καλοκαίρι που μας πέρασε και τις συγκρίνω με την παλιά φωτογραφία. Δε βρίσκεις και πολλές διαφορές, ή τέλος πάντων σίγουρα όχι τις διαφορές που θα περίμενες να μαζευτούν σε εικοσιεννιά χρόνια. Έχει το ίδιο λαμπερό χαμόγελο, μακριά κατσαρά μαλλιά που κυματίζουν και μάτια που σε κοιτάζουν σαν αναμμένα κάρβουνα. Η παρομοίωση είναι βέβαια κάπως περιπαθής, και ο ορθολογικός εαυτός μου με πείθει ότι θα φταίει η αντανάκλαση της φλόγας, ή ίσως του φλας.

Δεν είμασταν ιδιαιτέρως φίλοι τότε· σε εκείνη την παρέα εγώ ήμουν αντεπιστέλλον μέλος, περιστασιακό, καθώς τα πιο πολλά παιδιά ήταν δυο-τρία χρόνια μικρότερα, πράγμα που σε αυτές τις ηλικίες έχει μια σημασία. Πολύ λίγα χρόνια αργότερα δεν είχε πια καμμία σημασία και όλες οι καλοκαιρινές ικαριακές παρέες είχαμε γίνει ένα πράγμα, όμως εκείνη δεν πολυερχόταν πια. Σπούδαζε κάπου μακριά κάτι που απαιτούσε καλοκαιρινές πρακτικές ασκήσεις κι ερχόταν για πολύ λίγο - αν ερχόταν ολωσδιόλου. Την εποχή που εμείς τραβούσαμε τα καλοκαίρια μας όσο γινόταν πιο πολύ και επισφραγίζαμε τις φιλίες μας με υπερβολικές κραιπάλες, υποβόσκοντα ερωτισμό και άφθονο αλκοόλ, εκείνη συνήθως δεν ήταν εκεί.

Συν τω χρόνω χαθήκαμε εντελώς· δεν υπήρχε το τηλέφωνό της στην ατζέντα, δεν ήταν από τα άτομα που θα σκεφτόσουν αμέσως να φωνάξεις σε μια μάζωξη ή σε ένα πάρτι. Έτσι κι αλλιώς όλοι ψιλοχαθήκαμε μια εποχή που οι δρόμοι χώριζαν· άλλοι έστηναν δουλειές και οικογένειες, άλλοι ξενιτευόντουσαν για τον ένα ή για τον άλλο λόγο, άλλοι άλλαζαν στυλ και παραστάσεις. Στο τέλος ο καθένας έμεινε με τρεις-τέσσερις-πέντε φίλους που ταίριαζαν πιο πολύ τα χνώτα τους κι οι επιλογές τους, και για τους υπόλοιπους επιφυλασσόταν ένα «έλα, τι γίνεσαι, χαθήκαμε» σε τυχαίες καλοκαιρινές συναντήσεις ή στην καλύτερη περίπτωση κάποιες ευχές σε γιορτές και γενέθλια, κάποιες συναντήσεις σε γάμους και βαφτίσια με το αναπόφευκτο «θυμάσαι τότε που...» κι ύστερα ο καθένας έπαιρνε το δρόμο του πάλι - οικογένεια, υποχρεώσεις, προσωπικές και πολιτισμικές επιλογές.

Όλα αυτά τα χρόνια την είδα, φευγαλέα μάλλον, πολύ λίγες φορές. Σε γάμους, βαφτίσια, πάρτι κοινών γνωστών, δυο-τρεις φορές στην Ικαρία για πολύ λίγο. Κάποια στιγμή ανταλλάξαμε τηλέφωνα, αργότερα γίναμε «φίλοι» με τη φεισμπουκική έννοια του όρου. Για να πω τη μαύρη αλήθεια, δεν έχουμε πολλά κοινά· ο κόσμος μου και ο κόσμος της δεν συναντιούνται παρά σε λίγα πράγματα. Δεν ξέρω πώς ζει, τις παρέες της και τις προτιμήσεις της. Στην Ικαρία πια έρχεται ελάχιστα, καθώς έχει βρει αλλού τους τόπους και τους τρόπους που της ταιριάζουν, και περνάει τα καλοκαίρια (και μερικούς χειμώνες, από όσο ξέρω) εκεί. Σε εμάς θα έρθει ίσως μια φορά στα τρία-τέσσερα χρόνια, και θα μείνει για λίγες μέρες.

Ήρθε φέτος. Την είδα να βγαίνει από το καράβι παραμονή δεκαπενταύγουστου, καθώς αποχαιρετούσα φίλους που έφευγαν. Δεν πρόλαβα να της μιλήσω τότε, αλλά την άλλη μέρα την είδα στο πανηγύρι. Χαιρετηθήκαμε, χορέψαμε λίγο, μιλήσαμε λίγο περισσότερο. Πρόσεξα τη φωνή της, που δεν τη θυμόμουν τόσο βαθιά.

- Μην αγχώνεσαι, είπε (μια φράση του συρμού τώρα τελευταία που σημαίνει τα πάντα και τίποτα). Είναι από τα τσιγάρα.

Κάπνιζε τον ίδιο καπνό με εμένα· της ζήτησα να μου στρίψει ένα τσιγάρο. Πρόσεξα τα δάχτυλά της καθώς μου το πρόσφερε. Δεν τα είχα προσέξει ως τότε. Μακριά, λεπτά δάχτυλα. Ύστερα τα χέρια της. Λεπτά, νευρώδη, δέρμα σταρένιο οργωμένο με φλέβες που εξείχαν.

- Τι κοιτάζεις;
- Τα χέρια σου. Μπορώ να τα βγάλω φωτογραφία;


Δε φάνηκε να παραξενεύεται πάρα πολύ. Ίσως να είναι σχετικά συνηθισμένη να τη φωτογραφίζουν. Πάντως με άφησε. Ο φωτισμός δεν ήταν καλός και το αποτέλεσμα δεν με ικανοποίησε όσο θα ήθελα. Εντάξει, έχω και πολύ μέτρια μηχανή, ειδικά για νύχτα.

- Πρέπει στο φως της μέρας, είπα.
- Εντάξει, συμφώνησε.

Δυο μέρες αργότερα βρεθήκαμε στο φως της μέρας, στη θάλασσα. Το φετινό παράξενο Αύγουστο δεν είχε σχεδόν καθόλου μελτέμια, αλλά εκείνη τη μέρα είχε ένα σχετικό κυματάκι. Προσπάθησα πάλι, με φως αυτή τη φορά, αλλά και πάλι με μέτρια επιτυχία. Αυτό που έβλεπαν τα μάτια μου η μηχανή δεν το αιχμαλώτιζε. Άλλαξα φόντο, πλησίασα πολύ κοντά. Τραβήχτηκε. Ο φακός γινόταν επιθετικός, μου είπε.

Είχε δίκιο, μάλλον. Δεν επέμεινα· το παιχνίδι έχει νόημα όταν το ευχαριστιούνται όλοι. Έκρυψα τη μηχανή, μιλήσαμε, κολυμπήσαμε, ήπιαμε κάτι, ήρθαν κι άλλοι και η παρέα μεγάλωσε, είπαμε «θυμάσαι τότε που» και μερικά ακόμα πράγματα. Κάποια στιγμή έφυγε από την παραλία και σε μια-δυο μέρες και από το νησί. Συναντηθήκαμε άλλη μια φορά λίγο πριν φύγει.

- Θα μου στείλεις τις φωτογραφίες;
- Θα σου τις στείλω. Δεν είναι πολύ καλές όμως.
- Δεν πειράζει.


Δεν έχουμε μιλήσει έκτοτε. Το υπόλοιπο καλοκαίρι πέρασε λίγο στην πίεση, εν μέσω οικογενειακών υποχρεώσεων και προθεσμιών· όχι εντελώς «διακοπές». Κάποια μέρα ένας φίλος πήρε τη μηχανή που είχα αφήσει στο τραπέζι και χάζευε τις φωτογραφίες. Μου έδειξε μία με τα χέρια της.

- Τι είναι αυτό;
- Τα χέρια της Α. Έχει ενδιαφέροντα χέρια.
- Περίεργο, δεν ήξερα ότι κάνετε παρέα.
- Δεν κάνουμε παρέα. Γιατί περίεργο;
- Ε, γιατί ρε παιδί μου είστε εντελώς διαφορετικοί άνθρωποι. Από άλλον πλανήτη. Δε γίνεται να κάνετε παρέα.


Γίνεται, είπε η αλεπού. Βλέπει κανείς στη Γη τόσα περίεργα πράματα...
- Ω! δεν είναι πάνω στη Γη, είπε ο μικρός πρίγκιπας.
Η αλεπού φάνηκε πολύ παραξενεμένη:
- Πάνω σ' άλλο πλανήτη;
- Ναι.
- Έχει κυνηγούς σ' αυτό τον πλανήτη;
- Όχι.
- Πολύ ενδιαφέρον αυτό. Και κότες;
- Όχι.
- Τίποτα δεν είναι τέλειο, αναστέναξε η αλεπού.

Ναι, δεν είναι...


(Σ.Σ. Τα αποσπάσματα από το «Μικρό Πρίγκηπα» του Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερί είναι από την έκδοση του Ηριδανού, σε μετάφραση Στρατή Τσίρκα).


6/9/15

Ένας γέρος στο παγκάκι

Ο κύριος Γιάννης, στο παγκάκι έξω από το Φαρμακείο στο Κεραμέ. Φωτό Ροβυθέ, Αύγουστος 2015.

Καθόταν στο παγκάκι έξω από την είσοδο του φαρμακείου. Μπαίνοντας τον χαιρέτησα· κούνησε το κεφάλι. Βγαίνοντας με σταμάτησε.

- Εσύ με χαιρέτησες γιατί ξέρεις ποιος είμαι, αλλά εγώ δεν ξέρω εσύ ποιος είσαι.


Του είπα, κατά το ικαριακό έθος, τα ονόματα των γονιών μου. Με θυμήθηκε· ίσως να θυμήθηκε και ότι είχα βρεθεί στο σπίτι του μια-δυο φορές πριν λίγα χρόνια.

- Τι κάνουν οι γονείς σου; ρώτησε.

Του είπα την αλήθεια, ότι περνάνε τα χρόνια και το γήρας ου γαρ έρχεται μόνον. Συμφώνησε. Κι αυτός αυτής της γενιάς είναι, άλλωστε. Τον επαίνεσα πάντως που κρατιέται μια χαρά. Μου είπε ότι σε μερικούς, όπως στους δικούς μου, τα προβλήματα ξεκινούν από το κεφάλι, σε άλλους, όπως εκείνος, από τα πόδια. Πού κουράγια τώρα πια.

Ρώτησα αν πηγαίνει ακόμα στα χωράφια. Μου είπε ότι έχει φέρει τα χωράφια κοντά, γύρω από το σπίτι. Ό,τι είναι μακρύτερα το έχει δώσει αλλού, ώστε να μπορεί ο ίδιος να πηγαίνει στα κοντινά. Ρώτησα αν δεν πηγαίνει ούτε στο Δρούτσουλα.

- Όχι, με 350 ευρώ σύνταξη τι να πρωτοκάμεις; Άμα θες αμάξι για να ανέβεις στο Δρούτσουλα και να ξανακατέβεις, θες και μεροκάματο να πληρώσεις εργάτη, πάει η σύνταξη. Τα έδωσα κι εκείνα.
- Τίποτα ζώα δεν έχετε κρατήσει;
- Έχω, έχω κότες, έχω δυο κατσικούλες. Εδώ, στο σπίτι.


Ρώτησα για τη γυναίκα του, για τα παιδιά, τα εγγόνια (αν και μισοήξερα τις απαντήσεις). Του έδωσα συγχαρητήρια για το καινούργιο βιβλίο που εξέδωσε ο γιος του· μια λεπτομερή καταγραφή της ικαριακής εξωτερικής μετανάστευσης τον 20ο αιώνα. Δουλειά μυρμηγκιού, πολλών χρόνων. Το μάτι του έλαμψε· καμάρωνε μέσα του.

- Να ‘ξερες πόση δουλειά είχε αυτό το βιβλίο… Ό,τι δούλευε τα καλοκαίρια το ξόδευε για να πάει το χειμώνα στην Αμερική, την Αυστραλία, να μαζέψει το υλικό. Κι έγραφε μέρες, βδομάδες, μήνες… Είναι η τρέλα του.

Του είπα ότι οι τρελοί πάνε τον κόσμο μπροστά, οι γνωστικοί κάθονται στα αυγά τους και αν δεν υπήρχε μερικών η τρέλα ο κόσμος θα έμενε απαράλλαχτος. Φάνηκε να συμφωνεί. Παίνεψα και τη γραφή της κόρης του, ανέφερα τα διαδικτυακά της κείμενα κάμποσα από τα οποία δημοσιεύτηκαν επίσης πρόσφατα σε ένα συλλογικό τόμο.

- Ναι, κι εκείνη καλή είναι… είπε και χαμογέλασε.

Το είπε με έναν τόνο μεγάλης τρυφερότητας και με το ίδιο καμάρι, αλλά δε μίλησε παραπάνω· ίσως να σκεφτόταν ότι δεν είναι πρέπον να παινεύει πάρα πολύ τα παιδιά του συνομιλώντας με έναν περίπου άγνωστο. Γνωρίζω βέβαια ότι ο ίδιος έχει συμβάλει κατά πολύ στις ιστορίες της κόρης, με τις αφηγήσεις του για την Ικαρία μιας άλλης εποχής, πολύ συχνά ως πρωταγωνιστής τους. Γνωρίζω ακόμα πόσος πλούτος κρύβεται σε αυτές τις αφηγήσεις, όχι μόνο «λαογραφικά» ή γλωσσικά (μιλάει όμορφα παλιά καριώτικα που δεν μπορώ να αποδώσω στο γραπτό λόγο) αλλά και σαν πηγή αληθινής λογοτεχνίας που μόνο η ίδια η ζωή μπορεί να γράψει, καλύτερα από τη φαντασία του οποιουδήποτε συγγραφέα.

Μιλήσαμε ακόμα λίγο για κάτι παλιά πράγματα, για το αν ήταν συμμαθητές με ένα θείο μου (θυμόταν πεντακάθαρα την εποχή που πήγαινε σχολείο και μου διευκρίνισε ότι ο θείος, γεννηθείς το 1927, πήγαινε σε μεγαλύτερη τάξη από τον ίδιο που είναι του ’28). Στο τέλος ζήτησα να τον βγάλω μια φωτογραφία στο παγκάκι· απόρησε λίγο αλλά δεν αρνήθηκε. Η φωτογραφία δεν αποδίδει ακριβώς την εικόνα που έβλεπα ως τότε, κάπως σα να σφίχτηκε λίγο, να «πόζαρε». Δεν επέμεινα πολύ πάντως, άλλωστε τον έχω σε παλιότερες φωτογραφίες με την εγγονή του, πολύ πιο χαλαρό και γελαστό.

Τον αποχαιρέτησα για να επιστρέψω με τα φάρμακα στους δικούς μου· του είπα ειλικρινά πως χάρηκα που τον συνάντησα και πως ελπίζω να ξανασυναντηθούμε. Με χαιρέτησε ευγενικά κι έμεινε στο παγκάκι έξω από το φαρμακείο, δίπλα στο ακουμπισμένο ψαθάκι και στο καλάμι που χρησιμοποιεί ενίοτε αντί για μπαστούνι. Σε μερικούς το γήρας ξεκινάει από τα πόδια, είχε πει.

Μπήκα στο αμάξι σκεπτόμενος ότι σε ένα εναλλακτικό μέλλον ίσως θα παίζαμε κάποτε τάβλι στην αυλή του, κι ίσως τον άφηνα επίτηδες καμιά φορά να κερδίζει ώστε να χαίρεται λίγο περισσότερο και να χαμογελά. Είναι, θυμάμαι, μια από κείνες τις ωραίες καριώτικες αυλές, με δέντρα και λουλούδια. Σκέφτομαι ότι τα πρωινά θα βγαίνει να πιει τον καφέ του κοιτάζοντας τη θάλασσα κι ακούγοντας τις φωνές των παιδιών του Νηπιαγωγείου. Θα σκέφτεται όσα του έφερε η ζωή, καλά και κακά (και τις πίκρες που καθόλου δεν τις στερήθηκε, το ξέρω) κι ύστερα θα πιάνει το καλαμένιο μπαστουνάκι του και θα πηγαίνει στις κότες, στις κατσίκες, στο αμπελάκι του λίγο παραπέρα.

Στο βάθος είδα το πλοίο που έμπαινε στο λιμάνι. Βιάστηκα για να προλάβω να ετοιμαστώ· έφευγα σε λίγες ώρες.

9/6/15

Buy the shoes


Να πω ότι είμασταν φίλοι κολλητοί, ψέματα θα πω. Το ακριβέστερο θα είναι να πω ότι περάσαμε από τα ίδια μέρη και γνωρίσαμε τους ίδιους πάνω κάτω ανθρώπους, με μια μικρή διαφορά φάσης, αρκετή πάντως ώστε να μην κάνουμε κοντινή παρέα στ’ αλήθεια· είχαμε το είδος εκείνο της σχέσης που μπορείς να βρεθείς στο ίδιο πάρτυ ή στο ίδιο μαγαζί και να περάσεις καλά, έχεις ανταλλάξει τηλέφωνα και friend requests, αλλά στη φάση που είσαι μόνος σου και ψάχνεις να βρεις ένα φίλο δε σκέφτεσαι «μωρέ ας πάρω τη Ζωή». Τώρα αναδρομικά το σκέφτομαι με μια ορισμένη – πώς να το πω; – τύψη που δεν έτυχε να σηκώσω το ρημαδοτηλέφωνο πάνω από δυο-τρεις φορές εκείνα τα πρώτα χρόνια μου στην Κρήτη (πρώτα δικά μου, τελευταία δικά της). Η διαφορά φάσης, που λέγαμε.

Ίσως πάλι να φταίει το ψάρωμα που έφαγα όταν πρωτογνωριστήκαμε. Κανονικά δε θα έπρεπε να ψαρώσω, διότι της έριχνα μια δεκαετία γεμάτη και βάλε, εγώ ήδη εφτά-οχτώ χρόνια ποσντόκος, εκείνη ακόμα πάλευε με το διδακτορικό εκείνο το απόγευμα του 2007 που συμπέσαμε στο Πι του ισογείου του ΙΤΕ, δίπλα στο παρασκευαστήριο με τα χημικά και το ζυγό. Περίμενα να τελειώσει τη δουλειά της για να ζυγίσω όξινο ή δισόξινο φωσφορικό νάτριο ή κάτι τέτοιο. Ήμουνα η καινούργια φάτσα του ορόφου και με κοίταξε με κάποιο ενδιαφέρον. Η δικιά της φάτσα ήταν ενδιαφέρουσα έτσι κι αλλιώς. Πιάσαμε κουβέντα, είπαμε σε ποιο εργαστήριο είναι ο καθένας κλπ. Συνειδητοποίησα ότι δεν είχα ρωτήσει το όνομά της.

- Ζωή με λένε. Ζωή Ταμπάκη.
- Ταμπάκη, ε; Από ποιο μέρος της Κρήτης είσαι;


Με κοίταξε σα να της είχα προσβάλλει την οικογένεια.

- Άκουσε να σου πω φιλαράκι, άμα ήμουνα Κρητικιά θα με λέγανε Ταμπακάκη. Όμως με λένε Ταμπάκη και είμαι Περαιώτισα. Κατάλαβες;

Μπορεί και να της είχα προσβάλει την οικογένεια, αν έκρινα από τον τρόπο που είπε το «Πε-ραι-ώ-τι-σα», συλλαβιστά, ακολουθούμενο από ένα κοφτό «Κατάλαβες;» Μπορεί και να μην της την είχα προσβάλλει πάντως, διότι με είδε που πάγωσα και ξέσπασε σε ένα γάργαρο, κελαρυστό γέλιο που ξεθύμανε μετά από ώρα σε ένα τρισύλλαβο λιγάκι επιτηδευμένο «χο χο χο».

- Μην ψαρώνεις ρε, πλάκα σου κάνω, χο χο χο. Απλά κοντεύω να κλείσω δέκα χρόνια εδώ πέρα κι έχει αρχίσει και μου τη δίνει λίγο η Κρήτη, κατάλαβες;

Ύστερα μου χαμογέλασε. Είχε ωραίο χαμόγελο, αναμφίβολα. Ήταν από τα πράγματα που τη χαρακτήριζαν, ίσως, μαζί με αυτό το «χο χο χο» που κόλλαγε σήμα κατατεθέν εδώ κι εκεί. Και τον κάπως «μάγκικο» τρόπο εκφοράς του λόγου που ερχόταν σε μια ορισμένη αντίθεση με την εικόνα μικροκαμωμένης, ολίγον ανυπεράσπιστης, κοπελίτσας των εργαστηρίων που αρχικά έβλεπες. Λίγο όμως αν τη γνώριζες καλύτερα καταλάβαινες ότι ούτε μικρό και αδύναμο κοριτσάκι ήτανε, ούτε ντεμέκ μαγκάκι. Ήταν απλά η Ζωή, τίποτα περισσότερο ή λιγότερο. Αυτό μόνο.

Δέκα χρόνια στην Κρήτη δεν ήταν και λίγα· σπουδές, μάστερ, διδακτορικό, και μάλιστα ένα διδακτορικό πολύ μπλεγμένο και πολύ κοπιαστικό, που κράτησε αρκετό καιρό ακόμα, δύο ή τρία χρόνια, χρόνια κουραστικά από πολλές απόψεις. Η Ζωή κάποτε ξέμπλεξε, ή σχεδόν ξέμπλεξε, κι έβαλε πλώρη για πιο μακριά. Βρέθηκε στην Αμερική, στη Νέα Υόρκη. Η αμερικανική παροικία της ευρύτερης παρέας είχε ήδη κάμποσα μέλη· μια γενιά (μια από τις πολλές γενιές) ανθρώπων που δεν βρίσκουν την άκρη εδώ και τραβάνε στην άκρη του κόσμου. Brain drain.

Έφυγα κι εγώ για την Ολλανδία περίπου την ίδια εποχή. Χάρη στα social media και τους κοινούς φίλους κρατάγαμε μια επαφή· πιο κοντινή τελικά στη φάση που είμασταν και οι δύο ξενιτεμένοι, παρά όταν ζούσαμε στην ίδια πόλη. Μη φανταστείτε τίποτα υπερβολικό, κανένα λάικ σε τίποτα φωτογραφίες, καμιά σαχλοκουβέντα για θέματα της επικαιρότητας, καμιά πιο σοβαρή κουβέντα όταν στην Ελλάδα ζόριζαν τα πράγματα, μερικά chat τύπου «έλα ρε, πως τα περνάς» «καλά ρε, εσύ; Διάβασα το μπλογκ σου, χο χο χο, πλάκα είχε», μια γενική ευχή να τα πούμε από κοντά αν βρεθούμε ταυτόχρονα στην Ελλάδα ή αν περάσει ο ένας από τη χώρα του άλλου.

Κοιτάζω το friendship στο timeline· σκόρπιες εικόνες από όλα αυτά τα χρόνια. Ευχές στις γιορτές και τα γενέθλια. Κάτι φωτογραφίες από γάμους φίλων, φωτογραφίες με παιδιά φίλων, φωτογραφίες διακοπών στην Ελλάδα, αποκριάτικων πάρτυ στην Αμερική. Οι αμερικάνοι (;) φίλοι της στο εργαστήριο να της γράφουν στα σχόλια “Ho ho ho, malakinha”. Φωτογραφίες με τα μαλλιά καρέ ή πιο μακριά, πιο κόκκινα ή πιο καστανά, με εκείνη τη λάμψη στο βλέμμα (μεγάλα, καταπράσινα μάτια) και το χαμόγελο, πάντα. Της πόσταρα μια φορά τον «Πινόκλη», ένα παλιό ρεμπετοφανές ζεϊμπέκικο της Αμερικής, σε εκτέλεση του Θανάση Παπακωνσταντίνου.

Εις τον Πειραιά καθόμουνα, που είναι το Πασαλιμάνι
Μα στο Νιουγιόρκι κάθομαι, στη Μάντισον σε χάνι.




Πάτησε «λάικ». Μετά πιάσαμε μια διαδικτυακή κουβέντα κάμποση ώρα. Κατά καιρούς λέγαμε διάφορα στο chat, για τα πράγματα που αφήσαμε πίσω, για το άρθρο από το διδακτορικό της που δεν έλεγε να δημοσιευτεί και την κρατούσε δέσμια σε χαμηλότερο status από όσο της αναλογούσε, για τους κοινούς φίλους, για το άδηλο μέλλον. Για την φίλη μας την Ειρήνη, κάτοικο Νέας Υόρκης εκείνη την εποχή, που από μια ζαλάδα βρέθηκε από τη μια μέρα στην άλλη να αναρρώνει από επέμβαση αφαίρεσης όγκου από το κεφάλι της. Για τον ξαφνικό θάνατο του παλιού διευθυντή του Ινστιτούτου. Για ένα επικείμενο ταξίδι της στην Πορτογαλία (όπου εγώ είχα μετακινηθεί πια) όπου δεν συμπέσαμε διότι λόγω ελληνικού Πάσχα ήμουν στην Ελλάδα, αν και της έδωσα ακριβείς οδηγίες πού να πάει και τι να κάνει για να περάσει όμορφα στη Λισσαβώνα (όπως και πέρασε, από ό,τι μου έγραψε μετά).

Θυμάμαι το ψιλοδούλεμα που μου έριξε όταν της είπα ότι ξαναγυρίζω στην Κρήτη. Θυμάμαι που την τρολάριζα ελαφρώς μια φορά πέρσι, αρχές καλοκαιριού, που έκλεισε τηλεφωνικό ραντεβού με την Ειρήνη (που είχε μετακομίσει στο Σηάτλ εν τω μεταξύ σε αναζήτηση υγιέστερων συνθηκών ζωής εν γένει) σε ανοιχτό σχόλιο στο timeline. «Κορίτσια, σας βλέπει ο κόσμος όλος». «Άσε μας ρε Μπιλ, το θέμα είναι σοβαρό».

Ήταν σοβαρό. Θα μπορούσε να ήταν ένας απλός, αν και επίμονος πόνος στα κόκκαλα, μια παρενέργεια του τζόγκιγκ όπως την είχαν διαβεβαιώσει αρχικά. Όμως ήταν ένα επιθετικό, μεταστατικό, κακοήθες μελάνωμα όπως αποδείχτηκε όταν ήρθε στην Ελλάδα και ξεκίνησε θεραπεία. Μια άνιση, απελπισμένη, σύντομη μάχη, που την τσάκισε σε λίγες βδομάδες. Έφυγε τον Οκτώβρη του 2014· είχε κλείσει τα 35 λίγους μήνες πριν.

Να πω ότι είμασταν φίλοι κολλητοί, ψέματα θα πω. Δεν ανέβηκα στην Αθήνα για την κηδεία της, και δεν μπόρεσα να πάω σε ένα μνημόσυνο που έκανε μια φίλη της εδώ κοντά. Τη σκέφτομαι όμως πότε-πότε, είναι αλήθεια, με μια αίσθηση «γιατί ρε γαμώτο», όχι τόσο για τα (ελάχιστα) πράγματα που ζήσαμε ως κοινή εμπειρία, αλλά για το πλήθος των πραγμάτων που ενδεχομένως δεν πρόλαβε να ζήσει και να χαρεί όσο θα της άξιζε: ερωτευμένα καλοκαίρια σε νησιά, ξημερώματα δίπλα στη θάλασσα στο Λιβυκό, γιορτές αγαπημένων προσώπων, τα παιδιά των φιλενάδων της που μεγαλώνουν, το άρθρο της διατριβής της που δημοσιεύτηκε εν τέλει μεταθανατίως, με ένα σταυρουδάκι δίπλα στο όνομά της (dedicated to the memory of…) – μια ελάχιστη, πολύ καθυστερημένη δικαίωση.

Πριν λίγο καιρό με τσίγκλησε μια πρωτοβουλία της Ειρήνης από το μακρινό Σηάτλ. Ήθελε να τρέξει, στη μνήμη της Ζωής, σε έναν αγώνα δρόμου με το όνομα Miles for Melanoma, που αποσκοπούσε στη συγκέντρωση χρημάτων για την έρευνα στο Μελάνωμα. Μερικές φίλες και φίλοι από διάφορα μέρη του κόσμου ανταποκρίθηκαν στην πρωτοβουλία αποφασίζοντας να τρέξουν μαζί της, την ίδια ώρα, όπου κι αν βρίσκονταν. Το πράγμα οργανώθηκε εν τάχει διαδικτυακά, και κατά παράδοξο τρόπο αγκάλιασε όλη τη Γη, από τη Δυτική Ακτή της Αμερικής ως τη Νέα Ζηλανδία, και ποικίλες εθνότητες παλιών φίλων, συνεργατών, γνωστών ή και αγνώστων που βρήκαν καλή την ιδέα.

Έτσι, την Κυριακή 8 το πρωί ώρα Σηάτλ (6 το απόγευμα ώρα Ηρακλείου, ευτυχώς για μερικούς από μας) μαζευτήκαμε καμιά τριανταριά στην είσοδο του Κούλε στο βενετικό λιμάνι του Ηρακλείου, και πορευτήκαμε κατά μήκος του λιμενοβραχίονα και πάλι πίσω (σχεδόν 5 χιλιόμετρα το όλον, ίση απόσταση με τα 3,1 μίλια του Σηάτλ). Ορισμένοι κρατούσαν μερικά λουλούδια, που τα άφησαν στη θάλασσα από την άκρη του μώλου. Άλλοι ήρθαν με παιδιά στο χέρι, άλλοι στο καρότσι, άλλοι στην κοιλιά. Άλλοι έτρεξαν, άλλοι περπατήσαμε (καθότι την τελευταία φορά που εγώ τουλάχιστον έτρεξα στη ζωή μου, η Ζωή πρέπει να μπουσούλαγε ακόμα).

Σε άλλα μέρη του κόσμου κάποιοι έκαναν ποδήλατο, άλλοι αναρρίχηση. Κοιτάζω τη σελίδα του event λίγες ώρες αργότερα και ανακαλύπτω άγνωστα μέρη στη Χιλή, τη Βραζιλία, το Μεξικό, σε κάμποσες πολιτείες της Αμερικής, στην Αυστραλία. Τη γνωστή μου γέφυρα της 25ης Απρίλη στις όχθες του Τάγου στη Λισσαβώνα. Δρόμους του Ρότερνταμ και του Μονάχου, πάρκα της Οξφόρδης, της Νέας Υόρκης, του Σικάγου. Κόσμο πολύ να κατηφορίζει στην Πειραϊκή, με καρφιτσωμένο στη μπλούζα το αθώο σχεδιάκι της Ειρήνης με κάποιον που τρέχει μέσα σε μια καρδιά που γράφει “For Zoaki”, υπό τα απορημένα βλέμματα των περαστικών που αναρωτιούνται τι είδους ζωάκι να είναι αυτό άραγε.

Στα απομεινάρια της μέρας επιπλέον διόμισι-τρεις χιλιάδες δολάρια (μια μαγιά που ίσως μεγαλώσει στο μέλλον) που θα διατεθούν στην έρευνα για το μελάνωμα, πλήθη φωτογραφιών με πάνω από διακόσιους ανθρώπους παγκοσμίως που μνημονεύουν το Ζωάκι, κι ένα ραντεβού για του χρόνου.

Του χρόνου μπορεί και να δοκιμάσω να τρέξω· καλά να είμαστε ως τότε.

Life is short, γαμώτο.

Μνήμη Ζωής Ταμπάκη (1979-2014) και όλων των προώρως αναχωρησάντων.