ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο - Γιάννενα


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στρ(ΥΠ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στρ(ΥΠ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

28/10/14

Μαϊντανός

Προδρομικός Αρκάς σε κλίμα εθνικής επετείου.

Κάτι η εθνική επέτειος, κάτι που πήγα χτες βράδυ να ακούσω Σαββόπουλο ο οποίος κάθε τόσο φώναζε κάτι τύπου «Ζήτω το Έθνος» και κάτι άλλα ηθικοπλαστικά και πατριωτικά επιπέδου γυμνασιάρχη του ’70 (ίσως και παλιότερου, αλλά εγώ στα τέλη της δεκαετίας του ’70 πήγα γυμνάσιο οπότε αυτές τις παραστάσεις έχω), μπήκα πάλι σε αυτό το κλίμα εθνικής ανάτασης που με πιάνει στις επετείους και αναπολώ τις μέρες της θητείας μου ως Στρ(ΥΠ) στον ΕΣ (οι ενδιαφερόμενοι μπορούν εύκολα να αποκρυπτογραφήσουν τις συντομογραφίες).

Θυμήθηκα λοιπόν τις μέρες της κατάταξης και της βασικής εκπαίδευσης στο ΚΕΥΠ στη Λαμία όπου είχαμε στριμωχτεί στο παλιό πέτρινο κτίριο του στρατοπέδου που λεγόταν επισήμως 1ος Λόχος και ανεπισήμως απλά «πέτρινο» και στο θάλαμο της διμοιρίας είμασταν καμμιά τριανταριά νομάτοι, άλλοι Αθηναίοι, άλλοι Σαλονικιοί, άλλοι από πόλεις της επαρχίας ή και μικροσκοπικά χωριά, άλλοι πιτσιρικάδες απόφοιτοι δημοτικού (ή ούτε καν), άλλοι μεσήλικες με διδακτορικό (καλή ώρα), μερικοί μειονοτικοί διαφόρων ακατονόμαστων μειονοτήτων και όλοι μα όλοι ψαρωμένοι αγρίως τις πρώτες μέρες. Καθώς δεν είχαμε και πολλά να κάνουμε στην αρχή που δεν είχαμε ορκιστεί και δεν υπήρχαν ακόμα υπηρεσίες, περνάγαμε ώρες κουβεντιάζοντας ο ένας με τον άλλο, και σύντομα ξέραμε πολλά για το υπόβαθρο και τις συνήθειες του καθενός, υπόβαθρο και συνήθειες που ενίοτε δεν ξέραμε ότι υπήρχαν καν στο μωσαϊκό που συνθέτει την ελληνική κοινωνία.

Ο στρατός είναι από αυτή την άποψη μεγάλο σχολείο, τουλάχιστον ο στρατός ξηράς, στον οποίο καταλήγει όλος ο κατιμάς που δεν έχει τη δυνατότητα ή την «τύχη» (φυσικά τίποτα δεν είναι τυχαίο...) να υπηρετήσει στα ευγενή όπλα της αεροπορίας και του ναυτικού. Έτσι θέλοντας και μη έρχονται σε επαφή όλοι με όλους, τουλάχιστον στην αρχή. Η περίοδος είναι ό,τι πρέπει για να γίνουν κοινό κτήμα διάφορες επιμέρους συμπεριφορές, στις οποίες πολλοί δεν είχαν ποτέ πριν την ευκαιρία να εκτεθούν. Ας πούμε (τυχαίο το παράδειγμα, ή «τυχαίο» όπως προαναφέραμε), είναι η περίοδος που πάρα πολύ εύκολα μπορεί να διαδοθεί η χρήση ναρκωτικών: και ζήτηση υπάρχει άφθονη, και νέες παρθένες (ενίοτε εντελώς παρθένες) αγορές ανοίγονται στους επιδέξιους επιχειρηματίες (ή υπεργολάβους) του χώρου που έχουν όραμα και φιλοδοξίες. Στο θάλαμό μας, για παράδειγμα, στην αρχή της βασικής εκπαίδευσης υπήρχαν δύο άτομα με εμφανή ροπή στην κατανάλωση ψυχοτρόπων ουσιών. Την ημέρα της ορκωμοσίας που ήρθαν και μας παρέλαβαν γονείς και κηδεμόνες, πρέπει να είχαμε απομείνει δύο ή τρεις μόνο εμφανώς ξεμαστούρωτοι.

Φυσικά η αυξημένη ζήτηση προσκαλεί (θα έλεγα, κυριολεκτικά ενίοτε, «εκλιπαρεί») αυξημένη προσφορά. Γυρνώντας από το τριήμερο υποχρεωτικής άδειας μετά την ορκωμοσία είχαμε να αντιμετωπίσουμε ως διμοιρία (εικάζω και ως λόχος, ή ως ΕΣΣΟ μάλλον) δύο καινοφανή προβλήματα. Το πρώτο ήταν η ανάθεση για πρώτη φορά υπηρεσίας, και δη ένοπλης, στη σειρά μας. Το δεύτερο ήταν η αιφνίδια υπερπροσφορά σταφ δια πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν. Ένα τρίτο πρόβλημα, συνδυασμός των παραπάνω, ήταν η εμφάνιση διαφόρων φαντάρων οπλισμένων μεν, εμφανώς υπό την επήρεια δε, πράγμα που είχε μερικές συχνά απρόσμενες συνέπειες όπως εκείνη με το σκοπό που πήρε στο κυνήγι την έφοδο ή την περίπολο και παραλίγο να αρχίσει να ρίχνει κατά ριπάς πριν σκοντάψει, η άλλη με τον τύπο που λόγω υπερβολικής μαστούρας δε σηκωνόταν να κάνει το νούμερό του και κατέληξε να τον κυνηγάει ο «χωμένος» σκοπός με την ξιφολόγχη ή η τρίτη με τον τύπο που αφού θεώρησε ότι αρκετά έπαιξε με τα χορταρικά ήρθε η στιγμή να ανέβει σε άλλο επίπεδο και χτύπησε ένα τριπάκι που εν τέλει κόντεψε να τον στείλει αδιάβαστο καθώς σηκώθηκε στη μέση της νύχτας και έτρεχε να κρυφτεί από το τέρας που τον κυνηγούσε (κακό τριπάκι εδώ που τα λέμε), και μάλιστα υπό τους γέλωτες όλου του θαλάμου καθώς το τέρας ήταν μαύρο και δικέφαλο, λέει, οπότε κάποιος σαλονικιός σχολίασε από το βάθος «μη φοβάσαι σειρούλα, ο μΠΑΟΚ είναι» και μετά άντε να σου μείνει άντερο από τα γέλια.

Βέβαια η κατάσταση δεν ήταν ακριβώς για γέλια, καθότι αφενός υπήρχε μια αρκούντως διαταραγμένη πειθαρχία αλλά με μια λογική «ο καθένας για την πάρτη του» που θα μπορούσε να έχει ιδιαίτερα σοβαρές συνέπειες, και αφετέρου υπήρχε μια ικανή μεταφορά εισοδήματος από την καινούργια πελατεία στα βαποράκια κι από κει σε άγνωστους και πάντως πιο επιτήδειους ντήλερ που όλως παραδόξως ήτανε φαίνεται καλά καβατζωμένοι από άκρες εντός και εκτός στρατοπέδου και η ιδέα να τους καταγγείλει κάποιος που πιθανώς θα ήξερε πιο πολλά ήταν εκτός συζήτησης (τη ρουφιανιά άλλωστε πολλοί ηγάπησαν, το ρουφιάνο ουδείς). Live and let live λοιπόν, με εξαίρεση το θλιβερό φαινόμενο του «κατοσταρικάκια» εντός στρατοπέδου, από διάφορους φτωχομπατίρηδες που έψαχναν τίποτα ψιλά να κάνουνε κάνα μπάφο στα μουλωχτά, και μέτρημα των ημερών ανάποδα να τελειώσει η βασική και να βγουν οι μεταθέσεις να πάει ο κάθε κατεργάρης στον πάγκο του.

Όπως έλεγα λοιπόν, είχαμε μείνει δυο-τρεις εκτός παιχνιδιού προς το τέλος, άλλοι από φόβο ή δισταγμό, άλλοι από άποψη, άλλοι (καλή ώρα) από σιχασιά (διατί να το κρύψωμεν άλλωστε) προς το νταλαβέρι που γρήγορα και εύκολα τροποποιούσε συμπεριφορές και έκανε πτωχούς πλην τίμιους βοσκούς από την Κρήτη να άγονται και να φέρονται από κουτοπόνηρους κομοτηναίους που με τη σειρά τους γίνονταν παρατρεχάμενοι ενός τουλάχιστον λούμπεν τύπου που καμάρωνε για το μήκος του τσιγαριλικίου του («μαλάκες, οχτάφυλλο θα στρίψω, μπουρί») και για το γεγονός ότι κάποτε τον είχανε πάει στη Μύκονο να παίξει τον επιβήτορα σε ένα gay event με κάτι διασημότητες.

Φυσικά το να μένεις έξω από το μέσο όρο στο στρατό δεν είναι και πολύ συνηθισμένο και αργά η γρήγορα η μοίρα σου χτυπάει την πόρτα να ζητήσει τα ρέστα. Μια μέρα βλέπω από μακριά να μου γνέφει να πλησιάσω ένας από τους λοιπούς «έξω απ’ το χορό» που είχε αράξει στα χορταράκια με έναν άλλο (υποψιασμένο, οπωσδήποτε). Έκατσα δίπλα τους και άναψα τσιγάρο, είπαμε τις συνήθεις φανταρικές μαλακίες (που τώρα πια δε θυμάμαι πλέον να αναπαραγάγω) και κάποια στιγμή σκύβει συνωμοτικά ο «απέξω» και μου λέει:

- Καλά, δε φαντάζεσαι τι βρήκαμε...
- Τι βρήκαμε; ρωτάω κι εγώ στον πληθυντικό της μεγαλοπρεπείας.
- Αυτό, μου λέει περήφανα, και μου επιδεικνύει κάτι χαρτάκια στριψίματος χρώματος ροζ.

Δε φάνηκα να εντυπωσιάζομαι, οπότε σκύβει πιο συνωμοτικά και μου λέει:

- Ξέρεις τι είναι αυτό;
- Ξέρω, του λέω. Χαρτάκια.
- Ναι, αλλά τι χαρτάκια! Ξέρεις γιατί είναι ροζ;


Ήξερα, διότι είχα ξαναδεί, αλλά περίμενα να δω τι θα μου πει. Σκύβει ακόμα πιο συνωμοτικά και μου λέει:

- Γιατί είναι ποτισμένα με χασισέλαιο.
- Άντε ρε μαλάκα, σοβαρά;
- Ναι, αμέ. Οπότε ξέρεις τι κάνεις;
- Τι κάνεις;
- Βάζεις μέσα κανονικό καπνό, τα καπνίζεις, την ακούς κανονικά, κι άμα σε πιάσουνε, τι έχεις απάνω σου; Καπνό, μόνο. Κανένας κίνδυνος.


Ο άλλος επιδοκίμασε από δίπλα. Έβγαλε ένα χαρτάκι από τα εν λόγω ροζ και ένα πακετάκι καπνό. Έστριψε ένα στραβοχυμένο τσιγάρο (ήτανε και θεόχοντρα τα χαρτάκια) και το άναψε ρουφώντας ηδονικά. Το έδωσε το διπλανό να τραβήξει κι αυτός.

- Καύλα μαλάκα.
- Είσαι βέβαιος;
ρώτησα μάλλον ρητορικά.
- Δοκίμασε να δεις κι εσύ.

Δεν είχα αυταπάτες διότι όπως είπαμε το είχα ξαναδεί το έργο προ θητείας, αλλά δεν του χάλασα το χατίρι. Φυσικά ήταν όπως τα περίμενα. Καπνός. Και μόνο.

- Πώς σου φαίνεται;
- Να σε ρωτήσω, ο Αγρινιώτης σας την έδωσε αυτή τη μαλακία;


Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και με κοίταξαν αποσβολωμένοι.

- Πού το ξέρεις;
- Διότι τι χασισέλαιο και μαλακίες, αυτό είναι ροζ χαρτάκι παραγωγού. Παλιότερα που δεν κυκλοφορούσαν χαρτάκια, οι καπνοπαραγωγοί είχαν ειδικά χαρτάκια χρώματος ροζ με τα οποία έστριβαν νομίμως τσιγάρα. Ο Αγρινιώτης έχει καπνοχώραφα, άρα πρέπει να του έχουν μείνει τόνοι χαρτί παρακαταθήκη. Δε φαντάζομαι να του το πληρώσατε κιόλας;


Ο ένας πετάχτηκε πάνω μουρμουρίζοντας «θα τον εγαμήσω το πούστη» κι έτρεξε προς το θάλαμο. Ο άλλος έμεινε να κοιτάει περίλυπος τη ροζ γόπα. Δεν αντιστάθηκα στον πειρασμό.

- Καύλα μαλάκα, ε;
- Άντε γαμήσου ρε ξερόλα, μας κατέστρεψες τη φαντασίωση
, είπε αηδιασμένος σβήνοντας τη γόπα στα χορταράκια.

Η σειρούλα άναψε άλλο τσιγάρο, φυσιολογικό αυτή τη φορά. Άναψα κι εγώ. Τράβηξε μερικές τζούρες, και μουρμούρισε:

- Κι όμως, θα μπορούσε, δε θα μπορούσε; Δε θα ήταν καλή ιδέα;

Κι ύστερα από λίγο:

- Έχεις ακούσει τίποτα για τις μεταθέσεις;

Νύχτωνε σιγά σιγά στο ΚΕΥΠ.


Μια παραπλήσια ιστορία με άλλους πρωταγωνιστές, που δίνει το όνομα στην ανάρτηση.

12/10/14

Σουαχίλι

Ζανζιβάρη, Τανζανία (φωτό © Ε. Μώρου, 2012)

Hakuna kubwa lisilo mwisho
(αφρικανική παροιμία)

Τον θυμήθηκα το Μ. τις προάλλες που έβλεπα τους πρωτοετείς φοιτητές να σκάνε μύτη δειλά δειλά και να περιεργάζονται το κτίριο, τα εργαστήρια, και τους ανθρώπους που δουλεύουν στα εργαστήρια, δηλαδή εμάς. Μου έκανε μια ορισμένη εντύπωση το γεγονός ότι αρκετοί είχαν σκάσει μύτη μαζί με τη μαμά τους (οι πατεράδες μάλλον συμμετέχουν λιγότερο σε αυτά τα rituals αλλά φυσικά μπορεί και να κάνω λάθος) και σχολίασα ότι στον καιρό μου αναζητούσαμε μόνοι μας τα κτίρια των σχολών του Πανεπιστημίου, αν και οι συναδέλφισσες με διαβεβαίωσαν ότι μια χαρά με τη μαμά τους είχανε πρωτοέρθει τω καιρώ εκείνω. Βέβαια ο καιρός των συναδελφισσών είναι πριν καμμιά δεκαετία το πολύ, ενώ από τον καιρό το δικό μου κοντεύει να κλείσει τριακονταετία οσονούπω, οπότε πολλά έχουν αλλάξει μάλλον και σίγουρα η ποιότητα της μνήμης μας που τείνει να αδιαφορεί για τις άβολες περιστασιακές λεπτομέρειες και να διατηρεί μάλλον τις καλύτερες, πιο ευχάριστες αναμνήσεις.

Θυμάμαι πάντως ότι ο Μ. ήταν ο πρώτος συμφοιτητής με τον οποίο μίλησα τη μέρα που είχα πάρει το λεωφορείο που έγραφε «Πανεπιστημιούπολη» και περιφερόμουν εξερευνώντας το τεράστιο (όπως μου φαινόταν) σύμπλεγμα κτιρίων των Ιλισίων μέσα σε μια εκκωφαντική ησυχία όπου τα βήματά μου αντηχούσαν στους έρημους διαδρόμους. Ξεπρόβαλε από έναν άλλο έρημο διάδρομο, με κοίταξε με ένα μίγμα προσμονής και απορίας και ρώτησε:

- Πρωτοετής;

Περιπλανηθήκαμε λίγο μαζί στο άδειο κτίριο, στη διαδρομή πετύχαμε και κανα-δυο άλλους περιφερόμενους wannabe συμφοιτητές, ανταλλάξαμε κάτι τυπικές πληροφορίες, πού μένεις, από πού είσαι, σε ποιο σχολείο ήσουνα, μήπως ξέρεις έναν έτσι κι έτσι και άλλα τέτοια αμήχανα, και στο τέλος πήρε ο καθένας το δρόμο του και ξαναβρεθήκαμε στη μεγάλη μάζωξη των εγγραφών (που όμως είχαν γίνει στο παλιό Χημείο στη Σόλωνος και όχι στην Πανεπιστημιούπολη ευτυχώς) όπου χαιρετηθήκαμε σαν παλιοί γνωστοί μέσα στο πολύχρωμο πλήθος που θα γινόταν «το έτος» μας.

Διατηρήσαμε μια συμπάθεια παρότι ποτέ δεν κάναμε παρέα τελικά. Δεν είμασταν το ίδιο στυλ όσο να ‘ναι· θυμάμαι κάποια στιγμή που τον συνάντησα στο πανηγύρι της Ακαμάτρας ένα καλοκαίρι που είχαν έρθει οικογενειακώς στην Ικαρία για διακοπές: εγώ ήμουν ολομέθυστος και τρισευτυχισμένος κι ο Μ. μουρμούρης και βαριεστημένος. Πάνω στη φάση μου αποκάλυψε ότι το περίφημο φελλόδεντρο που μοστράρουμε οι καριώτες στο Μονοκάμπι δεν είναι καθόλου φελλόδεντρο, αλλά ένα κοινό δέντρο (δε θυμάμαι τώρα το είδος) με κρίση φελλώματος (το φέλλωμα είναι ένας ειδικός ιστός στους βλαστούς των φυτών – όλων των φυτών). Η αποκάλυψη δε με συγκλόνισε, αλλά μου θύμισε ότι του άρεσε η Βοτανική από τότε.

Στα πλαίσια αυτά βρέθηκε μετά το πτυχίο να εκπονεί μια διατριβή περί φυτικών κυττάρων. Όταν την τελείωσε και την παρουσίασε, δέκα χρόνια μετά την πρώτη μας συνάντηση, πήγα να τον παρακολουθήσω. Δεν κατάλαβα και πολλά (έχω πλήρη άγνοια περί φυτών και μάλλον περιορισμένη αντίληψη περί κυττάρων), θυμάμαι όμως ότι μια από τις τελευταίες ερωτήσεις που του έγιναν αφορούσε δυο φράσεις σε γλώσσα μάλλον σουαχίλι που είχαν μυστηριωδώς παρεισφρήσει στο κείμενο της διατριβής του. Μας εξήγησε χαμογελώντας ότι η φράση “Bandzu, bandzu ramala gogo” έχει τη μεταφορική σημασία ότι «το λίγο λίγο γίνεται πολύ» (κυριολεκτικά σημαίνει κάτι σαν «πετραδάκι πετραδάκι χτίστηκε το τοιχαλάκι» ή κάπως έτσι). Σε ανύποπτο χρόνο είχε βρεθεί στην Αφρική και είχε περάσει κάποιο καιρό στην Κένυα ή την Τανζανία· η εμπειρία τον πλούτισε μάλλον με παραπάνω πράγματα από πέντε λέξεις σουαχίλι.

Μετά πήγε φαντάρος· θυμάμαι ότι με κάποια έκπληξη είχα λάβει ένα γράμμα του από το κέντρο εκπαίδευσης, με αναλυτικές περιγραφές της στρατιωτικής ζωής και φωτογραφίες, χαιρετισμούς σε κοινούς γνωστούς και διάφορα χιουμοριστικά. Όταν πήγα κι εγώ φαντάρος κατάλαβα το σκεπτικό· οι ατελείωτες ώρες του εγκλεισμού απαιτούν κάποια επαφή με τον έξω κόσμο: στο τέλος αρχίζεις να στέλνεις γράμματα ακόμα και σε πολύ μακρινούς γνωστούς. Σήμερα με τα κινητά φαντάζομαι αυτό θα έχει αλλάξει κάπως, αλλά τότε ένα γράμμα ήταν σημαντικό. Η διαδικασία του να γράψεις, αλλά κυρίως να το λάβεις. Είναι μια παρηγοριά.

Το κατάλαβα καλύτερα μια μέρα της δικής μου θητείας, δυο-τρία χρόνια αργότερα. Ήταν μια μάλλον βροχερή Κυριακή απόγευμα έξω από ένα χωριό κάπου στο βόρειο Έβρο που άκουσα από τα μεγάφωνα το όνομά μου: «Ο Στρ(ΥΠ) Β. στην πύλη, επισκεπτήριο». Κατηφόρισα προς την πύλη απορημένος· ποιος να μου κάνει επίσκεψη απροειδοποίητα στην άκρη του κόσμου; Ο σκοπός μου έδειξε ένα αμάξι που περίμενε λίγο πιο έξω, με μια κοπέλα άγνωστη. Θεώρησα ότι ήταν κάποιο λάθος μέχρι που άκουσα από αριστερά τη φωνή του Μ. που φωτογράφιζε την κοπέλα υπό την καθοδήγηση του αλφαμίτη («όχι με φόντο το στρατόπεδο, απαγορεύεται»). Γούρλωσα τα μάτια από την έκπληξη.

- Μου είπαν ότι είσαι εδώ γύρω κάπου, οπότε είπα να αρχίσω να χτυπάω πόρτες μήπως σε πετύχω και να που σε πέτυχα.
- Καλά, τι κάνεις εδώ πέρα;
- Βόλτα με αμάξι στη Μακεδονία και τη Θράκη. Λέμε να πάμε και λίγο Αδριανούπολη...

Με σύστησε στην κοπέλα.

- ...και βασικά κάνουμε μήνα του μέλιτος.

Κάτσαμε στην πύλη και λέγαμε τι έκανε ο καθένας μας τα τελευταία χρόνια. Τα δικά του νέα ως νεονύμφου μάλλον ήταν πιο συναρπαστικά από τα δικά μου ως Στρ(ΥΠ) αλλά εκείνος επέμενε να εστιάζει σ' εμένα. Κάποια στιγμή έπρεπε να γυρίσω στο θάλαμο και να αναλάβω υπηρεσία· συνέχισαν κι εκείνοι το ταξίδι τους. Θυμάμαι να ανηφορίζω το δρομάκι δίπλα στις αποθήκες ανταλλακτικών την ώρα που άρχιζε μια επίμονη ψιχάλα, αλλά με την καρδιά ζεσταμένη· φαντάζομαι οι φυλακισμένοι θα αισθάνονται κάπως ανάλογα στο δικό τους επισκεπτήριο.

Έκανα πολλά χρόνια να τον ξαναδώ. Είχε στο μεταξύ βρει μια πανεπιστημιακή θέση στη Θεσσαλονίκη. Κάποια στιγμή που βρέθηκα εκεί για να δώσω μια διάλεξη (διεκδικώντας χωρίς ελπίδες μια ανάλογη θέση), του χτύπησα την πόρτα.

- Καλώς τον. Σε περίμενα, είπε.

Στην οθόνη του υπολογιστή του το background ήταν μια φωτογραφία με κάτι μεγαλούτσικα παιδάκια. Μου εξήγησε ότι η θέση που διεκδικούσα ήταν – φυσικά – ήδη κατειλημμένη. Του είπα ότι το ήξερα, όλοι το ήξεραν, απλά έκανα μια εκστρατεία δημοσίων σχέσεων με την ελπίδα να μου χρησιμεύσει στο μέλλον (αν και δε μου χρησίμευσε εν τέλει). Μιλήσαμε για τα χρόνια που πέρασαν, για τα παιδιά του, για την προσαρμογή στη «συμπρωτεύουσα». Μου ανέφερε χιουμοριστικά τις απρόσμενες δυσκολίες που μπορεί να δημιουργήσει σε κάποιον η καταγωγή από τον Πειραιά στο θεσσαλονικιώτικο μικρόκοσμο· ακόμα και τον πανεπιστημιακό. Ήρθε και άκουσε τη διάλεξή μου αν και δεν ήταν στο αντικείμενό του. Έτσι κι αλλιώς στο ακροατήριο ήταν λίγος κόσμος. Αποχαιρετιστήκαμε μια μια θερμή χειραψία· σκέφτηκα προς στιγμήν να τον ρωτήσω κάτι για την αφρικανική περίοδο της ζωής του αλλά μετά ξεχάστηκα καθώς παρατηρούσα ότι τα μαλλιά του είχαν γκριζάρει πια κάμποσο.

Τον θυμήθηκα λοιπόν πάλι τις προάλλες που έβλεπα τους πρωτοετείς να περιπλανιούνται στους διαδρόμους. Αλλά πιο πολύ τον θυμάμαι συχνά πυκνά για εκείνη την άλλη φράση στα σουαχίλι με την οποία τελείωνε το κείμενο της διατριβής του. Έψαξα και το βρήκα στο εθνικό αρχείο διδακτορικών διατριβών: ακριβώς στο τέλος, σελίδα 206.

- Και τι σημαίνει η άλλη φράση, αυτή που έχετε βάλει στο τέλος; ρώτησε ο καθηγητής.

Ο Μ. χαμογέλασε πάλι και μετέφρασε:

- Τίποτα δεν είναι τόσο μεγάλο που να μην τελειώνει ποτέ.

28/10/13

Χορδιστής κλειδοκυμβάλου

Καταδρόμια έτοιμα για κούρδισμα (φωτό από ελληναράδικο μπλογκ, άνευ συνδέσμου).

Η κυρία που βοηθάει τους γονείς μου τώρα που έκλεισαν αθροιστικώς τα 171 είναι ένας άνθρωπος πολύ ευχάριστος και χαμογελαστός. Προχτές όμως που πήγα να τους δω τη βρήκα σε βαριά περίσκεψη. «Αφήστε, κύριε Βου μου, τι έπαθα...» Αναρωτήθηκα αν της είχαν σκαρώσει κανένα χουνέρι οι δικοί μου που ενδομύχως νομίζουν ότι έχουν κλείσει μόλις τα 71 (αθροιστικά πάντα) και τα υπόλοιπα εκατό τα παραλείπουν, όμως με διαβεβαίωσε ότι μια χαρά τα πάνε, άλλο είναι το πρόβλημα.

- Αχ, ο γιός μου, ξέρετε, πάει φαντάρος.
- Και πού είναι το πρόβλημα κυρία Αθηνά μου; Δε θα πήγαινε κάποτε;


Μεταξύ μας ξέρω κάμποσους που δεν πήγανε ποτέ αλλά μάλλον δεν εννοούσε αυτό η γυναίκα.

- Μα με γέλασε. Μου είπε ότι θα πάει πεζικό και τελικά δήλωσε ειδικές δυνάμεις. Και τώρα τον καλέσανε εκεί πέρα. Τι θα κάνει το παιδί στις ειδικές δυνάμεις, μικρό παιδί είναι.
- Δηλαδή σαν πόσο μικρό;
- Εικοσιτέσσερα.
- Ε, δεν είναι και δεκαοχτώ πια, μια χαρά πάνε φαντάροι στα εικοσιτέσσερα.
(άλλο εμείς που πήγαμε εικοσιεννιά παρά πέντε μέρες, βέβαια).
- Ναι, αλλά ένας Θεός ξέρει τι τραβάνε στις ειδικές δυνάμεις. Μαύρο στρατό θα περάσουμε.

Πήγα να της πώ ότι ο γιος θα περάσει στρατό, όχι εκείνη, αλλά για κάποιο λόγο σκέφτηκα ότι δε θα πειστεί. Μετά τη φαντάστηκα να κάνει ασκήσεις πυκνής τάξεως και στίβο μάχης μαζί με τα άλλα καταδρόμια, αλλα επειδή εγώ ήμουνα γιωτάς και Στρ(ΥΠ) καλύτερα να κρατάμε χαμηλό προφίλ και να μην σαρκάζουμε τις αγωνίες του κόσμου. Την παρηγόρησα πάντως ότι είναι σύντομη πια η θητεία, κάνα εννιάμηνο αν θυμάμαι καλά. Ούτε που θα το καταλάβει. Της είπα και για τον πατέρα μου με τους πολέμους. Δεν παρηγορήθηκε και πολύ πάντως, μετά από κάνα τέταρτο μου ξανάρθε με διευκρινιστικές ερωτήσεις.

- Και μήπως ξέρετε εσείς τι τους κάνουνε στις ειδικές δυνάμεις;

Αν και παραδέχτηκα αμήχανα ότι εγώ ήμουν αποθηκάριος και άοπλος άρα καμμία σχέση με το άθλημα, της είπα ότι κάνα δυο καταδρόμια που είχα γνωρίσει προς τα τέλη της θητείας μου δεν μου είχαν φανεί ιδιαιτέρως καταπονημένοι. Ούτε εμφανείς ουλές είχαν, ούτε καμμία ιδιαίτερη αφήγηση με φριχτά βασανιστήρια θυμάμαι, και μάλιστα μετά από δεκαοχτώ μήνες στην αγκαλιά της πατρίδας, όχι εννιά. Δεν ξέρω πόσο παρηγορήθηκε η γυναίκα, διότι στράφηκα τάχιστα στην οθόνη του υπολογιστή δήθεν για να δω κάτι, κυρίως όμως για να μην προδοθεί το γελάκι που ετοιμαζόμουν να βγάλω, καθώς αναθυμήθηκα τα τελειώματα της θητείας ενός από τους συγκεκριμένους συστρατιώτες μου.

Όταν τον πέτυχα στο λόχο, εγώ χρωστούσα ακόμα κάνα εφτάμηνο-οχτάμηνο θητείας. Εκείνος κανονικά έπρεπε να έχει απολυθεί ήδη, ωστόσο τελικά παρέμεινε μαζί μας κάνα εξάμηνο ακόμα. Όπως γνωρίζουν όσοι πήγαν, ο βασικός λόγος παράτασης θητείας για τους απλούς φαντάρους είναι η φυλακή. Ο άνθρωπός μας είχε μαζέψει τουλάχιστον έξι μήνες φυλακής και κατέληξε να υπηρετήσει κοντά δυο χρόνια, ίσως και παραπάνω. Οι περισσότεροι αυτής της κατηγορίας (δεν ήταν ακριβώς λίγοι) ήταν λαϊκά παιδιά με λούμπεν στοιχεία: μάζευαν τις φυλακίσεις για παραπτώματα συνήθως με ναρκωτικά ή μικροκλοπές ή τσαμπουκάδες που κατέληγαν σε επεμβάσεις της στρατονομίας και δεν είχαν κάποιον μεγαλόσχημο να σβήσει τις ποινές τους και να τους ξεμπλέξει από τα μπλεξίματα (αυτό είναι βύσμα διαφορετικής τάξης από τα βύσματα των μεταθέσεων).

Ο δικός μας όμως ήτανε άλλη πάστα, τύπος ιντελεκτουέλ και ψαγμένος, που στην πολιτική ζωή του ήτανε μουσικός. Πιανίστας, με έφεση στη τζαζ, μια ζωή μέσα στα ωδεία και γενικά καλλιτεχνική φύση. Δεν ξέρω πώς ακριβώς ταίριαξε η καλλιτεχνική του φύση με την εκπαίδευση στις ειδικές δυνάμεις και πώς βρέθηκε εκεί (δεν είμαι βέβαιος με ποια κριτήρια τους επιλέγουν τους φαντάρους για εκεί πέρα), πάντως ήταν προφανώς καλός στην εν λόγω εκπαίδευση καθότι στο τέλος της είχε φορέσει και τις δυο σαρδελίτσες του έφεδρου λοχία. Τον στείλανε σε κάτι μονάδες καταστροφών ή κάπως έτσι κάπου στα Δωδεκάνησα αν θυμάμαι καλά. Εκεί περνούσε ο καιρός με εκπαιδεύσεις και σκηνάκια και ασκήσεις σε κάτι βραχονησίδες, μέχρι να έρθει η ώρα της δεύτερης μετάθεσης που υπήρχε ακόμα τότε προς πιο χαλαρές μονάδες της ενδοχώρας.

Ωστόσο κάπου εκεί σε μια βραχονησίδα φαίνεται πως παίχτηκε κάποιο σενάριο (βγαλμένο μέσα απ’ τη ζωή που λένε) όπου όπως θρυλείται ο έφεδρος λοχίας μας συνάντησε ένα λοχαγό συνομίληκό του μεν, στρατόκαυλο μέχρι εκεί που δεν παίρνει δε, ο οποίος μάλλον δεν εκτίμησε ιδιαίτερα το κάπως μπλαζέ καλλιτεχνικό στυλάκι του υφισταμένου του και άρχισε (κατά τα θρυλούμενα) να τον τρέχει αγρίως. Αν και δεν έχω άμεση γνώση των πραγματικών περιστατικών, μπορώ να κατανοήσω πλήρως τον σχετικό ψυχολογικό μηχανισμό (ας τον πούμε ιδιοτελή κατάχρηση εξουσίας σε βάρος υφισταμένου που τυγχάνει πιο όμορφος ή πιο έξυπνος ή πιο καλλιεργημένος από εμάς – πολλώ δε μάλλον όταν τυγχάνει και τα τρία). Σε μια έξαρση του εν λόγω τρεξίματος, ο λοχαγός φέρεται να «ξέχασε» το λοχία ο οποίος παρέμεινε σε μια ακατοίκητη βραχονησίδα μόνος του, χωρίς φαγητό και νερό εκτός από ό,τι είχε το παγούρι του για μία εβδομάδα (αντί για το προβλεπόμενο διάστημα μιας-δυο ημερών «εκπαίδευσης» δήθεν).

Δε θέλει πολύ ο άνθρωπος για να σαλτάρει. Μόλις κάποτε ήρθε το φουσκωτό και τον πήρε, ο δικός μας αφού ήπιε λίγο νεράκι και στάνιαρε άρχισε να τραγουδάει κάτι σαν “Sometimes I feel like a feather in the air” και δεν επικοινωνούσε πολύ με το περιβάλλον. Μόλις έφτασαν στο στρατόπεδο όμως, έβαλε την ξιφολόγχη στο όπλο και πήρε στο κυνήγι (με εφ’ όπλου λόγχη και φωνάζωντας «αέρα» σαν πολεμιστής του ’40) τον έντρομο λοχαγό, ο οποίος ετράπη εις άτακτον φυγήν και αναζήτησε καταφύγιο πάνω σε ένα δέντρο κλαίγοντας και εκλιπαρώντας για τη ζωή του ενώ από κάτω ο μαινόμενος έφεδρος λοχίας τον σημάδευε με το (άδειο, εν τέλει) όπλο τραγουδώντας πριν τον μαζέψουν οι στρατονόμοι δια τα περαιτέρω.

Δεν ξέρω πώς ακριβώς τα σουρουμπέλιασε στο στρατοδικείο· εικάζω ότι η ηλίθια συμπεριφορά του αξιωματικού θα μέτρησε ως ελαφρυντικό και τελικά αντί να βρεθεί στη σχολή φωτομοντέλων (Στρατιωτικές Φυλακές Αυλώνας, επισήμως), βρέθηκε με ξηλωμένες σαρδελίτσες, απλός στρατιώτης με ένα εξάμηνο επιπλέον θητείας στο λόχο μας. Ωστόσο ουδείς του εμπιστεύθηκε όπλο ξανά, και ουδείς σκέφτηκε ποτέ να τον πιέσει για το οτιδήποτε. Απλώς περίμενε να περάσουν οι μέρες, περιφερόμενος με τα ερείπια της στολής του βαθμοφόρου (από όπου κρεμόντουσαν ακόμα οι κλωστές που συγκρατούσαν τις σαρδέλες) και πίνοντας χαρούμενους μπάφους εν μέση οδώ. Όταν βαριόταν ερχόταν στο ιατρείο να ζητήσει να πάει στο 401 για εξετάσεις.

- Τι εξετάσεις να κάνω σήμερα; ρωτούσε το γιατρό, που φυσικά ήταν μιλημένος για την περίπτωση.
- Αίματος; Ούρων; Σπιρομέτρηση; Σπινθηρογράφημα; Αλλεργία;
- Μπα, τις έχω κάνει όλες πρόσφατα, άλλο τίποτα δεν έχει;
- Σπέρματος έχεις κάνει;
- Κι αυτές. Μα πόση μαλακία μπορεί να αντέξει ένας άνθρωπος;
- Ακουόγραμμα; Προκλητά δυναμικά έχεις κάνει;
έριξα την ιδέα εμπνεόμενος από τις δικές μου γιωτάδικες εμπειρίες.
- Μπράβο αγόρι μου, αυτό είναι, το βρήκαμε. Να έρχεσαι να μας ρίχνεις ιδέες, είπε ο γιατρός ετοιμάζοντας το παραπεμπτικό.
- Σκέψου και τίποτα για αύριο που θα ξανάρθω, έλεγε ο πρώην λοχίας αποχαιρετώντας μας.

Λίγες μέρες αργότερα βρέθηκε να πίνει καφέδες στη Λέσχη Αξιωματικών. Τον ρώτησαν τι κάνει εκεί τους είπε «υπηρεσία, με έβαλε ο στρατηγός», πράγμα που παραδόξως αλήθευε. Τον είχε πετύχει ο (υπο-)στρατηγός που έπαιζε το διοικητή της μονάδας μια μέρα που είχε ντυθεί με πλήρη καταδρομική στολή με ενεργά σειρήτια (άγνωστο πώς την είχε διασώσει από το ξήλωμα) και για κάποιο λόγο που μάλλον είχε να κάνει με την εκτίμηση που είχε στις ειδικές δυνάμεις του έπιασε την κουβέντα. Αναφέρθηκε ο δικός μας (ως λοχίας, ψευδώς πλέον), τον ρώτησε ο μεγάλος τι δουλειά έκανε ως πολίτης και του απαντάει ο δικός μας «χορδιστής κλειδοκυμβάλων, στρατηγέ». Βάζει τα γέλια ο στρατηγός («από χορδιστής καταδρομέας;»), βάζει τα γέλια και ο ημιμαστουρωμένος δικός μας («και από καταδρομέας πάλι χορδιστής, στρατηγέ μου») και μες στο κέφι και τη χαρά τον στέλνει να κουρδίσει το πιάνο (με ουρά!) της Λέσχης.

Από τότε έκοψε τις επισκέψεις στο 401 και πήγαινε και κούρδιζε ακριβώς μια νότα την ημέρα, ούτε μισή παραπάνω. Ώρες ατελείωτες χτύπαγε το ίδιο πλήκτρο, πότε με κάποιο πεντάλ και πότε χωρίς, τέντωνε λίγο τη μία χορδή ή την άλλη (μέχρι τρεις είναι ανά πλήκτρο) κι όταν πολλές ώρες μετά βαριότανε, έφευγε και γύριζε στο λόχο. «Τέλειωσα με το σι ύφεση», έλεγε, «αύριο θα πιάσω το λα». Οι καραβανάδες θαμώνες δυσανασχετούσαν κάπως με τη μονοτονία του θορύβου, έλα όμως που η διαταγή του στρατηγού ήταν διαταγή και δε μπορούσαν να κουνηθούν και πολύ...

Κάποτε τέλειωσαν τα πλήκτρα ή η υπομονή του. Κούρδισε ό,τι ήταν να κουρδίσει κι έκατσε κι έπαιξε ένα ολόκληρο κονσέρτο για πιάνο, λέει ο μύθος (ο ίδιος μετά μου είπε ότι έπαιξε μόνο το αλλέγκρο του πρώτου μέρους και όχι, δεν ήταν του Μπετόβεν όπως θρυλείται). Ύστερα σηκώθηκε, πήγε στο διοικητή του λόχου και είπε «Φεύγω, βαρέθηκα.» Ο διοικητής είπε κάτι σαν «μα χρωστάς ακόμα σχεδόν δυο βδομάδες θητεία» κι ο δικός μας είπε «κι εσείς μου χρωστάτε δυο χρόνια, οπότε θα έρθω σε δυο βδομάδες για το απολυτήριο και είμαστε πάτσι». Δεν του έφεραν αντίρρηση.

Τον είδα όταν ήρθε, ένα κάπως βροχερό απόγευμα. Δεν απολυόταν καμμία σειρά εκείνη την ημέρα ή έστω εκεί γύρω, είχε έρθει η ώρα του να φύγει μόνος. Είχα έξοδο· βγήκαμε μαζί από την πύλη. Τον άκουσα που σιγοσφύριζε κάτι σαν το Take Five ενώ περιμέναμε το λεωφορείο που θα μας κατέβαζε στην πόλη. Εκεί τον ρώτησα για το κονσέρτο και διευκρίνισε ότι δεν ήταν κανένα δύσκολο κομμάτι, μια σχετικά απλή παρτιτούρα ήταν. Τον ρώτησα αν ήξερε τι θα έκανε τώρα, με ρώτησε αν πίστευα ότι ήξερε τι έκανε ίσαμε τώρα. Του είπα ότι δεν ξέρω τι να πω. Μου είπε ότι ούτε εκείνος ξέρει.

Μετά με ρώτησε αν θα έπαιρνα το λεωφορείο προς Πειραιά που πλησίαζε. Του είπα ότι θα έπαιρνα το λεωφορείο προς Αθήνα. Μου είπε ότι εκείνος θα έπαιρνε αυτό προς Πειραιά. Μπήκε μέσα κάνοντάς μου ένα νεύμα που υπό κανονικές συνθήκες σημαίνει «έτσι κι έτσι» αλλά εδώ θα μπορούσε να είναι «άντε γεια».

Σκέφτηκα ότι ήθελε μάλλον να με αποφύγει. Τώρα πια ξέρω ότι δεν ήταν τίποτα προσωπικό με εμένα, απλά στα μάτια του ήμουν ένας ακόμα εξοδούχος φαντάρος. Μ’ άλλα λόγια κάτι που ανήκε σε ένα παρελθόν από το οποίο είχε ξεμπλέξει οριστικά και άφηνε πίσω του, μαζί με στρατόκαυλους λοχαγούς, έρημες βραχονησίδες, κακό σταφ και έναν μονότονο ήχο της ίδιας νότας, με το ίδιο πλήκτρο στο πιάνο για ώρες.

Καιρός να αλλάξουμε σκοπό, οπωσδήποτε.


Μια κατά Λούις Άρμστρογκ εκδροχή του παλιού spiritual Sometimes I feel like a motheless child.


25/3/13

Άμφω


Φωτό από εδώ.

Ξεκίνησα σχετικά απληροφόρητος για το τι με περίμενε και με ένα ορισμένο δέος, ομολογουμένως. Ο Μήτσος με είχε διαβεβαιώσει ότι τις πρώτες μέρες δε μπορείς να κοιμηθείς, κι ακούς όλη νύχτα το τρίξιμο των κρεβατιών των άλλων που επίσης δε μπορούν να κοιμηθούν. Τον διαβεβαίωσα ότι δε θα ακούω τίποτα, καθότι είμαι κουφός από το ένα, και το άλλο το βάζω στο μαξιλάρι. «Μια χαρά», είπε, «μπορεί να σου βγει σε καλό, πες το οπωσδήποτε όταν πας». Το σημείωσα.

Μάρτης ήτανε, καλή ώρα, αμέσως μετά του Ευαγγελισμού. Ο πατέρας μου με συνόδεψε μέχρι το σταθμό της Λιοσίων, εμφανώς συγκινημένος που ο γιος του πήγαινε φαντάρος, έστω και τόσων χρονών πια. Στο λεωφορείο σκεφτόμουν περισσότερο το άθλιο κούρεμα παρά οτιδήποτε άλλο. Όταν πέρασα την πύλη, αυτό που περισσότερο μου στοίχισε ήταν ότι μου πήραν τα φάρμακα για το άσθμα· με τα λουλούδια να ανθίζουν σιγά σιγά δεν ήταν ό,τι καλύτερο για ευαίσθητα αναπνευστικά επιθήλια σαν το δικό μου.

Τώρα βέβαια που έχουν περάσει τόσα χρόνια δεν έχει σημασία πια, έχω ξεχάσει και τους κοριούς και τη μπίχλα και – εν μέρει – τη γενικευμένη βλακεία. Ωστόσο μελαγχολώ αναδρομικά για το ότι στην ερώτηση «μήπως θέλεις να πας Κύπρο;» απάντησα απλώς «όχι». Στην πραγματικότητα η ερώτηση θα έπρεπε να είναι διατυπωμένη ως «Κύπρο, Έβρο ή νησιά;» οπότε θα έπρεπε να δηλώσω εντοπιότητα Ικαρίας (αν και δεν προέκυπτε από το Α-Σι-Μι). Δε με ρώτησε κανείς όμως (αν και προβλεπόταν) και η μοίρα μου σφραγίστηκε άνευ άλλων διατυπώσεων. Όχι ότι θα γλύτωνα αναγκαστικά τον Έβρο βέβαια σε άλλη περίπτωση, αλλά μου έκανε εντύπωση που μετά με ρώταγαν διάφοροι «καλά, όταν σε ρώτησαν πού θες να πας γιατί δεν είπες ότι είσαι από Ικαρία;». Διότι δεν με ρώτησαν, παιδιά μου, τέλος.

Δεν ήταν το μόνο πράγμα που δε με ρώτησαν, βέβαια. Χρειάστηκε να πω τετράκις στον τύπο που συμπλήρωνε τα ιατρικά στοιχεία ότι ακούω μόνο από το ένα αυτί· εκ των υστέρων έχω την εντύπωση ότι είχε εντολές να μην τείνει ευήκοα ώτα σε οποιοδήποτε παράπονο αφορούσε ώτα εν γένει. Διότι από τα ώτα πας στα γιώτα, και μετά τρέχα γύρευε, ωστόσο με βαριά καρδιά συμπλήρωσε το παραπεμπτικό για να με στείλει για εξέταση στο στρατιωτικό νοσοκομείο της Λάρισας. Όταν πήγα παρακάτω για να με ντύσουν, κοίταξαν τα χαρτιά με εμφανή απογοήτευση.

- Α, δε γίνεται να πάρεις στολή.
- Γιατί;
- Έχεις παραπεμπτικό, μπορεί να μη σε κρατήσουν.
- Με δεν είναι τίποτα, γιώτα τρία, το πολύ τέσσερα. Θα με κρατήσουν.
- Α, δεν ξέρω, έχεις παραπεμπτικό. Μετά την εξέταση ξαναέλα.


Κι έτσι κυκλοφορούσα με πολιτικά μέσα στους ένστολους δυο-τρεις μέρες, μέχρι που με φώναξαν. Μας πήγαν στη Λάρισα, ένα μπουλούκι ορθοπεδικά περιστατικά για ακτινογραφίες κι εμένα για ΩΡΛ. Δώσαμε τα παραπεμπτικά μας, το μπουλούκι ακτινογραφήθηκε και εξετάστηκε εξ’ ολοκλήρου (ορισμένοι είχαν κατενθουσιαστεί που λόγω βιδών, λαμών, και άλλων αντικειμένων που είχαν αποκομίσει από τροχαία με μηχανάκι θα έπαιρναν αναβολή για κάνα εξάμηνο τουλάχιστον), αλλά εγώ περίμενα ώρες κατηφής και μόνος έξω απ’ το ωριλάδικο περιμένοντας να με φωνάξουν, χωρίς να συμβαίνει τίποτα.

Κάποια στιγμή μια αδελφή νοσοκόμα βγήκε και μου έδωσε το παραπεμπτικό πίσω, και ξανάκλεισε την πόρτα. Του έριξα μια ματιά· προς μεγάλη μου απορία ο αρμόδιος ιατρός διαβεβαίωνε ότι ακούω εξαιρετικά κι από τα δύο αυτιά (πράγμα που ειρήσθω εν παρόδω δεν μου έχει συμβεί ποτέ από γεννησιμιού μου). Δεν έχασα την ψυχραιμία μου και χτύπησα (όχι πολύ διακριτικά) την πόρτα. Το κεφάλι της νοσοκόμας ξεπρόβαλλε.Με κοίταξε καχύποπτα.

- Τι θες;
- Έχει γίνει κάποιο λάθος.
- Τι λάθος;
- Εδώ λέει ότι ακούω άμφω.
- Αμ... τι;
- Άμφω. Κι από τα δύο αυτιά.
- Ε, και δεν ακούς;
- Όχι, μόνο από το ένα.
- Α, δεν ξέρω, αφού το λέει ο γιατρός που σε εξέτασε...
- Μα δε με εξέτασε κανείς.
- Ε, και τι θες τώρα;
- Να με εξετάσει.
- Να σε εξετάσει;


Με κοίταζε. Είχε κοκκινήσει. Την κοίταζα κι εγώ. Συνέχισε να με κοιτάζει και να ροδίζει ολοένα. Σκέφτηκα ότι πιθανώς ήταν μειωμένης αντίληψης. Θυμήθηκα τον καθηγητή μου στο πανεπιστήμιο που επέμενε ότι πρέπει να απευθύνεται κανείς στις Αρχές με Α κεφαλαίο, όχι στα αρχί-δια με α μικρό, οπότε αποφάσισα να την απαλλάξω από το βάσανο.

- Μπορώ να δω το γιατρό;
- Μισό λεπτό...
είπε ψιθυριστά και χώθηκε σε ένα δωματιάκι πιο μέσα.

Ατυχώς άφησε την πόρτα μισάνοιχτη οπότε χώθηκα κι εγώ πίσω της. Την άκουσα να λέει «Γιατρέ, έχουμε ένα πρόβλημα...» και με ένα αλματάκι βρέθηκα μέσα στο δωματιάκι. Ένας τύπος με άσπρη μπλούζα που κρατούσε μια Αθλητική Ηχώ με κοιτούσε απορημένος. Του χαμογέλασα.

- Με γνωρίζετε;
- Όχι.
- Δεν με έχετε ξαναδεί ποτέ;
- Όχι, και απορώ με ποιο...
- Εδώ λέει ότι όχι μόνο με έχετε ξαναδεί, αλλά με έχετε εξετάσει και με βγάλατε και υγιέστατο
, του είπα ανεμίζοντας το παραπεμπτικό.

Κοίταξε τη νοσοκόμα που είχε πάρει πλέον ένα χρωματάκι εκρού. Μετά εμένα. Μετά ξανά τη νοσοκόμα. Εκρού, το χρώμα του νεκρού. Μετά άφησε κάτω την εφημερίδα και είπε:

- Και δεν σε εξέτασα;
- Όχι.
- Ε, και τι θες τώρα;


Πήρα μια βαθιά ανάσα. Μάλλον όλοι μειωμένης αντιλήψεως ήταν εδώ μέσα.

- Να με εξετάσετε.
- Δε μπορώ να σε εξετάσω. Δεν έχω ακουoγράφο. Πρέπει να πας αλλού.
- Εδώ λέει ότι είμαι μια χαρά.
- Και δεν είσαι;
- Όχι.
- Και τι πρόβλημα έχεις;
- Μονόπλευρη κώφωση.
- Για φέρτο εδώ αυτό.


Του το έδωσα. Κούνησε το κεφάλι, έβγαλε ένα μπλάνκο από ένα συρτάρι, κι έσβησε τη διάγνωση (εκτός από την υπογραφή και το σφραγιδάκι). Ύστερα έγραψε από πάνω ότι δεν ακούω από το ένα αυτί και καλύτερα να με εξετάσουν στο 401. Ξανάπιασε την εφημερίδα. Ευχαρίστησα (γιατί άραγε;) κι έφυγα να ενωθώ με τους αδημονούντες με τις λάμες και τις βίδες που τους είχε πιάσει ντελίριο.

Στο Κέντρο έδωσα το χαρτί πίσω· το είδαν με εμφανή απογοήτευση, και κάποια καχυποψία λόγω μπλάνκο. Μου είπαν ότι όταν μαζευτούμε κάμποσοι προβληματικοί θα βγει ομαδικό φύλλο πορείας για Αθήνα. Συνέχισα να κυκλοφορώ με πολιτικά για μέρες (και μερικοί από τους εν λόγω «προβληματικούς» επίσης), πράγμα βέβαια που με απάλλασσε από ορισμένες παρενοχλήσεις, καθότι δεν ήταν εκ του μακρόθεν εμφανές αν είμαι παραπεμπόμενος για παθολογικούς λόγους ή αν τυχόν είμαι κάνας ψυχάκιας που μόλις πιάσω όπλο θα θερίσω τους πάντες που μου μπαίνουν στο ρουθούνι.

Από την άλλη, ήμουνα εκευριστικά ορατός, ωσάν τη μύγα μες στο γάλα, ειδικά στην πρωινή αναφορά. Δεν κάνει να δίνεις στόχο στο συγκεκριμένο περιβάλλον, όπως και να ‘ναι. Ήρθαν και οι δικοί μου επίσκεψη το Σαββατοκύριακο, που είχα και γενέθλια, για να με δουν με στολή, αλλά ατυχώς ήμουνα ακόμα με πουκαμισάκι και τζην. Μου άφησαν κάτι τυροπιτάκια που είχε μαγειρέψει η μάνα μου· θεώρησα καλό λόγω της γενικευμένης ορατότητας που λέγαμε, να τα μοιραστώ με το λοιπό θάλαμο. Κάποιος κάρφωσε ένα σπίρτο εν είδει κεριού σε ένα τυροπιτάκι, το άναψε, κι άρχισαν να τραγουδάνε:

- Να ζήσεις Β. και χρόνια πολλά, φαντάρος να γίνεις με άσπρα μαλλιά...

Κυριακή βράδι, μετά το γόπιγκ, μάρκαρα στην ατζέντα τις ημερομηνίες κατάταξης και (πιθανής) απόλυσης, μέτρησα το σύνολο των ενδιάμεσων ημερών, κι έσβησα όσες είχανε ήδη περάσει (ούτε δέκα). Οι εναπομείνασες φαινόντουσαν άπειρες, αλλά σκέφτηκα τα «Κεριά» του Καβάφη (μάλλον θλιβερή σκέψη κλείνοντας τα εικοσιεννιά, τώρα που το ξανασκέφτομαι) και πήρα κουράγιο.

- Πεντακόσιες σαράντα εφτά και σήμερα, είπα, και γύρισα να κοιμηθώ.

Είχα ψιλοσυνηθίσει τα τριξίματα, και όχι μόνο λόγω βαρηκοΐας.

(συνεχίζεται)


Σ.Σ. ΑΣΜ (προφέρεται α-σι-μι) είναι ο αριθμός στρατολογικού μητρώου. Τα πρώτα τρία ψηφία δηλώνουν το στρατολογικό γραφείο (δηλαδή χοντρικά την περιφέρεια) από την οποία προέρχεται ο στρατεύσιμος. Γιώτα είναι το υποκοριστικό της κατηγορίας ικανότητας, συνοδευόμενο από ένα δείκτη κλίμακας 1-5. Ι1 με Ι2 είσαι μάχιμος, Ι3 με Ι4 είσαι μάλλον άοπλος, Ι5 (ή γιώτα-ευτυχία, για μερικούς) απαλλάσσεσαι της στράτευσης. Ακουογράφος είναι ένα μάλλον απλό μηχάνημα που παράγει ήχους σε διάφορες συχνότητες και εντάσεις μέσα σε κάτι ακουστικά, ενίοτε παράγοντας παράλληλα ένα θόρυβο υποβάθρου στο απέναντι αυτί για να μη μπερδεύεται η αντίληψη ανάμεσα στα δύο αυτιά, και χρησιμεύει στην κατασκευή ακουογραμμάτων (διαγραμμάτων επί τοις εκατό οξύτητας ή εν προκειμένω απώλειας της ακοής). Η Αθλητική Ηχώ ήταν μια ιστορική - παναθηναϊκών φρονημάτων - αθλητική εφημερίδα που έχει κλείσει εδώ και κάποια χρόνια.

25/3/11

Άχρηστη ειδικότητα

Πρόεδροι, Υπουργοί, Αρχηγοί και ποικίλων εθνοτήτων άρτι αποφοιτήσαντες αξιωματικοί. Δεν έχουν ανάγκη από τηλεκάρτες, φαντάζομαι.

Ο Δίκας με κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω. Στον Έβρο ήμουνα τάχα μου «παλιός», αλλά εδώ, μετά τη μετάθεση στην περιοχή τέως διοικήσεως πρωτευούσης, δεν ήμουν σίγουρος ακριβώς πώς ήτανε τα κόζια. Κοιτάχτηκα κι εγώ να δω αν ήμουν αγιάλιστος ή ακομβίωτος ή αξύριστος. Δεν ήμουν τίποτα από τρία. Αδιάφορος ίσως. Αυτό σίγουρα. Κοίταξε ξανά το φύλλο πορείας και κούνησε το κεφάλι.

- Καρωτή Διδυμοτείχου, ε;

Αναρωτήθηκα αν έπρεπε να απαντήσω με κάποιο μεγαλοπρεπές «μάλιστα», αλλά ακολούθησα τον άγραφο κανόνα που λέει ότι η σιωπή είναι χρυσός. Βλέπε, άκου, μη μιλάς. Δεν επέμεινε.

- Τι ειδικότητα είπαμε έχεις;

Άφησα το χρυσό και απάντησα όπως απαιτούσαν οι περιστάσεις.

- Τεχνικός Αποθηκάριος Γραφέας, κύριε Διοικητά.

Ξανακούνησε το κεφάλι.

- Μαλακία ειδικότητα, είπε. Άχρηστη είναι.

Για πρώτη φορά μετά από δέκα μήνες στον Ελληνικό Στρατό, αισθάνθηκα τέτοια ταύτιση με δήλωση αξιωματικού. Μου έγινε λίγο πιο συμπαθής.

- Είσαι και γιωτάς... Τι να σε κάνω εδώ που σε στείλανε, μου λες;

Υπέθεσα ότι η ερώτηση ήταν ρητορική και επανήλθα στο χρυσό κανόνα. Άλλωστε η απάντηση ήταν στις δικές του αρμοδιότητες, όχι στις δικές μου. Περιμένοντας να αποφανθεί ο ίδιος για το δέον γενέσθαι, περιεργάστηκα το γραφείο του. Εντόπισα ένα μισοάδειο μπουκάλι Τζόνυ καβατζωμένο πίσω από κάτι φακέλους. Δεν είναι το πάθος μου, αλλά συμπαθώ τους ανθρώπους με πάθη. Μου έγινε λιγάκι ακόμα συμπαθέστερος, παρόλα τα γαλόνια. Όχι και πολλά, δηλαδή, Τχης (ΠΖ). Μπορεί και να με πέρναγε λίγα χρόνια σε ηλικία.

- Ο καταδρομέας απολύεται, ίσως θα έπρεπε να σε βάλω στο πόστο του…

Πρέπει να έγινα μπλε μέσα σε δευτερόλεπτα· από γιωτάς σε καταδρομέας είναι μεγάλη η απόσταση. Καλύτερα στον Έβρο…

- …στο πρατήριο. Θα πουλάς τηλεκάρτες, κατά βάση. Άλλο οι υπηρεσίες στο λόχο διοικήσεως, θα τις κάνεις κανονικά.

Ανάσανα.

- Τράβα στον καταδρομέα να σου παραδώσει.

Χαιρέτησα μετά προσοχής και ρώτησα τους απέξω πού είναι το πρατήριο. Ήταν κολλητά σε κάτι μεγαλογραφεία που μπαινόβγαιναν μεγαλοκαραβανάδες, μπροστά στους οποίους ο Τχης ήταν ένα τιποτένιο σκουλήκι. Κακοσημαδιά, γαμώτο· σκέφτηκα ότι θα με έτρωγε το ξύρισμα και το γιάλισμα και το κομβίωμα με τέτοιους γειτόνους. Ο καταδρομέας με περίμενε με ανοιχτές αγκάλες: «Καλώς την απαλλαγή μου» κι έτσι. Μετά τα τυπικά (Τι σειρά είσαι, από πού είσαι, ξέρεις κανέναν Τάδε, πού ήσουνα πριν έρθεις, πω πω πίκρα κλπ.), περάσαμε στο παρασύνθημα. Κόλλησε στην πόρτα ένα χαρτάκι που έγραφε «Κλειστόν λόγω απογραφής». Κλείδωσε από μέσα και έχωσε τα κλειδιά σε μια τσέπη. Ένας αντισυνταγματάρχης χτύπησε το τζάμι.

- Κλείσαμε, είπε ο καταδρομέας, και του έδειξε το χαρτάκι.
- Μια τηλεκάρτα θέλω μόνο, ακούστηκε ο Άνχης απέξω.
- Από αύριο, στο παιδί, αδιαφόρησε ο καταδρομέας, δείχνοντάς με.

Το παιδί είχε γίνει λίγο μελιτζανί. Αυτός θα απολυόταν, αλλά εγώ θα έμενα πίσω.

- Χυλόπιτα στον Άνχη;

Σήκωσε τους ώμους.

- Από τέτοιους γεμάτος είναι ο τόπος. Άμα φανεί Σχης και βάλε το συζητάμε, αλλά και πάλι… στ’ αρχίδια μου. Και στα δικά σου, μη μασάς.

Ακολούθησα κι εδώ το χρυσό κανόνα. Ο καταδρομέας έβγαλε ένα πακέτο τσιγάρα. Μου το πρότεινε.

- Έχω καπνό, του είπα, για στρίψιμο.
- Έχεις και χαρτάκια;
- Έχω.
- Πιάσε τρία.


Ώπα. Η στρατιωτική εμπειρία με είχε διδάξει ότι τα χαρτάκια σε τριάδες δεν δίνονται για να στριφτούν τρία νορμάλ τσιγάρα, αλλά ένα και μόνο τρίφυλλο. Σκέφτηκα ότι ήθελε απλώς να κάνει το κομμάτι του και του έδωσα τα τρία χωρίς αντίρρηση. Κράτησα κι ένα τέταρτο για πάρτη μου. Ενώ έστριβα τον παρατηρούσα να κολλάει τα δύο σε σειρά και το τρίτο εγκάρσια. Ύστερα θρυμμάτισε δυο τσιγάρα και άδειασε τον καπνό στο τριπλό χαρτάκι. Από μια εσωτερική τσέπη έβγαλε ένα σακουλάκι με ένα ξεραμένο βοτάνι που όποιος δεν έχει πάει στρατό μπορεί να το περάσει και για ρίγανη. Έριξε κάποια θραύσματα μέσα στο βουναλάκι του καπνού.

- Μας βλέπουν, επεσήμανα. Το πρατήριο ήταν ουσιαστικά ένα γυάλινο κουβούκλιο, ορατό από παντού.
- Είναι πίσω από τον πάγκο, δε φαίνεται, είπε ψύχραιμα ο καταδρομέας. Μου δίνεις πάλι τα χαρτάκια σου;

Του τα έδωσα. Έκοψε ένα χαρτονάκι από το πακετάκι και το τύλιξε για να κάνει τζιβάνα. Ύστερα τύλιξε όλο το σχηματισμό ως μακρόστενο χωνάκι, και το χαρτί που περίσσευε στην ανοιχτή πλευρά το έστριψε μέχρι που έγινε σα φυτιλάκι. Ακούμπησε το τρίφυλλο στον πάγκο. Θεώρησα ότι η παράσταση είχε λάβει τέλος, όταν με ρώτησε:

- Έχεις φωτιά;
- ΕΔΩ θα το πιείς;
- Ναι, γιατί; Εσύ δε θες;
- Μπα, όχι, δεν παίρνω ναρκωτικά.


Ο καταδρομέας με κοίταξε με ύφος συγκαταβατικό.

- Σε καταλαβαίνω, είπε. Έριξε μια εξεταστική ματιά γύρω γύρω και συνέχισε.

- Κι εγώ, φιλαράκι, τα ναρκωτικά δεν τα γουστάρω.
- Ορίστε;
- Δεν τα γουστάρω, ρε παιδί μου. Σου χαλάνε το μυαλό.


Ψαχούλεψε κάτω από το πάγκο και ανέσυρε έναν αναπτήρα. Άναψε το μπάφο από το φυτιλάκι, τράβηξε μια-δυο τζούρες απανωτές. Μια γλυκερή μυρωδιά καννάβεως ανέβλυσε στην ατμόσφαιρα. Άρχισα να μετράω νοερά μέρες φυλάκισης, μήνες καλύτερα, άμα μας έκαναν τσακωτούς. Έξω από το γυάλινο κουβούκλιο πέρναγαν αξιωματικοί ομαδόν. Κάποιος ξέκοψε και χτύπησε το τζάμι της πόρτας. Ο καταδρομέας δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία, του έδειξε το σημείωμα. Ο άλλος το διάβασε, απομακρύνθηκε. Ο καταδρομέας συνέχισε να καπνίζει αμέριμνος.

- Τις προάλλες ήμουνα σκοπιά στο φυλάκιο με άλλους τρεις. Θα μας αλλάζανε την άλλη μέρα. Τι ήθελα; Την ησυχία μου ήθελα. Έκανα το τσιγαράκι μου (έδειξε το μπάφο) κι έπεσα να κοιμηθώ. Αλλά πού να με αφήσουν οι μαλάκες;
- Δε σε άφησαν; ρώτησα κοιτώντας ανήσυχα γύρω γύρω.
- Όχι, τα μουνιά. Ο ένας είχε χαπάκια έκστασι, ο άλλος κόκα, ο τρίτος δεν ξέρω τι, τριπάκι. Είχανε βάλει μουσική φουλ και χορεύανε, χτυπιόντουσαν σα μαλάκες όλη νύχτα. Και δεν ακούγανε τίποτα που τους έλεγα να σκάσουνε, στ’ αρχίδια τους όλα. Και δε με αφήσανε να κοιμηθώ όλη νύχτα. Κατάλαβες; Τους μαλάκες...

Άφησε το τρίφυλλο να σβήσει φτάνοντας στη τζιβάνα. Διέλυσε τα υπολείμματα στο τασάκι. Άπλωσε τα πόδια σε μια μπροστινή καρέκλα και κοίταξε το ταβάνι.

- Γι' αυτό σου λέω, φιλαράκι, εγώ τα ναρκωτικά δεν τα γουστάρω.

Ένα χτύπημα ακούστηκε πάλι. Γύρισα και είδα το Δίκα να μου γνέφει από την πόρτα να του ανοίξω. Η φούντα ακόμα βρωμούσε παντού. Πάγωσα.

- Τι γαλόνια; Ρώτησε ο καταδρομέας μέσα στη νιρβάνα του.
- Τχης, είπα, αλλά βασικά είναι ο...
- Χέστονε.


Ο Δίκας φώναζε κάτι απέξω. Κοίταξα με απόγνωση τον καταδρομέα που είχε προσηλωθεί στο ταβάνι με αφοσίωση. Κάποια στιγμή εδέησε να ρίξει ένα βλέμμα στον αγανακτισμένο Τχη. Του έκανε νόημα «τι θες;». Ο Δίκας έδειξε ανακουφισμένος.

- Όταν τελειώσετε με την παραλαβή, ο νέος να μου φέρει δυο ξυραφάκια. Στο λόχο.

Ο καταδρομέας ύψωσε τον αντίχειρα σε ένδειξη κατανόησης. Ύστερα ξαναπροσηλώθηκε στο ταβάνι. Ο Τχης απομακρύνθηκε με ελαφρά πηδηματάκια. Με έπιασε μια ξαφνική ανάγκη να βάλω τα γέλια. Όχι από τις αναθυμιάσεις. Αλλά κρατήθηκα προσώρας.

- ...δεν τα γουστάρω τα ναρκωτικά, λέμε, ακούστηκε ένα μουρμουρητό δίπλα μου.

Ύστερα έπεσε σιωπή, για πολλή ώρα.


Σ.Σ. Είναι παρατηρημένο ότι κάτι με πιάνει στις εθνικές επετείους και το μυαλό μου επιστρέφει στην περίοδο της θητείας μου, κάπου στη δεκαετία του 1990 που τα κινητά δεν ήταν πολύ διαδεδομένα και υπήρχαν ακόμα τηλεκάρτες. Αντιθέτως, τα ναρκωτικά διαφόρων τύπων ήταν εξαιρετικά διαδεδομένα στο στράτευμα, και εικάζω ότι ακόμα θα είναι.

Τη φωτό της αποφοίτησης των Ευελπίδων της τάξης του 2010 τη βούτηξα από ένα μπλογκ στρατιωτικού (έως μιλιταριστικού) ενδιαφέροντος, αλλά επειδή το δικό μου ενδιαφέρον για αυτά τα θέματα περιορίζεται όπως είπαμε στις εθνικές επετείους, λέω να μη βάλω σύνδεσμο, κόντρα στις περί κλοπυράιτ αντιλήψεις του ιστολογίου.

Ατυχώς στην Ολλανδία η 25η Μαρτίου είναι μια μέρα σαν τις άλλες.

29/10/10

Εγώ με την αξία μου

Εικόνα μάχιμου οπλίτη χωρίς ακαδημαϊκές φιλοδοξίες, από τον Αστειάτορα.

Ήμουνα ίσαμε 16 μήνες φαντάρος ήδη, είχα περάσει το τρίμηνο στο Κέντρο Εκπαίδευσης και ένα αξέχαστο επτάμηνο στην παραμεθόριο κάπου στο Βόρειο Έβρο, και έχοντας πάρει μια απρόσμενα καλή "τελική" μετάθεση στα περίχωρα της Αθήνας, περνούσα τις μέρες μου κατά κύριο λόγο σκουπίζοντας, σφουγγαρίζοντας και πλένοντας πιάτα στο αναρρωτήριο, καθώς και κάνοντας αποψίλωση (ή κατά τη στρατιωτική αργκό "αποξήλωση") σε κάτι μαραμένα αγρωστώδη στα χωράφια που όριζαν το στρατόπεδο, μετρώντας ανάποδα τις μέρες μέχρι να πάρω την άδεια που ο Διοικητής μου είχε υποσχεθεί ότι θα ήταν "απολύσεως". Αλλά οι μέρες δεν πέρναγαν και πολύ εύκολα και για να μην ακούει διαρκώς τη γκρίνια μου ο γιατρός με έστελνε πότε πότε (αφού πλύνω τα πρωινά πιάτα) με παραπεμπτικό στο 401 για εξετάσεις, υπό την αυστηρή προϋπόθεση ότι εκεί θα με έβρισκαν υγιή και θα επέστρεφα το μεσημέρι για τα υπόλοιπα πιάτα και το σφουγγάρισμα.

Έτσι είχα την ευκαιρία να μετρήσω τη μυωπία μου (άφθονη ως συνήθως), να παραπονεθώ για ένα βουητό στο δεξί αυτί (το οποίο ειρήσθω εν παρόδω είναι κουφό, πράγμα που μου προσπόρισε από την αρχή της θητείας μου το πολυπόθητο Ι4, χάρη στο οποίο ήμουν μεν "ντακότα", δηλαδή δεν πήρα όπλο, πλην όμως πήρα σφουγγαρίστρα επ' ώμου για όλο το δεκαοκτάμηνο), και τέλος να ανακαλύψω ότι έχω άσθμα (και με τη βούλα) και όχι ένα απλό αλλεργικό βηχαλάκι. Η τελευταία ανακάλυψη όμως δεν ήταν εντελώς χωρίς συνέπειες - ο πνευμονολόγος ήταν κατηγορηματικός. "Δεν πρέπει να πηγαίνεις αγγαρεία μαγειρεία, σκουπίδια, αποψίλωση κλπ." Του εξήγησα ότι πήγαινα ανελλιπώς επί δεκαεξάμηνο, αλλά δεν τον έπεισα. "Αποκλείεται" είπε. "Αφού έχεις άσθμα, θα πρέπει να βγεις Ι4 και να μην κάνεις τέτοια." Του επισήμανα ότι ήδη ήμουν Ι4 από άλλη αιτία. "Αδιάφορο" μου είπε: "ο κανονισμός λέει ότι πρέπει να περάσεις από επιτροπή απαλλαγών". Και συμπλήρωσε ότι ήμουν τυχερός διότι η επιτροπή θα συνεδρίαζε οσονούπω - θα έβαζε το φάκελλό μου μέσα, κι εγώ απλώς θα περίμενα να με φωνάξουν.

Μετά από δεκάξι μήνες είχα συνηθίσει τον παραλογισμό - πιο πολύ άλλωστε με προβλημάτιζε το άσθμα (μήπως να έκοβα το τσιγάρο; μπαααα... δύσκολο...) παρά οι διαδικασίες. Έκατσα και περίμενα - παραδόξως δεν άργησαν πολύ. Άκουσα το όνομά μου και προχώρησα στην αίθουσα που συνεδρίαζε η επιτροπή. Στο κέντρο καθόταν ένας υψηλόβαθμος του Υγειονομικού - διέκρινα ένα αστεράκι χρυσό δίπλα στα σπαθάκια. "Ταξίαρχος", σκέφτηκα. Οι διπλανοί είχαν μόνο κάτι χλωμά αστεράκια χωρίς άλλα λιλιά, υπολοχαγοί και λοχαγοί, πιτσιρικάδες. Χτύπησα μια ψευδοπροσοχή και αναφέρθηκα, βαθμό, Σώμα, επώνυμο, όνομα, ΕΣΣΟ. Ο Ταξίαρχος κοιτούσε τα χαρτιά του, δε μου έδωσε σημασία. Οι άλλοι κοιτούσαν τον Ταξίαρχο. Κανείς δε μιλούσε.

Κάποια στιγμή τα μάτια του με κοίταξαν πάνω από τα γυαλιά πρεσβυωπίας. Δε νομίζω ότι με είδε πάντως, διότι η ερώτησή του ήταν εντελώς εκτός τόπου και χρόνου:

- Γιατί παιδί μου δεν θέλεις να υπηρετήσεις; Γιατί θέλεις απαλλαγή;

Συγκράτησα το χαμογελάκι που πήγε να μου ξεφύγει και απάντησα σχετικώς σταθερά, αν και μάλλον χαμηλόφωνα:

- Δεν θέλω απαλλαγή κύριε Ταξίαρχε.
- Και τι κάνεις εδώ πέρα; Αναβολή θέλεις;
- Έχω άσθμα και με έστειλαν για το γιώτα... Βασικά ήδη υπηρετώ ξέρετε, δεκαέξι μήνες, σε δυό μήνες απολύομαι.

Φαίνεται ότι τα λόγια μου τον εντυπωσίασαν, διότι όχι μόνο με ξανακοίταξε, αλλά με είδε κιόλας αυτή τη φορά.

- Υπηρετείς;
- Μάλιστα.
- Και γιατί είσαι με πολιτικά; Πού είναι η στολή σου;


Είχε αγριέψει, δήθεν. Οι παρατρεχάμενοι με κοίταζαν με απορία, μα ΠΟΥ ήταν η στολή μου; Πήρα μια ανάσα προσπαθώντας να σκεφτώ την καλύτερη διατύπωση.

- Δεν μου έχει χορηγηθεί στολή εξόδου.
- Τι λες; Και πώς ορκίστηκες;
- Με χειμερινή. Τότε ήταν Μάρτιος και φορούσαμε χειμερινή. Τώρα είναι Ιούλιος και φοράμε θερινή. Αλλά δεν μου έχει χορηγηθεί θερινή.
- Ποτέ;
- Ποτέ. Κι επειδή δεν επιτρέπεται να κυκλοφορώ με τη στολή παραλλαγής εκτός στρατοπέδου, ήρθα με πολιτικά.


Δεν έλεγα ψέμματα, αλλά και στολή να είχα πάλι με πολιτικά θα ερχόμουνα - εννοείται.

- Αίσχος, είπε ο Ταξίαρχος. ΑΙΣΧΟΣ! Είναι κράτος αυτό; Είναι στρατός αυτός;

Άρχισε να οικτίρει το κράτος που σπαταλάει εκατομμύρια σε ένα σωρό αηδίες και τσιγκουνεύεται μια στολή να δώσει στους φαντάρους του. Συνέχισε μιλώντας για τα ελλείματα της Ολυμπιακής Αεροπορίας, τα χρέη των αστικών συγκοινωνιών και τη γενική κατάντια της Ψωροκώσταινας. Οι παρατρεχάμενοι κουνούσαν το κεφάλι καταφατικά ενόσω ο Ταξίαρχος περνούσε γενεές δεκατέσσερις τις εκάστοτε κυβερνήσεις και έλεγε κάθε τόσο "δίκιο δεν έχω;" - "Μάλιστα, κύριε Ταξίαρχε" απαντούσαν οι κινούμενες κεφαλές. Όταν τελείωσε ο δεκάρικος γύρισε και με ξανακοίταξε. Με έβλεπε καλύτερα όσο περνούσε η ώρα.

- Σιτεμένος φαίνεσαι. Πόσο χρονών είσαι;
- Τριάντα, κύριε Ταξίαρχε, τα στρογγύλεψα προς τα κάτω.
- Και πώς και άργησες να μας έρθεις; Σπούδαζες, σπούδαζες;

Διέκρινα μια ελαφρά ειρωνία στον τόνο της φωνής του.

- Σπούδαζα κύριε Ταξίαρχε, σπούδαζα.
- Και τελειωμό δεν είχαν οι σπουδές σου; Δέκα χρόνια έκανες να τελειώσεις;


Αυτή τη φορά άφησα το χαμογελάκι να σκάσει ανεμπόδιστο. Είχε όρεξη για κουβέντα.

- Όχι, κύριε Ταξίαρχε, έκανα και μεταπτυχιακά... (Παύση) ...και Διδακτορικό έκανα.

Ο Ταξίαρχος τραμπαλίστηκε ανάλαφρα ενώ οι κινούμενες κεφαλές έμειναν ακίνητες. Έκανε μια γκριμάτσα σα να έλεγε "πω, πω", δήθεν εντυπωσιασμένος.

- Τι λές βρε παιδί μου... Διδακτορικό... Και με τι θέμα;

Σκέφτηκα προς στιγμήν να του εκσφενδονίσω κατακούτελα τον πλήρη τίτλο της διατριβής μου, αλλά με την έμπνευση που είχε ο Καθηγητής μου την εποχή εκείνη ο τίτλος ήταν γύρω στη μισή σελίδα. Προτίμησα να του κάνω μια περίληψη - δυο λέξεις το πολύ. Λίγοι άντεχαν περισσότερες, άλλωστε.

- Μοριακή Βιολογία, κύριε Ταξίαρχε.

Το χαμογελάκι άνθιζε στο πρόσωπό μου. Ο Ταξίαρχος κούνησε το κεφάλι και μουρμούρισε "Μοριακή Βιολογία... Χμμ...". Διαισθανόμουν ότι για έναν γιατρό της παλιάς σχολής αυτές οι δυο λέξεις μπορεί να αντιπροσώπευαν κάτι μεταφυσικό, κάτι απροσδιόριστα επίφοβο. Γύρισε και με κοίταξε με ύφος απρόσμενα φιλικό, αλλά νομίζω ότι πάλι δε με έβλεπε. Ρώτησε με ήρεμη φωνή:

- Και σκέφτεσαι να κάνεις ακαδημαϊκή καριέρα;
- Το κατά δύναμιν, κύριε Ταξίαρχε.


Δεν σκεφτόμουν τίποτα πέρα από το απολυτήριο, αλλά αυτά δεν είναι πράγματα να συζητάς με Ταξιάρχους.

- Μάλιστα... Και δε μου λες, τι δουλειά κάνει ο πατέρας σου;
- Ο πατέρας μου;
- Ναι, ναι, ο πατέρας σου, τι δουλειά κάνει;
- Είναι συνταξιούχος, αλλά ήταν ναυτικός παλιά.


Γούρλωσε τα μάτια θεατρικά, δήθεν έκπληκτος. Άρχισε να φωνάζει.

- Ναυτικός; Και ΠΟΥ ΠΑΣ βρε κακομοίρη να κάνεις ακαδημαϊκή καριέρα με πατέρα ναυτικό ; Ενώ άμα ήσουνα ο γιος του τάδε ή του δείνα (είπε τα ονόματα δύο πασίγνωστων καθηγητών της Ιατρικής) θα άνοιγαν οι πόρτες, τώρα με πατέρα ναυτικό θα κάτσεις απέξω και θα χτυπάς στο βρόντο κακομοίρη μου.

Ύστερα γύρισε στις κινούμενες κεφαλές, που είχαν σπάσει κάθε ρεκόρ κινητικότητας όσο φώναζε. "Επίκουρος δεν έγινε ο γιος του Τάδε κατευθείαν; Σιγά μην πήγαινε Λέκτορας... Πρώτα Επίκουρος και μετά φαντάρος πήγε... Και ο Δείνα, κατευθείαν από πατέρα σε γιο δεν πήγε η έδρα; Και η κλινική; Και η πελατεία, βέβαια..." Οι κινούμενες κεφαλές κόντευαν να φτάσουν στο πάτωμα από το κούνημα και τα "Μάλιστα κύριε Ταξίαρχε". Αυτός έβαλε τα γέλια, αυτοί γέλασαν όλοι μαζί, για πολλή ώρα. Κάποια στιγμή κάτι θυμήθηκε και σταμάτησε να γελάει. Σταμάτησαν και οι άλλοι. Με κοίταξε με γυάλινο βλέμμα αυτή τη φορά. Σκέφτηκα ότι ως παλαίουρας και μάλιστα με διδακτορικό, ίσως μπορούσα να πω κι εγώ καμιά βλακεία να περνάει η ώρα. Κόλλησα το πιο αγαθιάρικο χαμόγελο που μπορούσα και είπα ήρεμα.

- Ο καθείς και τα όπλα του.

Έπεσε σιγή πάλι. Οι κινούμενες κεφαλές κοίταξαν τον Ταξίαρχο που κοιτούσε εμένα. Ήταν αστείο - δεν άντεξα και μου έφυγε ένα γελάκι. Το κατέπνιξα όμως και συνέχισα.

- Ξέρετε, εγώ με την αξία μου κι όχι με ξένες πλάτες...

Και δώστου το αγαθιάρικο χαμόγελο ξανά. Σκέφτηκα ότι άμα στράβωνε θα είχαμε τραβήγματα, αλλά προφανώς με θεώρησε εντελώς βλαμμένο: δεν του ξέφυγε απλώς γελάκι - ολόκληρο χάχανο εξωστρεφέστατο. Οι παρατρεχάμενοι ανακουφίστηκαν και γέλασαν κι αυτοί, λιγότερο εντυπωσιακά αυτή τη φορά. Γέλασα κι εγώ - είμασταν για πολλά γέλια. Κάποτε βαρέθηκε, μάζεψε το χαρτί που είχε μπροστά του και είπε:

- Γιώτα-τέσσερα, αν και κανονικά θα έπρεπε να σου δώσω απαλλαγή διότι είσαι για δέσιμο.

Συνέχισα να χασκογελάω - ωστόσο ήμουν μάλλον ο μόνος. Ψευτοεκνευρίστηκε.

- Φύγε μωρέ από δω... Γιωτάς με πατέρα ναυτικό... Και θα μου γίνεις και Καθηγητής Πανεπιστημίου... Φύγε, φύγε, ΦΥΓΕ! Κοίτα κάτι στρατιώτες χωρίς στολή... ΦΥΓΕ ΛΕΜΕ!

Κάποιος με τράβηξε και βρέθηκα έξω από την αίθουσα σκασμένος στα γέλια - ούτε να χτυπήσω προσοχή θυμήθηκα ούτε τίποτα. Ρώτησα τι θα γινότανε με το γιώτα, μου είπανε ότι τα χαρτιά θα πήγαιναν υπηρεσιακώς, πράγμα που σήμαινε ότι μπορεί να έκαναν και δυο μήνες. Έστριψα ένα τσιγάρο κι έκανα δυο τζούρες - τόσο περίπου άντεχα. Το πέταξα και πήρα ταξί για το στρατόπεδο. Πέρασα την πύλη πέντε λεπτά πριν αρχίσει το νούμερό μου - παρέλαβα τα κλειδιά του οπλοβαστού με τα πολιτικά και έβαλα την παραλλαγή κατά τη διάρκεια. Το βράδι ξαναπήγα στο αναρρωτήριο για τη λάντζα. Ο γιατρός με περίμενε να μιλήσουμε για σινεμά - ήταν η βραδινή μας διασκέδαση. Προηγουμένως με ρώτησε πώς πήγε η επίσκεψη.

- Μια χαρά. Έμαθα ότι έχω άσθμα και ότι δεν θα κάνω ακαδημαϊκή καριέρα.
- Το άσθμα πρόσεξέ το. Το άλλο δεν ακούγεται και πολύ σοβαρό. Έρχεσαι αύριο να δούμε τον "Εραστή της Κομμώτριας";
- Δεν προλαβαίνω, απολύομαι.

Πέρασαν δώδεκα χρόνια από τότε - σκέφτομαι ότι εν τέλει όντως δεν είναι πολύ σοβαρό.

Το άσθμα βέβαια το προσέχω, ούτε λόγος.


Σ.Σ. Για την ιστορία, έμαθα ότι η στολή εξόδου καταργήθηκε μαζί με το δίκωχο - σήμερα οι φαντάροι βγαίνουν πλέον νομίμως με παραλλαγή και μπερέ. Το ότι σπάει ο διάολος το ποδάρι του σχεδόν σε κάθε εθνική επέτειο και όλο και κάποια ιστορία από το στρατό μου τριβελίζει το μυαλό είναι γνωστό και παρατηρημένο στους προσεκτικούς αναγνώστες του μπλογκ. Αυτό που πιθανόν δεν είναι γνωστό είναι ότι τελευταία εμπλέκομαι σε διάφορες συζητήσεις για θέματα οργάνωσης της ανώτατης εκπαίδευσης - με αφορμή κυρίως πρόσφατες βαρύγδουπες εξαγγελίες μεταρρυθμίσεων που φοβούμαι ότι είναι περί όνου σκιάς. Από αυτή τη σκοπιά ίσως δεν είναι τυχαίο που θυμήθηκα την ιστορία του Ταξίαρχου. Σκέφτομαι ότι από την ώρα που οι σύλλογοι των πανεπιστημιακών εξέφρασαν αντιρρήσεις για πάμπολλες από τις σχεδιαζόμενες μεταρρυθμίσεις, ο αρμόδιος υφυπουργός θυμήθηκε να εγείρει το ζήτημα του νεποτισμού και των εκλεκτικών συγγενειών (κυριολεκτικά ενίοτε) μεταξύ πανεπιστημιακών, με την πρόθυμη (αν και ελαφρώς ανθρωποφαγική ενίοτε) συμπαράσταση ορισμένων Μέσων κατ' επίφασην ενημέρωσης.

Το ζήτημα είναι υπαρκτό βεβαίως, ειδικά σε ορισμένες νησίδες. Ευτυχώς πάντως που η Κυβέρνηση (η εκάστοτε) και το Κοινοβούλιο είναι θωρακισμένη απέναντι σε τέτοια φαινόμενα νεποτισμού και συγγενικών αλληλοεξυπηρετήσεων - ούτε μύγα στο σπαθί μας δε σηκώνουμε λοιπόν, κι αλοίμονο αν τυχόν νομίσει κανείς ότι σε περίπτωση που η πανεπιστημιακή κοινότητα στήριζε ομοθυμαδόν το επιλογές του Υπουργείου αντί να τις αντιστρατεύεται, ο ρέκτης Υφυπουργός θα δίσταζε τυχόν να στηλιτεύσει το φαινόμενο.

Αλλά τελικά δεν είναι πολύ σοβαρό - αρκεί να μη σε πιάνει βρογχόσπασμος.



Ο Στέλιος Καζαντζίδης ερμηνεύει το "Εγώ με την αξία μου", σε μουσική δική του και στίχους Χρ. Κολοκοτρώνη, όπου εξηγεί με ποιο τρόπο περάσαν απ' τα χέρια του λεφτά, γυναίκες μάτσα, κι αντιμετώπισε εχθρούς, φουρτούνες και στραπάτσα.

14/1/10

Θητείες στο χρόνο


Ο Χριστόφορος απολύεται εντός των ημερών από το στρατό, τερματίσας ευδοκίμως τη σταδιοδρομία του, μετά παρέλευση εννέα μηνών αν δεν κάνω λάθος από την κατάταξή του. Τον είδα φευγαλέα ένα βράδι τις μέρες των γιορτών και δεν άντεξα να μη γκρινιάξω ότι εγώ είχα υπηρετήσει ακριβώς το διπλάσιο. Αυτό βέβαια είχε γίνει πριν από δώδεκα ολόκληρα χρόνια, και σε σχέση με τους 24 μήνες που θα έκανα αν είχα πάει στην ώρα μου, οι 18 μετά από τρεις αναβολές δεν μου έκατσαν και τόσο χάλια.

Την εποχή εκείνη βέβαια με έτρωγε η αίσθηση του χαμένου χρόνου, του πεταμένου στα σκουπίδια, και ανεξάρτητα από το ότι δεν είμαι στ' αλήθεια κανενός είδους "αντιρρησίας συνείδησης", ο γενικός παραλογισμός της εμπειρίας με έκανε έξαλλο (όποιοι πήγαν, ξέρουν τι λέω). Τη μουρμούρα την έτρωγε κυρίως ο πατέρας μου, που ήταν μάλλον περήφανος που ο γιος του πήγαινε φαντάρος επιτέλους, έστω και στα τριάντα του.

- Καλά, εσύ πόσο καιρό πήγες, τον ρώτησα κάποια στιγμή.

Σκέφτηκε λίγο πριν μου απαντήσει.

- Σαραντατέσσερις μήνες, είπε τελικά.
- Γιατί τόσο πολύ; απόρησα.
- Μπα, λίγο ήτανε, ήμουνα και προστάτης οικογενείας.
- Λίγο;
- Από το '45 ως το '49 - μόλις τελείωσε ο εμφύλιος απολύθηκα.


Η λέξη "εμφύλιος" ήταν σχετικά πρόσφατο απόκτημα, παλιά έλεγε "ανταρτοπόλεμος". Θυμήθηκα ότι είχε καταταγεί στο διάστημα της επισφαλούς ειρήνης, μετά τα Δεκεμβριανά και πριν τον αληθινό εμφύλιο. Κατά ενδιαφέροντα τρόπο, το Δεκέμβρη ήταν στην άλλη πλευρά από ότι στον ίδιο τον πόλεμο. Αλλά καμμία από τις δύο επιλογές δεν ήταν στο χέρι του, έτσι κι αλλιώς.

- Και πώς αντεξες τόσο καιρό;
- Και τι να έκανα;
ρώτησε με ειλικρινή απορία.

Θυμήθηκα ακόμα ότι ο δικός του πατέρας ήταν στην κλάση του '22, και τις ιστορίες για κάποιον άλλο (τον άλλο μου παππού; κάποιον θείο;) που κατατάχθηκε το '16 και απολύθηκε το '23. Από τα εφτά χρόνια, τα πέντε πολεμούσε.

Διηγήθηκα εν τάχει την ιστορία στο Χριστόφορο - ελπίζω να μην το εξέλαβε ως κάποιας μορφής ψόγο. Η εποχή μας είναι πολύ πιο περίπλοκη από μερικές απόψεις από όσο θα μπορούσε να είναι μερικές δεκαετίες νωρίτερα. Και σήμερα όσο κι αν μικραίνει και "στρογγυλεύει" η στρατιωτική θητεία, υπάρχουν άλλες θητείες που κρατάνε πολλά πολλά χρόνια, και η διάρκειά τους δεν είναι ποτέ προσδιορισμένη ώστε να μπορείς να μετράς ανάποδα.

Γι' αυτό, φίλε μου, από την άλλη Κυριακή που αρχίζει η καινούργια σου "πολιτική" θητεία (αν δεν έχει αρχίσει ήδη καιρό τώρα...), καλός πολίτης. Στων ιδεών την πόλη - ξέρεις εσύ.

17/6/09

Διαπολιτισμικότητα εν όπλοις

Άποψη των τριών μεγάλων μονοθεϊστικών θρησκειών στην είσοδο της Ορθόδοξης Ακαδημίας Κρήτης, Κολυμπάρι Χανίων.

Ο πρώτος κύκλος της εκπαίδευσης είχε σχεδόν τελειώσει και ο ορκομωσία ήταν προγραμματισμένη για την επομένη. Όλοι ήταν κάπως ξαναμμένοι ενόψει της πρώτης άδειας. Πλην ενός - του Στρ(ΥΠ) Ιμάμογλου Χαλίλ, 97Β ΕΣΣΟ, 2ος Λόχος, 3η Διμοιρία, που κάπνιζε ξαπλωμένος κοιτώντας απλανώς το ταβάνι. Κάπου κάπου μαζί με τους καπνούς του ξέφευγε και καμιά βρισιά.

- Άκου, ρε μαλάκα, ξεφτίλα.

Αν και μπορούσα να φανταστώ σε τι οφειλόταν η ξεφτίλα, θεώρησα καλό να ρωτήσω τι έτρεχε.

- Τι να τρέξει; Θα 'ρθουν οι γονείς μου να με δουν στην ορκομωσία.
- Και λοιπόν;
- Τι λοιπόν; Εμάς θα μας ορκίσουν στη ζούλα, στα γραφεία. Κρυφά, δεν θα μας δει άνθρωπος. Λες και θα παρεξηγηθούν οι στρατηγοί και οι παπάδες άμα μερικοί ορκιστούν στο Κοράνι. Τι είμαστε εμείς, μούλοι είμαστε; Τι θα πω στους δικούς μου τώρα;


Οι περισσότεροι μειονοτικοί δεν είχαν τέτοια άγχη, οι γονείς τους αποκλείεται να έφταναν ως εδώ και οι ίδιοι περίμεναν απλώς το πρώτο τραίνο για τη Θράκη. Η στρατιωτική τους μοίρα ήταν περίπου προδιαγεγραμμένη: ούτε έφεδροι αξιωματικοί, ούτε βαθμοφόροι, ούτε περίπλοκες ειδικότητες. Έκαναν τη βασική εκπαίδευση δήθεν σε τυχαία κέντρα ανά την Ελλάδα, υφιστάμενοι τις απαραίτητες παρενοχλήσεις από διάφορους κάφρους καραβανάδες που τους ρώταγαν στις επιθεωρήσεις ποιος είναι ο Παπαφλέσσας και ποιο είναι το παρατσούκλι με το οποίο έγινε γνωστός ο Νικηταράς, αλλά αφού ξεθύμαινε το πράγμα με τη νίλα του Δράμαλη και το 1922 μετά από λίγες μέρες έπαιρναν τη συνηθισμένη τους θέση αγγαρείας στα μαγειρεία μέχρι που μια αόρατη χειρ στο τέλος της εκπαίδευσης τους έριχνε μια μαζική μετάταξη στο πυροβολικό ως σκαπανείς ή στο πεζικό ως τυφεκιοφόροι και καπάκι μετάθεση στα ελληνοαλβανικά σύνορα, όπου και παρέμεναν αμετάθετοι συνήθως μέχρι το τέλος της θητείας τους, όσο πιο μακριά γινόταν από την ανατολική πλευρά της επικράτειας.

Όμως ο Χαλίλ είχε άλλες φιλοδοξίες - Πομάκος μεν, αλλά μεγαλωμένος εκτός Θράκης, απόφοιτος ελληνικού σχολείου, "ενσωματωμένος" όσο γινόταν στην υπόλοιπη ελληνική κοινωνία, χωρίς καμμία σοβαρή επαφή είτε με τα πομακοχώρια των προγόνων του, είτε με τους λοιπούς (κατά βάση τουρκικής καταγωγής, άρα αλλόγλωσους) μειονοτικούς στρατιώτες του κέντρου εκπαίδευσης. Ο κόσμος του δεν ήταν αυτός της μειονότητας ως τότε - επρόκειτο να αισθανθεί στα σοβαρά μειονοτικός πρώτη φορά στο στρατό, και η ορκομωσία ήταν μάλλον η αρχή αυτής της εμπειρίας.

Βγήκα να πάω στο καψιμί. Έπεσα πάνω στο Στρ(ΥΠ) Ναχμία Ισαάκ, 97Β ΕΣΣΟ, 2ος Λόχος, 1η Διμοιρία, ο οποίος κατέβαζε - με μεγάλη ευχαρίστηση - κοινές χριστοπαναγίες. Αν και υποψιαζόμουν τους λόγους, τον ρώτησα τι συνέβαινε.

- Τι να γίνει; Θα με ορκίσουνε στη ζούλα, στα γραφεία, σαν το μαλάκα. Και δεν έχουνε και Τορά, θέλουνε να με ορκίσουνε σε Ευαγγέλιο, το φαντάζεσαι; Με Χριστούς και Παναγίες μέσα, το ίδιο είναι, μου λένε. Τι το ίδιο, ρε μαλάκες;

Κούνησα το κεφάλι συγκαταβατικά. Ο Σάκης με εκτιμούσε γενικώς μεταξύ των γκοΐμ γιατί ήξερα τι είναι η Τορά, τη διάκριση ανάμεσα στους Σεφαρντίμ και τους Ασκεναζίμ και δεν επέμενα να τον ταΐσω ζαμπόν. Δεν ήταν θρήσκος, αλλά χοιρινό δεν έτρωγε. Σκέφτηκα να του πω δυο λόγια παρηγοριάς.

- Πάντως δεν είσαι ο μόνος.
- Τι εννοείς;
- Άκουσα ότι και τους μουσουλμάνους στη ζούλα θα τους ορκίσουνε, κι ας έχουνε Κοράνι γι' αυτούς.


Ο Σάκης με κοίταξε σα να έβλεπε το Γιασέρ Αραφάτ, να μην πω και τον Άιχμαν αυτοπροσώπως.

- Ρε μαλάκα, στην ίδια μοίρα με τα τουρκάκια με βάζεις;

Έκανε μεταβολή και συνέχισε τις χριστοπαναγίες. Εγώ γύρισα στο θάλαμο, όπου ο Χαλίλ ακόμα κάπνιζε κοιτώντας το ταβάνι. Είπα να ξαναδοκιμάσω την παρηγορητική αγωγή μήπως δούλευε καλύτερα εδώ.

- Πάντως έμαθα ότι και τον Εβραίο στη ζούλα θα τον ορκίσουνε, και μάλιστα στην Καινή Διαθήκη, όχι στην Παλιά.

Τότε ο Χαλίλ γύρισε αργά και με κοίταξε με ένα σκοτεινό, διαπεραστικό βλέμμα. Φύσηξε τον καπνό και είπε χαμηλόφωνα:

- Ποιος τον γαμεί τον Εβραίο τώρα...

Μετά κοίταξε πάλι το ταβάνι και συμπλήρωσε:

- Πάντως οι Εβραίοι φταίνε για όλα. Ό,τι γίνεται στον κόσμο οι Εβραίοι είναι από πίσω. Και μετά σου λέει ολοκαύτωμα και μαλακίες...

Έμεινα να τον κοιτάζω για λίγο. Ύστερα αποφάσισα να αφήσω προσώρας τα μαθήματα εφηρμοσμένου αντιρατσισμού και διαπολιτισμικότητας και πήγα και χώθηκα στη διπλανή παρέα που μιλούσε για το ποδοσφαιρικό χάσμα βορείων-νοτίων και τα χαμένα ή κλεμμένα πρωταθλήματα του (μ)Πάοκ. Αισθάνθηκα λιγάκι πιο οικεία εκεί, τελικά.


Σ.Σ.: Στρ(ΥΠ) σημαίνει Στρατιώτης (Υλικού Πολέμου). Το περιστατικό έλαβε χώρα κατά την εκπαίδευση της 97Β ΕΣΣΟ (κοινώς 247 σειράς), τον Απρίλιο του 1997 στη Λαμία. Τα ονόματα είναι φυσικά ψευδή, οπότε ζητώ συγγνώμη από τυχόν υπαρκτούς Ιμάμογλου και Ναχμίες για τη συνωνυμία.

Τον "Χαλίλ" τον είχα χρησιμοποιήσει παλιά σε μια άλλη αφήγηση από τη βασική εκπαίδευση με τίτλο "Αιέν Αριστεύειν". Θυμάμαι ότι τον είχαν διαβεβαιώσει τα βύσματά του (είχε βάλει λυτούς και δεμένους) ότι δεν θα πήγαινε στα ελληνοαλβανικά αλλά κάπου στη Δράμα, σχετικά κοντά στους Ξανθιώτες παππούδες του. Εις μάτην - πήγε σκαπανέας στην Πίνδο ως ανεμένετο και έχασα τα ίχνη του μετά. Ακούω πάντως ότι τα τελευταία χρόνια η κατάσταση με τους μειονοτικούς βαίνει βελτιούμενη ακόμα και στο στρατό, και μερικοί εγγράματοι γίνονται ως και έφεδροι αξιωματικοί.

Για τους μη γνωρίζοντες, Τορά είναι (στα εβραϊκά) η Πεντάτευχος, δηλαδή τα πέντε πρώτα βιβλία της (καθ' ημάς) Παλαιάς Διαθήκης, που είναι το ιερότερο βιβλίο της εβραϊκής θρησκείας. Ασκεναζίμ είναι οι Εβραίοι που ζούσαν στη Βόρεια και Ανατολική Ευρώπη (Πολωνία, Ρωσία, Γερμανία κλπ.) ενώ Σεφαρντίμ αυτοί που ζούσαν αρχικά στην Ιβηρική χερσόνησο (Σεφαράντ, στη γλώσσα τους) και έζησαν για αιώνες στα αραβικά (ισλαμικά) εδάφη της. Μετά την επανακατάκτηση της χώρας από τους (νυν) Ισπανούς το 15ο αιώνα, πολλοί Σεφαρδίτες εγκαταστάθηκαν στην Οθωμανική αυτοκρατορία, και ειδικά στη Θεσσαλονίκη, της οποίας αποτέλεσαν βασική εθνότητα μέχρι την Κατοχή. Η μεγάλη πλειοψηφία των προ του 1940 Ελλήνων Εβραίων ήταν Σεφαρδίτες, κάτι λίγοι (οι λεγόμενοι Ρωμανιώτες) ήταν "ιθαγενείς", δηλαδή προϋπήρχαν πιθανώς από τους βυζαντινούς χρόνους. Σε σχέση με άλλους ελληνοεβραίους που ξέρω, ο "Ισαάκ" είχε μια λίγο πιο "σκληροπυρηνική" οπτική σε κάποια θέματα, εξ' ου και επέλεξα να χρήσιμοποιήσω τον όρο "γκοΐμ" που δηλώνει ελαφρώς περιφρονητικά τον "εθνικό", δηλαδή τον μη Εβραίο. Εννοείται ότι δεν υπάρχει καμμία σχέση μεταξύ του (ναζί) Άιχμαν και του (αδικαίωτου, εισέτι) Γιασέρ Αραφάτ, ενεργού αρχηγού των Παλαιστινίων τότε.

Η ιδέα να γράψω για τη βασική εκπαίδευση μου ήρθε ενώ διάβαζα για την αντίστοιχη πρόσφατη εμπειρία του Χριστόφορου στο μπλογκ του - άντε και καλός πολίτης!

28/10/08

Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά

Κάπως μου συμβαίνει στις εθνικές επετείους και μου έρχονται μνήμες από το στρατό. Κοιτούσα νωρίτερα την παραπλεύρως εικονιζόμενη φωτογραφία της Nelly's που έγινε εξώφυλλο στο περιοδικό Life το Δεκέμβριο του 1940 και κάπως ξεκίνησε μια διαδικασία συνειρμών που με έφερε σε μια επιθεώρηση που μας έκανε ο Σχης (ΠΖ) Αθανάσιος Χ., κάπου προς το τέλος της θητείας μου, προ δεκαετίας περίπου. Ο Σχης ήταν ο φόβος και ο τρόμος της μονάδας (των αξιωματικών και υπαξιωματικών κυρίως, καθώς σπάνια ασχολείτο με φαντάρους) διότι αρέσκετο να εξευτελίζει τον κόσμο, αλλά εμένα μου ενέπνεε μια απροσδιόριστη συμπάθεια, μάλλον επειδή ήταν από τους ελάχιστους ανθρώπους που συνάντησα στις ένοπλες δυνάμεις και μπορούσα να τους κοιτάζω στα μάτια, ου μην και αφ' υψηλού - μετά βίας έφτανε το ένα εξήντα με το πηλίκιο.

Είμασταν ένας λόχος γιωτάδων από διάφορα όπλα και σώματα, αγγαρειομάχοι πολυτελείας σε δεύτερη μετάθεση στην Αθήνα, κάπου μεταξύ δεκάτου τρίτου και δεκάτου ογδόου (καταληκτικού) μηνός θητείας. Βέβαια, ορισμένοι στη μονάδα είχαν μαζέψει τόση φυλακή που υπηρετούσαν ήδη πάνω από είκοσι μήνες, κάποιος μάλιστα ήδη εικοσιπέντε με ένα στρατοδικείο τουλάχιστον στην πλάτη. Η είδηση της επιθεώρησης έθεσε ορισμένα ανυπέρβλητα προβλήματα προς αντιμετώπιση, καθώς ορισμένοι δεν ήταν σίγουροι πού ακριβώς βρισκόταν η στολή τους, ίσως μάλιστα και τα όπλα τους, όσοι είχαν χρεωθεί όπλα ως ικανοί. Ενόψει της κρίσιμης μέρας, κάναμε κάτι στοιχειώδεις καθαριότητες, στρώσαμε κρεβάτια, βρήκαμε τσάτρα πάτρα τα σχετικά συμπράγκαλα του καθενός, κρύψαμε στο αναρρωτήριο έναν συστρατιώτη που ήταν τόσο έμφανώς gay που έβγαζε μάτι, και το κρίσιμο πρωινό παραταχθήκαμε, οι ένοπλοι μπροστά, οι άοπλοι πίσω, ζυγισμένοι - στοιχημένοι καθ' ύψος, "Λόχος - άκυρον! Λόχος, προοοοσχή!", περιμένοντας την άφιξη του τιμωμένου προσώπου.

Όλοι διακατέχοντο από έναν αδιόρατο εκνευρισμό, ιδιαίτερα οι πάλιουρες, καθώς η φήμη του Σχη ήταν κάκιστη και οι περισσότεροι είχαν να περάσουν επιθεώρηση μήνες ατελείωτους και φυσικά είχαν ξεχάσει και τον όρκο και την προσευχή και την ιεραρχία και όλα τα ιερά φετίχ που αποστήθιζαν ως στραβάδια προ μηνών. Ορισμένοι πάντως ήταν ιδιαίτερα ψύχραιμοι, όπως ο εξ' αριστερών μου Στρ (ΤΘ) Μιχαήλ Δ., που έλεγε ότι στους μαύρους (τεθωρακισμένα) είχε περάσει τόσο άθλιες μέρες που τώρα στα μετόπισθεν δεν είχε να φοβηθεί τίποτα. Φορούσε καμαρωτός το μπερεδάκι του και ξεχώριζε με άνεση, ενώ τα τζόκεϋ ημών των υπολοίπων χλώμιαζαν ελαφρώς μέσα στο πλήθος. Δεξιά μου, ο Στρ (ΠΒ) Κωνσταντίνος Β. ήταν υπερβολικά ανήσυχος, παρά τους δύο απανωτούς μπάφους που είχε πιει πρωί πρωί για να χαλαρώσει (η μονάδα ήταν κέντρο διακίνησης ναρκωτικών, συν τοις άλλοις). Είχε ήδη τρεις τέσσερις μήνες φυλακή και κάθε επιπλέον μέρα σήμαινε παράταση θητείας - κανονικά έπρεπε να είχε απολυθεί προ μηνός και βάλε. Αν έφευγε από την επιθεώρηση με καμιά εικοσάρα ακόμα τα πράγματα θα δυσκόλευαν πολύ, και ήθελε να το αποφύγει πάση θυσία. Έτσι, είχε ντυθεί, ξυριστεί και κομβιώθεί προσεκτικά, και οι αρβύλες του άστραφταν από το πολύ γιάλισμα. Κάθε τόσο γύριζε δεξιά-αριστερά και ρωτούσε:

- Πώς με βλέπετε;
- Μια χαρά είσαι.
- Σίγουρα;
- Ναι, ρε μαλάκα, χαλάρωσε, δεν τρέχει μία.


Πάνω στην ώρα κατέφθασε ο Σχης συνοδευόμενος από τον Διοικητή μας Τχη (ΠΖ) Γεώργιο Μ. και μια κουστωδία κατώτερων αξιωματικών και υπαξιωματικών. Οι επιλοχίες διέταξαν να παρουσιάσουμε όπλα, και όσοι λίγοι δεν ήταν γιωτάδες και βρίσκονταν στην πρώτη σειρά παρουσίασαν κουτσά στραβά. Οι λοιποί χτυπήσαμε μια ασυντόνιστη προσοχή. Ο Σχης έριξε μια ματιά στους οπλοφόρους και μουρμούρισε κάτι στον Τχη. Ο Τχης είπε μεγαλοφώνως κάτι σαν "Πολλοί γιωτάδες, κύριε Συνταγματάρχα". Ο Σχης κούνησε το κεφάλι του με δυσπιστία. Ύστερα προχώρησε βιαστικά κατά μήκος της παράταξης (στη μεριά των ψηλών) και έκανε διάφορες γενικές παρατηρήσεις τύπου "Αγυάλιστος", "Είναι στολή αυτή;", "Κοίτα χάλια!", "Αξύριστος" και γύριζε στον Τχη και του έκανε διάφορες γκριμάτσες αηδίας. Ο Τχης κοκκίνιζε όλο και περισσότερο.

Κάποια στιγμή κι ενώ ο Τχης είχε γίνει πλέον μελιτζανί χρώματος, προσγειώθηκαν στη μεριά των κοντών. Προφανώς ο Σχης αισθάνθηκε πιο άνετα σε αυτό το οικείο περιβάλλον και επιβράδυνε, μέχρι που σταμάτησε εντελώς μπροστά στον κακόμοιρο Στρ (ΠΒ) Κωνσταντίνο Β. που είχε κοκκαλώσει - ίσως και να τον είχαν πιάσει επιτέλους οι μπάφοι. Ο Σχης τον περιεργάστηκε από την κορφή ως τα νύχια και γύρισε στον Τχη εμφανώς ικανοποιημένος: "Ξυρισμένος, γιαλισμένος, μια χαρά. Επιτέλους, ένας που μοιάζει με στρατιώτη". Ο Τχης ξανάγινε λίγο πιο ρόδινος, μέχρι που ο Σχης ξαναγύρισε στον τύπο που έμοιαζε με στρατιώτη και τον ρώτησε χαμογελαστός:

- Πώς λέγεσαι, παιδί μου;

Ο τύπος που έμοιαζε με στρατιώτη χτυπησε μια προσοχή που ακούστηκε μέχρι την Ακρόπολη και άρχισε να αναφέρεται γκαρίζοντας:

- Στρατιώτης Πυροβολικού Β. Κωνσταντίνος, 96Δ ΕΣΣΟ.

Ο Σχης συνέχισε να χαμογελάει μέχρι που κάτι θυμήθηκε και πάγωσε το χαμόγελο στα χείλη του. Γύρισε στον Τχη και ρώτησε απορημένος:

- Καλά, δεν έχει απολυθεί η 96Δ;
- Μάλιστα, κύριε Συνταγματάρχα.
- Κι αυτός τι παριστάνει εδώ;


Ο Τχης ξανάγινε μελιτζανί, ο Σχης ξαναγύρισε στο φαντάρο και του ξανάσκασε κάτι σαν χαμόγελο.

- Δε μου λες, παιδί μου, έχεις πάει γυμνάσιο;
- Μάλιστα, κύριε Συνταγματάρχα, και Λύκειο έχω πάει.


Ο Σχης κούνησε το κεφάλι και ξαναχαμογέλασε. Δυστυχώς φαίνεται ότι οι μπάφοι είχαν πιάσει για τα καλά και ο φαντάρος χαμογέλασε κι αυτός, ως μη όφειλε, καθώς αναπτυσσόταν η μεταξύ τους οικειότητα. Μάλιστα του ξέφυγε κι ένα πνιχτό γελάκι. Ο Σχης δεν έπιασε αμέσως το υπονοούμενο, και συνέχισε τις ερωτήσεις:

- Για πες μου, παιδί μου, τι έχουμε την 28η Οκτωβρίου;
- Παρέλαση, κύριε Συνταγματάρχα.
- Ναι, αλλά γιατί κάνουμε παρέλαση, τι γιορτάζουμε;


Ο Κωνσταντίνος Β. έμεινε λίγο σκεφτικός, μετά κοίταξε λίγο τις γιαλισμένες του αρβύλες, μετά κάπου στο υπερπέραν και τελικά μουρμούρισε "Δεν ξέρω".

Σιωπή παγερή έπεσε. Ο Διοικητής από μελιτζανί είχε γίνει κατάχλωμος με τάσεις λιποθυμίας. Ο Σχης γύρισε σε εμένα. Τον κοίταξα στα μάτια (ελαφρά χαμηλότερα από τα δικά μου). Το βλέμμα του ήταν παγωμένο, γυάλινο. Με ζύγιζε - ήμουν περασμένα τριάντα και φαινότανε, άρα κατά πάσα πιθανότητα θα είχα πάει και πάνω από Λύκειο.

- Εσύ ξέρεις τι γιορτάζουμε;
- Μάλιστα, κύριε Συνταγματάρχα.


Ετοιμάστηκα να απαντήσω αλλά ο Σχης με μια αστραπιαία κίνηση στράφηκε στον εξ' αριστερών μου μαυροσκούφη που ήταν καταφανώς νεώτερος καμιά δεκαετία:

- Λέγε, εσύ, τι γιορτάζουμε την 28η Οκτωβρίου;

Ψύχραιμος ο Μιχάλης Δ. χτύπησε μια ικανοποιητική προσοχή και απάντησε προς γενική ανακούφιση:

- Την επέτειο του "ΟΧΙ" κύριε Συνταγματάρχα.

Ο Σχης χαμογέλασε πλατιά. Ο Διοικητής μας ξαναβρήκε λίγο από το χρώμα του. Ο Μιχάλης Δ. και ο Κωνσταντίνος Β. χαμογέλασαν κι αυτοί - ο καθένας για τους δικούς του λόγους. Προς στιγμήν επικράτησε γενική ευθυμία, μέχρι που ο Σχης είχε μια άλλη φαεινή ιδέα και στράφηκε ξανά στο Μιχάλη Δ. για να κάνει κι άλλη ερώτηση-μαχαιριά:

- Και την 25η Μαρτίου τι γιορτάζουμε;

Τότε ο Στρ (ΤΘ) Μιχάλης Δ., 97Α ΕΣΣΟ, κατέβασε ρολά. Έμεινε να κοιτάζει τον Σχη άφωνος για μερικά μαρτυρικά δευτερόλεπτα, μέχρι που απρόσμενα σωριάστηκε στο έδαφος λιπόθυμος. Στην πτώση του παρέσυρε και τον παρακείμενο Διοικητή - που κι αυτός έδειχνε πολύ κοντά στη λιποθυμία, έτσι κι αλλιώς. Ο Διοικητής έδωσε μια ακούσια σπρωξιά στον Σχη που προσγειώθηκε πάνω μου, αλλά δεδομένου του μεγέθους του ανδρός, κατάφερα και τον κράτησα όρθιο, ενώ ούρλιαζε "Δεν πιστεύω στα μάτια μου! Πάρτε τους από δω να μην τους βλέπω!".

Η επιθεώρηση διελύθη κακήν κακώς μέσα σε ανάμικτες αμήχανες διαταγές. Οι ένοπλοι έτρεξαν να αποθέσουν, οι άοπλοι σκορπίστηκαν άναρχα, ο Μιχάλης Δ. μεταφέρθηκε στο αναρρωτήριο από τον Κωνσταντίνο Β. και εμένα, ενώ ο τσαλακωμένος και σκονισμένος Τχης άκουγε τα ανήκουστα από έναν έξαλλο Σχη στο δρόμο για το Διοικητήριο μουρμουρίζοντας "Μάλιστα, κύριε Συνταγματάρχα, θα το φροντίσω κύριε Συνταγματάρχα, δεν πρόκειται να επαναληφθεί κύριε Συνταγματάρχα".

Στο δρόμο για το αναρρωτήριο ο "λιπόθυμος" ανέκτησε τις αισθήσεις του ταχύτατα, και μας έκλεισε το μάτι.

- Λοιπόν, μαλάκες, τώρα που θα ξαναλιποθυμήσω μέσα θα πείτε στο γιατρό ότι έχω "ορθοστατική υπόταση", εντάξει; Και πες του να μη με βάλει στο ίδιο δωμάτιο με την αδερφή, εντάξει;
- Τι λες ρε, μας δούλευες τόση ώρα; έκανε ο Κωνσταντίνος Β.
- Τι σας δούλευα, μωρή λούγκρα, σε έσωσα. Τζάμπα ήμουνα στους μαύρους τόσους μήνες; Εικοσάρα θα έτρωγες, μωρή χασίκλα, και παριστάνεις και τον πάλιουρα.

Ύστερα γύρισε σε εμένα.
- Ακούς εκεί ο μαλάκας να μην ξέρει την 28η Οκτωβρίου...
- Καλά ρε, κι εσύ δεν ήξερες την 25η Μαρτίου.


Και τότε ο σωτήρας του λόχου, γύρισε και με κοίταξε με ειλικρινή απορία:

- Γιατί ρε μαλάκα, τι σκατά έγινε την 25η Μαρτίου και πρέπει να το ξέρω κιόλας;


Σ.Σ. Τα ονόματα Κωνσταντίνος Β. και Μιχάλης Δ. προέρχονται από τα αντίστοιχα ψευδώνυμα των μελών του παλιού συγκροτήματος Στέρεο Νόβα, αστέρων της καθ' ημάς electronica. Σχης και Τχης είναι οι συντομογραφίες για το Συνταγματάρχης και το Ταγματάρχης αντίστοιχα. "Γιωτάς" σημαίνει κατηγορία ικανότητας Ι3 ή Ι4 που δεν φέρει όπλα κανονικά. ΠΖ = Πεζικό, ΠΒ = Πυροβολικό, ΤΘ = Ιππικό/Τεθωρακισμένα (κοινώς "μαυροσκούφηδες" λόγω του χρώματος του μπερέ ή "μαύροι" λόγω της γενικής μαυρίλας που επικρατεί στις αντίστοιχες μονάδες.

25/3/08

Αιέν Αριστεύειν


Άκουγα πριν λίγο στο ράδιο για την παρέλαση λόγω της εθνικής επετείου και κάπως θυμήθηκα τη μοναδική φορά που έκανα παρέλαση μετά την έκτη δημοτικού: στην ορκομωσία, ως πιστός και φιλότιμος στρατιώτης. Το δεκαοχτάμηνο που πέρασα στο στρατό το έχω απωθήσει πλέον (τα πλημμελήματα παραγράφονται στη δεκαετία, έτσι δεν είναι;) αλλά από καιρού εις καιρόν μου έρχεται καμμιά φλασιά και θυμάμαι διάφορα σκηνικά της εποχής εκείνης αν δοθεί κάποια αφορμή ή αν ξεκινήσει κάποια σχετική κουβέντα. Γενικά οι άντρες περνάνε μια φάση μετά το στρατό που μιλάνε σχεδόν αποκλειστικά για τη σχετική εμπειρία (ειδικά αν δεν έχουν και πολλές άλλες), αλλά προϊόντος του χρόνου το πράγμα εξορθολογίζεται κάπως και η σχετική περίοδος παίρνει μια πιο φυσιολογική θέση ανάμεσα στις αναμνήσεις του καθενός.

Επειδή εγώ πήγα σχετικά μεγάλος και "γιωτάς" δεν πέρασα όσο φριχτά θα μπορούσα να είχα περάσει, αν και δεν απέφυγα τη γνωριμία με τις όχθες του ποταμού που ορίζει τα ελληνοτουρκικά σύνορα στη Θράκη. Η εμπειρία δε με έκανε "άντρα" (δε νομίζω ότι κάνει και κανέναν δηλαδή), αλλά μου δίδαξε ψυχραιμία και εγκαρτέρηση, με έφερε πιο κοντά στα όρια μου (τα κάτω...) και μου έδειξε όψεις της ελληνικής κοινωνίας των οποίων την ύπαρξη ή την έκταση αγνοούσα.

Αυτοί που πάνε στην αεροπορία ή το ναυτικό μάλλον δεν έχουν την ίδια εικόνα, αλλά ο στρατός ξηράς συγκεντρώνει έως σήμερα κατά προτίμηση όλη την "πίσω αυλή" του ένδοξου έθνους μας: τσιγγάνους, ρωσοπόντιους, μειονοτικούς διάφορους, δίπλα σε αναλφάβητους βοσκούς από το Οροπέδιο Λασιθίου, αλάνια μόρτικα από τη Δραπετσώνα, πρεζάκια από το Περιστέρι και σκληροπυρηνικούς Μπαοκτζήδες από την Επανωμή που δεν έχουν επαρκές βύσμα για να πάνε "κάπου καλά" και βρίσκονται να περνάνε την πύλη του κέντρου εκπαίδευσης δίπλα σε ημιλιπόθυμους αστούς που παίρνουν τη μαμά τους στο κινητό κάθε πέντε λεπτά.

Όπως γνωρίζουν οι έχοντες τη σχετική εμπειρία, οι πρώτες μέρες πριν την ορκομωσία περνάνε κυρίως με βήμα και πρόβες όρκου - ούτε όπλα υπάρχουν ακόμα, ούτε σκοπιές, ούτε υποχρεώσεις, πλην αγγαρειών βέβαια. Η υποτιθέμενη παρέλαση (αν δεν είναι κοντά καμιά εθνική ή τοπική εορτή) γίνεται ενώπιων γονέων και συγγενών κατά την τελετή της ορκωμοσίας, άντε και των αρχών του τόπου. Το καιρώ εκείνω, (πάλι Μάρτιος ήτανε, προ ένδεκα ετών), παρελαύναμε πρωί-απόγευμα στο επικλινές γηπεδάκι του Κέντρου Εκπαίδευσης Υλικού Πολέμου, πράγμα που ήταν πολύ ξεκούραστο στην κατηφόρα και πολύ κουραστικό στην ανηφόρα. Κάθε τόσο έβγαινε από το διοικητήριο δήθεν τυχαία ο Διοικητής ή ο Υποδιοικητής και απένειμαν εύσημα, προτροπές ή προειδοποιήσεις. Για την ακρίβεια, ο Διοικητής έπαιζε τον "Καλογιάννη" και έλεγε "μπράβο, παιδιά μου, έτσι, με ψυχή", ενώ ο Υποδιοικητής έπαιζε τον "Κακογιάννη" και έλεγε "ου να μου χαθείτε, ξεψυχισμένοι, είστε άντρες εσείς, δε ντρέπεστε, τι χάλια είναι αυτά" κλπ.

Η εμπειρία ήταν ολίγον καψόνι ακόμα και για τους καραβανάδες που ανεβοκατέβαιναν υποχρεωτικά μαζί με τις διμοιρίες των φαντάρων διότι κι αυτοί άκουγαν τα εξ' αμάξης αν η διμοιρία δεν τραβούσε και ο Κακογιάννης τους ξανάστελνε για βήμα πάνω που έλεγαν να το κόψουν - ειδικά για τον ελαφρώς χοντρομπαλά λοχία που τύποις διοικούσε τη διμοιρία μας, κάπνιζε ως φουγάρο, και βλαστημούσε την ώρα και τη στιγμή που ανέλαβε "να μας κάνει στρατιώτες" λες και του το είχαμε ζητήσει φορτικά...

Ένα απόγευμα που είχαμε ξεπατωθεί στα πάνω-κάτω και ο χαρμανιασμένος λοχίας είχε βαρεθεί τη ζωή του, αποφάσισε να μας πάει για πρόβα όρκου (ξεκούραστο) αντί για βήμα (κουραστικό), οπότε αρχίσαμε να βαδίζουμε (εν-δυο, εν-δυο, ένα στο αριστερό) προς τα κάτω, όταν ξεμύτισε ο Καλογιάννης από το Διοικητήριο. Ο λοχίας έδωσε "προοοσχή", χαιρετήσαμε και ο Καλογιάννης κάτι μουρμούρισε, που από τα συμφραζόμενα πρέπει να ήταν "μπράβο, παιδιά μου", κι έπειτα έκανε μεταβολή να φύγει, όμως σα να θυμήθηκε κάτι γύρισε στο λοχία και μουρμούρισε κάτι άλλο, ο λοχίας γκάριξε "μάλιστα κύριε Συνταγματάρχα" και μόλις ο Δίκας ξαναμπήκε μέσα, είπε καταπτοημένος "οι ψηλοί μπροστά, οι κοντοί πίσω", πράγμα που όφειλε να ισχύει by default αλλά μάλλον δεν ίσχυε απόλυτα, όπως ο Καλογιάννης είχε προφανώς επισημάνει.

Κακό σημάδι, βέβαια. Και για τους ψηλούς και για τους κοντούς που δίνουν στόχο - το βασικό στο στρατό είναι να είσαι στους μέτριους. Απαρατήρητος. Όλοι κοίταξαν το διπλανό τους, κάποιοι πήγαν λίγο μπρος, κάποιοι λίγο πίσω, εγώ παρέμεινα στη φυσική μου θέση πίσω πίσω όταν συνειδητοποίησα ότι υπήρχαν τρεις τουλάχιστον κοντύτεροι που είχαν πιάσει "λάθος" θέση μέχρι τότε και κατέλαβαν μουρμουρίζοντας την τελευταία τριάδα. Την ίδια στιγμή ο λοχίας μάζεψε το μεσαίο της δεύτερης τριάδας και τον έβαλε μπροστά αριστερά. Το παλληκάρι μάλλον ήταν όντως ο ψηλότερος αλλά έκανε σοβαρή προσπάθεια να μη δίνει στόχο - είχε τους λόγους του.

Ο λοχίας έδωσε "ανάπαυση", ¨προοοοσσχή" (Κραπ!), "εμπρός-μαρς" και - ατυχώς - μας ξαναπήγε προς το γηπεδάκι και - ατυχέστερα - προς τον ανήφορο, όπου η διμοιρία βογγούσε και βλαστημούσε υπογείως, και μετά ξαναπήραμε στροφή προς τον κατήφορο ανακουφισμένοι που θα τελείωνε το μαρτύριο, όταν - ατυχέστατα - από το Διοικητήριο ξεμύτισε ο Κακογιάννης. Μας παρατηρούσε εξεταστικά για λίγο και δεν κουνήθηκε από τη θέση του όσο πλησιάζαμε. Ο λοχίας ξεψυχισμένα ξεστόμισε ό,τι ακριβώς δεν θέλαμε επ' ουδενί να ακούσουμε:

-Διμοιρία, ΑΛΤ!
(Κραπ).

Έπεσε σιγή για λίγο. Η σιωπή πριν την καταιγίδα. Ο Κακογιάννης φούσκωνε και ξαναφούσκωνε μέχρι που ξέσπασε γκαρίζοντας:

- Ήτανε βήμα αυτό; Ήτανε εικόνα διμοιρίας αυτή;

Μέχρι εδώ καλά. Δυστυχώς η ένταση ανέβαινε σε ένα διαρκές κρεσέντο:

- Δε ντρεπόσαστε; Είστε στρατιώτες εσείς; Είστε άντρες εσείς; Σαν κοτόπουλα πηγαίνατε!

Έτρεμε το μουστάκι του από την τσαντίλα.

- ΕΤΣΙ ΘΑ ΠΑΡΟΥΜΕ ΤΗ ΠΟΛΗ ΜΩΡΕ;

Τότε έδειξε τον μπροστά αριστερά που ήταν πιο κοντά του:

- Να, ΜΟΝΟ ΑΥΤΟΣ ΕΔΩ πήγαινε σαν άντρας. Όλοι οι άλλοι για τα μπάζα είσαστε. Έτσι, σαν αυτόν σας θέλω, κοίτα παράστημα! ΜΕ ΤΕΤΟΙΟΥΣ ΘΑ ΠΑΡΟΥΜΕ ΤΗΝ ΠΟΛΗ, όχι με εσάς.

Γύρισε χαμογελαστός πλέον στο φαντάρο που τον κοιτούσε έντρομος.

- Αναφέρσου, παιδί μου.

Και ο κακομοίρης, τι να κάνει, αναφέρθηκε όπως του είχαν μάθει:

(Κραπ!).
- Στρατιώτης Υλικού Πολέμου Ιμάμογλου Χαλίλ, ενενηταεφτά βήτα ΕΣΣΟ, Δεύτερος Λόχος, Τρίτη Διμοιρία.
- Πώς σε λένε είπες;
- Ιμάμογλου.
- Το άλλο;
- Χαλίλ.
- Τον πατέρα σου πώς τον λένε;
- Λεβέντ.

Σιγή νεκρική έπεσε. Ο Κακογιάννης κοίταξε τα παπούτσια του. Ύστερα κοίταξε τον ουρανό. Ύστερα κοίταξε την παγωμένη διμοιρία. Ύστερα κοίταξε πολύ μακριά στο μέλλον, περιμένοντας μάλλον ότι πάλι με χρόνια και καιρούς πάλι δικά μας θα 'ναι, αλλά ενδεχομένως όχι με τη βοήθεια της ενενηνταεφτά βήτα ΕΣΣΟ. Ξεφούσκωσε, έκανε μεταβολή, κι έφυγε χωρίς να πει λέξη.

Το πρώτο τζούφιο γελάκι ακούστηκε. Ύστερα μερικά ακόμα, ακολουθούμενα από μερικά εμφανή χάχανα. Ο λοχίας ξεφυσούσε, ο Χαλίλ γύρισε και μας κοίταξε λέγοντας "Τι έγινε ρε παιδιά; Αφού έτσι με λένε, τι να πω;", ύστερα γύρισε στο λοχία και ρώτησε "Εγώ τι να κάνω τώρα;", "Ανάπαυση, ρε μαλάκα" είπε ο λοχίας που κρυφογελούσε κι αυτός, κι ύστερα είπε χαμηλόφωνα σε όλους "Σκασμός μαλάκες, πάμε να φύγουμε" κι έπειτα δυνατά "Διμοιρία - άκυρον. Διμοιρία - Προοοσχή. Εμπρός - μαρς" και πάνω στην ώρα χτύπησε καμπανάκι για βραδινό φαγητό και πήγε ο κάθε κατεργάρης στον πάγκο του.


(Ο τίτλος της ανάρτησης προέρχεται από το έμβλημα του ΓΕΕΘΑ. Δε βρήκα καλύτερη εικονογράφηση από το εξώφυλλο του "Ο Αστερίξ Λεγεωνάριος". Το όνομα του Χαλίλ Ιμάμογλου είναι βέβαια φανταστικό, αλλά το πρόσωπο και η σκηνή υπαρκτά. Την ορολογία Καλογιάννης-Κακογιάννης τη δανείστηκα από ένα αστυνομικό μυθιστόρημα του Πέτρου Μάρκαρη, με τον αστυνόμο Χαρίτο.)