Το κείμενο αυτό το έγραψα για το γλωσσολογικό κατά βάση ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, που δεν τον γνωρίζω προσωπικά ούτε συμφωνούμε σε όλα, αλλά εκτιμώ την (ιστολογική) δουλειά του, ειδικά τη συμβολή του στην αντιμετώπιση γλωσσικών μύθων. Τον τελευταίο καιρό στο ιστολόγιό του φιλοξενούνται και κείμενα άλλων που αφορούν λέξεις από διάφορες ντοπιολαλιές. Του πρότεινα μεταξύ αστείου και σοβαρού να γράψω για κάποιες χαρακτηριστικές λέξεις της Ικαρίας και δέχτηκε με χαρά. Το κείμενο δημοσιεύτηκε στις 18/10/2017, με κάποια σχόλια του «Νικοκύρη» όπως τον λέμε, που εδώ παρουσιάζω με κόκκινο χρώμα. Προσθέτω μερικές επιπλέον πληροφορίες που προέρχονται κατά κανόνα από τα σχόλια διαφόρων σχολιαστών κάτω από την αρχική δημοσίευση, με μπλε.
Νικαριά είναι βεβαίως η Ικαρία. Στη λαϊκή γλώσσα, που μιλιέται και ακούγεται αντί να γράφεται και να διαβάζεται, οι χασμωδίες ενοχλούν κι έτσι η Ικαρία γίνεται Νικαριά (την Ικαρία – τη Νικαρία) αλλά και οι Ικαριώτες γίνονται και Καριώτες.
Ωστόσο, δεν είναι αυτό το θέμα του άρθρου, που άλλωστε δεν το γράφω εγώ. Σήμερα συνεχίζουμε τις δημοσιεύσεις άρθρων με διαλεκτικό λεξιλογικό υλικό από περιοχές της Ελλάδας, που έχουν πυκνώσει τώρα τελευταία ακριβώς επειδή κι άλλοι φίλοι παρακινούνται να γράψουν άρθρα για την ιδιαίτερη πατρίδα τους ή κάποια περιοχή που τη γνωρίζουν καλά. Θυμίζω πως το προηγούμενο ανάλογο άρθρο ήταν τα Πλωμαρίτικα, του Γιάννη Μαλλιαρού (στο άρθρο υπάρχουν σύνδεσμοι προς τα παλιότερα σχετικά άρθρα). Ανανεώνω την πρόσκληση σε όποιον φίλο ενδιαφέρεται να γράψει παρόμοιο άρθρο για το λεξιλόγιο της ιδιαίτερης πατρίδας του.
Το άρθρο είναι συνεργασία του φίλου που έχει το ιστολόγιο Ροβυθέ (ροβυθέ είναι η ρεβυθιά). Του δίνω αμέσως τον λόγο. Σχολιάζω με πλάγια και μέσα σε αγκύλες.
Λέξεις της Νικαριάς
Ειδικός στα γλωσσολογικά δεν είμαι, ωστόσο είμαι καριώτης και από τους δύο γονείς και άκουγα από παιδί τη ντοπιολαλιά. Παρά το ότι μεγάλωσα στην Αθήνα και μιλάω τα ελληνικά του σχολείου (και της τηλεόρασης…) χωρίς καθόλου την προφορά του νησιού, όποτε βρίσκομαι σε καριώτικη παρέα (δηλαδή αρκετά συχνά) κάπως μου βγαίνουν αδιόρατα και κάποια στοιχεία της προφοράς και κάμποσες ιδιωματικές λέξεις, που βέβαια άργησα αρκετά να καταλάβω ότι δεν είναι πανελλήνιες. Για την καριώτικη προφορά, όσοι δεν την έχετε ακούσει, μπορείτε να διαβάσετε δυο λόγια από τον παλιό ιστότοπο του Νικοκύρη, στην παρουσίαση ενός βιβλίου με ποιήματα της συμπατριώτισσας Χρύσας Καζάλα.
Να πω ότι για την επιλογή των λέξεων συμβουλεύτηκα επιπλέον μερικούς φίλους που έχουν μεγαλώσει στη Νικαριά, καθώς και δύο βιβλία, το «Λαογραφικά Ικαρίας» του Αλέξη Πουλιανού (τρίτομη αυτοέκδοση από τα μέσα της δεκαετίας του ’70) και το «Λεξικό Ικαριακής Ντοπιολαλιάς» του Δημήτρη Λεσσέ (2η έκδοση, Εύδηλος, 2013). Προσπάθησα με τη βοήθεια και του διαδικτύου να επιλέξω λέξεις χαρακτηριστικά (και κατά προτίμηση αποκλειστικά) καριώτικες, πράγμα αρκετά δύσκολο βέβαια γιατί ανακάλυψα, συχνά με έκπληξη, ότι υπάρχουν (ή τέλος πάντων υπήρχαν) και αλλού οι ίδιες ή παρόμοιες λέξεις, ιδίως στα Δωδεκάνησα και στην Κρήτη, οπότε χάσαμε ας πούμε τη σκλούπα (κουκουβάγια) ή το φαούδι (μτφ. το γκρινιάρικο παιδί). Επέλεξα ακόμα λέξεις που τις έχω συναντήσει (έστω και κάπως σπάνια) στην καθημερινή ομιλία και όχι μόνο στα βιβλία, πράγμα που μας στέρησε ατυχώς την ωραιότατη λέξη Κυρασολένη (ουράνιο τόξο), που έδωσε τον τίτλο σε ένα πρόσφατο βιβλίο με ικαριακά παραμύθια, και το χαριτωμένο ρήμα σπαρουγγώνω (μαζεύομαι, ζαρώνω και μτφ. φοβάμαι). Κράτησα ωστόσο ορισμένες λέξεις που υπάρχουν και σε άλλα μέρη αλλά κατά κανόνα με διαφορετική σημασία. Φυσικά η συλλογική σοφία του σαραντάκειου ιστολογίου μπορεί να κάνει διορθώσεις ή προσθήκες.
(Προσθήκες: στη Λέσβο το ουράνιο τόξο «Κερατζού«, στη Σίφνο «Αγιαλένη»).
ανάγκασμα: η αιφνίδια (μέχρι σκασμού) ανάγκη για αφόδευση. Αν και η λέξη είναι ενδεχομένως πανελλήνια, είναι συστατικό της πιο χαρακτηριστικής καιριώτικης κατάρας: «π’ ανάγκασμά σε» που θα πει «που να σε πιάσει ανάγκασμα». Αντίστοιχα χαρακτηριστική είναι η έκφραση «άμε θαλάσσωσε» που σημαίνει «φύγε από μπροστά μου, εξαφανίσου» και προέρχεται κατά μία εκδοχή από την καταδίκη σε «θαλάσσωμα» δηλαδή εξορία χωρίς δικαίωμα επιστροφής που υποτίθεται ότι επιβαλλόταν ως εσχάτη των ποινών σε όσους πρόδιδαν στους πειρατές την παρουσία κατοίκων στο νησί τον καιρό της αφάνειας (16ος αιώνας, μετά την αναχώρηση των Γενοβέζων και πριν την άφιξη των Τούρκων, όπου υποτίθεται ότι οι Καριώτες είχαν υιοθετήσει μια στρατηγική επιβίωσης που στηριζόταν στην αυτάρκεια και την απόκρυψη).
(Το «ανάγκασμά σε» χρησιμοποιείται και στα Μαστιχοχώρια της Χίου).
μπουγκέφαλα: μπρούμυτα. Κάποιος που πέφτει κωλοτουμπηδόν πάει «ανάσκελα-μπουγκέφαλα». Το ρήμα «μπουγκεφαλίζω» μπορεί να σημαίνει π.χ. αναποδογυρίζω, αδειάζω το περιεχόμενο μιας τσάντας.
παραματσιράω: καθυστερώ, κωλυσιεργώ ασχολούμενος με ένα σωρό άλλα πράγματα εκτός από το επείγον (αντίστοιχο του αγγλικού procrastinate). Δεν ξέρω αν τυχόν σχετίζεται με το μάτσι, ένα χειροποίητο ζυμαρικό κάπως σα λαζάνια που το ψιλοκόβουν, πάντως από τούτο βγαίνει η ματσόβεργα, δηλαδή ο πλάστης της κουζίνας.
(Μάτσι υπήρχε στην Κύθνο, μάτσι και ματσόβεργες υπάρχουν στη Χίο, το παραματσιράω μάλλον είναι εντελώς δικό μας).
ζάλλω: περιφέρομαι, κινούμαι (λογικά πρέπει να σχετίζεται με το «ζαλεύγω» δηλ. σαλεύω).
(Προτάθηκε κάποια σχέση με το κρητικό ζάλο (=βήμα), το οποίο ετυμολογικά φαίνεται να προέρχεται από το αρχαίο σάλος. Δεν το αποκλείω, αλλά ούτε στα κρητικά υπάρχει ρήμα, ούτε στα καριώτικα ουσιαστικό).
παρασυνείκασα: σάστισα, έχασα την αίσθηση του πού βρίσκομαι, και μτφ. νομίζω πράγματα που δεν υπάρχουν, τρελαίνομαι. (Υποθέτω σύνθετο από παρα+συν+εικάζω). Παρόμοια είναι η λέξη ηκουτούρδισα και φαντάζομαι το αντίστοιχο ρήμα (κουτουρδίζω) ενδεχομένως να σχετίζεται ετυμολογικά με το «κουτουρού» (προς τα εκεί που πάει αυτός που σάστισε).
[Σχόλιο Ν.Σ.: το κουτουρδίζω πρέπει να είναι το γνωστό σε άλλες περιοχές κουτουρντίζω ή κουντουρντίζω, που σημαίνει «τρελαίνομαι, λυσσάω, αφηνιάζω, ξεσαλώνω» και είναι δάνειο από το τκ. kudurdim, αόριστο του kudurmak «λυσσάω». «Αμάν, κουτουρντίσατε πια! έλεγαν παλιά οι μανάδες στα παιδιά που γύριζαν σπίτι καταϊδρωμένα από το παιχνίδι. Δεν έχει σχέση με το ‘κουτουρού’, που όμως είναι κι αυτό τούρκικο δάνειο]
(Στα Χιώτικα «παρασουνούκιασα». Το «κουτούρντισα« σχεδόν πανελλήνιο, ίσαμε τη Νιγρίτα...).
παράχραντος ή αξελέστατος: ατημέλητος, άπλυτος μτφ. ανισόρροπος (το αξελέστατος πρέπει να προέρχεται από το λόγιο «εξωλέστατος»).
(Το αξελέστατος και στη Χίο από παλιά, το αναφέρει ο Κοραής).
καφαρτέ: πρόγευμα (αν και κάποιοι το λένε γενικότερα για οποιοδήποτε γεύμα). Νομίζω πρέπει να βγαίνει από καφέ+άρτο ή άρτηση.
[Σχόλιο Ν.Σ. Το καφαρτέ πρέπει να είναι το γνωστότερο από άλλες περιοχές ‘καφαλτί’ = το πρωινό ή το κολατσιό, με την καθιερωμένη τροπή του λ σε ρ. Είναι τουρκικό δάνειο, kahvaltι, που θα μπορούσε κατά λέξη να αποδοθεί «το πάρσιμο του καφέ». Έχει δηλαδή οντως σχέση με τον καφέ].
(Κάτι καινούργιο μάθαμε σήμερα...).
λίλλυρο (ή λίλιρο ή λίλυρο): κυριολεκτικά η οπτική διαταραχή που προκαλείται στον ορίζοντα από τη μεγάλη ζέστη, μεταφορικά η κάψα, η πολλή ζέστη. Παρόμοιες λέξεις υπάρχουν και αλλού, π.χ. ο λάλλαρος στην Κύπρο το λάλαρο στη Σύρο, η λίλιρη σε άλλα νησιά όπου σημαίνει (και) την ιλαρά. Ωστόσο σε αντίθεση με το Νικοκύρη δεν νομίζω ότι προέρχεται από την ιλαρά, που στα καριώτικα είναι μπέμπελη ή κατσίφερη. Καλού κακού πάντως να εμβολιάζεστε.
[Εδώ διαφωνούμε. Όπως είχαμε συζητήσει πρόσφατα, για μένα είναι βέβαιο ότι η αρχική σημασία είναι λίλιρη = η ιλαρά, που επεκτάθηκε σε κάμποσα μέρη στη σημασία ‘μεγάλη ζέστη’ και ειδικά στην Ικαρία πήρε και τη σημασία της οπτικής διαταραχής του ορίζοντα λόγω της μεγάλης ζέστης].
(Ελπίζω να μη διαφωνούμε στους εμβολιασμούς πάντως... Κατά τα λοιπά λίλιρη=ιλαρά μόνο στη Σίφνο, ενώ λίλυρο/λάλαρο/λάλλαρος = ζέστη σε πάρα πολλά μέρη, εμένα μου φαίνεται πιο πιθανό να πηγαίνουμε από τη ζέστη στην ιλαρά και όχι το ανάποδο. Στη Χίο λιλλυρί η σταγόνα και υπάρχει ρήμα λιλλυρίζω με έννοια παρόμοια με την «κυριολεκτική» κατά Λεσσέ ικαριακή εκδοχή).
βαϊλίζω: νταντεύω παιδιά (όχι μόνο κάνω μπεϊμπι-σίτιγκ, μπορεί γενικότερα να σημαίνει είμαι σε φάση ζωής που ανατρέφω μικρά παιδιά).
[Κατά σύμπτωση το είχαμε συζητήσει το καλοκαίρι, στο άρθρο για τη θερμιώτικη ντοπιολαλιά]
(Τελικά με κάποιες παραλλαγές μάλλον πανελλήνια λέξη).
σκαρτάρω: αναπηδώ από τον τρόμο (πιο συχνό στον αόριστο: ησκάρταρα). Να σημειωθεί ότι σε άλλα μέρη της Ελλάδας το ίδιο ρήμα σημαίνει «ξεσκαρτάρω», βγάζω τα σκάρτα (π.χ. τα χαρτιά που δεν χρειάζομαι στην τράπουλα).
(Με κάπως παραπλήσια σημασία «αιφνίδιου» στην Κάλυμνο).
γκρούβαλος: εντελώς πρόσφατη λέξη άγνωστης ετυμολογίας που δηλώνει τον καλοκαιρινό επισκέπτη-κατασκηνωτή με εμφάνιση «φρικιού» (συνήθως με αρνητική σημασιοδότηση: οι γκρούβαλοι κατηγορούνται – όχι πάντα άδικα – ότι εισβάλλουν μαζικά στα πανηγύρια, πίνουν μπάφους, ενίοτε κλέβουν το φαγητό των ντόπιων και χοροπηδάνε στην πίστα με αυτοσχέδια βήματα που δεν έχουν σχέση με τον παραδοσιακό καριώτικο χορό. Τα τελευταία χρόνια ωστόσο το είδος είναι σε υποχώρηση καθώς αντικαθίστανται τάχιστα από χίπστερ που καταλαμβάνουν την πίστα τραβώντας σέλφι· παρόλα αυτά η λέξη γκρούβαλος έχει διαδοθεί ευρύτερα, έχει περάσει σε ιντερνετικά λεξικά, και τείνει να γίνει πανελλήνια).
(Μετά τη δημοσίευση του κειμένου, μια Φαηδόνα μου σφύριξε μια εξαιρετικά αληθοφανή εκδοχή για την προέλευση της λέξης «γκρούβαλος» που δεν την αποκαλύπτω ακόμα για να το κάνει εκείνη όποτε κρίνει σκόπιμο).
ρασκό: άγριο κατσικάκι ελευθέρας βοσκής από τα ορεινά του νησιού. (Έχω ακούσει να χρησιμοποιείται μεταφορικά και για νεαρά κορίτσια ελευθέρας βοσκής, επίσης άγρια, αλλά αυτή η χρήση δεν έχει περάσει στα λεξικά.)
(Προτάθηκε η ετυμολογία «ορεσκώο» - του βουνού).
πηδαυλίζω: τρώω ή για την ακρίβεια ξεκοκκαλίζω (συνήθως το ρασκό) μέχρι να μην έχει πια καθόλου κρέας και να απομείνουν και τα κόκκαλα κενά σα να μπορείς με αυτά να παίξεις πηδαύλι (φλογέρα). Π.χ. «Ήρταν οι γκρούβαλοι την ώρα που χορεύαμε κι ίσαμε να γυρίσουμε στο τραπέζι είχανε πηδαυλίσει το ρασκό».
(Αν και προτίμησα την ορθογραφία του Πουλιανού, θα μπορούσε να γράφεται πιδαύλι, ίσως από επί+αυλός. Στο κλασικό σπλάτερ ικαριακό (αλλά όχι μόνο) παραμύθι «Μισοκωλάκι» ο ομώνυμος πρωταγωνιστής παίζει το πιδαυλάκι του).
θεόσκαρος: τσίτσιδος, όπως τον γέννησε η μάνα του (π.χ. οι γκρούβαλοι στην παραλία του Να, προτού αυτή γίνει διάσημη από την Άθενς Βόις).
καθούρα: χαρακτηριστικό είδος λευκού κατσικίσιου τυριού. Δεν υπάρχει τυποποιημένο, μόνο από σπίτι (τα ρασκά δεν αρμέγονται).
σιφούνι: σκεύος άντλησης και σερβιρίσματος κρασιού που προέρχεται από αποξηραμένη κολοκύθα σαν φλάσκα με μακρύ περιστροφικό στόμιο (σα σιφώνιο) που χρησιμεύει για να γεμίσει το σκεύος με σιφωνισμό από τις βυτίνες που αποθηκεύεται το κρασί. Στο αρκετά γνωστό εσχάτως παραδοσιακό τραγούδι «Αμπελοκουτσούρα», επαινείται μαζί με το κρασί και το σιφούνι το «στραβόραδο», δηλαδή με το στραβό ράδι (ουρά, πίσω μέρος).
μωλόπι (ή μολόπι): υποθετικό ερπετό, ίσως νερόφιδο (δε νομίζω να αντιστοιχεί σε υπαρκτό ζώο) που χρησιμοποιείται ως απειλή προς τα παιδάκια που παίζουν κοντά σε ρέματα, λίμνες κλπ. ώστε να μην πέσουν μέσα.
λουπάστρα: το μέρος όπου λουπάζει (=λουφάζει) κανείς, το καταφύγιο, και μεταφορικά το απάγκιο μέρος. Περίπου συνώνυμη (αφορά κυρίως ζώα) είναι και η λέξη λόψι (ή λώψι κατά τον Λεσσέ), δεν ξέρω αν είναι και ετυμολογικά συγγενική.
(Λουπάζουν και στην Κύθνο, δε λουφάζουν όπως αλλού...)
μπλάζω: πέφτω ή ρίχνω, μτφ. σκορπίζω, π.χ. «πήγαινε το πιάτο στο τραπέζι μα έχε το νου σου μη μπλάσει(ς) το φαΐ» Υποτίθεται προέρχεται από ένα αρχαίο ρήμα «πίμπλημι» που σημαίνει γεμίζω, αλλά δεν ξέρω από ποια διαδρομή.
(Στην Κάρπαθο χρησιμοποιείται ως αμετάβατο με την ίδια έννοια. Προτάθηκε ως προέλευση και ένα αρχαίο ρήμα «ἐμπλάζω» αλλά τα αρχαία μου δεν επαρκούν να το λύσουμε...)
ξένος: πας μη καριώτης. Γενικά όλοι οι Έλληνες είναι ξένοι, εκτός από τους Φουρνιώτες που λέγονται «νησιώτες». Ο καριώτης που δεν είναι από το δικό μας χωριό είναι «παραχωριού» (επίθετο, αν και σε όλες τις πτώσεις και τα γένη ίδιο).
ξορίζομαι: χάνω το δρόμο μου. Υπάρχει μια ωραία ιστορία με έναν καριώτη κι έναν ξένο που δε μιλιούνται γιατί όταν ο καριώτης βρίσκει τον άλλο να περιπλανιέται στα κατσάβραχα τον ρωτάει «ξορίστηκες;» αλλά ο ξένος καταλαβαίνει «ξυρίστηκες;» και παρεξηγείται…
περιπατίνα: η κληματαριά της αυλής που κάνει σκιά (σε άλλα μέρη λέγεται κρεβατίνα)
βαβάτσινο: το βατόμουρο
[βάτσινο σε πολλά άλλα μέρη]
πνάζομαι: διαισθάνομαι, αντιλαμβάνομαι, μτφ. «μυρίζομαι». Σε πρόσφατη εκπομπή κυπριακού καναλιού για την Ικαρία, ο Δημήτρης Λεσσές ανέφερε ότι ομόηχο ρήμα υπάρχει και στην Κύπρο, αλλά με την έννοια του «αναπαύομαι». Το δικό μας πρέπει να έχει να κάνει με πνοή/πνεύμα, όχι με ύπνο. Η έκφραση «ηπήρεν τα πνα του Χ» σημαίνει ακολούθησε τα ίχνη του Χ.
(Το παράδειγμα με τα πνα από το λεξικό του Λεσσέ, δεν έχω ακούσει την έκφραση).
ραός: σπήλαιο, άνοιγμα στο έδαφος. Το έχω ακούσει κυρίως ως αρσενικό (ο ραός) αλλά και ως ουδέτερο (το ραός).
σάωσε: σώπα, κάτσε ήσυχα. (προστακτική· δεν είμαι βέβαιος πώς ακριβώς είναι το ρήμα στην οριστική. Υπάρχει μια ομηρική λέξη σάωσε = έσωσε, οπότε μπορεί και να είναι από την ίδια ρίζα π.χ. «Σώνει, φτάνει»)
(Αναφέρθηκε ως πιθανώς συγγενική η λέξη «σαούρα» που σημαίνει σιωπή).
κορκόφυλλας (ή κορκόφιλας): η χαρακτηριστική της ικαριακής πανίδας σαύρα του είδους Stellagama stellio, ή παλιότερα Laudakia stellio ή όταν σπούδαζα Agama stellio (οι ερπετολόγοι έχουν αλλάξει τρεις ονομασίες σε είκοσι χρόνια, εμείς πάντα κορκόφυλλα το λέμε)
σκολλί ή σκολλύς: το τσουλούφι ή κοτσιδάκι π.χ. «‘α σε πιάσω απ’ το σκολλί και ‘α σου δώκω μια μεσ’ στα μούτρα να μάθεις». Υπάρχει και το ρήμα «ξεσκολλίζω», δηλ. τραβάω βίαια απ’ τα μαλλιά (θεωρητικά μέχρι να μου μείνουν στο χέρι).
(Αν και η μάνα μου με απειλούσε ότι θα μου βγάλει το σκολλί τρίχα-τρίχα, άλλες καριωτίνες μάνες θα έβγαζαν το σκουλλί, από ό,τι μαθαίνω. Σε πολλά μέρη υπάρχει παρόμοια λέξη π.χ. σκουλλί, σκουλούδι, σκούλα στην Κρήτη, όχι πάντα για τσουλούφι αλλά γενικώς για τριχερά μαζώματα. Το σκολλύς μάλλον αρχαίο είναι, με αυτή την έννοια).
κουρσούνι: από το τούρκικο kurşun (μολύβι), παλιά σήμαινε το βλήμα πυροβόλου όπλου, σήμερα μτφ. ταχύτατο, «σφαίρα». (π.χ. Ηπέτασε αφ’ τ’ αμπέλι και του ‘δωκεν κουρσούνιν στον καφενέ). Στο παράδειγμα το ρήμα «πετώ» εννοεί «το σκάω, την κοπανάω». Παρόμοια χρησιμοποιείται και το «φτερώνω».
[Συχνότερος ο τύπος «κουρσούμι», σε πολλές περιοχές της χώρας. Γενική έννοια, το μεταλλικό σφαιρίδιο. Δείτε και αφήγημα του Μάρκου Μέσκου.]
σουφικό: παραδοσιακό καλοκαιρινό ικαριακό φαγητό με ντομάτα, κρεμμύδι, πιπεριές κ.ά. ζαρζαβατικά που σύμφωνα με μια ανεκδοτολογική (αλλά ίσως νατσουλική) εκδοχή οφείλει το όνομά του στο διάλογο του πεινασμένου ζευγαριού που το εφηύρε, όπου η σύζυγος ενώ μαγειρεύει ό,τι έχει βρει στον κήπο τσιμπολογάει από το τηγάνι, κι ο πεινασμένος σύζυγος ρωτάει «μα ’α μου ‘φήκεις;» κι εκείνει απαντάει «ε, ’α σου ‘φήκω, σου ‘φήκω…» – και δε μάθαμε αν του ‘φηκε τελικά.
(Προς τεράστια έκπληξή μου, σουφικό υπάρχει και στη Χίο. Για τους εκτός σαραντάκειων συμφραζομένων να εξηγήσω ότι ως «νατσουλική» κατά Σαραντάκο χαρακτηρίζεται η ετυμολογική εκδοχή αντίστοιχη με αυτές του βιβλίου του μακαρίτη Τάκη Νατσούλη «Λέξεις και φράσεις παροιμιώδεις» στο οποίο αποδίδει γνωστές παροιμίες σε ευφάνταστα «ιστορικά« γεγονότα που συχνά βγάζει από το κεφάλι του, χωρίς καμμία τεκμηρίωση).
συγκούδουνος: μαζί με το κουδούνι, μτφ. όλο μαζί. Η φράση προέρχεται από αληθινή ιστορία των αρχών της Τουρκοκρατίας (τέλος 16ου αιώνα στα καθ’ ημάς) όπου ο Τούρκος Αγάς είναι τόσο βάναυσος και μισητός που οι βαστάζοι που μεταφέρουν το φορείο του συνεννοούνται να τον πετάξουν στο γκρεμό αλλά συζητάνε αν πρέπει να τον πετάξουν με το φορείο ή χωρίς. Ο Αγάς τους έχει τάξει ένα αρνί ως αμοιβή για τη μεταφορά, και τον ρωτάνε αν θα τους το δώσει συγκούδουνο (με το κουδούνι). Ο Αγάς συναινεί, οπότε τον πετάνε μαζί με το φορείο, και έκτοτε έχει μείνει παροιμιακή η φράση «αυτός ηπή(γ)ε συγκούδουνος» π.χ. αν κάποιο αυτοκίνητο φύγει από το δρόμο και αρχίσει να κατηφορίζει τις πλαγιές (πράγμα που έχει συμβεί κάποιες φορές).
(Αν και η λέξη είναι παντελώς ικαριακής προέλευσης, είναι από τις πιο αναγνωρίσιμες τουλάχιστον σε αρκετούς σχολιαστές του Σαραντάκου που δεν κατανοούν σχεδόν το σύνολο των λέξεων του κειμένου εκτός από το συγκούδουνο).
λούρος: μεγάλος γρανιτένιος λείος βράχος που εκτείνεται πάνω από την επιφάνεια του εδάφους σχηματίζοντας μια φυσική κοιλότητα. Συχνά οι παλιοί Καριώτες τείχιζαν τις πλευρές και έφτιαχναν οικήματα που ονομάζονται θεοσκέπαστα.
συνεμπαίνω (ή μάλλον «μου συνεμπαίνει» π.χ. μια σκέψη): συνειδητοποιώ, με απασχολεί, αντιλαμβάνομαι κάτι.
(Και στη Χίο με την ίδια έννοια).
φυλάκι: αυτοσχέδιο σακκίδιο (προφανώς από το αρχαίο «θυλάκιον») από προβιά κατσίκας που περνιέται στην πλάτη. Από το ίδιο υλικό φτιάχνεται και ένα μουσικό όργανο, η τσαμπουνοφυλάκα, ένα είδος τσαμπούνας ή γκάϊντας (στην Κρήτη το αντίστοιχο λέγεται ασκομαντούρα).
τσούτα (ή τσουτέ): μικροποσότητα (π.χ. μια τσούτα αλάτι βάλε μονάχα)
χοροσταλίζω: χορεύω διαρκώς, ακατάπαυστα.
σουπέρδιος: δύστροπος, παράξενος
(Με ενημερώνουν από το κοντρόλ ότι άλλοι καριώτες λένε σουπέργιος, αν και η γιαγιά μου έλεγε σουπέρδιος).
σέρφη: οποιοδήποτε μικρό ζωάκι, ερπετό, έντομο (βλ. και την έκφραση «μπα που να σε φάει (δηλ. να σε δαγκάσει) η σέρφη»). Μτφ. χρησιμοποιείται για σκανταλιάρικα πιτσιρίκια, π.χ. σουπέρδια σέρφη το αεικίνητο, άτακτο παιδάκι που αρνείται να κάτσει φρόνιμο.
φαηδόνα (ή φαϊδόνα): η κοινή σφήκα. Η λέξη σφήκα χρησιμοποιείται επίσης, αλλά χαρακτηρίζει ένα άλλο είδος σαρκοφάγου υμενοπτέρου, καφέ χρώματος με μια κίτρινη ρίγα στην κοιλιά.
(Στη Νάξο φαφληδόνα - φαφηδόνα ειδικά στην Απείρανθο).
Αν και κάτι λίγο η Γενοβέζικη παρουσία, κάτι λίγο περισσότερο η Τουρκοκρατία, κάτι ακόμα περισσότερο η αμφίδρομη επικοινωνία με τα απέναντι παράλια πριν το 1922, είχαν αφήσει τα ίχνη τους στη γλώσσα του νησιού πριν αναλάβουν δράση τα αναλυτικά προγράμματα του σχολείου και τα ΜΜΕ, σε πολλούς από εμας τους καριώτες αρέσει να καμαρώνουμε για τη αρχαιότητα της ντοπιολαλιάς μας, στην οποία επιβιώνουν αρκετές αρχαίες (ιωνικές) λέξεις και εκφράσεις όπως επιβεβαιώνει και ο Γ.Ν. Χατζηδάκης (Μεσαιωνικά και Νέα Ελληνικά, 1907). Κάπου κάπου καταγράφονται (από τους γεροντότερους) εκφράσεις όπως «Έασον τις αίγες» ή «Πυροβόλησον την στιαν» που δεν περιμένεις να τις ακούσεις σε ζωντανή γλώσσα τον 20ο ή 21ο αιώνα. Ωστόσο δεν πρέπει να παραπλανηθεί κανένας επιρρεπής σε ιδεολογήματα και να νομίζει ότι συναντιούνται δυο καριώτες βοσκοί στο βουνό και ανταλλάσσουν απαρέμφατα, δυϊκούς αριθμούς και ευκτικές· κάθε άλλο.
Χαρακτηριστική είναι από αυτή την άποψη μια ιστορία που μου διηγήθηκε πρόσφατα η θεία μου η Ιωάννα, την οποία κατέγραψε ο προπάππους της που ήταν δικαστής της Δημογεροντίας στα τέλη του 19ου αιώνα (με βασική ευθύνη την αντιμετώπιση περιπτώσεων ζωωοκλοπής και καταπατήσεων). Σύμφωνα με αυτή τη διήγηση, κάποιος ονόματι Αναστάσης έκλεψε μια κατσίκα το Μεγάλο Σάββατο, και το βράδυ πήγε στην εκκλησία όπου ο παπάς απήγγειλε ένα τροπάριο που λέει «Ἀναστάσεως ἡμέρα και λαμπρυνθῶμεν Λαοί». Δεν ξέρω πώς ακριβώς το είπε ο παπάς, ο φουκαράς όμως άκουσε «Ο Αναστάσης ήκλεψε την αίγα και την ητάισε κλαδί» και έντρομος τρέχει στον παπά και του λέει «Σώπα παπά μου, θα την πάω πίσω την αίγα, αλλά μην το λες μπροστά σε όλους ότι εγώ την ήκλεψα».
Σήμερα βέβαια δεν θα κινδύνευε· οι αίγες έχουν εκλείψει, μόνο κατσίκες έχουμε άφθονες πλέον.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ικαρια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ικαρια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
20/10/17
Λέξεις της Νικαριάς (στο ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου)
6/8/17
Καρδιά μου, χάρου, γλέντιζε (του κα-Γληόρη ξανά)
Μια εκτέλεση της «Αμπελοκουτσούρας» με ορισμένους στίχους του Γληόρη, από το δίσκο «Ικαρία Μέθεξις» σε καλλιτεχνική επιμέλεια του Alexander Spitzing.
[...] Στο Κεραμέ του Ευδήλου ήταν ένας μεγάλος τσουπάνης, ο Γέρο-Κατσιμέτης. Είχε χιλιοκόπαδο. Ο γιος του, ο Γληόρης, ήταν καλός άνθρωπος, καλή καρδιά, αλλά εν κατάφερνεν, όχι πια να ‘βγατέψει το κοπάδιν του κιουρού του, μα το λιγόστεψεν κιόλας. Ήτανε ούλλον ξενοιασά και γλέντι. Όπου δυο κι αυτός τρεις, στο σιγοπότιν και στο γλέντι. Ο Γληόρης ήβαλλεν τον μεζέν, ένα κατσίκιν ολόκληρο. Μιαν μέρα πήρεν έναν κατσίκι, σφαένον, κι ηπήε στου συμπεθέρου του, να το πηδαυλίσουν. Ο συμπέθερος είχεν το κρασί. Σε μια στιγμή ο Γληόρης, καρφώνει ένα παρσάδιν κρες, και ‘ίνει το του συμπεθέρου, και του λέει «Φάε και μεζέ, που ήθελες κι απαντησώνα». Κι ο συμπέθερος με τη σειράν του: «Πιες κρασί, το βλοημένον, που ‘θελες ξαπολυσώνα. Μα α’ δεν είχαμεν απαντησώνα, κι είχαμεν, κατά του λόου σου, ξαπολυσώνα, πώς θα πίναμεν κρασί».
Ο Γληόρης βρήκεν την ευκαιρία, με τον μεζέν, να θυμίσει στο συμπέθερον, πως, για να βρίσκεται πάντα μεζές, χρειάζεται να βόσκουν ξαπολυσώνας τα κατσίκια. Αλλά κι ο συμπέθερος του ‘ωκεν να καταλάει, πως για να ‘χομεν μπόλικον κρασί, πρέπει να ‘χομεν κι απαντησώνα, για να γίνουν τ’ αμπέλια. «Η φιλία, φιλία, το νιντερέσο, νιντερέσο». ‘Εν ηκακοκαρδίσασιν. Το γλέντι και το πιοτίν κρατούσεν ως το τέλος. Άκακος ο Γληόρης, ‘εν κρατούσεν μάνιτα του συμπέθερου. Καλός κι ο συμπέθερος, τον καλοέχτηκε κι ας είχανε, άλλωτες, λογοφέρει απά στον απαντησώνα.
Απά στο κέφιν του ο Γληόρης, σκα’ κι ένα τραούδιν του συμπέθερου:
Κακήν καρδιά ‘χα σήμερα,
μα, παλ’ ηπέρασέ μου
που είδα τον συμπέθερο
κι ηχαμογέλασέν μου.
Καρδιά μου χάρου, γλέντιζε
και ‘α ποθάνεις μέλλεις,
στον Άην θε να κατεείς,
θέλοντας και ‘ην θέλεις.
Του Γληόρη του ‘μεινεν έναν κοπάδιν κατσίκια, από διακόσια κεφάλια. Μήτε το πλήθαινεν, μήτε και το λιγόστευγεν. Ούλλον το διάφορον το ‘τρωεν. Ήτανε ένας τροβαδούρος του βουνού. Σκάρωνε και τραούδια στο μενούτο, για κάθε περίπτωση.
Μια βολάν ηπήρεν δυο ριφάκια, να τα φα με τους φίλους του. Αποϋρίστηκεν σπίτι, στουπί στο μεθύσι. Ο κύρης τον μάλλωσε «Βρε αχαήρευτε. Έτσεά ‘α ‘σαι, πάντα σου, κακομοιριασμένος. Σφίξου, βρε παιΐν μου, να ‘βγατίσεις και λιάκιν το κοπάδιν σου.» Η απάντηση του Γρηγόρη.
Όρσ’ αλαπάντα το ‘ριξε
Γληόρης το κοπάδι
Να το πληθύνει ‘εν μπορεί
μ' ούτε να το ξεκάμει.
(Αλέξη Ι. Πουλιανού, Λαογραφικά Ικαρίας, τόμος Β’ σελ. 296-297, Αθήνα 1976)
χιλιοκόπαδο: κοπάδι με χίλια κεφάλια, του κιουρού: του κύρη, του πατέρα. σφαένο: σφαγμένο. πηδαυλίζω: (μτφ.) τρώγω (κατά κανόνα κρέας κατσικίσιο με παρέα) - κυριολεκτικά σημαίνει να παίζεις το πηδαύλι (φλογέρα). παρσάδι: ένα κομμάτι κρέας που κόψανε απαντησώνας: η απαγόρευση της βοσκής σε συγκεκριμένο μέρος, ξαπολυσώνας: το αμόλημα των κατσικιών να βόσκουν, χωρίς τσοπάνη, νιντερέσο: νιτερέσο, συμφέρον, μάνιτα (ή μάνητα): μνησικακία, θυμός, χάρου: προστακτική του «χαίρω», να χαίρεσαι, στον Άην: στον Άδη, διάφορο: κέρδος, στο μενούτο: στο λεπτό, αμέσως, βολά: φορά, ριφάκια: ερίφια, κατσικάκια, απο(γ)υρίστηκε: γύρισε εν τέλει, έτσεά: έτσι δα, όρσ’ αλαπάντα: ορτσα-λα-μπάντα: (ναυτ.) κυριολεκτικά γύρισμα του σκάφους πάνω στον καιρό (ιστιοπλοϊκό «tack») και μεταφορικά «ίσα βάρκα, ίσα νερά».
Σ.Σ. Για το Γληοράκι ή καλύτερα τον «κα-Γληγόρη» Μαυρογιώργη (το Κατσιμέτης είναι το παρατσούκλι του συγκεκριμένου κλάδου της οικογένειας), αδελφό της προγιαγιάς μου της Καλής, έχουμε ξαναμιλήσει πριν πολλά χρόνια. Σκαλίζοντας το βιβλίο του Αλέξη Πουλιανού αυτές τις μέρες που ξαναβρέθηα στο πατρικό μου, έπεσα πάνω στην ιστοριούλα αυτή που τη μεταφέρω μονοτονίζοντας και πειράζοντας λίγο μόνο την ορθογραφία που επιλέγει ο Πουλιανός (ειδικά στα τελικά σύμφωνα) ώστε να είναι πιο εύληπτο το κείμενο στον αναγνώστη, χωρίς να χάνονται τελείως τα ακούσματα της ντοπιολαλιάς (βέβαια δεν το κάνω με καμιά ιδιαίτερη συνέπεια, οπότε μπορεί να υπάρχουν και λάθη). Πρόσθεσα ένα αυτοσχέδιο γλωσσάρι, εξ' ημισείας του Πουλιανού και δικό μου, για το ακροατήριο που δεν ακούει καριώτικα από τα γεννοφάσκια του, αν και φαντάζομαι ότι με μικρή μόνο προσπάθεια όλοι αντιλαμβάνονται τις εξαλείψεις, ειδικά των συμφώνων (Γλη(γ)όρης, Ά(δ)ης, παι(δ)ΐν, λι(γ)άκιν), που συνήθιζαν οι παλιότεροι.
Σ.Σ. Για το Γληοράκι ή καλύτερα τον «κα-Γληγόρη» Μαυρογιώργη (το Κατσιμέτης είναι το παρατσούκλι του συγκεκριμένου κλάδου της οικογένειας), αδελφό της προγιαγιάς μου της Καλής, έχουμε ξαναμιλήσει πριν πολλά χρόνια. Σκαλίζοντας το βιβλίο του Αλέξη Πουλιανού αυτές τις μέρες που ξαναβρέθηα στο πατρικό μου, έπεσα πάνω στην ιστοριούλα αυτή που τη μεταφέρω μονοτονίζοντας και πειράζοντας λίγο μόνο την ορθογραφία που επιλέγει ο Πουλιανός (ειδικά στα τελικά σύμφωνα) ώστε να είναι πιο εύληπτο το κείμενο στον αναγνώστη, χωρίς να χάνονται τελείως τα ακούσματα της ντοπιολαλιάς (βέβαια δεν το κάνω με καμιά ιδιαίτερη συνέπεια, οπότε μπορεί να υπάρχουν και λάθη). Πρόσθεσα ένα αυτοσχέδιο γλωσσάρι, εξ' ημισείας του Πουλιανού και δικό μου, για το ακροατήριο που δεν ακούει καριώτικα από τα γεννοφάσκια του, αν και φαντάζομαι ότι με μικρή μόνο προσπάθεια όλοι αντιλαμβάνονται τις εξαλείψεις, ειδικά των συμφώνων (Γλη(γ)όρης, Ά(δ)ης, παι(δ)ΐν, λι(γ)άκιν), που συνήθιζαν οι παλιότεροι.
Θεματολογιο
Δανεικες Λεξεις,
Ικαρια,
Στοιχεια προσωπικης μυθολογιας
29/7/17
Πώς ζάλλει το λίλιρο;
Φωτογραφία: Μενέλαος Μανώλης
Τις προάλλες που είχε καύσωνα εμφανίστηκε άξαφνα μια κοπελίτσα από το γραφείο σε κακό χάλι· ζαλάδες, τάση για εμετό, πονοκέφαλος. Είχε περπατήσει κάμποσο για να φτάσει μέσα στη ζέστη. Της δώσαμε ντεπόν και νερό, τη βάλαμε στο δροσερότερο κλιματιστικό, κι όταν συνήλθε κάπως, της έβαλα λίγο πάγο επιπλέον· ψυχολογικό κυρίως.
- Κι εσύ βρε κοπέλα μου τι ήθελες να ‘ρθεις ποδαράτο μες στο λίλιρο;
Η κοπέλα με κοίταξε εμβρόντητη. Είχε τον πόνο της, είχε και τον προϊστάμενο να μιλάει κινέζικα. Ή μάλλον καριώτικα, λιγάκι.
- Μες το ποιο;
- Το λίλιρο. Το λιοπύρι, πώς το λένε.
- Πρώτη φορά το ακούω.
Η αλήθεια είναι ότι ώρες ώρες συμπεριφέρομαι σα να είναι όλοι Καριώτες ή τέλος πάντων «της ικαριακής παιδείας μετέχοντες» γύρω μου, πράγμα που κατά κανόνα δεν συμβαίνει, οπότε καταλήγω να με κοιτάνε παράξενα. Η συγκεκριμένη κοπελίτσα είναι Χιώτισσα. Γειτονιά μεν, αλλά άλλο πράγμα.
- Δε λέτε εσείς λίλιρο, ε;
- Όχι. Πώς γράφεται;
Ετοιμάστηκα να πω «όλα γιώτα» αλλά μετά αναρωτήθηκα «γιατί όλα γιώτα;», σάμπως το έχω δει και γραμμένο πουθενά; Μουρμούρισα ένα «δεν είμαι βέβαιος» και πήγα την κοπελίτσα σπίτι της με φουλ κλιματισμό. Μετά άρχισα την ιντερνετική έρευνα: γκουγκλάροντας βρήκα μερικά λίλιρα, ικαριακά όλα (ένα σαν ποίημα της Δώρας, ένα του Κωσταντίνου, ένα φρέσκο του Μενέλαου, άλλο ένα από το μπλογκ της Δέσποινας· όλα δικά μας παιδιά). Βρήκα και ένα λίλυρο με «υ» αλλά δε θα με εξέπληττε και κανένα λίληρο ή λήλυρο αν έβρισκα (αλλά δεν βρήκα).
Σκέφτηκα να ρωτήσω κάνα φιλόλογο online, κατά προτίμηση ικαριακής καταγωγής για να καταλαβαινόμαστε. Βρήκα τη Μαρίνα στο chat. Δεν ήξερε να με διαφωτίσει, διαισθητικά έτεινε επίσης προς το όλα γιώτα, αλλά υπέθετε ότι η λέξη δεν έχει ετυμολογική διαφάνεια. Δηλαδή δεν ξέρουμε από πού προέρχεται (αρχαία; ξένη;) ώστε να αναζητήσουμε την αντίστοιχη ορθογραφία. Με τα πολλά αφήσαμε το λίλιρο κι αρχίσαμε να λέμε (δηλαδή να γράφουμε) τα νέα μας. Με ρώτησε πότε θα κατέβω Ικαρία κι αν θα πάω αλλού πιο πριν.
- Μπα, εδώ θα ζάλλω, της έγραψα.
- Γιατί το γράφεις με δυο λάμδα το ζάλω;
- Με δύο δε γράφεται;
- Με ένα. Σαν το ζάλο που λέτε εσείς στην Κρήτη. Αργό το ζάλο μου, βαρύ...
Αφού της εξήγησα κάπως εμφατικά ότι δεν «λέμε εμείς» στην Κρήτη ακόμα κι αν μας αρέσουν οι Χαΐνηδες, αλλά λένε (οι εντόπιοι), επέμεινα ότι το καθ’ ημάς (δηλ. καριώτικα) ρήμα ζάλλω γράφεται με δύο λάμδα επειδή προφέρεται με δύο λάμδα. Οι παλιοί καριώτες όταν μιλούσαν ακούγονταν τα διπλά σύμφωνα. Η θεία μου η Καλλιόπη με δύο το λέει ακόμα, ξεκάθαρα. Η Μαρίνα δεν ψήθηκε στην ιδέα· αφενός της φαινόταν τραβηγμένο ότι ακούγονται τα διπλά, αφετέρου εκείνη ακούει ένα. Ζάλω (ρήμα), όπως ζάλο (βήμα). Άλλα λέει η θεια μου, άλλα ακούν τ’ αυτιά μου.
Δεν το λύσαμε το θέμα, αλλά εγώ γαργαλιόμουνα να το σκαλίσω παραπάνω, κι επειδή δεν έχω το λεξικό του Δημητράκου και το Λίντελ-Σκοτ στο προσκέφαλο σαν τον αστυνόμο Χαρίτο, είπα να δοκιμάσω τη δεύτερη καλύτερη επιλογή. Παλιά (δηλαδή πριν δέκα-είκοσι χρόνια) άμα ήξερες καμιά δύσκολη λέξη σου λέγανε σαρκαστικά «Μα ποιος είσαι; Ο Μπαμπινιώτης;». Τώρα ο Μπαμπινιώτης έχει ξεφτίσει κάπως και το νέο τρεντ λέγεται Νίκος Σαραντάκος. Δεν είναι καθηγητής γλωσσολογίας βέβαια, μεταφραστής είναι, αλλά άμα δεν ξέρει μια λέξη ο Σαραντάκος κάτι δεν πάει καλά με τη λέξη. Αν και δεν γνωριζόμαστε προσωπικά έχω ένα θάρρος με τον άνθρωπο (έχουμε ανταλλάξει κάτι σχόλια στα κοινωνικά μέσα και μερικά μέιλ γλωσσολογικού ενδιαφέροντος στο παρελθόν, χώρια που έχει ασχοληθεί και με τη λιτέρα και τις δεντρολιβανιές της δικής μας Δέσποινας Σιμάκη). Οπότε χωρίς να χάσω χρόνο, του έγραψα να με φωτίσει. Ζάλλω ή ζάλω; Λίλιρο ή λίλυρο; Ή μήπως λίληρο;
Δε με φώτισε. Μου απάντησε ότι αγνοεί και τις δύο λέξεις («Ωχ», σκέφτηκα, «κάτι δεν πάει καλά») και ότι αν όντως οι παλιοί έσερναν το λάμδα στο ζάλλω είναι μια ένδειξη υπέρ της γραφής με διπλό, τουλάχιστον στον ενεστώτα (κατά το «βάλλω») αν και το θέμα του αορίστου βέβαια θα πρέπει να είναι με ένα λ (ήζαλλα στον παρατατικό αλλά ήζαλα στο αόριστο) αλλά από την άλλη αν δεν ξέρουμε (δεν παραδίδεται) το πώς γράφεται μια λέξη, η τάση είναι υπέρ της απλούστερης γραφής. Άρα λίλιρο, κατ’ αρχήν.
Όμως επειδή δεν είμαι και 100% σίγουρος, είπα να απευθυνθώ στη συλλογική σοφία του ikariamag (αυτό που λέγανε στα τηλεπαιχνίδια «να ζητήσω τη βοήθεια του κοινού»). Πείτε μου λοιπόν, με το χέρι στην καρδιά και με πάσα ειλικρίνεια: κατά τη γνώμη σας, πώς ζάλλει το λίλιρο;
Όσο για το πώς παραματσιράει αυτός που παρασυνείκασε θα τα πούμε άλλη φορά.
Σ.Σ. Να αναφέρω ότι δεν έχω πρόχειρο το «Λεξικό Ικαριακής Ντοπιολαλιάς» του Δημήτρη Λεσσέ που θα ήταν μια πιθανή δευτερογενής πηγή. Βέβαια ο Δημήτρης καταγράφει προφορικό λόγο οπότε η ορθογραφία που επιλέγει δεν προκύπτει υποχρεωτικά από κάποιο ετυμολογικό ή άλλο σκεπτικό, άρα πάλι στα ίδια είμαστε.
Για χρόνια πίστευα ότι είναι πανελλήνιο το ρήμα ζάλλω (ή ζάλω), με την έννοια του τριγυρνάω, κινούμαι γύρω από κάτι, ακόμα και «ζουζουνίζω» (για έντομα, κυρίως) και μου έκανε τεράστια εντύπωση όταν ανακάλυψα ότι εκτός Ικαρίας είναι άγνωστο, όπως ας πούμε και το «πανάγκασμάν’το» ή ο κορκόφυλλας (η λέξη, όχι το ζώο, το οποίο ενδημεί σε πολλά μέρη).
Ο αστυνόμος Χαρίτος είναι ο ήρωας των αστυνομικών περιπετειών του Πέτρου Μάρκαρη· πριν πάει για ύπνο ενίοτε ξεφυλλίζει τα λεξικά που κοσμούν το ράφι του. Λιγότερο επιμελής ο γράφων, φυλλομετράει την ίδια ώρα το διαδίκτυο για να εντοπίσει τυχόν ξενόγλωσσες λέξεις που μοιάζουν με λίλιρο· βρήκα προσώρας κάτι παρόμοιο στη γλώσσα τσιτσέουα του Μαλάουι και σε μια διάλεκτο γιορούμπα (εξίσου υποσαχάρια), οπότε τείνω να πιστέψω ότι το δικό μας λίλιρο είναι αμιγώς ελληνικό.
Υ.Γ. Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 26/7/2017 με την υπέροχη φωτογραφία του Μενέλαου Μανώλη που αποτυπώνει την κυριολεκτική έννοια «λίλιρο». Μετά τη δημοσίευση μάθαμε από τα σχόλια ότι το Λεξικό Ικαριακής Ντοπιολαλιάς του Δημήτρη Λεσσέ το ρήμα γράφεται ζάλλω με δύο λάμδα, και το λίλιρο(ν) με όλα γιώτα, και στο λήμμα ορίζεται ως κυριολεκτική σημασία η παραμόρφωση του ορίζοντα στη μεγάλη μεσημεριανή λαύρα του καλοκαιριού, και ως μεταφορική σημασία ο καύσωνας. Ως προς το ζάλλω οι περισσότεροι σχολιαστές συμφωνούν ότι ακούγονται τα δύο λάμδα. Σχετικά με το λίλιρο τώρα, ο Αλέξης Πουλιανός στα «Λαογραφικά Ικαρίας» το γράφει λίλλυρο, και εδώ το διπλό λάμδα ταιριάζει με την κυπριακή λέξη «λάλλαρος» που σημαίνει ακριβώς το ίδιο πράγμα, αν και στο κυπριακό ιδίωμα βέβαια τα διπλά σύμφωνα ακούγονται πολύ περισσότερο. Κάποιος σχολιαστής προτείνει ότι προέρχεται από το «ηλίου ώρα» αλλά αυτό δεν κολλάει πολύ με την κυπριακή ομόλογη λέξη, που αναφέρεται να υπάρχει ομόηχη σχεδόν και στη Σύρο (λάλαρο) και αλλού (μέχρι και στο «Στου Χατζηφράγκου» του Κοσμά Πολίτη). Ενδιαφέρον έχει η παρατήρηση ότι στο λεξικό του Δημητράκου υπάρχει η λέξη «λίλυ». πιθανώς λιβυκής προέλευσης, που σημαίνει νερό. Αν η απώτερη προέλευση είναι αυτή, τότε το ικαριακό λίλιρο (ή λίλυρο ή λίλλυρο όπως το θέλει ο Πουλιανός) είναι πιο κοντινό στη ρίζα από το κοινό ελληνικό λάλαρο ή τον κυπριακό λάλλαρο που υποτίθεται ότι είναι ονοματοποιήσεις ήχων. Αλλά μέχρι να αποφανθούν οι γλωσσολόγοι, καλό καλοκαίρι, και μη βγαίνετε μες το λίλιρο σαν την κοπελίτσα.
Τις προάλλες που είχε καύσωνα εμφανίστηκε άξαφνα μια κοπελίτσα από το γραφείο σε κακό χάλι· ζαλάδες, τάση για εμετό, πονοκέφαλος. Είχε περπατήσει κάμποσο για να φτάσει μέσα στη ζέστη. Της δώσαμε ντεπόν και νερό, τη βάλαμε στο δροσερότερο κλιματιστικό, κι όταν συνήλθε κάπως, της έβαλα λίγο πάγο επιπλέον· ψυχολογικό κυρίως.
- Κι εσύ βρε κοπέλα μου τι ήθελες να ‘ρθεις ποδαράτο μες στο λίλιρο;
Η κοπέλα με κοίταξε εμβρόντητη. Είχε τον πόνο της, είχε και τον προϊστάμενο να μιλάει κινέζικα. Ή μάλλον καριώτικα, λιγάκι.
- Μες το ποιο;
- Το λίλιρο. Το λιοπύρι, πώς το λένε.
- Πρώτη φορά το ακούω.
Η αλήθεια είναι ότι ώρες ώρες συμπεριφέρομαι σα να είναι όλοι Καριώτες ή τέλος πάντων «της ικαριακής παιδείας μετέχοντες» γύρω μου, πράγμα που κατά κανόνα δεν συμβαίνει, οπότε καταλήγω να με κοιτάνε παράξενα. Η συγκεκριμένη κοπελίτσα είναι Χιώτισσα. Γειτονιά μεν, αλλά άλλο πράγμα.
- Δε λέτε εσείς λίλιρο, ε;
- Όχι. Πώς γράφεται;
Ετοιμάστηκα να πω «όλα γιώτα» αλλά μετά αναρωτήθηκα «γιατί όλα γιώτα;», σάμπως το έχω δει και γραμμένο πουθενά; Μουρμούρισα ένα «δεν είμαι βέβαιος» και πήγα την κοπελίτσα σπίτι της με φουλ κλιματισμό. Μετά άρχισα την ιντερνετική έρευνα: γκουγκλάροντας βρήκα μερικά λίλιρα, ικαριακά όλα (ένα σαν ποίημα της Δώρας, ένα του Κωσταντίνου, ένα φρέσκο του Μενέλαου, άλλο ένα από το μπλογκ της Δέσποινας· όλα δικά μας παιδιά). Βρήκα και ένα λίλυρο με «υ» αλλά δε θα με εξέπληττε και κανένα λίληρο ή λήλυρο αν έβρισκα (αλλά δεν βρήκα).
Σκέφτηκα να ρωτήσω κάνα φιλόλογο online, κατά προτίμηση ικαριακής καταγωγής για να καταλαβαινόμαστε. Βρήκα τη Μαρίνα στο chat. Δεν ήξερε να με διαφωτίσει, διαισθητικά έτεινε επίσης προς το όλα γιώτα, αλλά υπέθετε ότι η λέξη δεν έχει ετυμολογική διαφάνεια. Δηλαδή δεν ξέρουμε από πού προέρχεται (αρχαία; ξένη;) ώστε να αναζητήσουμε την αντίστοιχη ορθογραφία. Με τα πολλά αφήσαμε το λίλιρο κι αρχίσαμε να λέμε (δηλαδή να γράφουμε) τα νέα μας. Με ρώτησε πότε θα κατέβω Ικαρία κι αν θα πάω αλλού πιο πριν.
- Μπα, εδώ θα ζάλλω, της έγραψα.
- Γιατί το γράφεις με δυο λάμδα το ζάλω;
- Με δύο δε γράφεται;
- Με ένα. Σαν το ζάλο που λέτε εσείς στην Κρήτη. Αργό το ζάλο μου, βαρύ...
Αφού της εξήγησα κάπως εμφατικά ότι δεν «λέμε εμείς» στην Κρήτη ακόμα κι αν μας αρέσουν οι Χαΐνηδες, αλλά λένε (οι εντόπιοι), επέμεινα ότι το καθ’ ημάς (δηλ. καριώτικα) ρήμα ζάλλω γράφεται με δύο λάμδα επειδή προφέρεται με δύο λάμδα. Οι παλιοί καριώτες όταν μιλούσαν ακούγονταν τα διπλά σύμφωνα. Η θεία μου η Καλλιόπη με δύο το λέει ακόμα, ξεκάθαρα. Η Μαρίνα δεν ψήθηκε στην ιδέα· αφενός της φαινόταν τραβηγμένο ότι ακούγονται τα διπλά, αφετέρου εκείνη ακούει ένα. Ζάλω (ρήμα), όπως ζάλο (βήμα). Άλλα λέει η θεια μου, άλλα ακούν τ’ αυτιά μου.
Δεν το λύσαμε το θέμα, αλλά εγώ γαργαλιόμουνα να το σκαλίσω παραπάνω, κι επειδή δεν έχω το λεξικό του Δημητράκου και το Λίντελ-Σκοτ στο προσκέφαλο σαν τον αστυνόμο Χαρίτο, είπα να δοκιμάσω τη δεύτερη καλύτερη επιλογή. Παλιά (δηλαδή πριν δέκα-είκοσι χρόνια) άμα ήξερες καμιά δύσκολη λέξη σου λέγανε σαρκαστικά «Μα ποιος είσαι; Ο Μπαμπινιώτης;». Τώρα ο Μπαμπινιώτης έχει ξεφτίσει κάπως και το νέο τρεντ λέγεται Νίκος Σαραντάκος. Δεν είναι καθηγητής γλωσσολογίας βέβαια, μεταφραστής είναι, αλλά άμα δεν ξέρει μια λέξη ο Σαραντάκος κάτι δεν πάει καλά με τη λέξη. Αν και δεν γνωριζόμαστε προσωπικά έχω ένα θάρρος με τον άνθρωπο (έχουμε ανταλλάξει κάτι σχόλια στα κοινωνικά μέσα και μερικά μέιλ γλωσσολογικού ενδιαφέροντος στο παρελθόν, χώρια που έχει ασχοληθεί και με τη λιτέρα και τις δεντρολιβανιές της δικής μας Δέσποινας Σιμάκη). Οπότε χωρίς να χάσω χρόνο, του έγραψα να με φωτίσει. Ζάλλω ή ζάλω; Λίλιρο ή λίλυρο; Ή μήπως λίληρο;
Δε με φώτισε. Μου απάντησε ότι αγνοεί και τις δύο λέξεις («Ωχ», σκέφτηκα, «κάτι δεν πάει καλά») και ότι αν όντως οι παλιοί έσερναν το λάμδα στο ζάλλω είναι μια ένδειξη υπέρ της γραφής με διπλό, τουλάχιστον στον ενεστώτα (κατά το «βάλλω») αν και το θέμα του αορίστου βέβαια θα πρέπει να είναι με ένα λ (ήζαλλα στον παρατατικό αλλά ήζαλα στο αόριστο) αλλά από την άλλη αν δεν ξέρουμε (δεν παραδίδεται) το πώς γράφεται μια λέξη, η τάση είναι υπέρ της απλούστερης γραφής. Άρα λίλιρο, κατ’ αρχήν.
Όμως επειδή δεν είμαι και 100% σίγουρος, είπα να απευθυνθώ στη συλλογική σοφία του ikariamag (αυτό που λέγανε στα τηλεπαιχνίδια «να ζητήσω τη βοήθεια του κοινού»). Πείτε μου λοιπόν, με το χέρι στην καρδιά και με πάσα ειλικρίνεια: κατά τη γνώμη σας, πώς ζάλλει το λίλιρο;
Όσο για το πώς παραματσιράει αυτός που παρασυνείκασε θα τα πούμε άλλη φορά.
Σ.Σ. Να αναφέρω ότι δεν έχω πρόχειρο το «Λεξικό Ικαριακής Ντοπιολαλιάς» του Δημήτρη Λεσσέ που θα ήταν μια πιθανή δευτερογενής πηγή. Βέβαια ο Δημήτρης καταγράφει προφορικό λόγο οπότε η ορθογραφία που επιλέγει δεν προκύπτει υποχρεωτικά από κάποιο ετυμολογικό ή άλλο σκεπτικό, άρα πάλι στα ίδια είμαστε.
Για χρόνια πίστευα ότι είναι πανελλήνιο το ρήμα ζάλλω (ή ζάλω), με την έννοια του τριγυρνάω, κινούμαι γύρω από κάτι, ακόμα και «ζουζουνίζω» (για έντομα, κυρίως) και μου έκανε τεράστια εντύπωση όταν ανακάλυψα ότι εκτός Ικαρίας είναι άγνωστο, όπως ας πούμε και το «πανάγκασμάν’το» ή ο κορκόφυλλας (η λέξη, όχι το ζώο, το οποίο ενδημεί σε πολλά μέρη).
Ο αστυνόμος Χαρίτος είναι ο ήρωας των αστυνομικών περιπετειών του Πέτρου Μάρκαρη· πριν πάει για ύπνο ενίοτε ξεφυλλίζει τα λεξικά που κοσμούν το ράφι του. Λιγότερο επιμελής ο γράφων, φυλλομετράει την ίδια ώρα το διαδίκτυο για να εντοπίσει τυχόν ξενόγλωσσες λέξεις που μοιάζουν με λίλιρο· βρήκα προσώρας κάτι παρόμοιο στη γλώσσα τσιτσέουα του Μαλάουι και σε μια διάλεκτο γιορούμπα (εξίσου υποσαχάρια), οπότε τείνω να πιστέψω ότι το δικό μας λίλιρο είναι αμιγώς ελληνικό.
Υ.Γ. Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 26/7/2017 με την υπέροχη φωτογραφία του Μενέλαου Μανώλη που αποτυπώνει την κυριολεκτική έννοια «λίλιρο». Μετά τη δημοσίευση μάθαμε από τα σχόλια ότι το Λεξικό Ικαριακής Ντοπιολαλιάς του Δημήτρη Λεσσέ το ρήμα γράφεται ζάλλω με δύο λάμδα, και το λίλιρο(ν) με όλα γιώτα, και στο λήμμα ορίζεται ως κυριολεκτική σημασία η παραμόρφωση του ορίζοντα στη μεγάλη μεσημεριανή λαύρα του καλοκαιριού, και ως μεταφορική σημασία ο καύσωνας. Ως προς το ζάλλω οι περισσότεροι σχολιαστές συμφωνούν ότι ακούγονται τα δύο λάμδα. Σχετικά με το λίλιρο τώρα, ο Αλέξης Πουλιανός στα «Λαογραφικά Ικαρίας» το γράφει λίλλυρο, και εδώ το διπλό λάμδα ταιριάζει με την κυπριακή λέξη «λάλλαρος» που σημαίνει ακριβώς το ίδιο πράγμα, αν και στο κυπριακό ιδίωμα βέβαια τα διπλά σύμφωνα ακούγονται πολύ περισσότερο. Κάποιος σχολιαστής προτείνει ότι προέρχεται από το «ηλίου ώρα» αλλά αυτό δεν κολλάει πολύ με την κυπριακή ομόλογη λέξη, που αναφέρεται να υπάρχει ομόηχη σχεδόν και στη Σύρο (λάλαρο) και αλλού (μέχρι και στο «Στου Χατζηφράγκου» του Κοσμά Πολίτη). Ενδιαφέρον έχει η παρατήρηση ότι στο λεξικό του Δημητράκου υπάρχει η λέξη «λίλυ». πιθανώς λιβυκής προέλευσης, που σημαίνει νερό. Αν η απώτερη προέλευση είναι αυτή, τότε το ικαριακό λίλιρο (ή λίλυρο ή λίλλυρο όπως το θέλει ο Πουλιανός) είναι πιο κοντινό στη ρίζα από το κοινό ελληνικό λάλαρο ή τον κυπριακό λάλλαρο που υποτίθεται ότι είναι ονοματοποιήσεις ήχων. Αλλά μέχρι να αποφανθούν οι γλωσσολόγοι, καλό καλοκαίρι, και μη βγαίνετε μες το λίλιρο σαν την κοπελίτσα.
25/11/15
Καλή Αρχή
Λιμάνι δεν είχαμε ακόμα, αλλά είχαμε καραβάκι. Όχι επιβατικό· αυτά πιάνανε μονάχα στον Άγιο όσο καιρό ο Εύδηλος ήτανε μαντρωμένος από τα μπλόκια και χτιζόταν σιγά σιγά ο μώλος, άλλο που πιο παλιά έμεναν αρόδου και τους επιβάτες τους άφηναν να πηδάνε στις βάρκες και να πιάνουν οι βαρκάρηδες μπόγους, καλάθια, μωρά, γέρους, όλα ανάκατα. Πήγαιναν οι βάρκες και ξεφόρτωναν στο καβάκι, εκεί που είναι τώρα η τράπεζα – το ξέρω ότι δεν έχει πια θάλασσα εκεί, πάνε χρόνια που το έχουνε μπαζώσει, συνεχίζονται και αιωνίως τα λιμενικά έργα. Αλλά στην απέναντι μεριά, φτιάξανε κάποτε μια μικρή προβλήτα – υπάρχει ακόμα, έχει κάτι καΐκια τώρα τραβηγμένα – λίγο πιο πέρα από το τελευταίο σπίτι στο γιαλό, του γιατρο-Κωσταντή που λέγανε τότε. Εκεί έδεναν μια δόση τα πιο μικρά επιβατικά, θυμάμαι το «Μιαούλης» και το «Έλλη» μια χρονιά, αλλά τον πιο πολύ καιρό το καραβάκι το εμπορικό. Το «Καλή Αρχή».
Όσο χτιζόταν ο λιμενοβραχίονας, για μπάνιο πηγαίναμε σπανίως στα Σπάσματα και πιο συχνά σε μια μικρή παραλία απέναντι από το νησάκι του φάρου, στον Κόφινα. Τεχνητή πρέπει να ήτανε, φτιαγμένη από τα μπάζα· από πάνω ρίχνανε φουρνέλα οι εργάτες του λιμανιού και ξεκολλάγανε βράχους που ποντίζανε στα έργα. Όταν κάποτε τέλειωσαν τα έργα, έγινε ο κυρίως μώλος – εκατό διακόσια μέτρα θα ήτανε τότε – κι άρχισαν να έρχονται και φέρυ-μπωτ: θυμάμαι όταν πρωτοήρθε το «Ίκαρος» που ο παπά-Μάζαρης είχε χτυπήσει τις καμπάνες λες και ήταν απελευθέρωση. Βγήκε όλο το χωριό στο λιμάνι, και κατέβαιναν οι επιβάτες και το πλήθος τους υποδεχόταν με τέτοιο ενθουσιασμό λες και γύριζαν από την εξορία στη Μεταπολίτευση. Το «Ίκαρος» ερχόταν από Πειραιά Τετάρτη και Παρασκευή απόγευμα, κάποιες φορές και Κυριακή. Ερχόταν κι έφευγε· τις άλλες ώρες το λιμάνι ανήκε στο «Καλή Αρχή». Και σε εμάς.
Εγκαταλείψαμε τις παραλίες και μαζευόμασταν στο μώλο για βουτιές. Θα ήταν πρώτη φορά το καλοκαίρι του ’79 ίσως ή του ’80, μια παρέα από δώδεκα μέχρι δεκαπέντε ετών το πολύ. Θυμάμαι που ανεβαίναμε πάλι πάνω από μια μεταλλική σκαλίτσα αγκυρωμένη στο τσιμέντο. Μερικοί θαρραλέοι αναρριχητές σκαρφάλωναν στα παλαμάρια του «Καλή Αρχή» και πότε πότε εμφανιζόταν κανείς από το πλήρωμα ή κανένας εργάτης που ξεφόρτωνε και τους έβαζε τις φωνές. Αλλά κι αυτοί καριώτες ήτανε, και οι μεν και οι δε, οπότε μη φανταστείτε καμμιά αγριάδα. Απλά μπορεί να θέλανε να λύσουν κάβους και τους εμποδίζαμε.
Το θυμάμαι χρόνια, ένα μόνιμο ντεκόρ στο λιμάνι. Πότε ξεφόρτωνε τσιμέντα, πότε ζωοτροφή, πότε τούβλα και πότε φιάλες υγραερίου για τα πετρογκάζ που ήταν ακόμα πολύ διαδεδομένα. Τότε τα πλοία της γραμμής ήταν μικρά και δε βάζανε ψηλά φορτηγά, οπότε τα πιο μπελαλίδικα φορτία ερχόντουσαν με το καραβάκι. Πρέπει να κράτησε κάμποσα χρόνια αυτό· θυμάμαι που ο πατέρας μου με έστελνε μια εποχή (το ’84 μάλλον) κάθε μέρα να δω αν είχε έρθει το «Καλή Αρχή» γιατί περίμενε πώς και πώς ένα φορτίο τούβλα που θα χτίζαμε τους τοίχους του σπιτιού. Είχε δυνατό μελτέμι εκείνες τις μέρες και αργούσε να φανεί (δεν πρέπει να σήκωνε και πάρα πολλά μποφώρ). Όταν κάποτε ήρθε πήγα και του το ανακοίνωσα όλο χαρά, όμως το καραβάκι ήταν τελικά γεμάτο μπουκάλες πετρογκάζ, από τούβλα τίποτα.
- Τι καλή αρχή, κακό τέλος... μουρμούρισε. Άντε να μαζέψεις τους μαστόρους τώρα... (άλλο παραδοσιακό ικαριακό πρόβλημα αυτό, πέρα από την έλλειψη πρώτων υλών).
Με τον καιρό πάψαμε να βουτάμε από το μώλο, μεγαλώσαμε και μας ξανακέρδισαν οι παραλίες, έξω από το χωριό πια. Αφήσαμε την εποπτεία του λιμανιού σε νεώτερες γενιές. Κάποτε συνειδητοποίησα ότι δεν το έβλεπα πια το καραβάκι. Ερχόταν πού και πού κανένα γκαζάδικο βέβαια (όταν επιτέλους άνοιξαν βενζινάδικα και στη σοφράνο μεριά του νησιού), αλλά Καλή Αρχή δεν είχε. Σκέφτομαι ότι συν τω χρόνω αυτό το διαμετακομιστικό εμπόριο στα νησιά πρέπει να είχε παρακμάσει· τα φορτία έρχονταν πια με φορτηγά και νταλίκες με το πλοίο της γραμμής ή με Ro-Ro.
Πριν κάνα δυο χρόνια που έψαχνα κάτι άλλο σε ένα σάιτ, έπεσα πάνω σε μια αφήγηση ενός τύπου που το καπετάνευε κάποτε το Καλή Αρχή. Επιβεβαίωσε την υποψία μου ότι το καραβάκι ήταν ικαριακής ιδιοκτησίας και με καριώτες πλήρωμα – πώς αλλιώς; Τώρα πια δεν έχω συγκρατήσει τα ονόματα πλοιοκτήτη και πληρώματος, δυστυχώς, αλλά κάπου γύρω μας θα κυκλοφορούν. Έψαξα στο διαδίκτυο να βρω καμμιά φωτογραφία του, ματαίως όμως. Κάπως ήρθε η κουβέντα με μια φίλη καριωτίνα, που έχει γεννηθεί και μεγαλώσει κάτω:
- Το θυμάσαι το «Καλή Αρχή»;
- Ε, πώς δεν το θυμάμαι, Πώς και πώς το περιμέναμε.
- Α, περιμένατε κι εσείς κάνα φορτίο τούβλα;
- Τι τούβλα καλέ, ό,τι φορτίο και να είχε. Πήγαινε ο πατέρας μου να κάνει κάνα μεροκάματο στο ξεφόρτωμα. Κι ο αδερφός μου το περίμενε.
- Μα ο αδερφός σου ήτανε μικρό, κι αυτός μεροκάματο θα έκανε;
- Όχι βρε χαζέ. Άκουγε τους μεγάλους που το περιμέναν, το περίμενε κι αυτός. Του είχε βγάλει κι ένα ποιηματάκι.
- Τι έλεγε, το θυμάσαι;
- Ε, άμε...
Καραβάκι, καραβάκι, πού ‘ρχεσαι γιαλό γιαλό
για να φέρεις πιτεράκι, και κεχράκι τω κοτώ
(Δεν περιμένουμε όλοι τα ίδια πράγματα, τελικά...)
Τις προάλλες έπεσα πάνω μια παλιά κακοσκαναρισμένη φωτογραφία τακτοποιώντας το χάος του σκληρού δίσκου. Πρέπει να είναι το Καλή Αρχή στο φόντο, καλοκαίρι ’87 ίσως, τραβηγμένη από το κατάστρωμα του Ίκαρου από κάποιον που έφευγε και αποχαιρετούσε τους φίλους του. Τώρα το λιμάνι έχει επεκταθεί ακόμα καμιά τριακοσαριά μέτρα· από τα φουρνέλα στον Κόφινα θα έχουν περάσει ίσαμε σαράντα χρόνια.
Περνάει ο καιρός.
(Σ.Σ. Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 23/11/2015. Η φωτογραφία προέρχεται από το προφίλ του Τάκη Χατζηγεωργίου στο Facebook, αλλά όπως γράφει δεν την τράβηξε ο ίδιος. Από τα σχόλια στο Ikariamag και αλληλογραφία με φίλους προέκυψαν τα ονόματα ορισμένων από τους ιδιοκτήτες και το πλήρωμα του Καλή Αρχή· επιφυλάσσομαι για μια αναλυτικότερη παρουσίαση αν μαζευτεί κάποιο συνεκτικό υλικό. Ευχαριστώ τη Δ. και το Σ. για το cameo appearence, εν αγνοία τους βέβαια.)
Θεματολογιο
Ελευθερες πτησεις,
Ικαρια,
Στοιχεια προσωπικης μυθολογιας
4/10/15
Τα χέρια της
Φωτό Ροβυθέ, 15/8/2015
- Καλημέρα, είπε η αλεπού.
- Καλημέρα, αποκρίθηκε ευγενικά ο μικρός πρίγκιπας και γύρισε, μα δεν είδε τίποτα.
- Εδώ είμαι, είπε μια φωνή, κάτω από τη μηλιά...
- Ποια είσαι;, είπε ο μικρός πρίγκιπας. Μου φαίνεσαι πολύ όμορφη...
- Είμαι μια αλεπού, είπε η αλεπού.
- Έλα να παίξεις μαζί μου, της πρότεινε ο μικρός πρίγκιπας. Είμαι τόσο λυπημένος...
- Δεν μπορώ να παίξω μαζί σου, είπε η αλεπού. Δε μ' έχουν ημερώσει.
Κοιτάζω μια φωτογραφία που πόσταρε ένας φίλος στο facebook. Έχει τραβηχτεί κάπου στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’80, ίσως το καλοκαίρι του ‘86. Θυμάμαι καλά τη βραδιά που τραβήχτηκε· η παρέα είχε μαζευτεί ως συνήθως στην πλατεία του Ευδήλου και κάποιος έριξε την ιδέα να πάμε να κάτσουμε στην παραλία του Φλες. Πήραμε κρασιά μαζί μας, μαζέψαμε ξερόκλαδα κι ανάψαμε μια βραχύβια φωτιά. Αράξαμε στην άμμο κοιτώντας τα αστέρια και κουβεντιάζοντας, δε θυμάμαι τώρα πια για τι πράγμα. Μάλλον για αυτά που απασχολούν τους εφήβους γενικά. Κάποιος σήκωσε μια φωτογραφική μηχανή και μας τράβηξε έτσι όπως είμασταν ξαπλωμένοι στην άμμο, γύρω από τη φωτιά. Δεν την είχα δει αυτή τη φωτογραφία στον καιρό της, παρά μόνο σχετικά πρόσφατα, μετά την εμφάνιση των social media.
Η ηλικία όλων μας άρχιζε τότε με τον αριθμό 1, κάποιοι και κάποιες πρέπει να πήγαιναν ακόμα σχολείο. Σήμερα η ηλικία όλων μας αρχίζει από 4. Τότε πρέπει να πήγαινα προς το δεύτερο έτος στο Πανεπιστήμιο· σήμερα δεύτερο έτος πάνε τα παιδιά μερικών από τους εικονιζόμενους. Κοιτάζω τη φωτογραφία σκεπτόμενος ότι σήμερα έχουμε αλλάξει, εμφανισιακά τουλάχιστον, όλοι. Ή μάλλον σχεδόν όλοι. Ο χρόνος δεν είναι δίκαιος: με μερικούς ανθρώπους είναι σκληρός, με άλλους πιο επιεικής. Σε πολύ λίγους και εκλεκτούς φαίνεται πως χαρίζεται εντελώς.
Η Α. είναι από τους εκλεκτούς, από αυτούς που λες πως κάπου στο σπίτι τους έχουν κρυμμένο το πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ που γερνάει και ασχημίζει ενώ οι ίδιοι μένουν όμορφοι και δροσεροί έξω στον κόσμο. Κοιτάζω τις πρόσφατες φωτογραφίες που την τράβηξα το καλοκαίρι που μας πέρασε και τις συγκρίνω με την παλιά φωτογραφία. Δε βρίσκεις και πολλές διαφορές, ή τέλος πάντων σίγουρα όχι τις διαφορές που θα περίμενες να μαζευτούν σε εικοσιεννιά χρόνια. Έχει το ίδιο λαμπερό χαμόγελο, μακριά κατσαρά μαλλιά που κυματίζουν και μάτια που σε κοιτάζουν σαν αναμμένα κάρβουνα. Η παρομοίωση είναι βέβαια κάπως περιπαθής, και ο ορθολογικός εαυτός μου με πείθει ότι θα φταίει η αντανάκλαση της φλόγας, ή ίσως του φλας.
Δεν είμασταν ιδιαιτέρως φίλοι τότε· σε εκείνη την παρέα εγώ ήμουν αντεπιστέλλον μέλος, περιστασιακό, καθώς τα πιο πολλά παιδιά ήταν δυο-τρία χρόνια μικρότερα, πράγμα που σε αυτές τις ηλικίες έχει μια σημασία. Πολύ λίγα χρόνια αργότερα δεν είχε πια καμμία σημασία και όλες οι καλοκαιρινές ικαριακές παρέες είχαμε γίνει ένα πράγμα, όμως εκείνη δεν πολυερχόταν πια. Σπούδαζε κάπου μακριά κάτι που απαιτούσε καλοκαιρινές πρακτικές ασκήσεις κι ερχόταν για πολύ λίγο - αν ερχόταν ολωσδιόλου. Την εποχή που εμείς τραβούσαμε τα καλοκαίρια μας όσο γινόταν πιο πολύ και επισφραγίζαμε τις φιλίες μας με υπερβολικές κραιπάλες, υποβόσκοντα ερωτισμό και άφθονο αλκοόλ, εκείνη συνήθως δεν ήταν εκεί.
Συν τω χρόνω χαθήκαμε εντελώς· δεν υπήρχε το τηλέφωνό της στην ατζέντα, δεν ήταν από τα άτομα που θα σκεφτόσουν αμέσως να φωνάξεις σε μια μάζωξη ή σε ένα πάρτι. Έτσι κι αλλιώς όλοι ψιλοχαθήκαμε μια εποχή που οι δρόμοι χώριζαν· άλλοι έστηναν δουλειές και οικογένειες, άλλοι ξενιτευόντουσαν για τον ένα ή για τον άλλο λόγο, άλλοι άλλαζαν στυλ και παραστάσεις. Στο τέλος ο καθένας έμεινε με τρεις-τέσσερις-πέντε φίλους που ταίριαζαν πιο πολύ τα χνώτα τους κι οι επιλογές τους, και για τους υπόλοιπους επιφυλασσόταν ένα «έλα, τι γίνεσαι, χαθήκαμε» σε τυχαίες καλοκαιρινές συναντήσεις ή στην καλύτερη περίπτωση κάποιες ευχές σε γιορτές και γενέθλια, κάποιες συναντήσεις σε γάμους και βαφτίσια με το αναπόφευκτο «θυμάσαι τότε που...» κι ύστερα ο καθένας έπαιρνε το δρόμο του πάλι - οικογένεια, υποχρεώσεις, προσωπικές και πολιτισμικές επιλογές.
Όλα αυτά τα χρόνια την είδα, φευγαλέα μάλλον, πολύ λίγες φορές. Σε γάμους, βαφτίσια, πάρτι κοινών γνωστών, δυο-τρεις φορές στην Ικαρία για πολύ λίγο. Κάποια στιγμή ανταλλάξαμε τηλέφωνα, αργότερα γίναμε «φίλοι» με τη φεισμπουκική έννοια του όρου. Για να πω τη μαύρη αλήθεια, δεν έχουμε πολλά κοινά· ο κόσμος μου και ο κόσμος της δεν συναντιούνται παρά σε λίγα πράγματα. Δεν ξέρω πώς ζει, τις παρέες της και τις προτιμήσεις της. Στην Ικαρία πια έρχεται ελάχιστα, καθώς έχει βρει αλλού τους τόπους και τους τρόπους που της ταιριάζουν, και περνάει τα καλοκαίρια (και μερικούς χειμώνες, από όσο ξέρω) εκεί. Σε εμάς θα έρθει ίσως μια φορά στα τρία-τέσσερα χρόνια, και θα μείνει για λίγες μέρες.
Ήρθε φέτος. Την είδα να βγαίνει από το καράβι παραμονή δεκαπενταύγουστου, καθώς αποχαιρετούσα φίλους που έφευγαν. Δεν πρόλαβα να της μιλήσω τότε, αλλά την άλλη μέρα την είδα στο πανηγύρι. Χαιρετηθήκαμε, χορέψαμε λίγο, μιλήσαμε λίγο περισσότερο. Πρόσεξα τη φωνή της, που δεν τη θυμόμουν τόσο βαθιά.
- Μην αγχώνεσαι, είπε (μια φράση του συρμού τώρα τελευταία που σημαίνει τα πάντα και τίποτα). Είναι από τα τσιγάρα.
Κάπνιζε τον ίδιο καπνό με εμένα· της ζήτησα να μου στρίψει ένα τσιγάρο. Πρόσεξα τα δάχτυλά της καθώς μου το πρόσφερε. Δεν τα είχα προσέξει ως τότε. Μακριά, λεπτά δάχτυλα. Ύστερα τα χέρια της. Λεπτά, νευρώδη, δέρμα σταρένιο οργωμένο με φλέβες που εξείχαν.
- Τι κοιτάζεις;
- Τα χέρια σου. Μπορώ να τα βγάλω φωτογραφία;
Δε φάνηκε να παραξενεύεται πάρα πολύ. Ίσως να είναι σχετικά συνηθισμένη να τη φωτογραφίζουν. Πάντως με άφησε. Ο φωτισμός δεν ήταν καλός και το αποτέλεσμα δεν με ικανοποίησε όσο θα ήθελα. Εντάξει, έχω και πολύ μέτρια μηχανή, ειδικά για νύχτα.
- Πρέπει στο φως της μέρας, είπα.
- Εντάξει, συμφώνησε.
Δυο μέρες αργότερα βρεθήκαμε στο φως της μέρας, στη θάλασσα. Το φετινό παράξενο Αύγουστο δεν είχε σχεδόν καθόλου μελτέμια, αλλά εκείνη τη μέρα είχε ένα σχετικό κυματάκι. Προσπάθησα πάλι, με φως αυτή τη φορά, αλλά και πάλι με μέτρια επιτυχία. Αυτό που έβλεπαν τα μάτια μου η μηχανή δεν το αιχμαλώτιζε. Άλλαξα φόντο, πλησίασα πολύ κοντά. Τραβήχτηκε. Ο φακός γινόταν επιθετικός, μου είπε.
Είχε δίκιο, μάλλον. Δεν επέμεινα· το παιχνίδι έχει νόημα όταν το ευχαριστιούνται όλοι. Έκρυψα τη μηχανή, μιλήσαμε, κολυμπήσαμε, ήπιαμε κάτι, ήρθαν κι άλλοι και η παρέα μεγάλωσε, είπαμε «θυμάσαι τότε που» και μερικά ακόμα πράγματα. Κάποια στιγμή έφυγε από την παραλία και σε μια-δυο μέρες και από το νησί. Συναντηθήκαμε άλλη μια φορά λίγο πριν φύγει.
- Θα μου στείλεις τις φωτογραφίες;
- Θα σου τις στείλω. Δεν είναι πολύ καλές όμως.
- Δεν πειράζει.
Δεν έχουμε μιλήσει έκτοτε. Το υπόλοιπο καλοκαίρι πέρασε λίγο στην πίεση, εν μέσω οικογενειακών υποχρεώσεων και προθεσμιών· όχι εντελώς «διακοπές». Κάποια μέρα ένας φίλος πήρε τη μηχανή που είχα αφήσει στο τραπέζι και χάζευε τις φωτογραφίες. Μου έδειξε μία με τα χέρια της.
- Τι είναι αυτό;
- Τα χέρια της Α. Έχει ενδιαφέροντα χέρια.
- Περίεργο, δεν ήξερα ότι κάνετε παρέα.
- Δεν κάνουμε παρέα. Γιατί περίεργο;
- Ε, γιατί ρε παιδί μου είστε εντελώς διαφορετικοί άνθρωποι. Από άλλον πλανήτη. Δε γίνεται να κάνετε παρέα.
Γίνεται, είπε η αλεπού. Βλέπει κανείς στη Γη τόσα περίεργα πράματα...
- Ω! δεν είναι πάνω στη Γη, είπε ο μικρός πρίγκιπας.
Η αλεπού φάνηκε πολύ παραξενεμένη:
- Πάνω σ' άλλο πλανήτη;
- Ναι.
- Έχει κυνηγούς σ' αυτό τον πλανήτη;
- Όχι.
- Πολύ ενδιαφέρον αυτό. Και κότες;
- Όχι.
- Τίποτα δεν είναι τέλειο, αναστέναξε η αλεπού.
Ναι, δεν είναι...
(Σ.Σ. Τα αποσπάσματα από το «Μικρό Πρίγκηπα» του Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερί είναι από την έκδοση του Ηριδανού, σε μετάφραση Στρατή Τσίρκα).
Θεματολογιο
Δωρα μεταξυ φιλων,
Ικαρια,
Στοιχεια προσωπικης μυθολογιας
6/9/15
Ένας γέρος στο παγκάκι
Ο κύριος Γιάννης, στο παγκάκι έξω από το Φαρμακείο στο Κεραμέ. Φωτό Ροβυθέ, Αύγουστος 2015.
Καθόταν στο παγκάκι έξω από την είσοδο του φαρμακείου. Μπαίνοντας τον χαιρέτησα· κούνησε το κεφάλι. Βγαίνοντας με σταμάτησε.
- Εσύ με χαιρέτησες γιατί ξέρεις ποιος είμαι, αλλά εγώ δεν ξέρω εσύ ποιος είσαι.
Του είπα, κατά το ικαριακό έθος, τα ονόματα των γονιών μου. Με θυμήθηκε· ίσως να θυμήθηκε και ότι είχα βρεθεί στο σπίτι του μια-δυο φορές πριν λίγα χρόνια.
- Τι κάνουν οι γονείς σου; ρώτησε.
Του είπα την αλήθεια, ότι περνάνε τα χρόνια και το γήρας ου γαρ έρχεται μόνον. Συμφώνησε. Κι αυτός αυτής της γενιάς είναι, άλλωστε. Τον επαίνεσα πάντως που κρατιέται μια χαρά. Μου είπε ότι σε μερικούς, όπως στους δικούς μου, τα προβλήματα ξεκινούν από το κεφάλι, σε άλλους, όπως εκείνος, από τα πόδια. Πού κουράγια τώρα πια.
Ρώτησα αν πηγαίνει ακόμα στα χωράφια. Μου είπε ότι έχει φέρει τα χωράφια κοντά, γύρω από το σπίτι. Ό,τι είναι μακρύτερα το έχει δώσει αλλού, ώστε να μπορεί ο ίδιος να πηγαίνει στα κοντινά. Ρώτησα αν δεν πηγαίνει ούτε στο Δρούτσουλα.
- Όχι, με 350 ευρώ σύνταξη τι να πρωτοκάμεις; Άμα θες αμάξι για να ανέβεις στο Δρούτσουλα και να ξανακατέβεις, θες και μεροκάματο να πληρώσεις εργάτη, πάει η σύνταξη. Τα έδωσα κι εκείνα.
- Τίποτα ζώα δεν έχετε κρατήσει;
- Έχω, έχω κότες, έχω δυο κατσικούλες. Εδώ, στο σπίτι.
Ρώτησα για τη γυναίκα του, για τα παιδιά, τα εγγόνια (αν και μισοήξερα τις απαντήσεις). Του έδωσα συγχαρητήρια για το καινούργιο βιβλίο που εξέδωσε ο γιος του· μια λεπτομερή καταγραφή της ικαριακής εξωτερικής μετανάστευσης τον 20ο αιώνα. Δουλειά μυρμηγκιού, πολλών χρόνων. Το μάτι του έλαμψε· καμάρωνε μέσα του.
- Να ‘ξερες πόση δουλειά είχε αυτό το βιβλίο… Ό,τι δούλευε τα καλοκαίρια το ξόδευε για να πάει το χειμώνα στην Αμερική, την Αυστραλία, να μαζέψει το υλικό. Κι έγραφε μέρες, βδομάδες, μήνες… Είναι η τρέλα του.
Του είπα ότι οι τρελοί πάνε τον κόσμο μπροστά, οι γνωστικοί κάθονται στα αυγά τους και αν δεν υπήρχε μερικών η τρέλα ο κόσμος θα έμενε απαράλλαχτος. Φάνηκε να συμφωνεί. Παίνεψα και τη γραφή της κόρης του, ανέφερα τα διαδικτυακά της κείμενα κάμποσα από τα οποία δημοσιεύτηκαν επίσης πρόσφατα σε ένα συλλογικό τόμο.
- Ναι, κι εκείνη καλή είναι… είπε και χαμογέλασε.
Το είπε με έναν τόνο μεγάλης τρυφερότητας και με το ίδιο καμάρι, αλλά δε μίλησε παραπάνω· ίσως να σκεφτόταν ότι δεν είναι πρέπον να παινεύει πάρα πολύ τα παιδιά του συνομιλώντας με έναν περίπου άγνωστο. Γνωρίζω βέβαια ότι ο ίδιος έχει συμβάλει κατά πολύ στις ιστορίες της κόρης, με τις αφηγήσεις του για την Ικαρία μιας άλλης εποχής, πολύ συχνά ως πρωταγωνιστής τους. Γνωρίζω ακόμα πόσος πλούτος κρύβεται σε αυτές τις αφηγήσεις, όχι μόνο «λαογραφικά» ή γλωσσικά (μιλάει όμορφα παλιά καριώτικα που δεν μπορώ να αποδώσω στο γραπτό λόγο) αλλά και σαν πηγή αληθινής λογοτεχνίας που μόνο η ίδια η ζωή μπορεί να γράψει, καλύτερα από τη φαντασία του οποιουδήποτε συγγραφέα.
Μιλήσαμε ακόμα λίγο για κάτι παλιά πράγματα, για το αν ήταν συμμαθητές με ένα θείο μου (θυμόταν πεντακάθαρα την εποχή που πήγαινε σχολείο και μου διευκρίνισε ότι ο θείος, γεννηθείς το 1927, πήγαινε σε μεγαλύτερη τάξη από τον ίδιο που είναι του ’28). Στο τέλος ζήτησα να τον βγάλω μια φωτογραφία στο παγκάκι· απόρησε λίγο αλλά δεν αρνήθηκε. Η φωτογραφία δεν αποδίδει ακριβώς την εικόνα που έβλεπα ως τότε, κάπως σα να σφίχτηκε λίγο, να «πόζαρε». Δεν επέμεινα πολύ πάντως, άλλωστε τον έχω σε παλιότερες φωτογραφίες με την εγγονή του, πολύ πιο χαλαρό και γελαστό.
Τον αποχαιρέτησα για να επιστρέψω με τα φάρμακα στους δικούς μου· του είπα ειλικρινά πως χάρηκα που τον συνάντησα και πως ελπίζω να ξανασυναντηθούμε. Με χαιρέτησε ευγενικά κι έμεινε στο παγκάκι έξω από το φαρμακείο, δίπλα στο ακουμπισμένο ψαθάκι και στο καλάμι που χρησιμοποιεί ενίοτε αντί για μπαστούνι. Σε μερικούς το γήρας ξεκινάει από τα πόδια, είχε πει.
Μπήκα στο αμάξι σκεπτόμενος ότι σε ένα εναλλακτικό μέλλον ίσως θα παίζαμε κάποτε τάβλι στην αυλή του, κι ίσως τον άφηνα επίτηδες καμιά φορά να κερδίζει ώστε να χαίρεται λίγο περισσότερο και να χαμογελά. Είναι, θυμάμαι, μια από κείνες τις ωραίες καριώτικες αυλές, με δέντρα και λουλούδια. Σκέφτομαι ότι τα πρωινά θα βγαίνει να πιει τον καφέ του κοιτάζοντας τη θάλασσα κι ακούγοντας τις φωνές των παιδιών του Νηπιαγωγείου. Θα σκέφτεται όσα του έφερε η ζωή, καλά και κακά (και τις πίκρες που καθόλου δεν τις στερήθηκε, το ξέρω) κι ύστερα θα πιάνει το καλαμένιο μπαστουνάκι του και θα πηγαίνει στις κότες, στις κατσίκες, στο αμπελάκι του λίγο παραπέρα.
Στο βάθος είδα το πλοίο που έμπαινε στο λιμάνι. Βιάστηκα για να προλάβω να ετοιμαστώ· έφευγα σε λίγες ώρες.
Καθόταν στο παγκάκι έξω από την είσοδο του φαρμακείου. Μπαίνοντας τον χαιρέτησα· κούνησε το κεφάλι. Βγαίνοντας με σταμάτησε.
- Εσύ με χαιρέτησες γιατί ξέρεις ποιος είμαι, αλλά εγώ δεν ξέρω εσύ ποιος είσαι.
Του είπα, κατά το ικαριακό έθος, τα ονόματα των γονιών μου. Με θυμήθηκε· ίσως να θυμήθηκε και ότι είχα βρεθεί στο σπίτι του μια-δυο φορές πριν λίγα χρόνια.
- Τι κάνουν οι γονείς σου; ρώτησε.
Του είπα την αλήθεια, ότι περνάνε τα χρόνια και το γήρας ου γαρ έρχεται μόνον. Συμφώνησε. Κι αυτός αυτής της γενιάς είναι, άλλωστε. Τον επαίνεσα πάντως που κρατιέται μια χαρά. Μου είπε ότι σε μερικούς, όπως στους δικούς μου, τα προβλήματα ξεκινούν από το κεφάλι, σε άλλους, όπως εκείνος, από τα πόδια. Πού κουράγια τώρα πια.
Ρώτησα αν πηγαίνει ακόμα στα χωράφια. Μου είπε ότι έχει φέρει τα χωράφια κοντά, γύρω από το σπίτι. Ό,τι είναι μακρύτερα το έχει δώσει αλλού, ώστε να μπορεί ο ίδιος να πηγαίνει στα κοντινά. Ρώτησα αν δεν πηγαίνει ούτε στο Δρούτσουλα.
- Όχι, με 350 ευρώ σύνταξη τι να πρωτοκάμεις; Άμα θες αμάξι για να ανέβεις στο Δρούτσουλα και να ξανακατέβεις, θες και μεροκάματο να πληρώσεις εργάτη, πάει η σύνταξη. Τα έδωσα κι εκείνα.
- Τίποτα ζώα δεν έχετε κρατήσει;
- Έχω, έχω κότες, έχω δυο κατσικούλες. Εδώ, στο σπίτι.
Ρώτησα για τη γυναίκα του, για τα παιδιά, τα εγγόνια (αν και μισοήξερα τις απαντήσεις). Του έδωσα συγχαρητήρια για το καινούργιο βιβλίο που εξέδωσε ο γιος του· μια λεπτομερή καταγραφή της ικαριακής εξωτερικής μετανάστευσης τον 20ο αιώνα. Δουλειά μυρμηγκιού, πολλών χρόνων. Το μάτι του έλαμψε· καμάρωνε μέσα του.
- Να ‘ξερες πόση δουλειά είχε αυτό το βιβλίο… Ό,τι δούλευε τα καλοκαίρια το ξόδευε για να πάει το χειμώνα στην Αμερική, την Αυστραλία, να μαζέψει το υλικό. Κι έγραφε μέρες, βδομάδες, μήνες… Είναι η τρέλα του.
Του είπα ότι οι τρελοί πάνε τον κόσμο μπροστά, οι γνωστικοί κάθονται στα αυγά τους και αν δεν υπήρχε μερικών η τρέλα ο κόσμος θα έμενε απαράλλαχτος. Φάνηκε να συμφωνεί. Παίνεψα και τη γραφή της κόρης του, ανέφερα τα διαδικτυακά της κείμενα κάμποσα από τα οποία δημοσιεύτηκαν επίσης πρόσφατα σε ένα συλλογικό τόμο.
- Ναι, κι εκείνη καλή είναι… είπε και χαμογέλασε.
Το είπε με έναν τόνο μεγάλης τρυφερότητας και με το ίδιο καμάρι, αλλά δε μίλησε παραπάνω· ίσως να σκεφτόταν ότι δεν είναι πρέπον να παινεύει πάρα πολύ τα παιδιά του συνομιλώντας με έναν περίπου άγνωστο. Γνωρίζω βέβαια ότι ο ίδιος έχει συμβάλει κατά πολύ στις ιστορίες της κόρης, με τις αφηγήσεις του για την Ικαρία μιας άλλης εποχής, πολύ συχνά ως πρωταγωνιστής τους. Γνωρίζω ακόμα πόσος πλούτος κρύβεται σε αυτές τις αφηγήσεις, όχι μόνο «λαογραφικά» ή γλωσσικά (μιλάει όμορφα παλιά καριώτικα που δεν μπορώ να αποδώσω στο γραπτό λόγο) αλλά και σαν πηγή αληθινής λογοτεχνίας που μόνο η ίδια η ζωή μπορεί να γράψει, καλύτερα από τη φαντασία του οποιουδήποτε συγγραφέα.
Μιλήσαμε ακόμα λίγο για κάτι παλιά πράγματα, για το αν ήταν συμμαθητές με ένα θείο μου (θυμόταν πεντακάθαρα την εποχή που πήγαινε σχολείο και μου διευκρίνισε ότι ο θείος, γεννηθείς το 1927, πήγαινε σε μεγαλύτερη τάξη από τον ίδιο που είναι του ’28). Στο τέλος ζήτησα να τον βγάλω μια φωτογραφία στο παγκάκι· απόρησε λίγο αλλά δεν αρνήθηκε. Η φωτογραφία δεν αποδίδει ακριβώς την εικόνα που έβλεπα ως τότε, κάπως σα να σφίχτηκε λίγο, να «πόζαρε». Δεν επέμεινα πολύ πάντως, άλλωστε τον έχω σε παλιότερες φωτογραφίες με την εγγονή του, πολύ πιο χαλαρό και γελαστό.
Τον αποχαιρέτησα για να επιστρέψω με τα φάρμακα στους δικούς μου· του είπα ειλικρινά πως χάρηκα που τον συνάντησα και πως ελπίζω να ξανασυναντηθούμε. Με χαιρέτησε ευγενικά κι έμεινε στο παγκάκι έξω από το φαρμακείο, δίπλα στο ακουμπισμένο ψαθάκι και στο καλάμι που χρησιμοποιεί ενίοτε αντί για μπαστούνι. Σε μερικούς το γήρας ξεκινάει από τα πόδια, είχε πει.
Μπήκα στο αμάξι σκεπτόμενος ότι σε ένα εναλλακτικό μέλλον ίσως θα παίζαμε κάποτε τάβλι στην αυλή του, κι ίσως τον άφηνα επίτηδες καμιά φορά να κερδίζει ώστε να χαίρεται λίγο περισσότερο και να χαμογελά. Είναι, θυμάμαι, μια από κείνες τις ωραίες καριώτικες αυλές, με δέντρα και λουλούδια. Σκέφτομαι ότι τα πρωινά θα βγαίνει να πιει τον καφέ του κοιτάζοντας τη θάλασσα κι ακούγοντας τις φωνές των παιδιών του Νηπιαγωγείου. Θα σκέφτεται όσα του έφερε η ζωή, καλά και κακά (και τις πίκρες που καθόλου δεν τις στερήθηκε, το ξέρω) κι ύστερα θα πιάνει το καλαμένιο μπαστουνάκι του και θα πηγαίνει στις κότες, στις κατσίκες, στο αμπελάκι του λίγο παραπέρα.
Στο βάθος είδα το πλοίο που έμπαινε στο λιμάνι. Βιάστηκα για να προλάβω να ετοιμαστώ· έφευγα σε λίγες ώρες.
2/9/15
Almost egg stories 2015
Λίγο πριν συμβεί το μοιραίο, με τοστάκι σήμα κατατεθέν και ασορτί λεμονάδα Ικαρίας, στον τόπο που λαμβάνουν χώρα οι περισσότερες από τις ιστορίες.
Πριν πολλά πολλά χρόνια όταν στον Εύδηλο υπήρχαν ακόμα πολλά ζητήματα υποδομών (που ακόμα υφίστανται, αλλά σε κάπως μικρότερο βαθμό), είχε συσταθεί μια τριμελής επιτροπή από πεντέξι άτομα (δηλαδή ήταν πεντέξι αρχικά, αλλά εν τέλει έμειναν οι τρεις) για να διευθετήσει το ζήτημα της παροχής νερού στον οικισμό από την πηγή της Αλάμας στην Ακαμάτρα. Οι νόμιμοι κάτοχοι της πηγής (δηλαδή οι Ακαματριώτες) αντιδρούσαν στην ολοένα αυξανόμενη ζήτηση για νερό των Ευδηλιωτών εις βάρος των δικών τους υδρευτικών και αρδευτικών συμφερόντων και συνεχώς υπήρχαν προστριβές, ειδικά τους καλοκαιρινούς μήνες που η ζήτηση νερού στον Εύδηλο αυξανόταν κατακόρυφα λόγω των παραθεριστών. Μέλη της επιτροπής ήταν ο κύριος Γιάννης, σεβάσμιος καθηγητής του Γυμνασίου Ευδήλου, ο καπεταν-Ξένος, εισέτι επιφανές μέλος της Ευδηλιώτικης κοινωνίας, και ο μαστρο-Λίας, επίσης ναυτικός, που αν και προσωρινός κάτοικος Ευδήλου, ως καταγόμενος από την Ακαμάτρα εκπροσωπούσε τα συμφέροντα του χωριού στην επιτροπή. Κάποια στιγμή υπήρξε μια κατ’ αρχήν συμφωνία για παροχή 120 κυβικών ημερησίως και η τριμελής επιτροπή μας είχε ανέβει στην πηγή για να εξασφαλίσει ότι τα συμφωνηθέντα θα τηρηθούν από όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές.
Ο μαστρο-Λίας, ως ειδικότερος επί της μηχανικής των ρευστών (λέμε τώρα...) είχε πατεντάρει ένα σύστημα διανομής με σωλήνες διαφορετικής διατομής που έστελνε διαφορετικές ποσότητες νερού στα δύο δίκτυα ύδρευσης, και με ελάχιστη ανθρώπινη παρέμβαση εξασφάλιζε, κατά τα λεγόμενά του, την ακριβοδίκαιη μοιρασιά ανάμεσα στα δύο χωριά. Οι δύο βεριτάμπλ Ευδηλιώτες ωστόσο δυσπιστούσαν, και ήθελαν πειραματική επιβεβαίωση, οπότε επιτόπου σκαρφίστηκαν έναν αυτοσχέδιο τρόπο μέτρησης όπου η απόδοση του συστήματος διανομής μετριόταν σε αριθμό κουβάδων νερού που οι σωλήνες θα έβγαζαν σε καθορισμένο χρόνο. Αρχίζουν να λοιπόν να μετράνε κουβάδες, τόσοι από δω, τόσοι από κει, αλλά κάποια στιγμή ο καπετάνιος επιχειρεί να αποσπάσει την προσοχή του μηχανικού διηγούμενος ιστορίες από βαπόρια που είχαν κάνει μαζί τύπου «Θυμάσαι μαστρο-Λία, τότε στο Πορτ-Σάιντ που μας είχε πιάσει μια φουρτούνα δέκα μποφώρ», ενώ ταυτόχρονα ο πονηρός καθηγητής δράττεται της ευκαιρίας να βουτήξει δυο κουβάδες από το νερό που αναλογούσε στο ένα χωριό και να τους μεταφέρει στο άλλο με σκοπό να επωφεληθεί κατά τι η γενέτειρά του. Ωστόσο, ο μηχανικός πιάνει την κίνηση με την άκρη του ματιού του (έβλεπε καλά ακόμα τότε) και στρεφόμενος αφήνει κατά μέρος το Πορτ-Σάιντ και τσακώνει τον καθηγητή στα πράσα.
- Πού τους πας κουμπάρε τους κουβάδες;
Κι ο ετοιμόλογος καθηγητής απαντά:
- Για σένα τους παίρνω, κουμπάρε, μια και είσαι Ακαματριώτης αλλά το σπίτι σου είναι στον Εύδηλο, να παίρνεις λίγο νεράκι ακόμα από το χωριό σου να δροσίζεσαι.
(Σ.Σ. ...αλλά δεν τον τουμπάρανε.)
Πολλά χρόνια αργότερα, ο εν λόγω μαστρο-Λίας έχει αγοράσει ένα τραπέζι και έξι καρέκλες από την Αθήνα για το σπίτι του στον Εύδηλο, και αναθέτει λόγω εντοπιότητας τη μεταφορά τους σε γνωστή οικογένεια καλόβολων μεταφορέων από τις Ράχες, αντιπαρερχόμενος τη φήμη ότι ενίοτε χάνουν πράγματα κατά τη μεταφορά λόγω υπερβολικής καριωτίλας. Λίγες μέρες αργότερα, οι μεταφορείς καταφθάνουν στον Εύδηλο με τις έξι καρέκλες και το σώμα του τραπεζιού, τα αποθέτουν στο σπίτι του μαστρο-Λία, ο οποίος κοιτάζει και ξανακοιτάζει, μετράει και ξαναμετράει, και στο τέλος ρωτάει:
- Και πού είναι τα πόδια;
- Ποια πόδια;
- Τα πόδια του τραπεζιού.
- Μα ‘εν μού ‘δωκες πόδια.
- Βρε παλαβός είσαι; Πώς δε σου έδωσα πόδια; Κατάχαμα θα ακουμπάει το τραπέζι;
- ‘εν ξέρω είντα λες, πάντως πόδια ‘εν μού ‘δωκες. Ό,τι μού ‘δωκες το ήφερα.
Περίλυπος ο μαστρο-Λίας αφήνει την επιφάνεια του τραπεζιού κατάχαμα και καταριέται την ώρα και τη στιγμή που εμπιστεύτηκε τους εν λόγω συμπατριώτες, ωστόσο την επόμενη μέρα που ξυπνάει να πιει καφέ βρίσκει τα ελλείποντα πόδια αφημένα στην εξώπορτα. Περιχαρής μοντάρει το τραπέζι, ακουμπάει και τον καφέ απάνω, και παίρνει τηλέφωνο το μεταφορέα.
- Τα βρήκες τα πόδια τελικά, ε;
- Βρε είντα πόδια; Σού ‘πα και χτες πως πόδια ‘εν μού ‘δωκες.
- Πάψε βρε παραβάτη, και πώς βρέθηκαν σήμερα όξω αφ’ την πόρτα;
- Ε, πόδια είναι, πορπατούνε, πήραν το δρόμο κι ήρκουνταν μόνα τους. Πάντως εμένα πόδια ‘εν μού ‘δωκες.
Μια καριωτοπαρέα κάθεται στο καφενείο του Αυγά και διηγείται σκυλοϊστορίες με αφορμή το σκύλο ενός από τα μέλη που λαγοκοιμάται στα πόδια του αφεντικού του. Στο διπλανό τραπέζι ατενίζει το υπερπέραν ένας μοναχικός τύπος που πίνει μια μπύρα με ύφος και εμφάνιση εντελώς τελειωμένο από τα πιώματα και τις καταχρήσεις, πλήρως αδιάφορος για οτιδήποτε συμβαίνει γύρω του. Κάποια στιγμή η διήγηση δίπλα φτάνει σε ένα περιστατικό όπου ο σκύλος έχει εντοπίσει μικροσκοπική σκυλίτσα σε οίστρο εν μέσῃ πλατεία, της κάνει ωμή σεξουαλική επίθεση σηκώνοντας τον κόσμο στο πόδι, και τα σκυλιά καταλήγουν να έχουν κατά το κοινώς λεγόμενο «κολλήσει» εν μέσω γενικού χαμού, οπότε για να τα ξεκολλήσουν οι παρευρισκόμενοι αναγκάζονται να τα καταβρέξουν με έναν κουβά νερό.
Και τότε άξαφνα βγαίνει από τη νιρβάνα του ο τελειωμένος και ακούγεται να λέει χαμηλόφωνα αλλά ευκρινώς:
- Πω, πωωω ρε φίλε... Ας μου τύχαινε κι εμένα κι ας με μπουγελώνανε, δεν πειράζει...
Στο ίδιο καφενείο, κάποια στιγμή αρκετά προχωρημένης νύχτας, μια πελάτισσα μπαίνει βιαστική στον προθάλαμο των αποχωρητηρίων και εντοπίζοντας (πράγμα αρκούντως σπάνιο για τα δεδομένα του μαγαζιού) την πόρτα της τουαλέτας των γυναικών όχι μόνο ξεκλείδωτη αλλά και μισάνοιχτη μπουκάρει με φόρα μόνο και μόνο για να αντιμετωπίσει έκπληκτη το παγωμένο βλέμμα μιας άλλης πελάτισσας που έχει ήδη καταλάβει το χώρο καθήμενη ήδη στη λεκάνη (και ενδεχομένως έχει αφήσει την πόρτα μισάνοιχτη λόγω προβληματικού φωτισμού). Οι δυο γυναίκες κοιτάζονται αμήχανα για κάτι ανθυποκλάσματα του δευτερολέπτου και τότε το παγωμένο βλέμμα λέει στο έκπληκτο με μια φωνή σταθερή μεν αλλά πιο ψυχρή κι από κατάψυξη:
- Ξέρετε, θα προτιμούσα να μείνω μόνη.
Αξιόπιστες πηγές αναφέρουν (αν και μόνο ένας Θεός ξέρει πώς ακριβώς έγιναν τα πράγματα) ότι πριν πολλά χρόνια στον ίδιο περίπου χώρο, ο (συχωρεμένος πια) ιδιοκτήτης του καφενείου κάθεται ένα απογευματάκι την ώρα που έχει πέσει πια η κίνηση και δεν υπάρχει πελατεία, να παίξει μια παρτίδα τάβλι με ένα φίλο. Κάποια στιγμή στη διάρκεια ενός μάλλον αμφίρροπου παιχνιδιού «φεύγα», εισβάλλει ένας βιαστικός πελάτης κι αρχίζει να παραγγέλνει σε επιτακτικό τόνο έναν καφέ και ναι και όχι αλλά όχι με πολλή ζάχαρη και γρήγορα-γρήγορα. Χωρίς να ξεκολλήσει τα μάτια από το τάβλι ο καφετζής βγάζει από την τσέπη ένα πενηντάρικο (σε δραχμές, τότε), το προτείνει στον πελάτη και του λέει:
- Ε, άμα βιάζεσαι, δεν πα να τον πιεις στο Μπουνία απέναντι; Και κράτα και τα ρέστα.
(Σ.Σ. Το καφενείο του «Μπουνία», νυν Ευθύμη, ήταν το οιονεί ανταγωνιστικό κατάστημα στον Αυγά για πολλά πολλά χρόνια, μέχρι που ξανάνοιξε η Κολοκασού και άνοιξαν και μερικά ακόμα και γίναμε καμπόσοι).
Δυο αρκούντως νεαρές και τρισχαριτωμένες (οπωσδήποτε) κοπέλες που παραθερίζουν για πρώτη φορά στην Ικαρία λίγο πριν το τέλος των διακοπών τους ξανασυναντιούνται με τον Καριώτη φίλο τους που τους έχει δώσει σε ανύποπτο χρόνο κατευθυντήριες γραμμές πού να πάνε και τι να κάνουνε, και κάνουν απολογισμό της εμπειρίας:
- Καλά ε, περάσαμε καταπληκτικά. Μιλάμε πήγαμε παντού. Μέναμε στο Να, αλλά πήγαμε σε ένα σωρό παραλίες, Μεσαχτή, Λιβάδι, Σεϋχέλλες, Φάρο... Βρήκαμε κάτι τύπους στην παραλία και πήγαμε «για λίγο» στο πανηγύρι στο Πλατάνι και βρεθήκαμε να χορεύουμε με τα μαγιώ μέχρι το πρωί. Πήγαμε Ακαμάτρα σε ένα γλέντι, κατεβήκαμε στο Σταύλο σε ένα άλλο γλέντι με κάτι πιτσιρικάδες, γνωρίσαμε κάτι άλλες παρέες και πήγαμε Ράχες μπαρότσαρκα μέχρι το πρωί, μιλάμε ξεχάσαμε τον ύπνο τελείως. Ξενύχτι, γλέντι, και κρασί, και μετά παραλία κι άγιος ο θεός. Τα είδαμε όλα. Το μόνο που δεν είδαμε ήτανε αυτοί οι περίεργοι τύποι που μας είπες ότι υπάρχουν, πώς τους είπες; Ρούβαλοι; Κουρούβαλοι;
- Γκρούβαλοι, απαντάει ο Kαριώτης. Δεν τους είδατε;
- Όχι, πουθενά.
Και τότε σκύβει ο τύπος προς το μέρος τους και λέει δήθεν συνωμοτικά:
- Κορίτσια, εσείς είστε οι γκρούβαλοι, αλλά εντάξει, μην το πείτε παραπέρα.
Στη συνέχεια της συζήτησης η παρέα παραγγέλνει από ένα (διάσημο πλέον) τοστάκι – σήμα κατατεθέν του μαγαζιού, μόνο που ο Καριώτης, γνωστός κάπως ευτραφής μπλόγκερ διευκρινίζει επιτακτικά ότι το δικό του δεν πρέπει να περιέχει ντομάτα με κανέναν τρόπο. Όντως έρχονται τα τρία τοστ, το ένα χωρίς ντομάτα, και οι νεαρές υπάρξεις ρίχνονται με βουλιμία στο αντικείμενο του πόθου, ωστόσο σε μια αποφασιστική δαγκωματιά η μία πιέζει κάπως υπερβολικά το τοστ της έτσι ώστε ένα ικανού μεγέθους τεμάχιο ντομάτας εκσφενδονίζεται και προσγειώνεται αποφασιστικά πάνω στην (επίσης ικανού μεγέθους) κοιλιά του ιστολόγου. Η κοπέλα σπεύδει να ζητήσει κάτι συγγνώμες, αλλά ο ψύχραιμος Καριώτης απλώς αναστενάζει ελαφρά και στη συνέχεια τσιμπάει το σκαλωμένο τεμάχιο και το καταβροχθίζει με συνοπτικές διαδικασίες. Ελαφρώς σοκαρισμένη η νεαρά καλλονή ψελλίζει:
- Μα νόμιζα πως δε σου αρέσει η ντομάτα.
Και ο ιστολόγος ατάραχος:
- Ε, ήρθε που ήρθε στην κοιλιά μου, ας τη βάλουμε τουλάχιστον στη σωστή πλευρά.
(Σ.Σ. Για τους γνωρίζοντες, ήμπε που 'μπε...)
(Η φετινή χρονιά δεν ήταν και φοβερά κεφάτη οπότε η ετήσια συλλογή ιστοριών ήταν κάπως φτωχή. Εκτός από τις δύο πρώτες που είναι οικογενειακό φολκλόρ, οι υπόλοιπες διαδραματίζονται (ή θα μπορούσαν να είχαν όντως διαδραματιστεί, αν ήταν αληθινές) στο καφενείο του Αυγά στην πλατεία του Ευδήλου, πράγμα που σχεδόν δικαιολογεί τον τίτλο της ανάρτησης. Ο φιλομαθής αναγνώστης μπορεί να ανατρέξει σε παλιότερες ανάλογες ιστορίες που έχουν δημοσιευτεί στο ιστολόγιο,
το 2009 εδώ,
το 2010 εδώ κι εδώ,
το 2011 εδώ
το 2012 εδώ
το 2013 εδώ και
το 2014 εδώ.
Εννοείται ότι φέτος δεν κάνουμε κριτική καλλιτεχνικών εκδηλώσεων μη βρούμε κάνα μπελά πάλι.)
Πριν πολλά πολλά χρόνια όταν στον Εύδηλο υπήρχαν ακόμα πολλά ζητήματα υποδομών (που ακόμα υφίστανται, αλλά σε κάπως μικρότερο βαθμό), είχε συσταθεί μια τριμελής επιτροπή από πεντέξι άτομα (δηλαδή ήταν πεντέξι αρχικά, αλλά εν τέλει έμειναν οι τρεις) για να διευθετήσει το ζήτημα της παροχής νερού στον οικισμό από την πηγή της Αλάμας στην Ακαμάτρα. Οι νόμιμοι κάτοχοι της πηγής (δηλαδή οι Ακαματριώτες) αντιδρούσαν στην ολοένα αυξανόμενη ζήτηση για νερό των Ευδηλιωτών εις βάρος των δικών τους υδρευτικών και αρδευτικών συμφερόντων και συνεχώς υπήρχαν προστριβές, ειδικά τους καλοκαιρινούς μήνες που η ζήτηση νερού στον Εύδηλο αυξανόταν κατακόρυφα λόγω των παραθεριστών. Μέλη της επιτροπής ήταν ο κύριος Γιάννης, σεβάσμιος καθηγητής του Γυμνασίου Ευδήλου, ο καπεταν-Ξένος, εισέτι επιφανές μέλος της Ευδηλιώτικης κοινωνίας, και ο μαστρο-Λίας, επίσης ναυτικός, που αν και προσωρινός κάτοικος Ευδήλου, ως καταγόμενος από την Ακαμάτρα εκπροσωπούσε τα συμφέροντα του χωριού στην επιτροπή. Κάποια στιγμή υπήρξε μια κατ’ αρχήν συμφωνία για παροχή 120 κυβικών ημερησίως και η τριμελής επιτροπή μας είχε ανέβει στην πηγή για να εξασφαλίσει ότι τα συμφωνηθέντα θα τηρηθούν από όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές.
Ο μαστρο-Λίας, ως ειδικότερος επί της μηχανικής των ρευστών (λέμε τώρα...) είχε πατεντάρει ένα σύστημα διανομής με σωλήνες διαφορετικής διατομής που έστελνε διαφορετικές ποσότητες νερού στα δύο δίκτυα ύδρευσης, και με ελάχιστη ανθρώπινη παρέμβαση εξασφάλιζε, κατά τα λεγόμενά του, την ακριβοδίκαιη μοιρασιά ανάμεσα στα δύο χωριά. Οι δύο βεριτάμπλ Ευδηλιώτες ωστόσο δυσπιστούσαν, και ήθελαν πειραματική επιβεβαίωση, οπότε επιτόπου σκαρφίστηκαν έναν αυτοσχέδιο τρόπο μέτρησης όπου η απόδοση του συστήματος διανομής μετριόταν σε αριθμό κουβάδων νερού που οι σωλήνες θα έβγαζαν σε καθορισμένο χρόνο. Αρχίζουν να λοιπόν να μετράνε κουβάδες, τόσοι από δω, τόσοι από κει, αλλά κάποια στιγμή ο καπετάνιος επιχειρεί να αποσπάσει την προσοχή του μηχανικού διηγούμενος ιστορίες από βαπόρια που είχαν κάνει μαζί τύπου «Θυμάσαι μαστρο-Λία, τότε στο Πορτ-Σάιντ που μας είχε πιάσει μια φουρτούνα δέκα μποφώρ», ενώ ταυτόχρονα ο πονηρός καθηγητής δράττεται της ευκαιρίας να βουτήξει δυο κουβάδες από το νερό που αναλογούσε στο ένα χωριό και να τους μεταφέρει στο άλλο με σκοπό να επωφεληθεί κατά τι η γενέτειρά του. Ωστόσο, ο μηχανικός πιάνει την κίνηση με την άκρη του ματιού του (έβλεπε καλά ακόμα τότε) και στρεφόμενος αφήνει κατά μέρος το Πορτ-Σάιντ και τσακώνει τον καθηγητή στα πράσα.
- Πού τους πας κουμπάρε τους κουβάδες;
Κι ο ετοιμόλογος καθηγητής απαντά:
- Για σένα τους παίρνω, κουμπάρε, μια και είσαι Ακαματριώτης αλλά το σπίτι σου είναι στον Εύδηλο, να παίρνεις λίγο νεράκι ακόμα από το χωριό σου να δροσίζεσαι.
(Σ.Σ. ...αλλά δεν τον τουμπάρανε.)
- . - . -
Πολλά χρόνια αργότερα, ο εν λόγω μαστρο-Λίας έχει αγοράσει ένα τραπέζι και έξι καρέκλες από την Αθήνα για το σπίτι του στον Εύδηλο, και αναθέτει λόγω εντοπιότητας τη μεταφορά τους σε γνωστή οικογένεια καλόβολων μεταφορέων από τις Ράχες, αντιπαρερχόμενος τη φήμη ότι ενίοτε χάνουν πράγματα κατά τη μεταφορά λόγω υπερβολικής καριωτίλας. Λίγες μέρες αργότερα, οι μεταφορείς καταφθάνουν στον Εύδηλο με τις έξι καρέκλες και το σώμα του τραπεζιού, τα αποθέτουν στο σπίτι του μαστρο-Λία, ο οποίος κοιτάζει και ξανακοιτάζει, μετράει και ξαναμετράει, και στο τέλος ρωτάει:
- Και πού είναι τα πόδια;
- Ποια πόδια;
- Τα πόδια του τραπεζιού.
- Μα ‘εν μού ‘δωκες πόδια.
- Βρε παλαβός είσαι; Πώς δε σου έδωσα πόδια; Κατάχαμα θα ακουμπάει το τραπέζι;
- ‘εν ξέρω είντα λες, πάντως πόδια ‘εν μού ‘δωκες. Ό,τι μού ‘δωκες το ήφερα.
Περίλυπος ο μαστρο-Λίας αφήνει την επιφάνεια του τραπεζιού κατάχαμα και καταριέται την ώρα και τη στιγμή που εμπιστεύτηκε τους εν λόγω συμπατριώτες, ωστόσο την επόμενη μέρα που ξυπνάει να πιει καφέ βρίσκει τα ελλείποντα πόδια αφημένα στην εξώπορτα. Περιχαρής μοντάρει το τραπέζι, ακουμπάει και τον καφέ απάνω, και παίρνει τηλέφωνο το μεταφορέα.
- Τα βρήκες τα πόδια τελικά, ε;
- Βρε είντα πόδια; Σού ‘πα και χτες πως πόδια ‘εν μού ‘δωκες.
- Πάψε βρε παραβάτη, και πώς βρέθηκαν σήμερα όξω αφ’ την πόρτα;
- Ε, πόδια είναι, πορπατούνε, πήραν το δρόμο κι ήρκουνταν μόνα τους. Πάντως εμένα πόδια ‘εν μού ‘δωκες.
- . - . -
Μια καριωτοπαρέα κάθεται στο καφενείο του Αυγά και διηγείται σκυλοϊστορίες με αφορμή το σκύλο ενός από τα μέλη που λαγοκοιμάται στα πόδια του αφεντικού του. Στο διπλανό τραπέζι ατενίζει το υπερπέραν ένας μοναχικός τύπος που πίνει μια μπύρα με ύφος και εμφάνιση εντελώς τελειωμένο από τα πιώματα και τις καταχρήσεις, πλήρως αδιάφορος για οτιδήποτε συμβαίνει γύρω του. Κάποια στιγμή η διήγηση δίπλα φτάνει σε ένα περιστατικό όπου ο σκύλος έχει εντοπίσει μικροσκοπική σκυλίτσα σε οίστρο εν μέσῃ πλατεία, της κάνει ωμή σεξουαλική επίθεση σηκώνοντας τον κόσμο στο πόδι, και τα σκυλιά καταλήγουν να έχουν κατά το κοινώς λεγόμενο «κολλήσει» εν μέσω γενικού χαμού, οπότε για να τα ξεκολλήσουν οι παρευρισκόμενοι αναγκάζονται να τα καταβρέξουν με έναν κουβά νερό.
Και τότε άξαφνα βγαίνει από τη νιρβάνα του ο τελειωμένος και ακούγεται να λέει χαμηλόφωνα αλλά ευκρινώς:
- Πω, πωωω ρε φίλε... Ας μου τύχαινε κι εμένα κι ας με μπουγελώνανε, δεν πειράζει...
- . - . -
Στο ίδιο καφενείο, κάποια στιγμή αρκετά προχωρημένης νύχτας, μια πελάτισσα μπαίνει βιαστική στον προθάλαμο των αποχωρητηρίων και εντοπίζοντας (πράγμα αρκούντως σπάνιο για τα δεδομένα του μαγαζιού) την πόρτα της τουαλέτας των γυναικών όχι μόνο ξεκλείδωτη αλλά και μισάνοιχτη μπουκάρει με φόρα μόνο και μόνο για να αντιμετωπίσει έκπληκτη το παγωμένο βλέμμα μιας άλλης πελάτισσας που έχει ήδη καταλάβει το χώρο καθήμενη ήδη στη λεκάνη (και ενδεχομένως έχει αφήσει την πόρτα μισάνοιχτη λόγω προβληματικού φωτισμού). Οι δυο γυναίκες κοιτάζονται αμήχανα για κάτι ανθυποκλάσματα του δευτερολέπτου και τότε το παγωμένο βλέμμα λέει στο έκπληκτο με μια φωνή σταθερή μεν αλλά πιο ψυχρή κι από κατάψυξη:
- Ξέρετε, θα προτιμούσα να μείνω μόνη.
- . - . -
Αξιόπιστες πηγές αναφέρουν (αν και μόνο ένας Θεός ξέρει πώς ακριβώς έγιναν τα πράγματα) ότι πριν πολλά χρόνια στον ίδιο περίπου χώρο, ο (συχωρεμένος πια) ιδιοκτήτης του καφενείου κάθεται ένα απογευματάκι την ώρα που έχει πέσει πια η κίνηση και δεν υπάρχει πελατεία, να παίξει μια παρτίδα τάβλι με ένα φίλο. Κάποια στιγμή στη διάρκεια ενός μάλλον αμφίρροπου παιχνιδιού «φεύγα», εισβάλλει ένας βιαστικός πελάτης κι αρχίζει να παραγγέλνει σε επιτακτικό τόνο έναν καφέ και ναι και όχι αλλά όχι με πολλή ζάχαρη και γρήγορα-γρήγορα. Χωρίς να ξεκολλήσει τα μάτια από το τάβλι ο καφετζής βγάζει από την τσέπη ένα πενηντάρικο (σε δραχμές, τότε), το προτείνει στον πελάτη και του λέει:
- Ε, άμα βιάζεσαι, δεν πα να τον πιεις στο Μπουνία απέναντι; Και κράτα και τα ρέστα.
(Σ.Σ. Το καφενείο του «Μπουνία», νυν Ευθύμη, ήταν το οιονεί ανταγωνιστικό κατάστημα στον Αυγά για πολλά πολλά χρόνια, μέχρι που ξανάνοιξε η Κολοκασού και άνοιξαν και μερικά ακόμα και γίναμε καμπόσοι).
- . - . -
Δυο αρκούντως νεαρές και τρισχαριτωμένες (οπωσδήποτε) κοπέλες που παραθερίζουν για πρώτη φορά στην Ικαρία λίγο πριν το τέλος των διακοπών τους ξανασυναντιούνται με τον Καριώτη φίλο τους που τους έχει δώσει σε ανύποπτο χρόνο κατευθυντήριες γραμμές πού να πάνε και τι να κάνουνε, και κάνουν απολογισμό της εμπειρίας:
- Καλά ε, περάσαμε καταπληκτικά. Μιλάμε πήγαμε παντού. Μέναμε στο Να, αλλά πήγαμε σε ένα σωρό παραλίες, Μεσαχτή, Λιβάδι, Σεϋχέλλες, Φάρο... Βρήκαμε κάτι τύπους στην παραλία και πήγαμε «για λίγο» στο πανηγύρι στο Πλατάνι και βρεθήκαμε να χορεύουμε με τα μαγιώ μέχρι το πρωί. Πήγαμε Ακαμάτρα σε ένα γλέντι, κατεβήκαμε στο Σταύλο σε ένα άλλο γλέντι με κάτι πιτσιρικάδες, γνωρίσαμε κάτι άλλες παρέες και πήγαμε Ράχες μπαρότσαρκα μέχρι το πρωί, μιλάμε ξεχάσαμε τον ύπνο τελείως. Ξενύχτι, γλέντι, και κρασί, και μετά παραλία κι άγιος ο θεός. Τα είδαμε όλα. Το μόνο που δεν είδαμε ήτανε αυτοί οι περίεργοι τύποι που μας είπες ότι υπάρχουν, πώς τους είπες; Ρούβαλοι; Κουρούβαλοι;
- Γκρούβαλοι, απαντάει ο Kαριώτης. Δεν τους είδατε;
- Όχι, πουθενά.
Και τότε σκύβει ο τύπος προς το μέρος τους και λέει δήθεν συνωμοτικά:
- Κορίτσια, εσείς είστε οι γκρούβαλοι, αλλά εντάξει, μην το πείτε παραπέρα.
- . - . -
Στη συνέχεια της συζήτησης η παρέα παραγγέλνει από ένα (διάσημο πλέον) τοστάκι – σήμα κατατεθέν του μαγαζιού, μόνο που ο Καριώτης, γνωστός κάπως ευτραφής μπλόγκερ διευκρινίζει επιτακτικά ότι το δικό του δεν πρέπει να περιέχει ντομάτα με κανέναν τρόπο. Όντως έρχονται τα τρία τοστ, το ένα χωρίς ντομάτα, και οι νεαρές υπάρξεις ρίχνονται με βουλιμία στο αντικείμενο του πόθου, ωστόσο σε μια αποφασιστική δαγκωματιά η μία πιέζει κάπως υπερβολικά το τοστ της έτσι ώστε ένα ικανού μεγέθους τεμάχιο ντομάτας εκσφενδονίζεται και προσγειώνεται αποφασιστικά πάνω στην (επίσης ικανού μεγέθους) κοιλιά του ιστολόγου. Η κοπέλα σπεύδει να ζητήσει κάτι συγγνώμες, αλλά ο ψύχραιμος Καριώτης απλώς αναστενάζει ελαφρά και στη συνέχεια τσιμπάει το σκαλωμένο τεμάχιο και το καταβροχθίζει με συνοπτικές διαδικασίες. Ελαφρώς σοκαρισμένη η νεαρά καλλονή ψελλίζει:
- Μα νόμιζα πως δε σου αρέσει η ντομάτα.
Και ο ιστολόγος ατάραχος:
- Ε, ήρθε που ήρθε στην κοιλιά μου, ας τη βάλουμε τουλάχιστον στη σωστή πλευρά.
(Σ.Σ. Για τους γνωρίζοντες, ήμπε που 'μπε...)
(Η φετινή χρονιά δεν ήταν και φοβερά κεφάτη οπότε η ετήσια συλλογή ιστοριών ήταν κάπως φτωχή. Εκτός από τις δύο πρώτες που είναι οικογενειακό φολκλόρ, οι υπόλοιπες διαδραματίζονται (ή θα μπορούσαν να είχαν όντως διαδραματιστεί, αν ήταν αληθινές) στο καφενείο του Αυγά στην πλατεία του Ευδήλου, πράγμα που σχεδόν δικαιολογεί τον τίτλο της ανάρτησης. Ο φιλομαθής αναγνώστης μπορεί να ανατρέξει σε παλιότερες ανάλογες ιστορίες που έχουν δημοσιευτεί στο ιστολόγιο,
το 2009 εδώ,
το 2010 εδώ κι εδώ,
το 2011 εδώ
το 2012 εδώ
το 2013 εδώ και
το 2014 εδώ.
Εννοείται ότι φέτος δεν κάνουμε κριτική καλλιτεχνικών εκδηλώσεων μη βρούμε κάνα μπελά πάλι.)
2/2/15
Πάμε στον Άδωνι για ταξίδι στην Ικαρία
Να έχεις βιβλιοπωλείο και να μπλέκεις τη Φάρμα των Ζώων με το 1984. Αλλά δε βαριέσαι, μερικά ζώα είναι πιο ίσα από άλλα, που (δεν) έλεγε και ο Καμπέ.
Την εποχή εκείνη δεν ήταν ακόμα φίρμα ή τέλος πάντων δεν ήταν η φίρμα που είναι σήμερα. Βεβαίως ούτε εγώ ήμουν η φίρμα της μπλογκόσφαιρας που είμαι σήμερα (χο χο χο) καθώς μάλλον δεν είχα ιδέα τι είναι μπλογκ (αν υπήρχε τότε η έννοια). Πάντως μην πάει το μυαλό σας στην αρχαιότητα, αυτά συνέβαιναν τον 21ο αιώνα, σε μια Ελλάδα που ετοιμαζόταν να οργανώσει Ολυμπιακούς Αγώνες αλλά δεν είχε ακόμα πάρει το Γιούρο, καίτοι είχε ήδη στα χέρια της το Ευρώ.
Ζούσα τότε στην Αθήνα και ψαχνόμουν επαγγελματικά και προσωπικά να δω τι θα έκανα στο μέλλον (σε αντίθεση με σήμερα που ζω στο Ηράκλειο και ψάχνομαι επαγγελματικά και προσωπικά να δω τι θα κάνω στο μέλλον). Μια Κυριακή πρωί είχα ανέβει μέχρι την Καισαριανή για ένα μνημόσυνο ενός πρόωρα αποδημήσαντος συγχωριανού. Η αλήθεια είναι ότι δεν είχαμε και ιδιαίτερες σχέσεις με την οικογένεια ώστε να προκύπτει κοινωνική υποχρέωση, αλλά κάπως μου είχε έρθει τότε και πήγα. Ατυχώς, μια και οι περισσότεροι παρευρισκόμενοι και παρακαθήμενοι στον καφέ ήταν άνθρωποι άλλης γενιάς (εγώ τότε μπορούσα ακόμα να θεωρηθώ κάπως καταχρηστικά «νέος»), έπληττα κάπως και για να διαχειριστώ την αμηχανία χάζευα τις εφημερίδες που είχε αγοράσει ο διπλανός μου από το περίπτερο της πλατείας. Ξεφυλλίζοντας την «Αυγή» (πολλά χρόνια πριν έρθει στη μόδα και γίνει κυβερνητικό φύλλο) έπεσε το μάτι μου σε μια φωτογραφία που απεικόνιζε την πλατεία του Ευδήλου από ψηλά. Το κείμενο που συνόδευε ήταν μια βιβλιοκριτική, αν και παραδόξως δεν ήταν στη στήλη που κανονικά βρίσκονταν οι βιβλιοκριτικές αλλά σε μια σελίδα με «γνώμες αναγνωστών» ή κάτι τέτοιο.
Αποχαιρέτισα τους συγγενείς και τους συγχωριανούς, αγόρασα το φύλλο της ημέρας και μαζεύτηκα σπίτι όπου αποδελτίωσα την επίμαχη βιβλιοκριτική. Αναφερόταν σε ένα μυθιστόρημα που προφανώς διαδραματιζόταν στην Ικαρία και ο τίτλος του συνέπιπτε με ένα σύγγραμμα του 18ου αιώνα κάποιου Γάλλου ουτοπικού σοσιαλιστή ονόματι Καμπέ που το είχε τιτλοφορήσει «Ταξίδι στην Ικαρία», μάλλον χωρίς να έχει πάει ποτέ στο νησί. Η αρθρογράφος (άγνωστη σε εμένα) έβρισκε διάφορες παραλληλίες ανάμεσα στο κείμενο του 18ου αιώνα και στο μυθιστόρημα του 21ου αλλά ιδιαίτερες πληροφορίες για τα περιεχόμενα του βιβλίου δεν έδινε. Πάντως κινούσε αρκετά την περιέργεια ώστε να το ψάξει κανείς. Σημείωσα τίτλο, συγγραφέα και εκδοτικό οίκο· εκτός από τον τίτλο που τον είχα ξανακούσει σε μια κουβέντα λόγω του Καμπέ, ο συγγραφέας και οι εκδότες μου ήταν άγνωστοι.
Το επόμενο Σάββατο κατέβηκα στο κέντρο και περιπλανήθηκα στα βιβλιοπωλεία. Ρώτησα εδώ κι εκεί για το βιβλίο· δεν το ήξεραν. Κατέβηκα τα σκαλάκια της Πολιτείας, ρώτησα τη Ραχήλ που με συμπαθεί διαχρονικώς από την πολύ παλιά εποχή που δούλευε στο Θεμέλιο αν το ξέρει· δεν της θύμιζε κάτι. Με παρέπεμψε σε έναν νεαρό πίσω από έναν υπολογιστή. Ο ευγενέστατος και συμπαθέστατος νεαρός το έψαξε με τον τίτλο και το συγγραφέα· δεν βρήκε τίποτα. Με ρώτησε για τον εκδοτικό οίκο. Κοίταξα το σκονάκι μου.
- Γεωργιάδης, είπα.
Ο νεαρός με κοίταξε με ένα βλοσυρό, σκοτεινιασμένο βλέμμα. Η ευγένεια πήγε περίπατο.
- Δεν φέρνουμε τέτοια πράγματα εμείς, κύριε, είπε αυστηρά και πέρασε στον επόμενο.
Το «τέτοια πράγματα» το είπε λες και του είχα ζητήσει κάτι σε πορνογραφία, ναρκωτικά ή άρλεκιν. Έχοντας πλήρη άγνοια κινδύνου, επέμεινα.
- Και που μπορώ να το βρω τότε;
Με κοίταξε όπως κοιτάς ένα βλαμμένο. Μάλλον έκρινε ότι όντως είμαι βλαμμένος, πάντως έφτυσε μια απάντηση έμπλεος περιφρόνησης.
- Σόλωνος, πιο κάτω, δεν ξέρω το νούμερο, κάπου δεξιά. Θα αναγνωρίσεις τη βιτρίνα.
Κατηφόρισα τη Σόλωνος κοιτάζοντας δεξιά ψάχνοντας για σχετική ταμπέλα. Σε ένα σημείο είδα σπασμένα γυαλιά στο πεζοδρόμιο. Κοίταξα το μαγαζί δίπλα· ήταν ένα βιβλιοπωλείο με κατεβασμένα ρολά, διπλοκλειδωμένο. Τα τζάμια ήταν σπασμένα πέρα ως πέρα, και κάποιος είχε γράψει με μαύρο σπρέι «Έξω οι φασίστες» και το περίκλειστο άλφα της αναρχίας. Έριξα μια ματιά σε ό,τι είχε απομείνει από τη βιτρίνα· βιβλία του Σαράντου Καργάκου, κάτι άλλα για την ομάδα Έψιλον, κάτι για τους Αρχαίους Έλληνες που είχαν ανακαλύψει την Αμερική. Ξαφνικά φωτίστηκα· ο εκδοτικός οίκος Γεωργιάδης ήταν εκείνου του γραφικού τύπου που έβγαινε στο Τελεάστυ ή όπως αλλιώς λέγανε το κανάλι του Καρατζαφέρη και έκανε δημοπρασίες βιβλίων που έλεγαν κάτι τέτοια αρχαιοπαρμένα. Είπαμε, δεν ήταν ακόμα φίρμα, αλλά ανήκε στο ευρύτερο πεδίο της trash TV, αρκετά ώστε να τον παρωδεί ο Μητσικώστας. Δεν το έλεγες και σοβαρό πολύ, οπότε κάπως αντελήφθην από πού πήγαζε το αιφνιδίως βλοσυρό ύφος του υπαλλήλου στην Πολιτεία.
Ναι, αλλά η Ικαρία πού κόλλαγε; Και η Αυγή, διάολε; Ξαναέριξα μια ματιά στη θρυμματισμένη βιτρίνα: παρακμιακή αρχαιολατρεία, Καργάκος, εξωγήινοι. Α, και ένα σημείωμα που έλεγε: Κεντρική Διάθεση, οδός Τάδε. Ήταν ένα μικροσκοπικό δρομάκι λίγο πιο πέρα, στις παρυφές των Εξαρχείων. Η περιέργειά μου ήταν πιο ισχυρή από τη σχετική αποστροφή προς την προγονοπληξία, και άρχισα να βαδίζω προς την οδό Τάδε. Δεν ήμουν σίγουρος πού ακριβώς ήταν, αλλά δεν άργησα να ανακαλύψω τα γνώριμα σημάδια: σπασμένα τζάμια, ένα τεράστιο άλφα σε κύκλο με μαύρο σπρέι, ένας καμένος κάδος σκουπιδιών, προφανώς από μολότωφ. «Εδώ είμαστε», σκέφτηκα. Προς μεγάλη μου έκπληξη, το μαγαζί ήταν ανοιχτό. Ολάνοιχτο, για την ακρίβεια, η βιτρίνα έλειπε σχεδόν εξολοκλήρου.
Μπροστά από την πόρτα στέκονταν δυο σφίχτες με ξυρισμένα κεφάλια, άρβυλα και πέτσινα μπουφάν. Πίσω τους, ακριβώς στο σκαλί της πόρτας, στεκόταν αυτός που θα γινόταν αργότερα φίρμα. Φορούσε άσπρο πουπουλένιο μπουφανάκι και κοιτούσε γύρω-γύρω ερευνητικά ενώ παράλληλα μασούσε πασατέμπο. Πλησίασα και κοίταξα κι εγώ γύρω-γύρω.
- Τι έγινε εδώ ρε παιδιά, σας την πέσανε;
Κανείς δεν απάντησε. Έκανα να πλησιάσω προς την πόρτα. Με σταμάτησε ο ένας από τους σφίχτες.
- Πού πας;
- Ψάχνω ένα βιβλίο.
Γύρισε και κοίταξε ερωτηματικά τον ασπροφορεμένο με τον πασατέμπο. Αυτός σταμάτησε το μασούλημα και με κοίταξε ερευνητικά. Με το μαύρο παλτό και τη μαλλούρα δεν έμοιαζα με κανέναν άλλον από την ομήγυρη.
- Ποιο βιβλίο;
- Το «Ταξίδι στην Ικαρία».
Έκανε ένα νεύμα στο σφίχτη, ο οποίος με άφησε να περάσω. Στριμώχτηκα δίπλα του για να μπω· δεν παραμέρισε στο ελάχιστο. Το μαγαζί ήταν ουσιαστικά αποθήκη βιβλίων, δεμένων σε ντάνες. Κάποιος άλλος ήταν πίσω από έναν πάγκο.
- Πόσα θες; Δέκα; Είκοσι;
- Ένα.
- Ένα μόνο;
- Για μένα το θέλω.
- Εδώ είμαστε χονδρική.
- Πήγα στη λιανική και είχατε κατεβάσει ρολά. Βρήκα μόνο σπασμένες βιτρίνες.
Κοίταξα γύρω-γύρω και συμπλήρωσα:
- ...κι εδώ δηλαδή τα ίδια χάλια.
- ΕΙΔΕΣ; ΕΙΔΕΣ; ακούστηκε στριγγή η φωνή του Αδώνιδος. ΑΛΛΑ ΔΕ ΘΑ ΤΟΥΣ ΠΕΡΑΣΕΙ! ΔΕ ΘΑ ΤΟΥΣ ΠΕΡΑΣΕΙ!
Δεν είχα συνηθίσει τη φωνή του τότε (ούτε και σήμερα την αντέχω βέβαια) κι αισθάνθηκα κάπως άβολα, χώρια οι σφίχτες απόξω και τα καχύποπτα βλέμματα.
- Να του δώσω ένα; ρώτησε ο τύπος από τον πάγκο τον Άδωνι.
Αυτός έγνεψε «ναι» και ξανάρχισε να μασάει πασατέμπο. Πλήρωσα δέκα ευρώ, έχωσα το βιβλίο στην τσέπη του παλτού και στριμώχτηκα πάλι δίπλα του. Αυτή τη φορά παραμέρισε λίγο. Παραμέρισαν και οι σφίχτερμεν. Έκοψα γρήγορα από τα στενά μην τυχόν με πάρει κάνα μάτι κανενός γνωστού ότι ψωνίζω από το Γεωργιάδη και γίνω ρεντίκολο. Ας όψεται η Ικαρία. Και η «Αυγή» βέβαια, ούτε λόγος.
Σ.Σ. Το βιβλίο του κ. Βασίλη Σεβδαλή «Ταξίδι στην Ικαρία» από τις εκδόσεις Γεωργιάδη το ερεύνησα εξονυχιστικά ψάχνοντας να βρω τι σχέση έχει η Ικαρία με την αρχαιοπληξία και την ακροδεξιά ιδεολογία του εκδότη. Δε βρήκα τίποτα· ένα μυθιστόρημα με σκηνικό την Ικαρία, από μέτριο έως κακό, αλλά ούτε ίχνος ακροδεξιάς. Κάτι μυθοπλαστικά ευρήματα της πυρκαγιάς, κάτι αναληθοφάνειες της κακιάς ώρας, λίγο σεξ και λίγη τρομοκρατία, χαρακτήρες-καρτούν, κάμποσο κουλέρ-λοκάλ, περίπου όλη η ελληνική λογοτεχνία του συρμού δηλαδή. Σκέφτηκα ότι θα έψαξε για εκδότη και δεν θα βρήκε άλλον, μπορεί να ήξερε τους Γεωργιάδηδες από κάπου, άντε βρες άκρη. Απόρησα λίγο που γράφτηκε κριτική επ' αυτού στην Αυγή, αλλά μετά θυμήθηκα ότι από τη συγκεκριμένη σελίδα «φιλοξενουμένων» είχαν παρελάσει σε μια φάση διάφοροι μυστήριοι, μέχρι και κάτι δωδεκαθεϊστές. Έβαλα το βιβλίο στο ράφι δίπλα στο «Οι οραματιστές της Ικαρίας» της Λιλίκας Νάκου (επίσης μυθιστόρημα χάλι μαύρο αλλά του ’60 μάλλον) και το ξέχασα. Αργότερα είχα την ευκαιρία να διαβάσω και άλλα βιβλία που διαδραματίζονται σε πραγματικές ή φαντασιακές Ικαρίες· ορισμένα ήταν ακόμα χειρότερα χάλια.
Στο μεταξύ ο Άδωνις έγινε μέγας και τρανός, τηλεοπτική περσόνα ολκής και βουλευτής, πήρε μεταγραφή, από fringe έγινε mainstream, διατέλεσε υπουργός και κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος, παντρεύτηκε μια άλλη media celebrity και απέκτησε το προσωνύμιο Μπουμπούκος. Με αυτό το τελευταίο τον βρίσκω καμιά φορά στα social media, όπως σε μια σελίδα στο Facebook που λεγόταν κάτι σαν «Αποχαιρετάμε το Μπουμπούκο που φεύγει από την Ελλάδα», τρολάροντας την εκπεφρασμένη βούληση του εν λόγω να αλλάξει χώρα αν επικρατήσουν οι αριστεροί. Η σελίδα φιλοδοξούσε να μαζέψει αριθμό υποστηρικτών μεγαλύτερο από τον αριθμό των ψηφοφόρων του Αδώνιδος, αν και δε νομίζω να τα είχε καταφέρει μέχρι χτες καθότι δεν είναι και λίγοι οι φαν του ανδρός. Πάντως χάρη σε αυτή την απόπειρα θυμήθηκα το κάπως ατυχές brief encounter που είχαμε με τον Άδωνι.
Να πω για να είμαι δίκαιος ότι στα πλαίσια της ελευθερίας της έκφρασης (και όχι του συνήθους καταδικάζωτηβίααπόόπουκιανπροέρχεται) με βρίσκουν πλήρως και κατηγορηματικά αντίθετο οι «επαναστατικές» ενέργειες πυρπόλησης του βιβλιοπωλείου του Γεωργιάδη που ελάμβαναν χώρα σε εβδομαδιαία βάση μια εποχή καθώς ο τύπος επέμενε να έχει το μαγαζί του στις παρυφές των Εξαρχείων που ορισμένοι θεωρούν γκέτο και άβατο. Εγώ πάλι θεωρώ ότι πρέπει να καταλυθεί το άβατο της ανθρώπινης βλακείας μάλλον, αυτής που οδηγεί στο φασισμό αλλά και σε κάτι αυτόκλητους τιμωρούς της άλλης πλευράς που καλό δεν κάνουν σε κανέναν. Από ό,τι φαίνεται βέβαια κάψε-κάψε στο τέλος τους πέρασε, και τώρα η επιχείρηση του Γεωργιάδη βρίσκεται εκτός κέντρου Αθήνας από όσο ξέρω.
Ατυχώς οι ιδέες του κυκλοφορούν παντού· μάλλον αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα.
Το πρωτότυπο «Ταξίδι στην Ικαρία» του Ετιέν Καμπέ σε μετάφραση Ηρώς Τσαρνά-Κόχυλα και επιμέλεια Μάκη Καβουριάρη εκδόθηκε το 2010 από την Εταιρία Ικαριακών Μελετών αν και δεν έχει κανένα ιδιαιτέρως ικαριακό θέμα (εκτός αν θεωρήσουμε την ουτοπία κάτι βαθιά ικαριακό, οπότε πάλι μέσα είμαστε).
Την εποχή εκείνη δεν ήταν ακόμα φίρμα ή τέλος πάντων δεν ήταν η φίρμα που είναι σήμερα. Βεβαίως ούτε εγώ ήμουν η φίρμα της μπλογκόσφαιρας που είμαι σήμερα (χο χο χο) καθώς μάλλον δεν είχα ιδέα τι είναι μπλογκ (αν υπήρχε τότε η έννοια). Πάντως μην πάει το μυαλό σας στην αρχαιότητα, αυτά συνέβαιναν τον 21ο αιώνα, σε μια Ελλάδα που ετοιμαζόταν να οργανώσει Ολυμπιακούς Αγώνες αλλά δεν είχε ακόμα πάρει το Γιούρο, καίτοι είχε ήδη στα χέρια της το Ευρώ.
Ζούσα τότε στην Αθήνα και ψαχνόμουν επαγγελματικά και προσωπικά να δω τι θα έκανα στο μέλλον (σε αντίθεση με σήμερα που ζω στο Ηράκλειο και ψάχνομαι επαγγελματικά και προσωπικά να δω τι θα κάνω στο μέλλον). Μια Κυριακή πρωί είχα ανέβει μέχρι την Καισαριανή για ένα μνημόσυνο ενός πρόωρα αποδημήσαντος συγχωριανού. Η αλήθεια είναι ότι δεν είχαμε και ιδιαίτερες σχέσεις με την οικογένεια ώστε να προκύπτει κοινωνική υποχρέωση, αλλά κάπως μου είχε έρθει τότε και πήγα. Ατυχώς, μια και οι περισσότεροι παρευρισκόμενοι και παρακαθήμενοι στον καφέ ήταν άνθρωποι άλλης γενιάς (εγώ τότε μπορούσα ακόμα να θεωρηθώ κάπως καταχρηστικά «νέος»), έπληττα κάπως και για να διαχειριστώ την αμηχανία χάζευα τις εφημερίδες που είχε αγοράσει ο διπλανός μου από το περίπτερο της πλατείας. Ξεφυλλίζοντας την «Αυγή» (πολλά χρόνια πριν έρθει στη μόδα και γίνει κυβερνητικό φύλλο) έπεσε το μάτι μου σε μια φωτογραφία που απεικόνιζε την πλατεία του Ευδήλου από ψηλά. Το κείμενο που συνόδευε ήταν μια βιβλιοκριτική, αν και παραδόξως δεν ήταν στη στήλη που κανονικά βρίσκονταν οι βιβλιοκριτικές αλλά σε μια σελίδα με «γνώμες αναγνωστών» ή κάτι τέτοιο.
Αποχαιρέτισα τους συγγενείς και τους συγχωριανούς, αγόρασα το φύλλο της ημέρας και μαζεύτηκα σπίτι όπου αποδελτίωσα την επίμαχη βιβλιοκριτική. Αναφερόταν σε ένα μυθιστόρημα που προφανώς διαδραματιζόταν στην Ικαρία και ο τίτλος του συνέπιπτε με ένα σύγγραμμα του 18ου αιώνα κάποιου Γάλλου ουτοπικού σοσιαλιστή ονόματι Καμπέ που το είχε τιτλοφορήσει «Ταξίδι στην Ικαρία», μάλλον χωρίς να έχει πάει ποτέ στο νησί. Η αρθρογράφος (άγνωστη σε εμένα) έβρισκε διάφορες παραλληλίες ανάμεσα στο κείμενο του 18ου αιώνα και στο μυθιστόρημα του 21ου αλλά ιδιαίτερες πληροφορίες για τα περιεχόμενα του βιβλίου δεν έδινε. Πάντως κινούσε αρκετά την περιέργεια ώστε να το ψάξει κανείς. Σημείωσα τίτλο, συγγραφέα και εκδοτικό οίκο· εκτός από τον τίτλο που τον είχα ξανακούσει σε μια κουβέντα λόγω του Καμπέ, ο συγγραφέας και οι εκδότες μου ήταν άγνωστοι.
Το επόμενο Σάββατο κατέβηκα στο κέντρο και περιπλανήθηκα στα βιβλιοπωλεία. Ρώτησα εδώ κι εκεί για το βιβλίο· δεν το ήξεραν. Κατέβηκα τα σκαλάκια της Πολιτείας, ρώτησα τη Ραχήλ που με συμπαθεί διαχρονικώς από την πολύ παλιά εποχή που δούλευε στο Θεμέλιο αν το ξέρει· δεν της θύμιζε κάτι. Με παρέπεμψε σε έναν νεαρό πίσω από έναν υπολογιστή. Ο ευγενέστατος και συμπαθέστατος νεαρός το έψαξε με τον τίτλο και το συγγραφέα· δεν βρήκε τίποτα. Με ρώτησε για τον εκδοτικό οίκο. Κοίταξα το σκονάκι μου.
- Γεωργιάδης, είπα.
Ο νεαρός με κοίταξε με ένα βλοσυρό, σκοτεινιασμένο βλέμμα. Η ευγένεια πήγε περίπατο.
- Δεν φέρνουμε τέτοια πράγματα εμείς, κύριε, είπε αυστηρά και πέρασε στον επόμενο.
Το «τέτοια πράγματα» το είπε λες και του είχα ζητήσει κάτι σε πορνογραφία, ναρκωτικά ή άρλεκιν. Έχοντας πλήρη άγνοια κινδύνου, επέμεινα.
- Και που μπορώ να το βρω τότε;
Με κοίταξε όπως κοιτάς ένα βλαμμένο. Μάλλον έκρινε ότι όντως είμαι βλαμμένος, πάντως έφτυσε μια απάντηση έμπλεος περιφρόνησης.
- Σόλωνος, πιο κάτω, δεν ξέρω το νούμερο, κάπου δεξιά. Θα αναγνωρίσεις τη βιτρίνα.
Κατηφόρισα τη Σόλωνος κοιτάζοντας δεξιά ψάχνοντας για σχετική ταμπέλα. Σε ένα σημείο είδα σπασμένα γυαλιά στο πεζοδρόμιο. Κοίταξα το μαγαζί δίπλα· ήταν ένα βιβλιοπωλείο με κατεβασμένα ρολά, διπλοκλειδωμένο. Τα τζάμια ήταν σπασμένα πέρα ως πέρα, και κάποιος είχε γράψει με μαύρο σπρέι «Έξω οι φασίστες» και το περίκλειστο άλφα της αναρχίας. Έριξα μια ματιά σε ό,τι είχε απομείνει από τη βιτρίνα· βιβλία του Σαράντου Καργάκου, κάτι άλλα για την ομάδα Έψιλον, κάτι για τους Αρχαίους Έλληνες που είχαν ανακαλύψει την Αμερική. Ξαφνικά φωτίστηκα· ο εκδοτικός οίκος Γεωργιάδης ήταν εκείνου του γραφικού τύπου που έβγαινε στο Τελεάστυ ή όπως αλλιώς λέγανε το κανάλι του Καρατζαφέρη και έκανε δημοπρασίες βιβλίων που έλεγαν κάτι τέτοια αρχαιοπαρμένα. Είπαμε, δεν ήταν ακόμα φίρμα, αλλά ανήκε στο ευρύτερο πεδίο της trash TV, αρκετά ώστε να τον παρωδεί ο Μητσικώστας. Δεν το έλεγες και σοβαρό πολύ, οπότε κάπως αντελήφθην από πού πήγαζε το αιφνιδίως βλοσυρό ύφος του υπαλλήλου στην Πολιτεία.
Ναι, αλλά η Ικαρία πού κόλλαγε; Και η Αυγή, διάολε; Ξαναέριξα μια ματιά στη θρυμματισμένη βιτρίνα: παρακμιακή αρχαιολατρεία, Καργάκος, εξωγήινοι. Α, και ένα σημείωμα που έλεγε: Κεντρική Διάθεση, οδός Τάδε. Ήταν ένα μικροσκοπικό δρομάκι λίγο πιο πέρα, στις παρυφές των Εξαρχείων. Η περιέργειά μου ήταν πιο ισχυρή από τη σχετική αποστροφή προς την προγονοπληξία, και άρχισα να βαδίζω προς την οδό Τάδε. Δεν ήμουν σίγουρος πού ακριβώς ήταν, αλλά δεν άργησα να ανακαλύψω τα γνώριμα σημάδια: σπασμένα τζάμια, ένα τεράστιο άλφα σε κύκλο με μαύρο σπρέι, ένας καμένος κάδος σκουπιδιών, προφανώς από μολότωφ. «Εδώ είμαστε», σκέφτηκα. Προς μεγάλη μου έκπληξη, το μαγαζί ήταν ανοιχτό. Ολάνοιχτο, για την ακρίβεια, η βιτρίνα έλειπε σχεδόν εξολοκλήρου.
Μπροστά από την πόρτα στέκονταν δυο σφίχτες με ξυρισμένα κεφάλια, άρβυλα και πέτσινα μπουφάν. Πίσω τους, ακριβώς στο σκαλί της πόρτας, στεκόταν αυτός που θα γινόταν αργότερα φίρμα. Φορούσε άσπρο πουπουλένιο μπουφανάκι και κοιτούσε γύρω-γύρω ερευνητικά ενώ παράλληλα μασούσε πασατέμπο. Πλησίασα και κοίταξα κι εγώ γύρω-γύρω.
- Τι έγινε εδώ ρε παιδιά, σας την πέσανε;
Κανείς δεν απάντησε. Έκανα να πλησιάσω προς την πόρτα. Με σταμάτησε ο ένας από τους σφίχτες.
- Πού πας;
- Ψάχνω ένα βιβλίο.
Γύρισε και κοίταξε ερωτηματικά τον ασπροφορεμένο με τον πασατέμπο. Αυτός σταμάτησε το μασούλημα και με κοίταξε ερευνητικά. Με το μαύρο παλτό και τη μαλλούρα δεν έμοιαζα με κανέναν άλλον από την ομήγυρη.
- Ποιο βιβλίο;
- Το «Ταξίδι στην Ικαρία».
Έκανε ένα νεύμα στο σφίχτη, ο οποίος με άφησε να περάσω. Στριμώχτηκα δίπλα του για να μπω· δεν παραμέρισε στο ελάχιστο. Το μαγαζί ήταν ουσιαστικά αποθήκη βιβλίων, δεμένων σε ντάνες. Κάποιος άλλος ήταν πίσω από έναν πάγκο.
- Πόσα θες; Δέκα; Είκοσι;
- Ένα.
- Ένα μόνο;
- Για μένα το θέλω.
- Εδώ είμαστε χονδρική.
- Πήγα στη λιανική και είχατε κατεβάσει ρολά. Βρήκα μόνο σπασμένες βιτρίνες.
Κοίταξα γύρω-γύρω και συμπλήρωσα:
- ...κι εδώ δηλαδή τα ίδια χάλια.
- ΕΙΔΕΣ; ΕΙΔΕΣ; ακούστηκε στριγγή η φωνή του Αδώνιδος. ΑΛΛΑ ΔΕ ΘΑ ΤΟΥΣ ΠΕΡΑΣΕΙ! ΔΕ ΘΑ ΤΟΥΣ ΠΕΡΑΣΕΙ!
Δεν είχα συνηθίσει τη φωνή του τότε (ούτε και σήμερα την αντέχω βέβαια) κι αισθάνθηκα κάπως άβολα, χώρια οι σφίχτες απόξω και τα καχύποπτα βλέμματα.
- Να του δώσω ένα; ρώτησε ο τύπος από τον πάγκο τον Άδωνι.
Αυτός έγνεψε «ναι» και ξανάρχισε να μασάει πασατέμπο. Πλήρωσα δέκα ευρώ, έχωσα το βιβλίο στην τσέπη του παλτού και στριμώχτηκα πάλι δίπλα του. Αυτή τη φορά παραμέρισε λίγο. Παραμέρισαν και οι σφίχτερμεν. Έκοψα γρήγορα από τα στενά μην τυχόν με πάρει κάνα μάτι κανενός γνωστού ότι ψωνίζω από το Γεωργιάδη και γίνω ρεντίκολο. Ας όψεται η Ικαρία. Και η «Αυγή» βέβαια, ούτε λόγος.
Σ.Σ. Το βιβλίο του κ. Βασίλη Σεβδαλή «Ταξίδι στην Ικαρία» από τις εκδόσεις Γεωργιάδη το ερεύνησα εξονυχιστικά ψάχνοντας να βρω τι σχέση έχει η Ικαρία με την αρχαιοπληξία και την ακροδεξιά ιδεολογία του εκδότη. Δε βρήκα τίποτα· ένα μυθιστόρημα με σκηνικό την Ικαρία, από μέτριο έως κακό, αλλά ούτε ίχνος ακροδεξιάς. Κάτι μυθοπλαστικά ευρήματα της πυρκαγιάς, κάτι αναληθοφάνειες της κακιάς ώρας, λίγο σεξ και λίγη τρομοκρατία, χαρακτήρες-καρτούν, κάμποσο κουλέρ-λοκάλ, περίπου όλη η ελληνική λογοτεχνία του συρμού δηλαδή. Σκέφτηκα ότι θα έψαξε για εκδότη και δεν θα βρήκε άλλον, μπορεί να ήξερε τους Γεωργιάδηδες από κάπου, άντε βρες άκρη. Απόρησα λίγο που γράφτηκε κριτική επ' αυτού στην Αυγή, αλλά μετά θυμήθηκα ότι από τη συγκεκριμένη σελίδα «φιλοξενουμένων» είχαν παρελάσει σε μια φάση διάφοροι μυστήριοι, μέχρι και κάτι δωδεκαθεϊστές. Έβαλα το βιβλίο στο ράφι δίπλα στο «Οι οραματιστές της Ικαρίας» της Λιλίκας Νάκου (επίσης μυθιστόρημα χάλι μαύρο αλλά του ’60 μάλλον) και το ξέχασα. Αργότερα είχα την ευκαιρία να διαβάσω και άλλα βιβλία που διαδραματίζονται σε πραγματικές ή φαντασιακές Ικαρίες· ορισμένα ήταν ακόμα χειρότερα χάλια.
Στο μεταξύ ο Άδωνις έγινε μέγας και τρανός, τηλεοπτική περσόνα ολκής και βουλευτής, πήρε μεταγραφή, από fringe έγινε mainstream, διατέλεσε υπουργός και κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος, παντρεύτηκε μια άλλη media celebrity και απέκτησε το προσωνύμιο Μπουμπούκος. Με αυτό το τελευταίο τον βρίσκω καμιά φορά στα social media, όπως σε μια σελίδα στο Facebook που λεγόταν κάτι σαν «Αποχαιρετάμε το Μπουμπούκο που φεύγει από την Ελλάδα», τρολάροντας την εκπεφρασμένη βούληση του εν λόγω να αλλάξει χώρα αν επικρατήσουν οι αριστεροί. Η σελίδα φιλοδοξούσε να μαζέψει αριθμό υποστηρικτών μεγαλύτερο από τον αριθμό των ψηφοφόρων του Αδώνιδος, αν και δε νομίζω να τα είχε καταφέρει μέχρι χτες καθότι δεν είναι και λίγοι οι φαν του ανδρός. Πάντως χάρη σε αυτή την απόπειρα θυμήθηκα το κάπως ατυχές brief encounter που είχαμε με τον Άδωνι.
Να πω για να είμαι δίκαιος ότι στα πλαίσια της ελευθερίας της έκφρασης (και όχι του συνήθους καταδικάζωτηβίααπόόπουκιανπροέρχεται) με βρίσκουν πλήρως και κατηγορηματικά αντίθετο οι «επαναστατικές» ενέργειες πυρπόλησης του βιβλιοπωλείου του Γεωργιάδη που ελάμβαναν χώρα σε εβδομαδιαία βάση μια εποχή καθώς ο τύπος επέμενε να έχει το μαγαζί του στις παρυφές των Εξαρχείων που ορισμένοι θεωρούν γκέτο και άβατο. Εγώ πάλι θεωρώ ότι πρέπει να καταλυθεί το άβατο της ανθρώπινης βλακείας μάλλον, αυτής που οδηγεί στο φασισμό αλλά και σε κάτι αυτόκλητους τιμωρούς της άλλης πλευράς που καλό δεν κάνουν σε κανέναν. Από ό,τι φαίνεται βέβαια κάψε-κάψε στο τέλος τους πέρασε, και τώρα η επιχείρηση του Γεωργιάδη βρίσκεται εκτός κέντρου Αθήνας από όσο ξέρω.
Ατυχώς οι ιδέες του κυκλοφορούν παντού· μάλλον αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα.
Το πρωτότυπο «Ταξίδι στην Ικαρία» του Ετιέν Καμπέ σε μετάφραση Ηρώς Τσαρνά-Κόχυλα και επιμέλεια Μάκη Καβουριάρη εκδόθηκε το 2010 από την Εταιρία Ικαριακών Μελετών αν και δεν έχει κανένα ιδιαιτέρως ικαριακό θέμα (εκτός αν θεωρήσουμε την ουτοπία κάτι βαθιά ικαριακό, οπότε πάλι μέσα είμαστε).
Θεματολογιο
Επικαιροτητα,
Ικαρια,
Στοιχεια προσωπικης μυθολογιας
31/8/14
Εφτά (συν μία) αυγουστιάτικες ιστορίες, 2014
Κάτω αριστερά η Μαρία Αναματερού, πάνω δεξιά το φεγγάρι και στη μέση το πνεύμα του Καζαντζάκη. (Φωτό Ροβυθέ, Αύγουστος 2014).
Ικαριώτης αθλητής (κατηγορίας βετεράνων) γεννηθείς το 1960 αλλά δραστήριος στο μαραθώνιο και αλλαχού, βρίσκεται κάποτε θύμα των αθλητικών του ενασχολήσεων και αναγκάζεται να κάνει εγχείριση μηνίσκου. Κατά την περίοδο της αποθεραπείας του σκάει μύτη στο καφενείο του Αυγά στον Εύδηλο εμφανώς κουτσαίνοντας και με το γόνατο μπανταρισμένο. Ένας από τους παρακείμενους θαμώνες κοιτάει το γόνατο με ενδιαφέρον και ρωτάει:
- Τι εγχείριση έκανες;
- Προστάτη, απαντάει με φυσικότατο ύφος ο βετεράνος.
Και ο άλλος, πολύ σοβαρά:
- Και δούλεψε;
Αν και είναι λίγο παλιό, δεν χάνει τη φρεσκάδα του. Μια παρέα κάθεται σε εστιατόριο-σουβλατζήδικο που διευθύνουν δύο κυρίες μάλλον αθηναϊκών προδιαγραφών που αναζητούν οψίμως την τύχη τους στην πατρογονική νήσο και παραγγέλνουν στο εντελώς ικαριακών προδιαγραφών γκαρσόνι έναν αριθμό από σουβλάκια, πατάτες, σαλάτες, μπύρες, και ένα Περιέ. Ο σερβιτόρος σημειώνει ευσυνείδητα την παραγγελία, εξαφανίζεται για λίγο, πάει στο διπλανό μαγαζί, επιστρέφει στο δικό του, φέρνοντας το δίσκο ξαναπερνάει από το διπλανό και καταλήγει στο τραπέζι όπου αφήνει σουβλάκια, πατάτες, σαλάτες, μπύρες και μια μερίδα αχνιστές, πράσινες, τηγανητές πιπεριές.
- Τι είναι αυτό; ρωτάνε με απορία οι πελάτες.
- Πιπεριαί, απαντάει σε άπταιστη καθαρεύουσα ο σερβιτόρος. Πιπεριαί δεν παραγγείλατε; Δεν είχαμε εμείς και πήρα από τους δίπλα.
(Σ.Σ. Αστειευόμενος κατά το ικαριακό έθος, εννοείται).
Σε μια συναυλιακή βραδιά που άλλοι θεώρησαν μαγευτική και άλλοι φρικώδη (και μερικοί και τα δύο μαζί), η Μαρία Αναματερού τραγουδάει στο Σταύλο υπό το φως της (σχεδόν) πανσελήνου μερικά πολύ ωραία τραγούδια που ωστόσο σπεύδει διαρκώς να διανθίσει με ρητά του Καζαντζάκη και πληθώρα συναισθηματικοψυχολογικών κοινοτοπιών επιπέδου κακής ποιότητας στάτους απντέιτ σε μια προσπάθεια να έχει «κόνσεπτ» η συναυλία. Το πράγμα δεν λειτουργεί και φοβερά καλά (τουλάχιστον σε ένα μέρος του κοινού, καθότι άλλοι έχουν θαμπωθεί από το είναι – ου μην και το φαίνεσθαι – της καλλιτέχνιδος και κραυγάζουν ενθουσιασμένοι) και καθώς το ένα απόσπασμα του Καζαντζάκη διαδέχεται το άλλο σε βάρος των τραγουδιών δημιουργώντας την κρίσιμη υποψία ότι δεν έχει διαβάσει άλλο συγγραφέα ποτέ της η αοιδός, κάποιος ακούγεται να μουρμουράει στα πίσω καθίσματα:
- Εντάξει με τον Καζαντζάκη ρε φιλενάδα, από Καζαντζίδη δεν ξέρεις να μας πεις τίποτα;
Το πανηγύρι της Ακαμάτρας βρίσκεται σε πλήρη ανάπτυξη και καθώς κατά τα μεσάνυχτα αρχίζουν να καταφθάνουν τα ορφανά του πανηγυριού της Λαγκάδας δημιουργείται το αδιαχώρητο (ίσαμε τέσσερις χιλιάδες άτομα, λένε). Αρκετοί παρατάνε τα αυτοκίνητά τους όπου λάχει και η κίνηση άλλων για πάνω και άλλων για κάτω δημιουργεί ένα απίστευτο κυκλοφοριακό κομφούζιο που αναγκάζει μερικούς να κάνουν χιλιόμετρα με την όπισθεν, άλλους να κατηφορίζουν τέσσερα χιλιόμετρα σε δύο ώρες, ενώ άλλα πλήθη καταφθάνουν ολομέθυστοι με τα μπουκάλια στο χέρι. Πάνω στη σύγχυση γνωστός ικάριος συγγραφέας που έχει έρθει κι αυτός από τη Λαγκάδα αποφασίζει ότι μπορεί πλέον να επιστρέψει σπίτι του στον Εύδηλο, αλλά μη έχοντας δικό του μέσον αναζητά ωτοστόπ μέσα στο χάος αυτοκινήτων, μηχανακίων και πεζών που γεμίζουν κάθε τετραγωνικό του δρόμου για κάμποσα χιλιόμετρα. Κοιτάζει πάντως να μην πέσει σε τίποτα τύφλα στο μεθύσι, καθότι οι καιροί είναι πονηροί.
Για καλή του τύχη, βλέπει να έρχεται με ένα παπάκι ένας παλαιόθεν φίλος, ο οποίος σταματάει μπροστά του πρόθυμος να τον παραλάβει:
- Θα ανέβεις ή θα πας με τα πόδια;
- Α, ευτυχώς που σε βρήκα! Να σου πω όμως, ελπίζω να μην έχεις πιει τίποτα.
Και ο άλλος κουνώντας το κεφάλι:
- Καλά, πήγαινε με τα πόδια.
Δεκαεξαύγουστος μετά το εν λόγω πανηγύρι, ώρα δεκάτη πρωινή και τα σημάδια είναι εμφανή ακόμα και πολλά χιλιόμετρα μακριά από το επίκεντρο των γεγονότων, καθώς ανακαλύπτονται αποκοιμισμένα κορμιά ακόμα και στον Εύδηλο, ανάμεσα σε παρκαρισμένα αυτοκίνητα ή σε μισάνοιχτα πορτ-μπαγκάζ, σε πεζούλες και χωράφια, στο προαύλιο της εκκλησίας, στα πλακόστρωτα και σε μερικές αυλές. Μερικοί ακόμα κρατάνε αγκαλιά τα μπουκάλια με το κρασί, άλλοι κρατάνε ο ένας τον άλλο, άλλοι δεν κρατιούνται πουθενά και έχουν πέσει κατάχαμα εική και ως έτυχε ενώ ο ήλιος τους έχει βάλει στο αμόνι και τους βαράει αλύπητα. Την ησυχία της στιγμής έρχεται να διαλύσει το αυτοκίνητο περιπλανώμενου μανάβη που ειδοποιεί τις νοικοκυρές για την παρουσία του βάζοντας στη διαπασών ένα σιντί με νησιώτικα (σε εκτέλεση Ζελεπού – Χρύσας Καραμπάση) που ενώ διέρχεται από την εκκλησία ενημερώνει ότι
- Όταν χαράζει στο Αιγαίο, είναι όμορφα σου λέω...
Τότε ένας από τους κοιμώμενους στο προαύλιο (με μουσάκι, μαύρο γυαλί και παναμαδάκι στο κεφάλι) ανασηκώνεται ελαφρώς και σχολιάζει:
- Ναι ρε φιλαράκι, όμορφα είναι όταν χαράζει στο Αιγαίο, αλλά τώρα είναι περασμένες δέκα οπότε δε μας αφήνεις να κοιμηθούμε λιγάκι;
Αναδρομικό σε βάθος δεκαετίας βεβαίως, αλλά καλό. Την εποχή της ισχυρής Ελλάδας που έγιναν εδώ οι Ολυμπιακοί Αγώνες (εάν ενθυμείσθε), καριώτης συνταξιούχος παρακολουθεί τα αγωνίσματα παρέα με τα νεώτερα μέλη της οικογένειας. Πότε-πότε τον παίρνει ο ύπνος και κάπως σπάει ο διάολος το ποδάρι του και ξυπνάει από τους εθνικούς ύμνους κάθε τόσο που γίνεται απονομή. Έχει πέσει και σε μέρα απονομών στα ομαδικά αθλήματα, όπου ανεβαίνουν στο βάθρο πλήθη αθλητών και ο καθένας μαζί με το μετάλλιο στεφανώνεται και με ασορτί κότινο, δηλαδή κλαδί ελιάς. Οπότε σε μια απονομή κάποιας οκτακώπου που έχουν ανέβει στο βάθρο καμιά εικοσαριά και βάλε με τους κότινους και χαιρετάνε, δεν κρατιέται άλλο και σχολιάζει κουνώντας το κεφάλι:
- Τς τς τς... Τις ρημάξανε τις ελιές.
Μια πολυεθνική ομάδα ερασιτεχνών χορευτών ελληνικών χορών περιφέρεται ανά την νήσο σε διάφορα μουσικοχορευτικά events. Σε ένα από αυτά πραγματοποιείται στην Ακαμάτρα συνάντηση διαφόρων μουσικών που παίζουν τσαμπουνοφυλάκα, όργανο που μοιάζει με την κρητική ασκομαντούρα και τη διεθνή γκάιντα αλλά στα ικαριακά συμφραζόμενα φτιάχνεται από δέρμα κατσίκας. Ένας τοπικός μουσικός έχει κατασκευάσει το όργανο από δέρμα τράγου, από το οποίο όμως κόντρα στα συνηθισμένα δεν έχει αφαιρέσει ούτε το τρίχωμα ούτε τα δηλωτικά του φύλου γνωρίσματα. Το αποτέλεσμα μουσικά δεν ξέρω πως είναι, πάντως οπτικά είναι κάπως σουρεαλιστικό καθώς όπως παίζει ο μουσικός αιωρούνται διάφορα άλλα όργανα κάτω από το κυρίως όργανο, τόσο που ένας μουσικοδιδάσκαλος της ομάδας (ξένος, αλλά χιουμορίστας οπωσδήποτε) σχολιάζει σε παρακαθήμενη καριωτίνα χορεύτρια:
- Παρατηρώ ότι στα μέρη σας έχετε μουσικούς με αρχίδια.
(Όχι, παίζουμε...)
Η επίσκεψη για δεύτερη φορά τα τελευταία χρόνια του μοναδικού μάλλον ικαριακής καταγωγής αγιορείτη καλόγερου (#1) στο νησί έχει προκαλέσει ένα μίνι ενδιαφέρον στο (περιορισμένο, μάλλον) κοινό που συχνάζει στις εκκλησίες, ειδικά σε συνδυασμό με την έλευση ενός μόνιμου (αν και μη καριώτη) καλόγερου (#2) στο μοναστήρι του Μουντέ και την εικαζόμενη (αν και μάλλον συγκυριακή) παρουσία ενός γκρουβαλοειδούς τύπου με ράσο (#3), που ορισμένοι λένε ότι είναι μάλλον ασφαλίτης που αναζητά τα ίχνη του Χριστόδουλου Ξηρού, αλλά αυτό είναι άλλο ανέκδοτο. Κουβέντα στην κουβέντα κάτι φτάνει και στα αυτιά ορισμένων από το μη εκκλησιαζόμενο τμήμα του πληθυσμού, οπότε στο φαρμακείο έχει αρχίσει να γίνεται κουβέντα για το γιο της Τάδε που πήγε πριν χρόνια στο Άγιο Όρος (ο #1 που λέγαμε) και πάνω στην ώρα μπαίνει ως πελάτης ο έτερος γιος της Τάδε, γνωστός βιολόγος και μπλόγκερ κατηγορίας βαρέων βαρών (100+), με βερμουδίτσα, ωλσταράκια, μπλουζάκι με πεταλούδες, με κοτσιδάκι, γυαλάκι ηλίου, τζόκεϊ με καραβάκια και κατ’ εξαίρεσιν καλοξυρισμένος. Μια πελάτισσα τον κοιτάζει με ενδιαφέρον, χαμογελά πλατιά και ρωτάει:
- Εσύ δεν είσαι της Τάδε;
- Πράγματι, επιβεβαιώνει ο ευτραφής ιστολόγος.
Και η κυρία θριαμβευτικά:
- Α, εσύ είσαι ο καλόγερος, ε;
(Όχι ακριβώς, μανδάμ. Σαολίν...)
Δεν είναι ακριβώς η εκτέλεση του μανάβη, αλλά οι εικόνες είναι πιο οικείες.
Παλιότερες αντίστοιχες ιστορίες του 2009 εδώ,
του 2010 εδώ κι εδώ,
του 2011 εδώ
του 2012 εδώ
και του 2013 εδώ
Ικαριώτης αθλητής (κατηγορίας βετεράνων) γεννηθείς το 1960 αλλά δραστήριος στο μαραθώνιο και αλλαχού, βρίσκεται κάποτε θύμα των αθλητικών του ενασχολήσεων και αναγκάζεται να κάνει εγχείριση μηνίσκου. Κατά την περίοδο της αποθεραπείας του σκάει μύτη στο καφενείο του Αυγά στον Εύδηλο εμφανώς κουτσαίνοντας και με το γόνατο μπανταρισμένο. Ένας από τους παρακείμενους θαμώνες κοιτάει το γόνατο με ενδιαφέρον και ρωτάει:
- Τι εγχείριση έκανες;
- Προστάτη, απαντάει με φυσικότατο ύφος ο βετεράνος.
Και ο άλλος, πολύ σοβαρά:
- Και δούλεψε;
-.-.-
Αν και είναι λίγο παλιό, δεν χάνει τη φρεσκάδα του. Μια παρέα κάθεται σε εστιατόριο-σουβλατζήδικο που διευθύνουν δύο κυρίες μάλλον αθηναϊκών προδιαγραφών που αναζητούν οψίμως την τύχη τους στην πατρογονική νήσο και παραγγέλνουν στο εντελώς ικαριακών προδιαγραφών γκαρσόνι έναν αριθμό από σουβλάκια, πατάτες, σαλάτες, μπύρες, και ένα Περιέ. Ο σερβιτόρος σημειώνει ευσυνείδητα την παραγγελία, εξαφανίζεται για λίγο, πάει στο διπλανό μαγαζί, επιστρέφει στο δικό του, φέρνοντας το δίσκο ξαναπερνάει από το διπλανό και καταλήγει στο τραπέζι όπου αφήνει σουβλάκια, πατάτες, σαλάτες, μπύρες και μια μερίδα αχνιστές, πράσινες, τηγανητές πιπεριές.
- Τι είναι αυτό; ρωτάνε με απορία οι πελάτες.
- Πιπεριαί, απαντάει σε άπταιστη καθαρεύουσα ο σερβιτόρος. Πιπεριαί δεν παραγγείλατε; Δεν είχαμε εμείς και πήρα από τους δίπλα.
(Σ.Σ. Αστειευόμενος κατά το ικαριακό έθος, εννοείται).
-.-.-
Σε μια συναυλιακή βραδιά που άλλοι θεώρησαν μαγευτική και άλλοι φρικώδη (και μερικοί και τα δύο μαζί), η Μαρία Αναματερού τραγουδάει στο Σταύλο υπό το φως της (σχεδόν) πανσελήνου μερικά πολύ ωραία τραγούδια που ωστόσο σπεύδει διαρκώς να διανθίσει με ρητά του Καζαντζάκη και πληθώρα συναισθηματικοψυχολογικών κοινοτοπιών επιπέδου κακής ποιότητας στάτους απντέιτ σε μια προσπάθεια να έχει «κόνσεπτ» η συναυλία. Το πράγμα δεν λειτουργεί και φοβερά καλά (τουλάχιστον σε ένα μέρος του κοινού, καθότι άλλοι έχουν θαμπωθεί από το είναι – ου μην και το φαίνεσθαι – της καλλιτέχνιδος και κραυγάζουν ενθουσιασμένοι) και καθώς το ένα απόσπασμα του Καζαντζάκη διαδέχεται το άλλο σε βάρος των τραγουδιών δημιουργώντας την κρίσιμη υποψία ότι δεν έχει διαβάσει άλλο συγγραφέα ποτέ της η αοιδός, κάποιος ακούγεται να μουρμουράει στα πίσω καθίσματα:
- Εντάξει με τον Καζαντζάκη ρε φιλενάδα, από Καζαντζίδη δεν ξέρεις να μας πεις τίποτα;
-.-.-
Το πανηγύρι της Ακαμάτρας βρίσκεται σε πλήρη ανάπτυξη και καθώς κατά τα μεσάνυχτα αρχίζουν να καταφθάνουν τα ορφανά του πανηγυριού της Λαγκάδας δημιουργείται το αδιαχώρητο (ίσαμε τέσσερις χιλιάδες άτομα, λένε). Αρκετοί παρατάνε τα αυτοκίνητά τους όπου λάχει και η κίνηση άλλων για πάνω και άλλων για κάτω δημιουργεί ένα απίστευτο κυκλοφοριακό κομφούζιο που αναγκάζει μερικούς να κάνουν χιλιόμετρα με την όπισθεν, άλλους να κατηφορίζουν τέσσερα χιλιόμετρα σε δύο ώρες, ενώ άλλα πλήθη καταφθάνουν ολομέθυστοι με τα μπουκάλια στο χέρι. Πάνω στη σύγχυση γνωστός ικάριος συγγραφέας που έχει έρθει κι αυτός από τη Λαγκάδα αποφασίζει ότι μπορεί πλέον να επιστρέψει σπίτι του στον Εύδηλο, αλλά μη έχοντας δικό του μέσον αναζητά ωτοστόπ μέσα στο χάος αυτοκινήτων, μηχανακίων και πεζών που γεμίζουν κάθε τετραγωνικό του δρόμου για κάμποσα χιλιόμετρα. Κοιτάζει πάντως να μην πέσει σε τίποτα τύφλα στο μεθύσι, καθότι οι καιροί είναι πονηροί.
Για καλή του τύχη, βλέπει να έρχεται με ένα παπάκι ένας παλαιόθεν φίλος, ο οποίος σταματάει μπροστά του πρόθυμος να τον παραλάβει:
- Θα ανέβεις ή θα πας με τα πόδια;
- Α, ευτυχώς που σε βρήκα! Να σου πω όμως, ελπίζω να μην έχεις πιει τίποτα.
Και ο άλλος κουνώντας το κεφάλι:
- Καλά, πήγαινε με τα πόδια.
-.-.-
Δεκαεξαύγουστος μετά το εν λόγω πανηγύρι, ώρα δεκάτη πρωινή και τα σημάδια είναι εμφανή ακόμα και πολλά χιλιόμετρα μακριά από το επίκεντρο των γεγονότων, καθώς ανακαλύπτονται αποκοιμισμένα κορμιά ακόμα και στον Εύδηλο, ανάμεσα σε παρκαρισμένα αυτοκίνητα ή σε μισάνοιχτα πορτ-μπαγκάζ, σε πεζούλες και χωράφια, στο προαύλιο της εκκλησίας, στα πλακόστρωτα και σε μερικές αυλές. Μερικοί ακόμα κρατάνε αγκαλιά τα μπουκάλια με το κρασί, άλλοι κρατάνε ο ένας τον άλλο, άλλοι δεν κρατιούνται πουθενά και έχουν πέσει κατάχαμα εική και ως έτυχε ενώ ο ήλιος τους έχει βάλει στο αμόνι και τους βαράει αλύπητα. Την ησυχία της στιγμής έρχεται να διαλύσει το αυτοκίνητο περιπλανώμενου μανάβη που ειδοποιεί τις νοικοκυρές για την παρουσία του βάζοντας στη διαπασών ένα σιντί με νησιώτικα (σε εκτέλεση Ζελεπού – Χρύσας Καραμπάση) που ενώ διέρχεται από την εκκλησία ενημερώνει ότι
- Όταν χαράζει στο Αιγαίο, είναι όμορφα σου λέω...
Τότε ένας από τους κοιμώμενους στο προαύλιο (με μουσάκι, μαύρο γυαλί και παναμαδάκι στο κεφάλι) ανασηκώνεται ελαφρώς και σχολιάζει:
- Ναι ρε φιλαράκι, όμορφα είναι όταν χαράζει στο Αιγαίο, αλλά τώρα είναι περασμένες δέκα οπότε δε μας αφήνεις να κοιμηθούμε λιγάκι;
-.-.-
Αναδρομικό σε βάθος δεκαετίας βεβαίως, αλλά καλό. Την εποχή της ισχυρής Ελλάδας που έγιναν εδώ οι Ολυμπιακοί Αγώνες (εάν ενθυμείσθε), καριώτης συνταξιούχος παρακολουθεί τα αγωνίσματα παρέα με τα νεώτερα μέλη της οικογένειας. Πότε-πότε τον παίρνει ο ύπνος και κάπως σπάει ο διάολος το ποδάρι του και ξυπνάει από τους εθνικούς ύμνους κάθε τόσο που γίνεται απονομή. Έχει πέσει και σε μέρα απονομών στα ομαδικά αθλήματα, όπου ανεβαίνουν στο βάθρο πλήθη αθλητών και ο καθένας μαζί με το μετάλλιο στεφανώνεται και με ασορτί κότινο, δηλαδή κλαδί ελιάς. Οπότε σε μια απονομή κάποιας οκτακώπου που έχουν ανέβει στο βάθρο καμιά εικοσαριά και βάλε με τους κότινους και χαιρετάνε, δεν κρατιέται άλλο και σχολιάζει κουνώντας το κεφάλι:
- Τς τς τς... Τις ρημάξανε τις ελιές.
-.-.-
Μια πολυεθνική ομάδα ερασιτεχνών χορευτών ελληνικών χορών περιφέρεται ανά την νήσο σε διάφορα μουσικοχορευτικά events. Σε ένα από αυτά πραγματοποιείται στην Ακαμάτρα συνάντηση διαφόρων μουσικών που παίζουν τσαμπουνοφυλάκα, όργανο που μοιάζει με την κρητική ασκομαντούρα και τη διεθνή γκάιντα αλλά στα ικαριακά συμφραζόμενα φτιάχνεται από δέρμα κατσίκας. Ένας τοπικός μουσικός έχει κατασκευάσει το όργανο από δέρμα τράγου, από το οποίο όμως κόντρα στα συνηθισμένα δεν έχει αφαιρέσει ούτε το τρίχωμα ούτε τα δηλωτικά του φύλου γνωρίσματα. Το αποτέλεσμα μουσικά δεν ξέρω πως είναι, πάντως οπτικά είναι κάπως σουρεαλιστικό καθώς όπως παίζει ο μουσικός αιωρούνται διάφορα άλλα όργανα κάτω από το κυρίως όργανο, τόσο που ένας μουσικοδιδάσκαλος της ομάδας (ξένος, αλλά χιουμορίστας οπωσδήποτε) σχολιάζει σε παρακαθήμενη καριωτίνα χορεύτρια:
- Παρατηρώ ότι στα μέρη σας έχετε μουσικούς με αρχίδια.
(Όχι, παίζουμε...)
-.-.-
Η επίσκεψη για δεύτερη φορά τα τελευταία χρόνια του μοναδικού μάλλον ικαριακής καταγωγής αγιορείτη καλόγερου (#1) στο νησί έχει προκαλέσει ένα μίνι ενδιαφέρον στο (περιορισμένο, μάλλον) κοινό που συχνάζει στις εκκλησίες, ειδικά σε συνδυασμό με την έλευση ενός μόνιμου (αν και μη καριώτη) καλόγερου (#2) στο μοναστήρι του Μουντέ και την εικαζόμενη (αν και μάλλον συγκυριακή) παρουσία ενός γκρουβαλοειδούς τύπου με ράσο (#3), που ορισμένοι λένε ότι είναι μάλλον ασφαλίτης που αναζητά τα ίχνη του Χριστόδουλου Ξηρού, αλλά αυτό είναι άλλο ανέκδοτο. Κουβέντα στην κουβέντα κάτι φτάνει και στα αυτιά ορισμένων από το μη εκκλησιαζόμενο τμήμα του πληθυσμού, οπότε στο φαρμακείο έχει αρχίσει να γίνεται κουβέντα για το γιο της Τάδε που πήγε πριν χρόνια στο Άγιο Όρος (ο #1 που λέγαμε) και πάνω στην ώρα μπαίνει ως πελάτης ο έτερος γιος της Τάδε, γνωστός βιολόγος και μπλόγκερ κατηγορίας βαρέων βαρών (100+), με βερμουδίτσα, ωλσταράκια, μπλουζάκι με πεταλούδες, με κοτσιδάκι, γυαλάκι ηλίου, τζόκεϊ με καραβάκια και κατ’ εξαίρεσιν καλοξυρισμένος. Μια πελάτισσα τον κοιτάζει με ενδιαφέρον, χαμογελά πλατιά και ρωτάει:
- Εσύ δεν είσαι της Τάδε;
- Πράγματι, επιβεβαιώνει ο ευτραφής ιστολόγος.
Και η κυρία θριαμβευτικά:
- Α, εσύ είσαι ο καλόγερος, ε;
(Όχι ακριβώς, μανδάμ. Σαολίν...)
Δεν είναι ακριβώς η εκτέλεση του μανάβη, αλλά οι εικόνες είναι πιο οικείες.
Παλιότερες αντίστοιχες ιστορίες του 2009 εδώ,
του 2010 εδώ κι εδώ,
του 2011 εδώ
του 2012 εδώ
και του 2013 εδώ
16/6/14
Φυσική ιστορία
Albinaria puella, Κάστρο Κοσκινά, Ικαρία. Φωτό © Ροβυθέ, 2009.
Το γεγονός ότι περιφέρομαι ανά τον κόσμο εξασκώντας την επιστήμη της Βιολογίας, κατά καιρούς μου έχει δημιουργήσει κάποια θεματάκια, ειδικά σε ικαριακά περιβάλλοντα. Μερικοί, ας πούμε, με συστήνουν σε άλλους με τρόπο ελαφρώς παρεξηγήσιμο:
- Κι από δω ο Βασιλάκης της Καλίτσας, ο Καθηγητής.
Αντιπαρέρχομαι τον ετεροπροσδιορισμό ως προς τη μάνα μου (παλιό και αθεράπευτο ικαριακό σύμπτωμα), και εστιάζω στο ότι δεν έχω ποτέ διδάξει πουθενά, άρα Καθηγητής δεν είμαι. Οι συνομιλητές απορούν.
- Μα σε Πανεπιστήμιο δεν δουλεύεις;
- Όντως.
- Άρα καθηγητής δεν είσαι, τι είσαι;
Εξηγώ ότι εργάζομαι ερευνητικά, όχι εκπαιδευτικά. Η λέξη έρευνα δεν λέει πολλά στους περισσότερους (εντός και εκτός Ικαρίας, τίποτα περίεργο ως εδώ). Είναι η κατάρα του επαγγέλματος· εφόσον δεν θεραπεύεις τον καρκίνο ή δε μελετάς έστω τη μακροζωία, κανείς δεν καταλαβαίνει τι ακριβώς κάνεις, ούτε καν η μαμά σου. Βέβαια προ πολλών ετών που είχαν βγει ο Κλίντον και ο Μπλερ αντάμα να ανακοινώσουν την ολοκλήρωση (στο περίπου...) της αλληλουχίας του ανθρώπινου γονιδιώματος (λες και αυτοί την έκαναν τη δουλειά, αλλά τέλος πάντων...) το έπαιζε η τηλεόραση πρώτη είδηση οπότε χάρηκε και η μάνα μου που το είδε.
- Επιτέλους, κατάλαβα τι δουλειά κάνεις. Το είπε αυτός ο Γκλίντον.
- Και τι κάνω ρε μάνα;
- Θεραπεύεις τον καρκίνο κι ας μην είσαι γιατρός.
Βέβαια οι περισσότεροι ξέρουν πια ότι δεν θεραπεύω τίποτα οπότε γλυτώνω προσώρας τη μήνυση για αντιποίηση ιατρικού επαγγέλματος, αρκετοί όμως νομίζουν ότι έχω γνώσεις επί όλων των όψεων του φυσικού κόσμου, ή έστω των ζωντανών οργανισμών. Φταίω κι εγώ βέβαια που όταν ήμουν νέος άνοιγα το στόμα μου λίγο περισσότερο σχετικά με το αντικείμενο της δουλειάς μου, ειδικά μια εποχή προ εικοσαετίας περίπου που μάζευα σαλιγκάρια στα πλαίσια μιας διατριβής. Θυμάμαι μια φάση που μάζευα από τον τοίχο του Γυμνασίου στον Εύδηλο. Σταματάει ένα μηχανάκι μ’ ένα μικρό και με περιεργάζεται.
- Είντα κάνεις εκεδά;
- Μαζεύω σαλιγκάρια.
- Καριβόλους; Μα ‘εν ειν η εποχή τους. Είντα καριβόλους, πασπαρίτες για μαρμαρίτες;
- Ξέρω γω; Αλμπινάριες. Δεν τρώγονται, είναι πολύ μικρές.
- Και είντα διάολο σ’ έπιασε και τις μαζεύεις άμα ‘εν τρώγονται;
Δεν ξέρω τι πήγε και διέδωσε στην πλατεία, πάντως οι φίλοι μου με περίμεναν στο καφενείο με ανήσυχο ύφος:
- Είναι αλήθεια ότι πας και μαζεύεις βατράχια στον Ποταμό;
Δεν ήταν, αλλά καλού κακού έκοψα την πολλή κουβέντα μη μου βγει κάνα όνομα. Με τον καιρό αντάλλαξα και τα σαλιγκάρια με κάτι εξωτικούς μεταξοσκώληκες και πεταλούδες (με την έμφαση στα γονίδια και το DNA) και το πράγμα ψιλοξεχάστηκε, αν και από καιρού εις καιρόν ακούω κάτι «επιστημονικά» ερωτήματα που με αφήνουν άφωνο, και σχεδόν πάντα αφορούν κάτι που έχει να κάνει με τη χλωρίδα και την πανίδα, που για κάποιο λόγο όλοι είναι επαΐοντες ή ξέρουν κάποιον που ξέρει κάποιον που τους είπε κάτι μεγαλοπρεπές.
- Ήξερες ότι ο κορκόφυλλας υπάρχει μόνο στην Ικαρία;
- Μα δεν υπάρχει μόνο στην Ικαρία, υπάρχει σε πολλά μέρη. Λέγεται Agama stellio. Ή μάλλον λεγόταν, διότι τώρα λέγεται Laudakia stellio. Είναι αρκετά κοινό είδος.
- Στέλιο το λένε; Σιγά μην το λένε και Μπάμπη...
Στεναχωριέμαι λίγο όταν τους χαλάω τη φαντασίωση πως έχουμε κάτι στην Ικαρία που δεν υπάρχει αλλού ή είναι τέλος πάντων σπάνιο, αλλά εδώ πιστεύει ο κόσμος άλλα κι άλλα, στο Στέλιο θα κολλήσουμε; Προ ετών στην Ολλανδία μιλούσα με κάτι Ιταλούς που είχαν έρθει στην Ικαρία κάποτε να ψάξουν να βρουν βίδρες.
- Βίδρες;
- Ναι. Όχι ακριβώς τις ίδιες, τα βιοδηλωτικά ίχνη της παρουσίας τους.
Βιοδηλωτικά ίχνη είναι ένας ευφημισμός που χρησιμοποιούν οι φυσιοδίφες για τα κόπρανα των ζώων: όταν το ζώο δεν φαίνεται, ψάχνουμε ότι αφήνει πίσω του.
- Μα οι βίδρες θέλουν νερά, ποτάμια, πού θα βρεθούν αυτά;
- Και τι θες να μου πεις δηλαδή, ότι δεν έχει βίδρες;
Δεν είναι της ειδικότητάς μου, αλλά επειδή μου συνέμπε ρώτησα κάτι φίλους στο WWF που το πάνε το γράμμα με τα οικολογικά και τις πανίδες. Κουνάγανε το κεφάλι τους με δυσπιστία, να λέγεται. Βέβαια προ καιρού διάβασα στο ikariamag ότι μια βίδρα κατέβηκε για ψώνια στις Ράχες, οπότε αν και δεν πιστεύω ό,τι διαβάζω στο Ίντερνετ, λέω να κρατάω και μικρό καλάθι. Εδώ ο κάπτεν Έιχαμπ βρήκε το γιγάντιο καλαμάρι στις νότιες θάλασσες (άσε πια το Μόμπυ Ντικ αυτοπροσώπως), δε θα βρεθεί μια βίδρα στις Ράχες, ακόμα και μεταμφιεσμένη σε ατσίδα; Ή σε ρασκό; Άσε που έχει βρεθεί λεοπάρδαλη στη Σάμο (εκτίθεται κιόλας, «το καπλάνι της βιτρίνας» που λένε), οπότε ας κρατάμε μια πισινή...
Καλού κακού εσχάτως αποφεύγω να απαντάω σε ερωτήσεις που δεν αφορούν ειδικώς έντομα (και μάλιστα το DNA τους, όχι τη φάτσα), αλλά την ταλαιπωρία με τη φυσική ιστορία δεν τη γλυτώνω. Πριν λίγο, ας πούμε, μου στέλνει μήνυμα μια φίλη:
- Τι ξέρεις για την πεταλουδίτσα Polyommatus icarus;
Τίποτα φυσικά, αλλά με ένα ψαξιματάκι στη wikipedia βρίσκω ότι το συμπαθές λεπιδόπτερο έχει παλαιοαρκτική διασπορά, δηλαδή καμμία σχέση. Η απογοήτευση στην άλλη άκρη του chat δεν κρύβεται:
- Κρίμα, κι εγώ συγκινήθηκα που έχουμε πεταλούδα δικιά μας...
Εξηγώ ότι τα λατινικά ονόματα των ειδών δεν σημαίνουν υποχρεωτικά κάτι ιδιαίτερο για την προέλευσή τους (αν και συχνά συμβαίνει) και ότι icarus σημαίνει Ίκαρος, όχι Ικαριακός, στην οποία περίπτωση θα ήταν ikariae. Και επιτόπου αρχίζω και σκαλίζω τις πηγές και βρίσκω ένα «δικό μας» σκνιπάκι (Thaumalea ikariae) και θυμάμαι αμυδρά και μια σκολόπεντρα Geophilus ή κάπως έτσι, και ψάχνοντάς την πέφτω πάνω στον πασίγνωστο Galanthus ikariae που βέβαια είναι της χλωρίδας και όχι της πανίδας, και μετά από λίγη ώρα διαβάζω εμβριθώς εκατοντάδες ονόματα φυτών σε ένα άρθρο με τίτλο The Flora of Ikaria που έχει γράψει ένας (αληθινός) καθηγητής πανεπιστημίου και λέω όπου να ‘ναι να το κόψω το σπορ διότι με βλέπω να καταλήγω να κυνηγάω κι εγώ τίποτα βίδρες οσονούπω, ή έστω κανένα εκτός εποχής σαλιγκάρι, κι ας μην τρώγεται.
Τουλάχιστον αυτό δεν τρέχει να φύγει μόλις πλησιάσεις, οπότε μπορείς να το μαζέψεις άνετα.
Σ.Σ. Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 12/6/2014, με έναν λίγο πιο πιασάρικο τίτλο επιλογής της σύνταξης της ιστοσελίδας.
Το γεγονός ότι περιφέρομαι ανά τον κόσμο εξασκώντας την επιστήμη της Βιολογίας, κατά καιρούς μου έχει δημιουργήσει κάποια θεματάκια, ειδικά σε ικαριακά περιβάλλοντα. Μερικοί, ας πούμε, με συστήνουν σε άλλους με τρόπο ελαφρώς παρεξηγήσιμο:
- Κι από δω ο Βασιλάκης της Καλίτσας, ο Καθηγητής.
Αντιπαρέρχομαι τον ετεροπροσδιορισμό ως προς τη μάνα μου (παλιό και αθεράπευτο ικαριακό σύμπτωμα), και εστιάζω στο ότι δεν έχω ποτέ διδάξει πουθενά, άρα Καθηγητής δεν είμαι. Οι συνομιλητές απορούν.
- Μα σε Πανεπιστήμιο δεν δουλεύεις;
- Όντως.
- Άρα καθηγητής δεν είσαι, τι είσαι;
Εξηγώ ότι εργάζομαι ερευνητικά, όχι εκπαιδευτικά. Η λέξη έρευνα δεν λέει πολλά στους περισσότερους (εντός και εκτός Ικαρίας, τίποτα περίεργο ως εδώ). Είναι η κατάρα του επαγγέλματος· εφόσον δεν θεραπεύεις τον καρκίνο ή δε μελετάς έστω τη μακροζωία, κανείς δεν καταλαβαίνει τι ακριβώς κάνεις, ούτε καν η μαμά σου. Βέβαια προ πολλών ετών που είχαν βγει ο Κλίντον και ο Μπλερ αντάμα να ανακοινώσουν την ολοκλήρωση (στο περίπου...) της αλληλουχίας του ανθρώπινου γονιδιώματος (λες και αυτοί την έκαναν τη δουλειά, αλλά τέλος πάντων...) το έπαιζε η τηλεόραση πρώτη είδηση οπότε χάρηκε και η μάνα μου που το είδε.
- Επιτέλους, κατάλαβα τι δουλειά κάνεις. Το είπε αυτός ο Γκλίντον.
- Και τι κάνω ρε μάνα;
- Θεραπεύεις τον καρκίνο κι ας μην είσαι γιατρός.
Βέβαια οι περισσότεροι ξέρουν πια ότι δεν θεραπεύω τίποτα οπότε γλυτώνω προσώρας τη μήνυση για αντιποίηση ιατρικού επαγγέλματος, αρκετοί όμως νομίζουν ότι έχω γνώσεις επί όλων των όψεων του φυσικού κόσμου, ή έστω των ζωντανών οργανισμών. Φταίω κι εγώ βέβαια που όταν ήμουν νέος άνοιγα το στόμα μου λίγο περισσότερο σχετικά με το αντικείμενο της δουλειάς μου, ειδικά μια εποχή προ εικοσαετίας περίπου που μάζευα σαλιγκάρια στα πλαίσια μιας διατριβής. Θυμάμαι μια φάση που μάζευα από τον τοίχο του Γυμνασίου στον Εύδηλο. Σταματάει ένα μηχανάκι μ’ ένα μικρό και με περιεργάζεται.
- Είντα κάνεις εκεδά;
- Μαζεύω σαλιγκάρια.
- Καριβόλους; Μα ‘εν ειν η εποχή τους. Είντα καριβόλους, πασπαρίτες για μαρμαρίτες;
- Ξέρω γω; Αλμπινάριες. Δεν τρώγονται, είναι πολύ μικρές.
- Και είντα διάολο σ’ έπιασε και τις μαζεύεις άμα ‘εν τρώγονται;
Δεν ξέρω τι πήγε και διέδωσε στην πλατεία, πάντως οι φίλοι μου με περίμεναν στο καφενείο με ανήσυχο ύφος:
- Είναι αλήθεια ότι πας και μαζεύεις βατράχια στον Ποταμό;
Δεν ήταν, αλλά καλού κακού έκοψα την πολλή κουβέντα μη μου βγει κάνα όνομα. Με τον καιρό αντάλλαξα και τα σαλιγκάρια με κάτι εξωτικούς μεταξοσκώληκες και πεταλούδες (με την έμφαση στα γονίδια και το DNA) και το πράγμα ψιλοξεχάστηκε, αν και από καιρού εις καιρόν ακούω κάτι «επιστημονικά» ερωτήματα που με αφήνουν άφωνο, και σχεδόν πάντα αφορούν κάτι που έχει να κάνει με τη χλωρίδα και την πανίδα, που για κάποιο λόγο όλοι είναι επαΐοντες ή ξέρουν κάποιον που ξέρει κάποιον που τους είπε κάτι μεγαλοπρεπές.
- Ήξερες ότι ο κορκόφυλλας υπάρχει μόνο στην Ικαρία;
- Μα δεν υπάρχει μόνο στην Ικαρία, υπάρχει σε πολλά μέρη. Λέγεται Agama stellio. Ή μάλλον λεγόταν, διότι τώρα λέγεται Laudakia stellio. Είναι αρκετά κοινό είδος.
- Στέλιο το λένε; Σιγά μην το λένε και Μπάμπη...
Στεναχωριέμαι λίγο όταν τους χαλάω τη φαντασίωση πως έχουμε κάτι στην Ικαρία που δεν υπάρχει αλλού ή είναι τέλος πάντων σπάνιο, αλλά εδώ πιστεύει ο κόσμος άλλα κι άλλα, στο Στέλιο θα κολλήσουμε; Προ ετών στην Ολλανδία μιλούσα με κάτι Ιταλούς που είχαν έρθει στην Ικαρία κάποτε να ψάξουν να βρουν βίδρες.
- Βίδρες;
- Ναι. Όχι ακριβώς τις ίδιες, τα βιοδηλωτικά ίχνη της παρουσίας τους.
Βιοδηλωτικά ίχνη είναι ένας ευφημισμός που χρησιμοποιούν οι φυσιοδίφες για τα κόπρανα των ζώων: όταν το ζώο δεν φαίνεται, ψάχνουμε ότι αφήνει πίσω του.
- Μα οι βίδρες θέλουν νερά, ποτάμια, πού θα βρεθούν αυτά;
- Και τι θες να μου πεις δηλαδή, ότι δεν έχει βίδρες;
Δεν είναι της ειδικότητάς μου, αλλά επειδή μου συνέμπε ρώτησα κάτι φίλους στο WWF που το πάνε το γράμμα με τα οικολογικά και τις πανίδες. Κουνάγανε το κεφάλι τους με δυσπιστία, να λέγεται. Βέβαια προ καιρού διάβασα στο ikariamag ότι μια βίδρα κατέβηκε για ψώνια στις Ράχες, οπότε αν και δεν πιστεύω ό,τι διαβάζω στο Ίντερνετ, λέω να κρατάω και μικρό καλάθι. Εδώ ο κάπτεν Έιχαμπ βρήκε το γιγάντιο καλαμάρι στις νότιες θάλασσες (άσε πια το Μόμπυ Ντικ αυτοπροσώπως), δε θα βρεθεί μια βίδρα στις Ράχες, ακόμα και μεταμφιεσμένη σε ατσίδα; Ή σε ρασκό; Άσε που έχει βρεθεί λεοπάρδαλη στη Σάμο (εκτίθεται κιόλας, «το καπλάνι της βιτρίνας» που λένε), οπότε ας κρατάμε μια πισινή...
Καλού κακού εσχάτως αποφεύγω να απαντάω σε ερωτήσεις που δεν αφορούν ειδικώς έντομα (και μάλιστα το DNA τους, όχι τη φάτσα), αλλά την ταλαιπωρία με τη φυσική ιστορία δεν τη γλυτώνω. Πριν λίγο, ας πούμε, μου στέλνει μήνυμα μια φίλη:
- Τι ξέρεις για την πεταλουδίτσα Polyommatus icarus;
Τίποτα φυσικά, αλλά με ένα ψαξιματάκι στη wikipedia βρίσκω ότι το συμπαθές λεπιδόπτερο έχει παλαιοαρκτική διασπορά, δηλαδή καμμία σχέση. Η απογοήτευση στην άλλη άκρη του chat δεν κρύβεται:
- Κρίμα, κι εγώ συγκινήθηκα που έχουμε πεταλούδα δικιά μας...
Εξηγώ ότι τα λατινικά ονόματα των ειδών δεν σημαίνουν υποχρεωτικά κάτι ιδιαίτερο για την προέλευσή τους (αν και συχνά συμβαίνει) και ότι icarus σημαίνει Ίκαρος, όχι Ικαριακός, στην οποία περίπτωση θα ήταν ikariae. Και επιτόπου αρχίζω και σκαλίζω τις πηγές και βρίσκω ένα «δικό μας» σκνιπάκι (Thaumalea ikariae) και θυμάμαι αμυδρά και μια σκολόπεντρα Geophilus ή κάπως έτσι, και ψάχνοντάς την πέφτω πάνω στον πασίγνωστο Galanthus ikariae που βέβαια είναι της χλωρίδας και όχι της πανίδας, και μετά από λίγη ώρα διαβάζω εμβριθώς εκατοντάδες ονόματα φυτών σε ένα άρθρο με τίτλο The Flora of Ikaria που έχει γράψει ένας (αληθινός) καθηγητής πανεπιστημίου και λέω όπου να ‘ναι να το κόψω το σπορ διότι με βλέπω να καταλήγω να κυνηγάω κι εγώ τίποτα βίδρες οσονούπω, ή έστω κανένα εκτός εποχής σαλιγκάρι, κι ας μην τρώγεται.
Τουλάχιστον αυτό δεν τρέχει να φύγει μόλις πλησιάσεις, οπότε μπορείς να το μαζέψεις άνετα.
Σ.Σ. Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 12/6/2014, με έναν λίγο πιο πιασάρικο τίτλο επιλογής της σύνταξης της ιστοσελίδας.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





