ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο - Γιάννενα


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κρητη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κρητη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

30/12/19

Διαλαθὼν ὑπεχώρησεν

Το 5ο λιοντάρι, Πανσέληνος Μαΐου 2019 (Φωτό Ροβυθέ)


«Ο Χέγκελ λέει κάπου ότι όλα τα γεγονότα και οι προσωπικότητες της ιστορίας επανεμφανίζονται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Ξέχασε να προσθέσει: την πρώτη φορά ως τραγωδία, τη δεύτερη ως φάρσα.»

Καρλ Μαρξ – Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη

Πριν δέκα χρόνια έφευγα από την Κρήτη για πρώτη φορά. (Εντάξει, εννιά χρόνια και οχτώ μήνες, δε θα τα χαλάσουμε τώρα επ’ αυτού.) Φεύγοντας δεν πίστευα ότι θα ξαναγυρίσω ποτέ, τουλάχιστον για μόνιμη εγκατάσταση. Την εποχή εκείνη ήμουν φυσικά νεώτερος, αν και όχι πια νέος – έκλεινα τα 42, έναν αριθμό που όπως ξέρουν οι φαν του Ντάγκλας Άνταμς είναι η απάντηση στο ερώτημα σχετικά με τη ζωή, το σύμπαν και τα πάντα*. Μπορεί στα 42 να μην είσαι νέος ακριβώς, αλλά μπορεί να σε απασχολεί η ζωή, το σύμπαν και τα πάντα με έναν τρόπο πιο άμεσο ή επείγοντα από ό,τι στα 22, τα 32 ή τα 52 κι ίσως κάπου εκεί να βρίσκεται η αιτία που τότε η αναχώρησή μου με είχε επηρεάσει συναισθηματικά σε αρκετά μεγάλο βαθμό· οι παλιοί αναγνώστες του ιστολογίου (δηλαδή ο Θανάσης μέσες-άκρες) θα θυμούνται ότι εκείνη την περίοδο πόσταρα διάφορα αποχαιρετιστήρια, από Τρύπες μέχρι Ψαραντώνη και από Μουντάκη μέχρι διάφορα εξομολογητικά σε τόνο όχι ακριβώς σπαραξικάρδιο αλλά με κάποιες αποχρώσεις όχι εντελώς απαλλαγμένες από μελόδραμα.

Η εποχή βέβαια ήταν πιο μεστή γεγονότων και με διάφορες εναλλαγές, σε συνθήκες ιδιαίτερης αβεβαιότητας τόσο προσωπικής όσο και γενικότερα για τη χώρα, βάλε και μια σχετική καταπόνηση λόγω παρατεταμένης ανεργίας ή τέλος πάντων εργασιακής ανασφάλειας, περιστασιακής διαμονής εδώ κι εκεί, κάτι ανεκπλήρωτων ερωτικών επιθυμιών ή έστω ματαιωμένων προσδοκιών, βάλε και την ταξιδιάρικη διάθεση που μου υπέβαλλε η ιστιοπλοΐα και η όλη φάση προσωρινότητας, χώρια (σοφοὶ δὲ προσιόντων)** η κρίση, αν και η λέξη «μνημόνιο» δεν ήταν ακόμα σε ευρεία χρήση. Υπάρχουν βέβαια πάμπολλες διαφορές ακόμα αν το σκεφτείς· οι γονείς μου ακόμα ζούσαν και για κάποιους ήμουν «το παιδί», οι φίλοι μου ήταν ακόμα ένας σχετικά μεγάλος κύκλος κι όχι όπως σήμερα πολλά διαφορετικά μικρά κυκλάκια. Ας είναι…

Γύρισα στην Κρήτη πριν εξίμισι χρόνια και σε άλλη φάση. Σ’ αυτά τα εξίμισι χρόνια συνέβησαν επίσης διάφορα (μια εισέτι ανεξήγητη επαγγελματική πρόοδος, κάτι ακυρωμένοι a posteriori έρωτες, οιονεί διαζύγια, κάτι ξαφνικές αναλαμπές φωτός σε ένα κάπως μουντό εν γένει υπόβαθρο). Μερικοί από τους ανθρώπους που συναπαντηθήκαμε την πρώτη περίοδο έφυγαν, γεωγραφικά ή κοινωνικά (ορισμένοι, αλίμονο, έφυγαν από τη ζωή ολότελα), άλλοι ήρθαν, ή ήρθαν κι έπειτα έφυγαν πάλι, άλλοι άλλαξαν ρόλους. Άλλαξα βέβαια κι εγώ, όπως έλεγε κι ο Ηράκλειτος, δεν μπορείς να μπεις δυο φορές στο ίδιο ποτάμι. Κάποιοι ήταν πάντα εκεί και χαίρομαι που τους έχω μαζί μου και τώρα, ακόμα κι αν δε ζούμε πια στην ίδια πόλη (το «μαζί» είναι έννοια που υπερβαίνει τη γεωγραφία). Ο χρόνος κύλησε, ήρθε καιρός να φύγω πάλι.

Έφυγα πριν δεκαπέντε μέρες για δεύτερη φορά. Δε λέω «οριστικά» γιατί η πρότερη εμπειρία διδάσκει ότι πολύ λίγα πράγματα είναι εν τέλει οριστικά. Αλλά κακά τα ψέματα, εκεί που πάω δεν πάω για λίγο, πάω για να μείνω. Καλού κακού πάντως είπα να αποφύγω τους συναισθηματισμούς της προηγούμενης αναχώρησης. Όταν πρωτοπήγα με είχε προειδοποιήσει κάποιος (από τους πρώτους αποχωρήσαντες) ότι η Κρήτη είναι για τρία χρόνια μάξιμουμ, μετά ανακυκλώνεσαι. Εγώ συμπλήρωσα τριάμισι συν εξίμισι, δέκα χρόνια (χώρια μια ενδιάμεση τριετία στο εξωτερικό). Είναι μάλλον πολλά. Όχι γιατί είδα όλα όσα υπάρχουν να δει κανείς αλλά επειδή η γοητεία της ανακάλυψης μειώνεται προϊόντος του χρόνου, κι ας έχω αφήσει απάτητα διάφορα σημεία της κρητικής γεωγραφίας (ειδικά δυτικότερα του Ψηλορείτη), καθόλου δεν με πειράζει. Ας έμειναν ημιτελείς οι σπουδές μου στις χορευτικές παραλλαγές του συρτού (συγγνώμη, δάσκαλε, ραντεβού στην Ικαρία τώρα) και στην άγνωστη ιστορία του Μεγάλου Κάστρου (σταμάτησα και το κυνήγι του θησαυρού τα τελευταία χρόνια). Θα έχουμε την ευκαιρία σε άλλες επισκέψεις, ίσως.

Την πρώτη φορά έκανα ένα αποχαιρετιστήριο «πάρτι» στο Guernica Bar – τότε ήταν το κατεξοχήν στέκι της εναλλακτικής νεολαίας της πόλης. Αυτή τη φορά έκανα ένα αποχαιρετιστήριο «πάρτι» στο Guernica Bar – τώρα είναι στοχοποιημένο από μια ικανή μερίδα της εναλλακτικής νεολαίας ως κέντρο σεξιστικής κουλτούρας και οιονεί άντρο βιαστών (τόσο που μερικές από τις φοιτήτριές μου χρειάστηκε να κάνουν άτυπη συνέλευση για το αν θα έρθουν, κι όταν τελικά ήρθαν ζήτησαν να μη μαθευτεί παραέξω). Και τις δύο φορές ήρθαν εικοσικάτι-τριάντα άτομα, αλλά ίσως είναι χαρακτηριστικό ότι μόνο δύο ή τρεις ήταν παρόντες και στα δύο αποχαιρετιστήρια, με διαφορά μιας δεκαετίας.

Αυτό βέβαια είναι αρκετά λογικό: σήμερα πολλοί από τους «παλιούς» καλεσμένους μου έχουν φύγει από το νησί ή εμμέσως από τη ζωή μου, ενώ πριν δέκα χρόνια πολλοί από τους σημερινούς μου καλεσμένους θα πήγαιναν ακόμα Λύκειο ή και Γυμνάσιο, πολύ πριν μαζευτούν στην Κρήτη για σπουδές ή μεταπτυχιακά. Ορισμένοι πάντως έδειχναν αρκετά συγκινημένοι που με αποχωρίζονταν, και για κάποιο λόγο θεωρούσαν ότι πρέπει να είμαι κι εγώ εξίσου συγκινημένος. Κάπως βέβαια το πράγμα δεν ανταποκρινόταν ακριβώς στην προσδοκία, διότι κάτι που δέκα χρόνια μετά δεν είμαστε οι ίδιοι άνθρωποι, κάτι που άμα έχεις ξαναζήσει παρόμοια σκηνή δεν σου φαίνεται και τόσο τρομερό, κάτι που τέλος πάντων αυτή τη φορά δεν φεύγω μετανάστης αλλά πάω σε έναν τόπο εξίσου οικείο ή ξένο με όσο ήταν η Κρήτη όταν πρωτοπήγα στο νησί, οι αντιδράσεις μου τους φαινόντουσαν ίσως υπερβολικά χλιαρές.

- Μα δεν είσαι συγκινημένος που φεύγεις;
- Εεεε, εντάξει, ξέρω γω… Έχω ξαναφύγει.

Μετά από λίγο:

- Μα δεν είσαι ενθουσιασμένος που πας σε ένα νέο μέρος;
- Εεεε, εντάξει, ξέρω γω… Έχω πάει σε κάμποσα.

Στο τέλος μια νεαρή φοιτήτρια σχεδόν εκνευρίστηκε.

- Μα δε μου λες, αισθάνεσαι τίποτα ποτέ;

Η απάντησή μου («μια ορισμένη κούραση») μάλλον δεν την ικανοποίησε. Έχει βέβαια τα δίκια της· άμα είσαι εικοσικάτι χρονών, ο κόσμος είναι ακόμα φρέσκος, άμα είσαι τα διπλάσια όλα έχουν πάρει λίγο να μπαγιατεύουν, ακόμα και τα αισθήματα. Η αλήθεια είναι ότι με κατατρέχει χρόνια αυτό το φαινόμενο, να μη με πιάνουν ούτε φοβερές εξάρσεις ούτε τρομερές καταβυθίσεις, ειδικά για πράγματα τόσο τετριμμένα όσο μια ακόμα μετακόμιση από τις (δεκαπέντε; δεκαεφτά;) που έχω ήδη κάνει. Ακόμα πιο ακριβές θα ήταν να πω ότι με κατατρέχει η εναρκτήρια φράση της 18ης Μπρυμαίρ – αν και δεν έχω καμία σχέση βέβαια με το Λουδοβίκο Βοναπάρτη, η αίσθηση της γελοιότητας στην επανάληψη της ίδιας ιστορίας με φοβίζει κάπως. Μου θυμίζει τον ήρωα στα «Τύμπανα της κοιλιάς και του πολέμου» του Σουρούνη που πάει να καταταγεί στην επιστράτευση το '74 σε περίπου καθημερινή βάση· στην αρχή αντιμετωπίζεται ως ο ήρωας που θα πάρει την Πόλη, στο τέλος απλώς βρίσκει ένα σημείωμα ότι το φαΐ είναι στο φούρνο και να μην κάνει φασαρία το πρωί και ξυπνήσει τους άλλους.

Τι τα θέλετε, άλλοι είναι πλασμένοι για τα υψηλόφωνα, για τελετές και πανηγύρεις, άλλοι είμαστε κάπως του χαμηλόφωνα, μην πω και του ψιθυριστά ολότελα. Κάπως αταίριαστα μου έρχεται στο νου «Ο Βασιλεύς Δημήτριος» του Καβάφη που μπροστά στην επικείμενη ήττα δεν φέρθηκε διόλου σαν βασιλεύς, αλλά «Κάμνοντας ὅμοια σὰν ἠθοποιὸς ποῦ ὅταν ἡ παράστασις τελειώσει, ἀλλάζει φορεσιὰ κι ἀπέρχεται», διαλαθὼν ὑπεχώρησεν.

Από το Λουδοβίκο Βοναπάρτη καλύτερα πάντως.


ΥΓ. Πέρα από τους φίλους, χρωστάω μια αποχαιρετιστήρια κουβέντα ακόμα για ανθρώπους που αν και δεν είμαστε «φίλοι» με την τυπική έννοια του όρου, υπήρξαν εν αγνοία τους «σηματωροί» κατά έναν τρόπο της παρουσίας μου στην Κρήτη, είτε την πρώτη περίοδο είτε τη δεύτερη, είτε και τις δύο. Το συχωρεμένο τον κυρ-Νίκο στο Σκαλάνι, ας πούμε. Το σφο Μήτσο τον Καγιαμπή, διαχρονικά. Τη Ράνια (όχι μόνο για τη ρακή, ξέρει εκείνη). Τον Κωστή τον Αβυσσινό (που σίγουρα δεν ξέρει). Και τη Μαρία Φασουλάκη, βέβαια, το απόλυτο σάουντρακ της ζωής μου στην Κρήτη.

Καλή αντάμωση, παιδιά.


Η Μαρία Φασουλάκη τραγουδάει Κορακάκη στην ταβέρνα του Βαρδή το 2017. Vintage video by yours truly.



*Το ερώτημα βέβαια δεν ξέρουμε, και η διαδεδομένη εικασία «πόσο κάνει εννιά επί έξι» είναι προδήλως λανθασμένη.

**Σιγά τη σοφία, φως φανάρι ήτανε πού πάει το πράγμα τους πρώτους μήνες του 2010.


11/11/19

Μια παρέκβαση στην Κρήτη - Patrick Leigh Fermor

Patrick Leigh Fermor (1915-2011) - εικόνα από εδώ.

Η Κρήτη έδωσε στις παλινδρομικές μου επιθυμίες την τελική τους στροφή. Παρ’ όλη τη νησιώτικη περηφάνια των κατοίκων της, το αίσθημα της απόστασης από την ηπειρωτική χώρα και την ιδιοτυπία της διαλέκτου που μιλούν και των συνηθειών τους, το νησί είναι μια σύνοψη της Ελλάδας. Οι ελληνικές αρετές και τα ελαττώματα, κάτω από πιο απότομα βουνά και πιο καυτό ήλιο, φτάνουν στον παροξυσμό. Είναι, με την κάθε άλλο παρά μειωτική έννοια με την οποία προσπάθησα να αποκαταστήσω τη λέξη, η πιο ρωμαίικη περιοχή από όλες· η τελευταία περιοχή που εγκατέλειψαν οι Τούρκοι. Υπό άλλη έννοια είναι και η λιγότερο ρωμαίικη· η Κρήτη έπεσε στα χέρια των Τούρκων δυο αιώνες αργότερα από την υπόλοιπη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. [...]

Όπως μερικά από τα όρη της Ηπείρου και της Μάνης, τα βουνά της Κρήτης ποτέ δεν υποτάχτηκαν εντελώς. Ο αγώνας μπορούσε να συντηρηθεί μόνο σε μια χώρα με άγρια βουνά, από ανθρώπους με εξαιρετική ζωτικότητα και αποφασιστικότητα. Δύσκολα θα βρεις χωριό όπου οι γέροι να μην έχουν να ανακαλέσουν στη μνήμη τους τουλάχιστον μια εξέγερση και να θυμηθούν αυτάρεσκα τα κατορθώματα που έκαναν. [...] Όταν, μαζί με μια φούχτα άλλους σκορπισμένους Άγγλους, βρέθηκα κι εγώ ανακατεμένος σ’ εκείνα τα γεγονότα, τα βουνά ανάμεσα στον Ψηλορείτη και στα Λευκά Όρη έγιναν το καταφύγιό μας· οι άνθρωποι που ζήσαμε ανάμεσά τους ήταν ορεσίβιοι, βοσκοί και χωρικοί που ζούσαν ψηλά, πάνω από τους κάμπους και τις πολιτείες, μέσα σε συνθήκες πανομοιότυπες με τη ζωή και το περιβάλλον των επαναστατημένων κλεφτών οποιασδήποτε εποχής κατά τους τελευταίους αιώνες. Η σύγχρονη ζωή είχε απλούστατα βρει το πιο παράτολμο μετερίζι· πολλά από τα ελαττώματα της παράνομης ζωής στα βουνά είχαν αποχαλινωθεί. Η συνήθεια αιώνων, όπως είδαμε, απαιτούσε την αντίσταση με κάθε θυσία ενάντια στον κατακτητή. Είχε επίσης κληροδοτήσει έθιμα εκτός νόμου, που τώρα έκαναν θραύση ανάμεσα στους ίδιους τους Κρητικούς. Οι άνθρωποι αυτοί ανασταίνονται κυριολεκτικά με το μπαρούτι και την τουφεκιά· ο κάθε βοσκός περιφέρεται οπλισμένος, και η λατρεία για τ’ άρματα, καθώς και η επιδεξιότητα στη χρήση τους, κυριαρχούν στις ορεινές περιοχές. Η ζωοοκλοπή, μόλο που πάει να σβήσει, συνεχίζεται ακόμα. Οι γάμοι αρχίζουν πολλές φορές με την ένοπλη απαγωγή της νύφης από τον υποψήφιο γαμπρό και τους φίλους του, και οι αιματηρές βεντέτες, που έχουν ξεκινήσει από μια από αυτές τις δυο αιτίες, ή από μια προσβολή, από την οργή ή από μια ανταλλαγή πυροβολισμών, μπορούν να αποδεκατίζουν τις αντίπαλες οικογένειες επί δεκαετίες και να κλείσουν γειτονικά χωριά μέσα σε ένα αδιέξοδο εχθρότητας. Τρομερά πράγματα έχουν γίνει στο όνομα της οικογενειακής τιμής. [...]

Εδώ και αιώνες, λίγα πράγματα είχαν αλλάξει σ’ εκείνους τους γκρεμούς και τα φαράγγια. Είχες την εντύπωση ότι το κάθε χωριό θα υπήρχε από τη μινωική εποχή. Δεν έβλεπες και πολλά πράγματα εκεί πέρα, έξω από καμμιά εκκλησία γεμάτη βυζαντινές τοιχογραφίες που μαδούσαν κι έναν κατηφορικό λαβύρινθο από δρομάκια όλο σκαλοπάτι και καλντερίμι· υπήρχαν ωστόσο λεπτότατες διαφορές στην ύφανση και στα σχέδια πάνω στις μπατανίες και τα βουργάλια τους και στον τρόπο που έδεναν οι άντρες τα κροσσωτά σαρίκια τους και στην κοψιά της κάπας με την κουκούλα, και σε μερικά χωριά μια ιδιαίτερη προφορά, παραλλαγή του κρητικού ιδιώματος, κι ακόμα μια διαφορά στο παρουσιαστικό. Κι όμως όλα μιλούσαν για συνέχεια κι έδειχναν συνταιριασμένα με τη ζωή που έκρυβαν μέσα τους. Όσες φορές κι αν είχανε πατηθεί και πυρποληθεί τα χωριά, ξαναχτίζονταν πάντα σύμφωνα με έναν απαράβατο τύπο. [...] έφερνα στο νου μου το ιδανικό του Αριστοτέλη για τις πρωτεύουσες των ελληνικών πολιτειών· οικισμοί τόσο μικροί, ώστε ν’ ακούγεται η φωνή ενός μόνο κήρυκα.

[...] Πουθενά σε όλη την Ελλάδα δε φανερώνεται τόσο ξεκάθαρα η λεβεντιά. Τούτη η ιδιότητα κλείνει μέσα της μια σειρά από χαρακτηριστικά: νιάτα, υγεία, σφρίγος, κέφι, χιούμορ, γρήγορο νου και γρήγορη δράση, επιδεξιότητα στα όπλα, το χάρισμα να αρέσεις στα κορίτσια, αγάπη για το τραγούδι και το πιοτό, γενναιοφροσύνη, ικανότητα να αυτοσχεδιάζεις μαντινάδες – εκείνες τις περίτεχνες, ζευγαρωτές ρίμες που τις τραγουδάνε μ’ ένα παιχνίδισμα στον δεύτερο στίχο – και «να πετάς σαν το πουλί» στους γρήγορους και παράφορους χορούς. Η λεβεντιά συχνά προϋποθέτει και τη δεξιοτεχνία στο παίξιμο της λύρας: είναι γενικά ένα πάθος για τη ζωή – ν’ αγαπάς το «ζην επικινδύνως» και να είσαι έτοιμος για όλα. [...] Όμορφα σκαμμένο και σκαλισμένο σε ξύλο καρυδιάς, αυτό το μαγληνό και λουστραρισμένο όργανο είναι ανάλαφρο σαν φτερό και πιάνει μια καταπλητική ποικιλία τρόπων. Συναρπαστική, όμοια με του βιολιού, η γραμμή της μελωδίας χύνεται ορμητικά, ανεβαίνει ψηλά, στροβιλίζεται, θρηνεί και αναγαλλιάζει με μια μανιοκαταθλιπτική ρευστότητα. Ήταν καλή τύχη να έχεις ένα λυράρη στην παρέα, κι όχι μόνο για τη μουσική· οι λυράρηδες έχουν πολύ γούστο· είναι συνήθως γρήγοροι στα πόδια, πρώτοι στο σημάδι· με λίγα λόγια, το πρότυπο της λεβεντιάς.

[...]

Το υπόβαθρο στη ζωή των Κρητικών παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία. Οράματα, συσσωρευμένα μέσα σε χίλιες σχεδόν μέρες και νύχτες, παρουσιάζονται στο νου μου και παίρνουν το ένα τη θέση του άλλου, γοργά σαν φωτεινές διαφάνειες: Κρητικοί να τρέχουν σκορπισμένοι ανάμεσα στις ελιές, να πυροβολούν πίσω από βράχους και τοίχους, έπειτα να παίρνουν πάλι δρόμο· να καταριώνται τις πληγές, να πεθαίνουν στωικά· να το σκάνε από χωριά γεμάτα φλόγες κι εκρήξεις, προφέροντας υποσχέσεις για εκδίκηση μέσα από τα δόντια τους· να κάθονται, σε ειρηνικές στιγμές, γαλήνιοι κάτω από το μεγάλο πλάτανο του χωριού· να τρυγάνε σταφύλια μέσα σε τεράστια κοφίνια· να τα πατούν για να κάνουν το κρασί· να παρακολουθούν τις γυναίκες που μαζεύουν τις ελιές ραβδίζοντας τα κλαδιά με μακριά καλάμια, με τον καρπό να πέφτει βροχή πάνω στις ζωηρόχρωμες μπατανίες που έχουν απλώσει από κάτω· να φορτώνουν στα μουλάρια τυριά σαν μυλόπετρες· να σηκώνουν σύννεφο τη σκόνη χορεύοντας στον ξέφρενο ρυθμό της λύρας· να μαζεύονται τα μεσάνυχτα σε μια εκκλησιά με καραούλια στημένα γύρω της, ενώ κάποιος επικηρυγμένος ξένος μπαίνει νονός στο παιδί ενός φίλου· να γλεντάνε μετά σ’ ένα δώμα και ν’ αδειάζουν τα πιστόλια τους στον αέρα για να φέρουν καλοτυχιά στο νεοφώτιστο κοριτσάκι. Θα βρεις εδώ σκηνές μάχης, δράματα, εικόνες της καθημερινής ζωής, αποσπάσματα από συνομιλίες, πανηγύρια και ποιμενικά ειδύλλια, όλα τούτα χωρισμένα σε γκρο-πλαν που ακινητοποιούν αυτό τον κόσμο και τον κάνουν να προβάλλεται και να υποχωρεί στις δικές του διαστάσεις.

[...] Σ’ έναν τόπο όπου τα πάντα είναι παράφορα και ακραία, αφθονούσαν και τα ελαττώματα. Το πάθος για τα όπλα, η φανταχτερή φορεσιά, η απέραντη και έκδηλη τοπικιστική περηφάνια εκφυλίζονται καμμιά φορά. Υπάρχει μια επιζήμια μειοψηφία από παλικαράδες, όπως τους λένε – ένοπλους καυχησιάρηδες μπράβους, αντίθετα με τα παλικάρια, τους πολεμιστές – και ψευτοκαπεταναίους. Μερικοί απ’ αυτούς αποδείχτηκαν, αναπάντεχα, ισάξιοι με τις πιο έξαλλες καυχησιολογίες τους. Άλλοι αερολογούσαν γυρίζοντας μονάχοι τους τα ριζοβούνια ή κολλούσαν, ώσπου να μπορέσει κανένας να τους ξεφορτωθεί, στις οπισθοφυλακές των αντάρτικων σωμάτων· άχρηστα στόματα που έπρεπε να τα ταΐζεις, και βάρος για τους αρχηγούς. (Είναι ένας τύπος Κρητικού που, στην Αθήνα ή στην ηπειρωτική Ελλάδα χαλάει τη φήμη του νησιού σε περιοχές που δε γνωρίζουν την ίδια την Κρήτη). Η δυσπιστία μπρος στην αλήθεια θόλωνε πότε πότε τα πράγματα, και εξάλλου τα φαράγγια ήταν εύκολοι δρόμοι για τις διαδόσεις – το ψιθύρισμά τους εκεί κάτω ήταν τόσο έξω από την πραγματικότητα όσο το βουητό της θάλασσας μέσα στους γύρους ενός κοχυλιού. Οι υποψίες και οι ζήλιες αναμεταξύ τους γίνονταν συχνά εμπόδιο στο δρόμο μας. Η συνεργασία με τον εχθρό ήταν αξιοθαύμαστα σπάνια, η προδοσία ακόμα σπανιότερη. Τα πεισματάρικα κεφάλια τσούγκριζαν καμμιά φορά, ο θυμός φούντωνε, τα φαράγγια αντιλαλούσαν από τα τελεσίγραφα.

- Αχ, Μιχάλη μου, μου είπε ένας γέρο-Κρητικός σε μια τέτοια στιγμή, φτάνει να βάλουμε μια γυάλινη σκεπή πάνω σε τούτο το νησί και θα έχουμε ένα τρελοκομείο πρώτης...

Πάτρικ Λη Φέρμορ - Ρούμελη
(Εκδόσεις Κέδρος, Μετάφραση: Λίνα Κάσδαγλη)

Σ.Σ. Ο Πάτρικ Λη Φέρμορ ή Μιχάλης ή Φιλεντέμ έζησε μια μακρά και ενδιαφέρουσα ζωή, στη διάρκεια της οποίας ασχολήθηκε αρκετά με τα ελληνικά πράγματα (αρκετά ώστε να γράφει ο τάφος του ως επιτύμβιο τον καβαφικό στίχο Ὑπῆρξεν ἔτι τὸ ἄριστον ἐκεῖνο, Ἑλληνικός). Το κείμενο είναι γραμμένο γύρω στο 1960 - ένα εκτεταμένο κεφάλαιο για την Κρήτη ως παρέκβαση σε ένα βιβλίο που μιλάει για όψεις της ηπειρωτικής Ελλάδας, ήδη παλιακές την εποχή εκείνη. Οι λέξεις με πλάγια είναι γραμμένες ελληνικά στο αγγλικό κείμενο.

Δεν ξέρω αν στους παλικαράδες της περιγραφής θα αναγνώριζε σήμερα άλλα ελαττώματα της κρητικής ζωής (ξέρω γω μπαλωθιές, καπετανιλίκια, κούπες, οδήγηση) αλλά στα δικά μου μάτια η περιγραφή είναι λίαν αναγνωρίσιμη εξήντα χρόνια μετά.

Αλλά και η δική μου παρέκβαση στην Κρήτη τελειώνει κάπου εδώ κοντά - ας κρατήσουμε τα καλύτερα πράγματα της εμπειρίας· τον ήχο της λύρας ας πούμε, ή τους παράφορους χορούς. Ή εκείνη τη μαντινάδα που λέει:

Η λεβεντιά είναι μια πληγή που πάντα αίμα τρέχει
Θε’ μου, και πώς τηνε βαστά εκείνος που την έχει.



Και καλό μας ταξίδι.


17/1/14

Ψαρανέκδοτα

Γκράφιτι κάπου πίσω από την Πλατεία Κάνιγγος, Αθήνα (φωτό Δ.Σ.)

Σύμφωνα με μια διαδεδομένη εκδοχή, όπως υπάρχουν γενικώς στην Ελλάδα τα ποντιακά ανέκδοτα, υπάρχουν στην Κρήτη τα ανωγειανά. Η αλήθεια είναι ότι όσα χρόνια είμαι εδώ έχω ακούσει κάμποσα ανωγειανά ανέκδοτα (αλλά όντως κανένα π.χ. λασιθιώτικο), ωστόσο δεν θεωρώ ότι η σύγκριση είναι απόλυτα σωστή: οι Κρητικοί σαρκάζουν την υποτιθέμενη απλοϊκότητα των Ανωγειανών, αλλά δεν τους προσάπτουν το είδος της συμπεριφοράς που θρυλείται για τους Πόντιους των ανεκδότων (που με τη σειρά τους μάλλον είναι παρεμφερή με αντίστοιχα ανέκδοτα Γάλλων για Βέλγους, Άγγλων για Σκωτσέζους, διαφόρων για Πολωνούς και ούτω καθεξής). Το λέω αυτό επειδή δεν μπορείς να κατασκευάσεις ανωγειανό ανέκδοτο απλά αντικαθιστώντας τον Πόντιο ενός ανεκδότου με Aνωγειανό (ή τον κεμεντζέ με λύρα)· απαιτείται ένα ιδιαίτερο χρώμα, όχι απλό φολκλόρ αλλά μια βαθύτερη γνώση του ψυχισμού που καλλιεργείται στις υπώρειες του Ψηλορείτη.

Μια ειδική υποκατηγορία ανεκδότων με Aνωγειανό πρωταγωνιστή αποτελούν οι ιστορίες του Ψαραντώνη. Λέω επίτηδες «ανέκδοτα» διότι αρνούμαι να δεχτώ ότι ο – ιδιότυπος ομολογουμένως – μουσικός με την αρχετυπικά κρητική, όπως λένε, ιδιοσυγκρασία έχει υπάρξει όντως πρωταγωνιστής τόσων πολλών ιστοριών, που περιστρέφονται κατά κύριο λόγο γύρω από την παροιμιωδώς ερμητική σιωπή του. Ερμητική σε βαθμό παρεξηγήσιμο ενίοτε, όπως λέει εκείνο το ανέκδοτο σύμφωνα με το οποίο μετά από μια συναυλία που έδωσε στην Αθήνα, ο Ψαραντώνης μπαίνει σε ένα ταξί με κατεύθυνση το αεροδρόμιο. Στις πάμπολλες προσπάθειες του ταξιτζή να πιάσει κουβέντα κατά τη διαδρομή, ο Ψαραντώνης δεν ανταποκρίνεται ούτε κατ’ ελάχιστον. Ακόμα κι όταν παρεξηγημένος πια ο ταξιτζής τον εξορκίζει να πει κάτι («Μα τι σου έκανα και δε μιλάς, πες μου») ο Αντώνης δεν παίζει βλέφαρο. Κάποτε φτάνουν στο αεροδρόμιο, χολοσκασμένος ο ταρίφας πάει να ξεφορτώσει βαλίτσες και μουσικά όργανα, όταν άξαφνα σκύβει από πάνω του ο (χιουμορίστας, οπωσδήποτε) Ανωγειανός και του λέει:

- Κι ό,τι είπαμε, νερό κι αλάτι.

Που θα μπορούσε να σημαίνει «κουβέντα μη σου σου ξεφύγει».

Κάπως έτυχε μια φορά και κάτσαμε στην ίδια παρέα με ένα γιο του Αντώνη, τον Λάμπη (που παίζει ειρήσθω εν παρόδω εξαιρετικό ούτι), από τον οποίο για κάνα δίωρο ξεκολλήσαμε τρεις κουβέντες τύπου «Ώρα καλή», «Ναι», «Καληνύχτα», και δε νομίζω να μου διαφεύγει κάτι. Ρώτησα αργότερα τους κρητικούς συνδαιτυμόνες αν η τόση πολυλογία είναι οικογενειακό τους χαρακτηριστικό· με διαβεβαίωσαν ότι ο Λάμπης ήταν εκείνο το βράδυ κοινωνικότατος αναλογικά και ότι από τον πατέρα του δεν θα παίρναμε ούτε αυτές τις τρεις κουβέντες. Δεν το πίστεψα, καθώς είχα αρχίσει να συνειδητοποιώ ότι ο μύθος του ανδρός ξεπερνούσε σε πολλά την πραγματικότητα, ωστόσο κάποτε η Μαρίστρα μου διηγήθηκε μια ιστορία (δεύτερο χέρι βέβαια) που με προβλημάτισε αρκετά.

Συναντάει τυχαία μια μέρα στο Ηράκλειο ο Ψαραντώνης τον αδελφό ενός γνωστού μουσικού της περιοχής. Σε μια έξαρση ομιλητικότητας, του λέει «Κάτσε Μανόλη να τα πούμε που έχω να σε δω καιρό». Ο Μανόλης είναι λίγο βιαστικός και διστάζει, αλλά ο Αντώνης επιμένει και εν τέλει καταλήγουν στον Ηριδανό μπροστά από δύο καφέδες, όπου κάθονται για κάνα σαραντάλεπτο.

- Ε, και;
- Τι και; Δεν άνοιξε το στόμα του να πει κουβέντα.
- Και μετά;
- Τίποτα, σηκώθηκε μετά από σαράντα λεπτά σιωπής, του λέει «χάρηκα που τα είπαμε, Μανολιό, χαιρετισμούς στον αδελφό σου», κι έφυγε.


Γελάω λιγάκι, και διερωτώμαι μεγαλοφώνως αν αυτός ο Ψαραντώνης είναι τόσο αμίλητος πια όσο λένε και πόση δόση υπερβολής υπάρχει στη σχετική φιλολογία. Η Μαρίστρα με επαναφέρει στην τάξη:

- Κοίτα, βαρύς τύπος είναι, δεν υπάρχει αμφιβολία, αλλά πάλι εμένα μια φορά μου μιλούσε συνέχεια πάνω από μισή ώρα.


Η δήλωση προκαλεί το ενδιαφέρον της παρέας και επιφωνήματα έκπληξης. Η Μαρίστρα συνεχίζει:

- Κάπου είμασταν ένα βράδι και καταλήξαμε στο Γάζι σε ένα καφενείο, όπου ήταν κι ο Ψαραντώνης κι έπινε ρακές. Οι φίλοι μου ήταν γνωστοί του και κάτσαμε μια παρέα όλοι μαζί, οπότε βρέθηκε κάποια στιγμή δίπλα μου. Γυρίζει τότε κι αρχίζει να λέει. Έλεγε, έλεγε, γλώσσα δεν έβαλε μέσα. Εγώ δεν πρόλαβα να πω κουβέντα, μόνο κάτι «ναι» και «α» προλάβαινα να αρθρώσω που και που. Πάνω από μισή ώρα μιλούσε.
- Και τι σου έλεγε;
- Τι να σας πω ρε παιδιά, έλεγε αυτός, αλλά εγώ λέξη δεν κατάλαβα.


(Πάντως μην ακούς τι λένε, Αντώνη μου, εμείς σε καταλαβαίνουμε μια χαρά, έτσι να τα λες πάντα. Άντε και πολύχρονος, να χαίρεσαι το όνομά σου).



Σε μια κάπως απροσδόκητη εκτέλεση του «Όσο βαρούν τα σίδερα» με την ορχήστρα της Nederlands Blazers Ensemble την πρωτοχρονιά του 2013 στο Concertgebouw του Άμστερνταμ.


(Σ.Σ. Κατόπιν παρέμβασης της Μαρίστρας διεγράφησαν ορισμένες κάπως ανακριβείς λεπτομέρειες).


14/6/13

Μιλεί


Τι έβλεπε ο μεγαλοδύναμος στην κάθοδο (κατά Λουδοβίκο) γύρω στα 1915 (προ Ολοκαυτώματος). Screenshot από την ιστοσελίδα του Δήμου Ανωγείων.

Συναντιέμαι σχεδόν τυχαία με τη Λ. στην πλατεία Ελευθερίας του Ηρακλείου εν μέσω διαμαρτυρίας για το κλείσιμο της ΕΡΤ και καταλήγουμε αργά το βράδι στον όμιλο για να ενσωματωθούμε σε μια παρέα ιστιοπλόων, συμπεριλαμβανομένων των παλιών μου δασκάλων και μερικών πιο πρόσφατων μαθητών τους. Με κάποια αφορμή κάποιος αναφέρεται στο δήμαρχο Ανωγείων, και ο Νώε περιγράφει (σε άψογη Ανωγειανή ντοπιολαλιά, με τα λι τονισμένα) την προσπάθειά του να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με τον εν λόγω Δήμαρχο για κάποιο ζήτημα.

- Παρακαλώ, μπορώ να μιλήσω στον κ. Δήμαρχο;
- Μιλεί
, απαντάει μονολεκτικά η γραμματέας και κλείνει το τηλέφωνο.

Μετά από λίγη ώρα ο Νώε ξαναεπιχειρεί να τηλεφωνήσει.

- Μήπως είναι δυνατόν να μιλήσω με τον κ. Δήμαρχο;
- Μιλεί
, ξαναλέει η γραμματέας, και το κλείνει αυθωρεί και παραχρήμα.

«Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια» φιλοσοφεί τα ανωγειανά ήθη ο Νώε, και αποπειράται μια τρίτη επικοινωνία λίγο αργότερα.

- Μήπως θα μπορούσατε να μου δώσετε το Δήμαρχο;
- Ήφυγε
, λέει η γραμματέας, και ξανακλείνει το τηλέφωνο.

Οι Κρητικοί συνδαιτημόνες (δηλαδή όλοι οι άλλοι εκτός από μένα) γελάνε και σχολιάζουν την ανωγειανή λακωνικότητα. «Τι να πεις», λέει μάλλον ειρωνικά ένας εκ των μαθητών, «τα Ανώγεια είναι το κέντρο του κόσμου», πράγμα που φυσικά είναι λάθος καθότι όπως ξέρουν οι παλιοί αναγνώστες του ιστολογίου, κέντρο του κόσμου είναι ένας γέρος στο Ασκύφου, αλλά ας το αφήσουμε αυτό προσώρας κι ας επικεντρωθούμε στα Ανώγεια, έναν τόπο που για κάποιο περίεργο λόγο θαυμάζει απεριόριστα η φίλη μου η Δ., χωρίς μάλιστα να έχει πάει ποτέ εκεί. Και μάλιστα τόσο πολύ τον θαυμάζει που λατρεύει οτιδήποτε μας έρχεται από εκεί, από τη γραβιέρα και το οφτό αρνί μέχρι τον Ψαραντώνη και το Λουδοβίκο.

Κι επειδή εγώ συμπαθώ μεν τη γραβιέρα (άντε και τον Ψαραντώνη, σχετικά) αλλά όχι και τόσο το Λουδοβίκο, χώρια που είμαι εκ φύσεως κριτικός μάλλον παρά Κρητικός, θυμάμαι μια ωραία ιστοριούλα που μου έχει διηγηθεί η ίδια η Δ., που πάσχιζε κάποτε με ιεραποστολικό ζήλο να μεταδώσει την ανωγειανή λατρεία της σε όποιον έβρισκε μπροστά της. Έτσι, μια μέρα που είδε ότι η ΕΡΤ (μια που, ειρήσθω εν παρόδω, μόνο ΕΡΤ πιάνει η τηλεόραση στη δώθε Ικαρία, χώρια τα τούρκικα) θα έδειχνε ένα αφιέρωμα στον εν λόγω Λουδοβίκο, θεώρησε σκόπιμο να βάλει τη μάνα της να το παρακολουθήσει υποχρεωτικά.

Τι να κάνει η γυναίκα, αφού επέμενε η κόρη της, έκατσε και το παρακολούθησε, υπομένοντας τις εκρήξεις ενθουσιασμού της Δ. (που παραξενεύεται πολύ όταν η ίδια ενθουσιάζεται με κάτι και οι άλλοι για κάποιο μυστηριώδη λόγο δεν συμμερίζονται τον ενθουσιασμό της) και υπομένοντας και τον ίδιο το Λουδοβίκο που έλεγε κάτι σαν «όταν ο Θεός κατεβαίνει στη γη το πρώτο μέρος που συναντάει είναι ο Ψηλορείτης και το πρώτο χωριό τα Ανώγεια».

- Λοιπόν, λοιπόν; Πώς σου φάνηκε; ρωτάει η κόρη τη μαμά, έμπλεη ενθουσιασμού. Δεν ήταν καταπληκτικός;

Κι η μαμά, με ένα κάπως αμήχανο χαμογελάκι:

- Ναι, κόρη μου, δε λέω, καλός ήτανε. Αλλά από Γεωγραφία δεν τα πάει πολύ καλά, ε; Ούτε τα Ιμαλάια δεν ήξερε.


Σ.Σ. Καθώς προσαρμόζομαι και πάλι στην Κρήτη τις μέρες αυτές, συναντάω παλιούς φίλους και αναθυμάμαι παλιές ιστορίες στο περιθώριο μιας επικαιρότητας ενίοτε καταιγιστικής. Πάντως μια και βρήκαμε το κέντρο του κόσμου έστω και στο περίπου, να θυμίσω στους αναγνώστες του ιστολογίου (και τους πέντε) ότι το τέλος του κόσμου βρίσκεται εδώ, και η καταγωγή του ίσως κάπου εκεί.

Στο βιντεάκι, ο (νεαρός) Λουδοβίκος προλογίζεται από το Χατζιδάκι και τραγουδάει «Στου Μπαρμπαρήγου την αυλή», στην παλιά ΕΡΤ (πού αλλού;).

Άντε και καλό (κρητικό) βόλι.




25/5/13

Δροσουλίτες

Σύννεφα πάνω από το Φραγκοκάστελλο, Φεβρουάριος 2010.

Τώρα πια δε θυμάμαι πότε πρωτάκουσα τη λέξη, αλλά σίγουρα ήταν πολύ πριν εγκατασταθώ στην Κρήτη. Ίσως σε κάποια από τις τουριστικές επισκέψεις μου στα τέλη της δεκαετίας του ’80, αν και από τα μέρη εκείνα πέρασα σχετικά πρόσφατα, πρώτη και μέχρι τώρα τελευταία φορά, μετά από μια ορειβατική (τάχα μου δήθεν...) εκδρομή, από όπου και η φωτογραφία. Διάβασα σχετικά βέβαια κατά καιρούς σε κάτι τουριστικούς οδηγούς και ιστορικά ή ψευδο-ιστορικά κείμενα, και μέσες-άκρες θυμόμουνα την ιστορία. Όχι να την πω με λεπτομέρειες, αλλά να καταλάβω σε τι αναφέρεται όταν ένα καλοκαιρινό βράδι, πριν πολλά χρόνια, ο Γ. με ρώτησε:

- Έχεις πάει να δεις τους Δροσουλίτες;

Χρειάστηκα ένα-δυο δευτερόλεπτα για να καταλάβω ότι δεν αναφερόταν σε κάποια καλλιτεχνική ομάδα όπως π.χ. οι Χαΐνηδες ή οι Νεάρχου Παράπλους, αλλά στο κατεξοχήν φυσικό (;) φαινόμενο Δροσουλίτες. Ομολόγησα ότι δεν είχα πάει, καθώς από ό,τι μου είχαν πει η παρατήρηση Δροσουλιτών απαιτεί ειδικές συνθήκες, χωρίς να αναφέρουμε την υποχρεωτική κατασκήνωση στην πεδιάδα τέλη Μαΐου και το πολύ πρωινό ξύπνημα· πράγματα που εν γένει απέφευγα εκ νεότητός μου και όχι μόνο λόγω αλλεργίας. Τον ρώτησα πάντως αν είχε πάει ο ίδιος.

- Φυσικά, απάντησε. Μια και δυο φορές μόνο;

Φυσικά... Πολλά χρόνια εγκατεστημένος στην Κρήτη και πολλαπώς «Κρητικοποιημένος» αν και δεν διαθέτει αντίστοιχα γονίδια, ακούραστος ερευνητής του κρητικού φολκλόρ, πρέπει να είναι από τους πιο αναγνωρίσιμους «ξενομπάτες» βορειοδυτικά του Ψηλορείτη. Είμαι σίγουρος ότι θα έφτιαχνε ρακή αν είχε έστω μισό στρέμμα αμπέλι. Αλλά έχει απλώς μια μηχανή με την οποία περιφέρεται στους χωματόδρομους της ορεινής Κρήτης και στις παραλίες του Λιβυκού, σιγοτραγουδάει μαντινάδες, πιάνει κουβέντα με τους γέρους, και συλλέγει εικόνες. Σιγά μην έχανε τους Δροσουλίτες.

Οι λοιποί της παρέας ρωτάνε λεπτομέρειες και ο Γ. διηγείται την ιστορία: «Κατά το τέλος του Μάη, μέχρι τις αρχές Ιουνίου, λίγα λεπτά πριν την ανατολή του ηλίου, που η πρωινή δροσιά και η ομίχλη δεν έχουν ακόμα διαλυθεί και υπάρχει στην ατμόσφαιρα απόλυτη νηνεμία, παρουσιάζεται στη θέση Θυμέ Κάμπος, πάνω από την ερειπωμένη εκεί κοντά Μονή του Αγίου Χαραλάμπους, ένα περίεργο φαινόμενο να κινείται προς τη θάλασσα. Στρατιά ολόκληρη από ανθρώπινες σκιές με αστραφτερές πανοπλίες (στρατιωτών, πεζών και ιππέων) προελαύνουν προς τη θάλασσα, πάνω από το Φραγκοκάστελλο. Λέγεται ότι είναι ο Χατζής-Μιχάλης με τους καβαλάρηδές του, που πολεμούν πάλι τους Τούρκους......

»Τους σκιώδεις αυτούς μαχητές ο λαός τους ονομάζει «Δροσουλίτες» γιατί μόνο με τη δροσιά της αυγής κάνουν την εμφάνισή τους. Η διάρκεια του φαινομένου κρατά 8-10 λεπτά και κατόπιν εξαφανίζεται με την εμφάνιση των πρώτων ακτίνων του ήλιου. Για να το δεις όμως πρέπει να είσαι στην πεδιάδα και όχι στα γύρω υψώματα. Η λαϊκή πίστη θεωρεί ότι οι σκιές ανήκουν στους άνδρες του ηπειρώτικου εθελοντικού σώματος που σκοτώθηκαν στην πεδιάδα του Φραγκοκάστελλου το Μάιο του 1828, έχοντας αρχηγό τον Ηπειρώτη Χατζημιχάλη Νταλιάνη.

»Σ' αυτό το σημείο οι Ηπειρώτες συγκρούστηκαν με τους Τούρκους, χωρίς ν' ακούσουν τους Σφακιανούς που τους υπέδειξαν ότι ο χώρος δεν προσφερόταν για άμυνα. Τους έχει γίνει ακλόνητη πίστη ότι οι Δροσουλίτες είναι οι ψυχές των 305 σκοτωμένων ανδρών που τα κορμιά τους έμειναν άταφα. Κι έρχονται κάθε χρόνο στην επέτειο της μάχης, με την προϋπόθεση ότι οι καιρικές συνθήκες το επιτρέπουν.......»

- Άντε καλέ,
λένε οι κοπελίτσες απέναντι, με ένα μίγμα αμφιβολίας και θαυμασμού. Και το έχεις δει εσύ αυτό;
- Μα ναι, επιμένει ο Γ., αν και δε φαίνεται πάντα, πρέπει να είναι ο καιρός κατάλληλος και να είσαι στο σωστό μέρος τη σωστή ώρα. Και μόνο στα τέλη του Μάη.

Και συμπληρώνει:

- Εντάξει, προφανώς δεν θα είναι φαντάσματα, πρέπει να υπάρχει μια ορθολογική ερμηνεία.

Καθησυχάζομαι για λίγο στα γνώριμα νερά του ορθολογισμού, μέχρι που στρέφεται σε εμένα και ρωτάει:

- Εσύ ως επιστήμονας τι λες για το φαινόμενο;
- Εγώ τι ως επιστήμονας;
- Εσύ πώς το ερμηνεύεις;


Καθώς οι κοπελίτσες με κοιτάνε, σκέφτομαι να πω κάτι για διάθλαση των πρώτων ακτίνων του ήλιου στην πρωΐνή υγρασία και αντανάκλαση στην επιφάνεια της θάλασσας και πάλι πίσω ή κάτι τέτοιο, αλλά οι γνώση μου περί οπτικής και σχετικών φυσικών φαινομένων περιορίζεται στη Φάτα Μοργκάνα κι αυτή στο περίπου, οπότε προκειμένου να πω καμμιά παπάρα λέω ένα αμήχανο «Δεν ξέρω» πράγμα που μου αφαιρεί τάχιστα το όποιο προσωρινό ενδιαφέρον, το οποίο επιστρέφει στον Γ. που συνεχίζει:

- Γιατί μου έχουν πει ότι υπάρχει μια φυσική ερμηνεία του φαινομένου.
- Α, ναι, δηλαδή;
- Ε, κάτι με τη διάθλαση του φωτός στην πρωϊνή υγρασία και κάτι αντανακλάσεις στη θάλασσα...
- Αααααααα, μάλιστα,
λένε οι κοπέλες όλο χαρά και ενθουσιασμό, κι εγώ σκέφτομαι ενδομύχως πόσο βλάκας είμαι που το κρατάω το ρημάδι κλειστό όταν πρέπει να μιλήσω και το ανοίγω κυρίως όταν δεν πρέπει, αλλά ο Γ. συνεχίζει από εκεί που είχε μείνει:

- ...που φέρνουν στον ουρανό σα να προβάλλονται εικόνες από τις ακτές της Αφρικής που είναι πιο νότια...

Πάω να κάνω «Εε...» αλλά το δικό μου «Εε...» πνίγεται μέσα στο ενθουσιώδες «Ααααααα» των κοριτσιών ενώ ο Γ., το πάει ακόμα πιο πέρα:

- ...και βασικά αυτό που βλέπουμε είναι μια προβολή στην ατμόσφαιρα από τα πρωινά γυμνάσια που κάνει ο στρατός του Καντάφι στη Λιβύη.

Και μέσα σε παραληρηματικά «Ααααααα....» στρέφεται πάλι σ’ εμένα και ρωτάει:

- Λοιπόν τι λες; Επιστημονικά;

Πέφτει μια παράξενη σιγή. Με κοιτάζουν όλοι – και τα κορίτσια - με πραγματική αδημονία. Σκέφτομαι για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου καραβάνια με καμήλες να διασχίζουν τη Σαχάρα, το Άφρικα Κορπς του Ρόμμελ και τη μάχη του Ελ Αλαμέιν, το τραγουδάκι «στο Τούνεζι στη Μπαρμπαριά» και το «Αραπίνες λάγνες ερωτιάρες», το συνταγματάρχη Καντάφι και τη Λυβική Τζαμαχιρία του, ξενυχτισμένους γκρούβαλους να περιμένουν να δουν τους Δροσουλίτες να παρελαύνουν στους ουρανούς πάνω από το Φραγκοκάστελλο, κι αποφασίζω αυτή τη φορά να μην το κρατήσω κλειστό το ρημάδι, αλλά να πω αυτό ακριβώς που σκέφτομαι.

- Λοιπόν, ειλικρινά, επιστημονικά μιλώντας, οι Δροσουλίτες...
- Ναι;
ρωτάνε όλο αδημονία τα κορίτσια.
-...νομίζω είναι ακριβώς τα φαντάσματα των άταφων στρατιωτών του Χατζημιχάλη Νταλιάνη.

Ύστερα υψώνω το ποτήρι μου εις υγείαν της παρέας – κι όξω βάσανα.


Σ.Σ. Επειδή έχουν περάσει χρόνια από το περιστατικό (τότε ζούσε ακόμα ο Καντάφι και η Λυβική Τζαμαχιρία του) και επειδή είμαι εκ φύσεως τεμπέλης, αντί να προσπαθώ να θυμηθώ πώς τα είχε πει ο Γ., έκλεψα και του έβαλα στο στόμα αυτούσια μια περιγραφή Δροσουλιτών που βρήκα στο youtube κάτω από ένα βιντεάκι με το (όχι εντελώς άσχετο) τραγούδι του Μιχάλη Χανιώτη «Παραβάτες» σε στίχους Θανάση Παπακωνσταντίνου και ερμηνεία της Λιζέτας Καλημέρη. Παρακάτω ενσωματώνω μια άλλη εκτέλεση, ζωντανή.

Τόσο ο Γ. όσο και τα κορίτσια απέναντι μάλλον ταίριαζαν κατά έναν τρόπο στην περιγραφή του τραγουδιού, τα χρόνια εκείνα.




15/4/13

Όστρια


Παραλιακή άποψη (ο Θεός να την κάνει) του Ηρακλείου στο ύψος του παλιού εργοστασίου της ΔΕΗ (το πράσινο κτίριο, νυν Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Κρήτης). Κάποιο από τα χιλιάδες παράθυρα στο φόντο ανήκει στο δωμάτιο με τους καθρέφτες. Φωτό Ροβυθέ, 2009.

Μου πήρε κάποιο χρόνο να ξεκουνηθώ, ως συνήθως. Αλλά το πήρα απόφαση κάποτε, και μπήκα σ’ ένα αεροπλανάκι που βρήκα σε προσφορά (δηλαδή τι προσφορά, καρτέλ είναι πλέον οι αερομεταφορείς, άλλο αν παριστάνουν το αντίθετο για τα μάτια του κόσμου) ώστε να φύγω πριν χαλάσει ο καιρός. Θα φυσούσαν άνεμοι ίσαμε 8 μπωφόρ, λέει. Όστρια ή πιθανώς και σορόκος. Δεν έχει βέβαια και πολλή σημασία, καθότι λόγω του ανάγλυφου του εδάφους που επιτρέπει ή επάγει διάφορους μυστήριους στροβιλισμούς, ποτέ δεν ξέρεις ακριβώς από πού σου ‘ρχεται όταν φυσάει νότος. Το είχα διαπιστώσει από την προηγούμενη εμπειρία. Και το θυμήθηκα εναργέστερα μόλις ξαναπάτησα το πόδι μου στη μεγαλόνησο, τρία χρόνια μετά την τελευταία φορά.

Έκανε ζέστη. Γρήγορα ένιωσα τα χείλη μου να ξεραίνονται. Μαζί με τον αέρα στροβιλιζόταν αυτή η κόκκινη σκόνη που έρχεται από τη Σαχάρα και προκαλεί αυξημένη υγρασία και εξάρσεις λασποβροχής. Την ώρα εκείνη δεν είχε συννεφιά για να βρέξει, αλλά ο ουρανός ήταν κόκκινος. Θυμήθηκα τη Μαρίστρα που μου έλεγε πως έβλεπε τον κόσμο στο δρόμο να τρακάρει αδικαιολόγητα και να τσακώνεται ακόμα πιο αδικαιολόγητα αλλά πριν αναρωτηθεί τι έχουν πάθει όλοι σκεφτόταν «α, φυσάει νότος» και έτσι ερμήνευε το φαινόμενο. Υπάρχει μια σχετική περιγραφή στις σελίδες του «Καπετάν Μιχάλη» του Καζαντζάκη όπου λόγω του ανέμου τους πιάνει όλους μια τρέλα. Κι ένας παράξενος λήθαργος.

Στο κιόσκι με τα εισιτήρια αναζήτησα το «ακριβό» εισιτήριο για το Πανεπιστήμιο· δεν είχαν. Ρώτησα για το αυτόματο μηχάνημα δίπλα· ήταν χαλασμένο. Ο σταθμάρχης μου είπε να μπω στο λεωφορείο και να ζητήσω από τον οδηγό να με κατεβάσει σε κανένα περίπτερο να πάρω· θυμήθηκα ένα σχεδόν πανομοιότυπο διάλογο τις πρώτες φορές που κατέβαινα στο Ηράκλειο, πριν έξι χρόνια. Τα λεωφορεία είχαν τότε μόλις εγκαταστήσει ένα ηλεκτρονικό σύστημα ακύρωσης των εισιτηρίων που δε χρησιμοποιούσε κανείς: αντ’ αυτού έδινες στο οδηγό το εισιτήριο ο οποίος το έσκιζε χειροκίνητα. Έξι χρόνια αργότερα, τα λεωφορεία έχουν τηλεματική και ηλεκτρονικές διαφημίσεις, αλλά τα εισιτήρια ακόμα με το χέρι τα σκίζουν.

Στην Αλικαρνασσό κατέβηκα σε ένα περίπτερο και πήρα δύο από τα «ακριβά» μπλε εισιτήρια. Ξαναμπήκα δίνοντας στον οδηγό το ένα για σκίσιμο (εχμ... ακύρωση). Ο οδηγός μιλούσε στο τηλέφωνο διαδοχικά με διαφόρους, ενώ οδηγούσε, προσπαθώντας να διευθετήσει την πληρωμή μιας επιταγής.

- Για ξάνοιξε το λογαριασμό να δεις είντα έχει γίνει.

Προφανώς ο υπάλληλος ξάνοιξε, βρήκε ότι έλειπαν κάτι ψιλά, κι ο οδηγός αφού αντιμετώπισε κάτι προβλήματα που προέκυψαν από κάτι σταματημένα ΙΧ στη μέση του δρόμου («Έν πάω από επαέ – έχει δεντρά») έψησε τον υπάλληλο από τηλεφώνου να συμπληρώσει το ποσό ο ίδιος και θα έστελνε τη γυναίκα του να του τα δώσει αμέσως. Η υψηλού τραπεζικού απορρήτου συναλλαγή κρητικού phone banking ολοκληρώθηκε ενώ φτάναμε στο Πανεπιστήμιο.

Βρήκα το «νέο» μου εργαστήριο χωρίς δυσκολία, τακτοποίησα κάτι μικροεκκρεμότητες (ή έτσι νομίζω...) και προς το βραδάκι γύρισα στην πόλη και το σπίτι της Β. με ανάμικτα συναισθήματα, μετά από τρία χρόνια. «Το δωμάτιό σου σε περιμένει» μου είχε πει, εννοώντας το «παιδικό» που είχε ακόμα τους ίδιους καθρέφτες απέναντι και τον Ταζ ζωγραφισμένο πάνω από το κρεβάτι. Συστήθηκα στον Ισπανό προσωρινό συγκάτοικο και μιλήσαμε λίγο για τη ζωή στη Λισσαβώνα και την Ολλανδία μέχρι να έρθει ο φίλος μου να με απαγάγει με κατεύθυνση το Ρέθυμνο.

Φτάσαμε κατά τις δέκα· φυσούσε κι εκεί τα ίδια και χειρότερα. Περιπλανηθήκαμε στα δρομάκια της παλιάς πόλης και πέσαμε σε μια συναυλία κάπως έθνικ στο δρόμο. Βρήκα κάποιους γνωστούς ανάμεσα στο κοινό· ο φίλος μου απόρησε με το δίκιο του.

- Καλά, πρώτη μέρα στην Κρήτη μετά από τρία χρόνια και μάλιστα σε άλλη πόλη, και αμέσως βρίσκεις γνωστούς; Τι θα γίνει με εσένα, επιτέλους;

Έλα ντε. Τι θα γίνει μ’ εμένα επιτέλους; Ξύπνησα το πρωί με το θόρυβο της βροχής· ο φίλος έφευγε βιαστικά για τον ορεινό Μυλοπόταμο όπου εργάζεται. Έξω έριχνε καλαπόδια και στους δρόμους κυλούσαν ποταμοί κόκκινης λάσπης. Κάποτε έκοψε· βρήκα ευκαιρία να δραπετεύσω με το ΚΤΕΛ και κατέληξα πάλι στο Ηράκλειο κατά το μεσημέρι. Μπήκα στο αστικό στο λιμάνι κι έδωσα το άλλο μου εισιτήριο για σκίσιμο.

Πρόλαβα ένα «επαγγελματικό» δείπνο στην Αγία Πελαγία, πρόλαβα να δω μερικούς παλιούς φίλους (αλλά όχι όλους όσους θα ήθελα και όχι για όσο χρόνο θα ήθελα), συνάντησα παλιούς εργοδότες και συνεργάτες, παρακολούθησα μια διάλεξη (ελαφρώς αχρείαστη ίσως), ήπια κρασί στο Σιγά-Σιγά χαζεύοντας τον Ψαρολάμπη στο διπλανό τραπέζι, ρώτησα για γνωστούς και φίλους και μέρη. Μου είπαν ότι το Παγοποιείο έκλεισε, η Κουζίνα της Πόπης επίσης, ότι η Μαρία τραγουδάει στο Πάλαι Ποτέ αλλά μόνο Παρασκευές και Σάββατα (δεν προλάβαινα να πάω σ’ αυτή τη δόση), ότι ένας κατά συνθήκη Ρεθυμνιώτης μπλόγκερ ρωτούσε για μένα κάτι κατά συνθήκη Ηρακλειώτες μπλόγκερ (πιο απλό θα ήταν να μου στείλει κάνα μέιλ, βέβαια). Με κάλεσαν σε ένα γάμο στη Μεσαρά τον Ιούνιο (ελπίζω να μην έχει μπαλωθιές και τέτοια), σε παρουσιάσεις διατριβών το Σεπτέβρη (εύκολο...), ελπίζω κάποια στιγμή να με καλέσουν επιτέλους και σε κανένα ρακοκάζανο να μου φύγει το απωθημένο.

Λίγο πριν μπω στο αεροπλάνο της επιστροφής φέρνω στη μνήμη μου σκηνές του παρελθόντος βίου· τρία χρόνια από την τελευταία φορά κάμποσοι έχουν φύγει (ίσως και οριστικά) και κάμποσοι είναι εδώ τριγύρω ακόμα και την παλεύουν, ίσως για λίγο ακόμα καιρό, ίσως για περισσότερο, ίσως για πάντα. Τα δέντρα γύρω από ένα από τα σπίτια που έζησα έχουν ξεριζωθεί και στη θέση τους έχουν φυτρώσει φωτοβολταϊκά. Το κάποτε αγαπημένο μου κουλούκι έχει πέσει θύμα εγκληματικής ενέργειας, πολλά χρόνια τώρα. Η κρήνη Πρίουλι είναι κρυμμένη πίσω από μία σκαλωσιά· για καλό σκοπό, ελπίζω. Στο κινητό μου φτάνουν μηνύματα από Ηράκλειο και μηνύματα από Αθήνα, από παράλληλους (ελπίζω όχι ασύμβατους, εν τέλει) κόσμους.

Βγάζω να αφήσω το αδιάβροχο στη θήκη πάνω από το κάθισμα· προσέχω πάνω του κάτι σημάδια από σταγόνες ξεραμένης κόκκινης λάσπης.

Ακόμα φυσάει νοτιάς.



Μια συλλογή από ταμπαχανιώτικα με το Λάμπη Ξυλούρη στο ούτι.

11/12/12

Δώδεκα

Λιτός μεζές και μια ρακή. (Βρήκα την εικόνα σε δέκα μεριές στο διαδίκτυο, οπότε δεν ξέρω ποια είναι η αυθεντική πηγή.)

Τώρα που τα θυμάμαι αναδρομικώς δεν είμαι και βέβαιος απόλυτα, αλλά θα μπορούσε η μέρα που το συμφωνήσαμε να είναι 9 Σεπτεμβρίου. Του 2009, εννοείται, ώστε να ταιριάζει ημερολογιακώς η γραφή: 09/09/09. Ωστόσο 9 του Σεπτέβρη στην Κρήτη μόνο κρύο δεν κάνει, κι εκείνη τη μέρα θυμάμαι καλά ότι πίναμε ρακές στριμωγμένοι σ’ εκείνο τον καφενέ (μου διαφεύγει το όνομά του) δίπλα σε μια ξυλόσομπα μάλλον που έκαιγε· το θυμάμαι διότι μου είχε καεί η πλάτη κι έψαχνα τρόπο να πάω να καθήσω αλλού. Δύσκολο βέβαια, διότι το μαγαζί ήταν γεμάτο (άρα δεν είχε τραπεζάκια έξω, άρα μάλλον όχι Σεπτέβρης, εν τέλει) κι εγώ είχα φτάσει φυσικά τελευταίος, σα γνήσιος καριώτης ανάμεσα στα άλλα συντρίμμια, οπότε φυσικά πήρα την τελευταία διαθέσιμη θέση, κολλημένος πάνω στη σόμπα.

Θα πρέπει να ρωτήσω τη Μαρίστρα, που έχει ακόμα στο κινητό της φωτογραφίες από εκείνη τη βραδιά, οπότε θα έχει καταγραφεί η ημερομηνία και πιθανότατα θα θυμάται και πώς λέγανε το μαγαζί. Πάντως πρέπει να ήταν το 2009, καθότι σχετικά αρχές του 2010 εγώ την έκανα με ελαφρά πηδηματάκια από τη μεγαλόνησο και δεν έχω ξαναφανεί έκτοτε κατά κει. Το ζητούμενο πάντως ήταν ένα γενικό ραντεβού σε κάποια συμμετρική ημερομηνία του μέλλοντος. 10/10/10 δεν ήταν κι άσχημα, αλλά ήταν κοντινό κάπως. 11/11/11 ήταν κάπως καταθλιπτικά ομοιόμορφο, δε συγκέντρωσε σοβαρή υποστήριξη. Οπότε τι μας έμεινε; 12/12/12. Ραντεβού. Αν τότε ήταν Σεπτέβρης, το ραντεβού θα ήταν σε τρία χρόνια, τρεις μήνες και τρεις μέρες. Στο ίδιο μέρος. Οι ίδιοι· έτσι όπως είμαστε.

Τώρα πια βέβαια δεν είμαι 100% σίγουρος ποιοι ήμασταν. Ήμουν εγώ βέβαια, ήταν η Μαρίστρα και η Μανταλένα. Προφανώς ο Νέτος και ο Ίμερος. Πιθανώς να ήταν και ο Λάζαρος αλλά δεν έχω κάποια έντονη ανάμνησή του. Η Βιντσιρέλα ήταν; Λογικά θα ήταν. Για την Κάντυ δεν είμαι σίγουρος, μάλλον όχι. Ήταν και κανένας άλλος; Θα σας γελάσω. Θα πρέπει να ρωτήσω και φυσικά θα εκτεθώ άμα ρωτήσω, καθότι υποτίθεται ότι εγώ είμαι αυτός με τη μνήμη ελέφαντα. Αλλά για την ώρα η μνήμη μου αδυνατίζει και πάει (σε αντίθεση με τη λοιπή κοψιά που όλο και περισσότερο φέρνει σε ελέφαντα) και το μόνο που θυμάμαι εναργώς από εκείνη τη βραδιά ήταν η συζήτηση για το τέλος του κόσμου. Το επικείμενο· ξέρετε τώρα. Μαζί με το χειμερινό ηλιοστάσιο, που είπαν και οι Μάγια. Ή οι Ίνκα, οι Αζτέκοι, οι Ολμέκοι ή οι Τολτέκοι, τρέχα γύρευε τώρα. Αυτοί, τέλος πάντων, που υπολόγισαν το χρόνο μέχρι ακριβώς το χειμερινό ηλιοστάσιο του 2012 και μετά γιοκ. Σα να τελείωνε ο χρόνος ολοσχερώς.

Κι επειδή οι Μάγια (ή οι Ίνκα ή οι άλλοι τέλος πάντων) ήταν αρκετά σοφοί ώστε να ξέρουν πότε θα έρθει το τέλος του κόσμου (αν και όχι αρκετά ώστε να έχουν ανακαλύψει τον τροχό, ας πούμε), εμείς είπαμε να λάβουμε τα μέτρα μας και να βρεθούμε εννιά ολόκληρες μέρες πριν διανυθεί σύμπας ο χρόνος, ώστε να μπορούμε να πιούμε τις ρακές μας σαν τους ανθρώπους, να πάμε καμιά ιστιοπλοϊκή βολτίτσα Θεού θέλοντος και καιρού επιτρέποντος, και να διηγηθούμε ο ένας στο άλλο πώς περάσαμε τα τελευταία τρία χρόνια, τρεις μήνες και τρεις μέρες (ή περίπου). Μάλιστα, είχα προτείνει στην παρέα να πάμε την Πρωτοχρονιά του 2013 (δηλαδή πάνω-κάτω δέκα μέρες μετά το τέλος του κόσμου) όλοι μαζί στην Ικαρία που έχουμε και κάτι ωραία εορταστικά έθιμα. Στην παρατήρηση ότι στο αναμεταξύ θα έχει καταστραφεί ο κόσμος, διευκρίνισα ότι στην Ικαρία όλα γίνονται βραδέως και με χαρακτηριστική καθυστέρηση, οπότε είναι πλέον ή βέβαιον ότι ακόμα και αν έχει καταστραφεί ο κόσμος το 2012, ουδόλως μας αποτρέπει αυτό από το να γιορτάσουμε την ικαριακή Πρωτοχρονιά του 2013.

Τα μιλήσαμε, τα συμφωνήσαμε, και μετά το ξεχάσαμε βέβαια καθώς πέρασε η επήρεια της ρακής και πήγε ο καθένας στη δουλειά του, αν και αραιά και που όλο και κάποιος το θυμότανε και πέταγε κάτι σαν «άντε, τα λέμε στις 12/12» ή «μην ξεχάσεις να κλείσεις εισιτήρια για τις 12». Κάποια στιγμή, καθώς ο καιρός πλησίαζε, άρχισα να το σκέφτομαι πιο σοβαρά, αλλά η κρίσιμη ημερομηνία έπεφτε τόσο μεσοβδόμαδα που ήταν αδύνατον να σκάσω μύτη στην Κρήτη χωρίς να χαλάσω παραπάνω μέρες άδειας από όσες όντως δικαιούμαι (έχοντας ήδη υπερβεί κατά τι, σφυρίζοντας δήθεν αδιάφορα, τις Πορτογαλικές προδιαγραφές άδειας – και χωρίς να μετράμε τα επικείμενα Χριστούγεννα, ε;). Άσε που για τους υπόλοιπους είναι πιο απλό, καθότι η πιο μακρινή διαδρομή τους θα είναι από την Αμμουδάρα ή την Αλικαρνασσό στο Ηράκλειο (βάλε δέκα χιλιόμετρα και πολλά λέω...) ενώ εγώ θα χρειαστώ πάνω από τρεις χιλιάδες χιλιόμετρα, τρία αεροπλάνα τουλάχιστον και δεν ξέρω πόσα λεφτά, είδος ουσιώδες εν ανεπαρκεία στους καιρούς που ζούμε.

Οπότε το απώθησα στο κουτάκι με τα ουδέποτε πραγματοποιηθέντα σχέδια (πρέπει να πάρω ένα μεγαλύτερο κουτάκι, αυτό έχει αρχίσει και γεμίζει πλέον...), μαζί με την διαδρομή Αθήνα-Λισσαβώνα-Αθήνα οδικώς με το σαραβαλάκι μου, τις εκδρομές στη Μαδέιρα και τις Αζόρες, τη σιδηροδρομική εξερεύνηση της δυτικής Πελοποννήσου (αλλά στο μεταξύ πάει το τραίνο του Τρικούπη, έκλεισε) και την εικοσαήμερη μεταφορά του wannabe καινούργιου σκάφους του φίλου μου του Φ. από το Ντόβερ στο Καλαμάκι μέσω Γιβραλτάρ-Μάλαγας-Βαλεαρίδων-Σαρδηνίας-Σικελίας και ισθμού της Κορίνθου (μόνο που τελικά αγόρασε άλλο κοψοχρονιά από τη Σκιάθο και το έφερε μόνος του σε δυο μέρες).

Κι εκεί που ενταφίαζα ησύχως τη φιλοδοξία του εν λόγω reunion, μου έρχεται άξαφνα τις προάλλες ένα μηνυματάκι από μια φίλη που τότε δεν ήταν μέλος της επίμαχης παρέας: «Τι έγινε; Πότε έρχεσαι για το ραντεβού της 12/12/12;» Της εξήγησα ότι δεν έρχομαι πριν τις 22 και πάντως όχι στην Κρήτη. Απόρησε. Απόρησα κι εγώ με τη σειρά μου που το είχε υπόψιν, το υποτιθέμενο ραντεβού. «Ε, το κουβεντιάζαμε με τα παιδιά πριν κάμποσο καιρό, και έλεγα μήπως ερχόσουν». Α, το κουβεντιάζανε. Δηλαδή, κουβεντιαζόταν τα πράγμα. Πέτυχα τη Μανταλένα διαδικτυακώς, και είπα να ζητήσω διευκρινίσεις.

- Πού είσαι;
- Σπίτι μου. Δηλαδή στη μάνα μου.


Με όρους Μανταλένας, αυτό σημαίνει κάπου στο ρου του Άνω Δούναβη. Όχι στην Κρήτη πάντως.

- Παίζει να είσαι Ηράκλειο την άλλη βδομάδα;
- Πλάκα μου κάνεις; Τώρα μόλις έφυγα από κάτω, θα ξανακατέβω καλό Πάσχα και αν...


Πήρα μια ανάσα – δεν θα ήμουν ο μόνος απών.

- Α, έλεγα μήπως γινόταν το ραντεβού στις 12/12/12.
- Ε, δε θα είσαι online;
- Ορίστε;
- Στο σκάιπ, ρε παιδί μου, δε θα είσαι;
- Ξέρω γω; Θα είμαι.
- Ωραία. Θα είμαι κι εγώ. Θα τους βάλουμε να μας πάρουν.
- ...
- Άλλωστε μόλις που προλαβαίνουμε πριν καταστραφεί ο κόσμος.


Οπότε, συντριμμάκια και φίλοι, δεν ξέρω αν το πιάσατε το υποννοούμενο, αλλά στις 12/12/12 (και κατά προτίμηση γύρω στις 12...) φροντίστε να μαζευτείτε, να έχετε μαζί σας λάπτοπ και πρόσβαση στο διαδίκτυο, διότι το ραντεβού ισχύει κανονικά.

Έχω φυλάξει τη ρακή στο ψυγείο για την περίσταση.

6/12/12

Ήρθαν τα κρητικά παιδιά...

Ιστιοπλοΐα στις όχθες του Τάγου, Ιούλιος 2012, φωτό © Δ.Σ.

Στην Ικαρία το καλοκαίρι δε με πρόλαβαν. Έφτασαν από το Ηράκλειο Δευτέρα πρωί, ενώ εγώ είχα φύγει Κυριακή μεσημέρι. Τους άφησα σαφείς οδηγίες πάντως, πού να πάνε και τι να κάνουν (προσαρμοσμένες στα γούστα τους όπως τα φανταζόμουν) και επί μέρες λάμβανα μηνύματα τύπου «Περνάμε υπέροχα!» και «Καλά, πόσο φανταστικά είναι!».

Ξαναμιλήσαμε (διαδικτυακώς πάντα) μέσα Σεπτέβρη· με εκείνην βέβαια, που την ξέρω από τα χρόνια μου στην Κρήτη. Εκείνον δεν τον είχα γνωρίσει από κοντά· όταν έφυγα από την Ελλάδα, πριν τρία χρόνια σχεδόν, η σχέση τους ήταν ακόμα στα σπάργανα και όπως συχνά συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις ήταν κάπως μυστική στην αρχή. Στα χρόνια που μεσολάβησαν επικοινωνούσαμε κατά καιρούς, κάποτε η φιλενάδα με επισκέφτηκε στην Ολλανδία με ένα κλιμάκιο ιστιοπλόων. Είχα προσέξει τότε ότι έτρωγε κάμποση ώρα στα τηλέφωνα με τον καλό της.

- Είναι ακριβά τα διεθνή τηλεφωνήματα, την πείραζα. Θα πτωχεύσεις.
- Δεν πειράζει, μου έλεγε χαμογελώντας παιχνιδιάρικα. Τα λεφτά δε φέρνουν την ευτυχία.

Όχι, αλλά η έλλειψή τους μπορεί καμμιά φορά να την περιορίζει κάπως. Το μάθαμε (οδυνηρά ενίοτε) αυτά τα χρόνια, μέχρι κι εγώ στο εξωτερικό. Πάντως η φίλη μου παρόλες τις ελλείψεις το είχε κάνει τάμα να έρθει και στη Λισσαβώνα, πριν εγκαταλείψω οριστικά την πόλη. Και ήρθε, μαζί με την άλλη κολλητή μας από την ιστιοπλοϊκή παρέα της Κρήτης και βέβαια με το σύντροφό της. Νοέμβρη μήνα. Με κρύο και βροχή του Ατλαντικού.

- Καλέ, αργήσατε κάπως.
- Ποτέ δεν είναι αργά.
- Σου πλήρωσαν το επίδομα αδείας;
- Πλάκα κάνεις; Μαζέψαμε ό,τι κέρμα είχαμε και ήρθαμε. Ακόμα περιμένω το δώρο του Πάσχα και το μισθό του Μαΐου.
- Καλά, και τί τις ήθελες τις Πορτογαλίες;
- Γιατί, πού θα τις ξαναβρώ;


Έλα ντε... Το φιλοσοφήσαμε λίγο, η φτώχεια θέλει καλοπέραση και τέτοια. Όχι ακριβώς φτώχεια μαύρη (τι να πούνε άλλοι κι άλλοι δηλαδή...) αλλά δεν είμασταν και για ζήτω, η φίλη απλήρωτη από το Πάσχα, ο δικός της ελεύθερος επαγγελματίας άνευ πελατείας λόγω κρίσης, η κολλητή άρτι απολυθείσα εποχιακή κι εγώ αναμένων τη σειρά μου οσονούπω. Αθροιστικώς εκατόν εξηντατριών ετών όλοι μαζί. Σαράντα κόμμα εβδομηνταπέντε κατά μέσο όρο. Όλο προοπτικές. Εγώ τον κοιτάω από ψηλά το μέσο όρο, άρα με λιγότερες προοπτικές. Το ζευγάρι τον κοιτάει από πιο κάτω, λίγο ως πολύ, άρα έχουν μέλλον.

Μείνανε μαζί μου εννιά μέρες. Έτυχε να έχω πολλή δουλειά και δεν μπόρεσα να τους «ζήσω» και πολύ, καθώς έτρεχα να προλάβω προθεσμίες με υποδειγματική ικαριακή συνέπεια (ξέρετε τώρα...) ενώ εκείνοι τριγυρνούσαν στο Μπελέμ και τη Σίντρα και την Αλφάμα και τα μουσεία και τα κάστρα. Και στα μαγαζιά ενίοτε. Κάπου προς το τέλος θυμήθηκε να του ψευτογκρινιάξει, τρυφερά πάντα.

- Μωρό μου, δε με πήγες να ακούσω φάδο... Καθόλου δε μ’ αγαπάς.

Έφυγαν πριν ξημερώσει· είχε πέσει μια γκρίζα ομίχλη στις όχθες του Τάγου. Ανανεώσαμε το ραντεβού για Ικαρία σε εποχή που θα είμαι κι εγώ. Ξαναμπήκα στο άδειο πλέον σπίτι· πριν πέσω στο κρεβάτι θυμήθηκα ένα πρωινό που την ξύπνησε απαγγέλοντάς της κάτι σα μαντινάδα:
Μάτια μου, μάτια των ματιών, των ομματιών μου μάτια
Μάτια δεν έχω ξαναδεί σαν τα δικά σου μάτια.
Καλύτερο από φάδο μου φάνηκε.


Σ.Σ. Ο τίτλος προέρχεται από ένα (ιστιοπλοϊκού ενδιαφέροντος) δημοτικό τραγούδι της Ιερισσού που διασώζει η Δόμνα Σαμίου και θυμάμαι τους στίχους του κάπως έτσι:

Ήρθαν τα κρητικά παιδιά τα ‘μορφοπαλικάρια
τα όμορφα και τα νόστιμα και τ’ αρραβωνιασμένα
καράβιν εσκαρώσανε καταμεσού πελάγου
βάζουν κατάρτια μπρούτζινα κι αντένες ασημένιες
και τα πανιά μεταξωτά και ξάρτια συρματένια
κι όμορφον το καράβιν τους κι ο νιός που τ’ αρμενίζει
καράβι μου κι αν πας στην Χιό κι αν πάς στην Σαλονίκη
χαιρέτα μου την αγαπώ πού ‘χει τα μαύρα μάτια

Βασιλικό στα κάτεργα και δυόσμο στα καράβια
κι θερμασιά στις όμορφες και γειά στα παλληκάρια.


(Κάτεργα είναι οι γαλέρες, τα πλοία με κωπηλάτες· η σημερινή έννοια της λέξης ως φυλακής πρέπει να υπήρξε μεταφορική τον παλιό καιρό που η στέρηση της ελευθερίας μπορεί και να σήμαινε καταδίκη σε κωπηλασία σε κάποιο πλοίο. Από κεί και η λέξη κατεργάρης και η έκφραση κάθε κατεργάρης στον πάγκο του – για κουπί, εννοείται).

(Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 3/12/2012. Αν και δεν είναι ικαριακή ιστορία, με διαβεβαίωσαν ότι είναι εντός στόχευσης του mag, πράγμα που υποδηλώνει ευρεία στόχευση εκ μέρους του περιοδικού, βεβαίως βεβαίως...)

19/5/12

Στον καφενέ του Καγιαμπή

Στον καφενέ του Καγιαμπή, εμείς κοιτάμε ποιος θα μπει, (ατυχές στιχοπλόκημα της κακιάς ώρας).

Η ιστορία έχει βέβαια παλιώσει, αλλά τη θυμήθηκα σήμερα που ένας φίλος μου καθότανε όλη μέρα και μαστόρευε στο φώτοσοπ και ποστάριζε στο φέισμπουκ μια φωτογραφία πού έδειχνε (υποτίθεται) μια γριά σε ένα μαγαζί με άδεια ράφια στη σοσιαλιστική Κούβα, ενώ πίσω της κρέμονται τα πορτραίτα του Γκεβάρα, του Κάστρο, του Τσάβες και (ελέω φώτοσοπ) του Τσίπρα. Αν και δεν βρίσκω και πολύ διασκεδαστική όλη τη μίρλα των τελευταίων ημερών με τον Τσίπρα ως πρόσωπο (προτιμώ να εστιάζω στις ιδέες των οποίων φορείς είναι και τα πρόσωπα, καθένας με τις αδυναμίες του βέβαια), η συλλογή με τα παραταγμένα πορτραίτα μου θύμισε τον καφενέ του Δημήτρη στο Ηράκλειο, όπου με πολύ διαφορετικές παρέες κατά καιρούς, ανάμεσα σε μυρωδιές φαγητών και ρακής, μέσα σε διαρκή κάπνα και ασυνάρτητο κουβεντολόι, έχω περάσει μερικές πολύ ιδιαίτερες και αξιομνημόνευτες στιγμές.

Η αλήθεια είναι ότι την ανακάλυψη του μαγαζιού τη χρωστάω σε μια φίλη κάπως νεαρής ηλικίας (περιστασιακή θαμώνα, ψευδωνύμως, των ιστοριών του παρόντος ιστολογίου), που με οδήγησε εκεί ένα βράδι του μακρινού πλέον 2007. Όταν πρωτομπήκα, δεν εντυπωσιάστηκα τόσο από την αφίσα του Ψαρογιώργη, ούτε από τον αριστερό τοίχο που ήταν γεμάτος με κάδρα που απεικόνιζαν διάφορους λυράρηδες και βρακοφόρους (στην Κρήτη είμαστε άλλωστε...) και εικόνες από το Αβδού Πεδιάδος από όπου και κατάγεται ο Δημήτρης (κατά δήλωσή του, πρόκειται για χωριό άοπλων ανθρώπων, πράγμα που για Κρήτη ξενίζει κάπως...). Εντυπωσιάστηκα όμως σίγουρα από τον δεξιά τοίχο, που ήταν γεμάτος αντίστοιχα κάδρα που απεικόνιζαν καπεταναίους του ΕΛΑΣ και του ΔΣΕ, διαδηλώσεις, ιστορικές φιγούρες του κινήματος αλλά και ποιητές (όχι αναγκαστικά αριστερούς πάντως, με το Ρίτσο βέβαια περίοπτο, αλλά και το Σεφέρη και τον Ελύτη και τον Καβάφη αν θυμάμαι καλά σε μια γωνιά.

Κάτσαμε και χαζεύαμε τα πορτραίτα κάμποση ώρα. Η νεαρή φίλη μου είχε πάρει ένα ύφος θριάμβου, τύπου και καλά «κοίτα πού σε έφερα». Τη ρώτησα αν ήξερε ποιοι είναι αυτοί στις εικόνες. Μου είπε ότι δεν είχε ιδέα. Εγώ πάλι ήτανε κάνας-δυο (Κρητικοί, κυρίως) που δεν τους ήξερα. Με τσέκαρε δείχνοντας τυχαίες φωτογραφίες στο δεξιά τοίχο, και αναγνώρισα με ευκολία το Βάρναλη και τον Καζαντζάκη, το Μάνο Κατράκη (που θα έπαιζε ενδεχομένως και στον απέναντι τοίχο με τα κρητικόπουλα), το ζεύγος Καζάκου-Καρέζη επικεφαλής διαδήλωσης, τον Καββαδία ως ναυτικό σε μια κουπαστή, τη διάσημη εικόνα του Μπελογιάννη με το γαρίφαλλο.

Ύστερα ήρθε η σειρά μου να δοκιμάσω τις γνώσεις της. Της έδειξα μέσα στο πλήθος των Κρητικών μια φωτογραφία του Ξυλούρη, αλλά την είδα που δυσκολευότανε κι είπα να πάω σε κάτι ακόμα πιο εύκολο. Έδειξα μπροστά μας, ακριβώς πάνω από την πόρτα του μαγαζιού, όπου ήταν οι εικόνες των δύο κυρίων που απεικονίζονται στην κορυφή της ανάρτησης. Μια λάμψη πέρασε από το βλέμμα της.

- Καλέ αυτούς τους ξέρω. Αυτός αριστερά είναι ο Τσε Γκεβάρα!
- Μπράβο, κορίτσι μου. Κι ο δεξιά;
- Ε, ο άλλος, ο πώς τον λένε... Ο Φιντέλ Κάστρο!
- Όχι βρε κοπέλα μου, ο Άρης είναι. Ο Βελουχιώτης.


Και η φίλη μου με ειλικρινή απορία:

- Και ποιος είναι αυτός ο Βελουχιώτης;


Σ.Σ. Το επισημαίνω μεταξύ άλλων και για τυχόν ενδιαφερόμενους από τη δεξιά πλευρά του πολιτικού φάσματος, που ίσως νομίσουν ότι θα αποτρέψουν κάποιους νεώτερους από το να ψηφίσουν αριστερά, επικαλούμενοι τον εμφύλιο, τα κονσερβοκούτια και την Πηγάδα του Μελιγαλά.

Παρότι όπως προανέφερα αποφεύγω να εστιάζω στα πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένου του Κομαντάντε και του Άρη, δράττομαι της ευκαιρίας να ανεβάσω από ένα βιντεάκι για τον καθένα, που μου άρεσαν για διαφορετικούς βέβαια λόγους.

Στο πρώτο ο Πάνος Τζαβέλλας αποδίδει το διάσημο «Τραγούδι του Άρη» που αγνοώ ποιος το έγραψε, αλλά μου αρέσει αυτή η εκτέλεση με τα κλαρίνα που πάει προς το τσάμικο.


Στο δεύτερο και ακόμα πιο διάσημο, η Nathalie Cardone βρεφοκρατούσα κάνει γκραν σουξέ το πασίγνωστο Hasta Siempre με ένα κάπως σέξι-revolution-chic βιντεάκι που αμφιβάλλω αν θα ήταν του γούστου του ίδιου του Κομαντάντε, αλλά έχει πλάκα αν δεν το πάρεις τοις μετρητοίς (για μια πιο ενδιαφέρουσα και κεφάτη εκτέλεση, δοκιμάστε τους παππούδες του Buena Vista Social Club, εδώ.


Αν θυμάμαι καλά, στο μαγαζί ήταν η ίδια φωτογραφία του Άρη, αλλά για τον Τσε ήταν μάλλον η διάσημη φωτογραφία του Κόρντα, αν και εδώ προτίμησα να ανεβάσω μια πιο ανθρωπινή.

25/11/10

Επιστημονικός τουρισμός

Εύδηλος by night, Καλοκαίρι 2010. Φωτό Ροβυθέ.

Κατηφόριζα βιαστικά στην πλατεία του Ευδήλου - όσο βιαστικά μου επιτρέπει η ικαριακή μου ανατροφή και ο νωχελικός μήνας Αύγουστος. Ήθελα να προλάβω να δω τη φίλη μου την Α. πριν φύγει για το εξωτερικό, καθώς είχαμε συναντηθεί ελάχιστα αυτές τις μέρες των διακοπών. Την εντόπισα να κάθεται σε ένα καφενείο μαζί με μια παρέα αδέλφια, ξαδέλφια και ανήψια κι έσπευσα προς τα εκεί· καθ' οδόν διασταυρώθηκα με μια ομάδα νεαρών που κρατούσαν μουσικά όργανα. Τους έριξα μια φευγαλέα ματιά: «γκρούβαλοι», σκέφτηκα, και συνέχισα την πορεία μου, αν και κάτι στην εικόνα μου φάνηκε απροσδιόριστα γνωστό.

Έκατσα στο καφενείο με την παρέα των αδελφοξάδελφων. «Τι να κεράσουμε;» ρώτησε ο σύζυγος μιας αδελφής, «καφέ, ελληνικό» απάντησα αθώα. Μεσάνυχτα σχεδόν ήτανε, μια χαρά ώρα για ένα καφεδάκι. Ο σύζυγος δε μάσησε· αν και «γαμβρός» (από αυτούς που οι αυτόχθονες ονομάζουν δήθεν σκωπτικώς «μαζέματα»), ήταν καλά εκπαιδευμένος στα ήθη και έθιμα της νήσου. Μου έδειξε τον καφέ που έπινε ο ίδιος, επίσης ελληνικό, διπλό μάλιστα.

Από το βάθος ακούστηκαν κάτι μουσικές. Η ομάδα τραγουδούσε, άκουγα να έρχεται κάτι σαν ταραντέλλα. Μετά από λίγο είπαν το «Χαράματα η ώρα τρεις». Η Α. σχολίασε ότι τραγουδούσαν σε πολλές γλώσσες, προηγουμένως είχαν πει κάτι γαλλικά.

Κάτι έκανε «κλικ».

- Γαλλικά; Είσαι σίγουρη;
- Φυσικά, το ξέρω το κομμάτι. Μα πού πας;
- Επιστρέφω αμέσως.


Κατευθύνθηκα βιαστικά (όσο μου επιτρέπει κλπ.) προς την ομάδα των μουσικών. Πρόσεξα ότι εκτός από τις κιθάρες και τα απαραίτητα τουμπερλέκια είχαν και μερικά πιο ψαγμένα όργανα, κάτι σα μαντολίνο συν κάτι ξύλινα πνευστά, φλάουτα, φλογέρες... Μια νεαρή μάγισσα με ένα ντέφι μάζευε τις εισφορές του κοινού (όχι και πολλές). Το μάτι μου κόλλησε σε έναν ψηλό, ξανθό, επιβλητικό κιθαρίστα. Απροσδιορίστως γνωστό. Όχι και τόσο απροσδιορίστως, τελικά.

- Να σε ρωτήσω, ρε φιλαράκι, μήπως είσαι Γάλλος;
- Ναι, Γάλλος, είπε ο τύπος ενώ προσπαθούσε να καταλάβει από πού του ερχόταν η ερώτηση - χρειάστηκε να σκύψει για να με αντιληφθεί.
- Ολιβιέ δε σε λένε;
- Ολιβιέ, απάντησε ο τύπος, χαρούμενος που είχε εντοπίσει την πηγή των ερωτήσεων στο κάτω μέρος του οπτικού του πεδίου.
- Και δε μου λες... Δεν ήσουνα ερευνητής στα Λέιζερ στην Κρήτη;
- Ναι! αναφώνησε συγκινημένος ο Ολιβιέ, χαρακτηριστικότατη φάτσα της κοινότητας των ξένων επιστημόνων-ερευνητών του Ηρακλείου τον καιρό που ζούσα εκεί, δηλαδή μέχρι πρότινος.

Η επόμενη ερώτηση κανονικά θα ήταν «- Και τι σκατά θέλεις κοτζάμ ερευνητής Λέιζερ να παριστάνεις τον κιθαρίστα σε περιπλανώμενο θίασο στην Ικαρία, μου λες;», αλλά περιορίστηκα να ρωτήσω πώς βρέθηκε εδώ. Μου είπε ότι είχε αφήσει την Κρήτη και δούλευε στο Παρίσι, αλλά κάτι φίλοι (να αυτός εδώ με το μαντολίνο είναι Ιταλός, εκείνος εκεί με τη φλογέρα Έλληνας, ο άλλος Ιρλανδός...) αποφάσισαν να γυρίσουν τα νησιά το καλοκαίρι κι εκείνος δεν ήθελε να χάσει την ευκαιρία να ξαναβρεθεί στην Ελλάδα, διότι ήταν πολύ ωραία εδώ και...

- Αργείς; αγρίεψε η (Ελληνίς) ταμίας του θιάσου με το ντέφι. Έχουμε δουλειά!

Ο Ολιβιέ με κοίταξε αμήχανα· είπα «σερσέ λα φαμ», χαμογέλασα στην κοπέλα (εκείνη πάλι όχι) και ξαναπήγα προς το καφενείο. Άκουσα πίσω μου την ομάδα να τραγουδάει κάτι στα ισπανικά.

- Μα πού ήσουνα; Ρώτησε η Α. ενώ ο καφές μου μόλις είχε καταφθάσει.
- Στην Κρήτη, είπα δοκιμάζοντας την πρώτη γουλιά.

Η Α. μου έριξε ένα κάπως απορημένο βλέμμα με τα μαύρα, γελαστά μάτια της. Πάνω στην ώρα, από απέναντι ακούστηκαν οι πρώτες νότες του Ερωτόκριτου.


Δημοσιεύτηκε στις "Ελεύθερες πτήσεις" του ikariamag στις 15 Νοεμβρίου 2010.

13/10/10

Παράξενοι τόποι (Χαΐνηδες)

Ο κύριος Δημήτρης Αποστολάκης βάζει τους στίχους και τη μουσική, ο κύριος Μιχάλης Σταυρακάκης τη φωνή, και κάποιος άγνωστός μου κύριος φτιάχνει ένα γλυκύτατο βιντεάκι, που σκέφτηκα να αφιερώσω στους ιστιοπλόους φίλους που ταξίδεψαν από την Κρήτη μέχρι το Λέιντεν να με δουν (και λιγάκι παραπάνω σ' εκείνους που δεν ταξίδεψαν).


Εγώ στα φύλλα της καρδιάς κρύβω βαθιά τον πόνο
στρέφω το βλέμμα μη με δουν και σαν παιδί βουρκώνω

Θε μου πόσο παράξενοι είν' οι δικοί μας τόποι
θλιμμένα τα τραγούδια μας και γελαστοί οι αθρώποι

Κλείσε τα μάτια κι άσε με θάλασσα να σε λέω
τούτο το βράδυ που μπορεί ναι 'ναι το τελευταίο

Θάλασσα πικροθάλασσα μια νύχτα θα γυρίσω
κι ένα κορμί και μια καρδιά στο κύμα σου θ' αφήσω




Το τραγούδι "Θάλασσα πικροθάλασσα" είναι από το δίσκο των Χαΐνηδων "Το μεγάλο ταξίδι" (1997). Λόγω μιας μικρής ασυνεννοησίας στο φόρματ του youtube και του blogspot, ίσως είναι καλύτερα να δείτε το βιντεάκι εδώ.

24/4/10

Αποχαιρετισμός, μεσοπέλαγα...


"Μεσοπέλαγα αρμενίζω" ή αλλιώς "Αποχαιρετισμός" του Κώστα Μουντάκη, κάποτε αταίριαστο και τώρα κάπως παράξενα προσωπικό. Έχει ο καιρός γυρίσματα.

Ήρθα Γενάρη, τρεις προς τέσσερις του μήνα, πριν τρία χρόνια. Τώρα είναι Απρίλης, αλλά έχω λείψει αρκετούς μήνες τον τελευταίο καιρό, πότε ψάχνοντας για δουλειά, πότε ελαφρώς κυνηγημένος από διάφορα που συνέβαιναν, μέσα στο κεφάλι μου κυρίως. Κόψε κάτι λοιπόν και πες συνολικά τρία χρόνια, στρογγυλά. Έζησα σχεδόν διόμισι χρόνια σε ένα σπίτι - το "σπίτι μου" - και άλλους δεκάμιση μήνες εδώ κι εκεί, πλάνητας, σε νοικιασμένα εξοχικά, δωμάτια ξενοδοχείων, φιλόξενους φίλους και φίλες. Σύνολο οχτώ διαφορετικά σημεία διαμονής. Όχι κι άσχημα.

Τις προάλλες ήρθε η μεταφορική και πήρε τα έπιπλα και τα βιβλία μου. Τα βιβλία πήγανε στην Αθήνα, τα έπιπλα ως επί το πλείστον στην Ικαρία. Θα κρατήσω στην Αθήνα το γραφείο και μια βιβλιοθηκούλα, για μαγιά, ώστε όταν τα ξαναχρειαστώ να βρίσκονται εύκαιρα. Στην Ικαρία τα παλιά μου έπιπλα θα κάνουν τις διακοπές τους, αποστρατεύοντας κάτι ξεχαρβαλωμένους καναπέδες και τραπεζάκια που φυλάνε οι γονείς μου από τις αρχές της δεκαετίας του εξήντα. Αν βρεθώ ξανά στην Αθήνα και χρειαστεί να ξαναστήσω νοικοκυριό εκεί, θα πάρω άλλα. Αλλά για την ώρα δεν προβλέπεται.

Μεταναστεύω. Δεν χρειάστηκε να περιμένω το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο να μου πει τι να πράξω - η κατάσταση ήταν αδιέξοδη από μερικές απόψεις, και η φυγή προς τα εμπρός αναπόδραστη. Έτσι κι αλλιώς το πάλευα χρόνια, και μέσα από μια διαδρομή που υπήρξε ενίοτε τεθλασμένη, βρέθηκα με το υπογεγραμμένο συμβόλαιο, το κάπως άδηλο μέλλον (αλλά συνηθισμένα τα βουνά στα χιόνια) και το εισιτήριο για Άμστερνταμ στο χέρι. Χωρίς επιστροφή, για την ώρα. Θα φυτέψω τη ρεβιθιά μου ανάμεσα στις τουλίπες και τους ανεμόμυλους, θα μάθω ποδήλατο (αλλά μάλλον όχι ολλανδικά), θα γίνω το διαπρεπές μέλος μιας (φανταστικής, μάλλον) επιστημονικής κοινότητας "του εξωτερικού". Ίσως.

Είναι λίγο παράξενο, αλλά αν και ποτέ δεν αισθάνθηκα "σπίτι μου" στην Κρήτη (πράγμα εντελώς φυσιολογικό αν σκεφτεί κανείς ότι είμαι άνθρωπος που έχει και σπίτι και πατρίδα και ισχυρές πολιτισμικές αναφορές), φεύγοντας αισθάνομαι ένα είδος συγκίνησης αρκετά διαφορετικό από αυτό που με διακατείχε όταν άφηνα την Αθήνα πριν λίγα χρόνια. Και στις δύο περιπτώσεις "γύριζα σελίδα", ίσως με κάποια καθυστέρηση σε σχέση με τον πιο πρόσφορο χρόνο, αλλά πάντως καλά έκανα. Αυτή τη φορά όμως υπάρχει ένα μούδιασμα λίγο διαφορετικό. Ξέρω ότι κάνω το σωστό, ξέρω ότι μάλλον δε γίνεται αλλιώς, αλλά κάτι δε μου πάει.

Καθώς το πλοίο απομακρύνεται και τα φώτα του Ηρακλείου αργοσβήνουν στο νότο, σκέφτομαι ότι τουλάχιστον γλυτώνω από τη γύρη της ελιάς που μου προκαλεί ισχυρή αλλεργία. Γλυτώνω κι από μερικά άλλα πράγματα ελάσσονος σημασίας (την παροιμιώδους επιθετικότητας κρητική οδήγηση, έναν αξιοθρήνητο τοπικισμό της κακιάς ώρας, μια αισθητική αντίληψη μεγαλοπρεπούς ασημαντότητας) αλλά παράλληλα στερούμαι άλλα, ίσως σημαντικότερα. Και δεν εννοώ τα φαράγγια, τις παραλίες, τη ντοπιολαλιά, την κουζίνα, τη ρακή, τις μαντινάδες - όλα τους σημαντικά, αλλά κανένα τους μοναδικό στον κόσμο αυτό. Εννοώ την αγάπη των φίλων που έκανα εδώ και που είχα την ευκαιρία να διαπιστώσω την ύπαρξή της περισσότερο τώρα που έφευγα παρά τα τρία προηγούμενα χρόνια που ήμουν καθημερινά ανάμεσά τους.

Αλλά είναι ακόμα νωρίς για απολογισμούς και αποτιμήσεις της κρητικής εμπειρίας. Τον τελευταίο χρόνο η ζωή μου άλλαξε απότομα, και συνεχίζει να αλλάζει - δεν ξέρω πόσο θα χρειαστεί ακόμα για να κατασταλάξει κάπου. Σκέφτομαι πάντως πόσο παράξενο θα μου φαινόταν λίγο μόλις καιρό πριν, ότι θα άκουγα το "Μεσοπέλαγα αρμενίζω" του Μουντάκη όχι πια με τη φιλοπαίγμονα διάθεση που είχα όταν το πρωτοάκουσα από τον Πάριο πριν χρόνια, αλλά σα να με αφορά προσωπικά, κι ας μην είμαι Κρητικός, κι ας μη με περιμένει καμμιά αγαπημένη πίσω, μάλλον. Κι ακόμα κι αν δεν κοιτώ με παράπονο την κορφή του Ψηλορείτη, αναρωτιέμαι πόσο καλύτερα είναι να σε περιμένει μια γυναίκα (ή έστω ένας σκύλος) κάπου σε κάποιο μέρος που ορίζεις ως "δικό σου" κι έχει τη μυρωδιά σου, την αφή των χεριών σου, τις μνήμες σου.

Την παραμονή της αναχώρησης είδα ότι οι μουριές στον Αη-Γιάννη έβγαζαν κανούργια φύλλα. Και τώρα μένει να μάθω αν ανθίζουν οι τουλίπες, ή αν αργεί ακόμα η άνοιξη στο βορρά. Το πλοίο ταξιδεύει αργά μέσα στη νύχτα, κι εγώ "έχω την αγάπη πρύμα" κι άλμπουρο ένας Θεός ξέρει τι.

Αλλά ο κόσμος είναι μεγάλος, και το ταξίδι έχει πολύ δρόμο ακόμα.

7/3/10

Εκειά που θέλω δε μπορώ



Αν και ζω στην Κρήτη τα τελευταία χρόνια, δεν αισθάνθηκα ποτέ την ανάγκη να ενσωματωθώ "πολιτισμικά" στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα - μεγάλο παιδί είμαι πια, με επαρκή συγκρότηση μέσες-άκρες ώστε να μη με πιάνει κανένα ιδιαίτερο δέος. Ως "ξενομπάτης" με έναν ορισμένο αυτοσεβασμό, κρατάω μια ικανή απόσταση από τα παραφερνάλια του τοπικού "φολκλόρ", κι έτσι όπως είναι μάλλον δύσκολο να με δείτε ποτέ με μαύρα πουκάμισα και στιβάλια (θα ήταν αστείο...) είναι παρομοίως δύσκολο να με ακούσετε να μιμούμαι την τοπική προφορά, να λέω "κατέχω" αντί για το ικαριακό "νιώθω" (και τα δύο σημαίνουν "ξέρω" κατά μία έννοια), να χορεύω μαλεβυζιώτη και να απαγγέλλω μαντινάδες.

Από την άλλη μεριά, οι μαντινάδες ("ρίβες" στην Ικαρία, λιανοτράγουδα αλλού) και γενικότερα η λαϊκή ποίηση είναι μια γλώσσα που συχνά ξεφεύγει από το επιχώριο και ενίοτε εκφράζει πράγματα μεγάλου βάθους, χρησιμοποιώντας λίγες μόνο "απλές" κουβέντες, που με δυο στιχάκια τα λένε όλα, χωρίς να χρειάζεται να γράψει κανείς δυο σεντόνια αναλύσεων.

Τον τελευταίο καιρό κουβεντιάζω αρκετά με ένα φίλο που τον απασχολούν διάφορα πράγματα και μου δίνει αφορμές να γράψω κείμενα επί κειμένων, αλλά ίσως δε χρειάζεται και τόσο. Τυχαία ακούσαμε προχτές ένα τραγούδι του Ψαραντώνη (του οποίου δεν είμαι θαυμαστής - ούτε ο φίλος μου), το οποίο "κάλυψε" απόλυτα το μεγαλύτερο μέρος της κουβέντας μας. Οι στίχοι είναι του συχωρεμένου Γιώργη Σταυρακάκη (Μιχαλόμπας) και η μουσική του Βασίλη Ξυλούρη (Ντουντούλιος).


Εκειά που θέλω δε μπορώ κι όπου δε θέλω φτάνω
ό,τι μισώ το συναντώ, ό,τι αγαπώ το χάνω.

Άμα πονείς όπου κι αν πας ο πόνος είναι πόνος
κι άμα σε δέρνει η μοναξιά σε χίλιους νοιώθεις μόνος



Κάπως έτσι.

1/3/10

Εις το βουνό ψηλά εκεί

Το φεγγάρι πάνω από τα καταφύγιο Ασκύφου, λίγο πριν νυχτώσει στο κέντρο του κόσμου.

Η τρέλα δεν πάει στα βουνά, λέει η παροιμία, και με αφήνει με την απορία τι να εννοεί άραγε. Εμείς οι ιστιοπλόοι πάντως και στα βουνά πάμε άμα λάχει, τώρα που τα σκάφη είναι τραβηγμένα στα καρνάγια και οι ιστιοπλοϊκές δραστηριότητες περιορίζονται στο διαδίκτυο μάλλον παρά στην πραγματική ζωή. Τα μέλη του σκληρού πυρήνα της Συντρίμ τημ, ο μαλακός μανδύας που τα περιβάλλει (δηλαδή εγώ) καθώς και κάποιοι φίλοι, αφήσαμε για την ώρα τη θάλασσα και τη μαγευτική διαδρομή Ηράκλειο-Δία και τανάπαλιν προς αναζήτηση της περιπέτειας στο αφιλόξενο έδαφος των Λευκών Ορέων, και συγκεκριμένα του οροπεδίου Ασκύφου. Αφιλόξενο για τους Ηρακλειώτες της παρέας, εννοείται, καθώς η περιοχή ανήκει στο νομό Χανίων - εμείς οι ξενομπάτες ουδεμία σκασίλα έχουμε.

Το ραντεβού ήταν Σάββατο πρωί στο Αμουδάρι - φυσικά τα ικαριακά γονίδια του γράφοντος εύκολα μετέτρεψαν το πρωί σε απομεσήμερο οπότε το ραντεβού μετετέθη για το καταφύγιο που βρίσκεται σε υψόμετρο 1200 μέτρα. Για να μην υπάρχει παρεξήγηση, εννοείται ότι η ανάβαση έγινε σε 4x4 με οδηγό, οπότε από την ευχάριστη θέση του συνοδηγού είχα την ευκαιρία να σέρνω τα εξ' αμάξης (κυριολεκτικά) με αφορμή διάφορα αρχιτεκτονήματα ή συμπεριφορές που συναντούσαμε δρόμο-δρόμο. Ατυχώς κάποτε η απόλαυση τελείωσε όταν φτάσαμε στο καταφύγιο και συναντήσαμε τους καμιά τριανταριά και βάλε νομάτους που γέμιζαν τα δωμάτια και το χώρο εστίασης, με τα ωραία μπουφάν και τα ωραιότερα φλις τους. Θα ταίριαζαν πολύ καλύτερα με ασορτί αρβυλάκια, αλλά ο κανονισμός προέβλεπε ότι τα άρβυλα βγαίνουν στον προθάλαμο και αντικαθίστανται από λαστιχένια σαγιονάρα σαν αυτές που δίνουνε στο στρατό, πράγμα που αφαιρεί ένα μέρος της κομψότητας που προσδίδει η ορειβατική εξάρτυση, αλλά είναι αναμφίβολα πολύ πρακτικότερο.

Για την περίσταση είχα βάλει κι εγώ το φλισάκι μου, επιτέλους για τη χρήση που προορίζεται κανονικά και όχι για μούρη στο γραφείο. Τα υπόλοιπα συμπράγκαλα που κουβάλαγα ήταν μάλλον ιστιοπλοϊκού ενδιαφέροντος, καθώς το υποτίθεται hiking πατούμενο ήταν λίγο μόλις καλύτερο από ένα κοινό αθλητικό παπούτσι, το αντιανεμικό, ο σκούφος και το κασκώλ ήταν εμφανώς για βαπορίσια χρήση, και το τζηνάκι απλό τζηνάκι. Ο καιρός ήταν μαζί μου βέβαια, καθώς είχε ήλιο άφθονο, μηδέν χιόνι γύρω γύρω, ελάχιστο ακόμα και στις βουνοκορφές που μας περιτριγύριζαν στο μικρό οροπέδιο της Ταύρης. Άλλοι, πιο προχωρημένοι, γκρίνιαζαν - θα προτιμούσαν κανέναν καραχιονιά, μάλλον. Αλλά οι περισσότεροι φαινόντουσαν ευχαριστημένοι, και κρίνοντας από το ότι ήξερα τους μισούς περίπου υπό ιστιοπλοϊκή ιδιότητα, δεν ανησύχησα για το ενδεχόμενο να μείνω χωρίς παρέα το πρωί της επομένης που οι ορειβάτες θα σηκωνόντουσαν χαράματα να κατακτήσουν τις κορφές.

Οφείλω να ξεκαθαρίσω στους αναγνώστες τους ιστολογίου ότι δεν είμαι καθόλου άνθρωπος των κάμπων: λατρεύω τα βουνά - ειδικά να κάθομαι στην παραλία και να τα κοιτάω από μακριά. Όταν αρχίζει η ανηφόρα όμως, αρχίζω να θυμάμαι ότι (για να το πω αποφατικά) ΔΕΝ είμαι ακριβώς νέος, λεπτός και γυμνασμένος, χώρια το άσθμα. Επειδή όμως τα τελευταία δυο-τρία χρόνια έχω αρχίσει και κάνω πράγματα που τα προηγούμενα τριανταεννιά είτε ανέβαλλα διαρκώς είτε δεν είχα διανοηθεί ότι θα μπορούσαν να με αφορούν, κάποια στιγμή θα έφτανε και η ώρα της ανάβασης. Φυσικά ο καθένας έχει κάποια όρια - τα δικά μου σίγουρα δεν φτάνουν πολύ ψηλότερα από τα 1200 μέτρα. Όμως κάπου βρίσκονται, και είπα να σπεύσω να τα συναντήσω.

Η συνάντηση ήταν λίγο απότομη. Μετά από μια νύχτα με φαγητό, πολύ κρασί και τραγούδι, καθώς και μια απόπειρα εκμάθησης Χανιώτη (χορός είναι αυτό) σε ανεπίδεκτους Καριώτες (ευχαριστώ, κορίτσια), οι ορειβάτες ξύπνησαν χαράματα κι έφυγαν για ψηλά. Τα συντρίμμια της νύχτας και άλλοι θαλασσινοί ξεμείναμε στα πέριξ του καταφυγίου, με αργό και τελετουργικό ξύπνημα, λουκούλλειο πρωινό, καφέ και τσιγάρο χωρίς την αστυνόμευση του οδηγού από τον ΕΟΣ Χανίων που ήταν ο άρχων του χώρου. Με κάποια έκπληξη είδα ότι "ορειβάτες" ήταν μετά βίας οι μισοί, κι από τους άλλους μισούς εγώ ήμουν ο πιο πρωινός. Κάποτε όμως και οι άλλοι μισοί αποφασίσαμε να πάμε κάπου, αρχικά προς το οροπέδιο Νιάτου και μετά στο μονοπάτι Ε4 που οδηγεί εν τέλει στη Χώρα Σφακίων. Ο σκληρός πυρήνας και οι φίλοι τους επέλεξαν αυτή τη διαδρομή, με σκοπό να κάνουν περίπου τη μισή απόσταση, γύρω στις διόμιση ώρες (κι άλλο τόσο πίσω). Ο μαλακός μανδύας δυστυχώς σφήνωσε στο σαραντάλεπτο σε μια κατηφορική χαράδρα, και αναλογιζόμενος ότι στην επιστροφή θα ήταν ανήφορος είδε τα όριά του να πλησιάζουν απειλητικά, και πριν συναντηθούν βίαια είχε ήδη κάνει μεταβολή για την επιστροφή.

Ο σοφός Νέτος το είχε προβλέψει από την παραμονή, λέγοντας ότι η "Συντριμιών ανάβαση" θα εξελισσόταν εν τέλει σε "Κάθοδο των κακο-μοιρίων" (και στο τέλος θα φωνάζουμε "θάλαττα-θάλαττα"). Με συνόδεψε μέχρι το καταφύγιο, παρηγορώντας με ενόψει του ψησίματος πανσέτας που θα ακολουθούσε. Η Μανταλένα ήρθε μαζί μας - ξεπέρασα την επαπειλούμενη κρίση άσθματος συζητώντας με τους φίλους μου για το αν είναι προτιμότερο να γίνεσαι πρώτα φίλος και ύστερα εραστής κάποιου ή το αντίστροφο (στην περίπτωση που τα κάνεις και τα δύο διαδοχικά), ένα θέμα ύψιστου ορειβατικού ενδιαφέροντος. Κουβέντα στην κουβέντα η ανάσα μου επέστρεψε, και μετά από λίγο επέστρεψαν και οι κατακτητές της κορυφής. Τσιμπήσαμε και ήπιαμε, σβήσαμε το ακοίμητο τζάκι, μαζέψαμε και σκουπίσαμε μέχρι να επιστρέψουν τα υπόλοιπα συντρίμμια. Όταν έφτασαν ρωτήσαμε μέχρι πού πήγαν.

- Μέχρι να δούμε τη θάλασσα, είπε η Κάντυ, και η προφητεία του Νέτου εκπληρώθηκε.

Φορτώσαμε τα αμάξια και αποχωρήσαμε σε φάλαγγα, εμείς μπροστά και η Μαρίστρα πίσω. Στο Αμουδάρι χωριστήκαμε, ο σκληρός πυρήνας έμεινε για ρακές κι εμείς πήραμε το δρόμο για τη Χώρα Σφακίων, περάσαμε το φαράγγι της Ίμπρου και χαζέψαμε τη Γαύδο από απέναντι. Ύστερα, όσο ήταν ακόμα μέρα περάσαμε από το Φραγκοκάστελλο, αλλά είναι νωρίς ακόμα για Δροσουλίτες. Φτάσαμε στο Ροδάκινο και είδαμε τα βράχια που κοκκίνιζαν από τον ήλιο. Λίγο πριν σουρουπώσει περάσαμε το φαράγγι Κοτσυφού (τα φαράγγια που περνάς εποχούμενος είναι πολύ ευχάριστα) κι ύστερα βγήκε ένα τεράστιο, πανέμορφο φεγγάρι που μας πήγε μέχρι το Ηράκλειο και μας άφησε απαλά στην πόρτα.

Πριν κοιμηθώ, θυμήθηκα μια ιστορία που είχα διαβάσει παλιά, για ένα γέρο Σφακιανό που έλεγε:

"Όλος ο κόσμος, είναι η Ευρώπη,
κι όλη η Ευρώπη είναι η Ελλάδα,
κι όλη η Ελλάδα είναι η Κρήτη,
κι όλη η Κρήτη είν' τα Σφακιά,
κι όλα τα Σφακιά είν' τ' Ασκύφου,
κι όλο το Ασκύφου είμαι εγώ".

Δεν συμφωνώ βέβαια, κι άλλα έξι-εφτά δισεκατομμύρια κόσμος επίσης, φαντάζομαι. Αλλά όπως έγραψα σε κάτι (αληθινούς) ορειβάτες φίλους μου από το καταφύγιο, "πλάκα έχει". Όσο έχει πλάκα και μια παρέα ιστιοπλόων σε ένα ορειβατικό καταφύγιο, κι ένας ξενομπάτης που τους ακούει μαζί με τις παγωμένες ριπές του αέρα, ρίχνοντας και μια κλεφτή ματιά στις μισοχιονισμένες πλαγιές που λάμπουν ήρεμα στο φως της πανσελήνου.


Δεν είναι το φως της πανσελήνου, αλλά είναι το λίγο χιόνι δίπλα στην κορυφογραμμή σε μια φωτογραφία που τράβηξε η Ε., (μια πραγματική ορειβάτισσα - "σκυλί", κατά τον οδηγό του ΕΟΣ Χανίων που ηγείτο της ανάβασης) όση ώρα τα συντρίμμια κάπνιζαν δίπλα στο τζάκι.

Σ.Σ.: Την ιστορία με το γέρο-Κρητικό που είναι το κέντρο του κόσμου, την πρωτοδιάβασα σε ένα βιβλίο ενός κυρίου Τ. Καλονάρου που λέγόταν "Η ευτυχία του να είσαι Έλληνας" και αντέγραφε ή παρωδούσε το βιβλίο του (γνωστού) Νίκου Δήμου "Η δυστυχία του να είσαι Έλληνας" κάπου στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Κανένα από τα δύο βιβλία δεν είναι του γούστου μου. Στην Κρήτη η ιστορία αυτή είναι νομίζω γενικά γνωστή, με διάφορες παραλλαγές κατά τόπους.

9/10/09

Κρητικοί και Κριτική


Κάνα δυο μέρες πριν τα μαζέψω οριστικά από το Ηράκλειο, βρέθηκα να ψάχνω μια ανύπαρκτη συναυλία του Κωστή Αβυσσινού στα Σπήλια ή το Σκαλάνι. Τελικά η πληροφορία περί συναυλίας ήταν μούφα, ωστόσο τον Αβυσσινό τον πέτυχα λίγες μέρες αργότερα στην Ικαρία, στο Φεστιβάλ Πολιτισμικών Διαλόγων Ίκαρος, μαζί με την Ουγγαρέζα Marta Sebestyen σε μια μουσική συνύπαρξη που ήταν όντως απρόσμενη. Με στεναχώρησε λίγο μόνο το γεγονός ότι ο κακομοίρης ο Αβυσσινός δεν βρήκε στην Ικαρία τους συμπαραστάτες που θα ήθελε ανάμεσα στο κοινό – λίγα κοινά πράγματα έχουν οι μουσικές μας παραδόσεις, κι όλα τα γυρίσματα του Ροδινού που έπαιζε ήταν σχεδόν εξίσου αλλότρια για τους καριώτες θεατές όσο και τα ουγγαρέζικα της Marta, χώρια που κανείς δε σηκώθηκε να χορέψει πεντοζάλη (που δεν ήξεραν) και περιορίστηκαν σε ένα σιγανό (χασαποσέρβικου τύπου) προς απογοήτευση και του Αβυσσινού και της κομπανίας του που αλλιώς ήταν μαθημένοι. Στο τέλος έπαιξαν καριώτικο (και μάλιστα τον «σωστό» καριώτικο), αλλά ενώ το κοινό παραληρούσε και χόρευε, έχω την αίσθηση ότι οι μουσικοί από την Κρήτη ήταν εξίσου σε «παράλληλο σύμπαν» με τους απορημένους Ούγγρους την ώρα εκείνη.

Υπάρχει μια ορισμένη "φαινοτυπική" ιδιομορφία σε κάποιες γωνιές του τόπου μας - η Ικαρία ίσως είναι μια τέτοια περίπτωση και η Κρήτη σίγουρα μια άλλη. Στην Κρήτη έζησα τα διόμισι τελευταία χρόνια – φαίνεται πως αυτή η περίοδος έληξε οριστικά, μάλλον. Είναι λίγο νωρίς ακόμα για ανασκοπήσεις και αξιολογήσεις (ακόμα δεν έχω καταφέρει να αποτιμήσω στα σοβαρά πολύ προγενέστερες περιόδους της ζωής μου), σκέφτομαι όμως ότι όλη αυτή την περίοδο αισθανόμουν πάντα κάπως προσωρινός, περαστικός από το χώρο. Δεν είναι μόνο η φύση της δουλειάς μου – άλλοι συνάδελφοι εξίσου ξένοι με τον τόπο και τη νοοτροπία έχουν δεθεί μια χαρά και περνάνε ωραιότατα. Κι εγώ καλά πέρασα, δε λέω, αλλά δε μπορώ να πω ότι ανέπτυξα ισχυρούς δεσμούς, ούτε ότι με διακατέχει κανενός είδους νοσταλγία για την Κρήτη. Έφυγα ήσυχα ήσυχα και δε γύρισα να κοιτάξω πίσω.

H Μανταλένα πάντως το είχε επισημάνει έγκαιρα το πρόβλημα, πριν κάτι μήνες που είχαμε βρεθεί για μια αποχαιρετιστήρια ρακή καθώς εγώ έφευγα υποτίθεται για καλοκαίρι (οριστικά, εν τέλει). Εκείνο το βράδι μου τα είχε χώσει ελαφρώς επειδή κατά τη γνώμη της δεν συμπαθούσα επαρκώς τους Κρητικούς. Προσπάθησα να αποσείσω την κατηγορία, αλλά με πολύ χλιαρά επιχειρήματα. Το αστείο είναι ότι η Μανταλένα είναι μετανάστρια, δεν είναι καν ελληνικής καταγωγής. Ωστόσο αισθάνεται οργανικά ενταγμένη στην κοινωνία της Κρήτης (όχι της Ελλάδας – της Κρήτης), λατρεύει τους Κρητικούς (όχι γενικώς τους Έλληνες) και τους υπερασπίζεται από τα σκωπτικά σχόλια κάτι τύπων σαν εμένα.

Εκείνη την ώρα μου κακοφάνηκε λίγο, αλλά μετά που το ξανασκέφτηκα ψυχραιμότερα, κατέληξα πως η Μανταλένα είχε δίκιο. Όχι με την έννοια της συμπαθειας η αντιπάθειας προς μια κάπως αφηρημένη ολότητα (τους Καριώτες, τους Κρητικούς, τους Πόντιους, τους Έλληνες, τους Ινδιάνους) στην οποία τσουβαλιάζονται και η συμπαθής Μαρία και η αντιπαθής Μαρίκα, και ο καλός Γιωργάκης και ο κακός Κωστάκης. Αλλά με την έννοια ότι πολλά από τα «πολιτισμικά» χαρακτηριστικά που στο μυαλό μερικών ανθρώπων συναποτελούν την «Κρητικοσύνη» μου είναι αδιάφορα ή εντελώς ξένα. Καλώς ή κακώς διαθέτω μια συγκρότηση με διαφορετικές ιεραρχήσεις αξιών από τις κυρίαρχες στη μεγαλόνησο (και αλλού...) και ως εκ τούτου δεν με εγκαταλείπει σχεδόν ποτέ ένα είδος κριτικής διάθεσης απέναντι στον κόσμο – σε όλο τον κόσμο, τόσο στην Κρήτη και στην Ικαρία όσο και στην Αθήνα ή στο Ουζμπεκιστάν.

Θέλω να πιστεύω (και προσπάθησα να το εξηγήσω και στη Μανταλένα πιο πρόσφατα που τα ξαναείπαμε από κοντά) ότι αυτή η κριτική διάθεση δεν με εμποδίζει να χαίρομαι με τα καλά αυτού του τόπου και των ανθρώπων του και δε μου θολώνει το νου όταν κρατάω απόσταση από τα οιονεί "κακά" τους. Θυμάμαι πάντως με συγκατάβαση έναν κάπως σουρρεαλιστικό διάλογο που είχα με μια παρέα Κρητικών το καλοκαίρι που μας πέρασε σε ένα πανηγύρι στην Ικαρία. Έτυχε να καθήσουμε δίπλα, κι είχα μείνει εκστατικός να κοιτάζω την πανέμορφη μελαχροινή κοπέλα της παρέας (αν και οι φίλες μου κοίταζαν εξίσου εκστατικές το συνοδό της) όταν αναφέρθηκε ότι μένω στο Ηράκλειο. Η συμπεριφορά της παρέας άλλαξε κάπως απότομα προς το χειρότερο απέναντί μου - μέχρι που διευκρινίστηκε ότι είμαι από την Ικαρία και απλώς κατοικώ προσωρινά στην Κρήτη. Αμέσως χαλάρωσαν - μου εξήγησαν ότι είναι Χανιώτες, κι ως εκ τούτου δεν συμπαθιούνται με τους Ηρακλειώτες. Έβαλα τα γέλια - ακόμα περισσότερο όταν ανακάλυψα ότι η πανέμορφη μελαχροινή που συνόδευαν οι Χανιώτες ήταν από ένα χωριό στο Λιβυκό που ανήκει ακριβώς στο νομό Ηρακλείου. Κρασί στο κρασί (δεν παίζει ρακή στα καριώτικα πανηγύρια) είπαμε διάφορα χαριτωμένα για τους Κρητικούς και τους Καριώτες, είπαμε ανέκδοτα με Ανωγειανούς, μαντινάδες και ρίβες. Στο τέλος αποτόλμησα να τους διηγηθώ μια ιστορία που μου 'χε τύχει παλιά στα μέρη τους.

Ήτανε καλοκαίρι του 2003 μάλλον, και είχαμε μόλις φτάσει στη Σούδα με πλοίο, μια παρέα βιολόγοι που πηγαίναμε σε ένα συνέδριο. Πήραμε ταξί για Κολυμπάρι - ο ταξιτζής βγήκε στην εθνική με τις πάντες και σε λίγα δευτερόλεπτα είχε φτάσει τα 180. Παρόλες τις προτροπές μας να πάει πιο αργά δεν υποχώρησε καθόλου, προσέξαμε όμως ότι όταν του πιάναμε κουβέντα έκοβε γύρω στα 120-130. Αρχίσαμε να του μιλάμε διαρκώς για οτιδήποτε, και μια και είχε κι εκείνος όρεξη για κουβέντα άρχισε να μας λέει για την κουμπάρα του που ήταν δήμαρχος στην Αθήνα (η Ντόρα Μπακογιάννη, τότε) κι έπειτα δυσανασχέτησε που κανείς μας δεν την είχε ψηφίσει την κουμπάρα. Το αποτέλεσμα της δυσαρέσκειας ήταν να γυρίσει μπροστά αμίλητος και να πατήσει γκάζι αλλά λίγο πριν φτάσει τα 200 πετάχτηκε η Ρ. από το πίσω κάθισμα (σε μια απελπισμένη προσπάθεια να ξαναπιάσει την κουβέντα) και ρώτησε όλο ενδιαφέρον:

- Έχετε ποντίκια εδώ;

Ο ταξιτζής γούρλωσε τα μάτια, έκοψε ταχύτητα (ουφ...) και γύρισε για να ρωτήσει απορημένος:

- Στην Κρήτη;
- Στην Κρήτη.
- Ποντίκια; Στην Κρήτη;
- Ε, ναι, διαβάσαμε στην εφημερίδα ότι εκεί που γίνονται τα ολυμπιακά έργα, στο Ηράκλειο, έχει γεμίσει ο τόπος ποντίκια.


Το πρόσωπο του ταξιτζή έλαμψε από ανακούφιση. Γύρισε μπροστά πατώντας γκάζι απότομα και διευκρίνισε:

- Στην Κρήτη δεν έχει ποντίκια. Στο Ηράκλειο έχει ποντίκια. Όχι στην Κρήτη.

Προς επιβεβαίωση των λεγομένων του, ένας τετράπαχος αρουραίος διέσχιζε το δρόμο την ώρα που περνούσαμε έξω από τη Μονή Γωνιάς, αλλά φτάναμε πια σώοι και ασφαλείς οπότε είπα να μην το κάνω θέμα. Άλλωστε κι ο αρουραίος μπορεί να μην ανήκε στην Κρήτη (όπως άλλωστε και το Ηράκλειο) - μπορεί να ανήκε κι αυτός σε κανένα παράλληλο σύμπαν.


ΣΣ. Δεδομένου του πνεύματος της ανάρτησης, παρακαλώ η ιστοριούλα με τον ταξιτζή να μη διαβαστεί "διασταλτικά" και να μη θεωρηθεί ότι υποκρύπτει κάποιου είδους απαξία για τους κουμπάρους της Ντόρας, τους Χανιώτες, τους Κρητικούς ή τους ταξιτζήδες συνολικά. Το διευκρινίζω για να με ξανακάνει παρέα η Μανταλένα τώρα που θα έρχομαι μόνο ως τουρίστας πλέον.

Πάντως ήταν ένα σχόλιο ανωνύμου στην προηγούμενη ανάρτηση (που όμως μαζί ψάχναμε το μαγαζί του Αβυσσινού την άλλη φορά, οπότε όχι και τόσο ανωνύμου) που μου θύμισε την καλοκαιρινή συναυλία. Η Marta Sebestyen έγινε αρκετά γνωστή από το μουσικό θέμα της ταινίας "Ο Άγγλος ασθενής" που έγραψε και τραγουδούσε. Ο Κωστής Αβυσσινός (η φωτογραφία του είναι στην κορυφή της ανάρτησης) είναι γιος - και συνεχιστής - του παλιού μουσικού Γιώργη Αβυσσινού από το Σκαλάνι. Από την συναυλία αυτή συγκράτησα ένα δίστιχο που είναι νομίζω του Γιώργου Κουτσουρέλη:

Ήθελα να 'μουν άρωμα που βάνεις στα μαλλιά σου
στην κάθε σου αναπνοή να μπαίνω στην καρδιά σου


Γιατί αυτή η μουσική (και άλλες πολλές) αντιπροσωπεύει μια μορφή "Κρητικοσύνης" που μου αρέσει πολύ περισσότερο από από τα μουστάκια, τα μαύρα πουκάμισα και τα κουμπούρια - κι είναι πολύ πιο πολύτιμη τελικά. Κι ας ξεθυμαίνει το άρωμα σιγά σιγά από το χρόνο και την απόσταση - έτσι κι αλλιώς (όπως λέει μια σουαχίλι παροιμία) τίποτα δεν είναι τόσο μεγάλο που να μην τελειώνει ποτέ.




Ο Κυριάκος Σταυριανουδάκης, μισός Κρητικός και μισός Καριώτης, σε μια τηλεοπτική εκτέλεση του (χανιώτικου) τραγουδιού "Το άρωμα" του Γιώργη Κουτσουρέλη.

11/7/09

Σύρμα στο θέατρο των αγρών

Χορός στο Θέατρο των Αγρών, από την ιστοσελίδα του

Από όλους αυτούς τους τύπους που χορεύουν στη φωτογραφία, αυτός που είναι κάτω αριστερά, τελευταίος στον κύκλο, είναι ο "οικοδεσπότης" του χώρου. Ο χώρος είναι το Θέατρο των Αγρών στην Κυπάρισσο, στο Δήμο Τεμένους του Ηρακλείου. Διάβασα για πρώτη φορά για τον οικοδεσπότη σε έναν οδηγό διακοπών, υπό την ιδιότητα του ιδιοκτήτη μιας παρακείμενης ταβέρνας που λειτουργεί χωρίς ρεύμα και με ένα μάλλον πρωτότυπο σύστημα πληρωμής (κατά κεφαλήν λογαριασμός 17 ευρώ, είτε πάρεις μια γκαζόζα είτε φας τον άμπακο, πράγμα βέβαια που σε προδιαθέτει να φας τον άμπακο). Στον οδηγό ο άνθρωπος αναφερόταν με το παρατσούκλι "Αγριόγιαννος", κατά κόσμον Γιάννης Σωμαράκης, αλλά σας διαβεβαιώ ότι δεν είναι καθόλου άγριος, τουλάχιστον χτες βράδι που γνωριστήκαμε δεν ήταν καθόλου.

Το "γνωριστήκαμε" βέβαια είναι σχετικό, καθώς ο άνθρωπος μου μίλησε λες και με ήξερε χρόνια. Φαντάζομαι θα του είχε σφυρίξει δυο κουβέντες ο αδερφός του ο Μανόλης, που με ήξερε ως πελάτη του δικού του μαγαζιού στο Ηράκλειο, της μουσικής σκηνής "Θεωρείον" στην οδό Πεδιάδος, όπου ομολογουμένως έχω γράψει "ένδοξες" σελίδες (επί της υποτυπώδους πίστας), συνήθως υπό τη μουσική υπόκρουση του μπουζουκιού του Γιάννη Παξιμαδάκη, της κιθάρας του Γιώργου Σταυράκη και της αισθαντικής φωνής της Μαρίας Φασουλάκη. Αυτά βέβαια τον προηγούμενο χειμώνα που τα ακούσματα του μαγαζιού ήταν πιο λαϊκά, ενώ φέτος που δόθηκε έμφαση στο κρητικό έθνικ, η παρουσία μου αραίωσε μέχρι εξαφανίσεως διότι μια χαρά είναι τα κρητικά άμα είσαι Κρητικός, αλλά άμα δεν είσαι (καλή ώρα) τα κουτσοβολεύεις για κάνα εικοσάλεπτο αλλά μετά αρχίζεις να κοιτάς το ρολόι.

Πάντως αν και είχα ακούσει πολλά για το Θέατρο των Αγρών τόσο καιρό που τριγυρίζω στην Κρήτη, δεν είχε τύχει ποτέ να παρευρεθώ σε συναυλία ή παράσταση στο χώρο, ούτε είχα περάσει καν από την ευρύτερη περιοχή. Όλα αυτά μέχρι χτες, που μια φίλη μου εμφανίστηκε με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά για να μου πει ότι θα πήγαινε με μια φίλη της σε μια συναυλία το βράδι όπου θα έπαιζε ένα σχήμα που συμμετείχε και ο Παξιμαδάκης, και αν ήθελα να πάω μαζί. Δεδομένου ότι ο Γιάννης, αξιολογότατος μπουζουκοπαίκτης, είναι από τα πιο ευπρόσδεκτα ακούσματα στα αυτιά μου εδώ στο Ηράκλειο (είτε παίζει στην Πόπη, είτε στο Πάλαι Ποτέ, είτε στο Βρισκούμενο), δέχτηκα ασμένως - χώρια που έχω σε τεράστια εκτίμηση τις φίλες της φίλης μου.

Ξεκινήσαμε φυσικά καθυστερημένοι, αφού ένας από την παρέα είναι από την Ικαρία και αρνείται να πάει σε συναυλία πριν τις έντεκα, και όταν φτάσαμε στο Κυπαρίσσι η μουσική είχε ήδη αρχίσει. Το φεγγάρι ήταν ψηλά κι έδινε ένα όμορφο φως στον τόπο, ένα πετρόχτιστο αμφιθέατρο μέσα στους ελαιώνες. Η πρώτη έκπληξη ήταν ότι δεν είχε και πολύ κόσμο, αν και ερχόντουσαν σιγά σιγά αυτοκίνητα κι έφερναν κι άλλους. Η δεύτερη (για μένα) έκπληξη, ήταν ότι το πρόγραμμα δεν ήταν λαϊκό όπως είχα φανταστεί, αλλά παραδοσιακό - κρητικό, καθώς την ώρα που μπαίναμε τραγουδούσαν ριζίτικα. Εντόπισα τον Παξιμαδάκη στη σκηνή - δεν κρατούσε μπουζούκι αλλά λαγούτο (ή όπως διάβασα αργότερα, ένα όργανο που λέγεται μπουλγαρί). Υπήρχε ακόμα λύρα κρητική (φυσικά...), άλλο ένα λαγούτο, σαντούρι, κρουστά και ένα είδος ασκού που λέγεται στα κρητικά ασκομαντούρα (στα καριώτικα τσαμπουνοφυλάκα).

Χάζεψα στα γρήγορα το κοινό - μου φάνηκε αφύσικα οικείο, σαν σε καριώτικο πανηγύρι. Παρέες - παρέες καθόντουσαν και τρωγοπίνανε σε τραπέζια, άλλοι καθόντουσαν στα αμφιθεατρικά σκαλιά με ένα ποτήρι κρασί στο χέρι. Κλασικές κρητικές φάτσες, με μαλλιά και γένεια, ορισμένοι πάλι με χαρακτηριστική εμφάνιση του είδους που λέμε στην Ικαρία "Γκρούβαλοι". Υπέθεσα ότι όπως συνήθως μου συμβαίνει, σε κάνα εικοσάλεπτο θα έχω πεθάνει από την πλήξη - ασυγκίνητος από τον ήχο της λύρας και τον εν γένει έπαινο της παλληκαροσύνης, ανίκανος να χορέψω σωστά (άρα καλύτερα να μη χορέψω καθόλου) οτιδήποτε πέρα από απλό σιγανό (που όταν γυρίζει σε πεντοζάλι μου γίνεται εφιάλτης) για να μην αναφερθώ βέβαια σε χανιώτη ή (θεός φυλάξοι...) μαλεβυζιώτη.

Έκανα λάθος. Τρεις ώρες αργότερα περιφερόμουν καταχαρούμενος μέσα στο πανηγύρι που είχε στρωθεί, πίνοντας το κρασάκι του Αγριόγιαννου. Ο πατέρας των αδελφών Σωμαράκη χόρεψε και τραγούδησε και είπε μαντινάδες, καθώς καλοντυμένοι και ρακένδυτοι, στυλάτοι και ξυπόλυτοι γινόντουσαν ένα στο χορό, κάτω από τις νότες τους συγκροτήματος "Σύρμα", όπως έμαθα ότι ονομαζόντουσαν οι μουσικοί. Πέτυχα τα αδέλφια σε μια γωνιά, ο Μανόλης με χαιρέτησε πρώτος.

- Χόρεψες σήμερα;
- Δεν ξέρω κρητικά, του είπα.
- Ε, και; Μπες μέσα και θα μάθεις, όλοι έτσι μαθαίνουν εδώ πέρα.

Επαίνεσα το Θέατρο, το μεράκι και τη μαστοριά του. Ρώτησα πώς θα μάθαινα το πρόγραμμα των εκδηλώσεων.

- Σήμερα πώς το 'μαθες; ρώτησε ο Γιάννης.
- Έχω κάτι φίλους, του είπα.

Τότε κι εκείνος μου είπε μια ιστορία: "Στην Ικαρία" λέει, (μιλημένος γαρ), "ήτανε ένας τύπος που πήγαινε ένα απόγευμα στο χωράφι του. Πέφτει σε μπλόκο της αστυνομίας, τον ψάχνουν οι μπάτσοι, του βρίσκουνε τρεις μπάφους. Τον πάνε στη Σάμο, στο δικαστήριο, και τον ρωτάει ο πρόεδρος:

- Πού τα βρήκες τα τσιγάρα;
- Έχω κάτι φίλους, κύριε πρόεδρε, και μου τα δώσανε.
- Κι εγώ έχω φίλους,
του λέει ο πρόεδρος, αλλά δε μου δίνουνε τσιγάρα με χασίσι.
- Ε, μα δεν έχουμε τους ίδιους φίλους, κύριε πρόεδρε...
"

Ακόμα χορεύανε όταν φύγαμε, κατά τις τρεισήμιση. Το φεγγάρι ήταν ψηλά, και δίπλα του ένα αστέρι λαμπρό - κάποιος πλανήτης μάλλον. Κατεβήκαμε τραγουδώντας Μουντάκη, "στης Γραμβούσας τ' ακρωτήρι" και το "Μεσοπέλαγα αρμενίζω". Οι κοπέλες με άφησαν στο σημείο που είχα παρατήσει το αμάξι μου, δίπλα σε ένα μπλόκο της αστυνομίας. Μέχρι να φτάσω σπίτι συνάντησα άλλα δύο μπλόκα, που δεν με σταμάτησαν. Το τελευταίο μπλόκο ήταν σχεδόν έξω από το σπίτι, στην παραλιακή. Σκέφτηκα να μην προκαλώ την τύχη μου δεδομένων των αρκετών ποτηρακίων που είχα κοπανήσει (άλλο θέμα με την αστυνομία δεν έχω, γιατί με τον Καριώτη της ιστορίας μάλλον δεν έχουμε τους ίδιους φίλους) και πάρκαρα στο άλλο ρεύμα δίπλα σε μια καντίνα - βρωμικατζίδικο για ξενύχτες. Πήρα ένα σουβλάκι και βάλθηκα να το μασουλάω καθώς περνούσα αδιάφορα δίπλα από τα περιπολικά, τραγουδώντας ένα δίστιχο που μου έμεινε από τη συναυλία:

Όποιος δεν είναι μερακλής, πρέπει του να πεθάνει
γιατί στον κόσμο ετούτονε μόνο τον τόπο πιάνει.
Σε λίγο θα ξημέρωνε το Σάββατο.