ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο - Γιάννενα


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στοιχεια προσωπικης μυθολογιας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στοιχεια προσωπικης μυθολογιας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

23/5/21

The bringers of wonder

Αμοιβαδοειδή ζελέ με πλοκάμια που πλανεύουν ανυποψίαστους γήινους.

Δεδομένου ότι δεν είμαι και κανένας φαν της τηλεόρασης, δεν έχω καμιά ιδιαίτερη πρεμούρα για τα Νέτφλιξ και τα διάφορα, ωστόσο πολλοί φίλοι μου (μην πω οι περισσότεροι) μια παραφορά με τις σειρές την έχουνε. Θυμάμαι κάτι σχοινοτενείς συζητήσεις στο επιστημονικό μας flyroom (όπου μεγαλώναμε τις Δροσόφιλες) σχετικά με το Game of Τhrones, το συγκάτοικο να εκθειάζει (και να με βάζει να παρακολουθήσω) το Peaky Blinders και μετά το Casa de Papel, τα βλέμματα αποδοκιμασίας που δεν είχα ιδέα τι είναι το Big Bang Theory ή το How I met your mother και τη φρίκη την ίδια στα μάτια μιας κοπέλας (λίαν συμπαθούς, πρέπει να παραδεχτώ) όταν της είπα ότι δεν έχω δει ούτε ένα (αριθμός 1) επεισόδιο από «Τα Φιλαράκια». Περιττό να πω ότι η δήλωση αυτή ήταν καταλυτική για τη συνέχεια της γνωριμίας μας: δε μου ξαναμίλησε ποτέ. 

Ωστόσο έχει ο καιρός γυρίσματα κι ο χρόνος πανδημίες, και περιμένοντας κάνα-ενάμισι χρόνο το εμβόλιο σε σόλο κατάσταση σε άγνωστη πόλη και με βραδινή απαγόρευση κυκλοφορίας και καραντίνα, αφού έφτιαξα όλα τα μαθήματα της χρονιάς, έγραψα εφτά-οχτώ επιστημονικά άρθρα, ξεροστάλιασα στα σόσιαλ μήντια και βαρέθηκα τη ζωή μου όσο δεν πήγαινε, βρέθηκα ένα βράδυ να χαζεύω στα ίντερνετς όπου κάποιος ανέφερε μια ταινία που θα ήθελα ίσως να δω για κάποιους λόγους, και έδινε ένα λινκ για κάποιο σάιτ. Τότε έκανα το μοιραίο κλικ, και βρήκα (αφού ξεπέρασα σχετικά εύκολα κάτι διαφημιστικά τείχη και παραπλανητικά ποστ) μια πολύ μεγάλη σειρά από ταινίες (αρχικά) και σειρές (αργότερα), σε αποδεκτή ποιότητα. Όσο η χώρα μέτραγε κρούσματα, εγώ άρχιζα να μετράω τίτλους. Δεν ήταν και λίγοι. 

Πιστός στις παραδόσεις, ξεκίνησα από τις ιστορικές μου καταβολές, βλέποντας ψαγμένο ευρωπαϊκό σινεμά. Δεν είχε τα πάντα, είχε όμως αρκετά που ταίριαζαν στα γούστα μου, οπότε ξαναείδα Νοσταλγία του Ταρκόφσκι, μετά είδα Κουστουρίτσα, είδα Αλμοδοβάρ, είδα Φελλίνι, πέρασα τον Ατλαντικό με όλους τους Νονούς του Κόπολα, είδα πολύ Τζάρμους, σιγά σιγά πήγα σε πιο μέινστριμ και είδα τα άπαντα του Ταραντίνο, είδα Σέρτζιο Λεόνε, είδα Χίτσκοκ, είδα όλες τις γκράντε ταινίες επιστημονικής φαντασίας της τελευταίας δεκαετίας που δεν είχα δει στο σινεμά (τύπου Martian, Interstellar και δεν ξέρω τι άλλο), βαρέθηκα τα ψαγμένα και άρχισα να βλέπω ψιλομπλοκμπάστερ μιας άλλης εποχής τύπου Ocean’s 11, 12, 13, είδα όλες τις ταινίες με ήρωα το Jason Bourne σε βαθμό που ακούω πλέον Ματ Ντέημον και παθαίνω δύσπνοια, ξαναέζησα νοερά μια εμπειρία που δεκαεννιάχρονοι τρέχαμε με κάτι μηχανάκια στην Ικαρία φωνάζοντας «Σβαρ-τζε-νέ-γκερ, πρη-ντέι-τορ» και ξαναείδα αυτή τη φοβερή κωμωδία (εννοείται μόνο ως κωμωδία μπορεί να ιδωθεί) που ο Άρνι τσακίζει το εξωγήινο τέρας μόνο με τις γροθιές του και την απαράμιλλη ευφυία του, το Πάσχα το πέρασα βλέποντας και τα εννέα επεισόδια του Πολέμου των Άστρων που δεν είχα δει ποτέ (και δεν είχα χάσει και πολλά εδώ που τα λέμε, πέρα από ορισμένα cultural references), είδα και την «Οδύσσεια του Διαστήματος» και κάτι μου έκανε κλικ και πάτησα στο παραθυράκι της αναζήτησης το μακρινό απωθημένο της παιδικής μου ηλικίας. 

- «Διάστημα 1999» 

Μου έβγαλε μια σειρά από ταινίες που είχαν γυριστεί το 1999, αλλά όχι αυτό που έψαχνα. Νο πρόμπλεμ, το καλό τα παλληκάρι έχει πάρει και λόουερ. Δεύτερη προσπάθεια. 

- “Space 1999 

Έβγαλε τρία πράγματα. Tο ένα ήταν Muppets in Space – ενδιαφέρον, αλλά όχι αυτό που έψαχνα. Το άλλο δεν το θυμάμαι τώρα, αλλά ούτε αυτό έψαχνα. Το τρίτο όμως· α, το τρίτο, ήταν αυτό που γύρευα. Ολόκληρη η σειρά που θυμόμουν αμυδρά από τα παιδικάτα μου (τέλη δεκαετίας 70, φανταστείτε), δύο κύκλοι είκοσι τεσσάρων επεισοδίων, σύνολο σαράντα οκτώ. Με πρωταγωνιστικό ζεύγος το Μάρτιν Λαντάου και την τότε σύζυγό του Μπάρμπαρα Μπέιν, αμφότεροι Αμερικανοί σε μια σειρά που βρώμαγε Αγγλία των 70ς από χιλιόμετρα. Το γενικό κόνσεπτ είναι με τα σημερινά δεδομένα αστείο – μια αποφράδα μέρα του (πολύ μελλοντικού) 1999 μια αποθήκη πυρηνικών στη Σελήνη ανατινάζεται, η Σελήνη «εκτροχιάζεται» και αντί να πέσει πάνω στη Γη ή να γίνει θρύψαλα όπως προβλέπουν οι νόμοι της φυσικής αρχίζει να ταξιδεύει στο αχανές διάστημα μαζί με τους καμμιά τρακοσαριά γήινους που φιλοξενεί στη βάση Άλφα. Οι επιβάτες της εν λόγω Σελήνης διαθέτουν κάτι διαστημικά σκάφη, ένα ευαίσθητο σύστημα διατήρησης ζωής, ντύνονται με φουτουριστικά (για την εποχή) συνολάκια, έχουν ένα κομπιούτερ που επικοινωνεί με χαρτάκια και πιάνει τρία δωμάτια, έχουν όπλα λέιζερ που συνήθως τους είναι άχρηστα, και συναντάνε διάφορους εξωγήινους που όλως παραδόξως όχι μόνο είναι εντελώς ανθρωπόμορφοι κατά κανόνα αλλά μιλάνε και χαρακτηριστικά αγγλικά με προφορά του Γιορκσάιρ. 

Στον πρώτο κύκλο έχουν ένα σοφιστικέ επιστήμονα-σύμβουλο που τον λένε Βίκτορ (και την εποχή εκείνη τον είχα συνδέσει με το σκακιστή Βίκτορ Κορτσνόι) που ανταλλάσσει φιλοσοφικές ατάκες για τη σκοπιμότητα της ύπαρξης με με τον πρωταγωνιστή κάπτεν Κένιγκ (Λαντάου). Σκέφτομαι αναδρομικά ότι ο εν λόγω Βίκτορ μπορεί να με επηρέασε υποσυνείδητα να γίνω επιστήμονας για να ανταλλάσσω κι εγώ ψαγμένες ατάκες γύρω από το είναι και το γίγνεσθαι και άλλα απαρέμφατα (απεδείχθη βέβαια στην πορεία ότι η ζωή του επιστήμονα δεν έχει την παραμικρή σχέση με τα παραπάνω, αλλά τέλος πάντων). Σε κάθε περίπτωση, στο δεύτερο κύκλο τον ξεφορτώθηκαν με συνοπτικές διαδικασίες το Βίκτορ και τον αντικατέστησαν με τη Μάγια (όχι τη μέλισσα), μια εξωγήινη υπεργκόμενα με φαβορίτες και τσιγκελωτό φρύδι από τον πλανήτη Ψύχωνα (ναι, έτσι τον λένε) που ειρήσθω εν παρόδω μπορεί και παίρνει ό,τι μορφή ζώου (και φυτού ενίοτε) θέλει, πράγμα που ξεμπλέκει συχνά την κατάσταση για την αποικία (άλλο βέβαια που καταφανώς κλέβει την ιδέα του εξωγήινου μέλους του πληρώματος από το παλιότερο ανταγωνιστικό Σταρ Τρεκ και τον κύριο Σποκ). 

Εννοείται ότι η σειρά είναι εντελώς εκτός κλίματος 21ου αιώνα (και εικοστού, να λέγεται), όταν όμως πρωτοπροβλήθηκε στην ελληνική τηλεόραση το 1978 ή 79 εγώ ήμουν δέκα-έντεκα χρονών και δεν είχα ακόμα διαμορφώσει κριτήριο ούτε για σενάρια ούτε για σκηνοθεσίες, παρακολουθούσα λοιπόν ανελλιπώς κάθε βδομάδα τα νέα (αυτοτελή) επεισόδια, μέχρι που κάποια φορά συνέβη κάτι παράξενο. Ήταν Παρασκευή πριν την Κυριακή των Απόκρεω (πιθανώς το 1979 αλλά δεν παίρνω και όρκο) που έβλεπα ένα επεισόδιο που στη βάση Άλφα έχει προσγειωθεί ένα σκάφος που υποτίθεται φέρνει γήινους από τη Γη που στην πραγματικότητα όμως είναι μασκαρεμένοι εξωγήινοι με τερατώδη μορφή σαν αμοιβάδα με πλοκάμια και έχουν καταφέρει να πείσουν τους πάντες εκτός από τον ατρόμητο κάπτεν που όμως θεωρείται τρελός και τον κλείνουν στο ιατρείο, και ακριβώς τη στιγμή που η εξωγήινη αμοιβάδα με πλοκάμια πάει να τον ξεπαστρέψει, κόβεται το επεισόδιο και γράφει από κάτω “to be continued”.

«Μικρό τα κακό», σκέφτηκα αθώα το μακρινό 1979 ή 1980, «θα το δω την άλλη βδομάδα». Αμ δε. Είπαμε πλησίαζαν Απόκριες, και την ερχόμενη εβδομάδα ήταν η Τυρινή και ακολουθούσε Καθαρή Δευτέρα, που ως γνωστόν τα παιδάκια πετάνε χαρταετούς. Το εν λόγω παιδάκι λοιπόν είχε προμηθευτεί χαρταετό, έλα όμως που ο χαρταετός πέρα από το ευμεγέθες σήμα του Ολυμπιακού έπρεπε να έχει και ουρά. Και την ουρά (και τα «ζύγια») έπρεπε να τα φτιάξει κάποιος που να ξέρει. Ο πατέρας μου όμως ήταν μπαρκαρισμένος, ο μεγάλος αδελφός αγρόν ηγόραζε (ή μπορεί και να μην ήξερε κι αυτός, δεν καλοθυμάμαι τώρα), οπότε η γιαγιά που με άκουγε να μουρμουράω παρενέβη αποφασιστικά ακριβώς το απόγευμα της Παρασκευής πριν την Τυρινή. 

- Πήγαινε στο θείο τον Τάσο να σου κάνει το χαρταετό. 

Ο «θείος» δεν ήταν ακριβώς θείος, ήταν κολλητός του πατέρα μου παιδιόθεν και είχαν χτίσει τα σπίτια μεσοτοιχία στο ίδιο οικόπεδο. Την περίοδο εκείνη είχε ένα μαγαζί από κάτω με είδη προικός-εσώρουχα και δε θυμάμαι τι άλλο (αφού είχαν φαλιρίσει συνεταιρικά με τον πατέρα μου κάποιες προσπάθειες να στήσουν ένα με υπεραυτόματα πλυντήρια-στεγνωτήρια-σιδερωτήρια που πήγε άπατο, αλλά αυτή την ιστορία θα τη διηγηθώ κάποτε άλλοτε). Κανονικά στο μαγαζί καθόταν η γυναίκα του, η «θεία» Βούλα. Εκείνη τη μέρα ήταν αυτός. Σκέφτηκα ότι δε μπορεί, πόση ώρα να πάρει ο χαρταετός, μισή, μία το πολύ. Θα προλάβαινα και ουρά, και ζύγια, και Διάστημα 1999. Κατέβηκα με φόρα με το χαρταετό ανά χείρας. 

Ο θείος Τάσος με υποδέχτηκε προβληματισμένος. Κάτι δεν του άρεσε στα σκουλαρίκια του αετού, κάτι στους σπάγγους. Με έστειλε και κουβάλησα όλη την καλούμπα, χαρτιά διάφορα, ψαλίδια, κόλλες. Δεν βιαζόταν καθόλου. Μα καθόλου όμως. (Λογικό, δε σταύρωνε πελάτη το μαγαζί γενικά, οπότε είχε άφθονο χρόνο). Κάθε τόσο μέτραγε, ξαναμέτραγε, σάλιωνε, κόλλαγε, ξεκόλλαγε, ξανακόλλαγε, ξανά από την αρχή. Σκεφτόμουνα να του πω «άστο θείε, το κάνουμε αύριο» την ώρα που θα άρχιζε το σήριαλ, όταν γύρισε και με κοίταξε πολύ σοβαρά και μου είπε: 

- Δε μου λες ρε... 
- Ναι, θείε. 
- Γκόμενα έχεις; 

Κόλλησα. Για τον λιγότερο προφανή λόγο από όλους: δεν ήξερα τη λέξη. Μπορούσα να φανταστώ από το συνωμοτικό υφάκι του θείου ότι η υποκρυπτόμενη έννοια πρέπει να ήταν κάπως ασυνήθιστη για τις μέχρι τότε παραστάσεις μου. Δεν ήξερα αν πρέπει να κάνω ότι ξέρω ή ότι δεν ξέρω. Στο τέλος παραδέχτηκα την ήττα και το ξεφούρνισα. 

- Δεν κατάλαβα. 
- Γκόμενα ρε. Φιλενάδα. 

Τώρα κατάλαβα. Σκέφτηκα να του πω «τι να την κάνω;» καθότι φιλενάδες είχαν οι μεγάλοι, από όσο ήξερα, κι αυτό πάλι δεν ήταν και φοβερά σωστό, με κάποιο μυστηριώδη τρόπο. Έτσι μου είχαν πει, ή τέλος πάντων έτσι είχα καταλάβει από κάτι μισόλογα και κάτι συμφραζόμενα. Αλλά πάλι, από το υφάκι του θείου είχα καταλάβει τσακ μπαμ ότι στη δική του λογική το σωστό ήταν να έχεις γκόμενα, αναμφίβολα. Για κάποιο χαζό λόγο θεώρησα ότι αν είχα γκόμενα μπορεί να τελειώναμε με το χαρταετό μια ώρα αρχύτερα και να έβλεπα σήριαλ, ενώ αν δεν είχα θα ακολουθούσε στιχομυθία τι και πώς και γιατί δεν έχω και θα μπλέκαμε. Είπα λοιπόν ένα ξέπνοο «ναι, βέβαια». 

Λάθος κίνηση. Ο θείος έβαλε τα γέλια. Προφανώς δεν το έφαγε, αλλά μάλλον το βρήκε διασκεδαστικό και άρχισε να με βομβαρδίζει με ερωτήσεις. 

- Έλα ρε! Για πες. Την ξέρω; Από τη γειτονιά; Από το σχολείο; Και τι της κάνεις; Και πώς την έπιασες γκόμενα, τι της είπες; Κι αυτή τι σου είπε; Και τη φιλάς; Της βάζεις και χέρι; 

Από ερώτηση σε ερώτηση τα έκανα όλο και πιο μαντάρα, απαντώντας άλλα αντί άλλων. Η ώρα περνούσε αργά αργά και βασανιστικά. Είχα γίνει μπλε από τη ντροπή μάλλον, γιατί κάποια στιγμή με λυπήθηκε, κόλλησε μια κάπως παράταιρη ουρά από γαλάζιο χαρτί στον κατά τα λοιπά ερυθρόλευκο αετό και μου τον πάσαρε. 

- Αυτός ο αετός δε θα πέσει ποτέ. 

Ανέβηκα σπίτι την ώρα που έδειχνε τους τίτλους του τέλους – δεν θα μάθαινα τι έγινε με τις αμοιβάδες με πλοκάμια. Τη Δευτέρα πήγα να πετάξω τον αετό – σηκώθηκε κάτι λίγα μέτρα κι ύστερα έκανε μια μεγαλοπρεπή βουτιά και καρφώθηκε σε κάτι καλώδια. Δε μπορούσα να τον ξεκολλήσω, περιορίστηκα να κόψω όση καλούμπα απόμεινε (θα βρίσκεται ακόμα η καημένη πουθενά). Ξέχασα και τους χαρταετούς και τους αμοιβαδοειδείς εξωγήινους για χρόνια – μόνο γκόμενες απασχολούσαν το μυαλό μου. Για καμμιά δεκαετία τουλάχιστον. Ή και για πολλές. 

 -. - . -

Πρέπει να ήταν καλοκαίρι του 1990, έπαιρνα πτυχίο υποτίθεται, και διάβαζα τα τελευταία μαθήματα της τελευταίας εξεταστικής με την αγαστή συμπαράσταση της Α., ένα έτος παρακάτω αλλά σχεδόν εξίσου κοντά στο πτυχίο καθότι ασύγκριτα πιο οργανωμένη στο διάβασμα και ικανή να θέσει στόχους (εγώ μια ζωή όσα πάνε κι όσα έρθουν είμαι, αλλά μην ξύνουμε πληγές τώρα). Με την Α. είχαμε μια σχέση που συνοδευόταν από διάφορες φοβερές ερωτικές εξάρσεις κατά περιόδους (αλλά και τρομερούς καβγάδες κατά άλλες περιόδους, οπότε είχα εκπαιδευτεί μερικώς να προσέχω να μη δίνω αφορμές για εκρήξεις). Κάποια στιγμή ετέθη ένα ζήτημα να μου επιστρέψει κάποια βιβλία ή να μου φέρει κάποιες σημειώσεις που είχαν ξεμείνει στο σπίτι της φίλης της της Β. στην Ηλιούπολη. 

- Έλα από το σπίτι τότε, της είπα. Κοντά είναι. 
- Και οι γονείς σου; 
- Ναι, τι; 
- Δεν θα είναι εκεί οι γονείς σου; 
- Θα είναι, λογικά. 
- Και τι θα τους πεις; 
- Ότι θα έρθεις να μου φέρεις τις σημειώσεις. 
- Και δεν θα με αντιμετωπίσουν «κάπως»; 
- Δεν δαγκώνουν. 

Δεν ήμουνα εντελώς σίγουρος για το τελευταίο, αλλά δε χρειαζόταν να της βάζω ιδέες. Και μόνο το γεγονός ότι αντιμετώπιζε τους γονείς μου ως εν δυνάμει πεθερικά ήταν αρκούντως τρομακτικό για να το επιβαρύνουμε κι άλλο. Την ορισμένη μέρα ανέφερα «εν παρόδω» το μεσημέρι στο τραπέζι ότι θα περάσει κάποια ώρα η Α. να μου φέρει κάτι. Οι γονείς μου αλαφιάστηκαν με την απρόσμενη επίσκεψη της κατ' αυτούς υποψήφιας «νύφης», με καταχέσανε που δεν ενημέρωσα εγκαίρως (σιγά και μην...), η μάνα μου έπιασε να ξεσκονίζει και να τακτοποιεί, έστειλε τον πατέρα μου να ψωνίσει διάφορα κεράσματα και μέχρι να πεις κύμινο είχε κάνει το σαλόνι βιτρίνα και είχε βάλει και τα καλά της. Ο πατέρας μου έβαλε κι αυτός πουκαμισάκι και παντελονάκι (δηλαδή τα καλά του) κι έκατσε να χαζέψει τηλεόραση. Είχαν ξεκινήσει τα δορυφορικά και τα ιδιωτικά κανάλια και εμπεδωνόταν η έννοια του ζάπινγκ, άγνωστη νωρίτερα με τα δύο κρατικά. Χτύπησε το τηλέφωνο (το σταθερό, εννοείται, τα χρόνια εκείνα). Πήγα να το σηκώσω – ήταν η Α. 

- Έλα, είμαστε έτοιμες. Ερχόμαστε. 
- Ποιες ερχόσαστε; 
- Θα φέρω και τη Β. Δε μπορώ μόνη μου, έχω πολύ άγχος. 
- Ρε άσε την κοπέλα ήσυχη, έλα, έναν καφέ θα πιούμε. 

Είδα μέσα από τον καθρέφτη στην οθόνη της τηλεόρασης να περνάει ένα αμοιβαδοειδές πλάσμα με πλοκάμια. Έγχρωμο – στην αντίστοιχη εικόνα στη μνήμη μου ήταν ασπρόμαυρο. Αλλά δε μπορεί να ήταν τίποτα άλλο. 

- Μη βιαστείτε, είπα κάπως επιτακτικά στην Α. 
- Τι να μη βιαστούμε; Αφού δίπλα είμαστε, σε πέντε λεπτά θα είμαστε εκεί. 
- Αποκλείεται, επέμεινα. Πιο αργά. 
- Τρελάθηκες; 
- Αυτό που σου λέω. Αργά. 

Βούτηξα το τηλεκοντρόλ από τον απορημένο μπαμπά και βρήκα το κανάλι (κάποιο ιδιωτικό) που έπαιζε σε επανάληψη το σήριαλ. Ήταν εντυπωσιακότερο έγχρωμο, ομολογουμένως. Η δράση εξελισσόταν ακριβώς από εκεί που το είχα αφήσει έντεκα χρόνια πριν – μόνο που τώρα δεν ήμουν έντεκα χρονών. Μου χτύπησε αμέσως η απιθανότητα της υπόθεσης, η αφέλεια του σεναρίου, η ποοοολύ μέτρια ηθοποιία, το χάλι των ειδικών εφέ, το απίστευτο εξωγήινο ον που πήγαινε κόντρα σε κάθε αρχή βιολογίας που είχα σπουδάσει μόλις. Δεν πτοήθηκα όμως, προς μεγάλη έκπληξη του πατέρα μου που δε με είχε συνηθίσει μπροστά στην οθόνη αν δεν είχε αθλητικά ή έστω πολιτικά. Είχα να ξεπληρώσω ένα χρέος, κι όσο εξελισσόταν το επεισόδιο άκουγα από μέσα μου να αντηχεί η πονηρή ερώτηση του θείου. Γκόμενα έχεις; 

Κατά φωνή, χτύπησε το κουδούνι. Σηκώθηκα να ανοίξω με το ένα μάτι στην οθόνη. Εμφανίστηκαν η Α. με ένα κουτί γλυκά και η Β. με τα βιβλία και τις σημειώσεις. Ο πατέρας μου σηκώθηκε να χαιρετήσει, λίγο αναποφάσιστος καθότι μία περίμενε, δύο του προέκυψαν. Στο τέλος κατευθύνθηκε αποφασιστικά στη Β. και της είπε «καλώς το κορίτσι». Στα καπάκια εισέβαλε η μάνα μου, βρήκε το μπαμπά σε χειραψία με τη Β. και συμπλήρωσε εμφατικά «καλώς ήρθες σπίτι μας, σα στο δικό σου». Εκεί αποφάσισα ότι έπρεπε να παρέμβω και έκανα τις επίσημες συστάσεις «από δω η Α., ξέρετε... η Α.» και μετά «και η φίλη της η Β.». 

- Δεν κάθεστε στο μπαλκόνι να πάρετε έναν καφέ, κάτι; είπε η μαμά. 
- Ναι, αμέ, είπαν οι ΑΒ. 
- Όχι, μέσα θα κάτσουμε διότι έντεκα χρόνια περιμένω να δω το επεισόδιο αυτό, πετάχτηκε ο ενδιαφερόμενος. 

Κανείς δεν με κατάλαβε. Κανείς δεν ήθελε να με καταλάβει. Προσπάθησα να εξηγήσω ότι μια Παρασκευή πριν πολλά χρόνια με ένα χαρταετό ανά χείρας κλπ., αλλά δεν έβγαινε νόημα. Με βαριά καρδιά έκλεισα την τηλεόραση και πήγαμε (η νεολαία) στο μπαλκόνι. Ο πατέρας μου πάρκαρε σε μια πολυθρόνα του σαλονιού και μας κοίταζε. Η μάνα μου έφερνε πορτοκαλάδες, γλυκά και ξηροκάρπια που «τυχαία» βρέθηκαν. Τα κορίτσια δεν έμειναν πολύ, κάνα μισάωρο και κάτι. 

- Πολύ όμορφη κοπέλα η φιλενάδα σου, σχολίασε ο πατέρας μου αποχαιρετώντας από το μπαλκόνι τα κορίτσια που έμπαιναν στο αμάξι. Και οδηγάει κιόλας, ε; 
- Δεν οδηγάει. Της φίλης της είναι το αυτοκίνητο. 
- Μα για στάσου, η κοκκινομάλλα δεν είναι η φίλη σου; 
- Όχι. Η ξανθιά. 
- Α... κρίμα, νόμιζα ήταν η κοκκινομάλλα. 

Κανονικά έπρεπε να πω θιγμένος «τι εννοείς κρίμα;» αλλά αντελήφθην ότι μάλλον εννοούσε κρίμα που δεν κοίταγε αυτήν αντί για την άλλη αλλά δε βαριέσαι κιόλας, περί ορέξεως κολοκυθόπιτα, δεν είναι να κάνεις τέτοιες συζητήσεις με πατεράδες. Ίσα ίσα πρόλαβα μόλις ξανάνοιξα την τηλεόραση κι έπεσα στους τίτλους του τέλους. Ξανά. 

-. - . - 

Πέρασαν τριάντα (και βάλε) χρόνια. Είδα τις προάλλες διαδοχικά κάμποσα επεισόδια του Space: 1999 (ήταν να πάω καμμιά βόλτα να γιορτάσω τη λήξη της καραντίνας αλλά έβρεχε κάμποσο στα Γιάννενα), μεταξύ αυτών και τα The bringers of wonder, parts I & II, όπου κάτι αμοιβαδοειδείς εξωγήινοι με πλοκάμια κοντεύουν να καταλάβουν τις συνειδήσεις των κατοίκων του Άλφα (ακόμα και της σέξι «δικιάς μας» εξωγήινης). 

Μέσα στη γενική ελαφράδα της σειράς, σκέφτομαι ότι ειδικά τα επεισόδια αυτά έχουν κάποια φιλοδοξία σεναριακού βάθους: στην τελική σκηνή σύγκρουσης, η φωνή του εξωγήινου διερωτάται απευθυνόμενη στους παραπλανημένους γήινους αν δεν είναι στ’ αλήθεια πιο χαρούμενοι σε μια ψευδαίσθηση που τους παρέχει μια ζωή χαράς σε μια στιγμή του χρόνου κι αν δεν είναι προτιμότερο αυτό από μια μίζερη επιβίωση και ένα θάνατο στο αχανές διάστημα; Ο ήρωάς μας βέβαια δεν πτοείται και κερδίζει τη μάχη, εισπράττοντας την ειρωνική αποστροφή του εξωγήινου ζελέ με πλοκάμια ότι έτσι καταδικάζει τους ανθρώπους σε μια σκληρή και ανέλπιδη ύπαρξη. Καθώς οι εξωγήινοι διαλύονται στο τίποτα, ο ήρως απαντά αγέρωχα «καλύτερα να ζεις ως αυθύπαρκτο ον παρά σαν ένας ηλίθιος στο όνειρο κάποιου άλλου». 

Ηρωικό βέβαια, δε λέω. Από την άλλη πάλι δεν είμαι και εντελώς σίγουρος. Ας είναι, τώρα βλέπω «Εγώ, ο Κλαύδιος» (1976 νομίζω) με το Ντερεκ Τζάκομπι στον ομώνυμο ρόλο και τον Τζων Χαρτ ως Καλιγούλα, κι αναρωτιέμαι αυτό το κοριτσάκι που έπαιζε τη Μεσσαλίνα πού αλλού να έπαιξε άραγε...


30/12/19

Διαλαθὼν ὑπεχώρησεν

Το 5ο λιοντάρι, Πανσέληνος Μαΐου 2019 (Φωτό Ροβυθέ)


«Ο Χέγκελ λέει κάπου ότι όλα τα γεγονότα και οι προσωπικότητες της ιστορίας επανεμφανίζονται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Ξέχασε να προσθέσει: την πρώτη φορά ως τραγωδία, τη δεύτερη ως φάρσα.»

Καρλ Μαρξ – Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη

Πριν δέκα χρόνια έφευγα από την Κρήτη για πρώτη φορά. (Εντάξει, εννιά χρόνια και οχτώ μήνες, δε θα τα χαλάσουμε τώρα επ’ αυτού.) Φεύγοντας δεν πίστευα ότι θα ξαναγυρίσω ποτέ, τουλάχιστον για μόνιμη εγκατάσταση. Την εποχή εκείνη ήμουν φυσικά νεώτερος, αν και όχι πια νέος – έκλεινα τα 42, έναν αριθμό που όπως ξέρουν οι φαν του Ντάγκλας Άνταμς είναι η απάντηση στο ερώτημα σχετικά με τη ζωή, το σύμπαν και τα πάντα*. Μπορεί στα 42 να μην είσαι νέος ακριβώς, αλλά μπορεί να σε απασχολεί η ζωή, το σύμπαν και τα πάντα με έναν τρόπο πιο άμεσο ή επείγοντα από ό,τι στα 22, τα 32 ή τα 52 κι ίσως κάπου εκεί να βρίσκεται η αιτία που τότε η αναχώρησή μου με είχε επηρεάσει συναισθηματικά σε αρκετά μεγάλο βαθμό· οι παλιοί αναγνώστες του ιστολογίου (δηλαδή ο Θανάσης μέσες-άκρες) θα θυμούνται ότι εκείνη την περίοδο πόσταρα διάφορα αποχαιρετιστήρια, από Τρύπες μέχρι Ψαραντώνη και από Μουντάκη μέχρι διάφορα εξομολογητικά σε τόνο όχι ακριβώς σπαραξικάρδιο αλλά με κάποιες αποχρώσεις όχι εντελώς απαλλαγμένες από μελόδραμα.

Η εποχή βέβαια ήταν πιο μεστή γεγονότων και με διάφορες εναλλαγές, σε συνθήκες ιδιαίτερης αβεβαιότητας τόσο προσωπικής όσο και γενικότερα για τη χώρα, βάλε και μια σχετική καταπόνηση λόγω παρατεταμένης ανεργίας ή τέλος πάντων εργασιακής ανασφάλειας, περιστασιακής διαμονής εδώ κι εκεί, κάτι ανεκπλήρωτων ερωτικών επιθυμιών ή έστω ματαιωμένων προσδοκιών, βάλε και την ταξιδιάρικη διάθεση που μου υπέβαλλε η ιστιοπλοΐα και η όλη φάση προσωρινότητας, χώρια (σοφοὶ δὲ προσιόντων)** η κρίση, αν και η λέξη «μνημόνιο» δεν ήταν ακόμα σε ευρεία χρήση. Υπάρχουν βέβαια πάμπολλες διαφορές ακόμα αν το σκεφτείς· οι γονείς μου ακόμα ζούσαν και για κάποιους ήμουν «το παιδί», οι φίλοι μου ήταν ακόμα ένας σχετικά μεγάλος κύκλος κι όχι όπως σήμερα πολλά διαφορετικά μικρά κυκλάκια. Ας είναι…

Γύρισα στην Κρήτη πριν εξίμισι χρόνια και σε άλλη φάση. Σ’ αυτά τα εξίμισι χρόνια συνέβησαν επίσης διάφορα (μια εισέτι ανεξήγητη επαγγελματική πρόοδος, κάτι ακυρωμένοι a posteriori έρωτες, οιονεί διαζύγια, κάτι ξαφνικές αναλαμπές φωτός σε ένα κάπως μουντό εν γένει υπόβαθρο). Μερικοί από τους ανθρώπους που συναπαντηθήκαμε την πρώτη περίοδο έφυγαν, γεωγραφικά ή κοινωνικά (ορισμένοι, αλίμονο, έφυγαν από τη ζωή ολότελα), άλλοι ήρθαν, ή ήρθαν κι έπειτα έφυγαν πάλι, άλλοι άλλαξαν ρόλους. Άλλαξα βέβαια κι εγώ, όπως έλεγε κι ο Ηράκλειτος, δεν μπορείς να μπεις δυο φορές στο ίδιο ποτάμι. Κάποιοι ήταν πάντα εκεί και χαίρομαι που τους έχω μαζί μου και τώρα, ακόμα κι αν δε ζούμε πια στην ίδια πόλη (το «μαζί» είναι έννοια που υπερβαίνει τη γεωγραφία). Ο χρόνος κύλησε, ήρθε καιρός να φύγω πάλι.

Έφυγα πριν δεκαπέντε μέρες για δεύτερη φορά. Δε λέω «οριστικά» γιατί η πρότερη εμπειρία διδάσκει ότι πολύ λίγα πράγματα είναι εν τέλει οριστικά. Αλλά κακά τα ψέματα, εκεί που πάω δεν πάω για λίγο, πάω για να μείνω. Καλού κακού πάντως είπα να αποφύγω τους συναισθηματισμούς της προηγούμενης αναχώρησης. Όταν πρωτοπήγα με είχε προειδοποιήσει κάποιος (από τους πρώτους αποχωρήσαντες) ότι η Κρήτη είναι για τρία χρόνια μάξιμουμ, μετά ανακυκλώνεσαι. Εγώ συμπλήρωσα τριάμισι συν εξίμισι, δέκα χρόνια (χώρια μια ενδιάμεση τριετία στο εξωτερικό). Είναι μάλλον πολλά. Όχι γιατί είδα όλα όσα υπάρχουν να δει κανείς αλλά επειδή η γοητεία της ανακάλυψης μειώνεται προϊόντος του χρόνου, κι ας έχω αφήσει απάτητα διάφορα σημεία της κρητικής γεωγραφίας (ειδικά δυτικότερα του Ψηλορείτη), καθόλου δεν με πειράζει. Ας έμειναν ημιτελείς οι σπουδές μου στις χορευτικές παραλλαγές του συρτού (συγγνώμη, δάσκαλε, ραντεβού στην Ικαρία τώρα) και στην άγνωστη ιστορία του Μεγάλου Κάστρου (σταμάτησα και το κυνήγι του θησαυρού τα τελευταία χρόνια). Θα έχουμε την ευκαιρία σε άλλες επισκέψεις, ίσως.

Την πρώτη φορά έκανα ένα αποχαιρετιστήριο «πάρτι» στο Guernica Bar – τότε ήταν το κατεξοχήν στέκι της εναλλακτικής νεολαίας της πόλης. Αυτή τη φορά έκανα ένα αποχαιρετιστήριο «πάρτι» στο Guernica Bar – τώρα είναι στοχοποιημένο από μια ικανή μερίδα της εναλλακτικής νεολαίας ως κέντρο σεξιστικής κουλτούρας και οιονεί άντρο βιαστών (τόσο που μερικές από τις φοιτήτριές μου χρειάστηκε να κάνουν άτυπη συνέλευση για το αν θα έρθουν, κι όταν τελικά ήρθαν ζήτησαν να μη μαθευτεί παραέξω). Και τις δύο φορές ήρθαν εικοσικάτι-τριάντα άτομα, αλλά ίσως είναι χαρακτηριστικό ότι μόνο δύο ή τρεις ήταν παρόντες και στα δύο αποχαιρετιστήρια, με διαφορά μιας δεκαετίας.

Αυτό βέβαια είναι αρκετά λογικό: σήμερα πολλοί από τους «παλιούς» καλεσμένους μου έχουν φύγει από το νησί ή εμμέσως από τη ζωή μου, ενώ πριν δέκα χρόνια πολλοί από τους σημερινούς μου καλεσμένους θα πήγαιναν ακόμα Λύκειο ή και Γυμνάσιο, πολύ πριν μαζευτούν στην Κρήτη για σπουδές ή μεταπτυχιακά. Ορισμένοι πάντως έδειχναν αρκετά συγκινημένοι που με αποχωρίζονταν, και για κάποιο λόγο θεωρούσαν ότι πρέπει να είμαι κι εγώ εξίσου συγκινημένος. Κάπως βέβαια το πράγμα δεν ανταποκρινόταν ακριβώς στην προσδοκία, διότι κάτι που δέκα χρόνια μετά δεν είμαστε οι ίδιοι άνθρωποι, κάτι που άμα έχεις ξαναζήσει παρόμοια σκηνή δεν σου φαίνεται και τόσο τρομερό, κάτι που τέλος πάντων αυτή τη φορά δεν φεύγω μετανάστης αλλά πάω σε έναν τόπο εξίσου οικείο ή ξένο με όσο ήταν η Κρήτη όταν πρωτοπήγα στο νησί, οι αντιδράσεις μου τους φαινόντουσαν ίσως υπερβολικά χλιαρές.

- Μα δεν είσαι συγκινημένος που φεύγεις;
- Εεεε, εντάξει, ξέρω γω… Έχω ξαναφύγει.

Μετά από λίγο:

- Μα δεν είσαι ενθουσιασμένος που πας σε ένα νέο μέρος;
- Εεεε, εντάξει, ξέρω γω… Έχω πάει σε κάμποσα.

Στο τέλος μια νεαρή φοιτήτρια σχεδόν εκνευρίστηκε.

- Μα δε μου λες, αισθάνεσαι τίποτα ποτέ;

Η απάντησή μου («μια ορισμένη κούραση») μάλλον δεν την ικανοποίησε. Έχει βέβαια τα δίκια της· άμα είσαι εικοσικάτι χρονών, ο κόσμος είναι ακόμα φρέσκος, άμα είσαι τα διπλάσια όλα έχουν πάρει λίγο να μπαγιατεύουν, ακόμα και τα αισθήματα. Η αλήθεια είναι ότι με κατατρέχει χρόνια αυτό το φαινόμενο, να μη με πιάνουν ούτε φοβερές εξάρσεις ούτε τρομερές καταβυθίσεις, ειδικά για πράγματα τόσο τετριμμένα όσο μια ακόμα μετακόμιση από τις (δεκαπέντε; δεκαεφτά;) που έχω ήδη κάνει. Ακόμα πιο ακριβές θα ήταν να πω ότι με κατατρέχει η εναρκτήρια φράση της 18ης Μπρυμαίρ – αν και δεν έχω καμία σχέση βέβαια με το Λουδοβίκο Βοναπάρτη, η αίσθηση της γελοιότητας στην επανάληψη της ίδιας ιστορίας με φοβίζει κάπως. Μου θυμίζει τον ήρωα στα «Τύμπανα της κοιλιάς και του πολέμου» του Σουρούνη που πάει να καταταγεί στην επιστράτευση το '74 σε περίπου καθημερινή βάση· στην αρχή αντιμετωπίζεται ως ο ήρωας που θα πάρει την Πόλη, στο τέλος απλώς βρίσκει ένα σημείωμα ότι το φαΐ είναι στο φούρνο και να μην κάνει φασαρία το πρωί και ξυπνήσει τους άλλους.

Τι τα θέλετε, άλλοι είναι πλασμένοι για τα υψηλόφωνα, για τελετές και πανηγύρεις, άλλοι είμαστε κάπως του χαμηλόφωνα, μην πω και του ψιθυριστά ολότελα. Κάπως αταίριαστα μου έρχεται στο νου «Ο Βασιλεύς Δημήτριος» του Καβάφη που μπροστά στην επικείμενη ήττα δεν φέρθηκε διόλου σαν βασιλεύς, αλλά «Κάμνοντας ὅμοια σὰν ἠθοποιὸς ποῦ ὅταν ἡ παράστασις τελειώσει, ἀλλάζει φορεσιὰ κι ἀπέρχεται», διαλαθὼν ὑπεχώρησεν.

Από το Λουδοβίκο Βοναπάρτη καλύτερα πάντως.


ΥΓ. Πέρα από τους φίλους, χρωστάω μια αποχαιρετιστήρια κουβέντα ακόμα για ανθρώπους που αν και δεν είμαστε «φίλοι» με την τυπική έννοια του όρου, υπήρξαν εν αγνοία τους «σηματωροί» κατά έναν τρόπο της παρουσίας μου στην Κρήτη, είτε την πρώτη περίοδο είτε τη δεύτερη, είτε και τις δύο. Το συχωρεμένο τον κυρ-Νίκο στο Σκαλάνι, ας πούμε. Το σφο Μήτσο τον Καγιαμπή, διαχρονικά. Τη Ράνια (όχι μόνο για τη ρακή, ξέρει εκείνη). Τον Κωστή τον Αβυσσινό (που σίγουρα δεν ξέρει). Και τη Μαρία Φασουλάκη, βέβαια, το απόλυτο σάουντρακ της ζωής μου στην Κρήτη.

Καλή αντάμωση, παιδιά.


Η Μαρία Φασουλάκη τραγουδάει Κορακάκη στην ταβέρνα του Βαρδή το 2017. Vintage video by yours truly.



*Το ερώτημα βέβαια δεν ξέρουμε, και η διαδεδομένη εικασία «πόσο κάνει εννιά επί έξι» είναι προδήλως λανθασμένη.

**Σιγά τη σοφία, φως φανάρι ήτανε πού πάει το πράγμα τους πρώτους μήνες του 2010.


8/12/19

ΜΓΔ

Σύνηθες σκηνικό αρχών δεκαετίας 2010 (Φωτό Ροβυθέ, Ιούλιος 2010)


Η ιστορία έχει παλιώσει κάπως τώρα, αλλά με έναν τρόπο επανέρχεται κάθε τόσο στην επικαιρότητα. Κατά καιρούς σκεφτόμουν να την καταγράψω και να την αναρτήσω, αλλά με συγκρατούσε – πέραν της συνήθους ικαριακής ραθυμίας – κι ένας αδιόρατος φόβος μη μπλέξω πουθενά έναν από τους πρωταγωνιστές, καλή του ώρα, και βρει κάνα μπελά. Βέβαια είναι δύσκολο να μπλέξεις κάποιον που δεν θυμάσαι ούτε το όνομά του ούτε τη φάτσα του, παρά μόνο ότι φορούσε καρώ σακάκι και γιαλιά. Εικάζω μετά από τόσα χρόνια θα έχει πλέον συνταξιοδοτηθεί δόξη και τιμή και ακόμα και στην απίθανη περίπτωση που κάποιος κακόβουλος διαβάσει τούτες τις γραμμές δεν θα υπάρξουν ντράβαλα. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

- . - . -

Γενικά δεν πολυπάω σε διαδηλώσεις. Όσοι με ξέρουν από παλιά, ξέρουν ότι είμαι ένας μάλλον μετριοπαθής άνθρωπος (μετρίως μέτριος και πάντα μετρημένος που έλεγαν οι Φατμέ το πάλαι ποτέ), πράγμα που θα μπορούσε κάποιος να μου το πιστώσει ως προσόν ή να μου το προσάψει ως ελάττωμα, ανάλογα με την περίσταση. Πολιτικά είναι γνωστό ότι οι συμπάθειές μου διαχρονικά κινούνται μεν προς τη μία πλευρά του φάσματος (μεταξύ μας είμαστε, αντιλαμβάνεστε προς ποια), αλλά αρκετά μακριά από την άκρη-άκρη. Στα πολύ νιάτα μου που συνδικαλιζόμουν βέβαια, μιλούσα στις φοιτητικές συνελεύσεις (ω, ναι, μου αρέσει να μιλάω στα αμφιθέατρα, μάλλον κάπως έτσι κατέληξα πανεπιστημιακός τώρα στα στερνά) και εμφανιζόμουν ενίοτε και σε διάφορες διαδηλώσεις, πότε για τη σίτιση και τη στέγαση, πότε για τον επικείμενο νόμο τάδε, κάποτε και πιο σοβαρά θέματα όπως για το Τσερνομπίλ ή τη δολοφονία του Καλτέζα.

Δεν μπορώ να πω ότι το καταδιασκέδαζα (ψιλοβαριέμαι το περπάτημα και σιχαίνομαι τις αλύσίδες/μπλοκ και τα ελαφρώς προκάτ συνθήματα «μία η ντουντούκα – τέσσερις εμείς») αλλά με τούτα και με κείνα είχα ανεβοκατέβει το κέντρο της Αθήνας κάμποσες φορές, μια-δυο από τις οποίες κάπως περιπετειώδεις. Το μακρινό 1987, επί Αρκουδέα, είχα μια ατυχή ακούσια συνάντηση με κάτι ΜΑΤ, για τα οποία δεν έτρεφα ως τότε κανένα ιδιαίτερο συναίσθημα (ξέρετε, καμμιά δουλειά δεν είναι ντροπή, ένα μεροκάματο βγάζουν οι άνθρωποι) μέχρι που έσκασε πάνω μου (κυριολεκτικά) το πρώτο δακρυγόνο και αναθεώρησα ελαφρώς. Από τότε, και για πολλά χρόνια, η γραμμή ήταν «μακριά κι αγαπημένοι», με την έμφαση στο «μακριά».

Από τη μια λοιπόν δεν πολυπάω σε διαδηλώσεις, από την άλλη ώρες ώρες με πιάνει μια τσαντίλα όταν έχω την αίσθηση ότι με δουλεύουνε χοντρά και παίρνω τους δρόμους. Βλέπετε άλλο ο επαναστάτης (κατά ιδεολογία ή οιονεί επάγγελμα) κι άλλο ο επαναστατημένος. Επαναστατημένος μπορεί να γίνει ο οποισδήποτε αισθάνεται ότι του πατάνε τον κάλο: εμένα με είχε πιάσει ας πούμε πριν καμμιά δεκαετία, τα πρώτα χρόνια του μνημονίου, που το δούλεμα πήγαινε σύννεφο (αφού μαζί τα φάγαμε, γιατί μερικοί είναι χορτάτοι και μερικοί είμαστε θεονήστικοι;). Αλλά τότε διαδήλωνε το σύμπαν, αντιμνημονιακός ήταν και ο Αντώνης Σαμαράς ξέρω γω, οπότε δεν είναι και φοβερή είδηση.

Η προηγούμενη φορά που με είχε πιάσει τσαντίλα στα σοβαρά κάπως ήτανε γύρω στο 2003, όταν ο τότε πλανητάρχης και το εξ’ Αλβιώνος πρόθυμο pet του μας είχαν ανακοινώσει περιχαρείς από τηλεοράσεως ότι θα επέμβουν στο Ιράκ για να εξασφαλίσουν την ειρήνη. Η ιστορία έχει ήδη γράψει τι ακριβώς εξασφάλισαν (η ίδρυση και η άνοδος του ISIS είναι απόρροια αυτής της επέμβασης εν πολλοίς), αλλά σε ό,τι μας αφορά οδήγησε κι εμένα μαζί με κάποσους άλλους σε επαναλαμβανόμενες διαμαρτυρίες έξω από την Πρεσβεία (μία είναι η Πρεσβεία με κεφαλαίο, οι άλλες όλες είναι με μικρά). Δεν ήμασταν μια δράκα επαναστατών – το αίτημά μας το συμμεριζόταν όλος ο νουνεχής κόσμος, και ο Σιράκ και η Μέρκελ ακόμα. Ήταν ένα μετριοπαθέστατο αίτημα: Όχι στον πόλεμο.

Στις διαδηλώσεις εκείνες πήγαιναν κυρίως διάφοροι μετριοπαθείς σαν κι εμένα, μαμάδες με παιδάκια στο καρότσι, φιλειρηνικά ΚΑΠΗ, τέτοια πράγματα. Υπήρχαν βέβαια και τα συνήθη μπλοκ, το θεσμικότατο ΚΚΕ βεβαίως, διάφορες αριστερίστικες ομάδες και ομαδούλες, ένας προδρομικός Σύριζα ως «Ενιαίο Κοινωνικό Φόρουμ», αλλά αναιμικά πράγματα εν γένει. Και καμμιά εκατοστή αντιεξουσιαστές, τίποτα φοβερό. Το μετριοπαθές μας αίτημα το συμμεριζόταν όλος σχεδόν ο κόσμος, αλλά τότε ήταν εποχή λελογισμένης ευμάρειας, επί «εκσυγχρονισμού» και ενόψει Ολυμπιακών Αγώνων, πού να τρέχουνε τώρα στους δρόμους οι άνθρωποι να ξεποδαριάζονται.

Ήμασταν πάντως χαριτωμένοι, είχαμε κάτι πολύχρωμες σημαιούλες σαν ουράνιο τόξο που γράφανε «Ειρήνη» (σήμερα οι ίδιες σημαίες θα πέρναγαν ως σύμβολο του gay pride, οπότε μία που μου έχει ξεμείνει κάπου δεν την ανεμίζω πουθενά μην τυχόν μας παρεξηγήσουν). Πηγαίναμε Πρεσβεία σε τακτική βάση, μπορεί και δις εβδομαδιαίως. Το χειρότερο που μπορεί να συνέβαινε ήταν να πετάξει κάποιος κανένα ζαρζαβατικό προς το κτίριο (θυμάμαι ένα λάχανο που είχε σκαλώσει στα καλώδια του τρόλεϊ και επικρεμόταν για μέρες), ρίχναμε κι ένα παλλαϊκό «φονιάδες των λαών, Αμερικάνοι» και διαλυόμασταν ησύχως να πάμε σε καμμιά ταβέρνα να συγχαρούμε εαυτούς και αλλήλους. Μετριοπαθή πράγματα.

Μια μέρα όμως, Σάββατο ήτανε, είχε και καλό καιρό, είχε μαζευτεί κάμποσος κόσμος στο Σύνταγμα, κι όπως αρχίσαμε να ανηφορίζουμε τη Βασιλίσσης Σοφίας κατά το έθος, έπεσα πάνω σε μια κάπως γνωστή, που μου ήταν ιδιατέρως συμπαθής εκ του μακρόθεν, αλλά δεν την είχα και για πολύ διαδηλωτικό τύπο. Κρατούσε το πολύχρωμο σημαιάκι και βημάτιζε περήφανα, κι εμένα μου ήρθε το τραγουδάκι που έλεγε «Η πλατεία ήταν γεμάτη» και ειδικά ο στίχος «κι εσύ έφεγγες στη μέση όλου του κόσμου κι ήσουν φως μου κατακόκκινη νιφάδα σε γιορτή» οπότε να μην τα πολυλογώ, σε μια ασυνήθιστη παρέκκλιση από τη μετριοπάθεια παράτησα την παρέα μου και πλασαρίστηκα δίπλα και ανηφορίσαμε μαζί κάμποσα τετράγωνα μέχρι το Πάρκο Ελευθερίας περίπου (τώρα πια το λένε Μέγαρο Μουσικής το σημείο), διότι ναι μεν δεν ήταν ακριβώς «σε γιορτή που δεν ξανάδα στη ζωή μου τη σκυφτή» αλλά καθώς περνάγανε τα χρόνια – ήμουνα τριανταπεντάρης ήδη τότε – οι γιορτές είχαν αρχίσει να αραιώνουν κι όταν σου σκάνε δεν πρέπει να αφήνεις την ευκαιρία να περνάει ανεκμετάλλευτη. Κουβέντα στην κουβέντα ανταλλάξαμε τηλέφωνα, της πρότεινα να πάμε κάπου μαζί μετά ίσως, μου είπε ότι την περίμεναν κάποιοι γνωστοί αλλά να πάμε όλοι μαζί, χάρηκα και συμφώνησα, αλλά με έπιασαν οι τύψεις που είχα αφήσει την παρέα μου πίσω και είπαμε να βρεθούμε σε λίγη ώρα απέναντι από την Πρεσβεία, αφού πρώτα έβρισκα τους δικούς μου και τους ενημέρωνα.


Η πλατεία είναι γεμάτη κι απ' το πρόσωπό σου κάτι έχει σωθεί.


Άρχισα να κινούμαι λοιπόν αντίστροφα από τη ροή της διαδήλωσης εκτιμώντας βάσιμα ότι οι – καριώτες – φίλοι μου θα πήγαιναν αργά αργά και με το πάσο τους και θα τους βρω πιο πίσω, όταν στα καλά του καθουμένου άρχισε μια μανούρα με μια διμοιρία ΜΑΤ που έσκασε από ένα στενό και ξαφνικά μύρισε δακρυγόνο και το πλήθος κινήθηκε ασυνάρτητα προς όλες τις κατευθύνσεις κι αρχίσαμε όλοι να τρέχουμε κι εγώ έπιασα έναν τοίχο κι έκανα να πάω προς Μιχαλακοπούλου αλλά από εκεί ερχόντουσαν άλλα ΜΑΤ και σκέφτηκα ότι μέχρι να τους εξηγήσω ότι εγώ είμαι μετριοπαθής μπορεί να είχα βρεθεί με ανοιγμένο κεφάλι σε καμιά κλούβα για τη ΓΑΔΑ, και τέλος πάντων του φευγάτου η μάνα δεν έκλαψε ποτέ που λέει η παροιμία και πάνω στη σύγχιση χτύπησε το τηλέφωνο με το άρτι αποκτηθέν νούμερο της κοπέλας την οποία ρώτησα με απροσποίητη αγωνία αν είναι καλά και μου απάντησε χαλαρότατα «ναι, μια χαρά, έλα στην τάδε διεύθυνση, είμαστε πολλοί».

Η διεύθυνση ήταν μια κάθετη λίγο πιο πέρα, πήγα τοίχο-τοίχο και εντόπισα μια είσοδο πολυκατοικίας, έξω από την οποία στεκόταν μια γιαγιά και χειρονομούσε σε όποιον περνούσε απέξω. «Απο δω, παιδάκι μου» είπε, και μπήκα στην είσοδο μαζί με μια μαμά που έσπρωχνε ένα καροτσάκι με ένα μωρό που ούρλιαζε, δικαίως μάλλον. Χωθήκαμε σε ένα ισόγειο διαμέρισμα. Το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου μου ήταν εκεί και έλαμπε ως συνήθως, αν και κάπως αναμαλλιασμένη. Μαζί μας πρέπει να ήταν πακτωμένοι άλλα εβδομήντα άτομα περίπου. Το σπίτι ήταν δυάρι, ήμασταν ο ένας πάνω στον άλλο. Οι πιο τυχεροί ημιλιπόθυμοι σε καναπέδες, καρέκλες, κρεβάτια. Κάποιοι είχαν πιάσει παράθυρο και μας έλεγαν τι γίνεται έξω. Κάποιοι έκαναν ουρά στην τουαλέτα να ξεπλύνουν το δακρυγόνο. Οι υπόλοιποι έβριζαν βήχοντας το Μπους, το Μπλαίρ, την κυβέρνηση και τους μπάτσους.

Ρώτησα την κοπέλα πώς βρέθηκε εκεί. «Με μάζεψαν οι φίλοι μου» είπε και μου έδειξε ένα ζευγάρι μεσηλίκων δίπλα. (Σήμερα θα έλεγα απλώς «ένα ζευγάρι» αλλά τότε μου φαινόντουσαν μεσήλικες, πενήντα πάνω κάτω). Μου συστήθηκαν – έχω ξεχάσει τώρα πια τα ονόματά τους. Μου είπαν ότι είναι γιατροί. Ψυχίατροι, για την ακρίβεια. Τους ρώτησα πώς βρέθηκαν εκείνοι εδώ. Μου υπέδειξαν έναν τύπο που φύλαγε σκοπιά στο παράθυρο. «Ο Τάδε, συνάδελφος, εδώ είναι το πόστο του». Σκέφτηκα ότι είχα πέσει σε φωλιά ψυχιάτρων. «Το διαμέρισμα είναι της κυρίας έξω», συμπλήρωσαν. Παραμέρισα μερικούς και πλησίασα τον Τάδε, που κοιτούσε προς τη γιαγιά η οποία εξακολουθούσε να χειρονομεί στο πεζοδρόμιο, βάζοντας μέσα όποιον περνούσε απέξω. Έμπαιναν συνεχώς, κυριολεκτικά είμασταν σαν σε παραγεμισμένο λεωφορείο.

Η φίλη μου (αν μπορώ να την πω έτσι) ανέλαβε το μωρό ενόσω η μαμά του προσπαθούσε να ξεπλυθεί στην τουαλέτα. Παραδόξως τα πήγε αρκετά καλά, το μωρό κάποια στιγμή σταμάτησε να κλαίει. Όταν βγήκε η μαμά πρόσεξα ότι ήταν πολύ νέα, πολύ όμορφη και προφανώς ξένη. Μιλούσε άσχημα αγγλικά, η φίλη τη ρώτησε από πού είναι. Είπε «από το Μπιλμπάο». «Α, Ισπανίδα» της είπε η φίλη στα Ισπανικά. «Βάσκα» τη διόρθωσε η άλλη. Συνέχισαν να μιλάνε χαμηλόφωνα Ισπανικά, που δεν καταλάβαινα. Γύρισα στον Τάδε.

- Είναι ασφαλής η κυρία εκεί έξω;
- Μια χαρά είναι, ξέρει καλά από αυτά. Αλλά την έχω το νου μου.

Έξω είχε σταματήσει το νταβαντούρι, τα ΜΑΤ δε φαινόντουσαν πουθενά, ο κόσμος ξεμύτιζε από διάφορες γωνίες. Κάποιος είπε ότι πήγανε να αποκόψουν τους μπαχαλάκηδες στην ουρά, αλλά ως συνήθως την πέσανε στον απλό κόσμο.

- Κοίτα ένα μπαχαλάκια, είπε κάποιος, δείχνοντας το μωρό, που είχε επιστρέψει στην αγκαλιά της μαμάς του.

Η γιαγιά μπήκε στο διαμέρισμα με φόρα.

- Εντάξει, ησύχασαν τα πράγματα, είπε ανακουφισμένη. Και συμπλήρωσε «Βγείτε ήσυχα ήσυχα, μην ξυπνήσει το μωρό». Ύστερα άρχισε να λέει διάφορες ευχές και κανακέματα στη μαμά, που δεν καταλάβαινε φυσικά. Η φίλη μου μετέφραζε, η μαμά έλεγε «ευχαριστώ» σε διάφορες γλώσσες.

- Ε, τι να κάνουμε, να αφήσουμε να χτυπάνε τα παιδιά του κόσμου; Όπως στο Πολυτεχνείο... Και τότε είχα μαζέψει τόσα παιδιά...

Κάποιος της πρόσφερε μια καρέκλα – μια από τις δικές της καρέκλες. Κάποιοι άρχισαν να βγαίνουν, με προφυλάξεις. Η γιαγιά συνέχισε.

- Τότε μέναμε Στουρνάρη. Μετά που έμεινα μόνη μου ήρθα εδώ. Και τότε έτσι ήταν, μόνο που ήταν νύχτα. Τι να κάνεις, να αφήσεις να χτυπάνε τα παιδιά; Είχα κρύψει πόσα παιδιά, τότε... Ίδια είναι τα παιδιά και τώρα.

Και συμπλήρωσε δείχνοντας προς το παράθυρο:

- Κι αυτοί ίδιοι είναι.

Σιγά σιγά έφυγαν οι περισσότεροι. Έμεινα εγώ, η φίλη, οι τρεις ψυχίατροι και η μαμά με το μωρό που είχε ξυπνήσει. Η μαμά έβγαλε από μια θήκη του καροτσιού ένα μπιμπερό. Η γιαγιά την πήρε από το χέρι και την πήγε στην κουζίνα να ζεστάνει το γάλα. Η φίλη ακολούθησε. Έμεινα με τους ψυχίατρους γύρω από ένα τραπέζι.

- Εδώ μένετε; ρώτησα τον Τάδε.

Έγνεψε αρνητικά.

- Και τι εννοούσατε, στράφηκα στο ζευγάρι, ότι εδώ είναι το πόστο του;

Ο Τάδε γέλασε και μου έσκασε το μυστικό. «Είμαι αστυνομικός», είπε. «Ψυχίατρος της Αστυνομίας». Σε κάθε διαδήλωση ή έκτακτη ανάγκη, για κάποιους απροσδιόριστους υπηρεσιακούς λόγους, έπρεπε να είναι όλοι σε διαθεσιμότητα. Δίνουν λοιπόν κάποια διεύθυνση όπου θα βρίσκονται. Όποτε γίνεται κάτι στην Πρεσβεία λοιπόν, ο Τάδε δίνει αυτή τη διεύθυνση. Της γιαγιάς.

- Είστε συγγενείς;
- Είμαστε φίλοι. Από τότε που έμενε στη Στουρνάρη.
- Και πώς είναι να είσαι ψυχίατρος της Αστυνομίας;
- Μια δουλειά είναι. Προσπαθείς να την κάνεις καλά. Όσο γίνεται. Δε γίνεται πάντα.

«Ο φουκαράς ο Τάδε» είπε γελώντας η γυναίκα εκ του ψυχιατρικού ζεύγους «θα βρεθεί σε κάνα χαντάκι καμμιά μέρα». Κοίταξα τον Τάδε κάπως απορημένος. Μου είπε ότι η δουλειά του έχει κάποιους περιορισμούς. Υπηρεσιακούς. Έρχονται διάφοροι για αξιολόγηση. Ειδικά για τα ΜΑΤ, που έχουν πιο πολλά λεφτά. Μερικοί είναι εντελώς ακατάλληλοι. Δεν πάνε για τα λεφτά, πάνε πολύ απλά επειδή τους αρέσει να δέρνουν. Αυτούς τους κόβει. Μετά έρχεται ένα χαρτάκι ή ένα τηλεφώνημα από ψηλά, με εντολή να τους περάσει. Κάνει ό,τι μπορεί για να το αποφύγει αλλά δεν είναι εύκολο. Υπάρχουν ισχυρές πιέσεις, υπάρχουν και άλλοι συνάδελφοι με λιγότερες αναστολές.

Μερικές περιπτώσεις ωστόσο είναι εντελώς παθολογικές. Έχει συναντήσει εν δυνάμει δολοφόνους, ανθρώπους εξαιρετικά επικίνδυνους – και με πολύ ισχυρές διασυνδέσεις, βουλευτές, υπουργούς, το αρχηγείο. Εκεί έχει πατήσει πόδι κι έχει αρνηθεί μέχρι τέλους. Έχει δεχτεί απειλητικά τηλεφωνήματα, στο υπηρεσιακό τηλέφωνο που δεν το ξέρουν παρά οι προϊστάμενοί του. Μια μέρα κάποιοι «άγνωστοι» πυροβόλησαν το σπίτι του. Η διεύθυνσή του είναι κρυφή, μόνο πολύ υψηλά κλιμάκια μπορούν να την ξέρουν.

- Φυσικά μπορεί να ήταν τυχαίο, λέει και ξεσπάει σε γέλια.
- Δεν έγινε έρευνα;
- Ήρθε η Σήμανση. Ό,τι ξέρεις, ξέρω.

Τα κορίτσια επιστρέφουν από την κουζίνα. Το μωρό ρουφάει λαίμαργα το γάλα στην αγκαλιά της μαμάς του. Μετά το βάζει στον ώμο και του χτυπάει απαλά την πλάτη να ρευτεί και το βάζει στο καρότσι. Κάνει να μας αποχαιρετήσει.

- Μπορείς να το πας μόνη σου; ρωτάει η φίλη αγγλικά.
- No problem, απαντάει η μαμά. Σταυροφιλάει τη γιαγιά και τη φίλη, κάνει ένα νεύμα προς τους υπόλοιπους και αποχωρεί. Έξω ο δρόμος είναι ήσυχος, ένα ηλιόλουστο απομεσήμερο Σαββάτου.

- Πάμε κι εμείς σιγά σιγά, πολύ σας κρατήσαμε, λέει ο άρρεν του ψυχιατρικού ζεύγους και ανασηκώνεται.
- Τι θα κάνεις τώρα; ρωτάω σιγανά τη φίλη.
- Πήγε αργά, πρέπει να γυρίσω σπίτι γιατί θα ανησυχεί ο καλός μου.
- Α, μάλιστα...
- Σταθείτε να βγούμε μια φωτογραφία πρώτα, λέει η ψυχίατρος.

Βάζουμε τη γιαγιά στη μέση και στηνόμαστε εκατέρωθεν, με το ζεύγος να εναλλάσσεται σε ρόλο φωτογράφου. Έχουν μια μηχανή από τις παλιές, με φιλμ.

- Μόλις τις εμφανίσω θα βγάλω για όλους, λέει εμφατικά η ψυχίατρος.

Αποχαιρετάμε τη γιαγιά και τον Τάδε που στέκονται στην πόρτα. Σκέφτομαι ότι ηλικιακά (μπορεί και ιδεολογικά) ο τύπος θα μπορούσε να κρυβόταν στο διαμέρισμα της γιαγιάς στη Στουρνάρη πριν τριάντα χρόνια, τις μέρες του Πολυτεχνείου. Αλλά μου φαίνεται άστοχο να ρωτήσω. Βηματίζουμε μέχρι το πεζοδρόμιο της Βασιλίσσης Σοφίας. Απέναντί μας η Πρεσβεία, απρόσιτη, και μια κλούβα ΜΑΤ. Οι τρεις τους πάνε προς την Αλεξάνδρας, εγώ προς το κέντρο.

- Θα σου στείλω τη φωτογραφία, μου φωνάζει η φίλη (φίλη;) φεύγοντας.
- Θα περιμένω, της φωνάζω.

Ψέμματα λέω, δεν περιμένω τίποτα. Ούτε εκείνη θα τη στείλει άλλωστε.

Κοιτάζω το κινητό. Οι φίλοι μου έχουν στείλει μήνυμα ότι θα μαζευτούν σε μια ταβέρνα στην Πλάκα και να μην αργήσω πολύ. Δεν είναι πολύ μακριά, προλαβαίνω.

Αργά αργά κατηφορίζω προς το κέντρο. Η Ηρώδου Αττικού είναι κλειστή από δυο κλούβες κάθετα. Βαριεστημένοι ΜΑΤατζήδες έχουν αποθέσει κράνη και ασπίδες και συζητάνε για ποδόσφαιρο.



Δεν είμαι βουτυρόπαιδο, δεν έιμαι αλανιάρης, Δεν είμαι ντιπ αμόρφωτος, ούτε και κουλτουριάρης / Δεν είμαι βέρος Έλληνας, δεν είμαι Ευρωπαίος, δεν είμαι πανκ, ούτε ροκάς, μα ούτε και Ζαγοραίος


12/2/18

(Εν)δεκαετία

Καράβια στη στεριά, Βενετικό Λιμάνι, Ηράκλειο (Φωτό Ροβυθέ, 2008). Δέκα χρόνια μετά είναι ακόμα εκεί, παραδομένο στη φθορά.

Πριν κάνα χρόνο ξεκίνησα να γράφω αυτό:

Δεν είχα προγραμματίσει να γράψω τίποτα. Οι πιο παρατηρητικοί αναγνώστες ή καλύτερα όλοι οι αναγνώστες (δηλαδή ο Θανάσης, πάνω-κάτω) θα πρόσεξαν ότι έχω να ποστάρω κάτι από το 2015, που για τη μπλογκόσφαιρα ή ό,τι έχει πλέον απομείνει απ’ αυτήν, βρίσκεται κάπου στον ύστερο Μεσαίωνα. Στην πραγματικότητα δεν «έκλεισα» ποτέ τυπικά το ιστολόγιο, απλά έκανα ένα μικρό διάλειμμα, από κείνα που μέρα με τη μέρα μεγαλώνουν βέβαια, κι έχεις μια απροσδιόριστη αίσθηση ότι θα ξαναγυρίσεις κάποτε, αλλά αυτό το κάποτε είναι μια διαρκώς αναβαλλόμενη εκκρεμότητα που διαρκώς σπρώχνεται πίσω από μια λίστα με άλλα πιο επείγοντα πράγματα που διεκδικούν το χρόνο σου ή τη διάθεσή σου ή την αφοσίωσή σου. Κι έτσι πέρασαν μέρες και μήνες κι ένας χρόνος γεμάτος, ώσπου πριν λίγες μέρες συνέβη κάτι.

Το
κάτι αυτό δεν ήταν καθόλου μεγαλοπρεπές ή ασυνήθιστο· συμβαίνει συνεχώς σε πολύ κόσμο: απλώς ξύπνησα στη μέση της νύχτας. Υπό κανονικές συνθήκες, γυρίζεις από την άλλη και ξανακοιμάσαι (εγώ τουλάχιστον αυτό κάνω συνήθως), όμως τη νύχτα εκείνη κάπως έγινε και είχα μια παράξενη αίσθηση déjà vu και δε μου ξανακόλλαγε ύπνος, και θυμήθηκα ένα άλλο απότομο ξύπνημα πριν μερικά χρόνια, στην ίδια πόλη αλλά σε άλλο σπίτι. Κι ύστερα άρχισα να μετράω τα χρόνια που έχουν περάσει έκτοτε και με μια ορισμένη εκπληξη συνειδητοποίησα ότι είναι ακριβώς δέκα.

Δέκα χρόνια δεν τα λες και άπειρα, αλλά από την άλλη οι δεκαετίες των ανθρώπων είναι μετρημένες στα δάχτυλα των χεριών, και σπάνια χρειάζονται για το μέτρημα όλα τα δάχτυλα κιόλας. Κι όπως ο καθένας μας αν κοιτάξει τα δάχτυλά του (άσε που μερικοί κοιτάμε και των αλλωνών αλλά αυτός ο μικρός φετιχισμός τέλος πάντων δεν είναι της παρούσης) βλέπει ότι δεν είναι ίδια και το καθένα έχει μια μοναδικότητα, έτσι και οι δεκαετίες, αφενός είναι όπως είπαμε πεπερασμένες ως προς τον αριθμό, κι από την άλλη έτσι όπως κυλάνε ανεπιστρεπτί, έχουν μια μοναδικότητα: δεν πρόκειται να τις ξαναζήσουμε. Και όχι, δεν είναι ίδιες, ούτε λόγoς.

Κατέφθασα στην Κρήτη για εγκατάσταση πρώτη φορά το Γενάρη του 2007, με μια κάπως καθυστερημένη διάθεση ταξιδιού που με είχε πιάσει εκεί στα 38-39, μάλλον επειδή δεν με είχε πιάσει νωρίτερα· ίσαμε τότε η ζωή μου ήταν μια διαρκής αναβολή διαφόρων πραγμάτων «για ευθετότερο χρόνο» μέχρι που συνειδητοποίησα ότι μετά τα επικείμενα 40 ο χρόνος θα στένευε απελπιστικά ίσως. Θυμάμαι πολύ καλά την εποχή της αναχώρησης, τους φίλους μου που ήρθαν να με βοηθήσουν στο πακετάρισμα και να με κατευοδώσουν, την πρωτοχρονιάτικη γιορτή που κάναμε ανάμεσα σε κούτες με βιβλία, βινύλια και τυλιγμένα πιατικά, τις διαδοχικές αποστολές πραγμάτων πότε στο υπόγειο του πατρικού μου, πότε στην Ικαρία και πότε – αισίως – στην Κρήτη, τον τελευταίο κάπως ανήσυχο ύπνο στο άδειο σπίτι που υπήρξε το πρώτο «δικό μου» σπίτι.

Θυμάμαι να φορτώνω το αμάξι με τα τελευταία μικροπράγματα και να ξεκινάω για το λιμάνι, τη νεαρή ακόμα Μπουμπού που συνταξιδεύαμε και μου μετέδωσε τον αλλεργικό τρόμο που πάντα μου μεταδίδουν οι γάτες (το έχει κάνει μερικές φορές ακόμα έκτοτε), την αφεντικίνα της να μου δείχνει απέναντι μια αραβο-γαλλίδα συνταξιδιώτισσα με την οποία έμελλε να είμαστε συνάδελφοι (και φίλοι) για τα επόμενα τρία χρόνια, την πρώτη φορά (από τις εκατοντάδες, έκτοτε) που έκανα τη διαδρομή Κέντρο-Παραλιακή-Μίνωος-Μασταμπάς που μου φάνηκε γελοιωδώς σύντομη με τα αθηναϊκά μέτρα, κι ένα σωρό ακόμα πρώτες φορές από αυτό που έγινε για χρόνια η καθημερινότητά μου.

Θυμάμαι ακόμα πιο καθαρά τη μέρα που έκανα την αντίστροφη διαδρομή, εικάζοντας (τότε) ότι αυτό θα ήταν το οριστικό τέλος της περιόδου που τώρα πια ονομάζω «Α’ κρητική περίοδος» αλλά τότε απλά και μόνο «κρητική περίοδος», όπως άλλοι λένε Α’ παγκόσμιος πόλεμος, αν και για κάποια χρόνια θα έλεγαν απλώς «ο Πόλεμος» ή «ο Μεγάλος Πόλεμος» χωρίς βέβαια να ξέρουν ότι θα έρθει ένας ακόμα μεγαλύτερος και όχι πολύ αργότερα εν τέλει· κάπως έτσι κι εγώ τώρα διανύω την Β’ κρητική περίοδο κι έχει ο Θεός βέβαια ακόμα, αφού μεσολάβησε ένα μεσοδιάστημα που δεν του έλειψε η ποικιλία, και ολλανδική περίοδο είχε, και πορτογαλική περίοδο, και Β’ Αθηναϊκή περίοδο και διάφορες ικαριακές μικροπεριόδους ενδιάμεσα, τέλος πάντων η δεκαετία που πέρασε δεν ήταν και εντελώς πληκτική γεωγραφικά τουλάχιστον, κι αν σκεφτώ τι προσδοκίες είχα τότε από τη ζωή μου σκέφτομαι ότι από πολλές απόψεις η δεκαετία δεν με απογοήτευσε, αν και σίγουρα με πήγε αλλού από εκεί που φανταζόμουν.


Σήμερα, το συνέχισα αλλάζοντας το τέλος ως εξής:

Όχι πως φανταζόμουν και τίποτα φοβερά συγκεκριμένο δηλαδή, μια αλλαγή ήθελα και ίσως μια μεγαλύτερη ελευθερία (ή καλύτερα μια εκτενέστερη χρήση της ελευθερίας μου) και δεν έχω παράπονο, από αλλαγές άλλο τίποτα, όχι πάντα προς το καλύτερο βέβαια, αν και προς στιγμήν μπορεί να νομίσεις κάτι τέτοιο μέχρι να σε ξυπνήσει απότομα η πραγματικότητα, όχι μόνο η εξωτερική, ξέρετε, κρίση, μνημόνιο, ξαφνικοί πονόδοντοι, οιονεί διαζύγια, τέτοια πράγματα, αλλά και η εσωτερική, η αδυναμία να έχεις τον έλεγχο της ζωής σου ας πούμε, κάποιες κρίσεις πανικού ή σημάδια κατάθλιψης που δεν περίμενες ποτέ ότι θα έχεις, η αίσθηση ότι ο χρόνος περνάει και περνάει ανεπιστρεπτί, ότι του χρόνου όπου να ‘ναι θα κλείσεις την πέμπτη δεκαετία νιώθωντας αυτό που ο φίλος μου ο Α. περιέγραφε ένα κρύο βράδυ σε μια παιδική χαρά στο Άμστερνταμ ως sense of underachievement κι εγώ τότε κουνούσα το κεφάλι δήθεν όλο κατανόηση κι από μέσα μου έλεγα περίπου «τι λέει ο μαλάκας» (συγγνώμη αναδρομικώς αγαπητέ...).

Πριν ένα χρόνο θα τέλειωνα το κείμενο περίπου λέγοντας ότι παρόλα αυτά ποτέ δεν είναι αργά για να ξεκινήσεις την υπόλοιπη ζωή σου, να υλοποιήσεις κάποια από τα παλιά σου σχέδια που πάντα ανέβαλλες για ευθετότερο χρόνο γιατί ο μόνος χρόνος που υπάρχει είναι το τώρα και τα υπόλοιπα όλα δεν είναι παρά αναμνήσεις ή προσδοκίες, κι ότι τέλος πάντων δεν πάθαμε ακόμα και τίποτα ανεπίστρεπτο, οι δικοί μου άνθρωποι ζουν και βασιλεύουν κι ακόμα διηγούνται ιστορίες, τα καράβια μου δεν έχουν πέσει έξω, υπάρχουν άνθρωποι που μ’ αγαπούν και με εμπιστεύονται και περιμένουν από μένα πράγματα, δυνητικοί μαθητές που θα διδάξω και δικτυακοί αναγνώστες που θα υποστούν αδιαμαρτύρητα τη φλυαρία μου, οπότε εμπρός λοιπόν γενναίοι μου, πάμε να κατακτήσουμε τις υπόλοιπες μέρες μας και να τις κάνουμε όμορφες και δημιουργικές, άλλωστε τις πιο όμορφες μέρες μας δεν τις έχουμε ζήσει ακόμα που έλεγε κι εκείνος ο τύπος.

Τώρα όμως θα είμαι αναγκαστικά λίγο πιο μετρημένος, καθότι ο χρόνος που πέρασε ήταν αρκετός για να συμβούν και μερικά ανεπίστρεπτα, ένας-δυο-τρεις θάνατοι οριστικοί και αμετάκλητοι, οι ιστορίες τέλος πια, δεν έχει άλλες, και τα καράβια δεν βούλιαξαν ακριβώς αλλά κάπως απεσύρθη η θάλασσα και βρέθηκαν βραχωμένα στα ρηχά να σκουριάζουν παρόλα τα υπομνήματα και τις διαμαρτυρίες, κι οι μαθητές δεν ήθελαν ακριβώς να μάθουν, καλούς βαθμούς ήθελαν κατά βάση, κι οι αναγνώστες κουράζονται από την πολυλογία γιατί η οθόνη του σμάρτφον δε βολεύει για εκτεταμένα κείμενα, και καπάκι σου μπαίνουν ιδέες ότι τις επερχόμενες μέρες σου θα ασχολείσαι με τίποτα σατραπείες και τέτοια, αυτά τα πράγματα που δεν τα θέλεις, άλλα ποθεί η ψυχή σου, για άλλα κλαίει, όσο για αυτό που θέλω να σου πω το πιο όμορφο από όλα έχει κολλήσει στο στόμα και δε βγαίνει καθώς πλησιάζει το ορόσημο του μισού αιώνος, έντεκα χρόνια πατημένα από τη μέρα που ήρθα στην Κρήτη, δέκα χρόνια και κάτι μέρες από τότε που πρωτοέγραψα στο ιστολόγιο.

Παρόλα αυτά ποτέ δεν είναι αργά για να ξεκινήσεις την υπόλοιπη ζωή σου, λίγο πιο προσεκτικά βέβαια, καλύτερα να ξαναπιάσεις εκείνη τη δίαιτα και να κόψεις επιτέλους το τσιγάρο που βλακωδώς ξανάρχισες και να παίρνεις τα χάπια για την πίεση και να μετράς το ζάχαρο καλού-κακού, α ναι, και το κολλύριο μην αμελείς και την πάθεις σαν το πατέρα σου που στα βαθιά γεράματα δεν έβλεπε και δεν άκουγε (αυτό ήδη το έχουμε παιδιόθεν), λοιπόν ποτέ δεν είναι αργά με την ευρεία έννοια, αλλά με τη στενή είναι κάπως αργά τη νύχτα τώρα κι αισθάνεσαι μια κούραση και μια νύστα, οπότε εμπρός γενναίοι μου, πάμε τώρα για νάνι κι αύριο είναι μια άλλη μέρα που έλεγε κι εκείνη η βλαμμένη αντιπαθέστατη τύπισσα, αύριο είναι ατυχώς Δευτέρα οπότε απόψε κοιμηθείτε ήσυχα και βαθιά και ατάραχα χωρίς να σας συμβεί κάτι, και μὴ οὖν μεριμνήσητε εἰς τὴν αὔριον.

Ἡ γὰρ αὔριον μεριμνήσει τὰ ἑαυτῆς. Δηλαδή έτσι ελπίζω.


Σ.Σ. Το κειμενάκι ξεκίνησε να γράφεται υπό εντελώς άλλες συνθήκες από αυτές στις οποίες εν τέλει ολοκληρώθηκε, όπως πολλά άλλα πράγματα στη ζωή μας βέβαια που αλλιώς τα ξεκινάς κι αλλιώς καταλήγουν. Εκείνος ο τύπος: ο Ναζίμ Χικμέτ. Σατραπείες και τέτοια [...] για άλλα κλαίει: βλ. Κ.Π. Καβάφης «Η Σατραπεία». Εκείνη η βλαμμένη αντιπαθέστατη τύπισσα: η Σκάρλετ Ο’ Χάρα στο «Όσα παίρνει ο άνεμος». Μὴ οὖν μεριμνήσητε εἰς τὴν αὔριον, ἡ γὰρ αὔριον μεριμνήσει τὰ ἑαυτῆς• ἀρκετὸν τῇ ἡμέρᾳ ἡ κακία αὐτῆς (Ματθ. 6, 34). Δεν είμαι βέβαιος πώς μπορεί να αποδοθεί το sense of underachievement χωρίς να ακούγεται πολύ εξεζητημένο· ίσως η έκφραση «περνάει κάτω από τον πήχη» να είναι αρκετά αντιπροσωπευτική.

Από τότε που ξεκίνησα να γράφω το κείμενο ως σήμερα, έχω αναρτήσει μερικά πράγματα ακόμα. Αυτό βέβαια δεν αναιρεί την παρακμή των ιστολογίων, περιλαμβανομένου και του παρόντος. Αλλά πάλι ποτέ δεν ξέρεις.


31/12/17

Απολογισμός 2017

Ψήσιμο φοινικιών: επί το έργον. Δεύτερη δόση, ενόψει Πρωτοχρονιάς.

Από ορισμένες απόψεις, η χρονιά που πέρασε δεν ήταν «καλή». Μας πήρε τον ένα γονιό στην αρχή, μετά από λίγους μήνες και τον άλλο. Αν μου έλεγαν άλλοτε ότι θα είχα την ευκαιρία να κάνω δυο πολυήμερα ταξίδια στην Ικαρία, Μάρτιο και Νοέμβριο, θα πέταγα τη σκούφια μου. Όχι όμως απαραίτητα αυτά τα συγκεκριμένα ταξίδια, με προορισμό την εκκλησία της Παναγίας στην πατρογονική Ακαμάτρα και το νεκροταφείο της Υπαπαντής. Δεν ήταν οι μόνοι θάνατοι που πόνεσαν· στο κάτω κάτω οι γονείς μου έφυγαν μετά από γεμάτες ζωές, πλήρεις ημερών που λένε. Άλλοι έφυγαν άκαιρα, άξαφνα, χωρίς προειδοποίηση. Κι όχι μόνο οι άνθρωποι.

Ο χρόνος που πέρασε δεν χαρίστηκε ούτε στις προσδοκίες μας· ματαίωσε – οριστικά μάλλον – φιλοδοξίες κάμποσων χρόνων, διέψευσε ελπίδες και ενταφίασε σχέδια καταστρωμένα με πολύ κόπο, ακύρωσε πολυαναμενόμενες επιστροφές (η ιστορία τη δεύτερη φορά επαναλαμβάνεται σαν φάρσα, όπως δεν είπε ακριβώς ο Μαρξ στη 18η Μπρυμαίρ, αλλά περίπου έχει καθιερωθεί να λέγεται). Ο χρόνος κύλησε με τη συνήθη απάθεια με την οποία διαστέλλεται το σύμπαν, με την αδιαφορία με την οποία περιστρέφονται οι πλανήτες αγνοώντας ολοσχερώς μάλλον τις υπάρξεις των όντων που κουβαλάνε.

Καθώς μπαίνουμε στην τελευταία μέρα του, αυτή την ώρα του απολογισμού, ξαναφέρνω στο μυαλό μου τις όχι ευκαταφρόνητες απώλειες (όχι μόνο των ανθρώπων, είπαμε) και τις ζυγίζω δίπλα στα λιγοστά αποκτήματα της χρονιάς: μια δυο καλούτσικες ιστορίες, μισογραμμένες και μισοπαρατημένες βέβαια όπως πάντα, η εμπειρία της διδασκαλίας στο αμφιθέατρο, η εφήμερη ικανοποίηση της αποδοχής (με minor revisions) που θέλουν οι επιστήμονες για τις δημοσιεύσεις τους και οι άνθρωποι για τα πεπραγμένα τους, κι ας μην το ονομάζουν πάντα έτσι. Κι ακόμα, στιγμές: όμορφες μουσικές αργά το βράδυ, ένα αναπάντεχο τηλεφώνημα, ο ήλιος να πέφτει το απόγευμα στο Φλες, το παιδί των φίλων που έκλεισε τα δύο και σου κάνει «ματάκια» και σου χαμογελάει, η ερώτηση που βρήκε το στόχο, η σιωπή που απέφυγε να τα κάνει όλα θρύψαλα.

Και για κάποιο λόγο παράξενο, η ζυγαριά δεν γέρνει προς τη μεριά της απώλειας (της κάθε τύπου απώλειας). Η ζυγαριά ισορροπεί στο κέντρο, σαν το χαμόγελο ενός (ξένου) παιδιού να μπορεί με κάποιο τρόπο να αντισταθμίσει τους θανάτους· όχι τους φυσικούς θανάτους (που κάποτε, με κάποιο τρόπο θα συνέβαιναν, κι είναι καλύτερο μάλλον που συνέβησαν έτσι και όχι αλλιώς), αλλά τους άλλους θανάτους, των ονείρων και των ελπίδων και των επιστροφών και των φιλοδοξιών, κι όλων εκείνων των παράλογων και μάταιων πραγμάτων που από τη μια μας δεσμεύουν και κατευθύνουν τις επιλογές μας κι από την άλλη κάνουν τη ζωή μας ένα πράγμα λιγότερο άχαρο και αβίωτο, ώρες ώρες σχεδόν όμορφο και άξιο να βιωθεί μέχρι την τελευταία σταγόνα.

Και για κάποιο λόγο παράξενο, έχω την αίσθηση ότι ακόμα και η απώλεια των γονιών δεν μας έχει αφήσει στ’ αλήθεια ορφανούς· ίσως γιατί οι συγκεκριμένοι άνθρωποι κατέλιπαν ικανή περιουσία - και δε μιλάω βέβαια ούτε για τα λίγα τους χρήματα που εξαερώθηκαν στα νοσοκομεία και στις κυρίες που τους φρόντιζαν στο τέλος, ούτε για τα σπίτια τα παραδομένα στη φθορά και τις πεντέξι ελιές που φύτεψαν κάποτε και που κάπου στην άγνωστη μικρογεωγραφία της Ικαρίας θα βρίσκονται ίσως ακόμα. Μιλάω για τον πλούτο που αποθησαυρίσαμε ως δέκτες της αγάπης και της φροντίδας τους όλα αυτά τα χρόνια, για τις ιστορίες που ειπώθηκαν και ξαναειπώθηκαν γύρω από το κυριακάτικο τραπέζι, για την ιεράρχηση του τι είναι σημαντικό και τι όχι, τι μένει στον αιώνα και τι εκπίπτει, τι είναι απαραίτητο και τι περιττό.

Ζυγίζω τις στιγμές της χρονιάς που πέρασε κι αναρωτιέμαι αν έγιναν όλα όπως έπρεπε κι αν κάτι άλλο μπορούσε να είχε γίνει (πολλά βέβαια, η αβελτηρία πάντα ήταν πιστή σύντροφος, αλλά και πάλι αυτά που έγιναν δεν ήταν και για πέταμα). Σκέφτομαι τη χρονιά που έρχεται, σε ό,τι με αφορά τη σημαδιακή χρονιά του μισού αιώνα. Σκέφτομαι πως εδώ και καιρό ξέρω πως είναι καλύτερα να ταξιδεύεις ελαφρύς· χωρίς το φόρτο των αδικαίωτων επιδιώξεων που γίνονται αργότερα ασήκωτα απωθημένα. Σκέφτομαι πως έλεγα πάντοτε πως στον άλλο μισό αιώνα θα μπορέσω κάπως να αράξω: θα κόψω συμβολικά τα παρωχημένα μαλλιά μου πριν γίνω εντελώς αστείος καραφλογιεγιές και θα περνάω ήσυχα τις μέρες μου κοντά στη θάλασσα παρατηρώντας τα παιδιά μου να μεγαλώνουν (πώς το έλεγε ο Αναγνωστάκης στο Υ.Γ.; «Το ιδανικό κάθε επανάστασης: το μέτριο, ήσυχο, ειρηνικό παρόν, το ανέφελο μέλλον.»).

Όμως φαίνεται πως δεν είναι η ώρα ακόμα· τώρα η ζυγαριά ισορροπεί στο κέντρο και το ταξίδι συνεχίζεται. Καθώς ετοιμάζομαι να ψήσω τα φοινίκια που επιτακτικά μου ζητάνε οι φίλοι μου (τη συνταγή για τα οποία η μάνα μου δεν κατέγραψε ποτέ και χρειάστηκε να την επανεφεύρω κάποια στιγμή όπως πολλά άλλα πράγματα), σκέφτομαι τις αποσκευές μου γι’ αυτό το ταξίδι. Σκέφτομαι ότι θα αφήσω πίσω όσα η χρονιά κατέστρεψε (Χοῦς εἶ καί εἰς χοῦν ἀπελεύσει) και θα κρατήσω την αόρατη αλλά ανεκτίμητη κληρονομιά που μου έλαχε, καθώς και τα λίγα πράγματα αξίας που κατάφερα να μαζέψω αυτά τα πενήντα χρόνια.

Τη συνταγή για τα φοινίκια ας πούμε. Τις μισοτελειωμένες ιστορίες.

Και τους φίλους, κι αυτούς θα τους πάρω μαζί.

Ευτυχές και στο χέρι μας το νέο έτος, παιδιά.


6/8/17

Καρδιά μου, χάρου, γλέντιζε (του κα-Γληόρη ξανά)


Μια εκτέλεση της «Αμπελοκουτσούρας» με ορισμένους στίχους του Γληόρη, από το δίσκο «Ικαρία Μέθεξις» σε καλλιτεχνική επιμέλεια του Alexander Spitzing.


[...] Στο Κεραμέ του Ευδήλου ήταν ένας μεγάλος τσουπάνης, ο Γέρο-Κατσιμέτης. Είχε χιλιοκόπαδο. Ο γιος του, ο Γληόρης, ήταν καλός άνθρωπος, καλή καρδιά, αλλά εν κατάφερνεν, όχι πια να ‘βγατέψει το κοπάδιν του κιουρού του, μα το λιγόστεψεν κιόλας. Ήτανε ούλλον ξενοιασά και γλέντι. Όπου δυο κι αυτός τρεις, στο σιγοπότιν και στο γλέντι. Ο Γληόρης ήβαλλεν τον μεζέν, ένα κατσίκιν ολόκληρο. Μιαν μέρα πήρεν έναν κατσίκι, σφαένον, κι ηπήε στου συμπεθέρου του, να το πηδαυλίσουν. Ο συμπέθερος είχεν το κρασί. Σε μια στιγμή ο Γληόρης, καρφώνει ένα παρσάδιν κρες, και ‘ίνει το του συμπεθέρου, και του λέει «Φάε και μεζέ, που ήθελες κι απαντησώνα». Κι ο συμπέθερος με τη σειράν του: «Πιες κρασί, το βλοημένον, που ‘θελες ξαπολυσώνα. Μα α’ δεν είχαμεν απαντησώνα, κι είχαμεν, κατά του λόου σου, ξαπολυσώνα, πώς θα πίναμεν κρασί».

Ο Γληόρης βρήκεν την ευκαιρία, με τον μεζέν, να θυμίσει στο συμπέθερον, πως, για να βρίσκεται πάντα μεζές, χρειάζεται να βόσκουν ξαπολυσώνας τα κατσίκια. Αλλά κι ο συμπέθερος του ‘ωκεν να καταλάει, πως για να ‘χομεν μπόλικον κρασί, πρέπει να ‘χομεν κι απαντησώνα, για να γίνουν τ’ αμπέλια. «Η φιλία, φιλία, το νιντερέσο, νιντερέσο». ‘Εν ηκακοκαρδίσασιν. Το γλέντι και το πιοτίν κρατούσεν ως το τέλος. Άκακος ο Γληόρης, ‘εν κρατούσεν μάνιτα του συμπέθερου. Καλός κι ο συμπέθερος, τον καλοέχτηκε κι ας είχανε, άλλωτες, λογοφέρει απά στον απαντησώνα.

Απά στο κέφιν του ο Γληόρης, σκα’ κι ένα τραούδιν του συμπέθερου:

Κακήν καρδιά ‘χα σήμερα,
μα, παλ’ ηπέρασέ μου
που είδα τον συμπέθερο
κι ηχαμογέλασέν μου.

Καρδιά μου χάρου, γλέντιζε
και ‘α ποθάνεις μέλλεις,
στον Άην θε να κατεείς,
θέλοντας και ‘ην θέλεις.

Του Γληόρη του ‘μεινεν έναν κοπάδιν κατσίκια, από διακόσια κεφάλια. Μήτε το πλήθαινεν, μήτε και το λιγόστευγεν. Ούλλον το διάφορον το ‘τρωεν. Ήτανε ένας τροβαδούρος του βουνού. Σκάρωνε και τραούδια στο μενούτο, για κάθε περίπτωση.

Μια βολάν ηπήρεν δυο ριφάκια, να τα φα με τους φίλους του. Αποϋρίστηκεν σπίτι, στουπί στο μεθύσι. Ο κύρης τον μάλλωσε «Βρε αχαήρευτε. Έτσεά ‘α ‘σαι, πάντα σου, κακομοιριασμένος. Σφίξου, βρε παιΐν μου, να ‘βγατίσεις και λιάκιν το κοπάδιν σου.» Η απάντηση του Γρηγόρη.

Όρσ’ αλαπάντα το ‘ριξε
Γληόρης το κοπάδι
Να το πληθύνει ‘εν μπορεί
μ' ούτε να το ξεκάμει.

(Αλέξη Ι. Πουλιανού, Λαογραφικά Ικαρίας, τόμος Β’ σελ. 296-297, Αθήνα 1976)


χιλιοκόπαδο: κοπάδι με χίλια κεφάλια, του κιουρού: του κύρη, του πατέρα. σφαένο: σφαγμένο. πηδαυλίζω: (μτφ.) τρώγω (κατά κανόνα κρέας κατσικίσιο με παρέα) - κυριολεκτικά σημαίνει να παίζεις το πηδαύλι (φλογέρα). παρσάδι: ένα κομμάτι κρέας που κόψανε απαντησώνας: η απαγόρευση της βοσκής σε συγκεκριμένο μέρος, ξαπολυσώνας: το αμόλημα των κατσικιών να βόσκουν, χωρίς τσοπάνη, νιντερέσο: νιτερέσο, συμφέρον, μάνιτα (ή μάνητα): μνησικακία, θυμός, χάρου: προστακτική του «χαίρω», να χαίρεσαι, στον Άην: στον Άδη, διάφορο: κέρδος, στο μενούτο: στο λεπτό, αμέσως, βολά: φορά, ριφάκια: ερίφια, κατσικάκια, απο(γ)υρίστηκε: γύρισε εν τέλει, έτσεά: έτσι δα, όρσ’ αλαπάντα: ορτσα-λα-μπάντα: (ναυτ.) κυριολεκτικά γύρισμα του σκάφους πάνω στον καιρό (ιστιοπλοϊκό «tack») και μεταφορικά «ίσα βάρκα, ίσα νερά».


Σ.Σ. Για το Γληοράκι ή καλύτερα τον «κα-Γληγόρη» Μαυρογιώργη (το Κατσιμέτης είναι το παρατσούκλι του συγκεκριμένου κλάδου της οικογένειας), αδελφό της προγιαγιάς μου της Καλής, έχουμε ξαναμιλήσει πριν πολλά χρόνια. Σκαλίζοντας το βιβλίο του Αλέξη Πουλιανού αυτές τις μέρες που ξαναβρέθηα στο πατρικό μου, έπεσα πάνω στην ιστοριούλα αυτή που τη μεταφέρω μονοτονίζοντας και πειράζοντας λίγο μόνο την ορθογραφία που επιλέγει ο Πουλιανός (ειδικά στα τελικά σύμφωνα) ώστε να είναι πιο εύληπτο το κείμενο στον αναγνώστη, χωρίς να χάνονται τελείως τα ακούσματα της ντοπιολαλιάς (βέβαια δεν το κάνω με καμιά ιδιαίτερη συνέπεια, οπότε μπορεί να υπάρχουν και λάθη). Πρόσθεσα ένα αυτοσχέδιο γλωσσάρι, εξ' ημισείας του Πουλιανού και δικό μου, για το ακροατήριο που δεν ακούει καριώτικα από τα γεννοφάσκια του, αν και φαντάζομαι ότι με μικρή μόνο προσπάθεια όλοι αντιλαμβάνονται τις εξαλείψεις, ειδικά των συμφώνων (Γλη(γ)όρης, Ά(δ)ης, παι(δ)ΐν, λι(γ)άκιν), που συνήθιζαν οι παλιότεροι.

20/5/17

Ενύπνιο


Σε είδα στον ύπνο μου το απόγευμα. Καθόσουν στην πολυθρόνα του σαλονιού, εκεί που έβλεπες τηλεόραση συνήθως. Κρατούσες ένα σμάρτφον και τηλεφωνούσες. Σκέφτηκα ότι όταν ακόμα ζούσες, με πολλή δυσκολία μπορούσες να χειριστείς ένα παλιο κινητό με τεράστια πλήκτρα, και κάποια στιγμή το πέταξες γιατί δεν έβλεπες πια. Τώρα τα δάχτυλα έτρεχαν πάνω στο σμαρτφον όπως των πιτσιρικάδων. Μουρμούρισες ότι κανείς δεν απαντάει.

«Άστο, μπαμπά», είπα, και στο πήρα από τα χέρια. Είδα το πράσινο τηλεφωνάκι στην οθόνη· η γραμμή ήταν ανοιχτή. Το έφερα στο αυτί και είπα «εμπρός». Άκουσα τη φωνή μιας μακρινής ξαδέλφης. «Άχου, Βασιλάκη, έτσι όπως μιλούσες για μια στιγμή νόμισα πως ήταν ο συχωρεμένος ο πατέρας σου». Το έκλεισα μην τυχόν και καταλάβεις τίποτα.

Κάποιος χτύπησε την πόρτα με το χέρι. Πήγα να ανοίξω. Ήταν ένας κυριούλης με φαλάκρα και γιαλιά, με στολή αποκλειστικού νοσοκόμου. «Ήρθα για το μπαμπά» είπε. Μπήκε μέσα και σε χαιρέτησε με ένα νεύμα. Σηκώθηκες, χωρίς βοήθεια. Περπατούσες κανονικά, στητός. Έμοιαζες πιο νέος από την τελευταία φορά που σε είδα.

- Μπαμπά, δε μένεις μέχρι αύριο που θα δούμε τον Ολυμπιακό;
- Δε μπορώ, παιδί μου
, είπες, και θυμήθηκα ότι αυτές ήταν οι τελευταίες κουβέντες που είχα ακούσει από το στόμα σου όσο ζούσες.

Η πόρτα έκλεισε· έτρεξα να την ανοίξω.

Δεν ήταν κανείς.

20/4/17

Λαμπροδευτέρα με φρικασέ

Οδική σήμανση προς Ποταμό, με μια δόση υπερβολής. (Φωτό Ροβυθέ, Αύγουστος 2010).

Για κάποιους λόγους χρειάστηκε φέτος να διακόψω το σερί κι έτσι μετά από 33 συνεχή χρόνια έκανα Πάσχα στην Αθήνα. Από αυτά τα 33 Πάσχα, με εξαίρεση ένα που ήμουν νεοσύλλεκτος στο στρατό, όλα τα υπόλοιπα τα είχα κάνει στην Ικαρία. Κατά τεκμήριο «οικογενειακά», αλλά όχι πάντα, καθώς υπήρχαν χρονιές που οι γονείς και τα αδέλφια μου (ή κάποια από τα αδέλφια) δεν πήγαιναν στο νησί, ωστόσο ο Βενιαμίν (ή εν προκειμένω ο Βασιλάκης) έβρισκε τον τρόπο ή την αφορμή να πάει.

Μια τέτοια χρονιά ήταν και το 1987, αν θυμάμαι καλά (βέβαια δοθείσης και της τριακονταετίας που μεσολάβησε δεν είναι και σίγουρο ότι θυμάμαι καλά). Στην ηλικία των δεκαεννέα άρτι συμπληρωμένων τότε, δευτεροετής φοιτητής, σκεφτόμουν ότι το ταξίδι είναι μεγαλύτερη ανταμοιβή από τον προορισμό, και είχα ήδη δοκιμάσει τις δυνάμεις μου σε μοναχικές (δηλαδή άνευ οικογενείας) εξορμήσεις στην Ικαρία τα προηγούμενα και προ-προηγούμενα Χριστούγεννα, άρα σε σαφώς πιο αντίξοες συνθήκες από ό,τι το αναλογικά πιο ήπιο (μετεωρολογικώς τουλάχιστον) Πάσχα. Ο τόπος φάνταζε φιλικός και οικείος στην ανοιξιάτικη εκδοχή του, το σπίτι πιο ανθρωπινό (καίτοι εν πολλοίς οικοδομή ακόμα), χώρια η ακλόνητη πίστη στην καλωσύνη των ξένων ή τέλος πάντων του ευρύτερου σογιού και ειδικότερα μιας πρώτης ξαδέλφης που έμενε δίπλα η οποία θα εξασφάλιζε το κατσικάκι ημών το επιούσιον όταν με το καλό έφτανε η Ανάσταση.

Θυμάμαι αμυδρά να ταξιδεύω Μεγάλη Τετάρτη σε ένα κατάφορτο πλοίο (αλλά αυτή η ανάμνηση μπορεί και να έχει ανακατευτεί με τριανταμία παρεμφερείς αναμνήσεις πριν και μετά, οπωσδήποτε...) και στο ίδιο πλοίο να ταξιδεύουν φίλοι και γνωστοί. Δεν θυμάμαι πια με λεπτομέρειες πώς ακριβώς πέρναγαν οι μέρες, αλλά ανακαλώ κάτι γουρούνες (Σ.Σ. βαρελότα...) που σκάγαμε με τον κολλητό μου το Χρήστο στην πλατεία του Ευδήλου, που τα χρόνια εκείνα ήταν ακόμα κάπως σκοτεινή και ερημική, με λιγότερα μαγαζιά και χωρίς τη μεταγενέστερη πλακόστρωση. Αδυνατώ να θυμηθώ πού έφαγα το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου ή την Κυριακή του Πάσχα (ίσως στην ξαδέλφη, ίσως σε κάποιο από τα αδέλφια της μάνας μου), θυμάμαι όμως την πρόσκληση από τη Μοσχούλα, τη μητέρα του Χρήστου να πάω τη Δευτέρα σπίτι τους για φρικασέ.

Δεν ήμουν απολύτως βέβαιος τι αφορούσε η πρόσκληση, καθότι η λέξη (και η έννοια) «φρικασέ» ήταν ψιλοάγνωστη στο δικό μας σπίτι, αλλά ο έτερος κολλητός, ο Νίκος, μου διευκρίνισε ότι φρικασέ ήταν φαγητό με κρέας (μάλλον αρνί) και μαρούλι (ή τέλοσπάντων χορταρικά) και αυγολέμονο – ένας εύληπτος τρόπος να πάνε κάτω τα υπόλοιπα του πασχαλινού αμνού. Έτσι κι αλλιώς περνούσα τη μισή μέρα στο σπίτι του ενός ή του άλλου κολλητού (δίπλα-δίπλα ήτανε), δεν έβλαφτε να κάτσω και για το γεύμα. Δέχτηκα λοιπόν με χαρά.

Δευτέρα του Πάσχα, νωρίς νωρίς (δηλαδή κατά τις έντεκα) πέρασα από το σπίτι του Νίκου πρώτα, για καφέ και επισκόπηση της κατάστασης. Ύστερα από λίγο κατέφθασε ο Χρήστος από δίπλα. Ρώτησα με ειλικρινές ενδιαφέρον τι γίνεται με το φρικασέ. Μου εξήγησε ότι είναι νωρίς ακόμα για φρικασέ, πρώτα να πάμε μια βόλτα να χαρούμε την άνοιξη. Αυτή η μανία μερικών ανθρώπων με την άνοιξη μου είναι διαχρονικά ακατανόητη· μάλλον φταίει η επίσης διαχρονική αλλεργία που έχω σε διάφορες γύρεις. Δυστυχώς δεν συμμερίζονται τις απόψεις μου παρά ελάχιστοι άνθρωποι, και οι περισσότεροι πιστεύουν ότι το απόλυτο must είναι να βγαίνεις βόλτα στα λουλούδια. Εγώ δεν έχω πρόβλημα να βγαίνω βόλτα στα μουσκεμένα φθινοπωρινά σοκάκια π.χ., ή έστω στα χιονισμένα χειμωνιάτικα βουνά, ή στις καλοκαιρινές παραλίες, αλλά αυτό με τα ανοιξιάτικα λιβάδια είναι από εκείνα που αποτελούν παραξενιές μερικών όπως η λατρεία στην πικρή σοκολάτα ή η ανοχή στο κόλιαντρο. Δεν το κατανοείς, αλλά το υφίστασαι, για κοινωνικούς κυρίως λόγους.

Ευτυχώς και ο Νίκος έδειξε ελάχιστο ενθουσιασμό για την ιδέα. Την εποχή εκείνη είχε μια κριτική διάθεση απέναντι στα πάντα (και κυρίως στον κινηματογράφο: είχε μια τεράστια συλλογή από τεύχη του περιοδικού «Σύγχρονος Κινηματογράφος» που μπροστά της η δική μου συλλογή από «Αντί» και «Σχολιαστή» παραήταν χλωμή). Είχε επίσης ειδικά εκείνη τη χρονιά μερικά παραπανίσια κιλά. Τέλος, είχε φέρει μαζί του μόνο δερμάτινα παπούτσια με τακούνια· τίποτα σε αθλητικό ή τέλος πάντων κατάλληλο για περπάτημα στα λιβάδια. Ατυχώς ο Χρήστος που καταγόταν από γενιά φημισμένων πεζοπόρων που ξύπναγαν χαράματα οικογενειακώς για να πάρουν τα βουνά και τα λάγκάδια δεν συμμεριζόταν τις αντιρρήσεις μας. Επίσης δεν ενδιαφερόταν και τόσο για τις συζητήσεις μας που αφορούσαν κάτι ανάμεσα σε Φράνσις Φορντ Κόππολα, Ράινερ Βέρντερ Φασμπίντερ και ξερό ψωμί. Με φωνές και χειρονομίες μας ξεσήκωσε από τις καρέκλες, μάζεψε και τα τρία μικρότερα ξαδελφάκια του (ηλικίας Δημοτικού-Γυμνασίου τότε) που άκουγαν στο κάπως αστείο συλλογικό προσωνύμιο «τα τρία κουβαράκια», ζώστηκε και τη φωτογραφική μηχανή του και έδωσε οδηγίες – παύλα – κατευθύνσεις:

- Θα πάμε στον Ταξιάρχη, στον Ποταμό. Αυτή την εποχή έχει και νερό.

Ανεβήκαμε μέχρι τον πάνω δρόμο και αρχίσαμε να βαδίζουμε προς τα Δεκάκια, μπροστά ο Χρήστος καμαρωτός με την κάμερα, πιο πίσω σε φάλαγγα καθ’ ύψος τα τρία αδελφάκια, ακόμα πιο πίσω εγώ με το Νίκο βραδυπορώντας χαρακτηριστικά (βοηθούντων και των άβολων παπούτσιών του Νίκου) και συζητώντας για το ενδεχόμενο να κάνει ο Κόππολα τρίτη συνέχεια στο Νονό (Σ.Σ. έκανε, εν τέλει) και το αν η απώλεια του Τρυφώ σήμαινε το οριστικό τέλος της εποχής της νουβέλ-βαγκ. Πού και πού κάναμε στάση (δηλαδή οι μπροστινοί έκαναν στάση για να περιμένουν εμάς) και τραβάγαμε καμιά φωτογραφία.

Κάποτε φτάσαμε στο Κεραμέ, αλλά αντί να ακολουθήσουμε την όχθη του Ποταμού προς τη θάλασσα, ο Χρήστος μας οδήγησε ανάποδα, «προς τις πηγές» όπου ήταν βέβαιος ότι υπάρχουν καταρράκτες. Εμείς οι κινηματογραφόφιλοι εκφράσαμε κάποιες χλιαρές αντιρρήσεις, ο Νίκος σκεπτόμενος μάλλον τα παπούτσια του που αν δε βόλευαν μία φορά στο μονοπάτι, δε θα βόλευαν δέκα στα κατσάβραχα, εγώ πάλι σκεπτόμενος μάλλον το φρικασέ. Ωστόσο ο Χρήστος έπεισε με ευκολία τα ξαδελφάκια να τον ακολουθήσουν και θέλοντας και μη πήγαμε κι εμείς ξωπίσω. Δεν είμασταν μόνοι, διάφοροι χαρούμενοι εκδρομείς ανεβοκατέβαιναν το μονοπάτι, άλλος μαζεύοντας χόρτα, άλλος αγριολούλουδα, άλλος ψάχνοντας για άγρια σπαράγγια, άλλοι έχοντας βγει όπως κι εμείς βόλτα.

Η περιοχή δεν ήταν εντελώς ακατοίκητη άλλωστε, κάποιοι είχαν εκεί μετόχια, όπως καλή ώρα ο κυρ Αναστάσης ο Ξηρός, γνωστότερος ως Κολοκάσης (παρατσούκλι που του βγήκε από τα κολοκάσια που φύτρωναν άφθονα στον Ποταμό), ο οποίος εμφανίστηκε κάποια στιγμή πάνω στο γαϊδούρι του. Τον χαιρετήσαμε και ρωτήσαμε αν είναι κανένας καταρράκτης πιο πάνω. Ο γέρος απάντησε ότι ναι, είναι ο Ταξιάρχης πιο πάνω. Θυμήθηκα ότι ήταν θεόκουφος και επανέλαβα την ερώτηση δυνατά και καθαρά· εκείνος ξαναέδειξε προς την εκκλησία. Δεν ήταν βέβαιο ότι άκουσε, αλλά δεν επιμείναμε.

Περάσαμε τον Ταξιάρχη και συνεχίσαμε για λίγο ακόμα προς τα πάνω. Μέχρι τότε το ποτάμι ήταν ένα απλό ρεματάκι, με βάθος δέκα-είκοσι πόντους και πλάτος λιγότερο από δυο μέτρα στο φαρδύτερο, ίσαμε πενήντα πόντους στο στενότερο σημείο. Άξαφνα όμως βρεθήκαμε σε ένα σκιερό μέρος, όπου ανάμεσα στα δέντρα έβλεπες καθαρά μια λιμνούλα, ίσως τρία μέτρα πλάτος, μέσα στην οποία χυνόταν το νερό από ένα ύψος μισό-ένα μέτρο, και άφριζε πέφτοντας. Ένας πεσμένος κορμός ένωνε τις δυο όχθες τρία-τέσσερα μέτρα πιο δω, φτιάχνοντας ένα αυτοσχέδιο γεφυράκι δίπλα στη λιμνούλα.

- Δε σας το ‘πα; Σας το ‘πα ότι έχει καταρράκτες! ακούστηκε θριαμβευτική η φωνή του Χρήστου.
- Ε, δεν το λες και Νιαγάρα, είπε σαφώς λιγότερο ενθουσιωδώς ο Νίκος.

Αν και η αντίληψή μου έτεινε κατά βάση να συμφωνήσει με το Νίκο, ενόψει του ενδεχομένου να μείνει ανικανοποίητος ο Χρήστος και να μας τρέχει ακόμα πιο πάνω να βρούμε άλλον καταρράκτη καλύτερης ποιότητας σε κάνα κορφοβούνι, έσπευσα να συμμεριστώ τον ενθουσιασμό του. Τα μικρά πρέπει να είχαν μια κάπως θολή εικόνα του πώς πρέπει να είναι να ένας καταρράκτης οπότε δεν τα ρωτήσαμε τη γνώμη τους, έφτανε η γνώμη όσων είχαν απολυτήριο Λυκείου. Ο Χρήστος χειρονομούσε ενθουσιασμένος και πάσχιζε να τραβήξει φωτογραφίες από διάφορες γωνίες. Ο φωτισμός δεν τον βοηθούσε και πολύ· πότε πότε έβγαινε ήλιος ανάμεσα στις φυλλωσιές, αλλά την περισσότερη ώρα είχε συννεφιά. Επιπλέον η καλύτερη γωνία λήψης – συμπέρανε – ήταν από μέσα στο νερό. Χωρίς να χάσει χρόνο, έβγαλε τα παπούτσια του, σήκωσε τα μπατζάκια και άρχισε να πλατσουρίζει. Κάποια στιγμή μας κοίταξε με ενδιαφέρον.

- Δεν κάθεστε στον κορμό να σας βγάλω μία;

Τα τρία κουβαράκια παρατάχτηκαν μουρμουρίζοντας μπροστά στον κορμό, άλλος με το ένα πόδι διακριτικά στην όχθη, άλλος πατώντας σε κάποια πέτρα που προεξείχε από τη ροή του νερού.

- Κι εσείς, κι εσείς, επέμενε ο Χρήστος.

Πήγα κι εγώ ακροποδητί και βρήκα δυο βολικές πετρούλες. Ακούμπησα με τα χέρια στον κορμό· ήταν υγρός και μουχλιασμένος. Πήγα να ακουμπήσω το υπόλοιπο σώμα· μου φάνηκε προς στιγμήν ότι το ξύλο έτριξε. Ύστερα σταθεροποιήθηκε.

- Άντε κι εσύ, μη ντρέπεσαι, προέτρεψε ο Χρήστος το διστακτικό Νίκο.

Εκείνος βρήκε μετά μεγίστης προσοχής (για να μη λερώσει και τα παπούτσια) τις κατάλληλες πετρούλες στήριξης, κι ύστερα με εμφανή ικανοποίηση έκατσε χαλαρά στον κορμό. Ατυχώς ο κορμός δεν έδειξε την ίδια ικανοποίηση και θεώρησε καλό να συστραφεί. Η κίνηση αιφνιδίασε το Νίκο που ενόψει του κινδύνου να λερωθούν τα παπούτσια προσπάθησε να στηριχτεί με τα χέρια πίσω του, με αποτέλεσμα να δώσει μια επιπλέον ώθηση στον κορμό που συνέχισε να συστρέφεται μέχρι που από τη μεριά του έφυγε από την όχθη και έπεσε στο ύψος του νερού (όχι τίποτα τρομερό, ίσαμε τριάντα πόντοι πιο κάτω). Το γεγονός ωστόσο προκάλεσε στιγμιαία απώλεια στήριξης σε όλη την πεντάδα, έτσι ώστε να τσουλήσουν όλοι μέσα στο νερό, άλλοι με τα γόνατα, άλλοι με τον κώλο, κι ο τυχερός της παρέας – εγώ – με τα μούτρα. Βλέποντας τον Ποταμό να με πλησιάζει απότομα (και σκεπτόμενος ότι αν σπάσουν τα γιαλιά μου την έβαψα) έκανα μια μεγαλοπρεπή αναπήδηση που με έστειλε στο ασφαλέστερο δυνατό σημείο: μέσα στη λιμνούλα. Πλαφ.

Έβγαλα το κεφάλι από το νερό σκασμένος στα γέλια. Στην πραγματικότητα το νερό δεν είχε ούτε ένα μέτρο βάθος. Στηρίχτηκα στα χέρια και ανασηκώθηκα. Οι υπόλοιποι γελούσαν κοιτάζοντας εμένα. Και οι τέσσερις ήταν βρεγμένοι εδώ κι εκεί, αλλά όχι πατόκορφα όπως εγώ. Ο Χρήστος πάλι, στεγνός, γελούσε πάνω από το κεφάλι μου, κρατώντας ακόμα τη φωτογραφική μηχανή.

- Τράβηξες φωτογραφία; ρώτησα τακτοποιώντας τα γιαλιά στη μύτη μου, ή να την ξαναγυρίσουμε τη σκηνή;
- Δεν πρόλαβα, απάντησε.

Τον φασκέλωσα και με τα δύο χέρια. Τότε μόνο πρόσεξα ότι δε φορούσα πια ρολόι. Άρχισα να ωρύομαι ότι πάει το ρολόι. Οι φίλοι μου σχολίασαν ότι έτσι κι αλλιώς παλιατζούρα ήτανε, κουρδιστό. Τους καταράστηκα με όσες κατάρες βρήκα πρόχειρες. Το ρολόι ανήκε στον παππού μου που είχε πεθάνει στην κατοχή, μετά στον πατέρα μου, μετά σε εμένα. Εντάξει, ανήκε και στον αδελφό μου μια εποχή αλλά όταν του το βούτηξα δεν αντέδρασε ιδιαίτερα, οπότε αυτή την όψη της διαδρομής του ρολογιού την παρέλειψα από την αφήγηση. Οι φίλοι συμφώνησαν εν τέλει ότι η ανεύρεση του ρολογιού άξιζε μια προσπάθεια. Ωστόσο φαίνεται πως είχε πέσει στη λιμνούλα, και μάλιστα εκεί που έσκαγε το νερό και έκανε μπουρμπουλήθρες. Κοιτάξαμε με προσοχή· ο βυθός ήταν εκεί, ένα μέτρο πιο κάτω, αλλά σκοτεινός καθώς με τη συννεφιά δεν έβλεπες και πολλά, χώρια που η επιφάνεια ταραζόταν όπως έπεφτε το νερό από τον καταρράκτη (εντάξει, μπορούσες τελικά να τον πεις κι έτσι).

- Βλέπεις τίποτα;
- Όχι, εσύ;
- Τα ίδια.
- Έχω μια τρομερή ιδέα!
φώναξε ξαφνικά ο Χρήστος. Θα εκτρέψουμε το ποτάμι!

Τέτοιος ήταν πάντα, από παιδί, το μυαλό του κολλημένο να φτιάχνει δομικά έργα, τουβλάκια, δρομάκια... Τώρα και εκτροπές ποταμών. Την εποχή που οι άλλοι τζελάρανε το μαλλί δυο ώρες και πηγαίνανε στις ντισκοτέκ να χτυπήσουνε καμιά γκόμενα κάτω από το στρομπολάιτ, αυτός εξακολουθούσε να έχει το μυαλό του στα οικοδομικά. Είναι απορίας άξιον πώς αυτός που την είχε δει εκτροπή του Αχελώου σπούδαζε στο Μαθηματικό, ενώ ο πραγματικός Πολιτικός Μηχανικός της παρέας είχε πάρει το ύφος «έχω μια κριτική διάθεση» και εξέφραζε αυτήν ακριβώς τη διάθεση.

- Πώς ακριβώς σκοπεύεις να εκτρέψεις το ποτάμι;
- Θα φτιάξουμε ένα φράγμα. Να, θα πάρουμε αυτές εκεί τις πέτρες...
- Έχεις χαζέψει; Και θα σταματήσει να κυλάει το νερό επειδή θα βάλεις αυτές τις πέτρες;
- Προσωρινά. Ίσα ίσα να κόψει τη ροή μέχρι να δούμε πού είναι το ρολόι.
- Αποκλείεται να δουλέψει.
- Φυσικά και θα δουλέψει, και θα στο αποδείξω αμέσως.


Δεν είχε κριτική ματιά, αλλά είχε πάθος. Άρχισε να παίρνει μεγάλες πέτρες από την όχθη και να τις πετάει στο νερό, πριν τον καταρράκτη. Το νερό αδιαφόρησε φυσικά, παρέκαμψε τις πέτρες και συνέχισε να ρέει αμέριμνο. Ο Νίκος χασκογέλαγε, και τα μικρά επίσης. Εμένα με είχε πιάσει μια απελπισία «πάει το ρολογάκι του παππού». Ο Χρήστος αρνιόταν να εγκαταλείψει τη μάχη κι έριχνε κι άλλες πέτρες στο νερό. Κάποια στιγμή ζεστάθηκε, άρχισε να βγάζει τα ρούχα του, μέχρι που έμεινε με το βρακί (έτσι κι αλλιώς το παντελόνι του ήταν μούσκεμα ήδη από τα νερά).

Ατυχώς εκείνη ακριβώς τη στιγμή έσκασαν μύτη δυο κοριτσάκια στην όχθη προερχόμενα από τον Ταξιάρχη κι απόμειναν να παρατηρούν τον ημίγυμνο Χρήστο και πέντε καταβρεγμένους ρεμπεσκέδες που χασκογελάγανε. Ακόμα ατυχέστερα το ένα κοριτσάκι έτρεξε προς τα πίσω φωνάζοντας «μαμά, μαμά, είναι κάτι τσίτσιδοι εδώ» γεγονός που προκάλεσε άμεση κρίση πανικού σε εκείνον ειδικά εκ των «τσίτσιδων» που κάπως ταίριαζε στην περιγραφή. Σε κλάσματα δευτερολέπτου πρόλαβε να πει «αμάν» και με ένα θεαματικό πλονζόν να προσγειωθεί στη λιμνούλα όπου τουλάχιστον δεν ήταν ορατός. Εμφανίστηκαν τα αγριεμένα κεφάλια μιας μαμάς και ενός μπαμπά· μας κοίταξαν απορημένοι.

- Ψάχνουμε ένα ρολόι, εξήγησε ψύχραιμος ο Νίκος. Είναι κειμήλιο, είπε δείχνοντάς με.

Δεν ήμουν εγώ ακριβώς το κειμήλιο, πάντως η οικογένεια είπε «ααα, μάλιστα» ενόσω ο Χρήστος τσαλαβουτούσε δήθεν ψάχνοντας το ρολόι στη λιμνούλα. Μάζεψαν τα κοριτσάκια και απομακρύνθηκαν, αν και το ένα ακούστηκε να λέει στο άλλο «αφού σου είπα δε φοράει παντελόνι». Στο καπάκι εμφανίστηκε πάλι ο Κολοκάσης πάνω στο γάιδαρο, με αγαναχτισμένο αυτή τη φορά ύφος.

- Μα εδώ ήβρατε να ‘ρτετε να κολουμπήσετε; Στο Κεραμέ να πάτε που ‘ναι η θάλασσα.
- Όχι κύριε Αναστάση, ένα ρολόι ψάχνουμε.
- Ανάσταση; Δεν κάνει ανάσταση σήμερα ο παπάς, άλλη μέρα ‘α ‘ρτει.


Δεν υπήρχε ελπίδα συνεννόησης. Κάποτε πάντως έκανε τς τς τς στο γάιδαρο και απομακρύνθηκε. Μείναμε οι έξι, κι όταν καταλάγιασαν τα γέλια κάπως, ο Χρήστος έκανε να βγει από τη λιμνούλα.

- Ε, πού πας; Το ρολόι;
- Σιγά μη βρούμε ρολόι. Τώρα έχει ανακατευτεί κι ο βυθός και θα ‘χει κάτσει λάσπη από πάνω. Τρέχα βρες άκρη μες στο σκότος. Κλάφτο το ρολόι σου. Και να το βρούμε θα έχει πάρει νερά και άντε γεια.
- Θα βάλουμε τα μεγάλα μέσα,
είπα με απρόσμενη σιγουριά. Θα τάξουμε φανουρόπιτα.

Δεν πρόλαβαν καν να γελάσουν και ο ήλιος βγήκε στιγμιαία μέσα από τα σύννεφα. Μια ακτίνα πέρασε από τις φυλλωσιές και πέφτοντας στο νερό της λιμνούλας στραφτάλισε πάνω στο ρολόι που αποκαλύφθηκε στο βυθό.

- Νάτο, εκεί είναι, έδειξα.

Ο Χρήστος έριξε μια βουτιά, χαρχάλεψε με το χέρι του το σημείο, και αναδύθηκε μεγαλοπρεπώς με το ρολόι στο χέρι, μέσα σε ξέφρενους πανηγυρισμούς.


Γυρίσαμε στον Εύδηλο από τον αμαξωτό, καταμουσκεμένοι και περιχαρείς. Μοιάζαμε αστείοι με τα βρεγμένα αλλά δεν είχε σημασία. Η φήμη μας είχε προηγηθεί· η ξαδέλφη μου με περίμενε στην πεζούλα σκασμένη στα γέλια.

- Α, το ‘βρες το ρολόι; Άλλα παπούτσια 'εν έχεις φέρει;

Αντί απάντησης ανέμισα το αριστερό χέρι. Ανέβηκα σπίτι να βάλω στεγνά κι ύστερα ανηφόρισα μέχρι του Χρήστου όπου η ευρύτερη οικογένεια ήταν ήδη μαζεμένη. Η Μοσχούλα σέρβιρε το φρικασέ.

- Δουλεύει; με ρώτησε.
- Δουλεύει, της είπα.

Τριάντα χρόνια αργότερα, δουλεύει ακόμα.

Η προαναφερθείσα γέφυρα που δεν τη λες και Ρίο-Αντίρριο, κοντά στον καταρράκτη που δεν τον λες και Νιαγάρα, με εικοσιτρία χρόνια διαφορά (Φωτό Ροβυθέ, Αύγουστος 2010).

Σ.Σ. Το νερό δεν είναι κάτι εντελώς δεδομένο στα «ποτάμια» της Ικαρίας, ορισμένα από τα οποία ρέουν το πολύ πέντε-δέκα μέρες το χρόνο. Ο Ποταμός όμως (αυτό είναι το όνομα του συγκεκριμένου ρέματος, στο Κεραμέ του Ευδήλου) ρέει αρκετούς μήνες. Και οπωσδήποτε την άνοιξη. Η φράση «Φράνσις Φορντ Κόππολα, Ράινερ Βέρντερ Φασμπίντερ και ξερό ψωμί» είναι ρεφρέν από ένα τραγούδι του Τζίμη Πανούση που εξέφραζε σε μεγάλο βαθμό το πνεύμα της δεκαετίας. Τα χρόνια εκείνα ήταν ακόμα σχετικά αρχές μια μακρόχρονης φιλίας με τους εν λόγω κολλητούς (και νυν κουμπάρους). Τότε ήμουν δευτεροετής, τώρα δευτεροετής είναι η μεγάλη κόρη του Χρήστου. Τότε ο Νίκος ήταν από γεματούλης έως οριακά ευτραφής, ενώ εγώ ήμουν οριακά λεπτός. Σήμερα οι όροι έχουν αντιστραφεί: εκείνος είναι λεπτός και τρέχει ημιμαραθώνιους, ενώ εγώ έχω ξεχειλώσει σε τριψήφια κιλά. Κανείς μας δεν έχει ιδέα τι παίζουν τα σινεμά. Τα τρία μικρά ξαδελφάκια έχουν μεγαλώσει κι αυτά· ο μικρότερος θα κοντεύει τα σαράντα.

Για κάποιο περίεργο λόγο τις φωτογραφίες εκείνης της μέρας δεν τις είδα παρά πριν από δυο-τρία χρόνια, καθώς ο Χρήστος τις ξετρύπωσε από μια ντουλάπα στο πατρικό του και μας τις έδειξε κάποια Χριστούγεννα. Μου έταξε ότι θα μου δώσει αντίγραφα· ακόμα περιμένω, εννοείται. Δε θυμάμαι να έχω ξαναφάει φρικασέ έκτοτε. Πέρσι «έφυγε» κι η Μοσχούλα άξαφνα, ένας Θεός ξέρει τώρα ποιος θα το μαγειρέψει. Τη φανουρόπιτα θυμήθηκα κι είπα στη μάνα μου να την κάνει κάποια στιγμή. Δεν τη ρώτησα τη συνταγή όμως και τώρα πάει, ξεχάστηκε στα θραύσματα της μνήμης.

Τριάντα χρόνια είναι αυτά βέβαια, δεν περνάνε χωρίς απώλειες. Πάντως το ταξίδι είναι μεγαλύτερη ανταμοιβή από τον προορισμό, έτσι νομίζω ακόμα.


24/3/17

Πρὸς Κύριον Γεώργιον Δὲ Ῥώσση εὑρισκόμενον εἰς τὴν Ἀγγλία (Διονύσιος Σολωμός)



Τοῦ πατέρα σου, ὅταν ἔλθῃς,
Δὲ θὰ ἰδῇς παρὰ τὸν τάφο·
Εἶμαι ὀμπρός του, καὶ σοῦ γράφω,
Μέρα πρώτη τοῦ Μαϊοῦ.

Θὰ σκορπήσουμε τὸ Μάη
Πάνου στ᾿ ἄκακα τὰ στήθη,
Γιατὶ ἀπόψε ἀποκοιμήθη
Εἰς τὸν ὕπνο τοῦ Χριστοῦ.

Ἦταν ἥσυχος κι᾿ ἀκίνητος
Ὡς τὴν ὕστερη τὴν ὥρα,
Καθὼς φαίνεται καὶ τώρα
Ποὺ τὸν ἄφησε ἡ ψυχή.

Μόνον, μία στιγμὴ πρὶν φύγῃ
Τ᾿ Οὐρανοῦ κατὰ τὰ μέρη,
Ἀργοκίνησε τὸ χέρι,
Ἴσως γιὰ νὰ σ᾿ εὐχηθῇ.



Η μελοποίηση του Νίκου Ξυδάκη, με τίτλο «Προς τον κύριον Γεώργιον Δε Ρώσση» από τον ομώνυμο δίσκο (1990)


Σ.Σ. Μνήμη Η.Δ. (24/12/1925 - 7/3/2017)

25/11/15

Καλή Αρχή


Λιμάνι δεν είχαμε ακόμα, αλλά είχαμε καραβάκι. Όχι επιβατικό· αυτά πιάνανε μονάχα στον Άγιο όσο καιρό ο Εύδηλος ήτανε μαντρωμένος από τα μπλόκια και χτιζόταν σιγά σιγά ο μώλος, άλλο που πιο παλιά έμεναν αρόδου και τους επιβάτες τους άφηναν να πηδάνε στις βάρκες και να πιάνουν οι βαρκάρηδες μπόγους, καλάθια, μωρά, γέρους, όλα ανάκατα. Πήγαιναν οι βάρκες και ξεφόρτωναν στο καβάκι, εκεί που είναι τώρα η τράπεζα – το ξέρω ότι δεν έχει πια θάλασσα εκεί, πάνε χρόνια που το έχουνε μπαζώσει, συνεχίζονται και αιωνίως τα λιμενικά έργα. Αλλά στην απέναντι μεριά, φτιάξανε κάποτε μια μικρή προβλήτα – υπάρχει ακόμα, έχει κάτι καΐκια τώρα τραβηγμένα – λίγο πιο πέρα από το τελευταίο σπίτι στο γιαλό, του γιατρο-Κωσταντή που λέγανε τότε. Εκεί έδεναν μια δόση τα πιο μικρά επιβατικά, θυμάμαι το «Μιαούλης» και το «Έλλη» μια χρονιά, αλλά τον πιο πολύ καιρό το καραβάκι το εμπορικό. Το «Καλή Αρχή».

Όσο χτιζόταν ο λιμενοβραχίονας, για μπάνιο πηγαίναμε σπανίως στα Σπάσματα και πιο συχνά σε μια μικρή παραλία απέναντι από το νησάκι του φάρου, στον Κόφινα. Τεχνητή πρέπει να ήτανε, φτιαγμένη από τα μπάζα· από πάνω ρίχνανε φουρνέλα οι εργάτες του λιμανιού και ξεκολλάγανε βράχους που ποντίζανε στα έργα. Όταν κάποτε τέλειωσαν τα έργα, έγινε ο κυρίως μώλος – εκατό διακόσια μέτρα θα ήτανε τότε – κι άρχισαν να έρχονται και φέρυ-μπωτ: θυμάμαι όταν πρωτοήρθε το «Ίκαρος» που ο παπά-Μάζαρης είχε χτυπήσει τις καμπάνες λες και ήταν απελευθέρωση. Βγήκε όλο το χωριό στο λιμάνι, και κατέβαιναν οι επιβάτες και το πλήθος τους υποδεχόταν με τέτοιο ενθουσιασμό λες και γύριζαν από την εξορία στη Μεταπολίτευση. Το «Ίκαρος» ερχόταν από Πειραιά Τετάρτη και Παρασκευή απόγευμα, κάποιες φορές και Κυριακή. Ερχόταν κι έφευγε· τις άλλες ώρες το λιμάνι ανήκε στο «Καλή Αρχή». Και σε εμάς.

Εγκαταλείψαμε τις παραλίες και μαζευόμασταν στο μώλο για βουτιές. Θα ήταν πρώτη φορά το καλοκαίρι του ’79 ίσως ή του ’80, μια παρέα από δώδεκα μέχρι δεκαπέντε ετών το πολύ. Θυμάμαι που ανεβαίναμε πάλι πάνω από μια μεταλλική σκαλίτσα αγκυρωμένη στο τσιμέντο. Μερικοί θαρραλέοι αναρριχητές σκαρφάλωναν στα παλαμάρια του «Καλή Αρχή» και πότε πότε εμφανιζόταν κανείς από το πλήρωμα ή κανένας εργάτης που ξεφόρτωνε και τους έβαζε τις φωνές. Αλλά κι αυτοί καριώτες ήτανε, και οι μεν και οι δε, οπότε μη φανταστείτε καμμιά αγριάδα. Απλά μπορεί να θέλανε να λύσουν κάβους και τους εμποδίζαμε.

Το θυμάμαι χρόνια, ένα μόνιμο ντεκόρ στο λιμάνι. Πότε ξεφόρτωνε τσιμέντα, πότε ζωοτροφή, πότε τούβλα και πότε φιάλες υγραερίου για τα πετρογκάζ που ήταν ακόμα πολύ διαδεδομένα. Τότε τα πλοία της γραμμής ήταν μικρά και δε βάζανε ψηλά φορτηγά, οπότε τα πιο μπελαλίδικα φορτία ερχόντουσαν με το καραβάκι. Πρέπει να κράτησε κάμποσα χρόνια αυτό· θυμάμαι που ο πατέρας μου με έστελνε μια εποχή (το ’84 μάλλον) κάθε μέρα να δω αν είχε έρθει το «Καλή Αρχή» γιατί περίμενε πώς και πώς ένα φορτίο τούβλα που θα χτίζαμε τους τοίχους του σπιτιού. Είχε δυνατό μελτέμι εκείνες τις μέρες και αργούσε να φανεί (δεν πρέπει να σήκωνε και πάρα πολλά μποφώρ). Όταν κάποτε ήρθε πήγα και του το ανακοίνωσα όλο χαρά, όμως το καραβάκι ήταν τελικά γεμάτο μπουκάλες πετρογκάζ, από τούβλα τίποτα.

- Τι καλή αρχή, κακό τέλος... μουρμούρισε. Άντε να μαζέψεις τους μαστόρους τώρα... (άλλο παραδοσιακό ικαριακό πρόβλημα αυτό, πέρα από την έλλειψη πρώτων υλών).

Με τον καιρό πάψαμε να βουτάμε από το μώλο, μεγαλώσαμε και μας ξανακέρδισαν οι παραλίες, έξω από το χωριό πια. Αφήσαμε την εποπτεία του λιμανιού σε νεώτερες γενιές. Κάποτε συνειδητοποίησα ότι δεν το έβλεπα πια το καραβάκι. Ερχόταν πού και πού κανένα γκαζάδικο βέβαια (όταν επιτέλους άνοιξαν βενζινάδικα και στη σοφράνο μεριά του νησιού), αλλά Καλή Αρχή δεν είχε. Σκέφτομαι ότι συν τω χρόνω αυτό το διαμετακομιστικό εμπόριο στα νησιά πρέπει να είχε παρακμάσει· τα φορτία έρχονταν πια με φορτηγά και νταλίκες με το πλοίο της γραμμής ή με Ro-Ro.

Πριν κάνα δυο χρόνια που έψαχνα κάτι άλλο σε ένα σάιτ, έπεσα πάνω σε μια αφήγηση ενός τύπου που το καπετάνευε κάποτε το Καλή Αρχή. Επιβεβαίωσε την υποψία μου ότι το καραβάκι ήταν ικαριακής ιδιοκτησίας και με καριώτες πλήρωμα – πώς αλλιώς; Τώρα πια δεν έχω συγκρατήσει τα ονόματα πλοιοκτήτη και πληρώματος, δυστυχώς, αλλά κάπου γύρω μας θα κυκλοφορούν. Έψαξα στο διαδίκτυο να βρω καμμιά φωτογραφία του, ματαίως όμως. Κάπως ήρθε η κουβέντα με μια φίλη καριωτίνα, που έχει γεννηθεί και μεγαλώσει κάτω:

- Το θυμάσαι το «Καλή Αρχή»;
- Ε, πώς δεν το θυμάμαι, Πώς και πώς το περιμέναμε.
- Α, περιμένατε κι εσείς κάνα φορτίο τούβλα;
- Τι τούβλα καλέ, ό,τι φορτίο και να είχε. Πήγαινε ο πατέρας μου να κάνει κάνα μεροκάματο στο ξεφόρτωμα. Κι ο αδερφός μου το περίμενε.
- Μα ο αδερφός σου ήτανε μικρό, κι αυτός μεροκάματο θα έκανε;
- Όχι βρε χαζέ. Άκουγε τους μεγάλους που το περιμέναν, το περίμενε κι αυτός. Του είχε βγάλει κι ένα ποιηματάκι.
- Τι έλεγε, το θυμάσαι;
- Ε, άμε...


Καραβάκι, καραβάκι, πού ‘ρχεσαι γιαλό γιαλό
για να φέρεις πιτεράκι, και κεχράκι τω κοτώ

(Δεν περιμένουμε όλοι τα ίδια πράγματα, τελικά...)

Τις προάλλες έπεσα πάνω μια παλιά κακοσκαναρισμένη φωτογραφία τακτοποιώντας το χάος του σκληρού δίσκου. Πρέπει να είναι το Καλή Αρχή στο φόντο, καλοκαίρι ’87 ίσως, τραβηγμένη από το κατάστρωμα του Ίκαρου από κάποιον που έφευγε και αποχαιρετούσε τους φίλους του. Τώρα το λιμάνι έχει επεκταθεί ακόμα καμιά τριακοσαριά μέτρα· από τα φουρνέλα στον Κόφινα θα έχουν περάσει ίσαμε σαράντα χρόνια.

Περνάει ο καιρός.


(Σ.Σ. Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 23/11/2015. Η φωτογραφία προέρχεται από το προφίλ του Τάκη Χατζηγεωργίου στο Facebook, αλλά όπως γράφει δεν την τράβηξε ο ίδιος. Από τα σχόλια στο Ikariamag και αλληλογραφία με φίλους προέκυψαν τα ονόματα ορισμένων από τους ιδιοκτήτες και το πλήρωμα του Καλή Αρχή· επιφυλάσσομαι για μια αναλυτικότερη παρουσίαση αν μαζευτεί κάποιο συνεκτικό υλικό. Ευχαριστώ τη Δ. και το Σ. για το cameo appearence, εν αγνοία τους βέβαια.)