29/7/17
Πώς ζάλλει το λίλιρο;
Τις προάλλες που είχε καύσωνα εμφανίστηκε άξαφνα μια κοπελίτσα από το γραφείο σε κακό χάλι· ζαλάδες, τάση για εμετό, πονοκέφαλος. Είχε περπατήσει κάμποσο για να φτάσει μέσα στη ζέστη. Της δώσαμε ντεπόν και νερό, τη βάλαμε στο δροσερότερο κλιματιστικό, κι όταν συνήλθε κάπως, της έβαλα λίγο πάγο επιπλέον· ψυχολογικό κυρίως.
- Κι εσύ βρε κοπέλα μου τι ήθελες να ‘ρθεις ποδαράτο μες στο λίλιρο;
Η κοπέλα με κοίταξε εμβρόντητη. Είχε τον πόνο της, είχε και τον προϊστάμενο να μιλάει κινέζικα. Ή μάλλον καριώτικα, λιγάκι.
- Μες το ποιο;
- Το λίλιρο. Το λιοπύρι, πώς το λένε.
- Πρώτη φορά το ακούω.
Η αλήθεια είναι ότι ώρες ώρες συμπεριφέρομαι σα να είναι όλοι Καριώτες ή τέλος πάντων «της ικαριακής παιδείας μετέχοντες» γύρω μου, πράγμα που κατά κανόνα δεν συμβαίνει, οπότε καταλήγω να με κοιτάνε παράξενα. Η συγκεκριμένη κοπελίτσα είναι Χιώτισσα. Γειτονιά μεν, αλλά άλλο πράγμα.
- Δε λέτε εσείς λίλιρο, ε;
- Όχι. Πώς γράφεται;
Ετοιμάστηκα να πω «όλα γιώτα» αλλά μετά αναρωτήθηκα «γιατί όλα γιώτα;», σάμπως το έχω δει και γραμμένο πουθενά; Μουρμούρισα ένα «δεν είμαι βέβαιος» και πήγα την κοπελίτσα σπίτι της με φουλ κλιματισμό. Μετά άρχισα την ιντερνετική έρευνα: γκουγκλάροντας βρήκα μερικά λίλιρα, ικαριακά όλα (ένα σαν ποίημα της Δώρας, ένα του Κωσταντίνου, ένα φρέσκο του Μενέλαου, άλλο ένα από το μπλογκ της Δέσποινας· όλα δικά μας παιδιά). Βρήκα και ένα λίλυρο με «υ» αλλά δε θα με εξέπληττε και κανένα λίληρο ή λήλυρο αν έβρισκα (αλλά δεν βρήκα).
Σκέφτηκα να ρωτήσω κάνα φιλόλογο online, κατά προτίμηση ικαριακής καταγωγής για να καταλαβαινόμαστε. Βρήκα τη Μαρίνα στο chat. Δεν ήξερε να με διαφωτίσει, διαισθητικά έτεινε επίσης προς το όλα γιώτα, αλλά υπέθετε ότι η λέξη δεν έχει ετυμολογική διαφάνεια. Δηλαδή δεν ξέρουμε από πού προέρχεται (αρχαία; ξένη;) ώστε να αναζητήσουμε την αντίστοιχη ορθογραφία. Με τα πολλά αφήσαμε το λίλιρο κι αρχίσαμε να λέμε (δηλαδή να γράφουμε) τα νέα μας. Με ρώτησε πότε θα κατέβω Ικαρία κι αν θα πάω αλλού πιο πριν.
- Μπα, εδώ θα ζάλλω, της έγραψα.
- Γιατί το γράφεις με δυο λάμδα το ζάλω;
- Με δύο δε γράφεται;
- Με ένα. Σαν το ζάλο που λέτε εσείς στην Κρήτη. Αργό το ζάλο μου, βαρύ...
Αφού της εξήγησα κάπως εμφατικά ότι δεν «λέμε εμείς» στην Κρήτη ακόμα κι αν μας αρέσουν οι Χαΐνηδες, αλλά λένε (οι εντόπιοι), επέμεινα ότι το καθ’ ημάς (δηλ. καριώτικα) ρήμα ζάλλω γράφεται με δύο λάμδα επειδή προφέρεται με δύο λάμδα. Οι παλιοί καριώτες όταν μιλούσαν ακούγονταν τα διπλά σύμφωνα. Η θεία μου η Καλλιόπη με δύο το λέει ακόμα, ξεκάθαρα. Η Μαρίνα δεν ψήθηκε στην ιδέα· αφενός της φαινόταν τραβηγμένο ότι ακούγονται τα διπλά, αφετέρου εκείνη ακούει ένα. Ζάλω (ρήμα), όπως ζάλο (βήμα). Άλλα λέει η θεια μου, άλλα ακούν τ’ αυτιά μου.
Δεν το λύσαμε το θέμα, αλλά εγώ γαργαλιόμουνα να το σκαλίσω παραπάνω, κι επειδή δεν έχω το λεξικό του Δημητράκου και το Λίντελ-Σκοτ στο προσκέφαλο σαν τον αστυνόμο Χαρίτο, είπα να δοκιμάσω τη δεύτερη καλύτερη επιλογή. Παλιά (δηλαδή πριν δέκα-είκοσι χρόνια) άμα ήξερες καμιά δύσκολη λέξη σου λέγανε σαρκαστικά «Μα ποιος είσαι; Ο Μπαμπινιώτης;». Τώρα ο Μπαμπινιώτης έχει ξεφτίσει κάπως και το νέο τρεντ λέγεται Νίκος Σαραντάκος. Δεν είναι καθηγητής γλωσσολογίας βέβαια, μεταφραστής είναι, αλλά άμα δεν ξέρει μια λέξη ο Σαραντάκος κάτι δεν πάει καλά με τη λέξη. Αν και δεν γνωριζόμαστε προσωπικά έχω ένα θάρρος με τον άνθρωπο (έχουμε ανταλλάξει κάτι σχόλια στα κοινωνικά μέσα και μερικά μέιλ γλωσσολογικού ενδιαφέροντος στο παρελθόν, χώρια που έχει ασχοληθεί και με τη λιτέρα και τις δεντρολιβανιές της δικής μας Δέσποινας Σιμάκη). Οπότε χωρίς να χάσω χρόνο, του έγραψα να με φωτίσει. Ζάλλω ή ζάλω; Λίλιρο ή λίλυρο; Ή μήπως λίληρο;
Δε με φώτισε. Μου απάντησε ότι αγνοεί και τις δύο λέξεις («Ωχ», σκέφτηκα, «κάτι δεν πάει καλά») και ότι αν όντως οι παλιοί έσερναν το λάμδα στο ζάλλω είναι μια ένδειξη υπέρ της γραφής με διπλό, τουλάχιστον στον ενεστώτα (κατά το «βάλλω») αν και το θέμα του αορίστου βέβαια θα πρέπει να είναι με ένα λ (ήζαλλα στον παρατατικό αλλά ήζαλα στο αόριστο) αλλά από την άλλη αν δεν ξέρουμε (δεν παραδίδεται) το πώς γράφεται μια λέξη, η τάση είναι υπέρ της απλούστερης γραφής. Άρα λίλιρο, κατ’ αρχήν.
Όμως επειδή δεν είμαι και 100% σίγουρος, είπα να απευθυνθώ στη συλλογική σοφία του ikariamag (αυτό που λέγανε στα τηλεπαιχνίδια «να ζητήσω τη βοήθεια του κοινού»). Πείτε μου λοιπόν, με το χέρι στην καρδιά και με πάσα ειλικρίνεια: κατά τη γνώμη σας, πώς ζάλλει το λίλιρο;
Όσο για το πώς παραματσιράει αυτός που παρασυνείκασε θα τα πούμε άλλη φορά.
Σ.Σ. Να αναφέρω ότι δεν έχω πρόχειρο το «Λεξικό Ικαριακής Ντοπιολαλιάς» του Δημήτρη Λεσσέ που θα ήταν μια πιθανή δευτερογενής πηγή. Βέβαια ο Δημήτρης καταγράφει προφορικό λόγο οπότε η ορθογραφία που επιλέγει δεν προκύπτει υποχρεωτικά από κάποιο ετυμολογικό ή άλλο σκεπτικό, άρα πάλι στα ίδια είμαστε.
Για χρόνια πίστευα ότι είναι πανελλήνιο το ρήμα ζάλλω (ή ζάλω), με την έννοια του τριγυρνάω, κινούμαι γύρω από κάτι, ακόμα και «ζουζουνίζω» (για έντομα, κυρίως) και μου έκανε τεράστια εντύπωση όταν ανακάλυψα ότι εκτός Ικαρίας είναι άγνωστο, όπως ας πούμε και το «πανάγκασμάν’το» ή ο κορκόφυλλας (η λέξη, όχι το ζώο, το οποίο ενδημεί σε πολλά μέρη).
Ο αστυνόμος Χαρίτος είναι ο ήρωας των αστυνομικών περιπετειών του Πέτρου Μάρκαρη· πριν πάει για ύπνο ενίοτε ξεφυλλίζει τα λεξικά που κοσμούν το ράφι του. Λιγότερο επιμελής ο γράφων, φυλλομετράει την ίδια ώρα το διαδίκτυο για να εντοπίσει τυχόν ξενόγλωσσες λέξεις που μοιάζουν με λίλιρο· βρήκα προσώρας κάτι παρόμοιο στη γλώσσα τσιτσέουα του Μαλάουι και σε μια διάλεκτο γιορούμπα (εξίσου υποσαχάρια), οπότε τείνω να πιστέψω ότι το δικό μας λίλιρο είναι αμιγώς ελληνικό.
Υ.Γ. Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 26/7/2017 με την υπέροχη φωτογραφία του Μενέλαου Μανώλη που αποτυπώνει την κυριολεκτική έννοια «λίλιρο». Μετά τη δημοσίευση μάθαμε από τα σχόλια ότι το Λεξικό Ικαριακής Ντοπιολαλιάς του Δημήτρη Λεσσέ το ρήμα γράφεται ζάλλω με δύο λάμδα, και το λίλιρο(ν) με όλα γιώτα, και στο λήμμα ορίζεται ως κυριολεκτική σημασία η παραμόρφωση του ορίζοντα στη μεγάλη μεσημεριανή λαύρα του καλοκαιριού, και ως μεταφορική σημασία ο καύσωνας. Ως προς το ζάλλω οι περισσότεροι σχολιαστές συμφωνούν ότι ακούγονται τα δύο λάμδα. Σχετικά με το λίλιρο τώρα, ο Αλέξης Πουλιανός στα «Λαογραφικά Ικαρίας» το γράφει λίλλυρο, και εδώ το διπλό λάμδα ταιριάζει με την κυπριακή λέξη «λάλλαρος» που σημαίνει ακριβώς το ίδιο πράγμα, αν και στο κυπριακό ιδίωμα βέβαια τα διπλά σύμφωνα ακούγονται πολύ περισσότερο. Κάποιος σχολιαστής προτείνει ότι προέρχεται από το «ηλίου ώρα» αλλά αυτό δεν κολλάει πολύ με την κυπριακή ομόλογη λέξη, που αναφέρεται να υπάρχει ομόηχη σχεδόν και στη Σύρο (λάλαρο) και αλλού (μέχρι και στο «Στου Χατζηφράγκου» του Κοσμά Πολίτη). Ενδιαφέρον έχει η παρατήρηση ότι στο λεξικό του Δημητράκου υπάρχει η λέξη «λίλυ». πιθανώς λιβυκής προέλευσης, που σημαίνει νερό. Αν η απώτερη προέλευση είναι αυτή, τότε το ικαριακό λίλιρο (ή λίλυρο ή λίλλυρο όπως το θέλει ο Πουλιανός) είναι πιο κοντινό στη ρίζα από το κοινό ελληνικό λάλαρο ή τον κυπριακό λάλλαρο που υποτίθεται ότι είναι ονοματοποιήσεις ήχων. Αλλά μέχρι να αποφανθούν οι γλωσσολόγοι, καλό καλοκαίρι, και μη βγαίνετε μες το λίλιρο σαν την κοπελίτσα.
25/11/15
Καλή Αρχή
Λιμάνι δεν είχαμε ακόμα, αλλά είχαμε καραβάκι. Όχι επιβατικό· αυτά πιάνανε μονάχα στον Άγιο όσο καιρό ο Εύδηλος ήτανε μαντρωμένος από τα μπλόκια και χτιζόταν σιγά σιγά ο μώλος, άλλο που πιο παλιά έμεναν αρόδου και τους επιβάτες τους άφηναν να πηδάνε στις βάρκες και να πιάνουν οι βαρκάρηδες μπόγους, καλάθια, μωρά, γέρους, όλα ανάκατα. Πήγαιναν οι βάρκες και ξεφόρτωναν στο καβάκι, εκεί που είναι τώρα η τράπεζα – το ξέρω ότι δεν έχει πια θάλασσα εκεί, πάνε χρόνια που το έχουνε μπαζώσει, συνεχίζονται και αιωνίως τα λιμενικά έργα. Αλλά στην απέναντι μεριά, φτιάξανε κάποτε μια μικρή προβλήτα – υπάρχει ακόμα, έχει κάτι καΐκια τώρα τραβηγμένα – λίγο πιο πέρα από το τελευταίο σπίτι στο γιαλό, του γιατρο-Κωσταντή που λέγανε τότε. Εκεί έδεναν μια δόση τα πιο μικρά επιβατικά, θυμάμαι το «Μιαούλης» και το «Έλλη» μια χρονιά, αλλά τον πιο πολύ καιρό το καραβάκι το εμπορικό. Το «Καλή Αρχή».
Όσο χτιζόταν ο λιμενοβραχίονας, για μπάνιο πηγαίναμε σπανίως στα Σπάσματα και πιο συχνά σε μια μικρή παραλία απέναντι από το νησάκι του φάρου, στον Κόφινα. Τεχνητή πρέπει να ήτανε, φτιαγμένη από τα μπάζα· από πάνω ρίχνανε φουρνέλα οι εργάτες του λιμανιού και ξεκολλάγανε βράχους που ποντίζανε στα έργα. Όταν κάποτε τέλειωσαν τα έργα, έγινε ο κυρίως μώλος – εκατό διακόσια μέτρα θα ήτανε τότε – κι άρχισαν να έρχονται και φέρυ-μπωτ: θυμάμαι όταν πρωτοήρθε το «Ίκαρος» που ο παπά-Μάζαρης είχε χτυπήσει τις καμπάνες λες και ήταν απελευθέρωση. Βγήκε όλο το χωριό στο λιμάνι, και κατέβαιναν οι επιβάτες και το πλήθος τους υποδεχόταν με τέτοιο ενθουσιασμό λες και γύριζαν από την εξορία στη Μεταπολίτευση. Το «Ίκαρος» ερχόταν από Πειραιά Τετάρτη και Παρασκευή απόγευμα, κάποιες φορές και Κυριακή. Ερχόταν κι έφευγε· τις άλλες ώρες το λιμάνι ανήκε στο «Καλή Αρχή». Και σε εμάς.
Εγκαταλείψαμε τις παραλίες και μαζευόμασταν στο μώλο για βουτιές. Θα ήταν πρώτη φορά το καλοκαίρι του ’79 ίσως ή του ’80, μια παρέα από δώδεκα μέχρι δεκαπέντε ετών το πολύ. Θυμάμαι που ανεβαίναμε πάλι πάνω από μια μεταλλική σκαλίτσα αγκυρωμένη στο τσιμέντο. Μερικοί θαρραλέοι αναρριχητές σκαρφάλωναν στα παλαμάρια του «Καλή Αρχή» και πότε πότε εμφανιζόταν κανείς από το πλήρωμα ή κανένας εργάτης που ξεφόρτωνε και τους έβαζε τις φωνές. Αλλά κι αυτοί καριώτες ήτανε, και οι μεν και οι δε, οπότε μη φανταστείτε καμμιά αγριάδα. Απλά μπορεί να θέλανε να λύσουν κάβους και τους εμποδίζαμε.
Το θυμάμαι χρόνια, ένα μόνιμο ντεκόρ στο λιμάνι. Πότε ξεφόρτωνε τσιμέντα, πότε ζωοτροφή, πότε τούβλα και πότε φιάλες υγραερίου για τα πετρογκάζ που ήταν ακόμα πολύ διαδεδομένα. Τότε τα πλοία της γραμμής ήταν μικρά και δε βάζανε ψηλά φορτηγά, οπότε τα πιο μπελαλίδικα φορτία ερχόντουσαν με το καραβάκι. Πρέπει να κράτησε κάμποσα χρόνια αυτό· θυμάμαι που ο πατέρας μου με έστελνε μια εποχή (το ’84 μάλλον) κάθε μέρα να δω αν είχε έρθει το «Καλή Αρχή» γιατί περίμενε πώς και πώς ένα φορτίο τούβλα που θα χτίζαμε τους τοίχους του σπιτιού. Είχε δυνατό μελτέμι εκείνες τις μέρες και αργούσε να φανεί (δεν πρέπει να σήκωνε και πάρα πολλά μποφώρ). Όταν κάποτε ήρθε πήγα και του το ανακοίνωσα όλο χαρά, όμως το καραβάκι ήταν τελικά γεμάτο μπουκάλες πετρογκάζ, από τούβλα τίποτα.
- Τι καλή αρχή, κακό τέλος... μουρμούρισε. Άντε να μαζέψεις τους μαστόρους τώρα... (άλλο παραδοσιακό ικαριακό πρόβλημα αυτό, πέρα από την έλλειψη πρώτων υλών).
Με τον καιρό πάψαμε να βουτάμε από το μώλο, μεγαλώσαμε και μας ξανακέρδισαν οι παραλίες, έξω από το χωριό πια. Αφήσαμε την εποπτεία του λιμανιού σε νεώτερες γενιές. Κάποτε συνειδητοποίησα ότι δεν το έβλεπα πια το καραβάκι. Ερχόταν πού και πού κανένα γκαζάδικο βέβαια (όταν επιτέλους άνοιξαν βενζινάδικα και στη σοφράνο μεριά του νησιού), αλλά Καλή Αρχή δεν είχε. Σκέφτομαι ότι συν τω χρόνω αυτό το διαμετακομιστικό εμπόριο στα νησιά πρέπει να είχε παρακμάσει· τα φορτία έρχονταν πια με φορτηγά και νταλίκες με το πλοίο της γραμμής ή με Ro-Ro.
Πριν κάνα δυο χρόνια που έψαχνα κάτι άλλο σε ένα σάιτ, έπεσα πάνω σε μια αφήγηση ενός τύπου που το καπετάνευε κάποτε το Καλή Αρχή. Επιβεβαίωσε την υποψία μου ότι το καραβάκι ήταν ικαριακής ιδιοκτησίας και με καριώτες πλήρωμα – πώς αλλιώς; Τώρα πια δεν έχω συγκρατήσει τα ονόματα πλοιοκτήτη και πληρώματος, δυστυχώς, αλλά κάπου γύρω μας θα κυκλοφορούν. Έψαξα στο διαδίκτυο να βρω καμμιά φωτογραφία του, ματαίως όμως. Κάπως ήρθε η κουβέντα με μια φίλη καριωτίνα, που έχει γεννηθεί και μεγαλώσει κάτω:
- Το θυμάσαι το «Καλή Αρχή»;
- Ε, πώς δεν το θυμάμαι, Πώς και πώς το περιμέναμε.
- Α, περιμένατε κι εσείς κάνα φορτίο τούβλα;
- Τι τούβλα καλέ, ό,τι φορτίο και να είχε. Πήγαινε ο πατέρας μου να κάνει κάνα μεροκάματο στο ξεφόρτωμα. Κι ο αδερφός μου το περίμενε.
- Μα ο αδερφός σου ήτανε μικρό, κι αυτός μεροκάματο θα έκανε;
- Όχι βρε χαζέ. Άκουγε τους μεγάλους που το περιμέναν, το περίμενε κι αυτός. Του είχε βγάλει κι ένα ποιηματάκι.
- Τι έλεγε, το θυμάσαι;
- Ε, άμε...
Καραβάκι, καραβάκι, πού ‘ρχεσαι γιαλό γιαλό
για να φέρεις πιτεράκι, και κεχράκι τω κοτώ
(Δεν περιμένουμε όλοι τα ίδια πράγματα, τελικά...)
Τις προάλλες έπεσα πάνω μια παλιά κακοσκαναρισμένη φωτογραφία τακτοποιώντας το χάος του σκληρού δίσκου. Πρέπει να είναι το Καλή Αρχή στο φόντο, καλοκαίρι ’87 ίσως, τραβηγμένη από το κατάστρωμα του Ίκαρου από κάποιον που έφευγε και αποχαιρετούσε τους φίλους του. Τώρα το λιμάνι έχει επεκταθεί ακόμα καμιά τριακοσαριά μέτρα· από τα φουρνέλα στον Κόφινα θα έχουν περάσει ίσαμε σαράντα χρόνια.
Περνάει ο καιρός.
(Σ.Σ. Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 23/11/2015. Η φωτογραφία προέρχεται από το προφίλ του Τάκη Χατζηγεωργίου στο Facebook, αλλά όπως γράφει δεν την τράβηξε ο ίδιος. Από τα σχόλια στο Ikariamag και αλληλογραφία με φίλους προέκυψαν τα ονόματα ορισμένων από τους ιδιοκτήτες και το πλήρωμα του Καλή Αρχή· επιφυλάσσομαι για μια αναλυτικότερη παρουσίαση αν μαζευτεί κάποιο συνεκτικό υλικό. Ευχαριστώ τη Δ. και το Σ. για το cameo appearence, εν αγνοία τους βέβαια.)
16/6/14
Φυσική ιστορία
Το γεγονός ότι περιφέρομαι ανά τον κόσμο εξασκώντας την επιστήμη της Βιολογίας, κατά καιρούς μου έχει δημιουργήσει κάποια θεματάκια, ειδικά σε ικαριακά περιβάλλοντα. Μερικοί, ας πούμε, με συστήνουν σε άλλους με τρόπο ελαφρώς παρεξηγήσιμο:
- Κι από δω ο Βασιλάκης της Καλίτσας, ο Καθηγητής.
Αντιπαρέρχομαι τον ετεροπροσδιορισμό ως προς τη μάνα μου (παλιό και αθεράπευτο ικαριακό σύμπτωμα), και εστιάζω στο ότι δεν έχω ποτέ διδάξει πουθενά, άρα Καθηγητής δεν είμαι. Οι συνομιλητές απορούν.
- Μα σε Πανεπιστήμιο δεν δουλεύεις;
- Όντως.
- Άρα καθηγητής δεν είσαι, τι είσαι;
Εξηγώ ότι εργάζομαι ερευνητικά, όχι εκπαιδευτικά. Η λέξη έρευνα δεν λέει πολλά στους περισσότερους (εντός και εκτός Ικαρίας, τίποτα περίεργο ως εδώ). Είναι η κατάρα του επαγγέλματος· εφόσον δεν θεραπεύεις τον καρκίνο ή δε μελετάς έστω τη μακροζωία, κανείς δεν καταλαβαίνει τι ακριβώς κάνεις, ούτε καν η μαμά σου. Βέβαια προ πολλών ετών που είχαν βγει ο Κλίντον και ο Μπλερ αντάμα να ανακοινώσουν την ολοκλήρωση (στο περίπου...) της αλληλουχίας του ανθρώπινου γονιδιώματος (λες και αυτοί την έκαναν τη δουλειά, αλλά τέλος πάντων...) το έπαιζε η τηλεόραση πρώτη είδηση οπότε χάρηκε και η μάνα μου που το είδε.
- Επιτέλους, κατάλαβα τι δουλειά κάνεις. Το είπε αυτός ο Γκλίντον.
- Και τι κάνω ρε μάνα;
- Θεραπεύεις τον καρκίνο κι ας μην είσαι γιατρός.
Βέβαια οι περισσότεροι ξέρουν πια ότι δεν θεραπεύω τίποτα οπότε γλυτώνω προσώρας τη μήνυση για αντιποίηση ιατρικού επαγγέλματος, αρκετοί όμως νομίζουν ότι έχω γνώσεις επί όλων των όψεων του φυσικού κόσμου, ή έστω των ζωντανών οργανισμών. Φταίω κι εγώ βέβαια που όταν ήμουν νέος άνοιγα το στόμα μου λίγο περισσότερο σχετικά με το αντικείμενο της δουλειάς μου, ειδικά μια εποχή προ εικοσαετίας περίπου που μάζευα σαλιγκάρια στα πλαίσια μιας διατριβής. Θυμάμαι μια φάση που μάζευα από τον τοίχο του Γυμνασίου στον Εύδηλο. Σταματάει ένα μηχανάκι μ’ ένα μικρό και με περιεργάζεται.
- Είντα κάνεις εκεδά;
- Μαζεύω σαλιγκάρια.
- Καριβόλους; Μα ‘εν ειν η εποχή τους. Είντα καριβόλους, πασπαρίτες για μαρμαρίτες;
- Ξέρω γω; Αλμπινάριες. Δεν τρώγονται, είναι πολύ μικρές.
- Και είντα διάολο σ’ έπιασε και τις μαζεύεις άμα ‘εν τρώγονται;
Δεν ξέρω τι πήγε και διέδωσε στην πλατεία, πάντως οι φίλοι μου με περίμεναν στο καφενείο με ανήσυχο ύφος:
- Είναι αλήθεια ότι πας και μαζεύεις βατράχια στον Ποταμό;
Δεν ήταν, αλλά καλού κακού έκοψα την πολλή κουβέντα μη μου βγει κάνα όνομα. Με τον καιρό αντάλλαξα και τα σαλιγκάρια με κάτι εξωτικούς μεταξοσκώληκες και πεταλούδες (με την έμφαση στα γονίδια και το DNA) και το πράγμα ψιλοξεχάστηκε, αν και από καιρού εις καιρόν ακούω κάτι «επιστημονικά» ερωτήματα που με αφήνουν άφωνο, και σχεδόν πάντα αφορούν κάτι που έχει να κάνει με τη χλωρίδα και την πανίδα, που για κάποιο λόγο όλοι είναι επαΐοντες ή ξέρουν κάποιον που ξέρει κάποιον που τους είπε κάτι μεγαλοπρεπές.
- Ήξερες ότι ο κορκόφυλλας υπάρχει μόνο στην Ικαρία;
- Μα δεν υπάρχει μόνο στην Ικαρία, υπάρχει σε πολλά μέρη. Λέγεται Agama stellio. Ή μάλλον λεγόταν, διότι τώρα λέγεται Laudakia stellio. Είναι αρκετά κοινό είδος.
- Στέλιο το λένε; Σιγά μην το λένε και Μπάμπη...
Στεναχωριέμαι λίγο όταν τους χαλάω τη φαντασίωση πως έχουμε κάτι στην Ικαρία που δεν υπάρχει αλλού ή είναι τέλος πάντων σπάνιο, αλλά εδώ πιστεύει ο κόσμος άλλα κι άλλα, στο Στέλιο θα κολλήσουμε; Προ ετών στην Ολλανδία μιλούσα με κάτι Ιταλούς που είχαν έρθει στην Ικαρία κάποτε να ψάξουν να βρουν βίδρες.
- Βίδρες;
- Ναι. Όχι ακριβώς τις ίδιες, τα βιοδηλωτικά ίχνη της παρουσίας τους.
Βιοδηλωτικά ίχνη είναι ένας ευφημισμός που χρησιμοποιούν οι φυσιοδίφες για τα κόπρανα των ζώων: όταν το ζώο δεν φαίνεται, ψάχνουμε ότι αφήνει πίσω του.
- Μα οι βίδρες θέλουν νερά, ποτάμια, πού θα βρεθούν αυτά;
- Και τι θες να μου πεις δηλαδή, ότι δεν έχει βίδρες;
Δεν είναι της ειδικότητάς μου, αλλά επειδή μου συνέμπε ρώτησα κάτι φίλους στο WWF που το πάνε το γράμμα με τα οικολογικά και τις πανίδες. Κουνάγανε το κεφάλι τους με δυσπιστία, να λέγεται. Βέβαια προ καιρού διάβασα στο ikariamag ότι μια βίδρα κατέβηκε για ψώνια στις Ράχες, οπότε αν και δεν πιστεύω ό,τι διαβάζω στο Ίντερνετ, λέω να κρατάω και μικρό καλάθι. Εδώ ο κάπτεν Έιχαμπ βρήκε το γιγάντιο καλαμάρι στις νότιες θάλασσες (άσε πια το Μόμπυ Ντικ αυτοπροσώπως), δε θα βρεθεί μια βίδρα στις Ράχες, ακόμα και μεταμφιεσμένη σε ατσίδα; Ή σε ρασκό; Άσε που έχει βρεθεί λεοπάρδαλη στη Σάμο (εκτίθεται κιόλας, «το καπλάνι της βιτρίνας» που λένε), οπότε ας κρατάμε μια πισινή...
Καλού κακού εσχάτως αποφεύγω να απαντάω σε ερωτήσεις που δεν αφορούν ειδικώς έντομα (και μάλιστα το DNA τους, όχι τη φάτσα), αλλά την ταλαιπωρία με τη φυσική ιστορία δεν τη γλυτώνω. Πριν λίγο, ας πούμε, μου στέλνει μήνυμα μια φίλη:
- Τι ξέρεις για την πεταλουδίτσα Polyommatus icarus;
Τίποτα φυσικά, αλλά με ένα ψαξιματάκι στη wikipedia βρίσκω ότι το συμπαθές λεπιδόπτερο έχει παλαιοαρκτική διασπορά, δηλαδή καμμία σχέση. Η απογοήτευση στην άλλη άκρη του chat δεν κρύβεται:
- Κρίμα, κι εγώ συγκινήθηκα που έχουμε πεταλούδα δικιά μας...
Εξηγώ ότι τα λατινικά ονόματα των ειδών δεν σημαίνουν υποχρεωτικά κάτι ιδιαίτερο για την προέλευσή τους (αν και συχνά συμβαίνει) και ότι icarus σημαίνει Ίκαρος, όχι Ικαριακός, στην οποία περίπτωση θα ήταν ikariae. Και επιτόπου αρχίζω και σκαλίζω τις πηγές και βρίσκω ένα «δικό μας» σκνιπάκι (Thaumalea ikariae) και θυμάμαι αμυδρά και μια σκολόπεντρα Geophilus ή κάπως έτσι, και ψάχνοντάς την πέφτω πάνω στον πασίγνωστο Galanthus ikariae που βέβαια είναι της χλωρίδας και όχι της πανίδας, και μετά από λίγη ώρα διαβάζω εμβριθώς εκατοντάδες ονόματα φυτών σε ένα άρθρο με τίτλο The Flora of Ikaria που έχει γράψει ένας (αληθινός) καθηγητής πανεπιστημίου και λέω όπου να ‘ναι να το κόψω το σπορ διότι με βλέπω να καταλήγω να κυνηγάω κι εγώ τίποτα βίδρες οσονούπω, ή έστω κανένα εκτός εποχής σαλιγκάρι, κι ας μην τρώγεται.
Τουλάχιστον αυτό δεν τρέχει να φύγει μόλις πλησιάσεις, οπότε μπορείς να το μαζέψεις άνετα.
Σ.Σ. Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 12/6/2014, με έναν λίγο πιο πιασάρικο τίτλο επιλογής της σύνταξης της ιστοσελίδας.
28/5/14
Συγχρονισμός
Ακολούθησε για κάνα τέταρτο της ώρας ο εξής γραπτός διάλογος:
3:01am Me:
θα έρθω βέβαια, έτσι κι αλλιώς
αλλά όχι ακόμα
όπως λέμε και στην Ικαρία «άμα έρτει η ώρα του»
3:02am Maria:
άμα έρτει η ώρα του το δικό μου ρολόι θα πηγαίνει πίσω
και πάλι θα το χάσω το ραντεβού
ελπίζω το δικό σου να πηγαίνει σωστά
3:02am Me:
καλά, στην Ικαρία δεν έχει ρολόγια
3:02am Maria:
κι αυτό σωστό
αλλά για Κρήτη λέγαμε
3:03am Me:
ναι... πριν κάτι μήνες ήταν νωρίς
ελπίζω σε κάτι μήνες να μην είναι αργά
3:03am Maria:
συγχρονίσου!!!
3:03am Me:
λοιπόν, είδες ότι οι φίλοι μακραίνουν τη ζωή;
3:03am Maria:
αλλιώς τη βάψαμε
3:06am Me:
εδώ θα είμαστε να τα λέμε σε πενήντα χρόνια και κάτι
πέσε κοιμήσου τώρα - το πρωί να είσαι γλυκειά και
όμορφη να σε δουν να συγχρονιστούν όλοι
κι άσε την τίγρη προσώρας
3:06am Maria:
αχ να μπορούσα
3:06am Me:
θέλει κι αυτή το συγχρονισμό της
3:06am Maria:
πω πω τι μ’ έχει πιάσει
3:07am Me:
ε, τώρα θα με αναγκάσεις να σου πω πώς μπήκαν
οι Σελτζούκοι Τούρκοι στη Μικρά Ασία
3:07am Maria:
χαχαχα
για πες
3:07am Me:
δε στο 'χω πει;
3:07am Maria:
όχι
3:09am Me:
Από, ότι λένε – μην το δέσεις και κόμπο ότι έτσι έγινε –
μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα σχολείο της Ικαρίας,
ρωτάει ο δάσκαλος:
- Ποιο παιδάκι θα μας πει πώς μπήκαν οι Σελτζούκοι
Τούρκοι στη Μικρά Ασία;
Σιωπή από κάτω
- Κανένας δεν ξέρει;
Μούγκα από κάτω
- Ούτε ένας;
τότε ένα παιδάκι σηκώνει δειλά το χέρι
- Πες παιδί μου
- Κύριε, οι Σελτζούκοι Τούρκοι στη Μικρά Ασία μπήκανε
...άξαφνα
3:10am Maria:
χαχαχα
3:11am Me:
από τότε η λέξη «άξαφνα» στην Ικαρία είναι συνθηματική
και δηλώνει ακριβώς το τρόπο με τον οποίο
θα συγχρονιστούμε
κι εσύ κι εγώ
και όλοι
κατάλαβες;
3:11am Maria:
νομίζω πως κατάλαβε και η τίγρη
3:12am Me:
ώρα της ήτανε
αύριο πάλι
(λες να φέρω και καμιά ρακή στο άλλο ταξίδι;)
3:12am Maria:
αύριο πάλι
κι εγώ τι θα κάνω;
3:13am Me:
ευχαριστώ για την κουβέντα
θα ονειρευτείς
κι εγώ επίσης
μια θάλασσα μπλε
και τον ήχο που κάνει το σκάφος στο νερό
τη μυρωδιά του πρωινού καφέ
3:13am Maria:
σ’ αγαπάω στο ‘πα;
3:13am Me:
κι εγώ
3:13am Maria:
καλή σου νύκτα τώρα
3:14am Me:
κοιμήσου τώρα
3:14am Maria:
φιλιά
3:15am Me:
φιλιά
Σ.Σ. Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 27/5/2014. Ευχαριστώ τη «Μαρία» για την (ακούσια) συμμετοχή της στη συγγραφή. Σε περιόδους που «στενεύει» η έμπνευση, οι φίλοι πρέπει να δίνουν ένα χεράκι να γινόμαστε πιο ευρύχωροι, δεν πρέπει;
Εννοείται ότι οι παλιοί αναγνώστες του ιστολογίου γνωρίζουν πολύ καλά το πώς μπήκαν οι Σελτζούκοι κλπ.
25/4/14
Ἂρατε πύλας
Έχουνε που έχουνε μια ορισμένη θεατρικότητα οι ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδας από μόνες τους, ήτανε κι ο συχωρεμένος ο παπα-Νικόλας κάπως επιρρεπής στη σκηνοθεσία, οπότε στα χρόνια της εφημερίας του στον Εύδηλο, το Πάσχα είχε μερικά στοιχεία λίγο πιο θεαματικά από ό,τι αλλού. Μπορεί βέβαια να φταίει και που εγώ τα χρόνια εκείνα ήμουνα πιο νέος και τα αντιλαμβανόμουν όλα λίγο πιο ανάλαφρα, πάντως θυμάμαι χαρακτηριστικά το γέλιο που κάναμε μια Ανάσταση, όπου μέσα στον πάταγο που ακολουθούσε το Χριστός Ανέστη, τσιμπάει ο παπάς έναν και του λέει «Νικολάκη, έλα που α κάμωμε το άρατε πύλας». Ο Νίκος ήτανε διαβασμένος στα εκκλησιαστικά πράγματα, οπότε ήξερε ότι στον 23ο Ψαλμό υπάρχει ένας διάλογος που θεατρικοποιείται μετά την Ανάσταση όταν ο ιερουργός κληρικός επιστρέφει για να μπει στο ναό όπου και ακολουθεί η στιχομυθία:
- Ἂρατε πύλας, οἱ ἄρχοντες ὑμῶν, καὶ ἐπάρθητε, πύλαι αἰώνιοι, καὶ εἰσελεύσεται ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης.
- Τίς ἐστιν οὗτος ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης;
- Κύριος τῶν δυνάμεων αὐτός ἐστιν ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης.
Οι πύλες εν προκειμένω συμβολίζουν τις πύλες του κάτω κόσμου που με την Ανάσταση καταργούνται, αλλά στη συγκεκριμένη οπτικοποίηση ήταν η πόρτα του Αη-Χαράλαμπου, μια σιδερένια τζαμόπορτα που βγάζει στο προαύλιο προς τον αμαξωτό. Πάει μέσα από την πόρτα ο Νικολάκης και την κλείνει, πάει απόξω ο παπάς με το λάβαρο της Ανάστασης ανά χείρας, κι αρχίζει να βροντάει με μανία. Τρίζανε τα τζάμια και οι σιδεριές από τους βρόντους, έβγαζε και φωνές μεγάλες και γοερές ο παπάς «ἄρατε πύλας», γυρίζουν οι (κάπως ακατήχητοι, να λέγεται...) καριώτες που μέχρι τότε φιλιόντουσαν σταυρωτά για το Χριστός Ανέστη να δουν τι γίνεται και εκφράζουν την αποδοκιμασία τους:
- Σα δε ντρέπονται, πάλι αφήκανε τον παπά απόξω από την εκκλησά και βροντάει νά‘μπει...
- Βρε όχι, κάθε χρόνο το κάνουνε.
- Μα κάθε χρόνο, ‘εν τονε βλέπεις που φωνάζει «Κύριε των δυνάμεων»;
- Βρε ανοίχτε του παπά να ‘μπει π’ ανάγκασμά σας!
Ανοίγει κάποια στιγμή η πόρτα μες στην οχλοβοή και μπουκάρει ο βασιλεύς της δόξης με το λάβαρο, μπουκάρουν και μερικοί έξαλλοι από πίσω και κάνουνε τον κακόμοιρο το Νικολάκη καταστόλιστο:
- Μπα κακό χρόνο να ‘χεις, δε ντρέπεσαι;
- Κι είσαι και μορφωμένος άθρωπος...
Βέβαια τα πιο θεαματικά στοιχεία τα φύλαγε ο παπάς για τον Επιτάφιο, όπου επί χρόνια οργάνωνε ένα event με αφανή πρωταγωνιστή το συχωρεμένο το Γιώργη το Λαζαρέτο. Ο Λαζαρέτος έκανε διάφορες δουλειές «γενικών καθηκόντων» στο χωριό, από υδραυλικός μέχρι νεκροθάφτης, και αν και δεν τον έλεγες ακριβώς άνθρωπο της εκκλησίας, βοηθούσε πάντα τον παπά, καθώς από ό,τι λεγόταν είχε και προγενέστερη εμπειρία ως φροντιστής σκηνής σε θέατρα. Έτσι, κάθε Μεγάλη Παρασκευή ανέβαινε στον τρούλο (απόξω, εννοείται) και άνοιγε ένα μικρό παραθυράκι από όπου, την ώρα που έψελναν απόκάτω στα εγκώμια «Ἔῤῥαναν τὸν τάφον, αἱ Μυροφόροι μύρα, λίαν πρωῒ ἐλθοῦσαι», έριχνε ροδοπέταλα χούφτες-χούφτες που έπεφταν μέσα στην εκκλησία σα χιόνι από τον ουρανό και προσγειωνόντουσαν πάνω στον Επιτάφιο υπό τα θαυμάζοντα βλέμματα του εκκλησιάσματος.
Χρόνο με το χρόνο, βέβαια, το είχε μάθει το σκηνικό ο κόσμος και κάπου το περίμενε, οπότε ακόμα κι όταν απεδήμησε ο παπα-Νικόλας, το ακολούθησε το συνήθειο κι ο παπα-Σταύρος που τον αντικατέστησε, υπό την επίνευση του Λαζαρέτου που με το θάρρος της συσσωρευμένης εμπειρίας, περίπου επέβαλε στον καινούργιο τα έθιμα της ενορίας.
Κάποια χρονιά αποφράδα όμως, ανεβαίνει ως συνήθως στον τρούλο ο Λαζαρέτος, κάνει να ανοίξει το παραθυράκι, και το βρίσκει σφηνωμένο. Αρχίζει να παλεύει να το ξεσφηνώσει, διακριτικά στην αρχή, πιο έντονα μετά, ακόμα πιο έντονα πιο μετά, με χτυπήματα και κλωτσίδια στο φινάλε, αλλά έλα που είχε μουλαρώσει το παραθύρι και δεν άνοιγε, κι από κάτω να ψέλνουν «Ἔῤῥαναν τὸν τάφον» και τον ξαναέρραιναν και τον ξαναματαέρραιναν και να κοιτάνε όλοι τον τρούλο με προσμονή, αλλά αντί για λουλούδια και ροδοπέταλα να πέφτουν ξεφτίδια από μπογιά και σκουριές και λίγος σοβάς ενίοτε, και να ακούγονται βρόντοι και χτυπήματα και τριξίματα και οι φωνές του αγαναχτισμένου Λαζαρέτου που απειλούσε θεούς και δαίμονες, κι όταν πια άρχισε να λέει ο παπάς από κάτω (εκτός κειμένου Επιταφίου Θρήνου, οπωσδήποτε) «άστο βρε Γιωργάκη, εν πειράζει», ακούγεται ένα μεγαλειώδες μπαμ και το παράθυρο υποχωρεί επιτέλους στις μανιασμένες κλωτσιές του Λαζαρέτου, που σε έξαλλη κατάσταση πετάει με τη μία όλο το πανεράκι με τα ροδοπέταλα συνοδεύοντάς το με ένα υψηλόφωνο και ουρανομήκες και επίσης εκτός κειμένου «το Χριστό σου, την Παναγία σου μέσα, με έσκασες» που έμεινε να αντιλαλεί στην εκκλησία υπό τις ιλαρές επευφημίες του πλήθους.
Σ.Σ. Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 16/4/2014.
19/12/13
Mantiq al-Tayr
Όταν ο Κωνσταντίνος μου ζήτησε πρώτη φορά να γράψω κάτι για τις Ελεύθερες Πτήσεις ζούσα ακόμα στην Ολλανδία και βρισκόμουν σε μια κάπως γκρίζα φάση ζωής. Από μια σκοπιά η πρόσκλησή του ήταν τότε για μένα σαν ενώ είσαι κάπου ξενιτεμένος, να βρίσκεσαι άξαφνα ανάμεσα σε φίλους – κι αυτό χωρίς να ξέρω προσωπικά ούτε τον ίδιο ούτε κανέναν άλλον από τους ανθρώπους του Ikariamag και των Πτήσεων. Από την εποχή εκείνη πέρασε κάμποσος καιρός και κάμποσα κείμενα. Η φάση ζωής άλλαξε παραπάνω από μία φορά, και στο μεταξύ είχαμε την ευκαιρία να γνωριστούμε και δια ζώσης (όσο τέλος πάντων επέτρεψαν οι διαφορετικές γεωγραφικές ζώνες που ζούμε), να ανταλλάξουμε απόψεις (συχνά διαφωνώντας) και να δούμε την παρέα να μεγαλώνει.
Είχαμε επίσης και την ευκαιρία με κάποια αφορμή να κάνουμε σαφές ότι η κάθε «πτήση» εκφράζει αυτήν ή αυτόν που την υπογράφει, ενώ η υπογραφή Ikariamag αφορά (ή δεσμεύει) τους ανθρώπους της συντακτικής επιτροπής. Η διάκριση δεν είναι χωρίς σημασία, καθώς επιτρέπει σε πρόσωπα με διαφορετικές, συχνά αποκλίνουσες αντιλήψεις να συνυπάρχουν κάτω από την ίδια στέγη, καθένας με την ευθύνη της υπογραφής του. Δεν κρύβω ότι αυτό με ανακουφίζει κάπως· όντας ένας άνθρωπος που συχνά αισθάνεται «ελαφρώς λοξός ως προς το υπόλοιπο σύμπαν» όπως έλεγε – αν θυμάμαι καλά – ο E.M. Forster για τον Καβάφη, δεν θα ήθελα τις δικές μου ενυπόγραφες λόξες να τις χρεώνεται το περιοδικό. Ούτε το αντίστροφο φυσικά θα ήταν καλή ιδέα.
Με τούτα και με κείνα, παρακολουθώ εξ ανάγκης το εγχείρημα Ikariamag από μια ορισμένη απόσταση. Όποτε μπορώ ωστόσο, πηγαίνω στις εκδηλώσεις που διοργανώνει στην Ικαρία ή στην Αθήνα, κι αν συντονιστούμε βρισκόμαστε σε μπαράκια και χώρους εκθέσεων και υπόγεια κουτούκια· ό,τι κάτσει. Εκεί έχω την ευκαιρία συχνά να επαναβεβαιώνω τη διαφορετικότητα και την πολυμορφία των ανθρώπων που ο «εκδότης» μας αρέσκεται να ονομάζει «τα πετούμενα». Την είχα και τις προάλλες, στο Àrtεις· μια σειρά εκδηλώσεων που λόγω εργασιακών περιορισμών και πονεμένης μέσης μπόρεσα ελάχιστα να παρακολουθήσω.
Δεν κρύβω ότι ο όρος «πετούμενα» μου προκαλεί ένα μικρό άγχος: όσοι έχουμε το μικρόβιο της εμμονής με τις λεπτομέρειες θυμόμαστε ότι πτηνό είναι και ο αετός, πτηνό και η φραγκόκοτα. Όντας λόγω σωματοδομής πιο όμοιος με γαλοπούλα ορνιθοτροφείου μάλλον, παρά με κατακτητή των αιθέρων, είχα ανέκαθεν κάποιες αναστολές για την παρομοίωση. Έτσι όταν ο Κωνσταντίνος ανέφερε από μικροφώνου ότι στις ελεύθερες πτήσεις είμαστε περίπου τριάντα πετούμενα ετοιμάστηκα να γκρινιάξω από μέσα μου, σκεπτόμενος ένα θίασο από τριάντα άσχετα πτηνά (μπεκάτσες, τσίχλες, περιστέρια, αηδόνια, τσαλαπετεινούς και παγώνια που έλεγε παλιά ο Σαββόπουλος) να τραγουδάνε το καθένα το δικό του κελάηδισμα ή ίσως κρώξιμο...
Και τότε (άξαφνα...) θυμήθηκα ότι αυτή η εικόνα δεν μου ήταν εντελώς ανοίκεια. Θυμήθηκα μια μικρή παράγραφο του Μπόρχες, θαμμένη σε μια υποσημείωση ενός φανταστικού δοκιμίου με τον τίτλο «Η αναζήτηση του Αλ Μουτάσιμ» που είχα διαβάσει πριν πολλά χρόνια. Γυρίζοντας σπίτι για να ξεκουράσω την πονεμένη μέση, βρήκα το σχετικό κείμενο σε μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη, σε ένα βιβλίο ταλαιπωρημένο από το χρόνο και τις μετακομίσεις. Λέει τα εξής:
«Καθένα από αυτά και όλα μαζί», σκέφτομαι, και ρίχνω μια καινούργια, διαφορετική ματιά στις «Ελεύθερες Πτήσεις 2» καθ’ οδόν για το αεροδρόμιο.
(Σ.Σ. Δημοσιεύτηκε στο Ikariamag στις 16/12/2013 με τον τίτλο «Το Συνέδριο των πουλιών» και την εικονογράφηση από το έργο της Στέλλας Κυριακού που παρουσιάστηκε στο àrtεις 2013. Το απόσπασμα του Μπόρχες το πήρα από της συλλογή δοκιμίων (ενίοτε φανταστικών) με τίτλο «Ιστορία της αιωνιότητας»).
15/12/13
Απρόσμενη ανάγνωση
Η Μάγια Τσόκλη διαβάζει Ροβυθέ (δηλαδή διαβάζει θεία Ιωάννα, καλή της ώρα) στο Àrtεις 2013 | Ημέρες Σύγχρονης Ικαριακής Δημιουργίας που οργάνωσε το Ikariamag 4-8 Δεκεμβρίου 2013 στο metamatic:taf.
Οι αναγνώστες μπορούν να βρουν το ακριβές κείμενο στις ελεύθερες πτήσεις (εδώ) και στο ιστολόγιο (εδώ). Εγώ με την κ. Τσόκλη δεν γνωρίζομαι, οπότε μάλλον την ευθύνη της ανάγνωσης φέρει ο Κωνσταντίνος-Ikariamag-Βατούγιος, ενώ το βιντεάκι τράβηξε νομίζω η Ηλέκτρα-DIY-Πάστη. Ευχαριστώ από καρδιάς εκ μέρους της θείας Ιωάννας (Τσαγκά, το γένος Ξηρού, για να είμαστε πλήρεις).
11/6/13
Ηλεκτρονική διακυβέρνηση
Πρέπει να πάμε με το μπαμπά στο ΚΕΠ να υπογράψει μια υπεύθυνη δήλωση. Με την ταυτότητά του. Δοξάζω το Θεό που έχει ΚΕΠ δυο βήματα από το σπίτι και δε θα ταλαιπωρηθεί, στα ογδονταοχτώ του πλέον, με τις γραφειοκρατίες. Εκσυγχρονισμός και ηλεκτρονική διακυβέρνηση. Περί του πρακτέου τώρα:
- Μπαμπά, πού είναι η ταυτότητά σου;
Ο μπαμπάς ψάχνει τις τσέπες και τα πορτοφόλια, ανοίγει το μαγικό τσαντάκι του Σπορτ-Μπίλι από το οποίο βγάζει το απολυτήριο στρατού της δεκαετίας του ’40, το πιστοποιητικό ότι βαφτίστηκε στον Ιορδάνη ποταμό κι έγινε χατζής, ένα διαβατήριο ληγμένο από το 1979, χιλιάδες χαρτάκια με σημειώσεις και τηλέφωνα που δεν αντιστοιχούν σε οτιδήποτε με νόημα τον εικοστό πρώτο αιώνα, ένα νυχοκόπτη που έψαχνε πριν χρόνια και νόμισε πως τον είχε χάσει οριστικά, αλλά από ταυτότητα τίποτα.
Κατόπιν ενδελεχούς διαβούλευσης καταλήγουμε ότι πρέπει να την αμόλησε όταν πήγε να τον καταγράψουν για τρίτη ή τέταρτη φορά ως συνταξιούχο, καθότι σε μια άσκηση κοινωνικής ευθύνης η κυβέρνηση αρέσκεται να απογράφει αυτοπροσώπως πότε συνταξιούχους και πότε ασφαλισμένους ώστε να ανακοινώνει πόσες υποτιθεται μαϊμού συντάξεις και επιδόματα θα κόψει. Μόλις ανακοινωθεί στα μήντια ένα ικανό νούμερο δήθεν μαϊμούδων, ξεμυτάνε διάφοροι τεχνοφοβικοί παππούδες και γιαγιάδες, άλλοι κατάκοιτοι και άλλοι με Αλτζχάιμερ και φωνάζουν ότι δεν πληρώθηκαν, οπότε τα ταμεία τους ξαναμετράνε με την κρυφή ελπίδα (εικάζω) να τα τινάξουν κάμποσοι στις ουρές και να βοηθηθεί η δημοσιονομική εξυγίανση. Εις μάτην βέβαια, καθότι ο Έλλην συνταξιούχος είναι απίστευτα ανθεκτικός στη γραφειοκρατία· χώρια που τρέχουν κι άλλοι πολλοί να βγουν στη σύνταξη μπας και σωθούν οι ίδιοι και σώσουν και τα παιδιά και τα εγγόνια τους από την απόλυτη εξαθλίωση.
Τσεκάρω τα έγγραφα και τις προϋποθέσεις για ταυτότητα και πάμε για αρχή μέχρι το Δημαρχείο να πάρουμε πιστοποιητικό γεννήσεως, καθότι η προγενέστερη εμπειρία με την υπηρεσιακή αναζήτηση πιστοποιητικών από την Αστυνομία με έχει εντυπωσιάσει με τη βραδύτητά της. Η αρμόδια δημοτική υπάλληλος βλέπει το επίθετο και αναπηδά «Από την Ικαρία είστε; Α, κι εγώ!». Βγαίνουμε και ψιλογνωστοί, είναι ξαδέλφη μιας φίλης. Βέβαια όλοι ξαδέλφια είμαστε, πάντως καλό σημάδι. Παίρνω μπαμπά και πιστοποιητικό και φτάνουμε στο αρμόδιο γραφείο της Αστυνομίας πλήρως εξοπλισμένοι για να πράξουμε τα δέοντα. Ωστόσο εκεί η υπάλληλος δε δείχνει ευχαριστημένη.
- Υπάρχει πρόβλημα.
- Τι πρόβλημα υπάρχει;
- Εδώ λέει τόπος γέννησης Εύδηλος Ικαρίας Σάμου. Η παλιά ταυτότητα έλεγε Δάφνη Ευδήλου Ικαρίας Σάμου.
- Το ίδιο είναι, της λέω. Ξέρετε, Καλλικράτης, Καποδίστριας... η κοινότητα Δάφνης έγινε Δήμος Ευδήλου και τώρα Ικαρίας.
- Όχι, δεν είναι το ίδιο. Είναι άλλο. Δε μπορεί να αλλάξει ο τόπος γέννησης.
- Μα δεν άλλαξε. Είναι σα να λέμε Αθήνα Αττικής και Αττική σκέτο. Το ένα περιέχει το άλλο.
- Όχι, όχι, δε γίνεται. Να φέρετε άλλο πιστοποιητικό γέννησης που να γράφει Δάφνη.
Πάνω στη σύγχιση ο μπαμπάς αποφασίζει να παρέμβει στη συζήτηση· ατυχώς στη λάθος κατεύθυνση.
- Μα δεν είναι Δάφνη. Ακαμάτρα είναι.
- Τι είναι τούτο πάλι; αναρωτιέται η αστυνομική υπαλληλος.
- Το χωριό μας, εξανίσταται ο μπαμπάς.
- Δε μας ενδιαφέρει το χωριό σας, μας ενδιαφέρει τι γράφουν τα χαρτιά. Εδώ έλεγε Δάφνη, άρα πρέπει να μου φέρετε ένα πιστοποιητικό γεννήσεως που θα λέει Δάφνη.
Προσπαθώ εις μάτην να εξηγήσω ότι στη μικρογεωγραφία της Μεσαριάς η Ακαμάτρα ανήκε στην κοινότητα Δάφνης και ότι η κοινότητα...
- Καλέ τι Μεσαριά μου λέτε και με μπερδεύετε χειρότερα; Τα χαρτιά τι λένε... Ή θα πάτε πάλι στο Δημαρχείο ή θα κάνουμε υπηρεσιακή αναζήτηση πιστοποιητικού.
Ωχ...
- Και πόσο χρόνο θα πάρει;
- Όσο πάρει. Όταν μας απαντήσουν από το Δήμο.
Μου έρχεται μια ιδέα.
- Δεν τους παίρνετε ένα τηλέφωνο; Μπορεί να σας απαντήσουν αμέσως.
Με κοιτάει ειρωνικά.
- Αποκλείεται. Αυτά έχουν διαδικασίες. Να δοκιμάσω βέβαια αν θέλετε, αλλά σας προειδοποιώ...
- Δοκιμάστε, της λέω, κι αν χρειαστεί πάω εγώ και σας το φέρνω το χαρτί αμέσως.
Σηκώνει το τηλέφωνο και σχηματίζει έναν αριθμό από μνήμης· προφανώς το έχει ξανακάνει πολλές φορές.
- Έλα... Έχω το πιστοποιητικό υπ’ αριθμ.... ναι, σημερινό. Λέει Εύδηλος Ικαρίας Σάμου. Πρέπει να λέει Δάφνη Ευδήλου... Τι; Το ίδιο είναι; Πώς είναι το ίδιο;
Χαμογελάω αδιόρατα.
- Κι εσύ από κει είσαι; Ναι αλλά εγώ θέλω ένα που... Με φαξ; Ναι, το παίρνω...
Εντός δευτερολέπτων από το φαξ βγαίνει το πιστοποιητικό μας. Δαφνοστεφές.
- ...και μου είπε «μη μου τους στεναχωρείς».
- Καλά σας είπε, λέω, και το χαμόγελο μου έχει φτάσει μέχρι τα αυτιά.
Συμπληρώνει τις ενδείξεις μουρμουρίζοντας «Δάφνη Ευδήλου Ικαρίας Σάμου. Δάφνη Ευδήλου Ικαρίας Σάμου. Ελάτε μόνος σας αύριο να πάρετε την ταυτότητα, μην τον κουβαλάτε μεγάλο άνθρωπο μες στη ζέστη. Δάφνη Ευδήλου...»
- Ικαρίας, συμπληρώνω.
- Ναι, αυτό.
Γελάει.
Σ.Σ. Δημοσιεύτηκε στο ikariamag (με ελαφρώς πειραγμένο τίτλο) στις 10/6/2013. Για όσους δεν ήταν παιδιά στη δεκαετία του '80 (ούτε εγώ ήμουν πια), ο Σπορτ Μπίλι ήταν ένας καρτούν ήρως που είχε ένα μαγικό τσαντάκι από το οποίο έβγαιναν κατά καιρούς διάφορα απροσδόκητα αντικείμενα.
18/5/13
Πόρτα στο μέλλον

Φωτό: antonis_ts@instagram.
Η κάπως ιδιότυπη σχέση των Καριωτών με το χρόνο είναι πλέον παγκοσμίως γνωστή (π.χ. εδώ), και έχει νομίζω συζητηθεί και διερευνηθεί αρκετά, ειδικά τώρα που Ικαρία ακούγεται όλο και περισσότερο «παραέξω». Για εμάς τους «παραμέσα» βέβαια, αυτά είναι πράγματα γνωστά και καθημερινά, κι εγώ από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου άκουγα σχετικές «φολκλορικές» ιστορίες και ανέκδοτα (ενίοτε αστικούς μύθους) στον περίγυρο. Μια ειδική περίπτωση χρονοκαθυστέρησης αποτελούν οι παροιμιώδεις «δεσμεύσεις» των καριωτών μαστόρων όταν απευθύνεσαι σε αυτούς ώστε να σου κάνουν μια δουλειά:
- Αμέ πότε ‘α ‘ρτεις;
- Εεε, άμα προκάμω ‘α ‘ρτω...
Και δεν έρχεται σχεδόν ποτέ, πράγμα που έχει οδηγήσει διάφορους μελετητές του ικαριακού couleur local να προτείνουν την έκφραση «‘α ‘ρτω» ως συνώνυμη του «σε έχω γραμμένο».
Αυτό φυσικά δεν ισχύει γενικευμένα, συμβάλλει όμως στην αναπαραγωγή και διαιώνιση κάποιων στερεοτύπων που ομολογώ ότι τα βλέπω με σκεπτικισμό, αν και κατά κανόνα στις σχετικές αφηγήσεις υπερισχύει το χιούμορ. Χαρακτηριστικά θυμάμαι μια παλαιότερη αφήγηση που είχα καταγράψει εδώ (δεύτερο χέρι βέβαια, άρα να κρατάμε και μικρό καλάθι), σύμφωνα με την οποία καριώτης μετανάστης στην Αμερική επιστρέφει κάποιο Πάσχα στο χωριό του και βρίσκει το εγκαταλελειμμένο πατρικό του σπίτι σε κακή κατάσταση, με τρύπια σκεπή, χαλασμένα παράθυρα κλπ. Αποφασίζει να το επισκευάσει, οπότε προσφεύγει σε τοπικό κατασκευαστή κουφωμάτων που χαίρει εξαιρετικής φήμης για τον επαγγελματισμό του. Συζητάνε για τα σχέδια, παίρνουν μέτρα, συμφωνούν στην τιμή και ακολουθεί ο εξής διάλογος:
- Και πότε θα είναι έτοιμα; ρωτάει ο «Αμερικάνος».
- Α, εσύ τώρα θα τα βιάζεσαι κιόλας..., απαντάει ο «επαγγελματίας».
- Μπα, όχι πολύ. Αυτό το καλοκαίρι δεν θα έρθω, ούτε του χρόνου που παντρεύω την κόρη μου. Το επόμενο Πάσχα όμως, σε δυο χρόνια από τώρα, λέω να έρθω και, όσο να 'ναι, θα ήθελα να μείνω στο σπίτι.
- Ε, καλά σου είπα... Βιάζεσαι...
Φυσικά όλοι έχουν να διηγηθούν αντίστοιχα ανέκδοτα, οπότε θεωρούσα ότι κομίζει γλαύκα εις Αθήνας όποιος επαναλαμβάνει τέτοιες αφηγήσεις (που όπως είπαμε απλώς διαιωνίζουν το φολκλόρ), μέχρι που προ ημερών κάποιος μου ανέφερε μια όντως απρόσμενη ιστορία (πάντα δεύτερο χέρι, οπότε ας την αναπαράγουμε με τις δέουσες προφυλάξεις) που έλαβε χώρα σε ξυλουργείο κάπου στις Ράχες.
Μπαίνει ο «πελάτης» μέσα σε έξαλλη κατάσταση και τα χώνει στο μάστορα αγρίως χτυπώντας το χέρι στο τραπέζι:
- Ρε απατεώνα, την ΠΟΡΤΑ που σου παρήγγειλα πότε επιτέλους θα μου τη φέρεις;
- Μα αμέσως, τώρα δα τη δουλεύω, απαντά ο έντρομος μάστορας.
- Ρε καραγκιόζη, αυτή την ΠΟΡΤΑ, ξέρεις πόσος καιρός είναι που μου χεις πεις πώς θα μου τη φέρεις;
- Μα τώρα δα, τη Δευτέρα θα στη φέρω σίγουρα, διαβεβαιώνει ο μάστορας.
Και ο «πελάτης», σκασμένος στα γέλια:
- Ποια πόρτα, ρε φίλε; Σου ‘χω παραγγείλει εγώ ποτέ πόρτα;
Σ.Σ. Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 15/5/2013, με μικροπαρεμβάσεις εκ της διευθύνσεως. Την - κοινότοπη πλέον - σημασία του «‘α ‘ρτω» μου μετέφερε πρώτη προ ετών η φίλη Σ.Τ., την ιστορία με τον «Αμερικάνο» χρωστάω στο Θ.Μ. και την αμίμητη ιστορία με την πόρτα στο Γ.Κ. Η φωτογραφία απεικονίζει μια ιδιότυπη «ποριά» μάλλον παρά πόρτα σε ένα χειμαδιό στο δρόμο από Αρμενιστή προς Άγιο Πολύκαρπο. Στο βάθος φαίνεται η Μεσαχτή και το εκκλησάκι στο Γιαλισκάρι.
Διέγραψα ένα περιπαθές επίθετο κατόπιν συμβουλής της Δ., σύμφωνα με την οποία (ορθώς) ο καριώτης μάστορας δε χάνει την ψυχραιμία του ακόμα και όταν του φωνάζουν και του βαράνε το χέρι στο τραπέζι. Αυτό δα έλειπε...
27/3/13
Δεν ήταν δικό σου

Φωτό κλαδεμένου αμπελιού, © Δέσποινα Σ.
Το χέρι της είχε βγάλει φούσκες.
- Πώς το έπαθες αυτό;
- Ε, από το κλάδεμα. Πήγα με τον πατέρα μου να κλαδέψουμε το αμπέλι.
- Και τι δουλειά είχες εσύ, να κατέβεις τριήμερο κάτω κι αντί για καρναβάλι να κλαδεύεις αμπέλια;
- Μα ήθελα να μάθω πώς γίνεται. Αύριο μπορεί να πρέπει να το κλαδεύω εγώ.
- Κι έμαθες;
Γελάει.
- Όχι και πολλά πράγματα. Ρώταγα τον πατέρα μου τι να κάνω, και μου έλεγε «Βλέπε». Έβλεπα κι εγώ, κι έκοβα όπως νόμιζα. Μετά μου έλεγε πως ‘εν τα κανα σωστά. Άγνωστο πως είναι το «σωστά» στο μυαλό του μέσα.
- Μα εσύ μένεις στην Αθήνα τόσα χρόνια, για αμπέλια είσαι;
- Το αμπέλι θέλει τον αμπελουργό, έτσι λέει ο πατέρας μου. Μόνο του δεν κάνει.
Σειρά μου να γελάσω.
- Να ‘πινες και κρασί, να πω «μάλιστα»...
- Εσύ που πίνεις κρασί, έχεις κάνα αμπελάκι; Να το κλαδέψουμε άμα έρτει η ώρα...
Δεν έχω, καθότι «αστός» (ο Θεός να το κάνει...) τριών γενεών πλέον. Ο παππούς είχε ένα αμπέλι στον Κοσκινά που καταστράφηκε από φυλλοξήρα το 1926, λίγο πριν τα μαζέψει και ξενιτευτεί στον Πειραιά. Έκτοτε αγνοούνται οι συντεταγμένες του, φοβούμαι... Ο πατέρας μου φύτεψε κάτι κλήματα σε ένα χωράφι στην Ακαμάτρα προ εικοσαετίας, αλλά μια μέρα προσγειώθηκε ένα κατσικάκι του γείτονα μέσα και δεν άφησε ούτε πράσινο φύλλο. Δεν ξαναφύτρωσε τίποτα μετά.
Βέβαια αναμενόμενο ήταν· πήγε ο φουκαράς και φύτεψε το αμπέλι μέσα στη φωλιά των κατσικάδων. Το εκ μητρός σόι μου ήταν εκ παραδόσεως κτηνοτρόφοι· κάποιοι μάλιστα λένε ότι το επίθετό τους (Καρναβάς) σχετίζεται με το κρέας (carna) που έφερναν, αν και έχω ακούσει και εκδοχή με καρναβάλι, δεν το έχω ψάξει επισταμένως. Το σίγουρο είναι ότι οι παππούδες και οι προπαππούδες μου βοσκούσαν ασυστόλως τα κοπάδια τους εδώ κι εκεί, συχνά σε καλλιεργημένα χωράφια. Ουδεμία έκπληξις που το αμπέλι μας πήγε υπέρ των οικογενειακών παραδόσεων, λοιπόν.
Πάντως μια χαριτωμένη ιστοριούλα βόσκησης που είχα ακούσει μικρός στην Ακαμάτρα μου τη θύμισε ο ο αδελφός μου τις προάλλες. Μας είχαν δείξει έναν συχωριανό που άφηνε τα κατσίκια του να βόσκουν αμολατά, μέχρι που μια μέρα τα αμόλησε στο αμπέλι του πεθερού του, όπου φυσικά δεν έμεινε κολυμπηθρόξυλο. Ο πεθερός φυσικά εκνευρίστηκε τα μάλα, και ο αμελής γαμπρός πήγε να του ζητήσει συγγνώμη.
- Μα ‘εν ήξερα πως ήταν δικό σου το χωράφι, είπε.
- Μα ‘εν ήξερες πως ήταν δικό μου, απάντησε ο πεθερός. Mα πώς ‘εν ήταν δικό σου ‘εν το ‘ξερες;
Κάπως έτσι πρέπει να τρωγόντουσαν γεωργοί και κτηνοτρόφοι από τον καιρό του Κάιν και του Άβελ. Αλλά τι τα θες, ας πιούμε ένα κρασάκι μέχρι να σου περάσουν οι φουσκάλες.
Και ο Θεός να την πολυχρονεί την αμπελοκουτσούρα...
Σ.Σ. Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 22/3/2013, με διαφορετική συνοδευτική φωτογραφία (από τον angeloska @ flickr). Η Αμπελοκουτσούρα είναι τραγούδι πάνω σε παραδοσιακά ικαριακά δίστιχα (ρίβες), εδώ από το CD «Ικαρία Μέθεξις» σε επιμέλεια Alexander Spietzing (2010)
27/2/13
Όσφρηση και σεξ

Όσφρηση. Μόνο.
Ήταν μια μέρα του Δεκέμβρη πριν εφτά-οχτώ χρόνια, και στο Ίδρυμα Ιατροβιολογικών Ερευνών της Ακαδημίας Αθηνών διεξαγόταν το ετήσιο συνέδριο της Ελληνικής Εταιρίας Βιοχημείας και Μοριακής Βιολογίας. Μεταξύ των προσκεκλημένων υπήρχαν αρκετοί επιστήμονες διεθνούς κύρους και ένας τουλάχιστον κάτοχος βραβείου Νόμπελ. Στο ακροατήριο βρισκόταν σύσσωμη η κοινότητα των σχετικών με το αντικείμενο Ελλήνων βιοεπιστημόνων (καθώς και αρκετών ασχέτων) κι επιπλέον ένα τεράστιο φοιτητομάνι. Τριγυρνούσα μέσα στο πλήθος αναζητώντας ένα συγκεκριμένο νέο συνάδελφο (υπερατλαντικής ακαδημαϊκής προέλευσης) του οποίου οι πρόσφατες δημοσιεύσεις είχαν τύχει ιδιαίτερης προσοχής στην επιστημονική κοινότητα. Βέβαια το αντικείμενο του είναι κάμποσο μακριά από τα δικά μου, οπότε ομολογώ ότι δεν τον έψαχνα για επιστημονικούς λόγους. Απλά έτυχε να είναι Καριώτης, οπότε για έναν παραπάνω λόγο η περιέργειά μου είχε χτυπήσει κόκκινο.
Κάποια στιγμή μου υπέδειξαν ένα πηγαδάκι όπου κάποιος με χαρακτηριστικό προφίλ μιλούσε σε κάποιους άλλους για τις θεραπευτικές δυνατότητες της κοινωνικής (ή ίσως κοινοτικής) ζωής σε κάποιες φυλές ιθαγενών της Βραζιλίας. Χώθηκα κάπως απρόσκλητος στην κουβέντα και συστήθηκα ως Καριώτης μάλλον παρά ως συνάδελφος. Ορθώς, από ό,τι φαίνεται, καθώς ο φαν των ιθαγενών μου εξήγησε ότι δεν ήταν συνάδελφος ο ίδιος, απλά ήταν φίλος του συναδέλφου. Ο δεύτερος συστήθηκε ως αδελφός του συναδέλφου. Ο τρίτος ο μικρότερος δεν συστήθηκε, διότι προφανώς ήταν ο συνάδελφος αυτοπροσώπως. Δεν ήξερα κανέναν τους από την Ικαρία, καθότι αποσταβέντου εκείνοι, αποσοφράνου εγώ, δεν είχαμε κοινές παρέες. Πάνω στην ώρα ακούστηκε το σήμα για να μαζευτούμε στο αμφιθέατρο. Ο συνάδελφος βιάστηκε να μπει στην αίθουσα, καθότι η ομιλία του θα έπρεπε να ξεκινήσει όπου να ‘ναι.
Στο αμφιθέατρο επικρατούσε το αδιαχώρητο. Κατάφερα και βρήκα μια θέση ανάμεσα σε δύο γνωστές (τρία άτομα σε δυο καθίσματα, όχι πολύ βολικό, αλλά εκείνα τα χρόνια ήμουν κατά τι λεπτότερος από ό,τι σήμερα και κάπως χώρεσα). Ο κόσμος συνέρρεε και καθόταν ακόμα και στα σκαλιά, άλλοι έμεναν όρθιοι στους τοίχους, και κάμποσοι δε μπόρεσαν καθόλου να μπουν.
- Μα τι έπαθαν όλοι σήμερα; αναρωτήθηκα. Χτες που μιλούσε ο νομπελίστας δε γινόταν τέτοιος χαμός.
- Είδες τον τίτλο της ομιλίας του συμπατριώτη σου; ρώτησε η εκ δεξιών γνωστή.
Δεν πρόλαβα να βγάλω το πρόγραμμα από τη συνεδριακή τσάντα για να διαβάσω τον τίτλο, καθώς εκείνη τη στιγμή ο συντονιστής κήρυξε την έναρξη της συνεδρίας και παρακάλεσε το ακροατήριο να κάνει ησυχία (δύσκολο, βέβαια...). Ύστερα παρουσίασε εν συντομία τον προσκεκλημένο. Επεσήμανε το νεαρό της ηλικίας του και την ταχύτατη άνοδό του, από τις σπουδές στο Πανεπιστήμιο Κρήτης ως το διδακτορικό στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης και την τρέχουσα μεταδιδακτορική του έρευνα στο εργαστήριο του διάσημου νομπελίστα Τάδε. Ύστερα κάλεσε τον ομιλητή στο βήμα και ανακοίνωσε τον τίτλο της ομιλίας:
- Ο [...] θα μας μιλήσει για την τρέχουσα έρευνά του...
Η οθόνη έδειξε τον υπερμεγέθη τίτλο πίσω από τον ομιλητή. Ένα χαμηλόφωνο μουρμουρητό ακούστηκε.
-... με τίτλο: «Όσφρηση και Σεξ».
Σιγή απλώθηκε στο κατάμεστο αμφιθέατρο. Ο ικάριος επιστήμων καθάρισε λίγο το λαιμό του και ξεκίνησε λέγοντας:
- Σήμερα θα σας μιλήσω για τα αποτελέσματα της δουλειάς μου στο εργαστήριο του νομπελίστα Τάδε σχετικά με το μοριακό μηχανισμό της όσφρησης...
Έκανε μια μικρή παύση. Το κατάμεστο αμφιθέατρο τον κοίταζε με αδημονία.
- ...πριν έρθω στην Ελλάδα, ρώτησα τον καθηγητή μου, το νομπελίστα Τάδε αν είχε να με συμβουλεύσει κάτι ως «μέντορας» για να δώσω μια επιτυχημένη διάλεξη. Εκείνος μου πρότεινε να βάλω στον τίτλο τη λέξη «Σεξ»...
Κάμποσοι στο ακροατήριο έπιασαν να κοιτάζονται μεταξύ τους.
- ...και στην απορία μου «μα τι σχέση έχει το σεξ με αυτά που θα πω;» ο νομπελίστας μου είπε απλώς «Έλληνας είσαι, άρα όλο και κάποια σχέση θα βρεις με το σεξ».
Το ακροατήριο (όχι όλο...) ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια. Όταν καταλάγιασαν, ο συμπατριώτης μίλησε για περίπου μισή ώρα για μόρια και γονίδια και trans-ρυθμιστές μεταγραφής του RNA· χειροκροτήθηκε και απάντησε σε ερωτήσεις, αλλά για σεξ δεν έβγαλε κουβέντα.
Σήμερα είναι καθηγητής σε ένα πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας· ακούω καλά λόγια για τη δουλειά του. Καμιά φορά βέβαια αναρωτιέμαι άμα συμπέσουμε ποτέ με τον άνθρωπο σε κάνα συνέδριο ή ίσως στην Ικαρία ή αλλού πουθενά, για ποιο θέμα θα πιάσουμε κουβέντα άραγε;
Αλλά Έλληνες είμαστε, που λέει κι ο νομπελίστας Τάδε, Καριώτες μάλιστα, οπότε όλο και κάτι θα βρούμε, ε;
Σ.Σ. Δημοσιεύτηκε στο Ikariamag με διαφορετική φωτογραφία για την οποία δε φέρω ευθύνη (ενώ αυτήν την έχω ξαναβάλει, εδώ). Για τους τυχόν μη γνωρίζοντες, «αποσταβέντου» σε ικαριακά συμφραζόμενα σημαίνει τη νότια πλευρά του νησιού (κατ' αναλογία «σοφράνο» είναι η βόρεια). Στη ναυτική ορολογία οι αντίστοιχοι όροι σημαίνουν την υπήνεμη (σταβέντο) και προσήνεμη (σοφράνο) πλευρά του σκάφους, αλλά τους έχω δει να χρησιμοποιούνται για νησί και στο διήγημα του Παπαδιαμάντη «Στο Χριστό, στο Κάστρο». Τόσο η Σκιάθος όσο και η Ικαρία είναι νησιά επιμήκη κατα τον ανατολικό-δυτικό άξονα, οπότε νομίζω η έκφραση δηλώνει μια αναλογία με σκάφη που ταξιδεύουν ενώ φυσάει βοριάς.
ΥΓ. 12/3/2013 Η μνήμη παίζει παράξενα παιχνίδια. Τελικά δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι στο εν λόγω συνέδριο όντως παρίστατο κάποιος Νομπελίστας (εννοείται όχι ο νομπελίστας Τάδε, άλλος...) αλλά ας μου συγχωρεθεί παρακαλώ η ανακρίβεια «ποιητική αδεία», έτσι;
18/1/13
Not like
Προ ημερών διάβασα στο ikariamag μια πρόταση δημιουργίας πανεπιστημιακής σχολής ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην Ικαρία. Η σχετική είδηση είχε από κάτω γύρω στα 35 “Like”, εικάζω καλοπροαίρετων ανθρώπων που βρήκαν την ιδέα καλή. Εγώ πάλι τη βρίσκω κακή. Ατυχώς δεν υπάρχει κουμπάκι “Not Like” οπότε αναγκάζομαι να γράψω μια πτήση επικαιρότητας αντί για τις συνήθεις αυτοβιογραφικές ιστοριούλες, ώστε να μπορέσω να εκφράσω τις αντιρρήσεις μου.
Αν και δεν είμαι ειδικός στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (αντικείμενο εσχάτως ιδιαίτερα επίκαιρο στην Ικαρία), ούτε και στη δημιουργία πανεπιστημιακών σχολών, τυχαίνει να έχω περάσει πάνω από εικοσιπέντε χρόνια ενήλικης ζωής σε πανεπιστημιακούς ή ερευνητικούς χώρους. Αυτό δεν υποδηλώνει κάποια ιδιαιτέρως βαρύνουσα γνώμη για τα πανεπιστημιακά πράγματα (δεν είμαι καθηγητής), αλλά μου επιτρέπει να είμαι κάπως υποψιασμένος για κάποιες όψεις της λειτουργίας αυτού που λέμε «επιστημονικός χώρος» ή «Πανεπιστήμιο», οι οποίες δεν φαίνεται να είναι μέρος του προβληματισμού της εν λόγω πρότασης. Ας μου επιτραπεί λοιπόν να επισημάνω και αυτές τις πλευρές.
Κατ’ αρχήν, το να φτιάξεις ένα Πανεπιστήμιο, μια Σχολή ή ακόμα και ένα κέντρο επιμόρφωσης δεν είναι το ίδιο πράγμα με το να φτιάξεις ένα σχολείο· απαιτείται ένας βαθμός πολυπλοκότητας που υπερβαίνει κατά πολύ το επίπεδο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Η απαιτούμενη επένδυση - όχι μόνο υλικοτεχνική, αλλά πρώτα και κύρια σε ανθρώπινο δυναμικό - είναι τεράστια, ειδικά σε τομείς των θετικών ή τεχνολογικών επιστημών που είναι ιδιαίτερα απαιτητικές σε εργαστηριακούς χώρους, τεχνολογίες, μηχανήματα και υποδομές, διαρκή ροή υλικών και αναλωσίμων και ένα πλήθος εξειδικευμένου προσωπικού που θα φροντίζει για τη συντήρηση και την καλή λειτουργία τους, ΧΩΡΙΣ να μιλάμε καθόλου για διδάσκοντες και διδασκόμενους.
Καλώς ή κακώς, οι πανεπιστημιακές σχολές δεν μπορούν να δημιουργηθούν «εν κενώ» καθώς προϋποθέτουν θεμελίωση πάνω σε μια «κρίσιμη μάζα», ένα εκτεταμένο υπόβαθρο ποιοτικών και ποσοτικών παραγόντων που φοβάμαι ότι υπερβαίνουν κατά πολύ τις δυνατότητες του νησιού μας (και βέβαια είναι αστείο να αθροίζουμε ένα υπό κατασκευή έργο της ΔΕΗ, μία (1) ιδιωτική ανεμογεννήτρια εν λειτουργία, μερικές θερμές πηγές και κάποια εγκαταλελειμμένα δημοτικά σχολεία και να λέμε ότι διαθέτουμε τις προϋποθέσεις για... εισαγωγή συναλλάγματος).
Δυστυχώς στο παρελθόν καλλιεργήθηκε συχνά η ψευδαίσθηση ότι η ανάπτυξη μερικών περιοχών της επαρχίας θα μπορούσε να προωθηθεί φυτεύοντας άναρχα σχολές και τμήματα εδώ κι εκεί. Επί χούντας το αντίστοιχο σλόγκαν ήταν «κάθε πόλη και στάδιο, κάθε χωριό και γυμναστήριο», αργότερα έγινε κάτι σαν «κάθε πόλη και πανεπιστήμιο, κάθε χωριό και ΤΕΙ», πράγμα που οδήγησε (με την ανοχή ή την υποστήριξη τοπικών κοινωνιών που αντιλαμβάνονταν τους φοιτητές ως πηγή εισοδήματος δια της ενοικίασης καταλυμάτων και της παροχής υπηρεσιών καφενείου/καφετέριας) σε κάποιες μάλλον κωμικές συλλήψεις πανεπιστημιακών σχολών εκτρωμάτων, με σπουδές κατ’ όνομα μόνο, καθηγητές-τουρίστες και πτυχία άχρηστων ειδικοτήτων.
Η κρίση που βιώνουμε κατέστρεψε νομίζω άπαξ και δια παντός αυτό το μοντέλο και θέτει εν αμφιβόλω τη δυνατότητα επιβίωσης και των υπαρχόντων ιδρυμάτων, καθώς πολλά «συνενώνονται» (θέλοντας και μη) με βάση το εν εξελίξει σχέδιο «Αθηνά». Ανεξάρτητα από την προβληματική και μάλλον λογιστικού χαρακτήρα διαδικασία συγχωνεύσεων, την ώρα που το Πανεπιστήμιο Αιγαίου παλεύει με νύχια με δόντια να αποφύγει τη συρρίκνωση (αν και προσωπικά ανέκαθεν διατηρούσα σοβαρές επιφυλάξεις για τη σκοπιμότητα της διασποράς των τμημάτων του ακόμα και σε νησιά μεγέθους π.χ. Σάμου) είναι μάλλον αστείο να λέμε τι καλά που θα ‘τανε να βάλουμε και μια εξτρά σχολή στην Ικαρία. Γιατί όχι και ένα ΤΕΙ αλιείας στους Φούρνους δηλαδή; Λεφτά υπάρχουν...
Πέρα από την πλάκα όμως, και λεφτά να υπήρχαν, δεν αρκούν. Θα μπορούσαν ενδεχομένως αν τα είχαμε για πέταμα να «εισάγουν» μια υλικοτεχνική υποδομή και έναν αριθμό εκ μεταγγραφής διδασκόντων, αλλά η πιο ουσιαστική προϋπόθεση είναι να υφίσταται μια ικανού μεγέθους ζωντανή τοπική κοινωνία που να τροφοδοτεί την ανάγκη για ανώτατη εκπαίδευση, την ώρα που δυσκολευόμαστε ως νησί να κρατήσουμε ανοιχτά τα σχολεία μας και να συντηρήσουμε μια υποτυπώδη μεταλυκειακή επαγγελματική εκπαίδευση. Καλύτερα λοιπόν να μην έχουμε αυταπάτες ούτε για τα σχετικά μεγέθη (ποιο είναι το μπόι μας μ’ άλλα λόγια) ούτε για την ιστορική συγκυρία (οικονομικής κρίσης και μνημονίου).
Από την άλλη μεριά αυτό δε συνεπάγεται ότι πρέπει να πετάξουμε στα σκουπίδια κάθε ιδέα αλληλεπίδρασης με το Πανεπιστήμιο Αιγαίου (και όχι μόνο). Αν και είναι πλέον ή βέβαιον ότι σχολή στην Ικαρία δε γίνεται να υπάρξει, το γεγονός ότι προβλέπεται να υπάρξουν κάποιες τουλάχιστον εγκαταστάσεις ΑΠΕ μπορεί να είναι η αφορμή ώστε να δημιουργηθούν συνέργειες με υπάρχοντες φορείς της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και του ερευνητικού ιστού της χώρας που να έχουν και πρακτικό όφελος για το νησί (συνέδρια, σεμινάρια, εκπαιδευτικές επισκέψεις, θερινά σχολεία, μεταπτυχιακά προγράμματα κλπ.).
Θα ήταν ευχής έργο αν η Περιφέρεια, ο Δήμος και – πάνω από όλα – η τοπική κοινωνία έχουν μια πολιτική «ανοικτών θυρών» σε συνεργασίες με ΑΕΙ/ΑΤΕΙ και ερευνητικά ιδρύματα, που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στη δημιουργία ενός πλέγματος δραστηριοτήτων που μακροπρόθεσμα θα μπορούσαν να συμβάλλουν με ουσιαστικό τρόπο σε μια σειρά από ζητήματα που απασχολούν τους ανθρώπους της Ικαρίας (ΑΠΕ, διαχείριση φυσικού και δομημένου περιβάλλοντος, γεωργία-κτηνοτροφία-αλιεία, τρόφιμα, αλλά και αρχιτεκτονική, ιστορία, πολιτισμός) και να φέρνουν στο νησί μας νέους ανθρώπους με γνώση (άλλωστε και στα δύο έχουμε σοβαρή έλλειψη).
Αλλά αν απλώς θέλουμε να μας φτιάξουνε καμιά σχολή ίσα ίσα για να νοικιάζουμε σπίτια και να συντηρούμε καφετέριες, τότε γιατί να μη ζητήσουμε να μας φέρουν στο νησί και τη σχολή Ικάρων, που έχουμε και το copyright;
(Μόνο μην αρχίσουμε μετά να τσακωνόμαστε αν θα την κάνουνε από σταβέντου ή από σοφράνου, έτσι;)
Σ.Σ. Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 15/1/2013 και δημιούργησε ένα σχετικό σούσουρο στα ικαριακού ενδιαφέροντος σόσιαλ μήντια. Φυσικά εμφανίστηκαν και κάποια ελαφρώς προκρούστεια επιχειρήματα, οπότε δράττομαι της ευκαιρίας να επισημάνω ότι το κείμενο δεν αφορά το αν η ίδρυση πανεπιστημιακού τμήματος θα ήταν «καλή» ή όχι για το νησί (ανάλογα με τα κριτήρια του καθενός περί καλού και κακού, φυσικά) αλλά αν το αν έχει νόημα ολωσδιόλου η ιδέα... Αλλά αν είναι να συζητάμε φαντασιακά, όχι τη σχολή Ικάρων, το κοσμοδρόμιο του Μπαϊκονούρ να μας φέρουνε...
6/12/12
Ήρθαν τα κρητικά παιδιά...
Στην Ικαρία το καλοκαίρι δε με πρόλαβαν. Έφτασαν από το Ηράκλειο Δευτέρα πρωί, ενώ εγώ είχα φύγει Κυριακή μεσημέρι. Τους άφησα σαφείς οδηγίες πάντως, πού να πάνε και τι να κάνουν (προσαρμοσμένες στα γούστα τους όπως τα φανταζόμουν) και επί μέρες λάμβανα μηνύματα τύπου «Περνάμε υπέροχα!» και «Καλά, πόσο φανταστικά είναι!».
Ξαναμιλήσαμε (διαδικτυακώς πάντα) μέσα Σεπτέβρη· με εκείνην βέβαια, που την ξέρω από τα χρόνια μου στην Κρήτη. Εκείνον δεν τον είχα γνωρίσει από κοντά· όταν έφυγα από την Ελλάδα, πριν τρία χρόνια σχεδόν, η σχέση τους ήταν ακόμα στα σπάργανα και όπως συχνά συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις ήταν κάπως μυστική στην αρχή. Στα χρόνια που μεσολάβησαν επικοινωνούσαμε κατά καιρούς, κάποτε η φιλενάδα με επισκέφτηκε στην Ολλανδία με ένα κλιμάκιο ιστιοπλόων. Είχα προσέξει τότε ότι έτρωγε κάμποση ώρα στα τηλέφωνα με τον καλό της.
- Είναι ακριβά τα διεθνή τηλεφωνήματα, την πείραζα. Θα πτωχεύσεις.
- Δεν πειράζει, μου έλεγε χαμογελώντας παιχνιδιάρικα. Τα λεφτά δε φέρνουν την ευτυχία.
Όχι, αλλά η έλλειψή τους μπορεί καμμιά φορά να την περιορίζει κάπως. Το μάθαμε (οδυνηρά ενίοτε) αυτά τα χρόνια, μέχρι κι εγώ στο εξωτερικό. Πάντως η φίλη μου παρόλες τις ελλείψεις το είχε κάνει τάμα να έρθει και στη Λισσαβώνα, πριν εγκαταλείψω οριστικά την πόλη. Και ήρθε, μαζί με την άλλη κολλητή μας από την ιστιοπλοϊκή παρέα της Κρήτης και βέβαια με το σύντροφό της. Νοέμβρη μήνα. Με κρύο και βροχή του Ατλαντικού.
- Καλέ, αργήσατε κάπως.
- Ποτέ δεν είναι αργά.
- Σου πλήρωσαν το επίδομα αδείας;
- Πλάκα κάνεις; Μαζέψαμε ό,τι κέρμα είχαμε και ήρθαμε. Ακόμα περιμένω το δώρο του Πάσχα και το μισθό του Μαΐου.
- Καλά, και τί τις ήθελες τις Πορτογαλίες;
- Γιατί, πού θα τις ξαναβρώ;
Έλα ντε... Το φιλοσοφήσαμε λίγο, η φτώχεια θέλει καλοπέραση και τέτοια. Όχι ακριβώς φτώχεια μαύρη (τι να πούνε άλλοι κι άλλοι δηλαδή...) αλλά δεν είμασταν και για ζήτω, η φίλη απλήρωτη από το Πάσχα, ο δικός της ελεύθερος επαγγελματίας άνευ πελατείας λόγω κρίσης, η κολλητή άρτι απολυθείσα εποχιακή κι εγώ αναμένων τη σειρά μου οσονούπω. Αθροιστικώς εκατόν εξηντατριών ετών όλοι μαζί. Σαράντα κόμμα εβδομηνταπέντε κατά μέσο όρο. Όλο προοπτικές. Εγώ τον κοιτάω από ψηλά το μέσο όρο, άρα με λιγότερες προοπτικές. Το ζευγάρι τον κοιτάει από πιο κάτω, λίγο ως πολύ, άρα έχουν μέλλον.
Μείνανε μαζί μου εννιά μέρες. Έτυχε να έχω πολλή δουλειά και δεν μπόρεσα να τους «ζήσω» και πολύ, καθώς έτρεχα να προλάβω προθεσμίες με υποδειγματική ικαριακή συνέπεια (ξέρετε τώρα...) ενώ εκείνοι τριγυρνούσαν στο Μπελέμ και τη Σίντρα και την Αλφάμα και τα μουσεία και τα κάστρα. Και στα μαγαζιά ενίοτε. Κάπου προς το τέλος θυμήθηκε να του ψευτογκρινιάξει, τρυφερά πάντα.
- Μωρό μου, δε με πήγες να ακούσω φάδο... Καθόλου δε μ’ αγαπάς.
Έφυγαν πριν ξημερώσει· είχε πέσει μια γκρίζα ομίχλη στις όχθες του Τάγου. Ανανεώσαμε το ραντεβού για Ικαρία σε εποχή που θα είμαι κι εγώ. Ξαναμπήκα στο άδειο πλέον σπίτι· πριν πέσω στο κρεβάτι θυμήθηκα ένα πρωινό που την ξύπνησε απαγγέλοντάς της κάτι σα μαντινάδα:
Μάτια μου, μάτια των ματιών, των ομματιών μου μάτιαΚαλύτερο από φάδο μου φάνηκε.
Μάτια δεν έχω ξαναδεί σαν τα δικά σου μάτια.
Σ.Σ. Ο τίτλος προέρχεται από ένα (ιστιοπλοϊκού ενδιαφέροντος) δημοτικό τραγούδι της Ιερισσού που διασώζει η Δόμνα Σαμίου και θυμάμαι τους στίχους του κάπως έτσι:
Ήρθαν τα κρητικά παιδιά τα ‘μορφοπαλικάρια
τα όμορφα και τα νόστιμα και τ’ αρραβωνιασμένα
καράβιν εσκαρώσανε καταμεσού πελάγου
βάζουν κατάρτια μπρούτζινα κι αντένες ασημένιες
και τα πανιά μεταξωτά και ξάρτια συρματένια
κι όμορφον το καράβιν τους κι ο νιός που τ’ αρμενίζει
καράβι μου κι αν πας στην Χιό κι αν πάς στην Σαλονίκη
χαιρέτα μου την αγαπώ πού ‘χει τα μαύρα μάτια
Βασιλικό στα κάτεργα και δυόσμο στα καράβια
κι θερμασιά στις όμορφες και γειά στα παλληκάρια.
(Κάτεργα είναι οι γαλέρες, τα πλοία με κωπηλάτες· η σημερινή έννοια της λέξης ως φυλακής πρέπει να υπήρξε μεταφορική τον παλιό καιρό που η στέρηση της ελευθερίας μπορεί και να σήμαινε καταδίκη σε κωπηλασία σε κάποιο πλοίο. Από κεί και η λέξη κατεργάρης και η έκφραση κάθε κατεργάρης στον πάγκο του – για κουπί, εννοείται).
(Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 3/12/2012. Αν και δεν είναι ικαριακή ιστορία, με διαβεβαίωσαν ότι είναι εντός στόχευσης του mag, πράγμα που υποδηλώνει ευρεία στόχευση εκ μέρους του περιοδικού, βεβαίως βεβαίως...)
24/10/12
Βήχουμε ελεύθερα
Τις τελευταίες μέρες βήχω τρισάθλια και προβληματίζομαι κάπως· όχι γιατί κινδυνεύει η υγεία μου ή κάτι τέτοιο αλλά επειδή διάβασα στις ειδήσεις ότι μια βουλευτής αναφέρθηκε σε αυτούς τους ξένους, τους μετανάστες (υπάνθρωποι και τρισάθλιοι, λέει), που κουβαλάνε ποιος ξέρει τι αρρώστιες. Επειδή τυχαίνει να είμαι κι εγώ μετανάστης (έστω και στην Ολλανδία ή στην Πορτογαλία) και έχω εσχάτως και το βηχαλάκι μόνιμο, φοβάμαι ότι εμπίπτω κάπως στην εν λόγω κατηγορία των υπανθρώπων με τις ασθένειες. Ευτυχώς στη Λισσαβώνα δεν φαίνεται να κινδυνεύω από κάτι, αλλά άμα κατέβω στην Αθήνα πρέπει να έχω το νου μου μην τυχόν σκάσουν από καμμιά γωνία τίποτα σφίχτες μαυροντυμένοι, διότι έτσι και πέσουμε μπάτσα φάτσα, άντε να βγάλουμε άκρη τι εθνικότητας είναι τα μικρόβια που μου προκαλούν το βήχα.
Και εκεί που βήχω όλο και χειρότερα, άξαφνα αναθυμάμαι μια σχετική καριώτικη ιστορία που είχα διαβάσει στα σχόλια του ιστολογίου πριν δυο-τρια χρόνια, και είναι τόσο καλή που είναι κρίμα να μένει ξεχασμένη εκεί πέρα. Ψάχνω λοιπόν στο ιστολόγιο και την εντοπίζω:
[...] Ανεβαίνω ένα σοκάκι στο γιαλό στο Καραβόσταμο προχτές το απόγευμα. Ένας κύριος κατεβαίνει βήχοντας κάπως έντονα.
- Βήχεις πάλι, Δημήτρη; τον ρωτάει μια γυναίκα από το μπαλκονάκι της.
- Ναι, κυρία μου, βήχω, απαντά με ...περηφάνια. Βήχω διότι έχω καλή γυναίκα! της λέει και συνεχίζει το δρόμο του.
Περνώντας από δίπλα μου - εγώ έκείνη την ώρα θα πρέπει να είχα ύφος ηλιθίας, το λιγότερο - γυρνά και μου λέει συνομωτικά, αν και δε γνωριζόμαστε καθόλου.
- Ε ναι, λοιπόν, κοπέλα μου, έχω καλή γυναίκα, που λες. Διότι εάν είχα κακή γυναίκα, ‘α μου τον είχε «κόψει το βήχα» μαθές! [...]
Ηθικόν δίδαγμα: βήχουμε ελεύθερα... Διότι εφόσον δε μας τον κόβει το βήχα η καλή γυναίκα, σιγά μη μασήσουμε από τις κάθε λογής τρισαθλιότητες...
Σ.Σ. Δημοσιεύτηκε (με μικροπαραλλαγές) στο ikariamag στις 22/10/2012. Την αυθεντική ιστορία την είχε γράψει κάποτε στα σχόλια του παρόντος ιστολογίου ανώνυμη πλην γνωστή και μη εξαιρετέα σχολιογράφος.
10/9/12
Οι βετεράνοι
Λένε ότι τη δεύτερη φορά η ιστορία επαναλαμβάνεται ως κωμωδία, αλλά εδώ το αστειάκι είχε ξεκινήσει ήδη από την πρώτη. Ή τουλάχιστον αυτό θα πίστευε όποιος τους έβλεπε στην αφετηρία. Άλλος με βερμουδίτσα, άλλος με τζηνάκι, άλλος με σορτσάκι. Ένας πήγε να βγάλει το σορτσάκι και να μείνει με το μαγιώ, αλλά τον κράξανε οι υπόλοιποι και το ξανάβαλε. Το συζητάγανε κάμποση ώρα πριν, καθώς αγωνίζονταν στην κολύμβηση τα παιδιά τους, στους 81ους Πανικάριους Αγώνες. Πλάκα-πλάκα το πράγμα κάποια στιγμή σοβάρεψε, και παρά τις απώλειες της τελευταίας στιγμής (ένας που χώθηκε μια στιγμή στο πρακτορείο «να πάρει εφημερίδα» και δεν ξαναβγήκε παρά αφότου είχε διαβάσει όλες τις κυριακάτικες εκδόσεις μαζί με τα ένθετα, κι άλλος ένας που είπε «ναι, έρχομαι τώρα αμέσως» και έκτοτε αναζητείται από τον Ερυθρό Σταυρό) πέντε έφτασαν ως το βατήρα της αφετηρίας. Δηλαδή βατήρα ο Θεός να τον κάνει, το λιμανάκι του Ευδήλου δεν είναι ακριβώς κολυμβητήριο. Με κοιλίτσες και προγούλια μερικοί, με μαλλιά αραιά και κάπως γκρίζα κάποιοι, (ένας-δυο ήτανε ξανθοί βέβαια και μπερδευότανε το πράγμα), άλλοι πιο καλά διατηρημένοι, αλλά όλοι πατημένα σαράντα. Κάποια στιγμή ακούστηκε ένα «πλατς» και πέντε κορμιά έπεσαν στο νερό. Καμιά πενηνταριά μέτρα πιο πέρα, στην απέναντι προκυμαία, η ελλανόδικος επιτροπή περίμενε να τερματίσουν.
Οι τρεις έφτασαν σχεδόν μαζί – οι δυο ξανθοί δευτερότριτοι κι ο άλλος που ανακηρύχθηκε νικητής. Ανεπιβεβαίωτες φήμες που κυκλοφόρησαν αργότερα ισχυρίζοντο ότι δεν ήταν απολύτως σαφές ποιος τερμάτισε πρώτος, αλλά βάρυνε το ότι η ελλανόδικος επιτροπή ήταν κατά βάση η σύζυγος και η αδελφή του ανακηρυχθέντος. Πιο πίσω είχαμε ένα άλλο μεγάλο ντέρμπυ, καθώς ο πέμπτος δήλωνε ότι έφαγε μια υποβρύχια κλωτσιά στα μούτρα σε ανύποπτο χρόνο και αποπροσανατολίστηκε με αποτέλεσμα να τερματίσει τελευταίος. Ο τέταρτος ισχυριζόταν ότι δεν υπήρξε καμμία κλωτσιά. Απλώς κάποια στιγμή προσευχήθηκε στον καλό θεούλη να μην έρθει τελευταίος, οπότε η υποτιθέμενη κλωτσιά μάλλον ήταν θεϊκή παρέμβαση.
- Ρε εγώ έφαγα κλωτσιά, γκρίνιαζε ο πέμπτος.
- Μη βλασφημείς, τέκνον μου, τον αποστόμωνε ο τέταρτος δείχνοντας κατά τον ουρανό.
Βέβαια όλο και κάποιο θαύμα θα υπήρχε, καθότι αν και ισοϋψείς, ο τέταρτος ήταν είκοσι-τριάντα κιλά παχύτερος. Φιλική τιμή.
- Ρε μπας και του ‘χωσες καμιά μουλωχτή στ’ αλήθεια;
- Συκοφαντίες του κιτρίνου τύπου. Εγώ έχω μυϊκή μάζα, έχω αντοχή. Αυτός ρέταρε μετά τα είκοσι μέτρα και προσπαθεί να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα.
Μέχρι να τελεσιδικήσει το ζήτημα το βράδι στο πανηγύρι, είχε μεσολαβήσει και η απονομή στους νικητές (καθότι είχαν περισσέψει κάτι μετάλλια στους απογευματινούς αγώνες στίβου), από το Δήμαρχο Ικαρίας αυτοπροσώπως παρακαλώ. Κανονική απονομή, με βάθρο και ανακοίνωση των ονομάτων και χειροκροτήματα. Κατηγορία «βετεράνων», λέει. Όχι και εντελώς βετεράνων βέβαια, καθώς ο τερματίσας δεύτερος πρόλαβε κι έτρεξε και στα πέντε χιλιάδες μέτρα. Όχι τίποτα βετεράνων, τα κανονικά πέντε χιλιάδες μέτρα. Και πήρε και το ασημένιο μετάλλιο· όχι παίζουμε.
Κατόπιν εορτής βέβαια ήθελαν κι άλλοι να παίξουν.
- Ρε γαμώτο, να μην προλάβω να κατέβω...
- Ε, καλά, του χρόνου.
- Σιγά μην επαναληφθεί τέτοιο σκηνικό του χρόνου.
Αυτό το «του χρόνου» έφτασε κάποτε και ξαναμαζεύτηκαν στην Ικαρία το καλοκαίρι που μόλις πέρασε, συν γυναιξί και τέκνοις (όσοι είχανε). Μεταξύ ποικιλίας και ούζου έπεφτε και καμμιά παραίνεση «με φειδώ παιδιά, έχουμε και αγώνες». Τζίφος βέβαια, αφειδώς πήγαιναν κάτω τα ούζα. Με μια πιθανή εξαίρεση, καθώς ο περσινός δευτεραθλητής, φέτος έκανε υγιεινή ζωή. Οι άλλοι οδηγούσαν από και προς τις παραλίες, κουβαλώντας κουτσούβελα και ομπρέλες και ψάθες, ενώ αυτός πηγαινοερχόταν με ποδήλατο. Και στον ανήφορο. Όταν δεν ποδηλατούσε, έκανε τζόγκιγκ· τον πέτυχα ένα σούρουπο στον Κάμπο.
- Να σε πάω με τ’ αμάξι;
- Άσε μωρέ, πάω με τα πόδια.
- Μιλάμε, εσύ κάνεις φουλ προπόνηση για το χρυσό μετάλλιο, έτσι;
- Ποιο μετάλλιο, πλάκα κάνεις; Έτσι για τη φάση τρέχω.
Φάση στη φάση, οι μέρες περνούσαν και πλησίαζε η μεγάλη μέρα για τους 82ους Πανικάριους Αγώνες. Άρχισα να μαζεύω συμμετοχές: Ο περσινός πρώτος δήλωνε έτοιμος για όλα. Ο δεύτερος όπως είπαμε ποδηλατούσε ακατάπαυστα. Ο τρίτος δεν έκανε δηλώσεις, έκανε ψαροτούφεκο. Ο τέταρτος συνέχιζε τα ούζα δηλώνοντας άμετρη εμπιστοσύνη στα θαύματα του καλού θεούλη. Ο πέμπτος δήλωσε ότι αρνείται να πέσει αν είναι δίπλα στον τέταρτο. Ο «ρε-γαμώτο-να-μην-προλάβω» φέτος θα προλάβαινε. Ο «κρύφτηκα-στο-πρακτορείο», ξεμύτισε πίσω από μια εφημερίδα και δήλωσε έτοιμος να ξεπλύνει τη ντροπή. Ο «σε-λίγο-έρχομαι» ακόμα αγνοείται – φήμες λέγουν ότι πήρε τα βουνά και εθεάθη τελευταία φορά σε ένα καφενείο στην Αρέθουσα.
- Πάντως κι αυτός αδυνατισμένος είναι, σχολίασε ο περσινός πρώτος. Ίσαμε δέκα κιλά έχει χάσει. Λες να κάνει προετοιμασία κρυφά;
- Δεν έχει μυϊκή μάζα, επέμεινε ο τέταρτος τσιμπολογώντας κάτι καλαμαράκια. Άκου με εμένα που ξέρω από μάζα.
- Εγώ δεν τα βλέπω καλά τα πράγματα, είπε ο πρώην-κρυμμένος-και-άρτι-εμφανισθείς κατεβάζοντας την εφημερίδα του. Το πανηγύρι είναι Σάββατο βράδι φέτος, πώς θα πάμε στους αγώνες Κυριακή πρωί; Όλοι σουρωμένοι θα είμαστε.
- Έλα μωρέ, εδώ είμαστε σουρωμένοι τις καθημερινές, στις Κυριακές θα κολλήσουμε; είπε ένας άλλος, άρτι αφιχθείς από το Νεπάλ. Άντε εβίβα!
Σάββατο βράδι, εν μέσω πανηγύρεως, τους τσέκαρα έναν προς έναν. Έτρωγαν, έπιναν, χόρευαν μέχρι τις έξι το πρωί. Ξημέρωσε και χόρευαν ακόμα. «Αποκλείεται να γίνουν αγώνες», σκέφτηκα, «βετεράνων, τουλάχιστον», και πήγα ήσυχος για ύπνο.
Στις δώδεκα το μεσημέρι, χτύπησε το τηλέφωνο του περσινού πρώτου.
- Τι έγινε, πού είσαι; Αργείς; Οι άλλοι περιμένουν.
- Σε πέντε λεπτά είμαι εκεί, είπε κι έφυγε τρέχοντας.
Ήταν επτά αυτή τη φορά. Ο περσινός τρίτος δεν συμμετείχε, ενώ ο περσινός πέμπτος παρέμεινε πιστός στη δήλωση ότι δεν πέφτει στην ίδια κούρσα με τον τέταρτο. Ήρθε όμως ο «ρε-γαμώτο-να-μην-προλάβω», ο «κρύφτηκα-στο-πρακτορείο», ο «άρτι-αφιχθείς-από-το-Νεπάλ» κι ένας από τις Ράχες που είναι άγνωστο αν είχε ειδοποιηθεί επιτούτου ή αν είδε φως και μπήκε, πάντως έσπασε το Ευδηλιώτικο καρτέλ. Και ο αγώνας είχε τις συγκινήσεις του, παρά το ότι ο προπονημένος ποδηλάτης τους άφησε όλους ένα σώμα πίσω και κέρδισε καθαρά. Πίσω του ο περσινός πρώτος τώρα έμεινε δεύτερος, ενώ ο «πέρσι-δεν-πρόλαβα» φέτος πρόλαβε να βγει τρίτος. Ακολούθησε ο «κρύφτηκα-στο-πρακτορείο» που μετά τον αγώνα μετονομάστηκε σε «ξέπλυνα-τη-ντροπή». Ο από-τις-Ράχες ήρθε πέμπτος, ενώ ο περσινός τέταρτος (με τη μυϊκή μάζα) τώρα ήρθε έκτος, πλην όμως (θαύμα! θαύμα!) πάλι δεν ήταν τελευταίος, θέση που κατέλαβε ο αφιχθείς-απ-το-Νεπάλ, ο οποίος μάλλον ξεμέθυσε άξαφνα λίγη ώρα αφότου έπεσε στο νερό, σταμάτησε να κολυμπάει κι άρχισε να αναρωτιέται τι διάολο γυρεύει μέσα στη θάλασσα και γιατί άραγε κολυμπάνε του σκοτωμού όλοι αυτοί οι σαρανταφευγάτοι τύποι. Σε πιάνει μια αυτογνωσία στο Νεπάλ, όσο να ‘ναι.
Όσο για τα φετινά μεθεόρτια, εγώ ήμουνα στο βαπόρι για Πειραιά και δεν είδα την απονομή και τους απογευματινούς αγώνες, αλλά οι πληροφορίες λένε ότι ο «έτσι-για-τη-φάση-τρεχω» έτρεξε και φέτος στο πεντάρι του στίβου και πήρε πάλι το ασημένιο μετάλλιο. Φημολογείται επίσης ότι στον ακοντισμό υπήρξε ειδική κατηγορία «βετεράνων και εφήβων» όπου αγωνίστηκαν πατεράδες και παιδιά αντάμα, με σημαντικότερη είδηση ότι ο κριτής του αγωνίσματος κατάφερε να επιβιώσει αρτιμελής, χωρίς να του βγάλουν οι αθλητές κάνα μάτι (παρότι προσπάθησαν φιλότιμα).
Αν όλα πάνε καλά και δεν έχουμε καμμιά φύρα (είμαστε και σε κρίσιμη ηλικία οι βετεράνοι, μην ξεχνιόμαστε...) του χρόνου οι συμμετοχές αναμένεται αυξηθούν κι άλλο· μη σας πω ότι θα έχουμε και προκριματικές σειρές στην κατηγορία 40+ (κι όποιος αντέξει...). Στα πλαίσια του ευ αγωνίζεσθαι φημολογείται ότι θα αναζητηθούν εν δυνάμει αθλητές που προς το παρόν βρίσκονται αποκλεισμένοι σε ορεινά καφενεία, καθώς και ότι θα γίνει ειδική πρόσκληση και σε βετεράνους αποσταβέντου, ώστε να συμβάλλουν όλοι να ξαναζήσει ο ικαριακός αθλητισμός τις ιστορικές στιγμές του παρελθόντος.
Πάντως οι φήμες ότι ο περσινός πρώτος (και νυν δεύτερος) αγόρασε ήδη ποδήλατο και ξεκινάει προετοιμασία για του χρόνου, ελέγχονται ως ανακριβείς.
(Δημοσιεύτηκε στο Ikariamag στις 5/9/2012. Μια ενδιαφέρουσα ιστορία για έναν παλιότερο αγώνα καταγράφει ο Νάσος Μπράτσος εδώ. Η φράση με τις συκοφαντίες του κιτρίνου τύπου είναι ατάκα του ηθοποιού Δημήτρη Νικολαΐδη στο ρόλο του ναυχου Γελεβουρδέζου στην παλιά ελληνική ταινία «Δεσποινίς Διευθυντής».)
13/6/12
Στάχυα που ταξιδεύουν
Το σκηνικό, σαράντα χρόνια αργότερα...
Δεν ήταν τότε που είδα την υπόλοιπη οικογένεια να ετοιμάζεται για τη θάλασσα αλλά εμένα με άφηναν στο πάρκο να παίζω μόνος, και βρέθηκα να φωνάζω στη γειτόνισσα «Ζωή, παπέλο!», να μου φορέσει δηλαδή το καπελάκι για να πάω κι εγώ μαζί. Ούτε τότε που η Αργυρούλα μου πήρε το κουβαδάκι, στο αμμουδάκι μπροστά στου γιατρο-Κωσταντή. Ούτε η πρώτη φορά που περπάτησα, μέσα στο μαγαζί του Χαρδαλούπα, τα πρώτα μου βήματα χωρίς στήριξη. Όλα αυτά συνέβησαν βέβαια, αλλά δεν έχω την ανάμνησή τους, θυμάμαι μόνο τις διηγήσεις που άκουγα αργότερα από γονείς και αδέλφια, ίσως και κάποια κατασκευασμένη ψευδοανάμνηση, ανακατεμένη με μπόλικη φαντασία.
Όχι, η πρώτη ξεκάθαρη μνήμη είναι μια επίσκεψη στο πατρικό της μάνας μου, στην περιοχή Ροβυθέ στην Ακαμάτρα. Είναι μεσημέρι καλοκαιρινό, η μάνα μου με κρατάει αγκαλιά, τα αδέλφια μου παίζουν με τα νερά στο «ποτάμι» (που δεν είναι παρά ένα ποτιστικό αυλάκι, από αυτά που κατεβάζουν το νερό της Αλάμας στα χωράφια της Μεσαριάς, αλλά είναι το πρώτο τρεχούμενο νερό που βλέπω ποτέ) κι εγώ θέλω να παίξω μαζί τους, αλλά η μάνα θεωρεί ότι τριάντα μηνών είμαι πολύ μικρός ακόμα για περιπέτειες, μάλλον. Η αδελφή μου, με κοτσίδες και γαλάζιο φουστανάκι κόβει στάχυα και τα ρίχνει στο νερό. Τα στάχυα επιπλέουν, παρασύρονται από το νερό κι όπως ταξιδεύουν ο αδελφός μου τρέχει παράλληλα με το αυλάκι και πασχίζει ματαίως να τα πιάσει. Ο πατέρας κάπου στο φόντο τραβάει φωτογραφίες.
Θέλω να παίξω και δε με αφήνουν και με παίρνει το παράπονο και κλαψουρίζω κι η μάνα μου με παραδίδει στη γιαγιά και πάει να περιμαζέψει τα μεγάλα. Η γιαγιά μου μιλάει σιγανά, τραγουδιστά κάπως (δε θυμάμαι λέξη βέβαια) και με κανακεύει και ησυχάζω. Η μυρωδιά της είναι αλλιώτικη, η αγκαλιά της είναι δροσερή και παρηγορητική.
Κάποτε εντόπισα τις φωτογραφίες που τράβαγε ο πατέρας μου στο ασπρόμαυρο φιλμ· φαίνομαι να φοράω το επίμαχο ίσως καπελάκι καθώς η γιαγιά με βαϊλίζει. Πρέπει να ήταν καλοκαίρι του 1970, γιατί άλλη ανάμνηση της γιαγιάς δεν έχω· πέθανε λίγους μήνες αργότερα.
Πολλά χρόνια μετά, κάθομαι μπροστά σε έναν υπολογιστή για να ανοίξω το πρώτο μου (και τελευταίο, εισέτι...) ιστολόγιο, που το φαντάζομαι ως μια συλλογή αναμνήσεων. Ο ιστότοπος ζητάει μια ονομασία διεύθυνσης url. Μένω για λίγο σκεφτικός, κι ύστερα γράφω το σκηνικό της πρώτης ανάμνησης:
Ροβυθέ.
(Δημοσιεύτηκε στο Ikariamag στις 6/6/2012, στα πλαίσια του αφιερώματος στην πρώτη μνήμη Ικαρίας. Με την ανάρτηση αυτή το ιστολόγιο συμπληρώνει τις 300 δημοσιευμένες αναρτήσεις.)
16/4/12
Δεύτε λάβετε φως
Άνοιξη, ανθισμένη σπάρτη, κι οι πλαγιές στα κίτρινα. Πάσχα 2008.
Δεν ξέρω πώς τους συνέμπε των δικών μου εκείνη τη χρονιά - το ’78 ήτανε - να πάμε κάτω να κάνουμε Πάσχα. Σπίτι δεν είχαμε, οπότε μείναμε μετά από κάποιες μυστηριώδεις συνεννοήσεις στο σπίτι ενός ξαδέλφου εξ’ αγχιστείας, μετανάστη, που ερχόταν οικογενειακώς μόνο για καλοκαίρι. Δεν είμαι βέβαιος αν η φιλοξενία μας έγινε στα πλαίσια της ευρύτερης ικαριακής αλληλεγγύης ή απλώς στη ζούλα, πάντως σε εκείνο το ξένο σπίτι ανακάλυψα για πρώτη φορά ορισμένα εξωτικά αντικείμενα που μου έκαναν τεράστια εντύπωση. Όπως ας πούμε κάτι τεύχη Αστερίξ, ξενόγλωσσα (θυμάμαι τον αδελφό μου να πασχίζει να ξεδιαλύνει το «Ο Αστερίξ ολυμπιονίκης» στα εγγλέζικα), κάτι ρακέτες και φουντάκια (δεν τα λες και μπαλάκια...) του μπάντμιγκτον, μια μπάλα του ράγκμπυ (πεπονοειδή), μια συσκευή βίντεο (που πάντως δεν έπαιζε). Ωστόσο όλες αυτές οι απίστευτες για την εποχή χλίδες, δεν έπιαναν μία μπροστά στη μεγάλη ανακάλυψη της χρονιάς.
- Φυλαχτά ξέρετε να φτιάχνετε; ρώτησε ο μεγάλος ξάδελφος.
Του είπαμε ότι δεν είμαστε προληπτικοί και δε φοράμε πάνω μας τέτοια πράγματα. Ο ξάδελφος έβαλε τα γέλια.
- Βρε όχι τέτοια φυλαχτά, π’ αναγκασμά σας... Από τα άλλα, που σκάνε.
Κοιταχτήκαμε παραξενεμένοι με τον αδελφό μου. Ο ξάδελφος μας πήγε με μύριες προφυλάξεις σε μια παρακείμενη οικοδομή και βάλθηκε να ξεπαρταλιάζει ένα σακκί που κάποτε περιείχε τσιμέντο. Μετά με άλλες μύριες προφυλάξεις και «σσσστ» μας πήγε πίσω από τον αχερώνα όπου μέσα σε έναν τσιμεντόλιθο είχε τα υπόλοιπα συμπράγκαλα: φυτίλι («από το νταμάρι») και ένα μικροσκοπικό σακουλάκι με μια μαύρη, γιαλιστερή σκόνη.
- Τόσο λίγο μπαρούτι; ρώτησε ο αδελφός μου καχύποπτα. Σιγά μη σκάσει, ούτε τσαφ δε θα κάνει.
Ο ξάδελφος δεν είπε τίποτα, απλώς χαμογέλασε μυστήρια. Ύστερα βάλθηκε να τυλίγει μικροποσότητες της μαύρης σκόνης σε ένα σφιχτό τριγωνικό περιτύλιγμα από το χαρτί. Περνούσε το φυτίλι με ένα μυτερό σουγιαδάκι και το έκλεινε με μονωτική ταινία. Κάθε τόσο με έστελνε για τσίλιες, να δω μην έρχεται κάνας μεγάλος. Κάποτε τέλειωσε· άναψε ένα δοκιμαστικά και το πέταξε στο κοτέτσι (με τις κότες μέσα). Ακούστηκε κάτι σα σούρσιμο (το χαρτί που σκιζόταν μάλλον) και μια έκρηξη όχι φοβερά δυνατή, αλλά ούτε και να σε αφήσει αδιάφορο. Τις κότες πάντως τις έκανε φύλλο και φτερό· τρέχανε πανικόβλητες η μια πάνω στην άλλη κακαρίζοντας σαν τρελές. Η θεία μου (ιδιοκτήρια του κοτετσιού και μάνα του ξαδέλφου) ακούστηκε από την κουζίνα να απειλεί θεούς και δαίμονες.
- Είδες που σκάει; σχολίασε ατάραχος ο ξάδελφος καθώς έτρεχε (κι εμείς μαζί) για να αποφύγει τις μητρικές φροντίδες.
Το βράδυ της Ανάστασης εμείς οι «Αθηναίοι» είμασταν κάπως συγκρατημένοι, καθώς είχαμε άλλα χούγια, χώρια η επιτήρηση από γονείς και γιαγιά. Αλλά ακόμα κι έτσι, κάποια στιγμή βρέθηκε μυστηριωδώς στο χέρι μου ένα φυλαχτό· βγήκα και το έσκασα έξω από την Παναγία, στην πλαϊνή αυλή. Ξαναμπήκα ίσα τη στιγμή που ο συχωρεμένος ο παπα-Κούτης έβγαινε στην Ωραία Πύλη κι ετοιμαζόταν να πει το «Δεύτε λάβετε φως». Όμως, καθώς έστριβε προς το εκκλησίασμα που πλησίαζε να πάρει το άγιο φως, μια αόρατη χειρ μέσα από το ιερό αμόλησε ένα φυλαχτό στα πόδια του παπά, το οποίο έσκασε με δύναμη και άρχισαν να βγαίνουν καπνοί κάτω από τα ράσα. Ο καημένος ο παπάς ήτανε θεόκουφος και δεν άκουσε το μπαμ, αλλά μύρισε το μπαρούτι, είδε τους καπνούς και πάσχιζε να καταλάβει τι του συμβαίνει. Όλοι οι υπόλοιποι βέβαια μια χαρά κατάλαβαν, κι ένας-δυο αγανακτισμένοι μεγάλοι χώθηκαν από τη δεξιά πόρτα στο ιερό να βρουν τον ένοχο (την ίδια στιγμή που ένα πλήθος πιτσιρίκια - ντυμένα παπαδάκια μερικά - το έσκαγαν από την αριστερή). Ένας από τους αγανακτισμένους ξεπρόβαλλε στην Ωραία Πύλη, έκανε πέρα τον παπά που ακόμα πάλευε να συνέλθει, κι έδειξε προς μια απροσδιόριστη κατεύθυνση στο αναβράζον εκκλησίασμα όπου είχαν ανακατευτεί τα μικρά φωνάζοντας:
- Βρε άμα σε πιάσω ‘α σε θέκω από το στειλιάρι που ‘α φας.
Αλλά ίσα που εκστόμισε τα λόγια αυτά κι αμέσως εμφανίστηκε άλλο ένα φυλαχτό, εκσφενδονισμένο αυτή τη φορά από το γυναικωνίτη, έκανε γκελ πάνω στον πολυέλαιο κι έσκασε ακριβώς μπροστά του· εκείνος τότε έκανε ένα εκπληκτικό επιτόπιο άλμα και κατέληξε να κουτρουβαλάει στα σκαλιά. Κι άξαφνα, πάνω στη σύγχιση, συνήλθε ο παπάς από τον τάραχο κι ακούστηκε να λέει, λίγο πρόωρα βέβαια:
- Χριστός ανέστη.
Κι έγινε το ανάστα ο Κύριος από τις εκρήξεις.
Σ.Σ. Κι επειδή η γνώση της κατασκευής αυτοσχέδιων εκρηκτικών έχει χαθεί ενόψει της επελαύνουσας παγκοσμιοποιήσης (βλ. κινέζικα), ο γράφων και το ikariamag ουδεμία ευθύνη φέρουν αν τυχόν πάει κανένας και κόψει κάνα δάχτυλο πειραματιζόμενος με φυτίλια και μπαρούτια, ξηγηθήκαμε;
Και τις κότες να τις αφήκετε στην ησυχία τους.
(Δημοσιεύτηκε στο Ikariamag στις 10/4/2012).








