ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο - Γιάννενα


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Με πανια και με κουπια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Με πανια και με κουπια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

12/5/18

Δέσποινα (Ίταλο Καλβίνο)

Μια εικονογράφηση της Δέσποινας από την Carina Puente Frantzen, ο σύνδεσμος από εδώ.

Με δύο τρόπους φτάνει κανείς στη Δέσποινα: με το πλοίο ή με την καμήλα. Η πόλη παρουσιάζεται διαφορετικά σε όποιον έρχεται από τη στεριά και σε όποιον έρχεται από τη θάλασσα.

Ο καμηλιέρης που βλέπει να εμφανίζονται στον ορίζοντα του οροπεδίου οι κορυφές από τους ουρανοξύστες, οι κεραίες από τα ραντάρ, να χτυπάνε στον άνεμο οι λευκοί και κόκκινοι ανεμοδείκτες, να βγάζουν καπνό οι καπνοδόχοι, βάζει με το νου του ένα πλοίο· ξέρει ότι πρόκειται για μια πόλη αλλά τη σκέφτεται σαν ένα καράβι που τον παίρνει μακριά από την έρημο, ένα ιστιοφόρο έτοιμο να σαλπάρει, με τον άνεμο που ήδη φουσκώνει τα άλυτα ακόμα πανιά του, ή τον ατμό στο λεβητοστάσιο που δονεί τη σιδερένια καρίνα, και σκέφτεται όλα τα λιμάνια, τα υπερπόντια εμπορεύματα που οι γερανοί αδειάζουν πάνω στους μόλους, τα καπηλειά στα οποία πληρώματα από διαφορετικές σημαίες σπάνε μπουκάλια στα κεφάλια ο ένας του άλλου, τα φωτισμένα παράθυρα των ισογείων, το καθένα με μια γυναίκα που χτενίζεται.

Στην καταχνιά της ακτής ο ναυτικός ξεχωρίζει το σχήμα της καμπούρας μιας καμήλας, τα λαμπερά κρόσσια της κεντημένης σέλας ανάμεσα σε δυο πιτσιλωτές καμπούρες που προχωρούν λικνιζόμενες, ξέρει πως πρόκειται για μια πόλη αλλά τη φαντάζεται σαν μια καμήλα από το σαμάρι της οποίας κρέμονται ασκιά και δισάκια γεμάτα γλασαρισμένα φρούτα, μπουκάλια με κρασί από χουρμάδες, φύλλα καπνού, και ήδη βλέπει τον εαυτό του επικεφαλής ενός μεγάλου καραβανιού που τον πηγαίνει μακριά από την έρημο της θάλασσας, προς οάσεις με γλυκό νερό στην οδοντωτή σκιά των φοινίκων, προς παλάτια με χοντρούς ασβεστωμένους τοίχους, με εσωτερικές αυλές από πλακάκια πάνω στα οποία χορεύουν ξυπόλυτες οι χορεύτριες, και κουνάνε τα χέρια τους λίγο μέσα και λίγο έξω από το πέπλο.

Η κάθε πόλη παίρνει το σχήμα από την έρημο στην οποία αντιστέκεται· έτσι βλέπουν τη Δέσποινα, πόλη-σύνορο ανάμεσα σε δύο ερήμους, ο καμηλιέρης και ο ναύτης.

Ίταλο Καλβίνο - Οι αόρατες πόλεις
Οι πόλεις και η επιθυμία 3

(Μετάφραση: Ανταίος Χρυσοστομίδης, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2004)


19/10/15

Ακούει το «Ικαρία»;

Σκάφος με τη σημαία της Ελευθέρας Πολιτείας Ικαρίας σε ανεπίσημη επίσκεψη στη φθινοπωρινή Άνδρο, Μπατσί (Φωτό © Ροβυθέ, Οκτώβριος 2015)

- Από Δαίδαλο, Ικαρία ακούει;
- Ακούει Ικαρία.
- Πορεία 130.
- Ελήφθη.


Στο αεροδρόμιο της Αθήνας έφτασα μεσάνυχτα Πέμπτης. Παρασκευή απόγευμα ο Νίκος πέρασε και με μάζεψε και ξαναβρεθήκαμε στο αεροδρόμιο όπου συναντηθήκαμε με τον Αντώνη και το Βασιλάκη. Στην αίθουσα αναμονής πέσαμε πάνω στο Δαμιανό· πήραμε όλοι μαζί το αεροπλάνο για Σκιάθο όπου μας περίμεναν οι άλλοι δύο. Ο Φραγκίσκος με το Γιώργο πήραν μαζί τους το Δαμιανό στο «Δαίδαλος». Οι υπόλοιποι τέσσερις, Καριώτες όλοι, γίναμε το πλήρωμα του «Ικαρία». Χάρη στην παρουσία του εντεκάχρονου συνονόματου Βασιλάκη, για πρώτη φορά στα χρονικά αυτής της παρέας δεν με φώναζαν με το υποκοριστικό του ονόματος αλλά με το κανονικό. Προσπάθησα εις μάτην να τους επιβάλω να με φωνάζουν Κηλ, επί το ιστιοπλοϊκότερο Keel, αλλά κανείς δεν τσίμπησε. Δεν πειράζει, σαρανταεφτά χρόνια Βασιλάκης έγινα επιτέλους για τρεις μέρες Βασίλης· επαρκής λόγος να συμπαθήσω τον πιτσιρικά όσο δε λέγεται.

Σαλπάραμε γύρω στις δέκα και μισή, αφού περιμέναμε κάμποσο το Δαίδαλο να ξεμπλέξει την άγκυρά του. Ο καιρός ήταν ακόμα καλός, και βιαζόμασταν να προλάβουμε να περάσουμε το Καβοντόρο πριν μας πιάσει το εξάρι-εφτάρι που προβλεπόταν για την Κυριακή. Στη θάλασσα η συντομότερη οδός δεν είναι πάντα η ευθεία· αποφασίσαμε να κατευθυνθούμε προς Άνδρο ώστε την Κυριακή που θα γύριζε Νοτιάς να μην τον έχουμε κόντρα. Ο προπορευόμενος Δαίδαλος έδειχνε την πορεία (130 μοίρες για Κύμη κατ’ αρχήν) με το πρυμνιό φως να λειτουργεί ως σημάδι. Κάναμε βάρδιες κατά δυάδες (και ο μικρός, που απεδείχθη εξαιρετικός τιμονιέρος). Στη σκοτεινή νύχτα, ο ουρανός ήταν γεμάτος χιλιάδες αστέρια. Ο ήχος της μηχανής (μηχανάδα πηγαίναμε, δε φύσαγε ούτε πέντε κόμβους) διακοπτόταν πού και πού από τις διασκεδαστικές παρατηρήσεις που ερχόντουσαν από το VHF.

- Ικαρία ακούει;
- Έλα Δαίδαλος, ακούει Ικαρία.
- Ερυθρό έχετε;
- Τι ερυθρό; Κόκκινο φως αριστερά;
- Ναι, ερυθρό.
- Στο χωριό μου το λένε κόκκινο. Εσύ απ’ το ίδιο χωριό δεν είσαι;
- Ρε λέγε αν έχετε, δεν το βλέπω.
- Πού να το δεις, αφού είσαι δεξιά. Το κόκκινο είναι αριστερά.
- Καλά, πορεία 130.
- Ελήφθη Δαίδαλος. Τέλος.


Έδωσα κάνα δυο μοίρες ακόμα στον αυτόματο για να πάω λίγο πιο δεξιά. Πάνω στην ώρα το VHF ξαναχτύπησε.

- Προσοχή, Ικαρία, είναι ένα μηχανοκίνητο και μια μηχανότρατα αριστερά μου.

Πριν προλάβω να πω κάτι σαν «Ναι ρε μλκ, τα βλέπω, μπαμ κάνουνε» ακούστηκε μια τρίτη φωνή στο κανάλι 72.

- Γρι-γρι είμαι καπετάνιε, όχι τράτα.
- Α, συγγνώμη,
ακούστηκε πνιγμένος στα γέλια ο «καπετάνιος».
- Από μπροστά σου να περάσω ή από πίσω;
- Από μπροστά, έχω και ουρά πίσω.


Σήκωσα το φορητό VHF:

- Η ουρά ακούει, Δαίδαλος.

Αλλά κάπου εκεί τα έπαιξαν οι μπαταρίες και το φορητό γύρισε αυτόματα στο 16 λίγο πριν εκπνεύσει οριστικά. Δυνάμωσα το κεντρικό VHF ώστε να ακούγεται από την καμπίνα αν μιλήσει κάποιος. Συνέχισα με 130-135 (όλο και πιο δεξιά μου βρισκόταν ο Δαίδαλος παρά την προσπάθεια) μέχρι που τέλειωσε η βάρδια μου κατά τις τέσσερις το πρωί και κοιμήθηκα για μερικές ώρες. Όταν ξύπνησα είχε ξημερώσει, είχε φύγει πίσω μας η Κύμη και η πορεία είχε αλλάξει προς τον Καφηρέα. Στο τιμόνι εναλλάσσονταν πατέρας και γιος. Κάποια στιγμή ο Βασιλάκης βαρέθηκε.

- Μπαμπά, πάω να διαβάσω.
- Εντάξει,
είπε ο Αντώνης. Να σε βλέπω.

Ο μικρός είχε υποδειγματική ψυχραιμία για την περίσταση, ούτε γκρίνια, ούτε «θέλω αυτό» ούτε τίποτα. Είχε μαζί του δύο βιβλία-τούβλα με ιστορίες με δράκους, μάγους και ξωτικά, απομιμήσεις του Τόλκιν, φαντάζομαι. Είχε και μια σειρά από αεροπλανάκια-οριγκάμι, σελίδες χαρτί που με ένα ιδιαίτερο δίπλωμα γινόντουσαν μαχητικά F-16, Σουχόι, Ραφάλ κι ό,τι άλλο θες. Είχε και σχολείο τη Δευτέρα, αλλά δε θα πήγαινε. Μου είπε χαμογελαστά ότι θα έχανε το διαγώνισμα ιστορίας. Αλλά δεν πειράζει, ιστορία έχει κάθε μέρα, το Αιγαίο δεν το διασχίζουμε κάθε μέρα, ε;

Βραχονησίδα απέναντι από τον Καφηρέα. Ούτε τρία μποφώρ. (Φωτό © Ροβυθέ, Οκτώβριος 2015)

Περάσαμε τον Καφηρέα μεσημέρι και φτάσαμε στο Μπατσί γύρω στις τρεις μέσα σε απόλυτη νηνεμία. Η σημαία της Ελευθέρας Πολιτείας Ικαρίας που κρεμόταν από τα ξάρτια μας είχε κεντρίσει την περιέργεια μερικών περιπατητών στο μώλο. Είχε συννεφιάσει, ο καιρός ετοιμαζόταν να γυρίσει. Δέσαμε και πέσαμε στα νερά του λιμανιού κι ύστερα από λίγο πέσαμε τέζα στα κρεβάτια μας για να αναλάβουμε από το πολύωρο ταξίδι. Το λιμανάκι ήταν έρημο, φθινοπωρινό. Το βράδυ φάγαμε σε μια ταβέρνα που στα διπλανά τραπέζια είχε κυρίως ξένους, μόνιμους κατοίκους. Κοιμηθήκαμε νωρίς· η επόμενη μέρα θα άρχιζε πριν χαράξει.

Μπατσί, Άνδρος, Οκτώβριος 2015 (Φωτό © Ροβυθέ).

Ξυπνήσαμε με βροχή και με το κύμα να σκάει με πάταγο στο λιμενοβραχίονα. Φορέσαμε νιτσεράδες και γαλότσες· ο μικρός εξορίστηκε στην καμπίνα του παρέα με τους δράκους και τις σαΐτες και οι λοιποί τρεις ζοριστήκαμε λίγο να λύσουμε και να βγούμε ανοιχτά. Ο αέρας ήταν γύρω στους 25 κόμβους, το κύμα άφριζε γύρω όντας εξάρι γεμάτο, τοπικά μπορεί και παραπάνω. Ευτυχώς είχαμε τον καιρό στο πλάι· ανοίξαμε πανιά (μουδαρισμένοι βέβαια) σε μια αρκετά ξεκούραστη ανοιχτή πλαγιοδρομία. Η ταχύτητά μας έφτανε ίσαμε τους οχτώμισι κόμβους. Ο Δαίδαλος πήγαινε πιο γρήγορα καθώς είχε λίγο μεγαλύτερη ιστιοφορία (και οι τρεις του πληρώματός του ήταν έμπειροι, ενώ από εμάς τους τέσσερις μόνο οι δύο, οπότε το πηγαίναμε πιο συντηρητικά). Το VHF γκρίνιαζε.

- Από Δαίδαλο, πορεία 260.
- Πες του ότι τη βλέπω μπροστά μου τη Τζιά, δε χάνεται.


Δε χανόταν. Χτυπηθήκαμε για κάνα τεσσάρι ώρες αλλά μόλις στρίψαμε προς νότο με κατεύθυνση το Βουρκάρι ο καιρός έπεσε σε ένα αντιμετωπίσιμο τεσσάρι. Στο μεταξύ είχαμε γίνει μουσκίδι μέσα στις νιτσεράδες, πιο πολύ από τον ιδρώτα· ο νοτιάς ήταν ζεστός. Η βροχή είχε σταματήσει, αλλά ο αέρας έπιασε πάλι να δυναμώνει. Μπήκαμε στην Κορρησία κατά τις δώδεκα μπροστά από μια αρμάδα ιστιοφόρων που έτρεχε να κρυφτεί στον κόλπο πριν τους πιάσει άσχημα ο καιρός. Ο Δαίδαλος πρόλαβε και πρυμνοδέτησε υπό γωνία· όταν μπήκαμε εμείς ήδη τσακωνόντουσαν με άλλους που ήθελαν να δέσουν πάνω τους. Τελικά χωθήκαμε εμείς δίπλα σε μια κάπως προβληματική πλαγιοδέτηση που ενισχύσαμε με διαγώνια σχοινιά προς το μώλο (έτσι βέβαια εμποδίζαμε τον οποιοδήποτε άλλο να δέσει δίπλα μας, αλλά τέτοια ώρα τέτοια λόγια). Ο άνεμος έκανε ριπές πάνω από τριάντα κόμβους και μας έσπρωχνε προς την προβλήτα, αλλά τα δίδυμα σκάφη μας απλώς έσπρωχναν τα μπαλόνια και κρατιούνταν καλά από τα σχοινιά και κάπως από τη μισή άγκυρα που είχαμε προλάβει να ρίξουμε.

Σε λίγο στο λιμανάκι γινόταν το αδιαχώρητο· όλοι είχαν σπεύσει να πλαγιοδετήσουν καλού-κακού και οι επόμενοι έδεναν πάνω τους φτιάχνοντας στοίβες από σκαφάκια. Μερικοί έμειναν αρόδου, πάνω στις άγκυρες, περιμένοντας να περάσει το χειρότερο. Κάποια στιγμή βγήκε ήλιος· βάλαμε τα βρεγμένα να στεγνώσουν, κάποιοι βούτηξαν στα νερά, και μετά αράξαμε στις παραλιακές καφετέριες για εσπρέσσο και γλυκάκι βλέποντας κάτι τεράστια καταμαράν να προσπαθούν να χωρέσουν σε δυο μέτρα ντόκο. Η Κορρησία ήταν πολύ πιο κοσμική από το χτεσινό Μπατσί· πλήθη Αθηναίων ιστιοπλόων τριγυρνούσαν στο λιμανάκι σε χτυπητή αντίθεση με το ερημικό Ανδριώτικο λιμάνι. Περάσαμε τις ώρες με εφημερίδα, κουβεντούλα, και τζιν-τόνικ, μέχρι να έρθει ο πλοίο της γραμμής που μάζεψε πλήθη εκδρομέων του Σαββατοκύριακου (και το Δαμιανό από το πλήρωμα του Δαίδαλου) για να τους πάει στο Λαύριο και από κει στην Αθήνα.

Απόψις λιμένος Κορρησίας από το hatch μιας καμπίνας του «Ικαρία». Η κουλούρα χρησιμεύει ως σημαδούρα για να βλέπουν το διαγώνιο σκοινί τα διερχόμενα σκάφη. (Φωτό © Ροβυθέ, Οκτώβριος 2015).

Ψηφίσαμε να πάμε στην Ιουλίδα για βράδυ· όπως συμβαίνει τελευταία άλλα ψηφίζεις κι άλλα βγαίνουν, οπότε η κούραση κέρδισε και ξεμείναμε σε μια ταβέρνα παρά θιν’ αλός όπου πληρώσαμε τον κούκο αηδόνι, προφανώς επειδή τα αθηναϊκά ιστιοπλοϊκά (όχι μόνο) πλήθη φέρνουν μαζί τους και αθηναϊκές τιμές. Οι άλλοι χαρχάλευαν τα κινητά τους ποστάροντας φωτογραφίες και μιλώντας με τις συζύγους. Εγώ που δεν έχω σύζυγο ούτε και smartphone είχα εστιαστεί σε ένα γιαουρτάκι με γλυκό σταφύλι που είχε έρθει για επιδόρπιο και αναρωτιόμουν πόσο θα του πήγαινε η ρακή, αν είχαμε, αλλά πάνω στην ώρα οι Καριώτες της παρέας αρχίσαμε να θυμόμαστε τις πρώτες μας κοινές «ιστιοπλοϊκές» εμπειρίες κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ’80 που ο συχωρεμένος ο πατέρας του Φραγκίσκου είχε φέρει στην Ικαρία ένα καΐκι κι εμείς τον είχαμε υποχρεώσει να μας πάει βόλτα από Εύδηλο μέχρι Αρμενιστή, και κουβέντα στην κουβέντα αρχίσαμε τα «θυμάσαι τότε που» μέχρι που ο Βασιλάκης βαρέθηκε και πήγε στο σκάφος να φτιάξει σαΐτες και ο Γιώργος που είναι Σκιαθίτης ο άνθρωπος και δεν έχει το ικαριακό κοινό παρελθόν των υπολοίπων άρχισε να χασμουριέται και στο τέλος πήγαμε μια μεγάλη βόλτα μέχρι να νυστάξουμε και φυσικά νυστάξαμε στο πεντάλεπτο και πέσαμε για ένα μακρύ, βαθύ ύπνο που δεν ταραζόταν από κανένα πολύ πρωινό ξύπνημα.

Το πρωί ο καιρός ήταν ένα απαλό τριαράκι δυτικό με λιακάδα. Τα σκάφη έλυναν και έφευγαν προς το Σαρωνικό· λύσαμε κατά τις έντεκα, το Ικαρία πρώτο καθότι είμασταν απέξω, και προλάβαμε να βγούμε πριν μπει το πλοίο της γραμμής. Ο Δαίδαλος ακολούθησε· φυσούσε ελάχιστα και εντελώς όρτσα, οπότε ήταν μάταιη κάθε προσπάθεια να ανοίξουμε πανιά.

- Ικαρία ακούει;
- Λέγε Δαίδαλος, Ικαρία ακούει.
- Πάρτε πορεία για...
- Πες του ότι το βλέπω το Λονγκ Άιλαντ, δε θα πέσω πάνω,
φώναξε ο Αντώνης από το τιμόνι.

Άποψη Σουνίου από τη θάλασσα, με το ναό του Ποσειδώνα (Φωτό © Ροβυθέ, Οκτώβριος 2015).

Περάσαμε τη Μακρόνησο και το Σούνιο· είχα μια μάταιη ελπίδα ότι μέσα στο Σαρωνικό θα είχαμε λίγο άνεμο στο πλάι, αλλά μέχρι να μπούμε είχε γυρίσει βορειοδυτικός και πάλι φάτσα μας ήτανε.

- Δαίδαλος ακούει;
- Ακούει Δαίδαλος.
- Το Γαϊδουρονήσι από μέσα ή απέξω;
- Από μέσα.
- Εμείς απέξω.
- Πρόσεχε μη μπεις στο Δίαυλο.
- Άσε μας ρε...Τέλος.


Αυτός την πιο σύντομη, εμείς την πιο άνετη διαδρομή. Τον είδα που αποπειράθηκε να ανεβάσει μαΐστρα μήπως κερδίσει κάνα μίλι, αλλά η προσπάθεια ακυρώθηκε σε πέντε λεπτά. Στο τέλος ανέβασε στροφές για να μας προσπεράσει και να μπει πρώτος, καθότι ήξερε τα κατατόπια στον Άλιμο σε αντίθεση με εμάς. Μπήκαμε στη μαρίνα κατά τις 5 το απόγευμα, δέσαμε δίπλα στο Δαίδαλο, μαζέψαμε και νετάραμε όπως όπως. Είπαμε να πάμε για κάνα ποτάκι στο Σκίπερς, αλλά γρήγορα ένας ένας έφευγε να ξαναβρεί την οικογένεια. Σκορπίσαμε λίγο πριν νυχτώσει· πήγα στο πατρικό μου και ξανάγινα Βασιλάκης σε χρόνο dt. Χρειαζόμουν ένα ζεστό μπάνιο κι έναν ήσυχο ύπνο ακόμα. Αλλά νωρίς το πρωί ήμουν πάλι στο αεροδρόμιο.

Έφτασα στο Ηράκλειο κατά τις 11. Πήγα σπίτι και ξεφόρτωσα νιτσεράδες, γάντια, τζάκετ και βρεγμένα ρούχα. Ανέβηκα στη δουλειά πολύ αργά· η Ρ. με περίμενε όλο αγωνία.

- Πώς πήγε η ιστιοπλοΐα;
- Καλά, αλλά δεν ήταν τόσο ιστιοπλοΐα, μηχανάδα πηγαίναμε...
- Κρίμααααα... Σου είπα ότι ξεκίνησα μαθήματα; Έκανα το πρώτο.
- Μου το είπες. Θα σου αρέσει, είμαι βέβαιος.
- Θα θυμηθείς να μου φέρεις το βιβλίο της θεωρίας;
- Θα στο φέρω. Θα το θυμηθώ.


Ικαρία ακούει.

15/12/14

Ισμαήλ Πιγκαφέττα

http://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/a/ab/Magellan_Elcano_Circumnavigation-en.svg

Λέγε με Ισμαήλ. Πριν από μερικά χρόνια – δεν έχει σημασία πόσο ακριβώς – έχοντας λίγα ή καθόλου χρήματα στο πουγκί μου και τίποτα ιδιαίτερο που να με ενδιαφέρει στη στεριά, σκέφτηκα να ταξιδέψω λίγο στη θάλασσα και να δω το υδάτινο μέρος του κόσμου. Είναι ένας τρόπος που έχω να διώχνω το σπλήνιασμα και και να ρυθμίζω το κυκλοφοριακό. Όταν πιάνω τον εαυτό μου να στραβώνει το στόμα· όταν μες στη ψυχή μου είναι Νοέμβρης υγρός, που ψιλοβρέχει [...] τότε θεωρώ πως ήρθε πια η ώρα να μπαρκάρω, όσο πιο γρήγορα μπορώ. Είναι το δικό μου υποκατάστατο του πιστολιού και της σφαίρας. Με μια φιλοσοφική χειρονομία όλο μεγαλοπρέπεια, ο Κάτων ρίχνεται πάνω στο σπαθί του· εγώ παίρνω ήσυχα το πλοίο. Δεν υπάρχει τίποτα το εκπληκτικό σ’ αυτό. Αν το ήξεραν έφτανε· όλοι σχεδόν οι άνθρωποι, με τον τρόπο τους, αργά ή γρήγορα, θα έτρεφαν πάνω-κάτω τα ίδια αισθήματα με μένα για τον ωκεανό.

Μόμπυ Ντικ ή η Φάλαινα – Χέρμαν Μέλβιλ


I. Υπεράριθμος

Ο πιο γνωστός ήρωας της ιστορίας, στα πορτογαλικά λεγόταν Φερνάο ντε Μαγγαλιάες (με κάποιες μικρές ιδιαιτερότητες στην προφορά). Γεννήθηκε κάπου στο Ντούρο ή στο Τρασ-ο-μόντες, στα βόρεια της χώρας, γύρω στο 1480. Γύρω στο 1505 μπάρκαρε με το στόλο του Φρανσίσκο ντε Αλμέιδα για τις Ινδίες· έμεινε εκεί περίπου οχτώ χρόνια. Συμμετείχε στην πορτογαλική κατάκτηση της Μαλάκκας, υπό τις διαταγές του Αφόνσο της Αλμπουκέρκης. Γύρισε στην Πορτογαλία με δόξες και τιμές, αλλά βρέθηκε κάποια στιγμή σε δυσμένεια και δεν ξαναμπάρκαρε μετά το 1514. Αφού πάλεψε για μερικά χρόνια να πείσει το βασιλιά να του επιτρέψει να οδηγήσει μια αποστολή στα νησιά των μπαχαρικών (τις Μολούκες) πλέοντας προς τα δυτικά, έφυγε για την Ισπανία, όπου γύρω στο 1517 παρουσίασε το σχέδιό του στο βασιλιά Κάρολο τον 1ο, αργότερα αυτοκράτορα Κάρολο Κουίντο της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Αυτός ψήθηκε κάπως περισσότερο, οπότε τα επόμενα δύο χρόνια ναυλώθηκαν τα πέντε σκάφη της εκστρατείας, με συνολικό πλήρωμά 270 ανδρών από κάμποσα έθνη, περίπου σαράντα Πορτογάλοι, κάμποσοι Ισπανοί, κι ακόμα Ιταλοί, Γερμανοί, Βέλγοι, Έλληνες, Άγγλοι και Γάλλοι.

Ο πραγματικός ήρωας της ιστορίας είναι ένας από αυτούς. Ένας Ιταλός από τη Βιτσέντζα, υπήκοος της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας, που είχε προηγουμένως μπαρκάρει σε ένα πλοίο των Ιπποτών της Ρόδου και την περίοδο εκείνη συνόδευε έναν παπικό νούντσιο στην επίσκεψή του στη Σεβίλλη. Εκεί άκουσε για το υπό προετοιμασία ταξίδι του Μαγγαλιάες (που στην ισπανική εκδοχή του ονόματος πρέπει να πούμε ότι λεγόταν Φερνάντο ντε Μαγγελάνες και στα ελληνικά καταχωρήθηκε ως Φερδινάνδος Μαγγελάνος) και έσπευσε να καταταχθεί στο πλήρωμα, με τον αξιοπερίεργο βαθμό του sobrasaliente που όπως και να το μεταφράσεις σημαίνει απλά υπεράριθμος. Αντόνιο Πιγκαφέττα, Υπεράριθμος.

Το ταξίδι ξεκίνησε στις 10 Αυγούστου του 1519, όταν τα πέντε σκάφη έφυγαν από τη Σεβίλλη και κατηφόρισαν τον Γκουανταλκιβίρ προς τη θάλασσα. Έμειναν πέντε βδομάδες στην εκβολή του ποταμού, και ανοίχτηκαν στον Ωκεανό στις 20 του Σεπτέβρη. Σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού, ο Πιγκαφέττα κατέγραφε τα γεγονότα με επιμέλεια και προσοχή: πώς έφτασαν στα Κανάρια Νησιά αποφεύγοντας τις πορτογαλικές παγίδες, πώς πήγαν στο Πράσινο Ακρωτήριο, πώς πέρασαν τον ισημερινό στις 27 Νοεμβρίου και πώς είδαν την ακτή της Νότιας Αμερικής στις 6 Δεκεμβρίου και κρύφτηκαν (η Βραζιλία ήταν πορτογαλική επικράτεια τότε) στο Ρίο ντε λα Πλάτα στις 10 Ιανουαρίου του 1520. Πώς κατηφόρισαν όλη σχεδόν την ήπειρο κι έστησαν έναν καταυλισμό στο Πόρτο Σαν Χουλιάν στην Παταγωνία για να ξεχειμωνιάσουν στις 30 Μαρτίου (στο Νότιο ημισφαίριο ο χειμώνας ξεκινάει κάπου τότε) και πώς την ημέρα του Πάσχα (1 με 2 Απριλίου) ξέσπασε η ανταρσία σε βάρος του Μαγγελάνου που περιελάμβανε τους τρεις από τους πέντε κυβερνήτες. Κατέγραψε με επιμέλεια τη σκληρότητα με την οποία ο Μαγγελάνος κατέστειλε την ανταρσία, σκοτώνοντας εν ψυχρώ όλους τους αναμεμιγμένους (εκτός από μερικούς που του ήταν απαραίτητοι για τη συνέχιση του ταξιδιού) και σκόρπισε τα πτώματά τους στην ακτή (όπου τα υπολείμματά τους θα έβρισκε πολλά χρόνια αργότερα ο Σερ Φράνσις Ντρέηκ).

Ο Πιγκαφέττα εξιστορεί με λεπτομέρειες την άτυχη μοίρα των ιθαγενών Παταγόνων που συνάντησαν οι εξερευνητές, το ναυάγιο ενός από τα σκάφη και την αποστασία ενός ακόμα και πώς τα εναπομείναντα τρία κατόρθωσαν την 1η Νοεμβρίου να χωθούν στο στενό ανάμεσα στην Παταγωνία και τη Γη του Πυρός που σήμερα λέγεται Πορθμός του Μαγγελάνου και να αντικρύσουν στις 28 του μήνα τον άλλο Ωκεανό που τους φάνηκε απρόσμενα γαλήνιος κι έτσι τον ονόμασαν «Ειρηνικό». Συνέχισαν βορειοδυτικά, και στις 13 Φεβρουαρίου του 1521 ξαναπέρασαν τον ισημερινό. Στις 6 Μαρτίου έφτασαν στο Γκουάμ· ο Πιγκαφέττα καταγράφει τα τριγωνικά σα λατίνια πανιά των ιθαγενών και την κακή συνήθειά τους να κλέβουν τα πάντα (καθότι ρήμαξαν εντελώς τα σκάφη που επισκέφτηκαν).

Στις 17 Μαρτίου έφτασαν στις Φιλιππίνες, τρία πλοία με 150 άτομα πλήρωμα. Ο Πιγκαφέττα περιγράφει πώς ο Μαγγελάνος θέλησε να εκχριστιανίσει τους ιθαγενείς στο Σεμπού, πράγμα που πέτυχε αλλά με αντάλλαγμα να πολεμήσει εναντίον των εχθρών τους στο Λάπου-Λάπου. Δεν του φάνηκε πολύ δύσκολο, αλλά είχε την ατυχή έμπνευση να σκοτωθεί στη μάχη με τους Λάπου-Λάπου, όπου και ο ίδιος ο Πιγκαφέττα πληγώθηκε. Τα πληρώματά υπέστησαν επίσης σοβαρές απώλειες, τόσο εκεί όσο και αργότερα σε άλλες ταραχές. Έμειναν πολύ λίγοι για να χειριστούν και τα τρία πλοία· έκαψαν το ένα και αρμάτωσαν τα άλλα δύο για να συνεχίσουν, φορτωμένοι μπαχαρικά, προς το Παλαουάν, το Μπρουνέι και τη Βόρνεο. Ο Πιγκαφέττα περιέγραψε τον αμύθητο πλούτο των Σουλτάνων του Μπρουνέι, μπροστά στον οποίο οι ισπανικοί θησαυροί χλώμιαζαν κάπως.

Χάρτης της Βόρνεο από το βιβλίο του Πιγκαφέττα

Τα δύο εναπομείναντα σκάφη με 115 άτομα πλήρωμα ξεκίνησαν στις 6 Νοεμβρίου 1521 να επιστρέψουν στην Ισπανία, αλλά χωρίστηκαν έξω από τις Μολούκες νήσους, καθώς το μεγαλύτερο άρχισε να βάζει νερά. Προσπάθησε αργότερα να επιστρέψει μέσω του Ειρηνικού Ωκεανού, αλλά αιχμαλωτίστηκε από τους Πορτογάλους και βυθίστηκε. Το μικρότερο, με τον Πιγκαφέττα στο πλήρωμα και με κυβερνήτη έναν από τους πρώην στασιαστές της Παταγωνίας που ο Μαγγελάνος του είχε χαρίσει τη ζωή, συνέχισε τον περίπλου της γης προς τα δυτικά στις 21 Δεκεμβρίου. Στις 6 Μαΐου 1522 περιέπλευσε το ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας, έχοντας μόνο ρύζι στις προμήθειές του. Είκοσι άτομα από το πλήρωμα πέθαναν από την πείνα πριν φτάσουν στο Πράσινο Ακρωτήριο, όπου στις 9 Ιουλίου άφησε άλλους 13 υπό το φόβο των Πορτογάλων. Στις 6 Σεπτεμβρίου του 1522, τρία χρόνια μετά την αναχώρηση, έφτασαν πίσω στην Ισπανία δεκαοχτώ εξαθλιωμένοι ναυτικοί που ήταν οι πρώτοι που έκαναν τον περίπλου της Γης, φορτωμένοι με εικοσιέξι τόνους γαρύφαλλο και κανέλα. Ανάμεσά τους ο Πιγκαφέττα, κάμποσοι Καστιλλιάνοι και Γαλικιανοί, ένας Γενοβέζος, ένας Πορτογάλος, ένας Χανς από το Άαχεν της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (Γερμανός μάλλον), κι ένας Νικόλας από το Ναύπλιο, Έλληνας.

Ο Πιγκαφέττα κατέγραψε κάμποσες γλώσσες ιθαγενών καθ’ οδόν, έθιμα και συνήθειές τους με ασυνήθιστη επιμέλεια. Επεσήμανε διάφορα παράξενα όντα (που αργότερα απεδείχθη ότι ήταν γκουανάκο, λάμα, αλπάκα, ακόμα και πιγκουΐνοι). Έφτιαξε χάρτες πολύτιμους για τους μετέπειτα θαλασσοπόρους. Και φτάνοντας στην Ισπανία ανακάλυψε μαζί τους συνταξιδιώτες του ότι (σε αντίθεση με τον Φιλέα Φογκ σε ένα γνωστό βιβλίο πολλά χρόνια αργότερα) βρισκόντουσαν μια μέρα πίσω από τους υπόλοιπους.

Μετά το ταξίδι, επέστρεψε στη Γαληνοτάτη Δημοκρατία και κατέγραψε τις εμπειρίες του στο Relazione del primo viaggio intorno al mondo (Αναφορά για το πρώτο ταξίδι γύρω από τον κόσμο). Κάποια τμήματα αυτού του βιβλίου δημοσιεύτηκαν στο Παρίσι το 1525, αλλά το κείμενο στην ολότητά του δεν δημοσιεύτηκε πριν το τέλος του 18ου αιώνα. Από τις πληροφορίες που περιέχονται στο κείμενο, φαίνεται ότι ο Πιγκαφέττα χρησιμοποίησε τις προγενέστερες γνωριμίες του για να γίνει τελικά μέλος του τάγματος των Ιπποτών της Ρόδου. Φαίνεται πως πέθανε γύρω στο 1531, σε ηλικία 39-40 ετών.

ΙΙ. Αμυδρές γραμμές στο θαλασσινό ορίζοντα

Το επίμαχο βιβλίο πρωτοκυκλοφόρησε στην Αγγλία στις 18 Οκτωβρίου 1851 και ένα μήνα αργότερα, στις 14 Νοεμβρίου, στην Αμερική. Όταν πρωτοβγήκε δεν έκανε ιδιαίτερη εντύπωση· χρειάστηκε να περάσουν καμιά εβδομηνταριά χρόνια για να ξανα-ανακαλυφθεί κάπου στη δεκαετία του 1920 και να εκτιμηθεί ως πρόδρομο έργο του μοντερνισμού. Στο μεταξύ βέβαια ο συγγραφέας του είχε πεθάνει περίπου λησμονημένος οπότε δεν μάθαμε ποτέ την άποψή του για το μοντερνισμό, αλλά σίγουρα ξέρουμε ότι το magnum opus του σήμερα είναι βασικό συστατικό του «κανόνα» της αμερικανικής λογοτεχνίας, όχι μόνο του 19ου αιώνα.

Διάβασα το «Μόμπυ Ντικ» μεγάλος, από μια έκδοση του οίκου Gutenberg σε μετάφραση Α.Κ. Χριστοδούλου. Ο όγκος του κειμένου ήταν αρκούντως αποτρεπτικός στο να αποπειραθώ να το διαβάσω στο αγγλικό πρωτότυπο, και δεν μπήκα ποτέ στον κόπο να αναρωτηθώ αν η γλώσσα του Χέρμαν Μέλβιλ είναι προσιτή στο μέσο αναγνώστη του 20ου (ή πλέον 21ου) αιώνα. Το βιβλίο ξεκινάει με τον αφηγητή, τον Ισμαήλ, να αυτοσυστήνεται. Μετά χάνεται από τα μάτια μας, και απλώς τον ακούμε να περιγράφει τη ζωή των φαλαινοθήρων στο Ναντάκετ και το επικείμενο ταξίδι του με το Πίκουοντ. Γνωρίζουμε το πλήρωμά του, και τον αλλοπαρμένο καπετάνιο του, τον Αχαάβ.

Το ταξίδι του Pequod κατά Everett Henry (1893-1961)

Στις εκατοντάδες σελίδες του Μόμπυ Ντικ, ο πιο έντονος χαρακτήρας γύρω από τον οποίο πλέκεται η αφήγηση είναι αυτός ο μισότρελος καπετάνιος, με το παράδοξα βιβλικό όνομα (ενός ασεβέστατου βασιλιά του Ισραήλ, καθότι ο πατέρας τού του έδωσε το πρώτο όνομα που συνάντησε ανοίγοντας τη Βίβλο), το κομμένο πόδι, και τη μανία της εκδίκησης ενάντια στη μεγάλη άσπρη φάλαινα, το Μόμπυ Ντικ του τίτλου. Η αφήγηση ξετυλίγεται στις νότιες θάλασσες και στις σκοτεινές ψυχές, στο καλό και στο κακό, στο όριο της ύπαρξης και στα κατάβαθά της. Το ταξίδι είναι πραγματικό και συμβολικό μαζί, με κέντρο αυτό τον «άνθρωπο που δε φοβάται Θεό, που μοιάζει με Θεό, είναι υπέροχος άνθρωπος ο Καπετάν Αχαάβ». Ο Αχαάβ οδηγεί το πλήρωμά του στην τελική σύγκρουση αδιαφορώντας για τους οιωνούς και τη μοίρα, κυριευμένος από τη δύναμη της θέλησης (τη δύναμη της θέλησης που γίνεται Ύβρις), στις εσχατιές του κόσμου και στα όρια της αντοχής. Όπως είναι φυσικό, ηττάται, συντρίβεται, και παρασέρνει μαζί του στον όλεθρο και το πλήρωμά του.

Σε μια παράξενη και εξόχως συμβολική εικόνα, ο αφηγητής Ισμαήλ επανεμφανίζεται ανάμεσα στα συντρίμμια του ναυαγίου, αρπαγμένος από ένα φέρετρο, μέσα στο οποίο τον βρίσκουν εν τέλει οι διασώστες του από ένα άλλο φαλαινοθηρικό. Στις εκατοντάδες σελίδες του Μόμπυ Ντικ μαθαίνουμε ελάχιστα πράγματα για αυτόν τον Ισμαήλ. Στο τέλος μόνο διαβάζουμε την (παράξενη, για τον αναγνώστη του 21ου αιώνα) εικασία του ότι η θεία πρόνοια τον επέλεξε να ζήσει, μόνος αυτός, από το πλήρωμα του Pequod, για ένα και μόνο λόγο: για μπορέσει να διηγηθεί κάποτε την ιστορία.

- . - . -

Αγαπώ τους δευτεραγωνιστές. Το λέω με κάθε ευκαιρία, το έχω ξαναπεί εδώ κι εδώ. Ίσως γι’ αυτό στο ιστιοπλοϊκό role playing game της παρέας επέλεξα να κάνω το λοστρόμο αντί για τον καπετάνιο (άσε που είναι μικρότερος ο ανταγωνισμός). Επίσης αγαπώ τους ταξιδιώτες – όχι απλώς και μόνο τους ναύτες, αλλά και όλους όσοι δεν αφήνονται να μείνουν σε έναν τόπο, σε μια ιδέα, σε μια βολική αυταπάτη. Τέλος, αγαπώ τους ανθρώπους που λένε ιστορίες, που γράφουν ιστορίες, που γεννάνε ιστορίες, όχι απαραίτητα μεγάλες ιστορίες με πολέμους και εκστρατείες, αλλά και μικρές ιστορίες, ιστορίες δικές σου και δικές μου, ιστορίες απλών ανθρώπων και ιστορίες που κάποιος που ταξίδεψε μπορεί να πει σ΄ εκείνους που δεν ταξίδεψαν ποτέ.

Μ’ αρέσουν οι ιστορίες που έλεγε ο (ναυτικός) πατέρας μου στο κυριακάτικο τραπέζι. Μ’ αρέσει η Οδύσσεια, περισσότερο από την Ιλιάδα. Μου άρεσε το ταξίδι του Μάρκο Πόλο που διάβασα έφηβος σε ένα βιβλίο για τους μεγάλους εξερευνητές, ο δρόμος του μεταξιού και τα νησιά των μπαχαρικών, οι ανθρωποφάγοι ιθαγενείς της Χαβάης που μασούλησαν τον κάπτεν Τζέημς Κουκ του αγγλικού ναυαρχείου (υπάρχουν όπως και να το κάνουμε οι κίνδυνοι του επαγγέλματος όπως θα έπρεπε να γνωρίζει και ο Μαγγαλιάες/Μαγγελάνος και ο Αχαάβ), η λέξη «παπαφίγγος» ή «πανιόλα» ή «γραιγολεβάντες», το γιγαντιαίο καλαμάρι Architeuthis που τζάμπα κυνηγούσε το Pequod στο νότιο ωκεανό.

Ίσως γι’ αυτό, με κάπως προχωρημένο πια τον 21ο αιώνα, ψάχνω ένα νόημα στη ζωή μου που διέρχεται ταχέως και έχει μάλλον περάσει πλέον τα σημεία καμπής της, και άλλο νόημα δεν βρίσκω παρά αυτό ίσως που είχε η σύντομη σχετικά ζωή του Πιγκαφέττα ή ακόμα καλύτερα η λογοτεχνική ζωή του κατά Μέλβιλ Ισμαήλ: αυτός που προορίζεται να ζήσει για να διηγηθεί την ιστορία.

Τώρα δε μένει παρά να βρούμε ποια θα είναι η ιστορία αυτή.

26/10/14

Δαίδαλος

Η σημαία της Ελευθέρας Πολιτείας Ικαρίας ανεμίζει στα ξάρτια.

Μέχρι την τελευταία στιγμή ψάχναμε για πλήρωμα· ο ένας δεν ευκαιρούσε επειδή μπάρκαρε αιφνιδίως για τη Νότια Αφρική, ο άλλος ανάρρωνε από έκτακτο τριπλό μπαϊπάς, μερικοί άλλοι υποψήφιοι δεν ευκαιρούσαν τις συγκεκριμένες ημερομηνίες, κάποια στιγμή είχαμε απελπιστεί ότι θα πηγαίναμε μόνοι μας, ο – ας τον πούμε – κυβερνήτης (και ιδιοκτήτης του σκάφους, εννοείται) και φυσικά ο λοστρόμος. Δηλαδή εγώ. Τελευταία στιγμή εμφανίστηκαν άλλοι δύο, ένας σχετικά πιο έμπειρος από ιστιοπλοϊκής απόψεως που θα αναλάμβανε αυτοδικαίως «δεύτερος», και ο κουνιάδος ή γαμπρός ή μπατζανάκης του (όπως μπορούσε να μεταφραστεί το “brother-in-law” που μου μετέφερε ο κυβερνήτης) που δεν είχε ξαναμπεί σε σκάφος μάλλον, και θα είχε καθήκοντα ναύτη ή καμαρότου ή κατά την σχετική αργκό «φερερέ».

- Φέρε ρε συ καμιά μπύρα πάνω.
- Α, και μια και πας κάτω, φέρε ρε και το καπέλο μου.


Συναντηθήκαμε στο Βόλο μεσημεράκι Σαββάτου. Είχα φύγει από το Ηράκλειο βράδυ Παρασκευής και μετά από μια αρκούντως δύσκολη νύχτα κατάφερα να χωθώ εγκαίρως στο ΚΤΕΛ Μαγνησίας εφοδιασμένος με την αχρησιμοποίητη από ετών νιτσεράδα μου, δυο αλλαξιές ρούχα, καπελάκι με κορδόνι περαστό, άλλα κορδονάκια για γυαλιά (ηλίου και μυωπίας), φορτισμένο κινητό και φωτογραφική μηχανή, και ένα βιβλίο του φρεσκονομπελισμένου Μοντιανό που τσίμπησα από ένα σταντ στο σταθμό της Λιοσίων μπας και καταλάβω σε ποιους δίνουν Νόμπελ και γιατί (ξέρετε, με την κρυφή ελπίδα ότι κι εγώ μια μέρα θα βγάλω λόγο στη σουηδική ακαδημία κλπ., και μια και για τα επιστημονικά βραβεία το έχουμε χάσει πλέον το τραίνο, ποντάρουμε στο λογοτεχνίας μάλλον παρά στο ειρήνης).

Ο κυβερνήτης με παρέλαβε μαζί με ένα πακέτο ντοματοκεφτέδες (παραγγελία) και μερικά ψώνια από το σουπερμάρκετ που έφερνε ο ναύτης. Ξεφορτώσαμε στο «Δαίδαλο» που γέμιζε με καύσιμα λίγο παραπέρα· μέχρι να τακτοποιήσω τα πράγματά μου στην καμπίνα και να φορέσω φόρμα εργασίας είχαμε αποπλεύσει. Ανέβηκα ίσα ίσα για να παραστώ στην τελετή έπαρσης της σημαίας. Όχι όποιας κι όποιας σημαίας, αλλά του γνωστού λαβάρου της Ελευθέρας Πολιτείας της Ικαρίας του 1912 που τελευταία έχει γίνει της μοδός κάπως. Διότι παραλείψαμε να αναφέρουμε ότι ο Δαίδαλος είναι ικαριακής πλοιοκτησίας, εξ’ ου και έχει την πολυτέλεια να περιλαμβάνει στο τσούρμο του καριώτες λοστρόμους της προσκολλήσεως.

Ο Δαίδαλος είναι 45 πόδια και στρουμπουλός κάπως (σχεδιασμένος για σχετικά άνετη διαβίωση και διακοπούλες, όχι για ταχύτητες και αγώνες) αλλά με τα πανιά υπό τις δεδομένες συνθήκες έπιανε άνετα πεντέμισι-έξι κόμβους. Βέβαια ο κυβερνήτης μας ήθελε να φτάσουμε στο Παλαιό Τρίκερι πριν νυχτώσει οπότε άφησε τις ευγένειες και έβαλε τη μηχανή ενώ εγώ με τον δεύτερο ακόμα ψιλοδιαφωνούσαμε κάπως για το τριμάρισμα και τις πλεύσεις. Ο Παγασητικός είναι ό,τι πρέπει για ιστιοπλοϊκές εξορμήσεις· καθότι κλειστός κόλπος δεν έχει σχεδόν καθόλου κύμα, αλλά μπορεί ανέτως να έχει αέρα. Καλή ώρα όπως είχε εκείνες τις μέρες.

Το δελτίο προέβλεπε ένα σίγουρο πεντάρι με τάσεις εξαριού για το Σάββατο, αλλά την Κυριακή θα γέμιζε έτι περαιτέρω και στο Κάβο Ντόρο θα είχαμε εφτάρι σίγουρο και για λίγες ώρες μπορεί και κάτι παραπάνω. Αυτός δεν είναι καιρός για ιστιοπλοΐα φυσικά (εκτός αν είσαι πάρα πολύ άρρωστος), ειδικά αν είσαι ο ιδιοκτήτης του σκάφους και δε θέλεις να ψάχνεις το άλμπουρό σου (ή και το πλήρωμά σου) εδώ κι εκεί μετά το πρώτο broach. Αποφασίσαμε λοιπόν να ακολουθούμε τον καιρό με μερικές ώρες απόσταση, ώστε να δώσουμε στο εφτάρι τη δυνατότητα να ξαναγίνει εξάρι ή πεντάρι πριν περάσουμε στο Νότιο Ευβοϊκό. Το πρόβλημα ήταν ότι ο λοστρόμος (yours truly) έπρεπε να είναι στο Ηράκλειο Τρίτη πρωί, οπότε έπρεπε το ταξίδι να έχει ολοκληρωθεί Δευτέρα βράδυ κατά προτίμηση. Δεν είχαμε και πολλά περιθώρια.

Κυριακή πρωί σηκωθήκαμε με βροχή. Περιμέναμε να ανοίξει το μοναδικό μπακάλικο στο νησί για να πάρουμε μέλι και βούτυρο για να αλείψουμε το ψωμάκι που συνόδευε τον καφέ μας. Φύγαμε περασμένες δέκα· μάλλον αργά για την περίσταση. Ξεμυτίσαμε από τον Παγασητικό σε ένα Αιγαίο που έβραζε, με γεμάτο εξάρι. Γρήγορα παραιτηθήκαμε από την ιδέα των ανοιχτών πανιών παρόλο που είχαμε τον καιρό δευτερόπρυμα, και αρκεστήκαμε σε μια τραβηγμένη, μουδαρισμένη μαΐστρα για λόγους ισορροπίας. Κατευθυνθήκαμε μηχανάδα νοτίως των Σποράδων. Τα νησιά έκοβαν το πολύ κύμα και μας κρατούσαν σε αποδεκτά επίπεδα κουνήματος (ειδικά αν δεν οδηγούσε ο αυτόματος αλλά ο κυβερνήτης ή ο δεύτερος που μπορούσαν κάπως να καβαλάνε το κύμα και να φέρνουν το σκάφος να σερφάρει πιο γλυκά). Πάντως ο κυβερνήτης προειδοποίησε ότι από ιστιοπλοϊκής απόψεως ο Θεός μέχρι το Σκάτζουρα ζωγράφιζε, αλλά από κει κάτω προφανώς πήγε προς νερού του.

Δεν αργήσαμε να διαπιστώσουμε την αλήθεια του ισχυρισμού. Αν και υποτίθεται ότι όσο περνούσε η ώρα ο καιρός έφτιαχνε σιγά σιγά, το δεύτερο μισό της διαδρομής προς τη Σκύρο ήταν αρκούντως βασανιστικό για όλους. Ένας ένας βγαίναμε εκτός μάχης, κάτι το κρύο που θέριζε, κάτι το κύμα που τράνταζε το Δαίδαλο διαρκώς, κάτι η μακαρονάδα με τόνο που ταΐστηκε άσπλαχνα στα ψάρια (παρότι την είχαμε καταβροχθίσει κανονικά προγενέστερα), κάτι η κούραση μετά από τόσες ώρες, στο τέλος μέχρι και ο κυβερνήτης μας δήλωσε ότι δεν περνάει τη Βαλάξα νύχτα, διότι το πέρασμα είναι θεόστενο και θέλει φως. Αποφασίσαμε εν τέλει να αγκυροβολήσουμε αρόδου στον όρμο του Αγίου Φωκά, με την ελπίδα να μην είναι μέσα κανένας άλλος. Ευτυχώς δεν ήταν κανείς, εκτός από κάτι σκυλιά που μας γαύγιζαν από μια στάνη στην παραλία όπως μπαίναμε στον όρμο κατά τις δέκα το βράδυ. Είμασταν εξαντλημένοι πια, μασουλήσαμε όπως-όπως κάτι κράκερ και κάτι πατατάκια για αναπλήρωση αλάτων και υγρών. Χαζέψαμε για λίγο τον ουράνιο θόλο με τα χιλιάδες αστέρια που σπίθιζαν μέσα στο απόλυτο σκότος, και δεν αργήσαμε να πέσουμε ξεροί στα κρεβάτια μας μέχρι το πρώτο φως.

Δευτέρα πρωί ξεμυτίσαμε από τον όρμο πριν βγει ο ήλιος. Περάσαμε το στενό πέρασμα της Βαλάξας με όλη μας την άνεση και είδαμε τον ήλιο να βγαίνει πίσω από τη Λιναριά. Έπεσε μια σκέψη να κατευθυνθούμε προς Κύμη και να ξεφορτώσουμε εκεί τους βιαστικούς λοστρόμους, αλλά ο κυβερνήτης διαβεβαίωσε ότι θα είμαστε στο Λαύριο ως τις οχτώ το βράδυ, και στο Καλαμάκι ως τα μεσάνυχτα ή και νωρίτερα. Σημαδέψαμε λοιπόν το Κάβο Ντόρο, με τον καιρό ενοχλητικά πρύμο (τα πανιά κρεμόντουσαν ψόφια καθώς δε φύσαγε πάνω από δέκα κόμβους). Κάναμε μερικές προσπάθειες να παραλλάξουμε λίγο την πορεία μπας και φυσήξει, ανοίγαμε και κλείναμε τζένοες και μαΐστρες, πιο πολύ για να περνάει η ώρα, προσπαθήσαμε λίγο να βάλουμε το κύμα να μας σπρώξει. Με τούτα και μ’ εκείνα φτάσαμε στο στενό του Καφηρέα απόγευμα, με τον καιρό κατάπρυμα και χαμηλό κυματάκι πια. Αφήσαμε δεξιά την Κάρυστο και σημαδέψαμε την κάτω πλευρά της Μακρονήσου. Ύστερα μας ήρθε η καταπληκτική ιδέα να κάνουμε πλαγιοδρομία και αλλάξαμε πορεία σημαδεύοντας την πάνω πλευρά. Κάναμε δυο-τρεις τσίμες παλεύοντας να βρούμε καλό αέρα και να εκμεταλλευτούμε τη μπουκαδούρα από το Νότιο Ευβοϊκό. Με λίγη καλή διάθεση (και τη μηχανή πάντα ανοιχτή καλού κακού) φτάσαμε κάποια στιγμή να γράφουμε εννιά-δέκα κόμβους. Όχι για πολλή ώρα, αλλά αρκετή για να μας δώσει θάρρος ότι θα φτάσουμε την ίδια μέρα στο Καλαμάκι.

Ηλιοβασίλεμα στο Νότιο Ευβοϊκό. Αριστερά η Τζιά, στο βάθος η Μακρόνησος και η Αττική.

Αφήσαμε αριστερά τη Γυάρο και τη Τζιά και χωθήκαμε στο στενό ανάμεσα στη Μακρόνησο και την Αττική λίγη ώρα μετά τη δύση του ήλιου. Περάσαμε δίπλα από κατάφωτα αγκυροβολημένα πλοία και από άλλα θεοσκότεινα, περάσαμε δίπλα από τις φωτισμένες κολώνες στο Σούνιο, σημαδέψαμε το φανάρι στον Πάτροκλο, περάσαμε εσωτερικά και βγήκαμε στο Σαρωνικό όπου επιτέλους μπορέσαμε να κάνουμε όρτσα με πλήρη ιστιοφορία και να ευχαριστηθούμε ταχύτητα και φουσκωμένα πανιά έστω και την τελευταία ώρα δίπλα στο Δίαυλο, σημαδεύοντας τις Φλέβες. Αποφύγαμε την τελευταία στιγμή τη σύγκρουση με κάτι υπερφωτισμένα παραγάδια που ενδημούν στα νερά του Σαρωνικού, και είδαμε δεξιά μας τα ανάποδα φανάρια της μαρίνας (ανάποδα καθότι η είσοδος κοιτάει προς τον Πειραιά οπότε όπως έρχεσαι από νότο μπερδεύεσαι).

Κατεβάσαμε πανιά και χωθήκαμε όπως-όπως στη μαρίνα ακριβώς τα μεσάνυχτα, μετά από δεκάξι ώρες ταξίδι. Δέσαμε βιαστικά, χώσαμε στις τσάντες τα πράγματα στα γρήγορα, και φωνάξαμε ταξί να μας μαζέψουν. Αποχαιρετιστήκαμε με υποσχέσεις για το επόμενο ταξίδι, θεωρητικά από την Τουλόν μέχρι το Καλαμάκι, πέντε-έξι μέρες χειμωνιάτικες. Ο ναύτης δε θα μπορέσει, φεύγει μετανάστης στην Αμερική στο μεταξύ. Οι υπόλοιποι τρεις λέμε να προσλάβουμε άλλους δύο εύκαιρους και να το δοκιμάσουμε (αλλά χειμώνα καιρό, με μόνη στάση στο Λίπαρι για ανεφοδιασμό, θα πρέπει να είναι μεγάλο αγγούρι). Ο καθένας πρέπει να γνωρίζει τα όριά του κάποτε.

Το πρωί το λεωφορείο άργησε να έρθει και έπεσε και σε κίνηση στο δρόμο (μια και το μποτιλιάρισμα φαίνεται να επανακάμπτει μαζί με τους ρυθμούς ανάπτυξης όπως λένε σαρκαστικά ορισμένοι) με αποτέλεσμα να φτάσω αεροδρόμιο στο τσακ. Ο συγκάτοικος με περίμενε στην πύλη με το αχρείαστο boarding pass που του είχα ζητήσει να μου τυπώσει καλού κακού.

- Πώς περάσαμε; Κατακόκκινο σε βλέπω.

Είχα πάρει αυτό το περίεργο οιονεί μαύρισμα που έχουν καμμιά φορά οι σκιέρ: περιμετρικά του προσώπου (εκεί που δεν σκεπάζει η κουκούλα) και με καθαρό το αποτύπωμα των γυαλιών.

Από το παράθυρο του αεροπλάνου έριξα μια ματιά στη θάλασσα μετά την απογείωση: περνάγαμε πάνω από τη Μακρόνησο πάλι. Από εδώ πάνω φαινόταν ένα μικρό βηματάκι μόνο μέχρι το Λαύριο. Το προηγούμενο βράδυ θυμάμαι πως κοίταζα από τη μια τη Γυάρο κι από την άλλη τη Μακρόνησο: απόηχοι ενός άδοξου παρελθόντος.

Ή ίσως, σκέφτομαι τώρα, προεικονίσεις εξίσου άδοξες, μιας άλλου τύπου εξορίας που φοβάμαι καμιά φορά πως μας μέλλεται.


Η Νένα Βενετσάνου σε στίχους Στέλλας Χρυσουλάκη με έναν προβληματισμό που τέμνεται κάπως με τα παραπάνω.


(Σ.Σ. Και από αυτή τη θέση δράττομαι της ευκαιρίας να ευχαριστήσω τους φίλους και κουμπάρους που προ ετών με προίκισαν εν είδει δώρου με νιτσεράδες, αδιάβροχα, σκουφιά και θερμοεσώρουχα, ώστε να δύναμαι να ανταπεξέλθω σήμερα πλέον στις απαιτήσεις του ταξιδιού. Αγόρια μου, ενόψει Τουλόν θα χρειαστώ ακόμα κάνα-δυο φλισάκια χοντρά, ατομικό σωσίβιο-γιλεκάκι με κάψουλα, ένα ζευγάρι γαλοτσάκια ασορτί με τη νιτσεράδα και γαντάκια ιστιοπλοΐας με το μισό δαχτυλάκι έξω, ξέρετε εσείς, εντάξει; Περιμένω...)

11/12/12

Δώδεκα

Λιτός μεζές και μια ρακή. (Βρήκα την εικόνα σε δέκα μεριές στο διαδίκτυο, οπότε δεν ξέρω ποια είναι η αυθεντική πηγή.)

Τώρα που τα θυμάμαι αναδρομικώς δεν είμαι και βέβαιος απόλυτα, αλλά θα μπορούσε η μέρα που το συμφωνήσαμε να είναι 9 Σεπτεμβρίου. Του 2009, εννοείται, ώστε να ταιριάζει ημερολογιακώς η γραφή: 09/09/09. Ωστόσο 9 του Σεπτέβρη στην Κρήτη μόνο κρύο δεν κάνει, κι εκείνη τη μέρα θυμάμαι καλά ότι πίναμε ρακές στριμωγμένοι σ’ εκείνο τον καφενέ (μου διαφεύγει το όνομά του) δίπλα σε μια ξυλόσομπα μάλλον που έκαιγε· το θυμάμαι διότι μου είχε καεί η πλάτη κι έψαχνα τρόπο να πάω να καθήσω αλλού. Δύσκολο βέβαια, διότι το μαγαζί ήταν γεμάτο (άρα δεν είχε τραπεζάκια έξω, άρα μάλλον όχι Σεπτέβρης, εν τέλει) κι εγώ είχα φτάσει φυσικά τελευταίος, σα γνήσιος καριώτης ανάμεσα στα άλλα συντρίμμια, οπότε φυσικά πήρα την τελευταία διαθέσιμη θέση, κολλημένος πάνω στη σόμπα.

Θα πρέπει να ρωτήσω τη Μαρίστρα, που έχει ακόμα στο κινητό της φωτογραφίες από εκείνη τη βραδιά, οπότε θα έχει καταγραφεί η ημερομηνία και πιθανότατα θα θυμάται και πώς λέγανε το μαγαζί. Πάντως πρέπει να ήταν το 2009, καθότι σχετικά αρχές του 2010 εγώ την έκανα με ελαφρά πηδηματάκια από τη μεγαλόνησο και δεν έχω ξαναφανεί έκτοτε κατά κει. Το ζητούμενο πάντως ήταν ένα γενικό ραντεβού σε κάποια συμμετρική ημερομηνία του μέλλοντος. 10/10/10 δεν ήταν κι άσχημα, αλλά ήταν κοντινό κάπως. 11/11/11 ήταν κάπως καταθλιπτικά ομοιόμορφο, δε συγκέντρωσε σοβαρή υποστήριξη. Οπότε τι μας έμεινε; 12/12/12. Ραντεβού. Αν τότε ήταν Σεπτέβρης, το ραντεβού θα ήταν σε τρία χρόνια, τρεις μήνες και τρεις μέρες. Στο ίδιο μέρος. Οι ίδιοι· έτσι όπως είμαστε.

Τώρα πια βέβαια δεν είμαι 100% σίγουρος ποιοι ήμασταν. Ήμουν εγώ βέβαια, ήταν η Μαρίστρα και η Μανταλένα. Προφανώς ο Νέτος και ο Ίμερος. Πιθανώς να ήταν και ο Λάζαρος αλλά δεν έχω κάποια έντονη ανάμνησή του. Η Βιντσιρέλα ήταν; Λογικά θα ήταν. Για την Κάντυ δεν είμαι σίγουρος, μάλλον όχι. Ήταν και κανένας άλλος; Θα σας γελάσω. Θα πρέπει να ρωτήσω και φυσικά θα εκτεθώ άμα ρωτήσω, καθότι υποτίθεται ότι εγώ είμαι αυτός με τη μνήμη ελέφαντα. Αλλά για την ώρα η μνήμη μου αδυνατίζει και πάει (σε αντίθεση με τη λοιπή κοψιά που όλο και περισσότερο φέρνει σε ελέφαντα) και το μόνο που θυμάμαι εναργώς από εκείνη τη βραδιά ήταν η συζήτηση για το τέλος του κόσμου. Το επικείμενο· ξέρετε τώρα. Μαζί με το χειμερινό ηλιοστάσιο, που είπαν και οι Μάγια. Ή οι Ίνκα, οι Αζτέκοι, οι Ολμέκοι ή οι Τολτέκοι, τρέχα γύρευε τώρα. Αυτοί, τέλος πάντων, που υπολόγισαν το χρόνο μέχρι ακριβώς το χειμερινό ηλιοστάσιο του 2012 και μετά γιοκ. Σα να τελείωνε ο χρόνος ολοσχερώς.

Κι επειδή οι Μάγια (ή οι Ίνκα ή οι άλλοι τέλος πάντων) ήταν αρκετά σοφοί ώστε να ξέρουν πότε θα έρθει το τέλος του κόσμου (αν και όχι αρκετά ώστε να έχουν ανακαλύψει τον τροχό, ας πούμε), εμείς είπαμε να λάβουμε τα μέτρα μας και να βρεθούμε εννιά ολόκληρες μέρες πριν διανυθεί σύμπας ο χρόνος, ώστε να μπορούμε να πιούμε τις ρακές μας σαν τους ανθρώπους, να πάμε καμιά ιστιοπλοϊκή βολτίτσα Θεού θέλοντος και καιρού επιτρέποντος, και να διηγηθούμε ο ένας στο άλλο πώς περάσαμε τα τελευταία τρία χρόνια, τρεις μήνες και τρεις μέρες (ή περίπου). Μάλιστα, είχα προτείνει στην παρέα να πάμε την Πρωτοχρονιά του 2013 (δηλαδή πάνω-κάτω δέκα μέρες μετά το τέλος του κόσμου) όλοι μαζί στην Ικαρία που έχουμε και κάτι ωραία εορταστικά έθιμα. Στην παρατήρηση ότι στο αναμεταξύ θα έχει καταστραφεί ο κόσμος, διευκρίνισα ότι στην Ικαρία όλα γίνονται βραδέως και με χαρακτηριστική καθυστέρηση, οπότε είναι πλέον ή βέβαιον ότι ακόμα και αν έχει καταστραφεί ο κόσμος το 2012, ουδόλως μας αποτρέπει αυτό από το να γιορτάσουμε την ικαριακή Πρωτοχρονιά του 2013.

Τα μιλήσαμε, τα συμφωνήσαμε, και μετά το ξεχάσαμε βέβαια καθώς πέρασε η επήρεια της ρακής και πήγε ο καθένας στη δουλειά του, αν και αραιά και που όλο και κάποιος το θυμότανε και πέταγε κάτι σαν «άντε, τα λέμε στις 12/12» ή «μην ξεχάσεις να κλείσεις εισιτήρια για τις 12». Κάποια στιγμή, καθώς ο καιρός πλησίαζε, άρχισα να το σκέφτομαι πιο σοβαρά, αλλά η κρίσιμη ημερομηνία έπεφτε τόσο μεσοβδόμαδα που ήταν αδύνατον να σκάσω μύτη στην Κρήτη χωρίς να χαλάσω παραπάνω μέρες άδειας από όσες όντως δικαιούμαι (έχοντας ήδη υπερβεί κατά τι, σφυρίζοντας δήθεν αδιάφορα, τις Πορτογαλικές προδιαγραφές άδειας – και χωρίς να μετράμε τα επικείμενα Χριστούγεννα, ε;). Άσε που για τους υπόλοιπους είναι πιο απλό, καθότι η πιο μακρινή διαδρομή τους θα είναι από την Αμμουδάρα ή την Αλικαρνασσό στο Ηράκλειο (βάλε δέκα χιλιόμετρα και πολλά λέω...) ενώ εγώ θα χρειαστώ πάνω από τρεις χιλιάδες χιλιόμετρα, τρία αεροπλάνα τουλάχιστον και δεν ξέρω πόσα λεφτά, είδος ουσιώδες εν ανεπαρκεία στους καιρούς που ζούμε.

Οπότε το απώθησα στο κουτάκι με τα ουδέποτε πραγματοποιηθέντα σχέδια (πρέπει να πάρω ένα μεγαλύτερο κουτάκι, αυτό έχει αρχίσει και γεμίζει πλέον...), μαζί με την διαδρομή Αθήνα-Λισσαβώνα-Αθήνα οδικώς με το σαραβαλάκι μου, τις εκδρομές στη Μαδέιρα και τις Αζόρες, τη σιδηροδρομική εξερεύνηση της δυτικής Πελοποννήσου (αλλά στο μεταξύ πάει το τραίνο του Τρικούπη, έκλεισε) και την εικοσαήμερη μεταφορά του wannabe καινούργιου σκάφους του φίλου μου του Φ. από το Ντόβερ στο Καλαμάκι μέσω Γιβραλτάρ-Μάλαγας-Βαλεαρίδων-Σαρδηνίας-Σικελίας και ισθμού της Κορίνθου (μόνο που τελικά αγόρασε άλλο κοψοχρονιά από τη Σκιάθο και το έφερε μόνος του σε δυο μέρες).

Κι εκεί που ενταφίαζα ησύχως τη φιλοδοξία του εν λόγω reunion, μου έρχεται άξαφνα τις προάλλες ένα μηνυματάκι από μια φίλη που τότε δεν ήταν μέλος της επίμαχης παρέας: «Τι έγινε; Πότε έρχεσαι για το ραντεβού της 12/12/12;» Της εξήγησα ότι δεν έρχομαι πριν τις 22 και πάντως όχι στην Κρήτη. Απόρησε. Απόρησα κι εγώ με τη σειρά μου που το είχε υπόψιν, το υποτιθέμενο ραντεβού. «Ε, το κουβεντιάζαμε με τα παιδιά πριν κάμποσο καιρό, και έλεγα μήπως ερχόσουν». Α, το κουβεντιάζανε. Δηλαδή, κουβεντιαζόταν τα πράγμα. Πέτυχα τη Μανταλένα διαδικτυακώς, και είπα να ζητήσω διευκρινίσεις.

- Πού είσαι;
- Σπίτι μου. Δηλαδή στη μάνα μου.


Με όρους Μανταλένας, αυτό σημαίνει κάπου στο ρου του Άνω Δούναβη. Όχι στην Κρήτη πάντως.

- Παίζει να είσαι Ηράκλειο την άλλη βδομάδα;
- Πλάκα μου κάνεις; Τώρα μόλις έφυγα από κάτω, θα ξανακατέβω καλό Πάσχα και αν...


Πήρα μια ανάσα – δεν θα ήμουν ο μόνος απών.

- Α, έλεγα μήπως γινόταν το ραντεβού στις 12/12/12.
- Ε, δε θα είσαι online;
- Ορίστε;
- Στο σκάιπ, ρε παιδί μου, δε θα είσαι;
- Ξέρω γω; Θα είμαι.
- Ωραία. Θα είμαι κι εγώ. Θα τους βάλουμε να μας πάρουν.
- ...
- Άλλωστε μόλις που προλαβαίνουμε πριν καταστραφεί ο κόσμος.


Οπότε, συντριμμάκια και φίλοι, δεν ξέρω αν το πιάσατε το υποννοούμενο, αλλά στις 12/12/12 (και κατά προτίμηση γύρω στις 12...) φροντίστε να μαζευτείτε, να έχετε μαζί σας λάπτοπ και πρόσβαση στο διαδίκτυο, διότι το ραντεβού ισχύει κανονικά.

Έχω φυλάξει τη ρακή στο ψυγείο για την περίσταση.

6/12/12

Ήρθαν τα κρητικά παιδιά...

Ιστιοπλοΐα στις όχθες του Τάγου, Ιούλιος 2012, φωτό © Δ.Σ.

Στην Ικαρία το καλοκαίρι δε με πρόλαβαν. Έφτασαν από το Ηράκλειο Δευτέρα πρωί, ενώ εγώ είχα φύγει Κυριακή μεσημέρι. Τους άφησα σαφείς οδηγίες πάντως, πού να πάνε και τι να κάνουν (προσαρμοσμένες στα γούστα τους όπως τα φανταζόμουν) και επί μέρες λάμβανα μηνύματα τύπου «Περνάμε υπέροχα!» και «Καλά, πόσο φανταστικά είναι!».

Ξαναμιλήσαμε (διαδικτυακώς πάντα) μέσα Σεπτέβρη· με εκείνην βέβαια, που την ξέρω από τα χρόνια μου στην Κρήτη. Εκείνον δεν τον είχα γνωρίσει από κοντά· όταν έφυγα από την Ελλάδα, πριν τρία χρόνια σχεδόν, η σχέση τους ήταν ακόμα στα σπάργανα και όπως συχνά συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις ήταν κάπως μυστική στην αρχή. Στα χρόνια που μεσολάβησαν επικοινωνούσαμε κατά καιρούς, κάποτε η φιλενάδα με επισκέφτηκε στην Ολλανδία με ένα κλιμάκιο ιστιοπλόων. Είχα προσέξει τότε ότι έτρωγε κάμποση ώρα στα τηλέφωνα με τον καλό της.

- Είναι ακριβά τα διεθνή τηλεφωνήματα, την πείραζα. Θα πτωχεύσεις.
- Δεν πειράζει, μου έλεγε χαμογελώντας παιχνιδιάρικα. Τα λεφτά δε φέρνουν την ευτυχία.

Όχι, αλλά η έλλειψή τους μπορεί καμμιά φορά να την περιορίζει κάπως. Το μάθαμε (οδυνηρά ενίοτε) αυτά τα χρόνια, μέχρι κι εγώ στο εξωτερικό. Πάντως η φίλη μου παρόλες τις ελλείψεις το είχε κάνει τάμα να έρθει και στη Λισσαβώνα, πριν εγκαταλείψω οριστικά την πόλη. Και ήρθε, μαζί με την άλλη κολλητή μας από την ιστιοπλοϊκή παρέα της Κρήτης και βέβαια με το σύντροφό της. Νοέμβρη μήνα. Με κρύο και βροχή του Ατλαντικού.

- Καλέ, αργήσατε κάπως.
- Ποτέ δεν είναι αργά.
- Σου πλήρωσαν το επίδομα αδείας;
- Πλάκα κάνεις; Μαζέψαμε ό,τι κέρμα είχαμε και ήρθαμε. Ακόμα περιμένω το δώρο του Πάσχα και το μισθό του Μαΐου.
- Καλά, και τί τις ήθελες τις Πορτογαλίες;
- Γιατί, πού θα τις ξαναβρώ;


Έλα ντε... Το φιλοσοφήσαμε λίγο, η φτώχεια θέλει καλοπέραση και τέτοια. Όχι ακριβώς φτώχεια μαύρη (τι να πούνε άλλοι κι άλλοι δηλαδή...) αλλά δεν είμασταν και για ζήτω, η φίλη απλήρωτη από το Πάσχα, ο δικός της ελεύθερος επαγγελματίας άνευ πελατείας λόγω κρίσης, η κολλητή άρτι απολυθείσα εποχιακή κι εγώ αναμένων τη σειρά μου οσονούπω. Αθροιστικώς εκατόν εξηντατριών ετών όλοι μαζί. Σαράντα κόμμα εβδομηνταπέντε κατά μέσο όρο. Όλο προοπτικές. Εγώ τον κοιτάω από ψηλά το μέσο όρο, άρα με λιγότερες προοπτικές. Το ζευγάρι τον κοιτάει από πιο κάτω, λίγο ως πολύ, άρα έχουν μέλλον.

Μείνανε μαζί μου εννιά μέρες. Έτυχε να έχω πολλή δουλειά και δεν μπόρεσα να τους «ζήσω» και πολύ, καθώς έτρεχα να προλάβω προθεσμίες με υποδειγματική ικαριακή συνέπεια (ξέρετε τώρα...) ενώ εκείνοι τριγυρνούσαν στο Μπελέμ και τη Σίντρα και την Αλφάμα και τα μουσεία και τα κάστρα. Και στα μαγαζιά ενίοτε. Κάπου προς το τέλος θυμήθηκε να του ψευτογκρινιάξει, τρυφερά πάντα.

- Μωρό μου, δε με πήγες να ακούσω φάδο... Καθόλου δε μ’ αγαπάς.

Έφυγαν πριν ξημερώσει· είχε πέσει μια γκρίζα ομίχλη στις όχθες του Τάγου. Ανανεώσαμε το ραντεβού για Ικαρία σε εποχή που θα είμαι κι εγώ. Ξαναμπήκα στο άδειο πλέον σπίτι· πριν πέσω στο κρεβάτι θυμήθηκα ένα πρωινό που την ξύπνησε απαγγέλοντάς της κάτι σα μαντινάδα:
Μάτια μου, μάτια των ματιών, των ομματιών μου μάτια
Μάτια δεν έχω ξαναδεί σαν τα δικά σου μάτια.
Καλύτερο από φάδο μου φάνηκε.


Σ.Σ. Ο τίτλος προέρχεται από ένα (ιστιοπλοϊκού ενδιαφέροντος) δημοτικό τραγούδι της Ιερισσού που διασώζει η Δόμνα Σαμίου και θυμάμαι τους στίχους του κάπως έτσι:

Ήρθαν τα κρητικά παιδιά τα ‘μορφοπαλικάρια
τα όμορφα και τα νόστιμα και τ’ αρραβωνιασμένα
καράβιν εσκαρώσανε καταμεσού πελάγου
βάζουν κατάρτια μπρούτζινα κι αντένες ασημένιες
και τα πανιά μεταξωτά και ξάρτια συρματένια
κι όμορφον το καράβιν τους κι ο νιός που τ’ αρμενίζει
καράβι μου κι αν πας στην Χιό κι αν πάς στην Σαλονίκη
χαιρέτα μου την αγαπώ πού ‘χει τα μαύρα μάτια

Βασιλικό στα κάτεργα και δυόσμο στα καράβια
κι θερμασιά στις όμορφες και γειά στα παλληκάρια.


(Κάτεργα είναι οι γαλέρες, τα πλοία με κωπηλάτες· η σημερινή έννοια της λέξης ως φυλακής πρέπει να υπήρξε μεταφορική τον παλιό καιρό που η στέρηση της ελευθερίας μπορεί και να σήμαινε καταδίκη σε κωπηλασία σε κάποιο πλοίο. Από κεί και η λέξη κατεργάρης και η έκφραση κάθε κατεργάρης στον πάγκο του – για κουπί, εννοείται).

(Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 3/12/2012. Αν και δεν είναι ικαριακή ιστορία, με διαβεβαίωσαν ότι είναι εντός στόχευσης του mag, πράγμα που υποδηλώνει ευρεία στόχευση εκ μέρους του περιοδικού, βεβαίως βεβαίως...)

13/10/10

Παράξενοι τόποι (Χαΐνηδες)

Ο κύριος Δημήτρης Αποστολάκης βάζει τους στίχους και τη μουσική, ο κύριος Μιχάλης Σταυρακάκης τη φωνή, και κάποιος άγνωστός μου κύριος φτιάχνει ένα γλυκύτατο βιντεάκι, που σκέφτηκα να αφιερώσω στους ιστιοπλόους φίλους που ταξίδεψαν από την Κρήτη μέχρι το Λέιντεν να με δουν (και λιγάκι παραπάνω σ' εκείνους που δεν ταξίδεψαν).


Εγώ στα φύλλα της καρδιάς κρύβω βαθιά τον πόνο
στρέφω το βλέμμα μη με δουν και σαν παιδί βουρκώνω

Θε μου πόσο παράξενοι είν' οι δικοί μας τόποι
θλιμμένα τα τραγούδια μας και γελαστοί οι αθρώποι

Κλείσε τα μάτια κι άσε με θάλασσα να σε λέω
τούτο το βράδυ που μπορεί ναι 'ναι το τελευταίο

Θάλασσα πικροθάλασσα μια νύχτα θα γυρίσω
κι ένα κορμί και μια καρδιά στο κύμα σου θ' αφήσω




Το τραγούδι "Θάλασσα πικροθάλασσα" είναι από το δίσκο των Χαΐνηδων "Το μεγάλο ταξίδι" (1997). Λόγω μιας μικρής ασυνεννοησίας στο φόρματ του youtube και του blogspot, ίσως είναι καλύτερα να δείτε το βιντεάκι εδώ.

29/7/10

Ο Ιπτάμενος Ολλανδός και η Φάτα Μοργκάνα

Δεν είναι ακριβώς ο Ιπτάμενος Ολλανδός, αλλά ποτέ δεν ξέρεις...

Σύμφωνα με μια εκδοχή του θρύλου, ο καπετάνιος λεγόταν Φάλκενμπουργκ. Έπαιξε στα ζάρια την ψυχή του με το διάβολο (έχασε, φυσικά) και καταδικάστηκε να περιφέρεται στη Βόρεια Θάλασσα μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία. Κατ' άλλους, το όνομά του ήταν Φόκκε - ταξίδευε τόσο γρήγορα από το Άμστερνταμ μέχρι την Ιάβα, που πολλοί έλεγαν ότι δε μπορεί, κάτι διαβολικό θα υπήρχε πίσω του. Άλλοι λένε ότι λεγόταν Βαν ντερ Ντέκεν, και ότι ορκίστηκε να περάσει το ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας με ενάντιους ανέμους, ακόμα κι αν ξέμενε εκεί μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία. Σε κάθε περίπτωση, το πλοίο συνέχισε να ταξιδεύει αιώνια, και πολλοί ναυτικοί το έβλεπαν σε ώρες θαλασσοταραχής να ίπταται κυριολεκτικά - να αιωρείται ανάμεσα σε γη και ουρανό. Καμμιά φορά με τα κατάρτια ανάποδα.

Η περιγραφή είναι υπερβολικά τραβηγμένη για να είναι αληθινή, σκεφτόμουν, μέχρι που πήγα παρακάτω στο σχετικό άρθρο της wikipedia για να ανακαλύψω με τεράστια έκπληξη ότι είναι όντως αληθινή. Όχι ίσως στο κομμάτι του καταραμένου καπετάνιου (ατυχώς και του πληρώματος) που διασχίζει τα πέλαγα αιωνίως λόγω της Ύβρεως που διέπραξε, αλλά σίγουρα στο κομμάτι του αιωρούμενου πλοίου - ακόμα και με τα κατάρτια ανάποδα. Αν ο κάπτεν-Νέτος ήταν πραγματικός θα έλεγε ότι ακόμα και με τα κατάρτια ανάποδα, ένα πλοίο μπορεί να κυβερνηθεί (εξ' ου και κυβερ-νέτος), αλλά η σωφροσύνη επιτάσσει οι καρίνες να κοιτάνε θάλασσα και τα κατάρτια ουρανό, οπότε σύμφωνα με τη φυσική τάξη των πραγμάτων οι ερμηνείες που υπάρχουν είναι λίγο πιο πεζές. Είναι απλώς μια θαλάσσια μορφή αντικατοπτρισμού.

Στην εικόνα που έχω κλέψει και έχω βάλει στην κορυφή της ανάρτησης, φαίνονται (αχνά) τρία σκάφη. Το πιο "κάτω" είναι το αληθινό. Ακριβώς από πάνω του, αλλά αντεστραμμένο, είναι το κατοπτρικό του είδωλο (στους υδρατμούς του ορίζοντα). Ακόμα πιο πάνω είναι το είδωλο του ειδώλου, που έχει επανέλθει στη "φυσιολογική" θέση. Τέτοιες εικόνες είναι σπάνιες - πιο πιθανό είναι να δεις μόνο ένα αντεστραμμένο είδωλο. Καμμιά φορά όμως συναντάς το εξής παράδοξο: το "αληθινό" σκάφος είναι (οριακά) κάτω από τη γραμμή του ορίζοντα, άρα άορατο στον παρατηρητή. Ορατές είναι μόνο οι πάνω από τον ορίζοντα αντανακλάσεις του - και τότε ο Ιπτάμενος Ολλανδός όχι μόνο ίπταται, αλλά ενίοτε με τα κατάρτια προς τα κάτω. Μόνο που στη σύγχρονη εκδοχή μπορεί να είναι γκαζάδικο ή εμπορικό, και όχι αναγκαστικά clipper ή σκούνα του 18ου αιώνα.

Το πιο ενδιαφέρον όμως για το φαινόμενο αυτό του αντικατοπτρισμού είναι ότι έχει ένα διάσημο όνομα: λέγεται "Φάτα Μοργκάνα". Διαβάζω με κατάπληξη ότι η ονομασία Φάτα Μοργκάνα αποτελεί ιταλική μετάφραση του ονόματος της Μόργκαν λε Φέι, της μάγισσας και ετεροθαλούς αδελφής του Βασιλιά Αρθούρου, και χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει αυτό το είδος αντικατοπτρισμού στη Σικελία (και από εκεί στα καθ' ημάς μέσω της ποίησης του Νίκου Καββαδία). Αν ο κάπτεν Νέτος ήταν πραγματικός, δεν θα αρνιόταν ότι έχει δει τη μάγισσα, που αφού διέπραξε την ανόσια αιμομιξία της διέφυγε από την Αγγλία του Αρθούρου και κατοίκησε ως φάντασμα μάλλον στο στενό της Μεσσήνης ή κάπου εκεί κοντά. Αλλά το πιο πιθανό είναι ότι θα πρωτοάκουσε γι' αυτήν από εκείνο το πανέμορφο τραγούδι της Μαρίζας Κωχ που εκχυλίζει τους καλύτερους στίχους τους ποιήματος:

Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό
στάλα τη στάλα συναγμένο απ' το κορμί σου
Βοήθειά σας, καπεταναίοι, λοστρόμοι και ναυτάκια μου. Καλά ταξίδια.





Σ.Σ. Λένε ότι μια μέρα του 1983 ή 1984 η Μαρίζα Κωχ πήγε σινεμά να δει την ταινία του Μάρκο Φερέρι "Η ιστορία της Πιερά". Σε μια σκηνή, ο Μαστρογιάννι διασταυρώνεται στο σταθμό με Έλληνες μετανάστες ή πρόσφυγες - μια κοπέλα καθισμένη πάνω σε μια βαλίτσα τραγουδάει το "Φάτα Μοργκάνα". Τόσα χρόνια μετά ελπίζω η καλή κυρία Μαρίζα να έχει συνέλθει από το σοκ (και να έχει πάρει τουλάχιστον μια συγγνώμη για την κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας). Το ποίημα του Νίκου Καββαδία στην πλήρη του μορφή μπορεί να το βρει κανείς στη συλλογή "Τραβέρσο".

Το πιο αστείο σχετικό (αν μπορεί να το πει κανείς έτσι) που είδα στη wikipedia, αναφερόταν στον Ολλανδό ποδοσφαιριστή Ντένις Μπέργκαμπ, που μόλις έχασε μια πτήση στην οποία είχε κλείσει θέση είδε το αεροπλάνο να συντρίβεται μπροστά στα μάτια του αμέσως μετά την απογείωση. Δεν ξαναμπήκε ποτέ σε αεροπλάνο, γεγονός που αφενός είχε κάποιες επιπτώσεις στην καριέρα του, και αφετέρου του στοίχισε το παρατσούκλι "The non-flying Dutchman" που τον ακολουθούσε έκτοτε όσο έπαιζε μπάλα.

26/3/10

Κι άλλες επέτειοι

Μια φρέσκια ελληνική σημαία έχει αναρτηθεί στον ιστό δίπλα στη σκισμένη παλιά, από εν ευθυμία τελούντες (οπωσδήποτε...) ιστιοπλόους, όχι όλους εκ γενετής Έλληνες αλλά σαφώς εξ' επιλογής. Αναμένονται οι αντιδράσεις του Λιμενικού Σώματος.

Θα μπορούσε να είναι μια οποιαδήποτε μέρα αλλά ήταν 25η Μαρτίου, και μάλιστα η χτεσινή. Μια μέρα στην οποία εορτάζεται ο Ευαγγελισμός και μαζί η επέτειος της επανάστασης του 1821 (το τονίζω, γιατί μερικοί μπορεί να μην το ξέρουν, δείτε λεπτομέρειες εδώ). Θα αντιπαρέλθω τη σημερινή συζήτηση για τα ρατσιστικά συνθήματα στην παρέλαση, καθώς με μερικές εξαιρέσεις που προανέφερα δυο αναρτήσεις παρακάτω (δείτε εδώ) δεν έχω σε τεράστια υπόληψη τους ένστολους, ακόμα και του σχετικά ανώδυνου Λιμενικού Σώματος.

Μου φαίνεται βέβαια λίγο αστείο το σκηνικό, την ώρα που πλείστοι όσοι εκ των ηρώων του 1821 ήταν αρβανίτικης (δηλαδή εν τέλει αλβανικής) καταγωγής μάλλον, αλλά έτσι κι αλλιώς ούτε τις καταγωγές έχω σε υπόληψη ιδιαίτερη, ειδικά όταν αναφερόμαστε σε μια εποχή όπου το πού ανήκεις ήταν θέμα θρησκείας μάλλον παρά οτιδήποτε άλλο: οι άνθρωποι μπορούσαν ακόμα να "τουρκέψουν" ή να "φραγκέψουν" ανάλογα με το Θεό τους και όχι τα γονίδια. Έχουν αναφερθεί πλήθη διαλόγων του Τζαβέλλα ή του Ανδρούτσου με (τουρκ-)αλβανούς αντιπάλους εις άπταιστον αλβανικήν χωρίς διερμηνέα, χώρια η θητεία του Καραϊσκάκη και άλλων πολλών στην αυλή του Αλή Πασά. Όλα αυτά είναι γνωστά, και διατηρήθηκαν ακόμα και χρόνια μετά, όταν ο ναύαρχος Κουντουριώτης έδινε το παράγγελμα "βρας" (πυρ στα αρβανίτικα) στους Υδραίους ναύτες του στη ναυμαχία της Έλλης, όπως μαρτυρά ο ποιητής Νίκος Εγγονόπουλος στο ποίημα "Μπολιβάρ" - αναφερόμενος έστω και συμβολικά σε ένα παράδειγμα ανθρώπου που δεν εγεννήθη αλλά θα μπορούσε να είναι "ωραίος σαν Έλληνας".

Αυτά όλα βέβαια δεν τα σκεφτόμουν χτες, γιατί ούτε παρελάσεις παρακολουθώ ούτε με τα ΜΜΕ έχω πολύ στενή σχέση τελευταία. Χτες μάλιστα ειδικά, γιορτή του Ευαγγελισμού και επέτειο της επανάστασης, παράτησα τις στεριές και το βροχερό Ηράκλειο και ξανοίχτηκα στα ανοιχτά πελάγη (άλλωστε η επανάσταση είχε και ναυτικές δυνάμεις). Δηλαδή όχι πολύ ανοιχτά, εδώ παραπέρα μέχρι τη Δία πήγαμε, πέντε συντρίμμια και μια φίλη, χωρίς σκίπερ παρακαλώ και χωρίς δασκάλους και καθοδηγητές, μόνοι μας. Για να νοικιάσεις σκάφος απαιτούνται δύο διπλώματα ιστιοπλοΐας, εμείς είχαμε έξι. Προφανώς με τόσα διπλώματα αναμένεται να υπάρχει σύγκρουση για το καπετανιλίκι, οπότε αντί να στριμώχνομαι με τους άλλους καπεταναίους είπα να κάνω το λοστρόμο για πολλοστή φορά. Ατυχώς δεν υπήρχε κατώτερο πλήρωμα, ούτε ναύτες, ούτε μούτσοι, οπότε σε κανέναν δε μπορούσα να κάνω τον έξυπνο.

Δε βαριέσαι πάντως, αν και πολυκέφαλο, το σκάφος επέπλευσε, και έτσι καταφέραμε και να λύσουμε χωρίς ατυχήματα, και να βγούμε από το λιμάνι, και να ανοίξουμε πανιά, και να βρούμε τη Δία (εντάξει, απέναντι είναι, αλλά και οι άλλοι που ψάχνανε τη Μάλτα και δεν τη βρήκανε ποτέ, εξ' ου και "Μάλτα γιοκ", δεν ήτανε λαμπροί ναυτικοί νομίζετε;). Εκεί εντοπίσαμε ντόκο για δέσιμο (υπό διάλυση βέβαια) στον κόλπο του Αη-Γιώργη, και μετά από πληθώρα ακριβών χειρισμών πρυμνοδέτησης που κράτησαν γύρω στη μιάμιση ώρα (μη βασκαθούμε...) καταφέραμε να δέσουμε με ασφάλεια. Δίπλα ήρθαν και έδεσαν δύο με ένα ταχύπλοο που άκουγαν σκυλάδικα στη διαπασών και μας πληροφόρησαν ότι στο Ηράκλειο έβρεχε καρεκλοπόδαρα. Ευτυχώς πήγαν σύντομα σχετικά να τσεκάρουν αν σταμάτησε να βρέχει, κι έτσι μείναμε στην ησυχία μας και τον αχνό ήλιο, μέχρι που μερικοί βούτηξαν κιόλας (και πάγωσαν) ενώ μερικοί σοφότεροι βουτήξαμε απλά στο κρασί από τη Γαρίπα (γεια σου Μαρίστρα!) και τους μεζέδες.

Τιμήσαμε τη εθνική επέτειο ανεβάζοντας μια ολόκληρη σημαία στο σκάφος στη θέση της μισής σκισμένης από τον άνεμο σημαίας που υπήρχε (δείτε τη φωτογραφία στην κορυφή), μερικοί τίμησαν και τον Ευαγγελισμό ανάβοντας το καντήλι στο εκκλησάκι της Ανάληψης που δεσπόζει στον κόλπο. Σαλπάραμε το σούρουπο αφού φέραμε κάμποσες βόλτες πάνω από τη σκαλωμένη άγκυρα (άμα κάνουμε αγκυροβολία την κάνουμε καλά...) και βγήκαμε στο γεμάτο πεντάρι με κάμποση μηχανάδα βέβαια καλού κακού. Φτάσαμε νύχτα στο Ηράκλειο και δέσαμε χωρίς να προκαλέσουμε ατύχημα και μάλιστα με τη μία, πράγμα που για τις επιδόσεις μας ως συντρίμμια ήταν εξαιρετικό επίτευγμα και μας συγχαίρω (ειδικά αυτούς που το έκαναν διότι εγώ απλώς κοίταζα). Ήπιαμε το υπόλοιπο κρασί μασουλώντας τα ψωμοτύρια που απέμειναν, και αποχαιρέτησα τους φίλους της ιστιοπλοΐας με μια ενδόμυχη απορία αν θα ξαναβρεθούμε μαζί σε τέτοια φάση και πόσο σύντομα.

Σήμερα τους έστειλα τα βιντεάκια που τράβηξα χτες και τις ευχές μου, σερφάρισα λίγο στο διαδίκτυο όπου είδα τις βλακείες της παρέλασης με καθυστέρηση φάσης, και σκέφτηκα αντί για τις συνηθισμένες στρατιωτικές ιστορίες που ανεβάζω σε κάθε εθνική επέτειο να πω μια έστω "χαλαρή" ιστορία χωρίς φοβερές προεκτάσεις και εκπληκτικά σημαινόμενα.

Σκέφτηκα ακόμα να πάρω τηλέφωνο τους γονείς μου - σήμερα κλείνουν 49 χρόνια γάμου και αναρωτιέμαι αν το θυμούνται. Αλλά κόντεψα να το ξεχάσω ξαναδιαβάζοντας το "Μπολιβάρ" στο διαδίκτυο.

Περνάει γρήγορα η ώρα, τι νομίζετε;

1/3/10

Εις το βουνό ψηλά εκεί

Το φεγγάρι πάνω από τα καταφύγιο Ασκύφου, λίγο πριν νυχτώσει στο κέντρο του κόσμου.

Η τρέλα δεν πάει στα βουνά, λέει η παροιμία, και με αφήνει με την απορία τι να εννοεί άραγε. Εμείς οι ιστιοπλόοι πάντως και στα βουνά πάμε άμα λάχει, τώρα που τα σκάφη είναι τραβηγμένα στα καρνάγια και οι ιστιοπλοϊκές δραστηριότητες περιορίζονται στο διαδίκτυο μάλλον παρά στην πραγματική ζωή. Τα μέλη του σκληρού πυρήνα της Συντρίμ τημ, ο μαλακός μανδύας που τα περιβάλλει (δηλαδή εγώ) καθώς και κάποιοι φίλοι, αφήσαμε για την ώρα τη θάλασσα και τη μαγευτική διαδρομή Ηράκλειο-Δία και τανάπαλιν προς αναζήτηση της περιπέτειας στο αφιλόξενο έδαφος των Λευκών Ορέων, και συγκεκριμένα του οροπεδίου Ασκύφου. Αφιλόξενο για τους Ηρακλειώτες της παρέας, εννοείται, καθώς η περιοχή ανήκει στο νομό Χανίων - εμείς οι ξενομπάτες ουδεμία σκασίλα έχουμε.

Το ραντεβού ήταν Σάββατο πρωί στο Αμουδάρι - φυσικά τα ικαριακά γονίδια του γράφοντος εύκολα μετέτρεψαν το πρωί σε απομεσήμερο οπότε το ραντεβού μετετέθη για το καταφύγιο που βρίσκεται σε υψόμετρο 1200 μέτρα. Για να μην υπάρχει παρεξήγηση, εννοείται ότι η ανάβαση έγινε σε 4x4 με οδηγό, οπότε από την ευχάριστη θέση του συνοδηγού είχα την ευκαιρία να σέρνω τα εξ' αμάξης (κυριολεκτικά) με αφορμή διάφορα αρχιτεκτονήματα ή συμπεριφορές που συναντούσαμε δρόμο-δρόμο. Ατυχώς κάποτε η απόλαυση τελείωσε όταν φτάσαμε στο καταφύγιο και συναντήσαμε τους καμιά τριανταριά και βάλε νομάτους που γέμιζαν τα δωμάτια και το χώρο εστίασης, με τα ωραία μπουφάν και τα ωραιότερα φλις τους. Θα ταίριαζαν πολύ καλύτερα με ασορτί αρβυλάκια, αλλά ο κανονισμός προέβλεπε ότι τα άρβυλα βγαίνουν στον προθάλαμο και αντικαθίστανται από λαστιχένια σαγιονάρα σαν αυτές που δίνουνε στο στρατό, πράγμα που αφαιρεί ένα μέρος της κομψότητας που προσδίδει η ορειβατική εξάρτυση, αλλά είναι αναμφίβολα πολύ πρακτικότερο.

Για την περίσταση είχα βάλει κι εγώ το φλισάκι μου, επιτέλους για τη χρήση που προορίζεται κανονικά και όχι για μούρη στο γραφείο. Τα υπόλοιπα συμπράγκαλα που κουβάλαγα ήταν μάλλον ιστιοπλοϊκού ενδιαφέροντος, καθώς το υποτίθεται hiking πατούμενο ήταν λίγο μόλις καλύτερο από ένα κοινό αθλητικό παπούτσι, το αντιανεμικό, ο σκούφος και το κασκώλ ήταν εμφανώς για βαπορίσια χρήση, και το τζηνάκι απλό τζηνάκι. Ο καιρός ήταν μαζί μου βέβαια, καθώς είχε ήλιο άφθονο, μηδέν χιόνι γύρω γύρω, ελάχιστο ακόμα και στις βουνοκορφές που μας περιτριγύριζαν στο μικρό οροπέδιο της Ταύρης. Άλλοι, πιο προχωρημένοι, γκρίνιαζαν - θα προτιμούσαν κανέναν καραχιονιά, μάλλον. Αλλά οι περισσότεροι φαινόντουσαν ευχαριστημένοι, και κρίνοντας από το ότι ήξερα τους μισούς περίπου υπό ιστιοπλοϊκή ιδιότητα, δεν ανησύχησα για το ενδεχόμενο να μείνω χωρίς παρέα το πρωί της επομένης που οι ορειβάτες θα σηκωνόντουσαν χαράματα να κατακτήσουν τις κορφές.

Οφείλω να ξεκαθαρίσω στους αναγνώστες τους ιστολογίου ότι δεν είμαι καθόλου άνθρωπος των κάμπων: λατρεύω τα βουνά - ειδικά να κάθομαι στην παραλία και να τα κοιτάω από μακριά. Όταν αρχίζει η ανηφόρα όμως, αρχίζω να θυμάμαι ότι (για να το πω αποφατικά) ΔΕΝ είμαι ακριβώς νέος, λεπτός και γυμνασμένος, χώρια το άσθμα. Επειδή όμως τα τελευταία δυο-τρία χρόνια έχω αρχίσει και κάνω πράγματα που τα προηγούμενα τριανταεννιά είτε ανέβαλλα διαρκώς είτε δεν είχα διανοηθεί ότι θα μπορούσαν να με αφορούν, κάποια στιγμή θα έφτανε και η ώρα της ανάβασης. Φυσικά ο καθένας έχει κάποια όρια - τα δικά μου σίγουρα δεν φτάνουν πολύ ψηλότερα από τα 1200 μέτρα. Όμως κάπου βρίσκονται, και είπα να σπεύσω να τα συναντήσω.

Η συνάντηση ήταν λίγο απότομη. Μετά από μια νύχτα με φαγητό, πολύ κρασί και τραγούδι, καθώς και μια απόπειρα εκμάθησης Χανιώτη (χορός είναι αυτό) σε ανεπίδεκτους Καριώτες (ευχαριστώ, κορίτσια), οι ορειβάτες ξύπνησαν χαράματα κι έφυγαν για ψηλά. Τα συντρίμμια της νύχτας και άλλοι θαλασσινοί ξεμείναμε στα πέριξ του καταφυγίου, με αργό και τελετουργικό ξύπνημα, λουκούλλειο πρωινό, καφέ και τσιγάρο χωρίς την αστυνόμευση του οδηγού από τον ΕΟΣ Χανίων που ήταν ο άρχων του χώρου. Με κάποια έκπληξη είδα ότι "ορειβάτες" ήταν μετά βίας οι μισοί, κι από τους άλλους μισούς εγώ ήμουν ο πιο πρωινός. Κάποτε όμως και οι άλλοι μισοί αποφασίσαμε να πάμε κάπου, αρχικά προς το οροπέδιο Νιάτου και μετά στο μονοπάτι Ε4 που οδηγεί εν τέλει στη Χώρα Σφακίων. Ο σκληρός πυρήνας και οι φίλοι τους επέλεξαν αυτή τη διαδρομή, με σκοπό να κάνουν περίπου τη μισή απόσταση, γύρω στις διόμιση ώρες (κι άλλο τόσο πίσω). Ο μαλακός μανδύας δυστυχώς σφήνωσε στο σαραντάλεπτο σε μια κατηφορική χαράδρα, και αναλογιζόμενος ότι στην επιστροφή θα ήταν ανήφορος είδε τα όριά του να πλησιάζουν απειλητικά, και πριν συναντηθούν βίαια είχε ήδη κάνει μεταβολή για την επιστροφή.

Ο σοφός Νέτος το είχε προβλέψει από την παραμονή, λέγοντας ότι η "Συντριμιών ανάβαση" θα εξελισσόταν εν τέλει σε "Κάθοδο των κακο-μοιρίων" (και στο τέλος θα φωνάζουμε "θάλαττα-θάλαττα"). Με συνόδεψε μέχρι το καταφύγιο, παρηγορώντας με ενόψει του ψησίματος πανσέτας που θα ακολουθούσε. Η Μανταλένα ήρθε μαζί μας - ξεπέρασα την επαπειλούμενη κρίση άσθματος συζητώντας με τους φίλους μου για το αν είναι προτιμότερο να γίνεσαι πρώτα φίλος και ύστερα εραστής κάποιου ή το αντίστροφο (στην περίπτωση που τα κάνεις και τα δύο διαδοχικά), ένα θέμα ύψιστου ορειβατικού ενδιαφέροντος. Κουβέντα στην κουβέντα η ανάσα μου επέστρεψε, και μετά από λίγο επέστρεψαν και οι κατακτητές της κορυφής. Τσιμπήσαμε και ήπιαμε, σβήσαμε το ακοίμητο τζάκι, μαζέψαμε και σκουπίσαμε μέχρι να επιστρέψουν τα υπόλοιπα συντρίμμια. Όταν έφτασαν ρωτήσαμε μέχρι πού πήγαν.

- Μέχρι να δούμε τη θάλασσα, είπε η Κάντυ, και η προφητεία του Νέτου εκπληρώθηκε.

Φορτώσαμε τα αμάξια και αποχωρήσαμε σε φάλαγγα, εμείς μπροστά και η Μαρίστρα πίσω. Στο Αμουδάρι χωριστήκαμε, ο σκληρός πυρήνας έμεινε για ρακές κι εμείς πήραμε το δρόμο για τη Χώρα Σφακίων, περάσαμε το φαράγγι της Ίμπρου και χαζέψαμε τη Γαύδο από απέναντι. Ύστερα, όσο ήταν ακόμα μέρα περάσαμε από το Φραγκοκάστελλο, αλλά είναι νωρίς ακόμα για Δροσουλίτες. Φτάσαμε στο Ροδάκινο και είδαμε τα βράχια που κοκκίνιζαν από τον ήλιο. Λίγο πριν σουρουπώσει περάσαμε το φαράγγι Κοτσυφού (τα φαράγγια που περνάς εποχούμενος είναι πολύ ευχάριστα) κι ύστερα βγήκε ένα τεράστιο, πανέμορφο φεγγάρι που μας πήγε μέχρι το Ηράκλειο και μας άφησε απαλά στην πόρτα.

Πριν κοιμηθώ, θυμήθηκα μια ιστορία που είχα διαβάσει παλιά, για ένα γέρο Σφακιανό που έλεγε:

"Όλος ο κόσμος, είναι η Ευρώπη,
κι όλη η Ευρώπη είναι η Ελλάδα,
κι όλη η Ελλάδα είναι η Κρήτη,
κι όλη η Κρήτη είν' τα Σφακιά,
κι όλα τα Σφακιά είν' τ' Ασκύφου,
κι όλο το Ασκύφου είμαι εγώ".

Δεν συμφωνώ βέβαια, κι άλλα έξι-εφτά δισεκατομμύρια κόσμος επίσης, φαντάζομαι. Αλλά όπως έγραψα σε κάτι (αληθινούς) ορειβάτες φίλους μου από το καταφύγιο, "πλάκα έχει". Όσο έχει πλάκα και μια παρέα ιστιοπλόων σε ένα ορειβατικό καταφύγιο, κι ένας ξενομπάτης που τους ακούει μαζί με τις παγωμένες ριπές του αέρα, ρίχνοντας και μια κλεφτή ματιά στις μισοχιονισμένες πλαγιές που λάμπουν ήρεμα στο φως της πανσελήνου.


Δεν είναι το φως της πανσελήνου, αλλά είναι το λίγο χιόνι δίπλα στην κορυφογραμμή σε μια φωτογραφία που τράβηξε η Ε., (μια πραγματική ορειβάτισσα - "σκυλί", κατά τον οδηγό του ΕΟΣ Χανίων που ηγείτο της ανάβασης) όση ώρα τα συντρίμμια κάπνιζαν δίπλα στο τζάκι.

Σ.Σ.: Την ιστορία με το γέρο-Κρητικό που είναι το κέντρο του κόσμου, την πρωτοδιάβασα σε ένα βιβλίο ενός κυρίου Τ. Καλονάρου που λέγόταν "Η ευτυχία του να είσαι Έλληνας" και αντέγραφε ή παρωδούσε το βιβλίο του (γνωστού) Νίκου Δήμου "Η δυστυχία του να είσαι Έλληνας" κάπου στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Κανένα από τα δύο βιβλία δεν είναι του γούστου μου. Στην Κρήτη η ιστορία αυτή είναι νομίζω γενικά γνωστή, με διάφορες παραλλαγές κατά τόπους.

22/12/09

Οι περιπέτειες του κάπτεν-Νέτου reloaded

Καλλιτεχνική απεικόνιση με τίτλο "Ο καπτεν-Νέτος συναντά τη Γοργόνα", έργο αγνώστου καλλιτέχνη από τη Γη του Πυρός γύρω στα τέλη του 17ου αιώνα, αν και ορισμένοι υποστηρίζουν ότι το έργο είναι προκολομβιανής περιόδου. Σε κάθε περίπτωση, η φήμη του κάπτεν-Νέτου προηγείται της εποχής του.

Όλη νύχτα φύσαγε στις Τρεις Κλεισιές, αλλά στο βάθος του κόλπου δεν έπιανε καθόλου κύμα. Το σκάφος ήταν δεμένο με δυο κάβους στο ρεμέτζο (που ήταν μια ποντισμένη, σκουριασμένη μηχανή) και κρατιόταν καλά και πάνω στην άγκυρά του. Ο σκίπερ που κοιμόταν έξω ξύπνησε πριν το πρώτο φως, και μαζί του ο Ίμερος που είχε πιάσει τον απέναντι πάγκο. Μπήκαν να φτιάξουν καφέ - ο θόρυβος ξύπνησε τον Keel Bill που ανέβηκε κι αυτός. Η Μαρίστρα και η Βιντσιρέλλα κοιμόντουσαν στην πλωριά καμπίνα, η Κάντυ στη μία από τις πρυμιές. Τα αγόρια είπαν να ξεκινήσουν μόλις θα έβγαινε το φως, και να βγάλουν το σκάφος από τον κόλπο έχοντας κάποια ορατότητα. Μοίρασαν ρόλους - ο σκίπερ στο τιμόνι, ο Keel Bill στο ρεμέτζο, ο Ίμερος στον άλλο κάβο...

- Θέλουμε άλλον έναν, να είναι στον αργάτη της άγκυρας.
- Να ξυπνήσω τα κορίτσια;
- Δε χρειάζεται
, ακούστηκε μια βαθειά φωνή από τα σκοτάδια της πλώρης.

Στο λυκαυγές αχνοφάνηκε μια σιλουέτα να σαλεύει δίπλα στον πρότονο. Στο ένα χέρι κρατούσε τον αργάτη της άγκυρας. Με το άλλο άναψε τσιγάρο: στο αβέβαιο φως του αναπτήρα εμφανίστηκαν τα γνώριμα χαρακτηριστικά του Νέτου. Τράβηξε μια γερή ρουφηξιά. Οι πρωινές ομίχλες άρχιζαν να διαλύονται, η μέρα ερχόταν. Ο βυθός κάτω από το σκάφος άρχιζε να ξεχωρίζει.

- Είμαστε έτοιμοι; ρώτησε ο σκίπερ.
- Είμαστε πάντα έτοιμοι, απάντησε ο Νέτος ανάμεσα σε συννεφάκια γαλάζιου καπνού.



"Είμαστε πάντα έτοιμοι", είπε ο κάπτεν-Νέτος και κοίταξε γύρω του. Δεν ήταν ερώτηση αυτό, ήταν διαταγή. Το πλήρωμα ήταν άντρες άφοβοι, έμπειροι και αποφασιστικοί. Όμως ο κάπτεν-Νέτος ήταν σαν πατέρας για όλους τους, και πρόσεχε να τους έχει απίκο, για το δικό τους το καλό. "Γιατί αν δεν είμαστε έτοιμοι η θάλασσα δεν θα συγχωρήσει τίποτα. Θα κάνει το σκαρί κολυμπηθρόξυλο, όπως έκανε η φάλαινα το Μόμπυ-Ντικ".

- Καπετάνιο... ακούστηκε ο λοστρόμος.
- Τι θες; ρώτησε απότομα ο κάπτεν-Νέτος.
- Νομίζω πως Μόμπυ-Ντικ λεγόταν η ίδια η φάλαινα. Το σκάφος το λέγανε αλλιώς.
- Σκασμός! στο πόστο σου! είπε κοφτά ο κάπτεν-Νέτος, και ο λοστρόμος έντρομος άρχισε να ματίζει κάτι παλαμάρια.

Το σκάφος άρχιζε σιγά σιγά να τραμπαλίζεται από διαδοχικά κύματα. Ο άνεμος δυνάμωνε όσο περνούσε η ώρα. Ο κάπτεν-Νέτος συλλογιζόταν ότι η νύχτα θα ήταν δύσκολη. Είχε εμπιστοσύνη και στο σκαρί του και στο πλήρωμα, και πιο πολύ απ' όλα είχε εμπιστοσύνη στον εαυτό του. Όμως η θάλασσα δεν αστειεύεται ποτέ - τη μια στιγμή μπορεί να σε χαϊδεύει και την επόμενη να σε αφήσει συντρίμμια.



- Συντρίμμια; ρώτησε η Βιντσιρέλλα με απορία κοιτάζοντας το κόκκινο μπλουζάκι του Νέτου.
- Όχι ακριβώς, περίπου. Sea'n'dream. Για τους φίλους Συντρίμ...
- Και έτσι βρήκατε να τη βγάλετε την ομάδα;
- Των αρχαρίων. Στους προχωρημένους είμασταν αλλιώς.
- Πώς αλλιώς;
- Χύμα στο κύμα.

Κούνησε το κεφάλι της. Ήταν το πιο πρόσφατο μέλος της ομάδας, τα πρώτα επεισόδια τα είχε χάσει. Ύστερα κοίταξε προς την πλώρη - το σκάφος ταξίδευε νότια, σημαδεύοντας την είσοδο της καλδέρας, ανάμεσα Σαντορίνη και Θηρασιά. Η Ίος έμενε πίσω σιγά σιγά. Ξημέρωνε καλά πια. Το αεράκι πήρε να δυναμώνει, άνοιξαν και τη τζένοα μετά από τη μαΐστρα. Στο GPS φαινόταν η ένδειξη της ταχύτητας, πάνω από έξι κόμβοι. Ο σκίπερ έσβησε τη μηχανή. Ακουγόταν μόνο ο επαναλαμβανόμενος παφλασμός των κυμάτων.



Ακουγόταν μόνο ο επαναλαμβανόμενος παφλασμός των κυμάτων. Το έμπειρο αυτί του κάπτεν-Νέτου όμως άκουγε πιο βαθιά - άκουγε την ανεπαίσθητη διαφορά από κύμα σε κύμα καθώς ο καιρός δυνάμωνε. Ο ουρανός ήταν ακόμα ασυννέφιαστος, αλλά για πόσο; Αναρωτήθηκε αν έπρεπε να προσεγγίσουν τις ηπειρωτικές ακτές και να αναζητήσουν καταφύγιο σε κανέναν απάνεμο κολπίσκο. Από την άλλη σκεφτόταν ότι αν τους έπιαναν οι ανταληγείς άνεμοι σε τούτη την απόμερη γωνιά του Νoτίου Ημισφαιρίου, καλύτερα να μην ήταν κοντά σε ακτές, γιατί οι καιροί και τα ρεύματα μπορεί να τους τραβούσαν πολύ μακριά και αντί να πέρναγαν τον πορθμό του Μαγγελάνου να εξορίζονταν στην αφιλόξενη Γη του Πυρός, που αντίθετα από ό,τι λέει το όνομά της είναι εντελώς παγωμένη.

- Μα τους χίλιους καρχαρίες! Στις Μαλβίνες! είπε ο κάπτεν-Νέτος και το πρόσωπό του φωτίστηκε.
- Στα νησιά Φώκλαντ δηλαδή; ρώτησε ο λοστρόμος με απορία.

Το πρόσωπο του κάπτεν-Νέτου σκοτείνιασε.

- Σιωπή, πράκτορα των Εγγλέζων! Στις Μαλβίνες, είπα!

Ο λοστρόμος, που ήταν της σχολής του Αγγλικού Ναυαρχείου άρχισε να μουρμουράει "μα εμένα στη σχολή αλλιώς μου τα είπανε" αλλά εν τέλει το βούλωσε κι άρχισε να επιθεωρεί τις καντηλίτσες των μούτσων. Ο κάπτεν-Νέτος μπήκε στη γέφυρα. Κοίταξε προσεκτικά το χάρτη του Νότιου Ατλαντικού. Μέτρησε μια απόσταση με το ασημένιο κουμπάσο του και τη μετέφερε με το διπαράλληλο στο ανεμολόγιο. Ύστερα διέταξε τον τιμονιέρο:

- Πορεία εκατόν ογδονταπέντε.
- Εκατόν ογδονταπέντε, επανέλαβε ο τιμονιέρος.



- Εκατόν ογδονταπέντε, είπε ο Σαρανταεφτά αφήνοντας το τιμόνι στον Ίμερο, και κατέβηκε στο chart-table να δει τους χάρτες. Ο Νέτος ρύθμισε το φορητό GPS στο map και το σκάφος φάνηκε στην οθόνη σαν μια κουκίδα στην έξοδο της καλδέρας. Η Κάντυ ανέβηκε στα σπιράγια για ηλιοθεραπεία. Η Βιντσιρέλλα καθόταν στο στασίδι της πρύμης - τα μαλλιά της ανέμιζαν στον αέρα. Ο Keel Bill προσγειώθηκε με φόρα στον αριστερό πάγκο, πάνω σε ένα μισογεμάτο κουτί με μπισκότα που μετατράπηκε αυθωρεί σε σκόνη.

Ο Σαρανταεφτά τον χτύπησε φιλικά στην πλάτη "Γεια σου ρε βασιλιά της σκόνης" και ξανάπιασε το τιμόνι. Ο Ίμερος άρχισε να τραβάει φωτογραφίες τη θάλασσα και τον ουρανό και το δράκο στην άκρη της Θηρασιάς.

- Θεέ μου, τι μπλε ξοδεύεις για μη σε βλέπουμε, είπε.
- Κοιτάξτε, δελφίνια! είπε η Κάντυ.

Όλοι κοίταξαν δεξιά, στο σημείο που δυο πτερύγια ξεπρόβαλλαν από το μπλε και ταξίδευαν με χάρη προς τα δυτικά. Ο Νέτος έπιασε να τραγουδάει:

Εκεί στης Ύδρας τ' ανοιχτά και των Σπετσών
να σου μπροστά μου ένα δελφινοκόριτσο...

- Με ζήτησε κανείς; ακούστηκε η φωνή της Μαρίστρας από τη φάλκα. Το μελαχροινό κεφάλι της ξεπρόβαλλε με τα άταχτα, κατσαρά μαλλιά της να ανεμίζουν.

Η σκιά της γοργόνας ενώ στέκεται πάνω στην ψαρίσια ουρά της και ατενίζει το πέλαγος. Δεν φαίνεται αυτοπροσώπως διότι όπως όλοι γνωρίζουμε όποιος τη δει μαρμαρώνει. (Η φωτό είναι κλεμμένη από τη Μαρίστρα στο facebook).


Το μελαχροινό κεφάλι της ξεπρόβαλλε με τα άταχτα, κατσαρά μαλλιά της να ανεμίζουν. Το σκάφος έμεινε να αιωρείται ανάμεσα σε δυό κύματα, καθώς η γοργόνα το κρατούσε με το ένα χέρι. Η ψαρίσια ουρά της ταλαντευόταν στον αφρό των κυμάτων. Οι ναύτες είχαν μείνει με κάτασπρα πρόσωπα από τον τρόμο. Άλλος καλούσε τον Άη-Νικόλα σε βοήθεια, κι άλλος τον Ποσειδώνα.

- Είναι η γοργόνα, η αδελφή του Μεγαλέξανδρου! ψέλισσε ο λοστρόμος.
- Η κόρη του Αλέξανδρου, εξυπνάκια, τον διόρθωσε η γοργόνα.
- Και της Ρωξάνης; επέμεινε ο λοστρόμος.
- Και της Πελαγίας, είπε μάλλον εκνευρισμένη η γοργόνα. Πού είναι ο καπετάνιος σου;

Η αρχοντική κορμοστασιά του κάπτεν-Νέτου ξεπρόβαλλε στην κουπαστή της γέφυρας. Ήταν ο μόνος που είχε κρατήσει το φυσικό του χρώμα. Χωρίς να λυγίσει βλέφαρο, χωρίς να χαράξει ρυτίδα, κοίταξε τη γοργόνα ίσα στα μάτια.

- Εδώ είναι ο καπετάνιος. Τι θες;
- Ωραίο το σκαρί σου. Πώς το λένε;
- Γράφει, είπε αδιάφορα ο κάπτεν-Νέτος.

Η γοργόνα έσκυψε προς την αριστερή μάσκα για να διαβάσει το όνομα του σκάφους. Τα μαλλιά της έγειραν αποκαλύπτοντας λίγο από δεξί της στήθος. Οι κατάχλωμοι ναύτες και ο λοστρόμος βρήκαν λίγο από το χρώμα τους και τεντώθηκαν για να το δουν καλύτερα. Ο κάπτεν-Νέτος πάλι δε σάλεψε ρούπι. Η γοργόνα ξαναγύρισε στην όρθια θέση και οι ναύτες στο κλασικό άσπρο χρώμα τους.

- "Μιράμπελλο"; Τι όνομα είναι αυτό;
- Αυτό γουστάρω. Έχεις κανένα καλύτερο;
- Μμμ... "Καμάρι της Γαρίπας" ίσως;
- Γι' αυτό μας σταματησες μεσοπέλαγα, για να μας ξαναβαφτίσεις; ρώτησε αγανακτισμένος ο κάπτεν-Νέτος.
- Καλά, ντε. Μη συγχίζεσαι. Ένα αστείο κάνουμε, να γελάσει λίγο το χειλάκι σου.
- Όταν λευτερωθεί η Κρήτη, τότε θα χαμογελάσω, είπε ο κάπτεν-Νέτος αλύγιστος. Άσε μας κάτω τώρα και άντε καλιά σου.

Στιγμές απόλυτης σιωπής ακολούθησαν, βουτηγμένες στην αγωνία. Οι ανάσες των ναυτών είχαν σταματήσει, κι ακόμα και τα κύματα της θάλασσας λες και είχαν κοπάσει. Τα βλέμματα του κάπτεν-Νέτου και της γοργόνας διασταυρώνονταν γεμάτα ηλεκτρισμό. Ύστερα η γοργόνα ακούμπησε αργά το σκάφος πάνω στην επιφάνεια της θάλασσας λέγοντας:

- Λένε διάφορες ιστορίες για μένα, αλλά κατά βάθος είμαι καλή ψυχή.
- Θα το 'χω υπόψιν μου, είπε ο κάπτεν-Νέτος, κι ύστερα γύρισε στο εμβρόντητο πλήρωμα:

- Τι κάθεστε; Κοιμάστε; Πόντζα α λα μπάντα, τώρα! ΤΩΡΑ!

Ο κάπτεν-Νέτος έπιασε το τιμόνι και το γύρισε απότομα. Το σκάφος έστριψε αντίθετα περνώντας τον άνεμο από την πρύμη. Τα πανιά φούσκωσαν ξαφνικά και τα άλμπουρα έτριξαν, αλλά οι ναύτες κρεμάστηκαν στα σκοινιά και κράτησαν τα πανιά στη θέση τους. Το πολυταξιδεμένο σκαρί του Μιράμπελλου κινήθηκε με φόρα προς τα δυτικά, σημαδεύοντας τώρα το ακρωτήριο Χορν. Λίγες οργιές πιο πέρα, η ουρά της γοργόνας σάλευε παιχνιδιάρικα στα κύματα.

- Γειά σας ναυτάκια, καλό ταξίδι, φώναξε η γοργόνα από τη θάλασσα. Η φωνή της ακούστηκε βραχνή και βαθειά.



Η φωνή της ακούστηκε βραχνή και βαθειά. Μόλις είχε ξυπνήσει - κοίταξε γύρω της να αναγνωρίσει το τοπίο. Βγήκε στο κόκπιτ κι έκατσε δίπλα στον Ίμερο που συνέχιζε να τραβάει φωτογραφίες. Κοίταξε δεξιά-αριστερά σα να έψαχνε κάτι.

- Είχα αφήσει κάτι μπισκότα...

Όλοι κοίταξαν τον Keel Bill που κοιτούσε αιδημόνως τις πατούσες του. Η Κάντυ ξετρύπωσε κάτι άλλα μπισκότα και τα έδωσε στη Μαρίστρα. Ο αέρας ανακάτεψε την πλούσια κόμη του Σαρανταεφτά πριν φτάσει στο στασίδι της Βιντσιρέλλας.

Ο Νέτος έβγαλε από την τσέπη του μια φυσαρμόνικα ματζόρε.

(συνεχίζεται...)


Σ.Σ. Η αφήγηση επεκτείνει (όχι με απόλυτη χρονολογική συνέπεια) τις προγενέστερες "Περιπέτειες του Κάπτεν-Νέτου στη θάλασσα των Σαργασσών". Πιστές στο πνεύμα του κάπτεν-Νέτου, οι αφηγήσεις αυτές είναι περισσότερο θρύλος παρά ιστορία, οπότε ας μου συγχωρεθούν ορισμένες αναληθοφάνειες όπως οι ανταληγείς άνεμοι (του Ισημερινού) που φτάνουν ως το ακρωτήριο Χορν - τον καιρό του κάπτεν Νέτου μπορεί και να έφταναν. Στο ομώνυμο έργο του Μέλβιλ, ο "Μόμπυ-Ντικ" είναι όντως η φάλαινα, το πλοίο του κάπτεν-Έιχαμπ λέγεται Pequod. Μαλβίνες (κατά τους Αργεντινούς) και Φώκλαντ (κατά τους Άγγλους) είναι το ίδιο σύμπλεγμα νησιών ανατολικά της Γης του Πυρός για το οποίο οι δύο χώρες πολέμησαν το 1982. Δεν έχω ιδέα για τις σχολές λοστρόμων του Αγγλικού Ναυαρχείου, άλλα ξέρω κάτι αντίστοιχες κλασικές άγκυρες (τώρα έχουν βγει πιο μοντέρνες, εννοείται). Ο "δράκος" είναι ένα δρακόμορφο ακρωτήριο στη Θηρασιά. Η φράση του Ίμερου "Θεέ μου, τι μπλε ξοδεύεις για να μην σε βλέπουμε" είναι ένα από τα πιο όμορφα πράγματα που έχω ακούσει πάνω σε σκάφος, οπότε είπα να τη μεταφέρω και εδώ.

Για τη θεατρική μεταφορά του έργου του Καζαντζάκη "Ο Καπετάν Μιχάλης" έχει γράψει μερικά πολύ όμορφα τραγούδια ο Μάνος Χατζιδάκις - από εκεί έχω δανειστεί τις φράσεις "Ήταν η γοργόνα η αδελφή του Μεγαλέξανδρου" και "Όταν λευτερωθεί η Κρήτη, τότε θα χαμογελάσω". Στο "Δελφινοκόριτσο" του Λίνου Κόκκοτου οι στίχοι είναι του Οδυσσέα Ελύτη:
Εκεί στης Ύδρας τ' ανοιχτά και των Σπετσών
να σου μπροστά μου ένα δελφινοκόριτσο
Μωρέ τού λέω πούν' το μεσοφόρι σου
έτσι γυμνούλι πας να βρεις τ' αγόρι σου

Αγόρι εγώ δεν έχω, μου αποκρίνεται
Βγήκα μια τσάρκα για να δω τι γίνεται
Δίνει βουτιά στα κύματα και χάνεται
ξανανεβαίνει κι απ' τη βάρκα πιάνεται

Θεέ μου, συγχώρεσέ με, σκύβω για να δω
κι ένα φιλί μου δίνει, το παλιόπαιδο
Σα λεμονιά τα στήθη του μυρίζουνε
κι όλα τα μπλε στα μάτια του γυαλίζουνε

Άιντε μωρό μου, ανέβα και κινήσαμε
πέντε φορές τους ουρανούς γυρίσαμε


Nαυτάκια και δελφινοκόριτσα όλου του κόσμου, καλά ταξίδια και καλές γιορτές.


ΥΓ. Όπως ορθώς επισήμανε ο εκ των σχολιογράφων "αράπης" η φράση "Θεέ μου, πόσο μπλε ξοδεύεις για να μη σε βλέπουμε" είναι από τη Μαρία Νεφέλη του Οδυσσέα Ελύτη - και πάλι...

25/11/09

Κλυταιμνήστρα

Η Κλυταιμνήστρα εκφράζει προς την Κασσάνδρα το γήινο και χοϊκό στοιχείο της προσωπικότητάς της.

Είχαμε δέσει ήδη κάνα δίωρο και καθόμασταν αραχτοί στην παραλία, εξουθενωμένοι από το πολύωρο ταξίδι. Η Ξανθίππη εμφανίστηκε με ανοιγμένα πανιά και προσέγγισε το λιμανάκι της Ηρακλειάς αργά, ψάχνοντας για αγκυροβόλιο. Είχαμε συναντηθεί ξανά το πρωί στη Σαντορίνη, αλλά εμείς περάσαμε μέσα από την καλδέρα, δίπλα από τη Θηρασιά, χωρίς στάση, ενώ εκείνοι έστριψαν προς τη Βλυχάδα για να παραλάβουν μερικούς εξτρά επιβάτες που είχαν ταξιδέψει με το ταχύπλοο από Ηράκλειο για να αποφύγουν την ολονύχτια ταλαιπωρία στα κύματα. Ύστερα συνέχισαν πίσω μας, πέρασαν την Ίο και τη Σχοινούσα, και νάτοι τώρα έτοιμοι να πλαγιοδετήσουν στην εξωτερική πλευρά της προβλήτας, καθώς μέσα ο χώρος ήταν ήδη υπερπλήρης.

Με το που πετάχτηκαν τα σκοινιά προς τις δέστρες και το σκάφος ψευτοακούμπησε με τα μπαλόνια του στο μώλο, μια γαλάζια μορφή καβάλησε τα ρέλια και όρμησε στη στεριά. Άκουσα από μακριά το Νώε να της φωνάζει "Στάσου μια στιγμή" αλλά η γαλάζια μορφή με γρήγορα αποφασιστικά βήματα απομακρύνθηκε από το σκάφος, τη θάλασσα, την προκυμαία και όλη την παραθαλάσσια ανθρωπότητα και όρμηξε προς τον οικισμό πιο αποφασιστικά από όσο ο προφήτης Ηλίας με το κουπί στην πλάτη.

"Τι έπαθε αυτή, μύγα την τσίμπησε;" αναρωτήθηκα μεγαλοφώνως κοιτάζοντας προς τη Μαρίστρα η οποία έτρωγε τα νύχια της επιμελώς (λόγω πρόσφατης διακοπής καπνίσματος - αλυσιτελούς ως απεδείχθη). Η Μαρίστρα σήκωσε τους ώμους και έμεινε να κοιτάζει τη γαλάζια μορφή που πλησίαζε. Όσο πιο κοντά έφτανε, τόσο πιο αναγνωρίσιμη γινόταν, μέχρι που έγινε η Σ., γνωστή ως φάτσα (είχαμε συμπέσει σε κάποιες παρέες) αλλά άγνωστη ως ιστιοπλόος και παντελώς αγνώριστη με το συσπασμένο πρόσωπο και το κενό βλέμμα που εμφάνιζε καθώς περνούσε από δίπλα μας. Κούνησα το κεφάλι σε ένδειξη χαιρετισμού και αποπειράθηκα να ψελλίσω κάτι αλλά δεν κατάφερα και πολλά - εκείνη πέρασε σφαίρα χωρίς να κουνήσει βλέφαρο και ανέβηκε τάχιστα προς κάτι καφετέριες - εστιατόρια που δέσποζαν στον κολπίσκο.

Αποφασίσαμε να πάμε κι εμείς για καφέ. Μαζέψαμε με το Νέτο και τη Μαρίστρα αργά αργά μαγιώ και πετσέτες και αρχίσαμε να ανηφορίζουμε νωχελικά (η Μαρίστρα λιγότερο νωχελικά, καθώς μασουλούσε μερικά νύχια καθ' οδόν). Μπήκαμε σε ένα από τα μαγαζιά με θέα στο λιμανάκι. Κάτσαμε σε ένα από τα τραπεζάκια με την καλύτερη θέα. Η Ξανθίππη είχε δέσει για τα καλά πια και ένας ένας οι επιβάτες της κατέβαιναν στη στεριά. Από τους δικούς μας, ο Σαρανταεφτά και ο Ίμερος είχαν πάει κοντά και κουβέντιαζαν με το Νώε και τους άλλους, χαζεύοντας και ένα θηριώδες δικάταρτο κρουαζιέρας με τούρκικη σημαία που είχε δέσει δίπλα - η κατά τα λοιπά χοντρούλα Ξανθίππη έμοιαζε καχεκτική δίπλα στο θηρίο. Η Βιντσιρέλλα λιαζόταν ακόμα στην παραλία όπως και η Κάντυ. Στο διπλανό τραπέζι εντόπισα τη Σ. την ώρα που αποτέλειωνε μια μακαρονάδα.

Ξαναπροσπάθησα το κόλπο με την κίνηση του κεφαλιού και ένα πιο ηχηρό "γεια". Αυτή τη φορά έπεσα μέσα στο οπτικό πεδίο και το πλαίσιο ενδιαφερόντων της και ο χαιρετισμός ανταποδόθηκε, μαζί με κάτι που έμοιαζε με χαμόγελο. Έβγαλε ένα τσιγάρο και κοίταξε γύρω της για φωτιά. Βούτηξα τον αναπτήρα που έκρυβε ο Νέτος στην τσέπη μου για τον φόβο των Ιουδαίων και προσφέρθηκα να της το ανάψω. Τράβηξε μια λαίμαργη ρουφηξιά και με κοίταξε με ένα γεμάτο βλέμμα τώρα. Είχε μεγάλα, όμορφα μάτια, που ήθελες να σε κοιτάζουν. Στα χείλη της σχηματίστηκε ένα πλατύ χαμόγελο (μεγάλα, όμορφα χείλη που ήθελες να σου χαμογελάνε). Είπε "ευχαριστώ" - η φωνή της ήταν βαθειά και καθαρή.

Τη ρώτησα αν την πείραξε η θάλασσα στο σκάφος - και μόνο η αναφορά στη θάλασσα της προκάλεσε μια ανησυχία. Την παρηγόρησα ότι όλοι μας είχαμε ταλαιπωρηθεί να χτυπιόμαστε τη νύχτα στο κύμα και μόνο το πρωί που ησύχασε... Με έκοψε ότι εκείνη το πρωί μπήκε. Από Σαντορίνη. Οι τάχα-μου-δήθεν έμπειροι ιστιοπλόοι κοιταχτήκαμε με νόημα: το πρωί ο καιρός ήταν μια χαρά. Ρωτήσαμε αν είχε ξαναπάει ταξίδι - μας εξήγησε ότι ήταν η πρώτη φορά που έμπαινε σε σκάφος. Και η τελευταία, κατά πάσα πιθανότητα, καθώς είπε ορθά-κοφτά ότι δεν θα ξανάμπαινε μέσα ο κόσμος να χαλάσει. Σιγά μην καθόταν δέκα μέρες σε εκείνο τον εφιάλτη.

Ο εφιάλτης Ξανθίππη λικνιζόταν ήρεμος και από μέσα του ξεπρόβαλλαν η Αμπιγιέζ και η Κατερίνα. Ήρθαν να συμπαρασταθούν στην κακοπαθισμένη φίλη τους και να την ψήσουν να επανακάμψει στο σκάφος - εις μάτην. Κάποια στιγμή παράτησαν την προσπάθεια και πήγαν για μπάνιο. Η Σ. έβγαλε άλλο ένα τσιγάρο κι εγώ σκέφτηκα ότι πρέπει να επανέλθω στο ρόλο μου. Αλλά με τη σκέψη στο ρόλο θυμήθηκα κάτι. "Ηθοποιός δε είσαι;" ρώτησα τη Σ. καθώς πρότεινα τον αναπτήρα. Με ξανακοίταξε με εκείνο το βλέμμα. Ήτανε. Τη ρώτησα πού θα έπαιζε το επερχόμενο καλοκαίρι. Μου είπε ότι θα συνεργαζόταν με ένα θίασο (δε θυμάμαι από πού, αλλά εκτός Κρήτης) και θα ανέβαζαν Αγαμέμνονα από την Ορέστεια του Αισχύλου. Τη σκέφτηκα στη διανομή - ήταν μάλλον πάνω από την ηλικία της Ηλέκτρας ή της Ιφιγένειας ή της Κασσάνδρας. Ρώτησα αν θα ήταν στο χορό. Κούνησε αρνητικά το κεφάλι. "Κλυταιμνήστρα", είπε.

Της είπα ότι ο ρόλος είναι άχαρος - αυτός ο παλιοχαρακτήρας που σκοτώνει τον άντρα της για ανεβάσει στο θρόνο το γκόμενο... Τα μάτια της άστραψαν. Υπερασπίστηκε την Κλυταιμνήστρα με πάθος (που ο γελοίος της θυσίασε την κόρη για να υπηρετήσει τη μωροφιλοδοξία του, της κουβάλησε και τη γκομενίτσα από την Τροία...). Σχολίασα ότι οι χαρακτήρες είναι πολύ πιο ανεπτυγμένοι στον Ευριπίδη από ό,τι στον Αισχύλο, αλλά μου αντέταξε ότι ο Αισχύλος είναι πιο κοντά στην αρχαϊκή εποχή και στο χοϊκό στοιχείο από το οποίο οι μύθοι αυτοί προέρχονται. Ύστερα γυρίσαμε στην Κλυταιμνήστρα - μου είπε ότι η Κλυταιμνήστρα ήταν τίγκα στο γήινο και το χοϊκό που λέγαμε. Μια γυναίκα με πάθη και επιθυμίες, και με μια σκοτεινή πλευρά που πηγάζει ακριβώς από αυτά τα πάθη. Ωστόσο, είναι η πρώτη μονάρχις που βγάζει το λαό (το χορό) επί σκηνής και διαλέγεται μαζί του.

Η Μάρθα Γκράχαμ ως Κλυταιμνήστρα στην ομώνυμη παράσταση μπαλέτου της δεκαετίας του '50 που θεωρήθηκε πρότυπο φεμινιστικής ανάγνωσης του μύθου.

Σχολίασα, ελαφρώς χολερικά, ότι το αποτέλεσμα του διαλόγου ήταν η ανάρρηση στο θρόνο του γκόμενου, που προφανώς κάλυπτε τη γήινη πλευρά της Κλυταιμνήστρας και με το παραπάνω. Αντέκρουσα τη φεμινιστική ανάγνωση της Κλυταιμνήστρας ως αρχετυπικού συμβόλου με την αναφορά στην Ηλέκτρα και την Κασσάνδρα, εξίσου γυναίκες αλλά η καθεμιά σε σύγκρουση με την πρωταγωνίστρια. Συμφωνήσαμε ότι η Κασσάνδρα δεν έφταιγε σε τίποτα (αιχμάλωτη και να μην την πιστεύει άνθρωπος), αλλά μου αντέτεινε ότι η Ηλέκτρα είναι υστερική και ζηλόφθων, καθώς οπλίζει το μικρό αδελφάκι και το στέλνει να εκδικηθεί.

Διαφωνήσαμε λίγο ακόμα, μέχρι που εμφανίστηκε δεύτερο κλιμάκιο από την Ξανθίππη, με γιατρό κιόλας, και μας έκοψε. Η γιατρός εξέτασε την Σ. και τη βρήκε περδίκι (είχε φουντώσει και λίγο από την κουβέντα μας και είχε βρει το χρώμα της σχεδόν τελείως). Μετά η Σ. κατέβηκε στην παραλία για μπάνιο. Μείναμε με το Νέτο και τη Μαρίστρα που τσακωνόντουσαν για το κάπνισμα, μέχρι που κατέβηκαν κι αυτοί προς το σκάφος. Εγώ έμεινα λίγο με τη γιατρό μέχρι να πιει τον καφέ της. Όταν σηκωθήκαμε είδα παρατημένο στο δίπλα τραπέζι ένα τσαντάκι και κάτι τσιγάρα, προφανώς της Κλυταιμνήστρας. Τα μάζεψα και της τα πήγα στην παραλία - τη βρήκα κουλουριασμένη στην άμμο ως γαλάζια ωραία κοιμωμένη, γήινη και χοϊκή. Άφησα αθόρυβα τα πράγματα δίπλα της αλλά μάλλον με κατάλαβε και μουρμούρισε ένα ευχαριστώ χωρίς να ανοίξει τα μάτια.

Την άλλη μέρα ξαναβρεθήκαμε με την Ξανθίππη σε έναν άλλο κόλπο της Ηρακλειάς, λίγο νοτιότερα. Η Κλυταιμνήστρα έκανε βουτιές από το σκάφος και κολυμπούσε σα δελφίνι. Τη ρώτησα αν ειχε συμφιλιωθεί με την ιστιοπλοΐα - μου είπε ότι μάλλον τα πήγαιναν καλά σήμερα. Ύστερα πήρε μια μάσκα και ένα διχτάκι και άρχισε να μαζεύει αχινούς. Δεν την ξαναείδα.

Πρόσφατα είδα τη γιατρό στο Ηράκλειο και ρώτησα πώς πέρασαν τις υπόλοιπες ιστιοπλοϊκές τους μέρες. Μου είπε ότι είχε βρωμόκαιρο και κλείστηκαν για κάμποσες μέρες στα Κουφονήσια. Ρώτησα πώς πέρασε η Κλυταιμνήστρα με τον καιρό - η γιατρός μου έδωσε να καταλάβω ότι η κοπέλα μάλλον θα ανηφόριζε με το ίδιο αποφασιστικό βήμα με ένα κουπί στην πλάτη ψάχνοντας τον τόπο που το εν λόγω αντικείμενο θα είναι άγνωστο. Όπως ο Οδυσσέας, μετά το τέλος της περιπέτειας.

Σ.Σ. Κατεβαίνοντας στον Άδη, ο Οδυσσέας συναντάει τον μάντη Τειρεσία που του προφητεύει τι πρέπει να κάνει στο τέλος της περιπέτειας: να πάρει ένα κουπί και να αρχίσει να ανεβαίνει μέχρι να φτάσει σε έναν τόπο που οι άνθρωποι δεν θα ξέρουν τη χρήση του. Η λαϊκή παράδοση αποδίδει αυτή την ιστορία στον Προφήτη Ηλία (φυσικά δεν υπάρχει κάτι τέτοιο στη Παλαιά Διαθήκη), γι' αυτό τα εκκλησάκια του βρίσκονται στις κορυφές των βουνών.

Για τη βόλτα στις Μικρές Κυκλάδες και τις τότε τσιγαροεμμονές της Μαρίστρας (τώρα το ξανάρχισε και βρήκε την υγειά της) έχω γράψει ήδη μια ανάρτηση με τίτλο Αάπη μου, λατρεία μου. Η τρέχουσα ιστορία διαδραματίζεται εν παραλλήλω, όπως τόσα και τόσα.