25/10/15
Φραπέ, εσπρέσο, ελληνικό
Η κατά Ορφέα Περίδη εκδοχή του ελληνικού (τούρκικου) καφέ.
Τώρα που γύρισε ο καιρός, γύρισε και ο καφές. Από φραπέ σε ελληνικό. Δηλαδή τι ελληνικό, τούρκικος είναι, αλλά στα πλαίσια του εθνικού ευπρεπισμού επικράτησε το ελληνικός και το λέω κι εγώ όπως όλοι. Πάντως εδώ και λίγες μέρες που βρέχει κι έχει βάλει μια δροσούλα, δεν τραβιέται πλέον ο φραπέ. Η μαύρη αλήθεια είναι ότι ανάμεσα σε αυτές τις δύο εκδοχές παίζω, αν και στο σπίτι υπάρχει και καφετιέρα για γαλλικό και μια εισέτι προβληματική εσπρεσιέρα, και φυσικά οι αντίστοιχες εκδοχές συσκευασμένου καφέ στα ντουλάπια.
Οι δικοί μου έπιναν ελληνικό, φυσικά, χειμώνα-καλοκαίρι. Ακόμα πίνουν. Όταν ήμουν μικρός για κάποιο λόγο «δεν έκανε» να πίνουμε καφέ τα μικρά, οπότε δε μου δίδαξαν την παρασκευή του. Έμαθα όμως από τη γειτόνισσα, τη θεία Βούλα. Δεν ήταν πραγματική θεία μου, απλά ο άντρας της ο Τάσος ήταν κολλητός του πατέρα μου παιδιόθεν, και όταν μεγάλωσαν και βάλανε δυο δραχμές στην άκρη, χτίσανε τα σπίτια τους μεσοτοιχία, με κοινή αυλή. Ο Τάσος ήτανε Μανιάτης και με τη Βούλα ήτανε παραδοσιακό ζευγάρι, οπότε έκανε τον καφέ η Βούλα το απογεματάκι και τον πήγαινε στον Τάσο να τον πιει στην σκιά της αυλής, προσέχοντας πάντα να είναι όπως τον ήθελε ο άντρας της, βαρύς γλυκός. Η ίδια στεκόταν παράμερα όσο ο Τάσος έπινε τον καφέ του. Οι δικοί μου πάλι ήτανε Καριώτες εξίσου παραδοσιακοί, οπότε παραδοσιακά ο πατέρας μου έκανε τους καφέδες και σέρβιρε τη μάνα μου που ήθελε πάντα λίγο παραπάνω ζάχαρη από το «με ολίγη» του μπαμπά, και χωρίς καϊμάκι. Έπιναν τους καφέδες καθισμένοι δίπλα δίπλα και κουβεντιάζοντας περί ανέμων και υδάτων, πρωί και απόγευμα. Όποτε ο πατέρας μου ήταν μπαρκαρισμένος η μάνα μου δεν πολυέπινε καφέ, διότι κατά δική της ομολογία τον έκανε χάλια. Περίμενε να γυρίσει ο πατέρας μου να της τον φτιάξει.
Παίρνανε πάντα Λουμίδη φρεσκοκομμένο από το κεντρικό κατάστημα στην Αθήνα ή τον Πειραιά. Την εποχή εκείνη υπήρχαν μηχανές που έκοβαν καφέ επιτόπου στους φούρνους της γειτονιάς, αλλά ο μπαμπάς ως άνθρωπος μερακλής αρνιόταν να πιει καφέ που δεν ήταν φρεσκοκαβουρδισμένος και φρεσκοκομμένος και γυρνούσε από το Λουμίδη με κιλά καφέ που μοσχομύριζαν, ειδικά αν επίκειτο ταξίδι στην Ικαρία όπου φυσικά κατάστημα Λουμίδη δεν προβλεπόταν. Κάπου στα οικογενειακά κειμήλια υπάρχει κι ένας χερόμυλος που σε ακόμα παλιότερες εποχές έκοβαν τον καφέ τους επιτόπου. Η μακαρίτισσα η γιαγιά μου τον είχε βγάλει σε αχρηστία διότι της θύμιζε την κατοχή όπου άλεθαν καβουρδισμένο ρεβύθι, ελλείψει αληθινού καφέ.
Κάποια εποχή στα τέλη της δεκαετίας του ’70 ή αρχές του ’80, υπήρξε μια σχετικά μακρά περίοδος που οι εισαγωγές καφέ είχαν σταματήσει για κάποιο απροσδιόριστο λόγο, τελωνειακής αιτιολογίας ίσως. Το θέμα έπαιζε ψηλά στις ειδήσεις, και θυμάμαι τα κόμματα της αντιπολίτευσης να καταγγέλλουν την ανικανότητα της κυβέρνησης (του Ράλλη, νομίζω) να εξασφαλίσει τον καφέ του κοσμάκη. Ο πατέρας μου, μπαρκαρισμένος τότε, έγινε δέκτης οικογενειακών παραπόνων δι’ αλληλογραφίας, και όταν ξεμπάρκαρε κατέφθασε αρματωμένος με διάφορες εναλλακτικές συσκευασίες διαφόρων εξωτικών πραγμάτων που παρέπεμπαν σε καφέ αλλά δεν ήταν αυτό που ξέραμε. Το ένα ήταν κάποια κιλά αμερικάνικος Maxwell House, χοντροκομμένος, για εκείνη τη συσκευή που λέγανε percolator ή κάπως έτσι. Το δεύτερο ήταν δυο μεγάλες συσκευασίες Νεσκαφέ. Τα εναλλακτικά προϊόντα δεν ενθουσίασαν τους μεγάλους της οικογένειας, ωστόσο η νεολαία έσπευσε να ασπασθεί αυθωρεί και παραχρήμα τα μηνύματα των νέων καιρών που πλησίαζαν, ειδικά αφού για κάποιο λόγο οι μεγάλοι δεν τα θεωρούσαν αληθινό καφέ που «δεν έκανε» να πίνουμε, αλλά κάποιας μορφής ατελές υποκατάστατο που «δεν πείραζε».
Ριχτήκαμε λοιπόν μετά μανίας στην παρασκευή διαφόρων νέου τύπου καφέδων, και αν και ομολογουμένως ο αμερικάνικος (που απουσία του κατάλληλου μηχανήματος προσπαθούσαμε να τον φτιάξουμε ως να ήταν ο σημερινός «γαλλικός» σε φίλτρο χειρός) ήταν ένα αποτυχημένο νερομπλούκι, ο Νεσκαφέ μας αποζημίωνε με τη μέθοδο παρασκευής που λέγεται «κουταλάτο», δηλαδή με ανηλεές χτύπημα με ζάχαρη και ελάχιστο νερό σε φλυτζάνι, μέχρι να γίνει μια σχεδόν λευκή κρέμα, στην οποία προσθέταμε αργά και βασανιστικά ζεστό νερό ανακατεύοντας μέχρι να σχηματίσει έναν σχετικά παχύ αφρό που αντικαθιστούσε το καϊμάκι του ελληνικού.
Κάποτε έληξε το θέμα με τις εισαγωγές καφέ και αποκαταστάθηκε η τάξη με τον ελληνικό, αλλά στο μεταξύ εμείς (και νομίζω μια ολόκληρη γενιά μαζί μας) είχε εθιστεί στη νέα μόδα του Νεσκαφέ, χειμώνα καλοκαίρι. Η δεκαετία που ακολούθησε πρέπει να ήταν η χρυσή δεκαετία του φραπέ: το όνειρο κάθε νεαρού που σεβόταν τον εαυτό του ήταν να ανοίξει καφετέρια, δηλαδή ένα μαγαζί που αποκλειστικό προϊόν προς πώληση θα είχε τις μπουρμπουλήθρες του φραπέ. Καφενεία έκλειναν (ή βάραγαν μύγες) και νέες καφετέριες άνοιγαν παντού, με αναπαυτικές πολυθρόνες ή καναπέδες αντί για τις άβολες καρέκλες των καφενείων, ώστε να περνάνε αβίαστα οι ώρες που άραζες και συγκεντρωνόσουν στις μπουρμπουλήθρες σου, χαζεύοντας τηλεόραση ή ακόμα καλύτερα βίντεο – το νέο παιχνιδάκι της δεκαετίας.
Μια εναλλακτική ανάγνωση της καφετέριας («ωραία και η κυρία που σερβίρει»), από το μπαρμπα-Σταύρο Καραμανιώλα και τους Χειμερινούς Κολυμβητές.
Η επόμενη κρίση εισαγωγών καφέ, επί ημερών ΠΑΣΟΚ πλέον, βρήκε τον πατέρα μου ξέμπαρκο οριστικά πια. Ημείς οι νεώτεροι δεν είχαμε άγχη, καθότι ο Νεσκαφέ δεν έλειπε, αλλά οι μεγαλύτεροι της οικογένειας άνοιγαν κάθε βράδυ την τηλεόραση με την κρυφή ελπίδα αντί να ακούσουν τη Βασούλα την Παπανδρέου να καταγγέλλει την κερδοσκοπία των μεσαζόντων, να ακούσουν ότι κάπως αποκαταστάθηκαν οι εισαγωγές. Ο μπαμπάς για πρώτη και μοναδική φορά στη ζωή του έπιασε στασίδι σε καφενείο, από όπου γυρνούσε βρίζοντας την ποιότητα καφέ που σερβίρανε («ούτε σε μνημόσυνο τέτοιο χάλι»), ενώ η μάνα μου που το να βρεθεί σε καφενείο ήταν αποφασιστικά έξω από τις αντιλήψεις της για την ευπρεπή συμπεριφορά των κυριών, χτυπούσε τα χέρια της γοερά.
Μια μέρα ο μπαμπάς κουβάλησε μια καφετιέρα του γαλλικού καφέ, μάρκας PHILIPS, μαζί με ένα πακέτο καφέ νομίζω Melitta. Παρόλα τα τέσσερα χιλιάρικα που κόστισε το νέο γκάτζετ, η μάνα μου δεν ψήθηκε ούτε δευτερόλεπτο να πιει κάτι που δεν είχε ούτε καϊμάκι ούτε κατακάθι και που εμείς το στουμπώναμε στο γάλα, όλο ευχαρίστηση. Ευτυχώς κάποτε η σοσιαλιστική κόντρα με τους χονδρέμπορους έλαβε τέλος, και το στοκ Λουμίδη αποκαταστάθηκε μαζί με την οικογενειακή γαλήνη. Η καφετιέρα εξορίστηκε στα ψηλότερα ντουλάπια της κουζίνας, από όπου την κατέβασα εγώ όταν ξεκίνησα τη διπλωματική μου εργασία στο πανεπιστήμιο, σε ένα παράμερο εργαστήριο εντελώς άδειο από άλλο κόσμο και εξοπλισμό.
Πέρασα εκεί μέσα οχτώ χρόνια γεμάτα, από τα τέλη του ’88 ως τις αρχές του ’97 που πήγα φαντάρος. Η καφετιέρα με συντρόφευε καθημερινά, με το χαρακτηριστικό της γουργούρισμα και τον τεράστιο αριθμό καφέδων που έφτιαχνε όχι μόνο για τα μέλη του εργαστηρίου αλλά και για τη γειτονιά. Θυμάμαι τις μέρες εκείνες με σχετική νοσταλγία· είχαμε ένα κουτί που βάζαμε ψιλά που χρησίμευαν για αγορά καφέ, φίλτρων, ζάχαρης και ενίοτε γάλακτος (αν και δεν έβαζαν όλοι γάλα). Η καφετιέρα χρησίμευε ενίοτε και ως γκομενοπαγίδα· έλεγες ας πούμε στο σκοτεινό αντικείμενο του πόθου «έρχεσαι πάνω να σε κεράσω ένα καφεδάκι;» και μέχρι να ακουστεί το γουργούρισμα και να αρχίσουν να στάζουν οι πρώτες σταγόνες ενώ η μυρωδιά είχε γεμίσει το δωμάτιο, είχες το χρόνο να δημιουργήσεις το κατάλληλο κλίμα.
Δεν δούλευε πάντα το κόλπο (για την ακρίβεια, κατά κανόνα δεν δούλευε), αλλά η καφετιέρα έβγαλε τα λεφτά της με το παραπάνω, κι ακόμα κι όταν μισοτρύπησε κάποτε από τους επανειλημμένους καθαρισμούς με οξικό οξύ (σε εργαστήριο είμασταν άλλωστε) για να φύγουν τα άλατα που μάζευε με τα χρόνια, αντιστάθηκα στον πειρασμό να την πετάξω και την κουβάλησα πίσω στο ψηλό ντουλάπι της κουζίνας του πατρικού, από όπου ξανακατέβηκε για να με συνοδέψει στο πρώτο δικό μου σπίτι, στην αρχή του νέου αιώνα. Την κουβάλησα μέχρι την Κρήτη στην πρώτη μου εγκατάσταση εδώ· όταν πείστηκα ότι είναι εντελώς άχρηστη, ανακύκλωσα τα μηχανικά μέρη, αλλά κράτησα τη φλάσκα και το πλαστικό φίλτρο που ακόμα σέρνω μαζί μου μετά από δεκαεφτά μετακομίσεις.
Στο μεταξύ είχαν καταφτάσει ο εσπρέσο και ο φρέντο. Υπήρχαν βέβαια και παλιότερα «ψαγμένα» μαγαζιά που έκαναν εσπρέσο και καπουτσίνο, αλλά η υποχρέωση να πηγαίνεις στα «ψαγμένα» μέρη επιβλήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’90 με τόσο υποχρεωτικό τρόπο που εμείς οι παλιοί αφισιονάδο του γαλλικού και του φραπέ είμασταν τόσο παρωχημένοι που αποκλειόταν να χτυπήσουμε γκόμενα στα σοβαρά. Η νεώτερη γενιά αδυνατούσε να αντιληφθεί τον εκσυγχρονιστικό ρόλο που είχε παίξει ο Νεσκαφέ δεκαπέντε-είκοσι χρόνια νωρίτερα, και προκειμένου η πολιτισμική διαφορά να δημιουργήσει αληθινό χάσμα, ακόμα και οι βαριές περιπτώσεις σαν εμένα αντικαταστήσαμε τον καλοκαιρινό φραπέ με φρέντο. Ως αντίπραξη όμως στην καθολική επιβολή, αναπτύξαμε μια τάση «επιστροφή στις ρίζες» τουλάχιστον το χειμώνα, οπότε θυμάμαι με μια ορισμένη συγκίνηση το πρώτο μπρίκι που σούφρωσα από το πατρικό μου και το πήγα σπίτι μου για να φτιάξω τον πρώτο ελληνικό καφέ του έτους 2000.
Κάπως έτσι πέρασαν τα χρόνια, κι εκεί που άλλοι ήτανε στους λούνγκους και τους μακιάτους, εγώ είχα περάσει στη φάση «με ολίγη, και ναι και όχι, σε χοντρό φλυτζάνι και με φουσκάλες στη μέση», αν και χωρίς την πατρική υποχρέωση να στήνομαι στην ουρά του Λουμίδη, καθώς μου αρκούσε ο συσκευασμένος του σουπερμάρκετ. Στη δουλειά βέβαια δεν μπορούσες να πιείς ελληνικό (εκτός αν για κάποιο διεστραμμένο λόγο σου άρεσε ο «βαπορίσιος», που δε φαντάζομαι να υπάρχει άνθρωπος που να του αρέσει αυτό το αίσχος), οπότε ειδικά το καλοκαίρι που αχρηστεύονταν οι καφετιέρες του γαλλικού, έκανα πλέον ουρά στο κυλικείο με τα πλήθη που συνωστίζονταν περιμένοντας να βγάλει τον εσπρέσο η μηχανή και να χτυπηθεί το αφρόγαλο, και μετά ο επόμενος ένα από τα ίδια, πέντε λεπτά ανά παραγγελία ήθελε πάνω κάτω, κι όταν ερχόταν η σειρά μου επιτέλους έλεγα «φραπέ» και ξεμπέρδευα σε τριάντα δευτερόλεπτα παρά τα αποδοκιμαστικά βλέμματα των φρεντοφρονούντων γύρω γύρω.
Όταν βρέθηκα στην Ολλανδία, στο εργαστήριο ο κόσμος έπινε κατά σύστημα ένα πράγμα που έβγαινε από ένα μηχάνημα τιγκαρισμένο στο Douwe Egberts και στο οποίο πατούσες ένα κουμπάκι που έλεγε «καφέ» και έβγαινε ένας αραιός γαλλικός, κι ένα άλλο που έλεγε «εσπρέσο» και έβγαινε ακριβώς ο ίδιος γαλλικός σε μικρότερη ποσότητα. Ο καφές ήταν προσφορά του Τμήματος Βιολογίας στους εργαζόμενους δωρεάν, πράγμα εντυπωσιακό για τα ολλανδικά δεδομένα, αν και θυμάμαι μια δόση που η διαχείριση του κτιρίου απεφάνθη ότι υπερκαταναλώνουμε καφέδες και άρα πρέπει να τους πληρώνουμε. Αμέσως ξεσηκώθηκε κύμα διαμαρτυρίας, στα πλαίσια της οποίας παρουσιάστηκε και ένα διάγραμμα που συσχέτιζε την επιστημονική παραγωγικότητα (σε δημοσιεύσεις) με την κατανάλωση καφέ (σε λίτρα), υπονοώντας ότι η αψυχολόγητη απόφαση της διαχείρισης απειλούσε να ρίξει στα τάρταρα την παραγωγικότητα του Ιδρύματος. Εντυπωσιασμένη ίσως από το διάγραμμα (και αγνοώντας μάλλον τη βασική επιστημονική αρχή ότι correlation δεν σημαίνει causation) η διαχείριση υπαναχώρησε εν μέρει, δεχόμενη να είναι τζάμπα ο καφές, αλλά αρνούμενη να πληρώνει τη ζάχαρη και το γάλα (πράγμα παράξενο σε μια χώρα που το γάλα τους τρέχει από τα αυτιά, αλλά τέλος πάντων). Αμέσως τα εργαστήρια ανασυντάχθηκαν παραγγέλνοντας ικανές ποσότητες ζάχαρης και γάλακτος σε σκόνη δήθεν ως αναλώσιμα για την καλλιέργεια των ζουζουνιών που μεγαλώναμε, και το ζήτημα έληξε εκεί.
Πάντως το ψωμί της ξενιτιάς είναι πικρό, και ο καφές της ακόμα πικρότερος, όπως με δίδαξε ο φίλος στο Άμστερνταμ που είχε υπερηφάνως εξοπλιστεί με την τελευταία λέξη της τεχνολογίας για Νεσπρέσο και αντίστοιχες αμπούλες διαφόρων γεύσεων, και αναρωτιόταν τι χώρα είναι αυτή που δε μπορούν να φτιάξουν έναν καφέ της προκοπής (παρότι συμπλήρωνε εικοσαετία περίπου εκείνη την περίοδο). Δίπλα η σύζυγός του, αμετανοήτως Ελληνίς του ’80, χτυπούσε το τρίτο φραπεδάκι της ημέρας, χειμώνα-καλοκαίρι, αν και έπαιρνε τον τοπικό Νεσκαφέ που δεν κάνει και πολλή μπουρμπουλήθρα (καθότι είμαι πεπεισμένος ότι μας έχουν μυριστεί τους Έλληνες ότι λατρεύουμε τις φούσκες και μας στάζουν και μια σταγονίτσα σαπούνι στο εδώ χαρμάνι για να αφρίζει ωραία, αλλά φυσικά αυτά είναι τα μικρά μυστικά της εταιρίας, φαντάζομαι).
Στην Πορτογαλία πάντως όλα αυτά τους φάνταζαν πολύ εξωτικά και παράξενα, καθότι όλες οι πιθανές εκδοχές καφέ ήταν εσπρέσο, εσπρέσο με λίγο γάλα, εσπρέσο με ακόμα περισσότερο γάλα, και γάλα με εσπρέσο. Εγώ προτίμησα αυτό το τελευταίο, με την ονομασία galâo που σημαίνει «γαλόνι» και είναι ό,τι πλησιέστερο στον καφέ Λάττε που λένε εδώ, αλλά στο σπίτι είχα πάντα ελληνικό και Νεσκαφέ φερμένους από την Ελλάδα σε κάθε ταξίδι (πηγαινοερχόμουν συχνά εκείνη την εποχή για κάποιους λόγους). Θυμάμαι μια επίσκεψη που είχαμε πάει με την Αγία Σουζάνα στο πατρικό της στο Αλεντέζου, μια βαθιά πορτογαλική επαρχία, όπου πήγαμε μαζί με τη μαμά της να πιούμε έναν καφέ σε μια λιμνούλα έξω από το χωριό. Η γυναίκα είπε στην κόρη της να μου πει να πιώ τον καφέ μου γρήγορα γιατί θα κρυώσει, καθώς αφενός είχα πάρει εσπρέσο-με-περισσότερο-γάλα κι αφετέρου με έβλεπε να τον φυσάω. Είπα στη Σουζάνα να της πει ότι στην Ελλάδα πίνουμε παγωμένο καφέ και η Σουζάνα όχι μόνο το μετέφρασε αλλά και το επιβεβαίωσε λέγοντας ότι όταν είχε έρθει εδώ είχε δει νεοέλληνες με τους φραπέδες ή τους φρέντους τίγκα στο παγάκι. Η μαμά γούρλωσε τα μάτια και σταυροκοπήθηκε λέγοντας «μα τι άνθρωποι είναι αυτοί» καθότι αρνιόταν να πιστέψει στην ύπαρξη ενός καφέ όχι φυσικά κρύου αλλά έστω και κάπως χλιαρού.
Όταν έφευγα από τη χώρα μου πήραν δώρο οι συνάδελφοι δυο πάκα galâo στιγμής για να μη μου λείψει (όχι ότι θα μου έλειπε βέβαια, κάπου στα ντουλάπια μου έχει ξεμείνει τουλάχιστον το ένα πακετάκι). Τώρα που επέστρεψα και εγκαταστάθηκα πάλι στην Κρήτη, ξανακύλησα στις παλιές μου συνήθειες και παρότι όπως είπαμε το σπίτι είναι εξοπλισμένο με διαφόρων τύπων καφετιέρες, εγώ έχω μείνει στον ελληνικό και το φραπέ, ανάλογα με την εποχή. Στη δουλειά με τον καιρό η παραγγελία μου έχει γίνει κάπως περίπλοκη, τύπου «μονό φραπέ σε διπλό ποτηράκι με δυο μπιλίτσες καντερέλ και πάααρα πολύ γάλα, ναι, ακόμα περισσότερο, κι άλλο λίγο, ναι ευχαριστώ» αλλά πάλι σε τριάντα δευτερόλεπτα ξεμπερδεύω αφήνοντας κατά μέρος τα φρεντοπλήθη, άλλο βέβαια που για να πιώ τον καφέ θέλω τρεις ώρες περίπου ενθυμούμενος τις παλιές ηρωικές εποχές της καφετέριας. Και τώρα που γύρισε ο καιρός, γύρισε κι ο καφές σε ελληνικό, κι έκατσα το πρωί χαλαρός βλέποντας τη βροχή να πέφτει στα τζάμια να πιώ το καφεδάκι μου αναθυμούμενος μια ιστορία που μου έλεγε μια ψυχή, κοντοσυνομίληκη και με παρόμοιες παραστάσεις, από τη μακρινή δεκαετία του ’80.
Γύριζε ο πατέρας της από τη δουλειά στα χωράφια, κι έτρεχε η μικρή κόρη να τον προϋπαντήσει:
- Μπαμπά, θες να σου κάνω ένα φραπέ;
Την κοίταζε με δυσπιστία ο πατέρας, και πήγαινε μέσα κι έκανε τον ελληνικό του όπως ήξερε. Μια φορά όμως, καλοκαίρι με ζέστη, γυρνάει θεοσκοτωμένος από την κούραση ο άνθρωπος, και τρέχει η μικρή και τον προλαβαίνει με το φραπέ στο χέρι:
- Έλα μπαμπά, πιες να δροσιστείς.
Πιάνει το ποτήρι ο άνθρωπος και διψασμένος όπως ήτανε το αδειάζει μονορούφι – ούτε μπουρμπουλήθρα δεν άφησε. Ύστερα της το δίνει πίσω, της χαμογελάει καλωσυνάτα και λέει:
- Ευχαριστώ, κόρη μου, την ευχή μου να ‘χεις. Κάμε μου τώρα να χαρείς κι ένα καφεδάκι.
Η Νένα Βενετσάνου σε μια ψευδοπροφητική μπαλάντα του καφέ.
9/6/14
Κυριακή, γιορτή και σκόλη
Πριν καμμιά δεκαετία και βάλε που εργαζόμουν σε ένα ερευνητικό ίδρυμα της Αθήνας, θυμάμαι μια παράξενη εμπειρία που είχα μια Τρίτη του Ιουνίου, ακριβώς μετά τη Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος. Μας μαζεύει όλους ο διευθυντής του εργαστηρίου, και ρωτάει με αυστηρό ύφος:
- Πού ήσασταν όλοι χτες;
Κοιταζόμαστε εμείς παραξενεμένοι και απαντάμε ομοθυμαδόν.
- Μα χτες ήταν αργία.
- Αργία είναι για τους δημοσίους υπαλλήλους. Είναι κανείς από σας δημόσιος υπάλληλος;
Με την αυστηρή έννοια όχι, αν και κάποιοι ήταν υπάλληλοι ΝΠΔΔ· ο ίδιος, ας πούμε. Του λέμε «μα» και «μου», τίποτα αυτός, ανένδοτος.
- Αυτό που κάνατε ήταν απαράδεκτο. Να μην ξανασυμβεί. Άδεια θα παίρνετε όταν σας δίνω εγώ, όχι από τη σημαία.
Το αστείο ήταν ότι όλα τα προηγούμενα χρόνια φεύγαμε κανονικά τριήμερο την Πεντηκοστή (και ο ίδιος) χωρίς ποτέ να σκεφτεί αν είμαστε «υπάλληλοι» οποιουδήποτε είδους. Κουβέντα στην κουβέντα ανακαλύψαμε ότι το πρόβλημα ειδικά εκείνη τη χρονιά είχε δημιουργηθεί από το γεγονός ότι ο οιονεί «υπαρχηγός» του, ένα παλληκάρι δυτικοευρωπαϊκής καταγωγής και αμερικανικών συνηθειών, είχε σκάσει Δευτέρα στο εργαστήριο χωρίς να είναι ενήμερος περί της αργίας (εκείνη τη χρονιά το Ορθόδοξο Πάσχα άρα και η Πεντηκοστή ήταν πολύ μακριά από το Καθολικό που ήξερε αυτός), δεν βρήκε κανέναν, και φρίκαρε. Πρωί πρωί την Τρίτη βρήκε τον διευθυντή και τον φιτίλιασε.
Με τα πολλά βρήκαμε κάποιον από τη διεύθυνση διοικητικού που διαβεβαίωσε ότι μια χαρά αργία ήταν (για όλους) η Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος και το μαγαζί ήταν κλειστό κανονικά και με το νόμο. Ελαφρώς έκπληκτος ο διευθυντής (αμερικανοθρεμμένος κι αυτός) αναφώνησε «Έλεος! Αυτά μόνο στην Ελλάδα συμβαίνουν!» και το πράγμα έληξε εκεί.
Την επόμενη χρονιά θυμάμαι καλά ότι μας ρώταγε πριν το τριήμερο αν θα πάμε πουθενά και μετά το τριήμερο πώς περάσαμε – κι εκείνος είχε πάει στο εξοχικό του και είχε περάσει μούρλια. Ο υπαρχηγός δεν θυμάμαι τι ακριβώς έκανε, πάντως φασαρία δεν έκανε. Νομίζω κάποιος του είχε υποδείξει τις επίσημες αργίες να τις έχει υπόψη του και να μην εμφανίζεται ούτε 25η Μαρτίου ούτε Καθαρή Δευτέρα τζάμπα και βερεσέ (ή τέλος πάντων να μην παίρνει άλλους στο λαιμό του), και με τα χρόνια νομίζω το έμαθε.
Πάντως είχα μείνει κι εγώ με την εντύπωση ότι αυτά μόνο στην Ελλάδα συμβαίνουν και μάλιστα επειδή ήμουνα σεσημασμένος λόγω γενικευμένης ικαριακότητας, όταν έφευγα για το εξωτερικό και πέρασα από την Αθήνα να χαιρετήσω τους πρώην συναδέλφους, ο παλιός διευθυντής μου δεν παρέλειψε να σχολιάσει ελαφρώς σαρκαστικά:
- Επιτέλους, τώρα θα δεις και λίγο σοβαρά ευρωπαϊκά work ethics.
Βρέθηκα λοιπόν στην Ολλανδία με έναν αδιόρατο φόβο για το επικείμενο προτεσταντικό εργασιακό ήθος, αφού αυτά που ήξερα μόνο στην Ελλάδα συμβαίνουν άλλωστε. Έφτασα στη χώρα τέλη Απριλίου, και παρουσιάστηκα στη διεύθυνση ανθρώπινου δυναμικού δια τα περαιτέρω. Η κυρία που με υποδέχτηκε κατόπιν ραντεβού (φυσικά) μου εξήγησε ότι ορισμένες διαδικασίες θα καθυστερούσαν λίγο, διότι είχανε κονεγκίνεννταχ. Δεν κατάλαβα.
- Κονεγκίνεννταχ. Τα γενέθλια της βασίλισσας.
- Α, μάλιστα. Να τη χαίρεστε. Οπότε να έρθω τη Δευτέρα;
- Α, δεν γίνεται. Αρχίζουν οι ανοιξιάτικες διακοπές και θα λείπω δύο εβδομάδες. Θα έρθετε μετά τις 17 Μαΐου.
- Μα δεν υπάρχει κάποιος αντικαταστάτης όσο λείπετε;
- Όχι βέβαια, είπε κάπως αυστηρά. Αυτά είναι δικές μου υποθέσεις. Μην ανησυχείτε όμως, θα κανονίσω να τακτοποιηθούν όλα μετά τις 17. Απλά θα περιμένετε.
Περίμενα λοιπόν, πηγαίνοντας καθημερινά στο καινούργιο εργαστήριο τις επόμενες μέρες, μέχρι που την Πέμπτη κάποιος με ρώτησε:
- Τι θα κάνεις το τριήμερο;
- Ποιο τριήμερο;
- Μα είναι 5 Μαΐου. Η ημέρα της νίκης.
Είχα παρατηρήσει κάτι σημαιοστολισμούς, αλλά νόμιζα ότι είχαν ξεμείνει από τα γενέθλια της (μαμάς της) βασίλισσας. Μου είπαν ότι γιόρταζαν την επέτειο της νίκης στο 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Εμείς δεν τη γιορτάζαμε; Τους είπα ότι εμείς γιορτάζαμε την είσοδό μας στον πόλεμο, όταν έγινε η έξοδος είμασταν απασχολημένοι με έναν υπό προετοιμασία εμφύλιο.
Δυο Πέμπτες αργότερα, πήγα κανονικά στο εργαστήριο. Δε βρήκα ψυχή, εκτός από μια Πολωνέζα που μου εξήγησε ότι ήταν αργία.
- Μα τι αργία;
- Της Ανάληψης. Δεν είναι αργία στην Ελλάδα;
Δεν ήταν. Το αστείο είναι ότι καθώς η Ανάληψη είναι πάντα Πέμπτη, ήταν αργία και η Παρασκευή.
- Δηλαδή την παίρνετε άδεια;
- Καλέ τι άδεια; Αργία. Για όλους.
Πήρα λοιπόν κι εγώ την αργία για όλους και καμιά βδομάδα αργότερα είχα την πρόνοια να ρωτήσω αν η επομένη της Πεντηκοστής (του Αγίου Πνεύματος στα καθ’ ημάς) είναι εργάσιμη. Με κοίταξαν ως εξωγήινο.
- Πλάκα κάνεις; Φυσικά και είναι αργία.
- Ρε παιδιά, σαν πολλές αργίες δεν έχετε;
- Μόνο την άνοιξη. Η επόμενη είναι τον Οκτώβρη, η επέτειος της πολιορκίας του Λέιντεν.
Ησύχασα κάπως, αλλά όταν ξαναπήγα στη διεύθυνση ανθρώπινου δυναμικού, καλού κακού έθεσα το ερώτημα, διευρυμένα κάπως:
- Συγγνώμη, πόσος ακριβώς είναι ο εργάσιμος χρόνος;
Η κυρία με κοίταξε προβληματισμένη. Μου έδωσε μια απάντηση σε ώρες ανά έτος. Έκανα εν τάχει τη διαίρεση – έβγαιναν 38 μέρες άδειας. Χωρίς τα σαββατοκύριακα. Επανέλαβα την ερώτηση με άλλη διατύπωση.
- Και οι επίσημες αργίες;
Η κυρία μου εξήγησε ότι οι αργίες είναι υπολογισμένες στο χρόνο της άδειας. Και οι πέντε.
- Πέντε;
- Ναι.
- Άρα περισσεύουν 33 μέρες άδειας το χρόνο.
- Εξαρτάται από το ωράριό σας. Για σας, 32,7 περίπου.
Ρώτησα πώς προκύπτει η υποδιαστολή. Η κυρία αναστέναξε και με κοίταξε σα να μιλάει με καθυστερημένο.
- Εργάζεστε 40 ώρες εβδομαδιαίως, όμως εμείς σας πληρώνουμε μόνο τις 38. Τις άλλες δύο τις συγκεντρώνετε και τις παίρνετε ρεπό. Άδεια.
- Δηλαδή έχω 21 μέρες κανονική άδεια και προσθέτω ένα ρεπό το μήνα.
- Περίπου. Αλλά εσείς δεν έχετε προσληφθεί από την αρχή του χρόνου οπότε δεν βγαίνει ακριβώς. Καταλάβατε;
Κατάλαβα. Τόσο καλά που το επαναλάμβανα διαρκώς. Το είπα και στους Έλληνες φίλους μου στο Άμστερνταμ που εργάζονταν ερευνητικά σε ένα νοσοκομείο. Κούνησαν το κεφάλι με οίκτο.
- Ρε τους φουκαράδες, 38 ώρες...
- Γιατί, εσείς πόσες δουλεύετε;
- Σαράντα, αλλά πληρωνόμαστε τυπικά τις 36.
- Και το τετράωρο;
- Το παίρνουμε ρεπό.
- Δηλαδή κάθε δυο βδομάδες έχετε μια μέρα όφ;
- Κάπου τόσο.
- Δηλαδή εκτός από τις 21 κανονικές έχετε άλλες 24 ρεπό;
- Ε, ναι, κάπου εκεί. Βέβαια δεν έχουμε την πολιορκία του Λέιντεν εδώ πέρα, αλλά όλο και κάτι βρίσκεται.
Την ίδια εποχή, στην Ελλάδα του μνημονίου συζήταγαν πόσο τεμπέληδες είμαστε. Και στην Πορτογαλία του μνημονίου, το ίδιο. Όταν βρέθηκα εκεί, ήταν όλο ενοχές για τις θρησκευτικές τους αργίες (θα ήταν καμμιά δεκαριά, μερικές χωρίς αντιστοιχία στα καθ’ ημάς). Κατά παράδοξο τρόπο, του Αγίου Πνεύματος δεν ήταν αργία. Ούτε η Δευτέρα του Πάσχα. Ούτε η επομένη των Χριστουγέννων. Είχαν βέβαια, για να είμαστε δίκαιοι, κάτι Ιερές Καρδιές, μια Άσπιλη Σύλληψη και τον Άγιο Αντόνιο τον προστάτη της Λισσαβώνας. Σχολίαζαν πάντως αρνητικά την κατάσταση, καθότι το είχε επισημάνει και η Μέρκελ σε μια συνέντευξη, ότι ο νότος βρίθει αργιών.
- Αυτά μόνο στην Πορτογαλία συμβαίνουν.
Κουνούσα κι εγώ το κεφάλι με κατανόηση, αλλά καθόριζα το πρόγραμμά μου με βάση τα ολλανδικά στάνταρντ στις άδειες και τα πορτογαλικά στις αργίες. Βορειοευρωπαϊκά work ethics και νοτιοευρωπαϊκή μενταλιτέ. Είναι από τα λίγα πράγματα που νοσταλγώ κάπως τώρα που ξαναήρθα στην πατρίδα.
Σήμερα, Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος επικοινώνησα με διαφόρους φίλους στο εξωτερικό. Στην Ολλανδία φυσικά τριήμερο. Στη Γερμανία, βρήκα ένα φίλο που έψαχνα για κάτι. Ρώτησα δήθεν αδιάφορα:
- Αργία;
- Ο γιές!
Μου εξήγησε ότι δεν έχουν πολλές αργίες πάντως. Και ο ίδιος παίρνει «μόνο» 30 μέρες άδεια, άμα σκεφτείς ότι ο τεχνικός του παίρνει 35. Ξέχωρα από τις αργίες, εννοείται.
Αυτά μόνο στην Ελλάδα συμβαίνουν, να λέγεται.
Σ.Σ. Και για να είμαστε ακριβοδίκαιοι, το work ethic εκεί στα βορειοδυτικά δεν έχει να κάνει με το χρόνο εργασίας αλλά με την αξιοποίησή του. Έχω να λέω ότι από τις 38 ώρες που δούλευαν οι Ολλανδοί, τις 30 και βάλε τις αξιοποιούσαν παραγωγικά εργαζόμενοι με προσήλωση. Από τις 45-50 ώρες που δουλεύουμε εδώ (άγνωστο πόσες πληρωνόμαστε και αν), πάνω από τις μισές φεύγουν είτε σε σαχλαμάρες άσχετες με το αντικείμενο της δουλειάς, είτε σε προσπάθειες, συχνά ατελέσφορες, να υπερβούμε δυσλειτουργίες του μηχανισμού, προβληματικές υποδομές κλπ. με διάφορες «πατέντες» και άφθονο πατριωτισμό των Ελλήνων (ή των Πορτογάλων κλπ.).
Το ισοζύγιο δεν είναι υπέρ μας· νομίζω μια μαρξιστική ανάλυση για τις επιχειρήσεις έντασης κεφαλαίου σε σχέση με τις επιχειρήσεις έντασης εργασίας θα είναι διδακτική.
Για την ιστορία, στην Ολλανδία κόπηκε το κονεγκίνεννταχ. Ή για την ακρίβεια, έγινε κόνεγκνταχ ή κάπως έτσι, και μετακινήθηκε μια μέρα, καθότι η βασίλισσα παρητήθη υπέρ του υιού της και τώρα έχουν βασιλιά, με γενέθλια μια βολική ημερομηνία, καθότι η πρώην βασίλισσα είχε γεννηθεί μεσοχείμωνο και φυσικά ουδείς διενοήθη να μετακινήσει την προγενέστερη αργία που ήταν τέλη Απριλίου και να την πάει σε μια εποχή του χρόνου που κανείς δε μπορεί να περιφέρεται στους δρόμους με μια μπύρα στο χέρι για ώρες...
18/10/13
Εισεχόμενη κλήση
Όταν γνωριστήκαμε, ήμουν σαρανταδύο ετών. Εκείνη ήταν δεκατεσσάρων. Μηνών. Άρχιζε μόλις να περπατάει δειλά. Πώς λέμε έρωτας με την πρώτη ματιά; Ε, το αντίθετο ακριβώς· μόλις με έβλεπε έβαζε τα κλάματα. Και με έβλεπε αρκετά συχνά εκείνα τα σαββατιάτικα απογεύματα στο Άμστερνταμ ώστε να σηκώνει τον κόσμο με τις τσιρίδες και να κάνει τα νεύρα των γονιών της τσατάλια (της μαμάς κυρίως) και να κάνει κι εμένα να αισθάνομαι κάπως άβολα τις πρώτες, μάλλον δύσκολες, μέρες στην ξένη χώρα. Με τον καιρό βέβαια τα πράγματα έφτιαξαν, τόσο που τα πρωινά του Σαββάτου που ο μεγάλος αδελφός πήγαινε με τη μαμά στο τζούντο, εκείνη υποχρέωνε το μπαμπά να με πάρει τηλέφωνο να με ρωτήσει αν θα έρθω το απόγευμα.
Πήγαινα. Θυμάμαι τις εικόνες της διαδρομής με το τραίνο διάφορες εποχές του χρόνου, από τα εντυπωσιακά ανθισμένα τουλιποχώραφα τέλη Απριλίου μέχρι το ίδιο τοπίο χιονισμένο το Δεκέμβρη. Την καλόπιανα με σοκολατίτσες και μετά τη σήκωνα ψηλά, την πέταγα στον αέρα και την ξανάπιανα σκασμένη στα γέλια πια. Με τον καιρό βάρυνε κάπως. Τα παιδιά μεγαλώνουν. Πολύ καιρό αργότερα, όταν τα μάζευα πια από το Λέιντεν θυμάμαι που είχα καταγράψει τι θα μου έλειπε από την Ολλανδία. Last but not least, που λένε, ήταν αυτό:
- Τα παιδιά των φίλων μου που μεγαλώνουν και τα σκαστά φιλάκια πριν πέσουν να κοιμηθούν.
Εκείνη είχε στραβώσει κάπως με την αναχώρησή μου. Έχοντας μια αμυδρή εικόνα για το τι είναι «εξωτερικό» (παράδοξο βέβαια, ένα παιδί μεταναστών γεννημένο ακριβώς «έξω», αλλά ποιο είναι το σύστημα αναφοράς, το «μέσα» των παιδιών αυτών;) πίστευε ότι η Λισσαβώνα είναι μια γειτονιά του Άμστερνταμ ή κάτι λίγο πιο έξω σαν το Λέιντεν, από όπου θα μπορούσε κανείς να έρθει τα Σαββατοκύριακα οπωσδήποτε. Αν όχι αυτό, το επόμενο ίσως;
Πέρασα μια βόλτα, είναι η αλήθεια, που την περιέγραψα κάποτε εδώ. Κύλησε κι άλλο νερό στ’ αυλάκι, έκανα άλλες δυο μετακομίσεις έκτοτε. Συναντηθήκαμε φευγαλέα σε μια ταβέρνα της ευρύτερης περιοχής Μαγκουφάνας τον περσινό χειμώνα, και ξανά το καλοκαίρι που μας πέρασε στα νερά του Λιβυκού. Τώρα πια δε μπορώ να τη σηκώσω και πολύ ψηλά· χρειάστηκε να είμαστε και οι δύο στο νερό για να παίξουμε κανονικά δεδομένης και μιας δισκοκήλης που με ταλαιπωρεί εσχάτως. Βέβαια πηγαίνει πλέον «σχολείο» τώρα, υπό την περίεργη για τις δικές μου εμπειρίες αντίληψη ότι το σχολείο αρχίζει στο προνήπιο. Χειρίζεται άνετα και τα ελληνικά και τα ολλανδικά πλέον, στην κρίσιμη ηλικία των πέντε. Άλλες παρέες πια, άλλες εμπειρίες. Μέχρι και τζούντο ξεκίνησε πρόσφατα, για να μη μένει πίσω τα πρωινά του Σαββάτου. Ένα τέτοιο πρωινό Σαββάτου με πήρε στο σκάιπ ο μπαμπάς της και τη φώναξε να μου μιλήσει. Δεν ήθελε, είχε άλλες προτεραιότητες.
- Εδώ τελειώνει ένα έρωτας μεγάλος, θυμοσόφησα.
- Έτσι είναι οι γυναίκες, τι να πεις, με ψευτοπαρηγόρησε ο μπαμπάς.
Πριν δυο-τρία βράδυα δούλευα στο υπόγειο του Ινστιτούτου χαζεύοντας μυγάκια στο μικροσκόπιο. Είχα δίπλα μου το λάπτοπ ανοιχτό και στο προσκήνιο ένα αρχείο όπου κατέγραφα τις μετρήσεις μου· από πίσω έτρεχαν μερικά άλλα εντόνως επιστημονικά πράγματα όπως κάτι ποστ στο φέισμπουκ και η Εθνική Ελλάδος εναντίον του Λιχτενστάιν. Κάποια στιγμή άκουσα το χαρακτηριστικό ήχο εισερχόμενης κλήσης στο σκάιπ και είδα ότι με καλούσε η μαμά της, προφανώς από το μακρινό Άμστερνταμ. Απάντησα στη βιντεοκλήση και με μια ορισμένη έκπληξη είδα το μουτράκι της. Γελούσε.
- Γεια σου.
- Πού είναι η μαμά; ρώτησα αυστηρά, δήθεν.
- Στη δουλειά.
- Κι ο μπαμπάς;
- Κι αυτός στη δουλειά.
Δε ρώτησα για τον αδελφό της· ήταν ορατός στο βάθος του δωματίου όπου κλωτσούσε ένα μπαλόνι στον τοίχο. Ακούστηκε η φωνή της νταντάς από κάπου μακριά· πρέπει να έκανε δουλειές σε κάποιο άλλο δωμάτιο. Η μικρή απάντησε κάτι στη γυναίκα στα ολλανδικά. Ύστερα γύρισε σ’ εμένα.
- Κοίτα τι φοράω!
Φορούσε ένα φουστανάκι με πιετούλες πάνω από ένα κολάν. Ανέβηκε στην καρέκλα για να μου το δείξει.
- Ωραίο είναι, ομολόγησα. Κατέβα κάτω τώρα.
- Θα ‘ρθεις να παίξουμε;
- Δεν είμαι εκεί κοντά για να έρθω.
- Πού είσαι;
- Στη δουλειά κι εγώ.
- Στην Ελλάδα;
- Ναι.
Συν τω χρόνω μάλλον έχει εμπεδώσει ότι η Ελλάδα είναι κάπου «έξω».
- Εντάξει, θα παίξουμε από κει. Θέλεις να σου δείξω ένα παιχνίδι που έμαθα;
- Εγώ λέω να μην πατάς κουμπάκια στο κομπιούτερ της μαμάς στην τύχη.
- Δε θες να παίξουμε;
- Είμαι στη δουλειά, δε μπορώ τώρα. Άλλη φορά.
- Καλά, τότε θα πάρω άλλον.
Έκλεισα και έστειλα καπάκι μήνυμα σε μαμά και μπαμπά ότι η κόρη τους διαφεύγει της προσοχής της νταντάς και κάνει τυχαίες βιντεοκλήσεις όπου λάχει. Συμπλήρωσα ότι με έκλεισε για να πάρει αλλού. «Γιατί, δεν της αρέσεις πια;» μου ήρθε η απάντηση του μπαμπά καμιά ώρα αργότερα. Σκέφτηκα τη φάση να σκάσει, λέει, ο νέος διευθυντής του Ινστιτούτου από καμιά γωνία και να με πετύχει να έχω παρατήσει τις μύγες τεζαρισμένες στο μικροσκόπιο και να χαζολογάω στα σκάιπ με ένα πεντάχρονο ενώ από πίσω παίζει μπάλα η Εθνική Ελλάδος. Σκηνή για Μόντυ Πάιθονς.
Το αναθυμόμουνα σήμερα το απόγευμα που πάλι είχα ξεμείνει μόνος στο υπόγειο να μετράω μύγες, με το λάπτοπ πάλι ανοιχτό για τις καταγραφές. Χωρίς μπάλα, μην το χέσουμε και τελείως. Κάποια στιγμή ακούστηκε πάλι ο ήχος εισερχόμενης κλήσης. Έριξα μια φευγαλέα ματιά· πάλι το όνομα της μαμάς. «Ωχ», σκέφτηκα, «λες;». Καλού κακού το άφησα να χτυπάει και περιορίστηκα να γράψω στη θέση του άμεσου μηνύματος «Μάλλον με παίρνει η κόρη σου συστηματικά τηλέφωνο;». Υπέθεσα ότι δε θα ήξερε να διαβάζει ελληνικά αν ήταν η μικρή.
Ύστερα από λίγο ξανάρχισε να χτυπάει. Δεν κρατήθηκα και απάντησα. Την είδα με ένα σκανταλιάρικο χαμογελάκι στη γνωστή καρέκλα. Είχε ζωγραφίσει στο πρόσωπό της μια πεταλούδα. Δηλαδή προφανώς η νταντά της την είχε ζωγραφίσει.
- Γεια σου.
- Ωραία φατσούλα, της είπα.
- Σ’ αρέσει;
- Αμέ.
- Μπορείς να παίξουμε αυτή τη φορά;
- Αχ, ματάκια μου, πάλι στη δουλειά με πέτυχες.
- Γιατί, τι ώρα είναι εκεί; Δεν είναι αργά;
- Αργά είναι, αλλά εγώ πάλι στη δουλειά είμαι. Η μαμά δεν είναι εκεί;
- Όχι.
- Ούτε ο μπαμπάς;
- Ούτε. Έχουνε πάει κάπου. Θα έρθουν αφού κοιμηθούμε εμείς.
Μια φορά το χρόνο περίπου καταφέρνουν και βγαίνουν σα ζευγάρι. Από την άλλη βέβαια, λείπει η γάτα και χορεύουν τα ποντίκια.
- Πού είναι η κοπέλα;
- Μέσα.
- Κι εσύ βρήκες ευκαιρία πάλι να παίζεις με τα κουμπάκια;
- Ποια κουμπάκια;
- Στο κομπιούτερ της μαμάς.
- Δεν παίζω με τα κουμπάκια. Σε πήρα τηλέφωνο.
- Πώς με πήρες;
- Έβαλα το βελάκι εδώ που λέει το όνομά σου.
- Και διάβασες το όνομά μου;
Μου το απήγγειλε· με τη δέουσα ξενική προφορά αφού προφανώς το διάβαζε από λατινικό αλφάβητο.
- Δηλαδή επίτηδες με πήρες;
- Μα δε μου είπες ότι δεν μπορούσες να παίξουμε και να σε πάρω άλλη φορά;
- Έτσι σου είπα; (Ναι, το είπα...)
- Ε, σε πήρα. Δε μπορείς ούτε τώρα;
- Όχι, ούτε τώρα μπορώ, δυστυχώς.
- Καλά, τότε θα πάρω τον παππού και τη γιαγιά, είπε με μια απογοήτευση στο πεταλουδισμένο της πρόσωπο.
- Εντάξει, καλή ιδέα. Κάτσε πρώτα να σε πάρω φωτογραφία.
Ποζάρισε μερικές φορές στην κάμερα. Ανφάς, προφίλ, με σηκωμένα τα μαλλιά ώστε να φαίνεται πιο καλά η πεταλούδα. Με το σπασμένο δοντάκι (θυμάμαι τη μέρα που το έσπασε, αλλά παρηγορήθηκε όταν της είπαν ότι τα δόντια των παιδιών ξαναβγαίνουν αν τα περιμένεις).
Έκλεισα εγώ πρώτος καλού κακού. Έστειλα αμέσως μήνυμα στους γονείς της ότι πάλι με πήρε τηλέφωνο, μαζί με μερικές φωτογραφίες για του λόγου το ασφαλές. Μετά από ώρα βρήκα μια απάντηση τύπου «Είμαστε έξω για ταϊλανδέζικο οι δυο μας». Ετοιμάστηκα να απαντήσω κάτι σαν «Το ξέρω, μου το κάρφωσε», εξαιρουμένου ίσως του έθνικ στοιχείου, αλλά μάλλον θα ήμουν υπερβολικός. Προφανώς δεν έπαιρνε στην τύχη, ήξερε να πατάει το πράσινο ετικετάκι δίπλα στο όνομά μου. Τα σημερινά παιδιά ξέρουν πολλά πράγματα.
Έφυγα από το Ινστιτούτο αργά το βράδυ, υπό καταρρακτώδη βροχή. Χώθηκα στο αμάξι κι έβαλα μπρος· σκέφτηκα ότι την επόμενη φορά θα πρέπει να βρω οπωσδήποτε χρόνο για να παίξουμε.
Στο φως των προβολέων η βροχή έφτιαχνε ιπτάμενες, χαμογελαστές πεταλούδες.
17/3/12
Κάτι μένει
Amstel park, Amsterdam, 11/3/2012. Ζεστή μέρα, σχεδόν πορτογαλική...
Η μέρα ήταν κάπως ζεστή ακόμα και για Λισσαβώνα, και κάμποσοι κυκλοφορούσαν με κοντομάνικα και γυαλιά ηλίου. Τα γυαλιά τα φόρεσα κι εγώ καθώς έβγαινα στην αποβάθρα του σταθμού του Οέιρας, αλλά η υπόλοιπη εμφάνισή μου πρέπει να παραξένευε αρκετά τους ανθρώπους γύρω, καθώς μέσα από το αντιανεμικό-αδιάβροχο-διαπνέον μπουφανάκι υπήρχε έτερο μπουφανάκι φλις και πιο μέσα πουλόβερ ζιβάγκο. Από τη μια τσέπη του αντιανεμικού προεξείχε (έστω διπλωμένο) ένα μακρύ κασκώλ, και από την άλλη μπορούσες να διακρίνεις το σκουφί και τα γάντια. Μια κάπως ξεχειλωμένη τσάντα υπολογιστή συμπλήρωνε το συνολάκι, κάπως παράταιρο, είναι αλήθεια, στην καλοκαιρινή σχεδόν μέρα.
Μια ώρα αργότερα ήμουν στο αεροδρόμιο· είχα άφθονο χρόνο να χαζέψω στα μαγαζιά. Αγόρασα ένα πόρτο, ένα πορτογαλικό σαλάμι-λουκάνικο ή κάτι τέτοιο, ένα τοπικό τυρί και δυο γλυφιτζούρια από άσπρη σοκολάτα, ένα με γαλάζια τρουφάκια κι ένα με ροζ. Φαντάστηκα ότι θα είναι επαρκή. Προσγειώθηκα στο Άμστερνταμ λίγο πριν τις οκτώ το βράδι, τοπική ώρα. Ο Τάσος μου έστειλε μήνυμα να τον περιμένω στο γνωστό σημείο. Την ώρα που έβγαινα από το Σίπχολ με χτύπησε το ολλανδικό κρύο· όχι υπερβολικό, αλλά αρκετό για να κουμπώσω φλις και αντιανεμικό και να περάσω το κασκώλ από πάνω. Ο σκούφος και τα γάντια δε χρειάστηκαν, καθώς ο φίλος εμφανίστηκε αμέσως σχεδόν.
- Η αγαπημένη σου σε περιμένει, μου είπε.
Τη συμφωνία μαζί της ότι θα ξαναγυρίσω την είχαμε κλείσει πριν φύγω από την Ολλανδία. Η σχέση μας έχει περάσει από διάφορες διακυμάνσεις, καθώς ως γυναίκα και ως ανθρωπος είναι πολύ ευσυγκίνητη. Όταν με πρωτογνώρισε, πριν δυο χρόνια, η πρώτη της αντίδραση ήταν να βάλει τα κλάματα, και συνέχισε να κλαίει κατά περιόδους για όσο καιρό (όχι πολύ) συγκατοικούσαμε. Τη δικαιολογούσα βέβαια, καθώς τότε ήταν στην κρίσιμη ηλικία των δεκατεσσάρων μηνών, και δυσκολευόταν να εκφραστεί διαφορετικά. Τώρα πια όμως μιλάει κανονικά και ενίοτε ζητάει από το μπαμπά να ανοίξει το σκάιπ για να μιλήσει μαζί μου, και με ρωτάει πότε θα έρθω να τη δω. Η σχέση μας έχει πλέον τεθεί σε άλλες βάσεις (με τη βοήθεια βέβαια και της σοκολάτας που επιστρατεύω εν είδει δωροδοκίας κατά καιρούς), οπότε όχι μόνο δεν κλαίει πια αλλά γελάει κατευτυχισμένη καθώς σκαρφαλώνει πάνω μου κι εγώ την περιστρέφω ή της κάνω τουμπίτσες.
Βέβαια είναι με τα φεγγάρια της, καθώς την επόμενη μέρα μετατρέπει μια ήρεμη βόλτα στο συννεφιασμένο Άμστερνταμ σε μια μεγάλη περιπέτεια με καταδιώξεις, κατεβασμένα μούτρα, κλάματα και φωνές, σοκολάτα βιενουά, σάντουιτς με τυρί Oud Amsterdam, καραμελίτσες χύμα, χυμό μήλου, ντοματόσουπα, τραμ, κούνια σε αιώρα, αναζήτηση στην αγορά των λουλουδιών, ξανά κλάματα και φωνές, ξανά χυμό μήλου. Κάποια στιγμή εγκαταλείπω την οικογένεια με κατεύθυνση την Ουτρέχτη. Η υπάλληλος στο σταθμό με πληροφορεί ότι τραίνα για Ουτρέχτη δεν υπάρχουν μέσα στο σαββατοκύριακο, λόγω έργων. Απογοητευμένος, πάω να χρησιμοποιήσω το εισιτήριο που έχω ήδη βγάλει για να κατέβω στο σταθμό Άμστελ και να γυρίσω σπίτι, αλλά στο τραίνο με διαβεβαιώνουν ότι μια χαρά Ουτρέχτη πάνε και η βλαμμένη στις πληροφορίες έχει μπλέξει τα μπούτια της.
Βρίσκω το Μιχάλη και περιφερόμαστε για λίγο στα ουτρεχτικά κανάλια και τα καφέ, κουβεντιάζοντας για σπουδές και για γκόμενες και πολιτική και άλλα πράγματα που απασχολούν τους εικοσάχρονους. Για το μέλλον, κυρίως. Ο ίδιος ανησυχεί ότι μεγαλώνει καθώς πλησιάζει τα εικοσιτρία· τον διαβεβαιώνω από τα οσονούπω σαραντατέσσερα ότι δεν ξέρει τι του γίνεται. Έχουμε μια σχέση που παρωδεί τη σχέση δασκάλου-μαθητή από τότε που γνωριστήκαμε σε ένα εργαστήριο στην Κρήτη, και όταν βρέθηκε στην Ολλανδία, γνωρίζοντας πόσο αντιπαθώ τη λέξη «αφεντικό», με διαφήμιζε στους φίλους του λέγοντας:
«Το αριστερό μου αφεντικό, πατίνι μ’ έχει κάνει
και ύστερα μου έλεγε πως φταιν’ οι Αμερικάνοι».
Επιστρέφω στο Άμστερνταμ για δείπνο, που περιλαμβάνει κατσικάκι Μεσσηνίας, λουκάνικο και τυρί Πορτογαλίας, πατατούλες Ολλανδίας και κρασί Καλιφόρνιας. Πέφτω να κοιμηθώ νωρίς, διότι η επόμενη μέρα είναι πλήρης δραστηριοτήτων. Παραδόξως δε, είναι και απίστευτα ηλιόλουστη. Παρά τις έντονες διαμαρτυρίες της αγαπημένης μου, φεύγω για το Λέιντεν για να συναντηθώ με μερικούς παλιούς συναδέλφους. Φτάνω πρώτος στο ραντεβού (αυτό κι αν είναι έκπληξη...), αλλά η Νικολίν δεν αργεί να καταφτάσει με το ποδηλατάκι της, και σύντομα έρχεται και ο Μαουράιν με τη γερμανίδα σύντροφό του. Καθόμαστε σε ένα ηλιόλουστο καφέ, οι άλλοι παραγέλλνουν πλήρες πρωινό καθότι μόλις ξύπνησαν, εγώ απλό καφέ καθότι φαγωμένος και ξύπνιος από ώρες. Τα ύστερα του κόσμου...Στη γνώριμη διαδρομή, αν και έχουν προσθέσει ένα σταθμό στους τρεις μήνες που λείπω.
Αφού ανταλλάσσουμε τα νέα μας, η κουβέντα γυρίζει πάλι στο μέλλον, που προδιαγράφεται κάπως σκοτεινό, πανευρωπαϊκώς. Φυσικά μιλάμε για την Ελλάδα και τα μνημόνια, η γερμανίδα κυρίως έχει διάφορες απορίες για το τι μας κάνανε και τους μισούμε. Προσπαθώ να λύσω τις διάφορες απορίες και να ξεμπλέξω στερεότυπα και προκαταλήψεις· εξηγώ ότι οι «καλοί» και οι «κακοί» της ιστορίας δεν είναι ο απλός κόσμος με βάση την εθνική του προέλευση. Μιλάω για τη λανθασμένη αρχιτεκτονική του ενιαίου νομίσματος, τις οικονομικές ανισορροπίες βορρά-νότου που υπερβαίνουν τις συνήθεις ερμηνείες περί «τεμπέληδων» και «δουλευταράδων» (άλλωστε αν πει κανείς τους Ολλανδούς δουλευταράδες θα πέσει φωτιά να τον κάψει), τα συγκριτικά πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα των διαφόρων χωρών, την παγκοσμιοποίηση και τη διαφορά πραγματικής οικονομίας και χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Οι συνομιλητές μου με ακούν με προσοχή και εγώ με τη σειρά μου ακούω τον εαυτό μου και δεν πιστεύω αυτό που συμβαίνει, καθώς δίνω κανονική διάλεξη περί οικονομικών ανισορροπιών σε τρεις ξένους επιστήμονες ενώ μέχρι πριν δυο χρόνια δεν είχα κανένα απολύτως ενδιαφέρον ούτε γνώση για τα οικονομικά. Αλλά ας όψεται η σκληρή πραγματικότητα, που σε βάζει τώρα στα γεράματα να διαβάζεις για το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και τις κοινωνικές μεταβιβάσεις. Στρέφω την κουβέντα στα αυξανόμενα επιτόκια των στεγαστικών δανείων που δίνουν οι ολλανδικές τράπεζες και στην αρνητική ανάπτυξη του τέταρτου τριμήνου (της Ολλανδίας, πάντα). Κουνάνε το κεφάλι με περίσκεψη, καθώς επισημαίνω ότι αυτό συμβαίνει ενώ δεν έκαναν τίποτα «λάθος» σαν τους Έλληνες που υποτίθεται είναι οι κακοί της ιστορίας. Μετά μιλάμε για τις τιμές στα σουπερμάρκετ και για ταξίδια. Με κάποιους θα συναντηθούμε στη Λισσαβώνα κάποια στιγμή, από ό,τι φαίνεται.
Ξαναγυρίζω στό Άμστερνταμ και βρίσκω τους οικοδεσπότες μου στο πάρκο με ένα απίστευτο παιδομάνι που έχει ξαμοληθεί στην ανοιξιάτικη μέρα. Κουβεντιάζουν με άλλους γονείς και πότε πότε αναζητούν τα παιδάκια τους μέσα στο πλήθος, καθώς η αγαπημένη μου σε κάποια φάση έχει απωλεσθεί και όταν ανευρίσκεται λέει στην τρομαγμένη μάνα της «καλέ δεν πειράζει, βρήκα άλλη μαμά», δείχνοντας μια Ολλανδέζα που την πρόσεχε για λίγο μέχρι να εμφανιστεί η αλλόφρων κανονική μαμά. Καθώς πέφτει ο ήλιος τα μαζεύουμε (κουμπώνω μέχρι ψηλά το φλις και το αντιανεμικό και σφίγγω το κασκώλ) και γυρνάμε σπίτι. Μετά το φαγητό αναχωρώ κουβαλώντας εκτός από το (όχι ξεχειλωμένο πλέον) τσαντάκι του υπολογιστή και μια εικοσάκιλη βαλίτσα που είχα αφήσει παρακαταθήκη πριν εγκαταλείψω τη χώρα. Η αγαπημένη μου ρωτάει πότε θα ξανάρθω, και της εξηγούν ότι πάω στην Πορτογαλία. «Καλά, αύριο τότε;» ρωτάει.
Προσγειώνομαι κατά τις έντεκα το βράδι, τοπική ώρα, στη Λισσαβώνα και προσπαθώ να στριμώξω τα περισσευούμενα πλέον μπουφάν και κασκώλ στη βαλίτσα. Ανοίγω την πόρτα του σπιτιού που μου φαίνεται πια γνώριμο. Ξεκινάω να αδειάσω την αποσκευή μου αλλά μόλις βγάζω το μαξιλάρι και το πάπλωμα που έχει μέσα πέφτω σε κάτι καλοκαιρινά ρούχα που είναι νωρίς ακόμα να φορεθούν και σε κάτι πουλόβερ που αναρωτιώμουν πού να είναι τόσο καιρό και δεν τα βρίσκω. Επίσης, ξεχασμένα βιβλία, σεντόνια και κάτι φλυτζανάκια που μου είχε χαρίσει η Ε. πέρσι καθώς και κάτι άλλα από το μουσείο Βαν Γκογκ. Παρατάω τη βαλίτσα μισοάδεια (ακόμα έτσι είναι...) και πέφτω να κοιμηθώ, σκεπτόμενος ότι τώρα δεν έχει μείνει τίποτα πίσω πια.
Μεσοβδόμαδα μιλάγαμε με τον Τάσο για μπάλα, ως συνήθως. Κάποια στιγμή μου λέει «Ξέρεις, η κόρη μου σε περιμένει το Σάββατο για φαγητό». Φαίνεται πως η αγαπημένη μου πιστεύει ότι η Πορτογαλία είναι προάστιο του Άμστερνταμ. Του λέω να της πει ότι με έχουν καλέσει αλλού, ότι έχω κάποιο μήτιγκ, μήπως πιάσει αυτό.
Αλλά τελικά όλο και κάτι μένει πίσω, έτσι δεν είναι;
11/12/11
Τι λείπει;
Αν δεν σας λείπει η ηδονή της ωμής ρέγγας, έχετε και μερικές ακόμα επιλογές...
Μια κι έχω μπει σε διαδικασία αναχώρησης πλέον, θα έπρεπε κανονικά να έχω πάψει να ασχολούμαι με τα ολλανδικά πράγματα και να προετοιμάζω τον εαυτό μου για πορτογαλικότερες εμπειρίες. Ωστόσο η παραδοσιακή ικαριακή βραδύτητα που με χαρακτηρίζει με βάζει στη λογική του «έχουμε καιρό», ακόμα κι όταν ο καιρός μετριέται πλέον σε αριθμό ημερών που μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού και πάλι περισσεύει κάτι. Έτσι δεν παρέλειψα να διαβάσω τα ολλανδικά νέα που χαζεύω ενίοτε σε μια αγγλόφωνη ιστοσελίδα η οποία εικάζω ότι απευθύνεται σε expats σαν και ελόγου μου, δηλαδή ξένους με μόνιμη ή ημιμόνιμη διαμονή στην Ολλανδία.
Το μάτι μου έπεσε σε ένα λίγο παλιότερο αρθράκι που αναφερόταν σε ένα γκάλοπ το οποίο έβγαζε ότι αυτό που περισσότερο λείπει από τους Ολλανδούς που ζουν στο εξωτερικό (κάτι σαν κι εμάς από την ανάποδη δηλαδή) είναι η ταπεινή καπνιστή ρέγγα. Το ποσοστό δεν ήταν συντριπτικό, κάπου στο 9%, αλλά ήταν για κάποιο λόγο ψηλότερα από όσο η επιλογή «φίλοι και οικογένεια», πράγμα όσο να 'ναι λίγο σοκαριστικό. Προ ημερών πάλι είχα ακούσει κάτι αντίστοιχο, όχι όμως με ρέγγες, αλλά με κροκέτες, χώρια που ένας αστροναύτης είχε ζητήσει να του στείλουν στο Διεθνή Διαστημικό Σταθμό (που όσο να 'ναι, ξενητειά είναι κι εκεί) 2-3 κιλά τυρί γκούντα να έχει να πορεύεται. Βέβαια όπως συνήθως συμβαίνει στη συγκεκριμένη ιστοσελίδα (που όπως είπαμε δεν απευθύνεται σε Ολλανδούς αλλά σε ξένους που ζουν εδώ), τα σχόλια των αναγνωστών δεν κολάκευαν και πολύ τους ιθαγενείς, ιδιαίτερα σε θέματα που άπτονται των διατροφικών συνηθειών τους.
Προχτές στο αποχαιρετιστήριο δείπνο του εργαστηρίου (προς τιμήν του γράφοντος), οι καλοί συνάδελφοι μου χάρισαν μεταξύ άλλων και ένα βιβλιαράκι (στα αγγλικά ευτυχώς) που αναφέρεται στον χαρακτήρα και τις ιδιαιτερότητες των Ολλανδών, με έναν τρόπο κάπως ανάλαφρο και χιουμοριστικό (για τα ολλανδικά δεδομένα υπερβολικά χιουμοριστικό, εικάζω...). Αν και μετά από είκοσι μήνες στη χώρα έχω ικανή αντίληψη των συγκεκριμένων ιδιαιτεροτήτων, το βιβλίο ήταν πολύ διαφωτιστικό από ιστορικής απόψεως για μερικά ζητήματα όπως π.χ. οι ρηχές μέχρι παρεξηγήσεως λεκάνες τουαλέτας, οι ξύστρες τυριών, τα τρουφάκια που αλείφονται στο ψωμί και το μαυριδερό γλυκό (ο Θεός να το κάνει...) με το όνομα drop. Έτσι είδα με ενδιαφέρον το γκάλοπ που έστησε η ιστοσελίδα μεταξύ των αναγνωστών της (που είμαστε, υπενθυμίζω, ξένοι) με το ερώτημα τι από τα «ολλανδικά» πράγματα θα έλειπε σε εμάς αν φεύγαμε από τη χώρα. Μια και φεύγω οσονούπω, σκέφτηκα να απαντήσω στο γκάλοπ, εξετάζοντας μία-μία τις επιλογές που παρείχε.
Να διευκρινίσουμε κατ' αρχήν ότι το ερώτημα δεν αφορά ολλανδικά πράγματα παγκοσμίου κυκλοφορίας (όπως η Heineken ας πούμε) ή τουριστικές ατραξιόν σαν τα coffeeshops και το red light district, αλλά διάφορα «τυπικά» χαρακτηριστικά του ολλανδικού τρόπου ζωής. Δεν είναι τυχαίο ότι στις προτιμήσεις των αναγνωστών της ιστοσελίδας (όπως φαίνονται στην κορυφή της ανάρτησης), πρώτη και με διαφορά είναι η ποδηλασία· αναγνωρίζω ότι αναφέρονται συνολικά στην ποδηλατική κουλτούρα της χώρας που τη διαφοροποιεί σε μεγάλο βαθμό από τις υπόλοιπες. Δυστυχώς, σε ό,τι με αφορά, λόγω διαταραγμένης αίσθησης ισορροπίας, ποδήλατο δεν δύναμαι να κάνω, και οι αρχικές μου σκέψεις να αγοράσω τρίκυκλο προσέκρουσαν αρχικά στις υψηλές τιμές και τη δυσκολία εξεύρεσης κατάλληλου πάρκιγκ, και ακολούθως στη συνήθη ικαριακή μου αβελτηρία.
Επιθεωρώ λοιπόν τις υπόλοιπες επιλογές· εξαιρώντας την κατηγορία «φίλοι και οικογένεια», μια και πλείστοι όσοι εξ' αυτών ζουν στην Ελλάδα μάλλον, μας μένουν οκτώ ακόμα πιθανότητες. Κοντοστέκομαι λίγο στην επιλογή «τυρί», αλλά μετά σκέφτομαι ότι ανάμεσα σε ένα πεπαλαιωμένο Oud Amsterdam και μια τυχούσα γραβιέρα Ανωγείων, η επιλογή μου θα έκλινε αβίαστα προς τη γραβιέρα. Αντιπαρέρχομαι με συνοπτικές διαδικασίες τις κροκέτες, τη ρέγγα (δε μας έφτανε ο παστός μπακαλιάρος που θα υποστούμε...), τα ψωμάκια και τα κεκάκια, και τις αηδίες που απλώνουν πάνω τους με τα φυστικοβούτυρα και τις τρουφίτσες. Παραλείπω ασχολίαστο το πολυκατάστημα Hema από το οποίο στα δύο χρόνια που είμαι εδώ έχω αγοράσει ένα σάντουϊτς, μία ομπρέλα και ένα πατάκι μπάνιου τόσο ακριβό που αποφάσισα να το πάρω μαζί μου στη Λισσαβώνα αντί να το αμολήσω στον επόμενο ενοικιαστή. Πάμε λοιπόν παρακάτω.
Για τον Sinterklaas, τα είπαμε και τις προάλλες, είναι προφανής η προτίμησή μου στον προγονικό Αη-Νικόλα σε σχέση με το ολλανδικό κακέκτυπο. Τελευταία επιλογή αυτό που οι Ολλανδοί λένε gezelligheid και η ιστοσελίδα μεταφράζει ως «ζεστή ατμόσφαιρα». Εδώ γελάνε, κι αυτό κατά βάσιν για να μην κλάψουνε. Να είσαι από την Ικαρία και να σου λένε ότι η ολλανδική παρέα συνιστά ζεστή ατμόσφαιρα, σκέφτεσαι καλύτερα να περάσεις τη ζωή σου σε ιγκλού. Δε φταίνε σε τίποτα οι άνθρωποι βέβαια, κάθε λαός έχει τα χούγια του και την ιστορία που τον έχει διαμορφώσει, αλλά μη χάνουμε και την αίσθηση του μέτρου ολοσχερώς. Απογοητευμένος, αποφασίζω ότι δεν θα απαντήσω στο γκάλοπ, καθώς η επιλογή «τίποτα από τα παραπάνω» δε φαίνεται να υπάρχει.
Ύστερα όμως αρχίζω να σκέφτομαι ότι ενδεχομένως υπάρχουν πράγματα που θα αφήσω πίσω και που με κάποιο τρόπο ενδεχομένως θα μου λείψουν. Πράγματα όχι σαν τα pepernoten και το vanille vla, αλλά πράγματα που ίσως άφησαν κάποιο ίχνος κάπου λίγο πιο μέσα. Δεν ξέρω πόσο ολλανδικά μπορεί να τα πει κανείς, αλλά κάθομαι και φτιάχνω μια εναλλακτική λίστα που θα μπορούσε να περιλαμβάνει (με τυχαία σειρά) κάτι σαν τα παρακάτω:
- Τα ποιήματα στους τοίχους του Λέιντεν.
- Τη θέα του Burcht τις τέσσερις εποχές του χρόνου.
- Τα κιτρινισμένα φύλλα που φτιάχνουν ένα παχύ χαλί στους δρόμους το φθινόπωρο.Μια χώρα με τέσσερις εποχές που ξεχωρίζουν καθαρά η μία από την άλλη. Εδώ, φθινόπωρο στο Λέιντεν (φωτό Ροβυθέ).
- Τη χτεσινοβραδινή έκλειψη, την ώρα που ανέτειλλε το φεγγάρι.
- Τις καμπάνες του Δημαρχείου να παίζουν το Asturias του Albeniz.
- Τα σμήνη των μεταναστευτικών πουλιών, και το σταχτοτσικνιά στη λιμνούλα δίπλα στο Πανεπιστήμιο.
- Τη μπάντα στους δρόμους και τις υπαίθριες συναυλίες.
- Το «Φύλακα Άγγελο» στο Άμστερνταμ με τζαζ τα απογεύματα της Κυριακής
- Το πάρτυ του Α. και της Ι. όπου συμμετείχαν άνθρωποι από 17 χώρες (και βρέθηκε διερχόμενος Ιταλός που μου μιλούσε για ώρες περί Ικαρίας).
- Τα παιδιά των φίλων μου που μεγαλώνουν και τα σκαστά φιλάκια πριν πέσουν να κοιμηθούν.
Αυτό το τελευταίο ίσως και να μου λείψει λίγο παραπάνω τελικά.
7/12/11
Προτεινόμενος
Από κάπου ερχόμαστε, κάπου πάμε. Αποστάσεις από την είσοδο του σιδηροδρομικού σταθμού της Ουτρέχτης. (φωτό Ροβυθέ).
Είκοσι μήνες κοντεύω στο Λέιντεν, αλλά από τη μέρα που έσκασα μύτη όλο και σε κάποια διαδικασία αποχαιρετισμού βρισκόμαστε. Καθώς εγώ έψαχνα ακόμα να δω πού θα βάλω τα πράγματά μου, η Μάικε μάζευε τα δικά της από το δίπλα γραφείο και τα πακετάριζε για Ελσίνκι. Λίγο αργότερα την αποχαιρετούσαμε σε μια σεμνή τελετή ολλανδικής γαστριμαργίας μαζί με τη Ρίτα, την Πορτογαλίδα υποψήφια διδάκτορα που γύριζε Λισσαβώνα, άλλο βέβαια αν έχει ξανάρθει και ξαναφύγει έκτοτε κάνα-δυο φορές. Δεν πρόλαβε να κλείσει βδομάδα και τα μάζευε από το πιο δίπλα γραφείο ο Χουμπέρτους, με προορισμό το διπλανό Ντελφτ. Ο αποχαιρετισμός ήταν κάπως πιο χαμηλών τόνων, με μπύρες δίπλα στις όχθες του Neuwe Rijn (δηλαδή ενός από τα κανάλια της πόλης, μην πάει το μυαλό σας σε τίποτα μεγαλειώδες). Μέσα στο καλοκαίρι εξαφανίστηκε σιωπηλά και ο Αντρέ, αλλά επειδή για τους μεταπτυχιακούς φοιτητές μάλλον δεν προβλέπονται ιδιαίτερες αποχαιρετιστήριες τελετές, μόνο οι ομοεθνείς Πορτογάλοι πήραν επαρκώς είδηση ότι γύρισε στο Οπόρτο.
Πέρασαν λίγοι ήσυχοι μήνες, αλλά το φθινόπωρο είχαμε τη δίδυμη αποχώρηση των προφέσορ, και σε μια λίγο πιο φραμπαλάτη τελετή με λόγους, ανταλλαγές δώρων, μπαλόνια, ποδήλατα και τραγούδια, ξαποστείλαμε τον Πωλ στο μαγευτικό Κέμπριτζ και τον Μπας στο εδώ παραδίπλα Βαχενίνγκεν. Καθώς πλησίαζε ο περσινός χειμώνας ήρθε η σειρά της Σουζάνα να συνεχίσει το ταξίδι που ξεκίνησε από τις ρωσικές πεδιάδες, κατευθυνόμενη προς τα ελβετικά βουνά. Την αποχαιρετήσαμε με ένα παρτάκι, κάπως ήσυχο είναι η αλήθεια, αλλά όχι τόσο ήσυχο όσο ο αποχαιρετισμός του Μαουράιν που μας ανακοίνωσε μια Παρασκευή ότι από Δευτέρα θα δουλεύει στην Ουτρέχτη τρεις μέρες τη βδομάδα, οπότε ανοίξαμε δυο μπύρες στο εργαστήριο προς τιμήν του (κι ένα κρασί για κάτι μεσογειακούς τύπους, παρεμπιπτόντως).
Εξίσου ήσυχα εξαφανίστηκε η Άνα, η έτερη Πορτογαλίς που κανείς δεν κατάλαβε πότε αποφάσισε να τα μαζέψει, πλην των φίλων της, δηλαδή της προσωρινά επανακάμψασας Ρίτας και του Έλληνος (της προσκολλήσεως αυτός), που ήπιαν τις μπύρες τους (κρασί ο Έλλην, είπαμε) στο νεανικό στέκι με το όνομα Οδησσός (είναι απίστευτο τι πάει και γουστάρει ως στέκι η νεολαία, αλλά μην τα θέλουμε κι όλα δικά μας). Ύστερα ήταν η σειρά του Όσκαρ να αδειάσει το άλλο γραφείο. Τον αποχαιρετήσαμε σε ένα δείπνο που μαγείρεψε ο ίδιος αυτοπροσώπως ως Σουηδός σεφ (και ήταν ομολογουμένως εξαιρετικό). Μάλιστα προς μεγάλη χαρά του Έλληνος, το σπίτι ήταν γεμάτο κρασιά, τα οποία δεν παρέλειψε να τιμήσει. Ο Όσκαρ πακέταρε την επομένη τα πράγματά του, συμπεριλαμβανομένων και μερικών πάκων αφρικανικών χαρτονομισμάτων μηδαμινής αξίας, έβαλε τις πεταλούδες του σε βαλίτσες, και ακολούθησε τον Πωλ στο Κέμπριτζ πριν βγει ο χειμώνας.
Μια μέρα η Μαρλήν μας ανακοίνωσε ότι είναι καιρός να θέσει τη ζωή της σε άλλες βάσεις, (εις γάμου κοινωνίαν δηλαδή), οπότε θα πήγαινε με τον καλό της κάπου νοτιότερα και ως εκ τούτου είχε βρει δουλειά αλλού. Ο αποχαιρετισμός ξεκίνησε με κέικ στην ώρα του coffee break, αλλά συνεχίστηκε με ποτάκια στις εξοχές, καθώς είχε μπει πια η άνοιξη. Κατά το Μάη εξαφανίστηκε και η Πατρίτσια, με προορισμό την πατρογονική Λισσαβώνα μετά από χρόνια περιπλάνησης σε Ευρώπες και Αμερικές. Δεν την αποχαιρέτησε κανείς οργανωμένα, πλην του Έλληνος υφισταμένου της που πήγαν παρέα για καφέ πριν επιστρέψει το δανεικό της ποδήλατο στον ιδιοκτήτη του. Αυτός ισχυρίζεται ότι την είδε συγκινημένη, αλλά λόγω της ιεραρχικής μεταξύ τους σχέσης, καλύτερα να αποφεύγονται οι ερμηνείες από δεύτερο χέρι.
Καθώς έμπαινε το φθινόπωρο, ο Έρικ ολοκλήρωσε τη δουλειά που έκανε και τα μάζεψε κι αυτός για το Κέμπριτζ. Τον αποχαιρετήσαμε με ένα μεγάλο παιχνίδι μπιλιάρδου, συνοδευόμενο από άφθονες μπύρες (δε χρειάζεται να σας πω τι ήπιε ο Έλληνας). Στο ίδιο παιχνίδι αποχαιρετήσαμε και τις εναπομείνασες μεταπτυχιακές φοιτήτριες, την Κάριν και την Τόκε, που συνεχίζουν αλλού την καριέρα τους. Λίγο καιρό αργότερα, η Μάριελ μας ανακοίνωσε ότι επειδή δεν είχε κάνει χρήση της άδειάς της εδώ και καιρό, έπρεπε να πάρει όσες μέρες είχε μαζέψει (που συμπτωματικά έκαναν σχεδόν δυο μήνες, μετά το πέρας των οποίων ο Τομέας μας δεν θα υφίσταται πλέον).
Καθώς πλησίαζε το τέλος του χρόνου, έληγαν και τα υπόλοιπα συμβόλαια: η Νικολίν μάζεψε τα υπολείμματα του εργαστηρίου σε κούτες και τα απέστειλε στους νόμιμους δικαιούχους, μας φίλησε σταυρωτά τρεις φορές κατά το ολλανδικό έθος, και έφυγε για διακοπές στις Φιλιππίνες. Ο Βιτσέντσιο έφερε προχτές τους γονείς του να τους δείξει το χώρο που δούλευε πριν αναχωρήσει κι αυτός οριστικά εντός των ημερών. Η Ζοάνα εξαφανίστηκε μια μέρα (μανία αυτοί οι Πορτογάλοι να μην αφήνουν ίχνη...), αν και οι φήμες λένε ότι θα ξανάρθει για λίγο του χρόνου. Η Ανιέσκα μετράει μέρες μέχρι τα Χριστούγεννα και μάλλον θα πάει πίσω στο Βαχενίνγκεν προσωρινά, ενώ ο Ντάβιντ που έτσι κι αλλιώς ήταν σε ελαστική μορφή απασχόλησης, έχει μείνει άνευ αντικειμένου και εξαντλεί κι αυτός την άδειά του ψάχνοντας την επόμενη δουλειά του.
Κοιτάζω τι έχει απομείνει. Ο Κέες, ως υπάλληλος του Πανεπιστημίου, αναζητεί έργο παίζοντας μαχ-τζογκ στον υπολογιστή. Ο Κρις περιμένει να γυρίσει ο Μαουράιν από την Ουτρέχτη, κάπου το Φεβρουάριο. Η άλλη Μάικε ήδη έχει αλλάξει γραφείο και απασχόληση και στήνει ένα πρότζεκτ στα πατατοχώραφα. Ο Γιοστ είναι ο μόνος που έχει μείνει στο γραφείο, μιλώντας ατελείωτες ώρες στο Skype με διάφορους μακρινούς επιστήμονες που ίσως θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην ανάλυση των αποτελεσμάτων εξ' αποστάσεως. Από τη διοίκηση ήρθε μια εντολή ότι πρέπει οι χώροι να έχουν αδειάσει από πεταλούδες και άλλα ζουζούνια μέχρι το τέλος του χρόνου, διότι θα μπουν συνεργεία να κάνουν αλλαγές στη διαρρύθμιση.
Θυμάμαι πριν λίγα χρόνια όταν είχαν πρωτομπεί στη ζωή μας τα ριάλιτυ σόου τύπου «Μεγάλου Αδελφού», οπότε και εμφανίστηκαν νέες ορολογίες στην καθημερινή γλώσσα. Τηλεόραση δεν έχω, αλλά έχουν όλοι οι υπόλοιποι οπότε τα σλόγκαν και οι νεολογισμοί που επιβάλλει η τιβί δεν με αφήνουν αλώβητο· κάπως έτσι μου κόλλησε η λέξη «προτεινόμενος». Κοιτάζομαι με το Γιοστ δίπλα στα έρημα γραφεία· αναρωτιόμαστε ποιος έχει σειρά τώρα. Πάνω στην ώρα εμφανίζεται ένα μήνυμα από την Πατρίτσια που με ρωτάει γιατί καθυστερώ και δεν έχω εμφανιστεί ακόμα στις όχθες του Τάγου. Οπότε ξέρω πως ήρθε η σειρά μου, είμαι πλέον «προτεινόμενος» για αποχώρηση.
Αύριο έχουμε αποχαιρετιστήριο δείπνο· κλείνω ένα τραπέζι για δεκατέσσερα άτομα. Το νούμερο είναι βέβαια παραπειστικό, καθώς αφαιρώντας συζύγους/συντρόφους και παλιούς αποχωρήσαντες που ακόμα ζουν στα πέριξ, μένουν ακόμα πέντε άτομα με κάποια σχέση με το Πανεπιστήμιο. Το Γενάρη θα είναι δύο, το Φλεβάρη ίσως γίνουν τρεις. Εγώ βέβαια θα είμαι αλλού· από βδομάδα λέω να πάω να ξεχειμωνιάσω στο Νότο.
Φαντάζομαι θα φυτρώνουν κι εκεί ρεβυθιές.
3/12/11
Ο Αη-Νικόλας του Λέιντεν
Λευκός επίσκοπος 4ου αιώνος μετ' επιχρωματισμένων βοηθών καταφθάνει με ατμόπλοιο στον ολλανδικό 21ο αιώνα (φωτό από το σχετικό άρθρο στη wikipedia).
Άρχισε να με προβληματίζει το θέμα όταν μου έδωσαν να δοκιμάσω μερικά pepernoten, και ομολογώ ότι τους έδωσα και κατάλαβαν. Μέχρι να μου τα πάρουν από τα χέρια πριν φάω το σύμπαν και μείνουν τα παιδάκια παραπονεμένα, είχα προλάβει να θέσω μερικές ερωτήσεις για το χαρακτήρα της γιορτής και να κάνω μερικές βασικές συσχετίσεις. Λίγο μετά το έψαξα το θέμα διαδικτυακώς και αποσαφήνισα μερικές λεπτομέρειες. Όχι για τα pepernoten αυτά καθεαυτά, αλλά για την εποχική γιορτή που συνοδεύουν γευστικώς.
Αλλά για να βάλουμε τα πράγματα με τη σωστή χρονολογική σειρά, η ιστορία ξεκινάει μάλλον κάπου τον 4ο αιώνα στα Μύρα της Λυκίας (δηλαδή στην καθ' ημάς Μικρά Ασία), όπου Επίσκοπος της τοπικής εκκλησίας είναι ο μετέπειτα γνωστός ως Άγιος Νικόλαος. Σε κάποιο από τα συναξάρια που εξιστορούν το βίο του, φαίνεται πως υπάρχει η εξής ιστορία: κάποιος (χριστιανός; εθνικός;) κάτοικος της περιοχής έχει τρεις κόρες, αλλά είναι πολύ φτωχός για να τις προικίσει. Καθώς λοιπόν φτάνουν διαδοχικά σε κρίσιμη ηλικία (της παντρειάς) ο πατέρας προβληματίζεται για το μέλλον της εκάστοτε κόρης και αναρωτιέται (μεγαλοφώνως, μάλλον) αν εν τέλει θα εξωθηθεί στην πορνεία (εικάζω αναφέρεται στην «ιερά» πορνεία που ασκείτο στους ναούς της Αφροδίτης, αλλά τέλος πάντων οι βίοι αγίων δεν είναι και πολύ λεπτομερείς σε αυτού του τύπου τα θέματα). Ο διερχόμενος Επίσκοπος ακούει από το ανοιχτό παράθυρο τον προβληματισμό του πατέρα και σπεύδει να πετάξει μέσα στο σπίτι ένα πουγκί νομίσματα για την προίκα της κόρης (και γίνεται μπουχός μετά).
Στη δεύτερη κόρη ακολουθεί το ίδιο σκηνικό, αλλά στην τρίτη ο υποψιασμένος πατήρ έχει κλείσει το παράθυρο επιτούτου για να δει ποιος είναι ο άγνωστος ευεργέτης (ή μπορεί να είναι και καταχείμωνο, δεν ξέρουμε). Ο Επίσκοπος δεν πτοείται και σκαρφαλώνει στη στέγη, από όπου πετάει το πουγκί από την καμινάδα του τζακιού, όπου η μικρή κόρη έχει απλώσει τις κάλτσες της ή τα υποδήματά της να στεγνώσουν. Δε θυμάμαι ακριβώς πώς τελειώνει (με χάπι εντ πάντως), αλλά ο Επίσκοπος εν τέλει γίνεται ο γνωστός μας Αη-Νικόλας, προστάτης των ναυτικών έως της σήμερον στην καθ' ημάς Ανατολή, και η ελάσσων αυτή ιστοριούλα (πιθανώς κατασκευασμένη) κάπου καταχωνιάζεται μέσα στο βίο του Αγίου, ο οποίος χαίρει ύψιστης τιμής στην Ορθόδοξη παράδοση, και ειδικά στην περιοχή της Μικράς Ασίας όπου βρίκεται (τότε) το λείψανό του.
Καμιά εξακοσαριά-εφτακοσαριά χρόνια αργότερα, εμφανίζονται στα πέριξ κάτι τύποι με ζωγραφιστούς σταυρούς στους χιτώνες που φοράνε πάνω από τις πανοπλίες. Η περιοχή εξακολουθεί να κατοικείται από «Ρωμαίους» που μιλάνε ελληνικά (αυτούς που θα λέγαμε σήμερα Βυζαντινούς) αλλά βρίσκεται παροδικά υπό τον έλεγχο των Σελτζούκων Τούρκων, που όλοι οι προσεκτικοί αναγνώστες του ιστολογίου γνωρίζουν πώς μπήκαν στη Μικρά Ασία. Οι σταυροφόροι αν και υποτίθεται έχουν έρθει για άλλη δουλειά, κάνουν και καμιά μπίζνα δρόμο-δρόμο, οπότε σε μια επιχείρηση με άδηλες τότε συνέπειες, ξεθάβουν το (παραδόξως ακέραιο και ουχί κατατεμαχισμένο) λείψανο του Αγίου, το βουτάνε και το χώνουν σε ένα καράβι το οποίο καταλήγει στο Μπάρι. Εκεί ανεγείρεται (καθολικός) ναός προς τιμήν του Αγίου, ο οποίος μέχρι τούδε ήτο σχεδόν άγνωστος στη Φραγκιά (συγγνώμη, τη Δυτική Ευρώπη ήθελα να πω), αλλά με κέντρο το Μπάρι αρχίζει να διαδίδεται η φήμη του, με τη βοήθεια και κάποιων θαυματουργών υγρών που υποτίθεται εκκρίνει ή μαζεύει ή αγιάζει το λείψανο.
Τους επόμενους αιώνες του ύστερου Μεσαίωνα, η φήμη του Αγίου φτάνει μέχρι τα πέρατα της Δύσεως, οπότε ταξιδεύει μέχρι τις Κάτω Χώρες, όπου του αποδίδεται η ιδιότητα του προστάτη των μικρών παιδιών (που δεν την έχει στην Ορθόδοξη παράδοση). Στις σκοτεινές, μακριές νύχτες του ολλανδικού χειμώνα, πιθανώς και σε αντικατάσταση παλαιότερων παγανιστικών γιορτών, οργανώνονται διάφορες γιορτές με κέντρο κάποιους αγίους: ο άγιος Μαρτίνος (της Τουρ) γιορτάζει το Νοέμβριο και τα παιδιά ανάβουν διάφορα φαναράκια για να τον τιμήσουν. Κατά τα μέσα Νοεμβρίου αρχίζει η περίοδος προετοιμασίας για τα Χριστούγεννα, αλλά ως τις 6 Δεκεμβρίου το τοπικό φολκλόρ περιλαμβάνει κάμποσο Αη-Νικόλα: είναι ο Sinterklaas, που θα φέρει δώρα στα καλά παιδάκια (βάζοντάς τα στις κάλτσες ή τα παπούτσια τους το βράδι της 5ης Δεκεμβρίου), και παρεμπιπτόντως θα τιμωρήσει και τα κακά παιδάκια.
Ο πίνακας του Jan Steen απεικονίζει μια νύχτα 5ης Δεκεμβρίου κάπου μέσα στον ολλανδικό 17ο αιώνα.
Η Μεταρρύθμιση που θα κυριαρχήσει στις πιο πάνω από τις Κάτω Χώρες, καταργεί τη λατρεία των αγίων, οπότε ο εορτασμός του Sinterklaas καταστέλλεται τα πρώτα χρόνια της ολλανδικής ανεξαρτησίας. Όμως τα παιδάκια γκρινιάζουν και οι νύχτες του χειμώνα είναι εξίσου μακριές και υπό καλβινιστικά συμφραζόμενα, οπότε η φιγούρα μετατρέπεται σε κάποιου είδους λαϊκή φολκλορική παράσταση που στήνεται αποκομμένη όσο γίνεται από θρησκευτικό υπόβαθρο. Τώρα ο Sinterklaas, με ανατολική γενειάδα μεν, είναι ντυμένος σαν (καθολικός) Επίσκοπος με κόκκινα ράσα και διχαλωτή μίτρα με σταυρό, αλλά συνοδεύεται από ένα πλήθος μαυριδερών υπηρετών (που μάλλον παραπέμπουν σε σκλάβους της εποχής του δουλεμπορίου). Η χώρα από όπου προέρχονται αυτοί οι μαυρούληδες (οι Zwarte Piet) είναι η Ισπανία· μια και οι βασικοί αντίπαλοι των Ολλανδών στους θρησκευτικούς πολέμους του 16ου και 17ου αιώνα ήταν οι Ισπανοί κλήρονόμοι της υποτιθέμενης «Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας» των Αψβούργων (οι Ολλανδοί γενικά σάρκαζαν τους κοντούληδες, μαυριδερούς αντιπάλους τους). Ο Sinterklaas μοιράζει γλυκά (pepernoten) και δώρα στα καλά παιδάκια, και απειλεί τα κακά παιδάκια ότι θα τα πάρει μαζί του στην Ισπανία όπου θα μαυρίσουν και θα γίνουν Zwarte Piet κι αυτά.
Κι έτσι περνάνε οι μέρες μέχρι τα Χριστούγεννα και οι αιώνες μέχρι την ίδρυση της αποικίας του Νέου Άμστερνταμ πάνω στη νήσο Μανχάταν, την οποία με την ευκαιρία κάποιου πολέμου οι Ολλανδοί την πουλάνε στους Άγγλους με αντάλλαγμα αν δεν κάνω λάθος την Ολλανδική Γουϊάνα (νυν Σουρινάμ) στη Νότια Αμερική. Οι Άγγλοι μετονομάζουν την περιοχή σε Νέα Υόρκη (αν και μερικές ολλανδικές ονομασίες όπως Haarlem επιβιώνουν σε κάποιες γειτονιές) και κάποια στιγμή γύρω στο 19ο αιώνα, κάποιοι που θέλουν να αποδιώξουν το αγγλικό παρελθόν των αποίκων αναβιώνουν την ιστορία του Sinterklaas ως επί το αμερικανικότερον Santa Claus, και επειδή η μνήμη των αγίων δεν έχει διατηρηθεί στους αποίκους της νέας ηπείρου, τη μεταφέρουν στην παραμονή των Χριστουγέννων. Ο καινούργιος πλέον Santa φερνει δώρα στα παιδιά από τις καμινάδες, αλλά εμπλέκεται και με μερικούς γερμανικής-σκανδιναβικής προέλευσης μύθους, οπότε καταλήγει με τη βοήθεια του Ντίσνευ και της Κοκακόλας να περιφέρεται με ένα ιπτάμενο έλκηθρο με κάτι τάρανδους και διάφορα άλλα εφέ που όλοι καλά γνωρίζουμε.
Κάποια στιγμή διασχίζει πάλι τον Ατλαντικό και έρχεται στη Δυτική Ευρώπη, όπου ναι μεν στις περισσότερες χώρες βρίσκει έδαφος ανάπτυξης (ως Father Chtistmas ή ως Santa ή ως Αη-Βασίλης την παραμονή της Πρωτοχρονιάς σε κάτι πτωχούς βαλκάνιους), αλλά στην Ολλανδία (και στο Βέλγιο εν μέρει) δημιουργείται μια σύγχιση, καθότι ο προγονικός Sinterklaas δεν έχει εξαφανιστεί και διεκδικεί την αρμοδιότητα να δίνει αυτός τα δώρα, και μάλιστα είκοσι ολόκληρες μέρες πριν τα Χριστούγεννα. Ρωτάω τις συναδέλφους με παιδάκια πώς αντιμετωπίζουν το ζήτημα: μου εξηγούν ότι ορισμένες ολλανδικές οικογένειες προτιμούν τον ένα από τους δύο ανταγωνιστικούς αγίους (κατά τεκμήριο τον πιο παραδοσιακό της 5ης Δεκεμβρίου) ενώ άλλες μοιράζουν δωράκια και την 24η του μηνός, δεδομένου ότι τα παιδάκια έχουν μάθει και τα περιμένουν.
Υπάρχουν βέβαια μερικές ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες, καθώς ο Sinterklaas δεν είναι πανταχού παρών, αλλά έρχεται (με ατμόπλοιο κιόλας...) μια συγκεκριμένη μέρα από την Ισπανία, και μετά περιφέρεται ανά τη χώρα: αυτή τη μέρα είναι στο Λέιντεν, την άλλη στο Άμστερνταμ κλπ. Οι μαυριδεροί υπηρέτες έχουν γίνει λίγο πιο πολίτικαλυ κορέκτ με τα χρόνια (δεδομένης και της μάλλον κερδοφόρας επίδοσης των Ολλανδών στον τομέα του εμπορίου σκλάβων, για την οποία σήμερα δεν είναι τόσο περήφανοι πλέον), και σε κάθε περίπτωση τα γλυκάκια που συνοδέυουν τη γιορτούλα είναι συμπαθέστατα.
Τους διηγούμαι μέσες άκρες την ιστορία με τις τρεις κόρες και τα τρία πουγκιά και την ανατολική προέλευση του ορίτζιναλ αγίου, και μια κοπέλα αναφωνεί ενθουσιασμένη «καλά το θυμόμουνα ότι ο Sinterklaas ήταν Τούρκος». Προς στιγμήν πάει να μου ανέβει το αίμα στο κεφάλι αλλά ένας άλλος συνάδελφος εκφράζει την ειλικρινή απορία του «και τι δουλειά έχει ο Τούρκος στην Ισπανία;», οπότε πνίγω τα γέλια που μου 'ρχονται καταβροχθίζοντας ένα ακόμα pepernoot και μετράω νοερά τις (λίγες...) ακόμα μέρες που έχω να περάσω στις πάνω Κάτω Χώρες πριν πάρω το ατμόπλοιο (λέμε τώρα...) για την Ιβηρική.
Όπου και θα μαυρίσω, βέβαια, ούτε λόγος.
30/11/11
Πωλητής Βίβλων
Μια τυχαία (;) σελίδα από ένα διαδικτυακό παιχνίδι με βάση το «Βιβλίο της άμμου», ακριβώς εκεί που εμφανίζεται ο πωλητής (από εδώ).
Την πρώτη φορά που συνάντησα την έκφραση «Πουλάω Βίβλους» ήταν στο διήγημα «Το βιβλίο της άμμου», από την ομώνυμη συλλογή διηγημάτων του ύστερου Μπόρχες. Δεν είχα δώσει πολλή σημασία στο πρόσωπο του πωλητή (καθώς η προσοχή μου ως προς το κειμένο ήταν στραμμένη μάλλον στο βιβλίο του τίτλου και την αιωνιότητα που περικλείει), μέχρι πριν λίγες μέρες που ξανάκουσα την έκφραση σε εντελώς μη μπορχεσιανά συμφραζόμενα, οπότε και θυμήθηκα το αφήγημα.
Τον τελευταίο καιρό, έχουμε καθιερώσει με τους συναδέλφους την έξοδο της Παρασκευής: κατά τις έξι το απόγευμα μαζευόμαστε σε μια μπυραρία (όχι πάντα την ίδια) και πίνουμε μερικές μπύρες (πλην του Έλληνος συνδαιτυμόνος που φτάνει πάντα καθυστερημένος και πίνει κρασί, αλλά αυτά είναι γνωστές γραφικότητες των νοτίων και δεν ενοχλούν πολύ). Αφού λοιπόν έφτασα περασμένες εφτά την προηγούμενη εβδομάδα, παρήγειλλα οχτώ μπύρες και ένα κρασί, και φέρνοντάς τα στο τραπέζι έτυχε να καθήσω απέναντι από τον Βιτσέντσιο, έναν ημικολομβιανής καταγωγής Ολλανδό συνάδελφο, με τον οποίο βέβαια καθόμαστε στην ίδια διάταξη και τις άλλες μέρες, οπότε δεν είχε πολύ μεγάλη διαφορά εκτός από το τραπέζι του μπιλιάρδου που βρισκόταν πίσω του αντί για τους συνήθεις υπολογιστές.
Πιάσαμε μια χαζή κουβέντα για τις διάφορες ολλανδικές ντοπιολαλιές, και αν η προφορά του Ρότενταμ είναι πιο μάγκικη σε σχέση με αυτήν του Άμστερνταμ, και μετά αν καταλαβαίνουν οι κάτοικοι του Ράντσταντ (της αστικής ζώνης στα δυτικά της χώρας) τους κατοίκους της επαρχίας (ειδικά στο Γκρόνιγκεν στο βορρά ή στο Λίμπουρκ στο νότο). Για κάποιο χαζό λόγο στράφηκαν σε εμένα να ρωτήσουν πώς μου φαίνονται οι ολλανδικές προφορές: τους εξήγησα ότι όχι μόνο δεν διαχωρίζω τις προφορές, αλλά ούτε τα ολλανδικά από τα φλαμανδικά (και ούτε καν από τα γερμανικά αν η φράση δεν έχει τόσα πολλά χι ώστε να βρωμάει ολλανδίλα από χιλιόμετρα).
Με ρώτησαν (από ευγένεια, υποθέτω) αν στα ελληνικά αντιλαμβάνομαι τις διάφορες προφορές και απάντησα με πάσα ειλικρίνεια ότι μέσες άκρες καταλαβαίνω τις περισσότερες, πλην ίσως των ποντιακών και των γκρεκάνικων της Κάτω Ιταλίας (άντε και των κυπριακών όταν εκφέρονται με ταχύτητα). Τους είπα κάτι πασαλείμματα περί ελληνιστικής κοινής και ιωνικών διαλέκτων, κι αφού τελείωσα τη διάλεξη γύρισα στο Βιτσέντζιο και τον ρώτησα αν η δική του προφορά ήταν του Άμστερνταμ, θεωρώντας ότι έχει γεννηθεί εκεί.
Μου απάντησε ότι γεννήθηκε στην Κολομβία, η πρώτη του γλώσσα (η μητρική) ήταν τα ισπανικά, και ότι έμαθε ολλανδικά όταν οι γονείς του μετανάστευσαν στην Ολλανδία. Πήγα να διορθώσω ότι προφανώς ο Ολλανδός πατέρας του «παλλινόστησε» στη χώρα, αλλά μας εξήγησε ότι ο πατέρας του είχε γεννηθεί στην Κολομβία, από Ολλανδούς γονείς. Ρώτησα τι πήγαν να κάνουν οι παππούδες του στη Λατινική Αμερική, και ο Βιτσέντζιο χαμογέλασε λίγο αμήχανα και απάντησε:
- Πήγαν να πουλήσουν Βίβλους.
Δεν είμαι βέβαιος πόσο χαιρόταν που μιλούσε γι' αυτό, πάντως μας εξήγησε ότι οι παππούδες ήταν πολύ θρήσκοι, αλλά ανήκαν σε μια ελάσσονα προτεσταντική ομολογία που δεν είχε και πολλούς πιστούς στην Ολλανδία. Κάποτε λοιπόν αποφάσισαν να κηρύξουν το λόγο του Θεού στους ειδωλολάτρες, και βρέθηκαν στην Κολομβία με ένα φορτίο Βίβλους. Βέβαια η χώρα παραήταν Καθολική (ή τέλος πάντων όχι και πολύ ενδιαφερόμενη για αυτού του είδους την εκκλησία), ωστόσο κατάφεραν να συγκεντρώσουν γύρω τους ένα μικρό ποίμνιο, στο οποίο ξεχώριζαν βέβαια αισθητά τα ίδια τους τα παιδιά (ξανθά και ψηλά ανάμεσα στο μελαχροινό και μικροκαμωμένο πλήθος των ιθαγενών). Όλα τα παιδιά παντρεύτηκαν Κολομβιανούς, έκαναν με τη σειρά τους αβέρτα παιδιά κι εγγόνια, κι έτσι δημιουργήθηκε ένα πλήθος εξαδέλφων ολλανδο-κολομβιανής ανάμιξης που είναι σήμερα το νοτιοαμερικάνικο σόι του Βιτσέντσιο.
Βέβαια, όπως συνήθως συμβαίνει στις μικρές θρησκευτικές κοινότητες που δεν έχουν Κλήρο και Ιεραρχία (ή έναν πάπα με αλάθητο στην ανάγκη), σε λίγο καιρό ο καθένας τράβαγε το δικό του βιολί, πάντα στηριγμένο σε κάποιο κείμενο της Βίβλου. Αν και συγγενείς, οι μεν διαχωρίζονταν από τους δε για κάποια διαφωνία σε κάποιο εδάφιο του Εσδρά ή των Πράξεων των Αποστόλων, και κατέληγαν να μη μιλιούνται και να ιδρύουν ανταγωνιστική εκκλησία. Σε κάποια φάση ο πατέρας του συνομιλητή μας τα βρόντηξε ολοσχερώς και πήρε την οικογένειά του (τη στενή) και γύρισε στην πατρίδα που οι γονείς του εγκατέλειψαν για να πουλήσουν Βίβλους στη Μπογκοτά. Έφτασε σε ένα ελαφρά παρακμιακό Άμστερνταμ στα τέλη της δεκαετίας του '70, μιλώντας κάτι παλιακά ολλανδικά που δεν αντιστοιχούσαν σε καμμία γνωστή προφορά: ήταν ένα μίγμα εκκλησιαστικής γλώσσας του '50 με ισπανικούς τονισμούς. Η χώρα του ήταν εντελώς άγνωστη, οπότε μάλλον «μετανάστευσε» εκεί παρά παλλινόστησε.
Ο Βιτσέντσιο συμπλήρωσε (με έναν τόνο τρυφερότητας, νομίζω, ακόμα κι αν το συγκεκριμένο χαρακτηριστικό δεν αφθονεί στη χώρα) ότι ο πατέρας του ακόμα και τώρα, τριάντα χρόνια μετά, δεν αισθάνεται ακριβώς «σπίτι του» εδώ, ούτε πουθενά. Η εντελώς Κολομβιανή μητέρα του είναι πιο προσαρμοσμένη, παραδόξως. Τον ρώτησα για τους παππούδες του· μου είπε ότι ο παππούς έχει πεθάνει, ενώ η γιαγιά ζει ακόμα στη Μπογκοτά, τριγυρισμένη από ένα πλήθος παιδιών, εγγονών και δισεγγόνων που αποτελούν κατά βάση το ποίμνιο. Οι νεώτερες γενιές τείνουν να απομακρύνονται από την εκκλησία, αλλά η γιαγιά πηγαίνει κάθε Κυριακή στο κήρυγμα του πάστορα. Σκέφτηκα να ρωτήσω αν πουλάνε ακόμα Βίβλους, αλλά μάλλον δεν ήταν φοβερά καλή ιδέα.
Θυμήθηκα τον πωλητή Βίβλων του Μπόρχες - τοποθετημένο στην οικονομία του διηγήματος σε χτυπητή φιλοσοφική αντίθεση με το αιώνιο βιβλίο που πουλάει στον αφηγητή με αντάλλαγμα ένα παλιό αντίτυπο της Βίβλου και μερικά χαρτονομίσματα. Στο διήγημα ο πωλητής είναι Σκωτσέζος, μάλλον Πρεσβυτεριανός. Χτυπάει μια πόρτα στην Αργεντινή, ίσως πληροφορημένος ότι αυτός που ανοίγει είναι αρκούντως βιβλιόφιλος ώστε να μπορέσει να ξεφορτωθεί το επίμαχο βιβλίο που οι σελίδες του είναι άπειρες, πιο πολλές και από τους κόκκους της άμμου. Σκέφτομαι για λίγο τον Ολλανδό παππού του συνομιλητή μου, να χτυπάει την πόρτα του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, ας πούμε (ή ίσως του Αουρελιάνο Μπουενδία αυτοπροσώπως, δεν ξέρεις) προτείνοντάς του να αγοράσει το λόγο του Θεού, και καλώντας τον στο Κυριακάτικο κύρηγμα.
Αλλά απλώς περιορίζομαι να ρωτήσω τον Βιτσέντζιο αν η δική του προφορά είναι επηρεασμένη από τα ισπανικά, όπως του πατέρα του. Οι άλλοι συνδαιτυμόνες σπεύδουν να διαβεβαιώσουν ότι το παλληκάρι μιλάει σα βέρος Αμστεντάμερ, καμμία αντίρρηση, επαναφέροντας την κουβέντα στο αρχικό ερώτημα. Ο ίδιος συμπληρώνει γελώντας ότι τα ισπανικά του έχουν ενσωματώσει κάποιον ολλανδικό απόηχο πλέον, αλλά προφανώς ούτε εγώ ούτε κανείς άλλος εκ των παρόντων μπορεί να το επιβεβαιώσει ή να το διαψεύσει.
Ύστερα κάποιος ρίχνει την ιδέα να πάμε κάπου αλλού για φαγητό, και σύντομα βγαίνουμε στο δρόμο για να πάρουμε τα ποδήλατα (πλην του Έλληνα που παραμένει υποδειγματικά πεζός) με κατεύθυνση μια ιταλική πιτσαρία που δεν είχα επισημάνει ως τώρα.
Σκέφτομαι ότι στο επόμενο ταξίδι στην Ελλάδα πρέπει να κουβαλήσω ίσως κι εκείνο το βιβλίο με τα πεζά του Μπόρχες, παρά το βάρος του και παρά το ότι το έχω ήδη διαβάσει μια-δυο φορές.
Βαδίζουμε κουβεντιάζοντας στην παγωμένη Rapenburg· οι αναπνοές μας γίνονται ένα με τη βραδινή ομίχλη.
25/11/11
Και η ζωή συνεχίζεται
Φωτό όχι πολύ σχετική, ούτε και εντελώς άσχετη (© M.B., aka Μαρίστρα, Delft, Νότια Ολλανδία, Οκτώβριος 2010).
Η Ολλανδέζα συνάδελφος είναι χαμηλών τόνων, από τις πιο διακριτικές παρουσίες στο χώρο. Δηλαδή τι «διακριτική», σχεδόν αόρατη είναι η κοπέλα· ενάμιση χρόνο έχω κλείσει εδώ και ελάχιστες φορές θυμάμαι να έχω ακούσει τη φωνή της. Η παρουσία της δεν κάνει ιδιαίτερη εντύπωση, η απουσία της επίσης. Ίσως να φταίει που κατοικοεδρεύει σε διπλανό χώρο, ίσως που νταλαβερίζεται με θέματα που επιστημονικώς δεν εμπίπτουν στα ενδιαφέροντά μου. Ξέρω ότι έχει οικογένεια, μάλιστα το δεύτερο παιδί της το έκανε πρόσφατα. Θυμάμαι ότι όταν παρατήρησα ότι ήταν έγκυος σχεδόν κόντευε να μπει στο μήνα της· ακόμα και η εγκυμοσύνη της ήταν χαμηλών τόνων.
Σήμερα όμως κάθεται απέναντί μου την ώρα του μεσημεριανού φαγητού και τη βλέπω πως είναι «κάπως». Στη χλωμή επιδερμίδα της έχει προστεθεί ένας τόνος ροζ· με όρους μεσογειακούς πρέπει να είναι πολύ «τσιτωμένη». Οι βολβοί των ματιών της περιφέρονται με ταχύτητα σε διαφορα σημεία, και το σιδερωμένο της καθημερινό χαμόγελο απουσιάζει, καθώς τα ήδη λεπτά χείλη της έχουν σφιχτεί μέχρι εξαφανίσεως. Δίπλα της κάθεται η νεαρή επισκέπτρια από την Αργεντινή που την παρατηρεί νομίζω με την ίδια απορία εντοπίζοντας κι εκείνη το «κάπως». Συζητάνε χαμηλόφωνα για ένα πρότζεκτ και μια συνάντηση που εκκρεμεί, αλλά η Ολλανδέζα έχει εμφανώς το μυαλό της αλλού και κάποια στιγμή αρχίζει περισσότερο να μονολογεί παρά να απευθύνεται στη μικρή, λέγοντας πάνω κάτω τα εξής:
«Ναι, πρέπει να δούμε αυτό το θέμα, κανονικά έπρεπε να κάνουμε το meeting χτες, αλλά χτες δεν ήταν καλή μέρα... Δηλαδή ήταν πολύ περίεργη μέρα, ξεκίνησε πολύ καλά και εξελίχθηκε περίεργα... Το πρωί μίλησα με μια φίλη μου· είχε μόλις γεννήσει ένα αγοράκι. Πάντα ήθελε ένα αγοράκι, το πρώτο της παιδί ήταν κοριτσάκι και τώρα χάρηκε πολύ και χάρηκα κι εγώ μαζί της. Αλλά δεν πρόλαβα να της μιλήσω γιατί εκείνη την ώρα ερχόντουσαν τα πεθερικά να τη δουν και της είπα ότι θα την ξαναπάρω αργότερα. Μετά πήρα τηλέφωνο τη μαμά μου, που είχαμε κανονίσει να πάμε να δούμε τη γιαγιά το απόγευμα, να της πω ότι επειδή ήθελα να πάω να δω τη φίλη μου που μόλις γέννησε, μήπως να αναβάλλουμε την επίσκεψη για σήμερα. Μου είπε να μην ανησυχώ, διότι η γιαγιά είχε μόλις πεθάνει, δε χρειαζόταν να την επισκεφτούμε πια.»
Είπα κάτι σαν «συλληπητήρια» αλλά δε με πρόσεξε· συνέχισε να μιλάει περίπου μονολογώντας.
«Η γιαγιά ήταν πολύ μεγάλη και άρρωστη χρόνια, δεν ήταν απρόσμενο ότι πέθανε. Αλλά είναι περίεργο, ένας άνθρωπος ήρθε κι ένας έφυγε και εγώ άκουσα και τα δύο πράγματα την ίδια στιγμή σχεδόν. Μετά έπρεπε να κάνουμε το meeting, κι η κόρη μου ήταν άρρωστη και γκρίνιαζε αλλά εγώ έπρεπε να έρθω εδώ, ο άντρας μου έλειπε, η αδελφή μου είναι στην Ιαπωνία, έπρεπε να πάω στη μαμά μου και να είμαι κοντά της, έπρεπε να πάρω το γιο μου από το σχολείο, έπρεπε να είμαι ήρεμη και χαρούμενη στα παιδιά, και καλή κόρη και καλή συνάδελφος και δεν ξέρω τι άλλο, κι εγώ το μόνο που ήθελα το πρωί ήταν να πάρω τηλέφωνο τη φίλη μου να της ευχηθώ για το μωρό της και να της πάω ένα δωράκι, αλλά δε γινότανε γιατί πρέπει να γίνεις χίλια κομμάτια και να είσαι αυτό κι εκείνο και παντού όλες τις ώρες κι όλες τις μέρες.»
Κοίταχτήκαμε με τη νεαρή Αργεντινή. Η Ολλανδέζα συνέχισε να λέει για την αρρώστια της γιαγιάς της και για τα χρόνια που πέρασε περιορισμένη ουσιαστικά σε ένα δωμάτιο, με επισκέψεις συγγενών που δεν πολυκαταλάβαινε στο τέλος ποιοί ήταν. Μιλούσε με ήρεμη, χαμηλή φωνή, χωρίς εντάσεις, σα να διηγιόταν μια ιστορία που αφορούσε κάτι μακρινό και να την έλεγε όχι σε εμένα ή στη μικρή αλλά σε κάποιο φανταστικό ακροατή που βρισκόταν πιο πέρα, πίσω από τον τοίχο της καντίνας. Σιγά σιγά όμως ξανάπαιρνε το χλωμό χρώμα της καθημερινότητάς της καθώς μιλούσε· κάποια στιγμή έκανε μια παύση και πήρε μια ανάσα κοιτάζοντας το πιάτο της. Ύστερα είπε:
«Ήθελα απλώς να πάω ένα δώρο στη φίλη μου που γέννησε.»
Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα σιωπής. Μετά ξαναφόρεσε το καθημερινό σιδερωμένο χαμόγελο, γύρισε στη μικρή και της είπε να κανονίσουν το meeting για τη Δευτέρα το μεσημέρι. Η μικρή έγνεψε καταφατικά.
Ύστερα τελειώσαμε το φαγητό μας και σηκώθηκε να πάει ο καθένας στη δουλειά του.
18/11/11
Ημερίδα συστημάτων
Η Πίπη η φακιδομύτη ενώ ετοιμάζεται για μια ημερίδα Βιολογίας Συστημάτων (εικόνα από εδώ).
Αυτή την εποχή ξημερώνει αργά. Κανονικά βέβαια εγώ αρνούμαι να βγω από το κρεβάτι μου πριν βγει ο ήλιος από το δικό του, αλλά σήμερα ήταν μια πιο ειδική περίσταση διότι έπρεπε να βρίσκομαι σχετικά νωρίς σε μια ημερίδα με θέμα τη Βιολογία Συστημάτων. Όσοι δεν είστε ειδικοί στη Βιολογία Συστημάτων μην ανησυχείτε: δεν είναι πολύ διαφορετική από τη σκέτη Βιολογία, οπότε δεν έχετε να φοβάστε και πολλά πράγματα. Όσοι πάλι είστε ειδικοί, καλύτερα να ανησυχείτε: δεν είναι πολύ διαφορετική από τη σκέτη Βιολογία, οπότε ο κάθε πικραμένος θεωρεί ότι αυτοδικαίως μπορεί να θεωρηθεί ειδικός. Άρα έχετε το νου σας, τώρα μάλιστα που τα συστημικά είναι ακόμα πολύ της μοδός, και μπορεί να βρεθεί κανείς στην ίδια ημερίδα να ακούει από το μεταβολικό σύνδρομο και το διαβήτη τύπου 2 μέχρι τη διαχείριση των αποθεμάτων μπακαλιάρου στη Βαλτική. Ως ομοειδή θέματα, εννοείται.
Το Τμήμα μας οργανώνει κάθε χρόνο μια ημερίδα με κάποιο επιστημονικό θέμα, στην οποία συμμετέχουν τέσσερις προσκεκλημένοι ομιλητές από άλλους ερευνητικούς οργανισμούς αλλά και εκπρόσωποι των ερευνητικών ομάδων του ίδιου του Τμήματος που αναφέρονται στα αποτελέσματα της δουλειάς τους. Κατά κανόνα οι απέξω είναι σχετικοί με το αντικείμενο (αφού ως προς τη συνάφειά τους επιλέγονται) αλλά οι από μέσα έχουν ο καθένας το δικό του θεματάκι, το οποίο δεν ταιριάζει υποχρεωτικά με το γενικό. Πριτς... Δεδομένου ότι η ημερίδα είναι ένα είδος ερευνητικής πασαρέλας στην οποία ο καθένας αισθάνεται την υποχρέωση να κάνει το κομμάτι του, ορισμένοι καλοί άνθρωποι (δικοί μας) βγαίνουν και λένε τα δικά τους όποιο κι αν είναι το υποτιθέμενο θέμα μας. Βιολογία συστημάτων; Κι εμείς μέσα. Μεταγονιδιωματική; Εμείς πρώτοι. Εξελικτική επιστημολογία; Όλα τα σφάζω, όλα τα μαχαιρώνω.
Όταν ζούσα στην Ελλάδα πίστευα ότι αυτές οι συμπεριφορές είναι ίδιον του ανάδελφου έθνους μας, αλλά τώρα που είδα και τους ξένοι από πιο κοντά αντιλαμβάνομαι ότι η ανάγκη για πασαρέλα υπερβαίνει τα εθνικά σύνορα και διαπερνά τις επιστημονικές κουλτούρες και τους ευρύτερους πολιτισμούς. Το Τμήμα οργανώνει κάθε χρόνο την πασαρέλα (με την ευθύνη μιας ομάδας μεταπτυχιακών φοιτητών που κάνουν την οργανωτική επιτροπή) σε μια άιθουσα που βρίσκεται σε ένα διπλανό κτίριο, το οποίο έχει ένα τόσο απίστευτα δαιδαλώδες σύστημα διαδρόμων που χρειάζεσαι το μίτο της Αριάδνης για να βρεις πού να πας. Με τα πολλά βέβαια το βρήκα, ακολουθώντας ένα μπουλούκι εξίσου χαμένων επιστημόνων και φοιτητών, την ώρα που επιτέλους έβγαινε ο ήλιος να μας δει (αλλά δε μας είδε, λόγω της παχιάς ομίχλης που κάθεται αυτές τις μέρες πάνω στις Κάτω Χώρες).
Πάντως περί Βιολογίας Συστημάτων δεν έγινα και πολύ σοφότερος σήμερα, είναι η αλήθεια, παρότι μερικές ομιλίες ήταν σίγουρα ενδιαφέρουσες. Ωστόσο όσο περνούσε η μέρα το πράγμα βάραινε, και από κάποια στιγμή και μετά απεκδύθην τον επιστήμονα που κουβαλάω και άφησα τον εσωτερικό μου μπλόγκερ να κάνει κοινωνιολογικές παρατηρήσεις στα πέριξ, σημειώνοντάς τις με επιμέλεια (στα ελληνικά, μην καρφωθούμε κιόλας) στο τετραδιάκι μου. Αντιπαρήλθα το εντελώς ροζ μαλλί της δεύτερης ομιλήτριας και παρατήρησα με ενδιαφέρον τις τρεις Ινδονήσιες ή Μαλαισιανές ή κάτι τέτοιο φοιτήτριες με τις μαντήλες αριστερά μου, δίπλα στον καθηγητή της Βοτανικής που φορούσε ένα πουκάμισο ωσάν βοτανικό κήπο. Βέβαια ο καλός μου ο προφέσορ φοράει πάντα κάτι τέτοια χαρούμενα, δεν τον έχει δει κανείς ποτέ με μονόχρωμο ή έστω ριγέ, και κατά καιρούς μου δημιουργείται η απορία από πού ψωνίζει πουκάμισα. Άλλα έχουν λουλουδάκια (όπως το σημερινό), άλλα καρδούλες, άλλα λαχουράκια, μπορεί και καμμιά βουκαμβίλια ολότελα. Τον συμπαθώ όμως, διότι έχει μακρύ μαλλί με μπούκλες σαν το δικό μου, αν και ξανθό. Στην Πορτογαλία προσπαθούσαν να με πείσουν ότι μακριά μαλλιά έχουν μόνο οι χεβιμεταλλάδες κι αυτοί όχι μετά τα δεκάξι· ο λουλουδάτος προφέσορ είναι η ζωντανή απόδειξη για το αντίθετο.
Ωστόσο δεν είναι ο χειρότερα ντυμένος της παρέας, καθώς δεξιά μου έρχεται και κάθεται μια φραμπαλάτη προπτυχιακή φοιτήτρια που πρωτοσυνάντησα πρόσφατα, υπό λίγο δραματικές βέβαια συνθήκες. Ήρθε και με βρήκε ένα απόγευμα κατά τις εξίμιση σε κατάσταση σοκ: είχε κλειδωθεί μέσα στο κτίριο και δε μπορούσε να βγει. Για κάποιο περίεργο ολλανδικό λόγο, θεωρείται αυτονόητο ότι μετά τις έξι το απόγευμα δεν υπάρχει άνθρωπος στο κτίριο, οπότε η θυρωρός φεύγει και η πόρτα κλειδώνει. Οι εργαζόμενοι έχουμε κάποιες ηλεκτρονικές κάρτες που μπορούν να την ανοίξουν (κι αυτό μέχρι τις έντεκα το βράδι, όχι περισσότερο), οπότε η φουκαριάρα η κοπέλα έψαχνε να βρει άνθρωπο να της ανοίξει για να βγει. Για τον ίδιο περίεργο ολλανδικό λόγο, δεν υπήρχε κανείς διαθέσιμος, εκτός του ξεχασμένου Έλληνα (και δη Καριώτη, αλλά άντε να εξηγήσεις τι θα πει αυτό...) στον τρίτο όροφο, ο οποίος στις έξι η ώρα βλέπει ακόμα πολύ μέλλον στη μέρα του.
Η κοπέλα με αναγνωρίζει και μου ψευτοχαμογελάει. Έχει ένα από τα πιο επίπεδα και ανέκφραστα πρόσωπα που έχω δει σε γυναίκα, και μάλλον κάπως θα της το έχουν επισημάνει καθώς όλα τα άλλα απάνω της διεκδικούν την προσοχή. Φοράει ένα περίεργο πλεκτό με σχέδια που παραπέμπουν σε προκολομβιανό πολιτισμό ή σε τελετές μαύρης μαγείας. Έχει προσθέσει ίσαμε τρία κιλά εξτένσιον (σε μαλλί κεραμιδί χρώματος), ένα σκουλαρίκι στο φρύδι, και άφθονα χαϊμαλιά. Εστιάζω στο βιβλίο που βγάζει και αρχίζει να διαβάζει αδιαφορώντας ηχηρά για τις ομιλίες που εναλλάσσονται. Λέγεται "the vegan freak" και εξηγεί τα καλά του να μην τρως τίποτα ζωικό. Αναρωτιέμαι ποιο το νόημα της παρουσίας της (όλη την ώρα διαβάζει το βιβλίο) μέχρι που κάποιος από τους οργανωτές επισημαίνει ότι οι φοιτητές για να πάρουν τις μονάδες που χρειάζονται πρέπει να γράψουν περιλήψεις για έξι τουλάχιστον ομιλίες. Αυτό εξηγεί γιατί υπάρχει τόσο μαζική φοιτητική συμμετοχή, και εν μέρει ερμηνεύει και γιατί με τη συμπλήρωση των έξι πρώτων ομιλιών το κοινό αρχίζει και αραιώνει.
Προσπαθώ να συγκεντρωθώ στην έβδομη ομιλία που είναι αρκετά ενδιαφέρουσα όταν ακούω την Κινέζα από την από πίσω σειρά να λέει στα κινεζοαγγλικά «συγγνώμη, μήπως μπορείτε να βγάλετε το καπέλο γιατί δε βλέπουμε;» Γυρίζω δεξιά και βλέπω ότι η ανέκφραστη vegan έχει φορέσει κάτι σαν καπέλο (ή μάλλον πρόκειται για την κουκούλα του προκολομβιανού ενδύματος) που φέρνει σε ριγέ καπελάκι μάγισσας, ενώ διαβάζει εμβριθώς. Η εικόνα φαντάζομαι ότι θα είναι συγκλονιστικά για γέλια άμα τη δει κανείς άξαφνα, σα να προσγειώθηκε η Μάτζικα ντε Σπελ ανήμερα το Halloween σε επιστημονικό συνέδριο δυο θέσεις δίπλα σε φορητό βοτανικό κήπο, αλλά το γεγονός ότι βρίσκομαι εγώ ανάμεσά τους με προβληματίζει κάπως για το συνολικό ταμπλώ βιβάν και κρατιέμαι ψύχραιμος. Άλλωστε και οι υπόλοιποι είναι πολύ σοβαροί γύρω γύρω, Ινδονήσιες πιστές μουσουλμάνες και ελαφρώς αγανακτισμένες Κινέζες. Η vegan πάντως κατεβάζει το καπελάκι την ίδια στιγμή που η ομιλία τελειώνει και το κοινό ξεσπάει σε χειροκροτήματα. Για την ομιλία, εννοείται.
Ακολουθούν ερωτήσεις στην όντως ενδιαφέρουσα ομιλία. Ο ένας ρωτάει αυτό κι ο άλλος το άλλο, κι ένας μεσήλιξ κύριος, κάθιδρος και κατακόκκινος, κρατάει το χέρι σηκωμένο περιμένοντας για αρκετή ώρα να του δοθεί ο λόγος. Στο τέλος ο προεδρεύων, ένας Γερμανός υποψήφιος διδάκτωρ, του παραχωρεί το λόγο και ο κύριος αντί άλλης ερώτησης, λέει:
- Μήπως μπορείτε να ανοίξετε καμιά πόρτα να μπει λίγος αέρας; Έχουμε σκάσει εδώ.
Ο προεδρεύων διαβεβαιώνει ότι μπορούν να ανοίξουν όχι μόνο την κάτω πόρτα της αίθουσας, αλλά και την πάνω έξοδο κινδύνου ώστε να κάνει ρεύμα. Μια κοπέλα πάει να ανοίξει την έξοδο κινδύνου και αυτομάτως αρχίζει να χτυπάει ο συναγερμός, ένας διαπεραστικός άθλιος ήχος που τους στέλνει όλους έξω κακήν κακώς με τα χέρια στα αυτιά (πλην ενός γνωστού μπλόγκερ που επειδή είναι κουφός μονόπλευρα κρατάει το αριστερό αυτί μόνο και στο δεξί χέρι έχει τον καφέ του). Κάποιος γενναίος πάει μέχρι τη χάι-τεκ έξοδο κινδύνου και στουμπώνει ένα χαρτομάντηλο στο γλωσσίδι. Η χάι-τεκ πόρτα πείθεται ότι είναι κλειστή πλέον και ο συναγερμός το βουλώνει προσώρας, ενώ φρέσκια ομίχλη έρχεται απέξω να ανανεώσει τον αέρα. Αλλά στο μεταξύ οι μισοί φοιτητές και βάλε την κάνουν με ελαφριά πηδηματάκια (και η vegan με το μαγικό σκουφί μαζί) και μένουμε οι αυστηρά επιστήμονες να συνεχίσουμε την ημερίδα.
Συνεχίζω τις κοινωνιολογικές παρατηρήσεις κοιτάζοντας τις χαριτωμένες Ισπανίδες που παίζουν με τα μαλλιά τους, για την ακρίβεια η μία με τα μαλλιά της άλλης. Εκείνη τη στιγμή όμως ανεβαίνει στο βήμα η Πίπη η Φακιδομύτη αυτοπροσώπως. Βέβαια κανονικά δεν τη λένε ακριβώς έτσι, αλλά είναι προφανές ότι κάνει ό,τι μπορεί για να μοιάσει στην ηρωΐδα της Άσντριντ Λίντγκρεν. Τη βλέπω καιρό τώρα στο Πανεπιστήμιο και πάντα ήθελα να πάω να της μιλήσω, καθώς έχει την πιο απίστευτα συμπαθητική φατσούλα που έχω δει σε Ολλανδέζα όσο είμαι εδώ, με τεράστια βέβαια πυκνότητα φακίδων ανά τετραγωνικό εκατοστό, αλλά με γλυκύτατο χαμόγελο, έστω κι αν αποτελείται από πολύ αραιά δόντια.
Ο προεδρεύων (έτερος) την προλογίζει και η Πίπη αρχίζει να μιλάει μικροβιολογικά και να μεταφέρει ιόντα νατρίου και καλίου σε διαφορετικές πλευρές μιας κυτταρικής μεμβράνης, κι εγώ έχω μείνει να τη χαζεύω καθώς σήμερα είναι διαφορετική από τις άλλες μέρες. Φοράει μια σχετικά απλή μαύρη πουκαμίσα και ένα ασορτί παντελόνι, χωρίς τις παστελ κάλτσες και τα διαλυμένα τζην που κυκλοφορεί συνήθως. Μόνο τα (κάμπερ;) παπουτσάκια της έχουν κάτι από το κοριτσιστικοπαραμυθένιο της καθημερινότητάς της. Σήμερα επίσης έχει κάνει τα μαλλιά της πολλά μικρά κοτσιδάκια, χωρίς τα πληθωρικά εξτένσιον που είχε άλλοτε. Μιλάει με επιστημονική αυστηρότητα για τα ιόντα της, κι εγώ αναρωτιέμαι αν είναι πάνω από σαράντα κιλά - και πολλά λέω. Είμαι μεγάλος φαν της Πίπης, τόσο πολύ που αν και δε συγκρατώ τίποτα από την ομιλία της, δε χορταίνω να τη βλέπω καθώς απαντάει στις ερωτήσεις του κοινού, με τα κοτσιδάκια να τραμπαλίζονται γύρω από το πρόσωπό της. Χειροκροτάω ανυπόκριτα στο τέλος.
Τη βρίσκω στο διάλειμμα και της δίνω συγχαρητήρια· μου χαμογελάει καλωσυνάτα. Στο τέλος της ημερίδας ψάχνω να την ξαναπετύχω στη δεξίωση που ακολουθεί, αλλά είναι εξαφανισμένη. Κάθομαι με την Πορτογαλίδα και τις δύο Ισπανίδες που συζητάνε για κρασιά και άλλες αλκοόλες, και δράττομαι της ευκαιρίας να ρουφήξω δυο ποτηράκια επιτόπου, μασουλώντας και κάτι τυρομπουκίτσες με καρφωμένα ολλανδικά σημαιάκια. Τα κορίτσια αποφασίζουν να βγουν έξω για τσιγάρο, κι εγώ κουβεντιάζω λίγο με το Γερμανό προεδρεύοντα που είχε τη φαεινή ιδέα να ανοίξουμε την έξοδο κινδύνου, σχετικά με τους κινδύνους του επαγγέλματος του προεδρεύοντος. Ύστερα παίρνω τα υπάρχοντά μου και βγαίνω από το δαιδαλώδες κτίριο από την ακόμα ανοιχτή έξοδο κινδύνου, που βγάζει ακριβώς στη στάση του λεωφορείου. Είναι πια σκοτάδι έξω.
Αυτή την εποχή νυχτώνει νωρίς.
Σ.Σ. «Είναι όλα σχετικά, έτσι θα λες γιατί οι προσωπικές σχέσεις είναι λίγο παράξενο θέμα και δεν καταλήγεις ποτέ σε ηθικό δίδαγμα» μου έγραψε η Δ. όταν της είπα ότι γράφω μια ανάρτηση με την Πίπη τη φακιδομύτη αλλά χωρίς ηθικό δίδαγμα, και φυσικά η δήλωση αυτή δεν έχει καμμία σχέση με όλα τα παραπάνω, αλλά μου φάνηκε μεγαλοφυές για ηθικό δίδαγμα εν γένει και της υποσχέθηκα ότι θα κλείσω την ανάρτηση με αυτό. Αν κατάφερνα να το συνδυάσω και με Βιολογία Συστημάτων, θα είχα κλείσει ως μπλόγκερ, αλλά ευτυχώς έχουμε ακόμα λίγο μέλλον.
Την εικόνα ριγέ καπελάκιου μάγισσας τη βρήκα εδώ.
6/11/11
Κορμός μωβ οξιάς
Φθινοπωρινές εικόνες την ώρα που δύει ο ήλιος, έξω από το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας του Λέιντεν.
Ξύπνησα πάλι με το κεφάλι καζάνι, αλλά τουλάχιστον αυτή τη φορά δεν έφταιγε κανένα αλκοολικό παρασκεύασμα αλλά αυτή η ίωση που εξελίσσεται. Από την Παρασκευή είχα μια περίεργη διάθεση, μια ελαφριά ζάλη, που δε μου την προκαλούαν μόνο οι ντρίμπλες και οι κωλοτούμπες της ελληνικής πολιτικής τάξης (χρησιμοποιώ τον όρο τάξη κάπως καταχρηστικά, εννοείται) αλλά φαινόταν να έρχεται κάπου από μέσα. Σάββατο πρωί ξύπνησα με πρησμένο λαιμό και περίλυπος: έχω κόψει την τηλεόραση εδώ και καμμιά δεκαετία και λείπω από την Ελλάδα ήδη ενάμιση χρόνο, οπότε το ότι ξενύχτησα βλέποντας Βουλή (και καπάκι τα πολιτικά σχόλια διαφόρων πεφωτισμένων-μη-χέσω καλεσμένων μιας πλατινέ ξανθιάς κυρίας) στην ιντερνετική μετάδοση ενός ελληνικού τηλεοπτικού σταθμού ήταν πιο ισχυρό σοκ από όσο μπορούσα να αντέξω. Σήμερα μία από τα ίδια, μόνο που ο λαιμός έχει υποχωρήσει κάπως και αντ' αυτού έχει μπουκώσει η μύτη μου.
Εξοπλίζομαι με παστίλιες, τσάι με μέλι, βιταμίνες (δεν κάνουν τίποτε, αλλά λίγο placebo δε βλάφτει) και χαρτομάντηλα για το κρύωμα, εξοπλίζομαι και με υπομονή για τον ορυμαγδό της βλακείας, και περιέρχομαι πάλι τις ιστοσελίδες και τα μπλογκ. Σκέφτομαι μερικούς ως φιγούρες του θεάτρου σκιών, που περιφέρονται σε μια φωτεινή οθόνη αλλά κινούνται ως νευρόσπαστα από κάποιον αθέατο καραγκιοζοπαίχτη. Δεν υποννοώ καμμία θεωρία συνομωσίας κατ' ανάγκην (δεν τις επικαλούμαι πριν μου τελειώσουν οι άλλες ερμηνείες), αλλά μένω κατάπληκτος από τις θεαματικότατες κωλοτούμπες και τη μνήμη του χρυσόψαρου: καλά, αυτός που μας τα λέει τώρα άσπρα, προχτές δε μας τα έλεγε μαύρα; Καταπίνω γουλίτσες ζεστό τσάι και στοιβάζω μεταχειρισμένα χαρτομάντηλα διαβάζοντας δηλώσεις και αναλύσεις εκπληκτικής ρηχότητας, φτηνιάρικη δήθεν επιχειρηματολογία και αφόρητα κλισέ.
Σκέφτομαι να πάρω προληπτικά καμμιά ασπιρίνη, όχι για τον πυρετό που δεν έχω, αλλά για τον πονοκέφαλο που εικάζω ότι θα μου προκαλέσει ο στόμφος, η αμετροέπεια και το θράσος ορισμένων. Βέβαια φταίω κι εγώ, που αν και ποτέ δεν ήμουν φίλα προσκείμενος στην παρούσα πολιτική τάξη (ρέπω κατά τι προς την αταξία, μάλλον) έχω την απαίτηση τα μέλη της να συγκροτούν επιχειρήματα με κάποια εσωτερική συνοχή. Δεν εννοώ να συμφωνούν με τις απόψεις μου (άλλωστε ώρες ώρες ούτε εγώ ο ίδιος δε συμφωνώ με τις κατά συνθήκη απόψεις μου), αλλά να λένε κάτι που να έχει μια (δική τους, έστω) δομημένη λογική. Αντ' αυτού εκσφενδονίζονται κάτι κοτρώνες (και μάλιστα από θεωροούμενους σοβαρούς) και σα να μην έφτανε αυτό έχω και μερικούς κατά τεκμήριο ευφυείς φίλους που ψελλίζουν κάτι σαν «ε, τι να κάνουμε τώρα...». Να βάλουμε τις φωνές ρε παλληκάρια αν μη τι άλλο, τουλάχιστον να καταστεί σαφές ότι δεν είμαστε ντιπ ηλίθιοι.
Φτιάχνω βουναλάκια από χαρτομάντηλα και παρατάω προσώρας το διαδίκτυο. Έξω το φθινόπωρο προχωράει· τα δέντρα ρίχνουν τα φύλλα τους που κάνουν ένα παχουλό χαλί στα τουβλο-πλακάκια των πεζοδρομίων. Την περασμένη βδομάδα βγήκα για ένα μικρό φωτογραφικό σαφάρι στη γειτονιά, φωτογραφίζοντας διάφορα σημεία που περνάω καθημερινά, ώστε να τα έχω αποτυπωμένα τώρα που ετοιμάζομαι να τα μαζέψω από την πόλη. Πήγα για πρώτη φορά μέχρι το Burcht απέναντι, ένα τοπικό αξιοθέατο που δεν είχα καταδεχτεί ποτέ ως τώρα να επισκεφτώ ακριβώς επειδή το βλέπω όλη μέρα από το παράθυρό μου. Αυτή τη φορά φωτογράφισα το σπίτι από τις πολεμίστρες και το παρκάκι που αποτελούν την καθημερινή μου θέα, σημαδεύοντας ακριβώς το παράθυρο με τα μισοκατεβασμένα στόρια κάτω από τη σκεπή από όπου γράφω. Αναρωτήθηκα αν θα βρεθώ ποτέ ξανά σε αυτή τη θέση, να δείχνω σε κάποιον μελλοντικό συνομιλητή ότι «να, εκεί ζούσα». Στα προηγούμενα σπίτια που έζησα δεν ξαναπήγα ως τώρα, πάντως.Από το παρκάκι μπροστά στο Burcht κοιτάζοντας μέσα από τα φυλλώματα ένα από τα παράθυρα που βρίσκονται στη σκεπή· το δικό μου.
Ξαναπερνάω μια βόλτα από τις ιστοσελίδες, προσπερνώντας βιαστικά στιγμές αγωνίας, ραγδαίες εξελίξεις, καταιγιστικές ανατροπές και άλλα ηχηρά παρόμοια. Κυριακή, κοντή γιορτή, σκέφτομαι, και ρουφάω τις τελευταίες γουλιές από το τσάι που έχει πια κρυώσει. Δεν αντέχω να ξανανοίξω ελληνικό τηλεοπτικό κανάλι, φοβούμενος το βουνό της κοινοτοπίας που θα πέσει να με πλακώσει. Αντ' αυτού επιστρέφω στις φθινοπωρινές φωτογραφίες του Λέιντεν και των περιχώρων, και σταματάω σε ένα «γλυπτό» που έχω τραβήξει σε διαφορετικές χρονικές στιγμές από διαφορετικές γωνίες. Με την πρώτη ματιά δε μοιάζει καλλιτέχνημα, μοιάζει με περίεργα κομμένος κορμός ενός γέρικου δέντρου: από μέσα έχει πλαναριστεί και είναι εντελώς λείο και κυλινδρικό, και απέξω έχει μείνει φυσικό, ροζιασμένο, με λειχήνες και αρχές αποσύνθεσης.Κορμός μωβ οξιάς κατεργασμένος από τον Frans de Wit και εκτεθειμένος στο χρόνο και τη φθορά έξω από την είσοδο του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας.
Περνούσα για πολύ καιρό από κει, μέχρι να προσέξω την ταμπέλα που εξηγούσε την ιστορία. Σύμφωνα με αυτήν, το δέντρο είναι μωβ οξιά (Fagus sylvatica, ποικιλία 'atropunicea'), που ξεριζώθηκε σε ηλικία 180 ετών. Μέχρι το 1987 κοσμούσε την είσοδο του Βοτανικού Κήπου του Λέιντεν, αλλά η καταστροφή των ριζών του από ένα μύκητα το κατέστησε ασταθές και επικίνδυνο για τον κόσμο που περνούσε από εκεί. Ο γλύπτης Frans de Wit (1942-2004), κάτοικος Λέιντεν, κατασκεύασε από τον κορμό τα δύο γλυπτά με το λείο κυλινδρικό εσωτερικό, θέλοντας ακριβώς να αναδείξει την αντίθεση ανάμεσα στη φυσική και την τεχνητή επιφάνεια. Ο κορμός κατατρώγεται σιγά σιγά από μύκητες του ξύλου· στο τέλος, δεν πρόκειται να απομείνει τίποτα απ' αυτόν.
Σκέφτομαι ότι το δέντρο φύτρωσε το 1807· λίγα χρόνια νωρίτερα από τότε που φύτρωσε η (νεο)ελληνική ανεξαρτησία. Ελπίζω πάντως αυτή η τελευταία να διαρκέσει κάπως παραπάνω, αν και είμαι βέβαιος ότι διάφοροι μύκητες την κατατρώγουν, προσποιούμενοι ενίοτε τους ηγέτες, τους σωτήρες ή και τον απλό κόσμο που κοιτάει απλώς τη δουλίτσα του. Ύστερα κάνω άλλη μια βόλτα στα μπλογκ, προσπερνώντας τα σχόλια για προδότες (τίνος;) και κρεμάλες, τις ευκολίες διαφόρων ξεκούραστων ερμηνειών της κακοδαιμονίας μας δεξιά κι αριστερά, τη χτεσινή νίκη του Θρύλου και το αναμενόμενο βραδινό ντέρμπι στο ΟΑΚΑ ή ίσως στο προεδρικό μέγαρο. Στην υγρασία της ολλανδικής πεδιάδας και στην αθηναϊκή ξηρασία, οι μύκητες συνεχίζουν αργά-αργά το έργο τους.
Καραμελίτσα για το λαιμό, φύσηγμα μύτης και υπομονή, θα περάσει. Έτσι κι αλλιώς στο τέλος δεν πρόκειται να απομείνει τίποτα. Άντε κανένα έργο τέχνης για λίγο καιρό· ύστερα θα ξεχαστούν όλα.
