ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο - Γιάννενα


2/9/15

Almost egg stories 2015

Λίγο πριν συμβεί το μοιραίο, με τοστάκι σήμα κατατεθέν και ασορτί λεμονάδα Ικαρίας, στον τόπο που λαμβάνουν χώρα οι περισσότερες από τις ιστορίες.


Πριν πολλά πολλά χρόνια όταν στον Εύδηλο υπήρχαν ακόμα πολλά ζητήματα υποδομών (που ακόμα υφίστανται, αλλά σε κάπως μικρότερο βαθμό), είχε συσταθεί μια τριμελής επιτροπή από πεντέξι άτομα (δηλαδή ήταν πεντέξι αρχικά, αλλά εν τέλει έμειναν οι τρεις) για να διευθετήσει το ζήτημα της παροχής νερού στον οικισμό από την πηγή της Αλάμας στην Ακαμάτρα. Οι νόμιμοι κάτοχοι της πηγής (δηλαδή οι Ακαματριώτες) αντιδρούσαν στην ολοένα αυξανόμενη ζήτηση για νερό των Ευδηλιωτών εις βάρος των δικών τους υδρευτικών και αρδευτικών συμφερόντων και συνεχώς υπήρχαν προστριβές, ειδικά τους καλοκαιρινούς μήνες που η ζήτηση νερού στον Εύδηλο αυξανόταν κατακόρυφα λόγω των παραθεριστών. Μέλη της επιτροπής ήταν ο κύριος Γιάννης, σεβάσμιος καθηγητής του Γυμνασίου Ευδήλου, ο καπεταν-Ξένος, εισέτι επιφανές μέλος της Ευδηλιώτικης κοινωνίας, και ο μαστρο-Λίας, επίσης ναυτικός, που αν και προσωρινός κάτοικος Ευδήλου, ως καταγόμενος από την Ακαμάτρα εκπροσωπούσε τα συμφέροντα του χωριού στην επιτροπή. Κάποια στιγμή υπήρξε μια κατ’ αρχήν συμφωνία για παροχή 120 κυβικών ημερησίως και η τριμελής επιτροπή μας είχε ανέβει στην πηγή για να εξασφαλίσει ότι τα συμφωνηθέντα θα τηρηθούν από όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές.

Ο μαστρο-Λίας, ως ειδικότερος επί της μηχανικής των ρευστών (λέμε τώρα...) είχε πατεντάρει ένα σύστημα διανομής με σωλήνες διαφορετικής διατομής που έστελνε διαφορετικές ποσότητες νερού στα δύο δίκτυα ύδρευσης, και με ελάχιστη ανθρώπινη παρέμβαση εξασφάλιζε, κατά τα λεγόμενά του, την ακριβοδίκαιη μοιρασιά ανάμεσα στα δύο χωριά. Οι δύο βεριτάμπλ Ευδηλιώτες ωστόσο δυσπιστούσαν, και ήθελαν πειραματική επιβεβαίωση, οπότε επιτόπου σκαρφίστηκαν έναν αυτοσχέδιο τρόπο μέτρησης όπου η απόδοση του συστήματος διανομής μετριόταν σε αριθμό κουβάδων νερού που οι σωλήνες θα έβγαζαν σε καθορισμένο χρόνο. Αρχίζουν να λοιπόν να μετράνε κουβάδες, τόσοι από δω, τόσοι από κει, αλλά κάποια στιγμή ο καπετάνιος επιχειρεί να αποσπάσει την προσοχή του μηχανικού διηγούμενος ιστορίες από βαπόρια που είχαν κάνει μαζί τύπου «Θυμάσαι μαστρο-Λία, τότε στο Πορτ-Σάιντ που μας είχε πιάσει μια φουρτούνα δέκα μποφώρ», ενώ ταυτόχρονα ο πονηρός καθηγητής δράττεται της ευκαιρίας να βουτήξει δυο κουβάδες από το νερό που αναλογούσε στο ένα χωριό και να τους μεταφέρει στο άλλο με σκοπό να επωφεληθεί κατά τι η γενέτειρά του. Ωστόσο, ο μηχανικός πιάνει την κίνηση με την άκρη του ματιού του (έβλεπε καλά ακόμα τότε) και στρεφόμενος αφήνει κατά μέρος το Πορτ-Σάιντ και τσακώνει τον καθηγητή στα πράσα.

- Πού τους πας κουμπάρε τους κουβάδες;

Κι ο ετοιμόλογος καθηγητής απαντά:

- Για σένα τους παίρνω, κουμπάρε, μια και είσαι Ακαματριώτης αλλά το σπίτι σου είναι στον Εύδηλο, να παίρνεις λίγο νεράκι ακόμα από το χωριό σου να δροσίζεσαι.

(Σ.Σ. ...αλλά δεν τον τουμπάρανε.)

- . - . -

Πολλά χρόνια αργότερα, ο εν λόγω μαστρο-Λίας έχει αγοράσει ένα τραπέζι και έξι καρέκλες από την Αθήνα για το σπίτι του στον Εύδηλο, και αναθέτει λόγω εντοπιότητας τη μεταφορά τους σε γνωστή οικογένεια καλόβολων μεταφορέων από τις Ράχες, αντιπαρερχόμενος τη φήμη ότι ενίοτε χάνουν πράγματα κατά τη μεταφορά λόγω υπερβολικής καριωτίλας. Λίγες μέρες αργότερα, οι μεταφορείς καταφθάνουν στον Εύδηλο με τις έξι καρέκλες και το σώμα του τραπεζιού, τα αποθέτουν στο σπίτι του μαστρο-Λία, ο οποίος κοιτάζει και ξανακοιτάζει, μετράει και ξαναμετράει, και στο τέλος ρωτάει:

- Και πού είναι τα πόδια;
- Ποια πόδια;
- Τα πόδια του τραπεζιού.
- Μα ‘εν μού ‘δωκες πόδια.
- Βρε παλαβός είσαι; Πώς δε σου έδωσα πόδια; Κατάχαμα θα ακουμπάει το τραπέζι;
- ‘εν ξέρω είντα λες, πάντως πόδια ‘εν μού ‘δωκες. Ό,τι μού ‘δωκες το ήφερα.


Περίλυπος ο μαστρο-Λίας αφήνει την επιφάνεια του τραπεζιού κατάχαμα και καταριέται την ώρα και τη στιγμή που εμπιστεύτηκε τους εν λόγω συμπατριώτες, ωστόσο την επόμενη μέρα που ξυπνάει να πιει καφέ βρίσκει τα ελλείποντα πόδια αφημένα στην εξώπορτα. Περιχαρής μοντάρει το τραπέζι, ακουμπάει και τον καφέ απάνω, και παίρνει τηλέφωνο το μεταφορέα.

- Τα βρήκες τα πόδια τελικά, ε;
- Βρε είντα πόδια; Σού ‘πα και χτες πως πόδια ‘εν μού ‘δωκες.
- Πάψε βρε παραβάτη, και πώς βρέθηκαν σήμερα όξω αφ’ την πόρτα;
- Ε, πόδια είναι, πορπατούνε, πήραν το δρόμο κι ήρκουνταν μόνα τους. Πάντως εμένα πόδια ‘εν μού ‘δωκες.


- . - . -

Μια καριωτοπαρέα κάθεται στο καφενείο του Αυγά και διηγείται σκυλοϊστορίες με αφορμή το σκύλο ενός από τα μέλη που λαγοκοιμάται στα πόδια του αφεντικού του. Στο διπλανό τραπέζι ατενίζει το υπερπέραν ένας μοναχικός τύπος που πίνει μια μπύρα με ύφος και εμφάνιση εντελώς τελειωμένο από τα πιώματα και τις καταχρήσεις, πλήρως αδιάφορος για οτιδήποτε συμβαίνει γύρω του. Κάποια στιγμή η διήγηση δίπλα φτάνει σε ένα περιστατικό όπου ο σκύλος έχει εντοπίσει μικροσκοπική σκυλίτσα σε οίστρο εν μέσῃ πλατεία, της κάνει ωμή σεξουαλική επίθεση σηκώνοντας τον κόσμο στο πόδι, και τα σκυλιά καταλήγουν να έχουν κατά το κοινώς λεγόμενο «κολλήσει» εν μέσω γενικού χαμού, οπότε για να τα ξεκολλήσουν οι παρευρισκόμενοι αναγκάζονται να τα καταβρέξουν με έναν κουβά νερό.

Και τότε άξαφνα βγαίνει από τη νιρβάνα του ο τελειωμένος και ακούγεται να λέει χαμηλόφωνα αλλά ευκρινώς:

- Πω, πωωω ρε φίλε... Ας μου τύχαινε κι εμένα κι ας με μπουγελώνανε, δεν πειράζει...

- . - . -

Στο ίδιο καφενείο, κάποια στιγμή αρκετά προχωρημένης νύχτας, μια πελάτισσα μπαίνει βιαστική στον προθάλαμο των αποχωρητηρίων και εντοπίζοντας (πράγμα αρκούντως σπάνιο για τα δεδομένα του μαγαζιού) την πόρτα της τουαλέτας των γυναικών όχι μόνο ξεκλείδωτη αλλά και μισάνοιχτη μπουκάρει με φόρα μόνο και μόνο για να αντιμετωπίσει έκπληκτη το παγωμένο βλέμμα μιας άλλης πελάτισσας που έχει ήδη καταλάβει το χώρο καθήμενη ήδη στη λεκάνη (και ενδεχομένως έχει αφήσει την πόρτα μισάνοιχτη λόγω προβληματικού φωτισμού). Οι δυο γυναίκες κοιτάζονται αμήχανα για κάτι ανθυποκλάσματα του δευτερολέπτου και τότε το παγωμένο βλέμμα λέει στο έκπληκτο με μια φωνή σταθερή μεν αλλά πιο ψυχρή κι από κατάψυξη:

- Ξέρετε, θα προτιμούσα να μείνω μόνη.

- . - . -

Αξιόπιστες πηγές αναφέρουν (αν και μόνο ένας Θεός ξέρει πώς ακριβώς έγιναν τα πράγματα) ότι πριν πολλά χρόνια στον ίδιο περίπου χώρο, ο (συχωρεμένος πια) ιδιοκτήτης του καφενείου κάθεται ένα απογευματάκι την ώρα που έχει πέσει πια η κίνηση και δεν υπάρχει πελατεία, να παίξει μια παρτίδα τάβλι με ένα φίλο. Κάποια στιγμή στη διάρκεια ενός μάλλον αμφίρροπου παιχνιδιού «φεύγα», εισβάλλει ένας βιαστικός πελάτης κι αρχίζει να παραγγέλνει σε επιτακτικό τόνο έναν καφέ και ναι και όχι αλλά όχι με πολλή ζάχαρη και γρήγορα-γρήγορα. Χωρίς να ξεκολλήσει τα μάτια από το τάβλι ο καφετζής βγάζει από την τσέπη ένα πενηντάρικο (σε δραχμές, τότε), το προτείνει στον πελάτη και του λέει:

- Ε, άμα βιάζεσαι, δεν πα να τον πιεις στο Μπουνία απέναντι; Και κράτα και τα ρέστα.

(Σ.Σ. Το καφενείο του «Μπουνία», νυν Ευθύμη, ήταν το οιονεί ανταγωνιστικό κατάστημα στον Αυγά για πολλά πολλά χρόνια, μέχρι που ξανάνοιξε η Κολοκασού και άνοιξαν και μερικά ακόμα και γίναμε καμπόσοι).

- . - . -

Δυο αρκούντως νεαρές και τρισχαριτωμένες (οπωσδήποτε) κοπέλες που παραθερίζουν για πρώτη φορά στην Ικαρία λίγο πριν το τέλος των διακοπών τους ξανασυναντιούνται με τον Καριώτη φίλο τους που τους έχει δώσει σε ανύποπτο χρόνο κατευθυντήριες γραμμές πού να πάνε και τι να κάνουνε, και κάνουν απολογισμό της εμπειρίας:

- Καλά ε, περάσαμε καταπληκτικά. Μιλάμε πήγαμε παντού. Μέναμε στο Να, αλλά πήγαμε σε ένα σωρό παραλίες, Μεσαχτή, Λιβάδι, Σεϋχέλλες, Φάρο... Βρήκαμε κάτι τύπους στην παραλία και πήγαμε «για λίγο» στο πανηγύρι στο Πλατάνι και βρεθήκαμε να χορεύουμε με τα μαγιώ μέχρι το πρωί. Πήγαμε Ακαμάτρα σε ένα γλέντι, κατεβήκαμε στο Σταύλο σε ένα άλλο γλέντι με κάτι πιτσιρικάδες, γνωρίσαμε κάτι άλλες παρέες και πήγαμε Ράχες μπαρότσαρκα μέχρι το πρωί, μιλάμε ξεχάσαμε τον ύπνο τελείως. Ξενύχτι, γλέντι, και κρασί, και μετά παραλία κι άγιος ο θεός. Τα είδαμε όλα. Το μόνο που δεν είδαμε ήτανε αυτοί οι περίεργοι τύποι που μας είπες ότι υπάρχουν, πώς τους είπες; Ρούβαλοι; Κουρούβαλοι;
- Γκρούβαλοι
, απαντάει ο Kαριώτης. Δεν τους είδατε;
- Όχι, πουθενά.


Και τότε σκύβει ο τύπος προς το μέρος τους και λέει δήθεν συνωμοτικά:

- Κορίτσια, εσείς είστε οι γκρούβαλοι, αλλά εντάξει, μην το πείτε παραπέρα.

- . - . -

Στη συνέχεια της συζήτησης η παρέα παραγγέλνει από ένα (διάσημο πλέον) τοστάκι – σήμα κατατεθέν του μαγαζιού, μόνο που ο Καριώτης, γνωστός κάπως ευτραφής μπλόγκερ διευκρινίζει επιτακτικά ότι το δικό του δεν πρέπει να περιέχει ντομάτα με κανέναν τρόπο. Όντως έρχονται τα τρία τοστ, το ένα χωρίς ντομάτα, και οι νεαρές υπάρξεις ρίχνονται με βουλιμία στο αντικείμενο του πόθου, ωστόσο σε μια αποφασιστική δαγκωματιά η μία πιέζει κάπως υπερβολικά το τοστ της έτσι ώστε ένα ικανού μεγέθους τεμάχιο ντομάτας εκσφενδονίζεται και προσγειώνεται αποφασιστικά πάνω στην (επίσης ικανού μεγέθους) κοιλιά του ιστολόγου. Η κοπέλα σπεύδει να ζητήσει κάτι συγγνώμες, αλλά ο ψύχραιμος Καριώτης απλώς αναστενάζει ελαφρά και στη συνέχεια τσιμπάει το σκαλωμένο τεμάχιο και το καταβροχθίζει με συνοπτικές διαδικασίες. Ελαφρώς σοκαρισμένη η νεαρά καλλονή ψελλίζει:

- Μα νόμιζα πως δε σου αρέσει η ντομάτα.

Και ο ιστολόγος ατάραχος:

- Ε, ήρθε που ήρθε στην κοιλιά μου, ας τη βάλουμε τουλάχιστον στη σωστή πλευρά.

(Σ.Σ. Για τους γνωρίζοντες, ήμπε που 'μπε...)


(Η φετινή χρονιά δεν ήταν και φοβερά κεφάτη οπότε η ετήσια συλλογή ιστοριών ήταν κάπως φτωχή. Εκτός από τις δύο πρώτες που είναι οικογενειακό φολκλόρ, οι υπόλοιπες διαδραματίζονται (ή θα μπορούσαν να είχαν όντως διαδραματιστεί, αν ήταν αληθινές) στο καφενείο του Αυγά στην πλατεία του Ευδήλου, πράγμα που σχεδόν δικαιολογεί τον τίτλο της ανάρτησης. Ο φιλομαθής αναγνώστης μπορεί να ανατρέξει σε παλιότερες ανάλογες ιστορίες που έχουν δημοσιευτεί στο ιστολόγιο,
το 2009 εδώ,
το 2010
εδώ κι εδώ,
το 2011
εδώ
το 2012 εδώ
το 2013 εδώ και
το 2014 εδώ.

Εννοείται ότι φέτος δεν κάνουμε κριτική καλλιτεχνικών εκδηλώσεων μη βρούμε κάνα μπελά πάλι.)


Δεν υπάρχουν σχόλια: