ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


29/1/08

Η κλάση του '22

Ο παππούς γεννήθηκε το 1902 στην τότε Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το 1912 έζησε για λίγους μήνες στην Ελευθέρα Πολιτεία της Ικαρίας και αργότερα στο Βασίλειο της Ελλάδας - όλα αυτά χωρίς να το κουνήσει ρούπι απο το χωριό του, φυσικά. Η φωτογραφία δίπλα είναι από τη θητεία του, έχει ημερομηνία 19/12/1923 και στάλθηκε μάλλον σε κάποια συγγενή ως ενθύμιο (συνηθιζόταν τότε). Με κάποιο τρόπο βρέθηκε ξανά στα πράγματα της οικογένειας από όπου και την ξετρύπωσα. Εδώ βέβαια έχει υποστεί αρκετό ρετούς ώστε να φαίνεται κάπως καλή - η αυθεντική είναι καφετί με μουτζούρες και η μάνα μου την έχει πλέον κορνιζάρει με άλλες φωτογραφίες άλλων παππούδων και γιαγιάδων στο πατρικό μου.

Ωστόσο, σε αντίθεση με τις φωτογραφίες των άλλων που τους δείχνουν όπως ήταν το '60 ή και πιο μετά (μ' άλλα λόγια στην ηλικία που είχαν όντως εγγόνια και έμοιαζαν ακριβώς σαν παππούδες και γιαγιάδες), ο συγκεκριμένος παππούς απεικονίζεται στα εικοσιένα του, κάποιους μήνες μετά το μακρύτερο ταξίδι που είχε κάνει ως τότε: Ικαρία-Πειραιά, κι από κει Σμύρνη-Εσκί Σεχίρ και ξανά πίσω σε μια Ελλάδα όχι πια των πέντε θαλασσών και των δύο ηπείρων, αλλά περίπου (ας με συγχωρήσουν οι Δωδεκανήσιοι) αυτήν που ξέρουμε σήμερα. Η κλάση του κλήθηκε στα όπλα λίγο καιρό πριν την Καταστροφή και στάλθηκε στη Μικρά Ασία ανέτοιμη για πόλεμο, ανεκπαίδευτη, σε ένα μέτωπο που κατέρρεε. Δεν έζησαν και πολλοί απ' αυτούς. Φαντάζομαι ότι όταν τραβήχτηκε η φωτογραφία, 13-14 μήνες αργότερα ίσως να κόντευε πια να απολυθεί, ίσως να είναι τις μέρες της πρώτης Ελληνικής Δημοκρατίας (δεν έχω ψάξει τις ημερομηνίες).

Γύρισε στην Ικαρία, παντρεύτηκε κι έζησε μετά στον Πειραιά, αρχικά φύλακας και μετά κλητήρας στη Λαϊκή τράπεζα (γεγονός που στοίχισε στη γιαγιά μου το παρατσούκλι "τραπεζίτα" αργότερα στο χωριό). Στον Πειραιά τον βρήκε ο πόλεμος του 40, κι όπως περνούσαν οι μήνες και καλούσαν όλο και παλιότερες κλάσεις στην επιστράτευση, περίμενε ότι θα ερχόταν κάποια στιγμή και η σειρά του. Όταν κλήθηκε η κλάση του 23, έκανε τα κουμάντα του, τακτοποίησε υποχρεώσεις, ετοίμασε τα πράγματά του και περίμενε. Αλλά κλήθηκε η κλάση του 21, αυτή του 22 δεν κλήθηκε ποτέ. Από ό,τι φαίνεται, πρέπει να είχαν μείνει τόσο λίγοι που δεν άξιζε πια τον κόπο να τους καλέσουν.

Στην πίσω πλευρά της φωτογραφίας διαβάζω ένα από τα ποιηματάκια του στρατού που φαίνεται πως ήταν δημοφιλή και τότε: "Δεν είναι άλλο να πονεί, άλλο να θανατώ[νει], όπως το ρούχο το χακί που το κορμί [...]λιόνει". Δεν είμαι απόλυτα σίγουρος τι γράφει στο σημείο που δεν φαίνεται, μπορεί να είναι "το λιόνει" ή "το κορμί σου λιόνει" ή ακόμα "τελιόνει". Κάτι κακό είναι πάντως, ακόμα και με όμικρον...

Ως μακρινή ανάμνηση από την παιδική μου ηλικία θυμάμαι την ανάγνωση κάποιου γράμματος που είχε στείλει σε κάποιον συγχωριανό - κάποιες παραγγελίες που ο άλλος του είχε ζητήσει να στείλει από τον Πειραιά στην Ικαρία. Έψαξα να το βρω, αλλά μάταια - φαντάζομαι κάπου θα το 'χει χώσει ο πατέρας μου ως ενθύμιο του δικού του. Ωστόσο, ψάχνοντας σε κάτι συρτάρια με παλιά χαρτιά στο πατρικό μου βρήκα μια δυό ακόμα προπολεμικές φωτογραφίες, καθώς και ένα δυσανάγνωστο πιστοποιητικό θανάτου.

Δεν ξέρω αν έφταιγαν οι συνθήκες της κατοχής - ίσως και όχι. Πάντως ο παππούς έφυγε για να συναντήσει τους άλλους της κλάσης του το 1942, σε ηλικία σαράντα ετών.

Πάνω-κάτω όσο είμαι εγώ τώρα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: