ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο - Γιάννενα


30/6/11

Τι είναι η πατρίδα μας

Τρόικα δημοσίων υπαλλήλων ψάχνει να βρει πού πήγαν τα λεφτά. Από τη σελίδα των Αγανακτισμένων στο facebook, 29/6/2011.

Τι είναι η πατρίδα μας; Μην είν' οι κάμποι;
Μην είναι τ' άσπαρτα ψηλά βουνά;
Μην είναι ο ήλιος της, που χρυσολάμπει;
Μην είναι τ' άστρα της τα φωτεινά;

Μην είναι κάθε της ρηχό ακρογιάλι
και κάθε χώρα της με τα χωριά;
κάθε νησάκι της που αχνά προβάλλει,
κάθε της θάλασσα, κάθε στεριά;

Μην είναι τάχατε τα ερειπωμένα
αρχαία μνημεία της χρυσή στολή
που η τέχνη εφόρεσε και το καθένα
μια δόξα αθάνατη αντιλαλεί;

Όλα πατρίδα μας! Κι αυτά κι εκείνα,
και κάτι που 'χουμε μες την καρδιά
και λάμπει αθώρητο σαν ήλιου αχτίνα
και κράζει μέσα μας: Εμπρός παιδιά!

Iωάννης Πολέμης

25/6/11

Καλοκαίριασμα


Μνήμη Περικλή Χαρβά

Να σας πω ότι τον γνώριζα τον άνθρωπο, ποιος ήταν και τι έκανε, ψέματα θα σας πω. Είχα διαβάσει μικρός μια δισκοκριτική (μέτρια...) για το δίσκο του με τίτλο «Στην άσφαλτο» σε κάποιο περιοδικό, αλλά η πρώτη φορά που τον θυμάμαι καθαρά πρέπει να ήταν με αφορμή μια συναυλία που είχε δώσει στον Εύδηλο, στο λιμάνι, τέλος καλοκαιριού του 1984. Εγώ βέβαια στη συναυλία δεν ήμουν παρών, αν και είδα την προετοιμασία της σκηνής στο μώλο και παρακολούθησα λίγη πρόβα ήχου και λίγο κούρδισμα. Μετά όμως μας μάζεψαν από το σπίτι να ανεβούμε στην Ξανθή, στο συχωρεμένο το θείο μου τον Κώστα, και την κυρίως συναυλία την έχασα.

Αργότερα εκείνη τη νύχτα, έπιασε φωτιά στο ρουμάνι κι έφτασε ως το Ανάκυμα και τη Ράχη. Φύγαμε τρέχοντας από την Ξανθή να πάμε να σβήνουμε· επί της κατασβέσεως συναπαντηθήκαμε με κάμποσους που κατέβαιναν από ένα πάρτυ στην Ακαμάτρα και είχαν πάει κι αυτοί να σβήνουν ντυμένοι με τα καλά τους, καθώς και με άλλους που ανέβαιναν από τον Εύδηλο, προερχόμενοι ακριβώς από τη συναυλία. Μας είπαν ότι όπως έπαιζε το συγκρότημα, η αναλαμπή από τις φλόγες έκανε την εμφάνισή της πίσω από τη σκηνή. Οι μουσικοί έπαιζαν συνεπαρμένοι και στην αρχή δεν καταλάβαιναν γιατί ο κόσμος αρχικά πισωπατούσε, και μετά άρχισε να φεύγει τρέχοντας (τόσο χάλια δεν έπαιζαν, να λέγεται...), μέχρι που κοίταξαν πίσω τους και είδαν το φλεγόμενο βουνό. Η συναυλία τέλειωσε κακήν-κακώς.

Η επόμενη φορά ήταν λιγότερο περιπετειώδης. Πρέπει να ήταν τέλη της δεκαετίας του ‘80 μάλλον. Έπαιζε χωρίς συγκρότημα, ντουέτο με το Σταμάτη τον κιθαρίστα, στην πλατεία αυτή τη φορά. Χωρίς εισιτήριο, εννοείται. Είχε μαζευτεί όλη η μαρίδα μπροστά, και μερικά πιτσιρίκια τρέχανε γύρω γύρω στην υποθετική «σκηνή». Κάποια στιγμή ένα κοριτσάκι δυο-τριών χρονών πήγε και στήθηκε μπροστά του, κοιτάζοντας το κοινό. «Κάνε πιο κει, μπουμπούκα» της είπε χαδιάρικα. Και συμπλήρωσε: «Κατρουλού!». Το μικρό πήγε να το πάρει το παράπονο, αλλά ο καλλιτέχνης άρχισε να παίζει τις πρώτες νότες από το «Ποδαρόδρομος του Ντοκ» και να τραγουδάει τον πρώτο στίχο:

- Είχα κι εγώ μια κατρουλού...

Η μαρίδα ενθουσιάστηκε, ενδεχομένως και το κοριτσάκι. Το υπόλοιπο τραγούδι αναφερόταν μάλλον σε κάποιον προδρομικό γκρούβαλο φυσαρμονικίστα, γνωστό κλοσάρ της εποχής» διάβασα σ’ ένα μπλογκ, χρόνια αργότερα). Κάπου στο τέλος έπαιξε και το «σήμα κατατεθέν» του, ένα τραγούδι που τέλη δεκαετίας του ’60 έβγαλε σε ένα δίσκάκι, σε στίχους του Στέλιου Σταυρινάδη, και λεγόταν «Το καλοκαίριασμα στην Ικαριά». Αν και μουσικά και στιχουργικά δεν κόλλαγε ιδιαίτερα με τα υπόλοιπα (κάπως «ροκάδικα») ακούσματα της βραδιάς, ήταν για προφανείς λόγους το γκραν σουξέ.

Μόνο τότε συνειδητοποίησα από τα συμφραζόμενα ότι ο άνθρωπος είναι Καριώτης. Ρώτησα κάνα δυο μεγαλύτερους, που το επιβεβαίωσαν και μου είπαν ότι είχε μια ορισμένη καριέρα ως τραγουδοποιός, σε μια εποχή που οι τραγουδοποιοί δεν ήταν ακόμα στη μόδα. Τον συναντούσα αργότερα στο υποτυπώδες στούντιο του ΙΚΑΡΙΑ FM, ενός βραχύβιου διαδημοτικού ραδιοφωνικού εγχειρήματος του 1989. Η εκπομπή του ακολουθούσε τη δική μας και κάποιες φορές ξέμενα στο στούντιο και την άκουγα. Όχι τυχαία προφανώς, η εκπομπή λεγόταν «Το καλοκαίριασμα στην Ικαριά», και το μουσικό της σήμα ήταν το ομώνυμο τραγούδι. Κάπου έχω ακόμα τις κασέτες που ηχογραφούσα τότε από το ράδιο...

Την άλλη χρονιά ο σταθμός δεν υπήρχε πια· κι αυτόν ελάχιστες φορές τον ξαναείδα, φευγαλέα μάλλον, τα επόμενα καλοκαίρια. Αμυδρά ίσως τον θυμάμαι (ή μπορεί και να νομίζω πως τον θυμάμαι) με μια παρέα Καριωτών μουσικών (από διαφορετικά μουσικά είδη πάντως) στον Εύδηλο. Ή μπορεί απλώς να μπερδεύω τη σκηνή με μια άλλη που θυμάμαι σίγουρα, με κάποιους δακρυσμένους μουσικούς να κουβεντιάζουν ένα βράδι στο καφενείο, εκείνο το θλιβερό καλοκαίρι. Πλησίασα να ρωτήσω τι έγινε πάλι· μου είπαν ότι είχε βρεθεί νεκρός στο σπίτι του, στο Φραντάτο αν θυμάμαι καλά. Ήταν το 1993, τον Αύγουστο· εκείνη η χρονιά είχε τόσους θανάτους μαζεμένους που δεν ήξερες ποιον να πρωτοκλάψεις.

Το τραγούδι το έψαχνα χρόνια μετά, καθώς το είχα μόνο ως σήμα εκπομπής σε εκείνες τις μισοξεχασμένες κασέτες. Μονάχα πριν λίγους μήνες μου το υπέδειξε ένας φίλος στο youtube. Η αλήθεια είναι ότι αν το πρωτοάκουγα τώρα, μάλλον θα μου φαινόταν κάπως περιπαθές για τα σημερινά μου γούστα, που φοβούνται τα πολλά κοσμητικά επίθετα. Όμως υπάρχουν πράγματα που διεισδύουν στο βαθύτερο είναι μας από μια πίσω πόρτα χωρίς να περνάνε την κρησάρα της λογικής ή αισθητικής επεξεργασίας. Κάπως έτσι βρίσκεσαι να μουρμουρίζεις, χρόνια μετά, κάτι σαν:

...γλυκά σκιρτήματα, νότες χιλιάδες,
το καλοκαίριασμα στην Ικαριά

Χαρά σ’ αυτούς που τις ακούν, τούτες τις νότες.


(Δημοσιεύτηκε στο Ikariamag στις 20/6/2011. Μάλλον όμως πρέπει να μνημονεύσω τους άγνωστούς μου ανθρώπους - τουλάχιστον δύο - που το ανέβασαν στο youtube και το φίλο Γ.Τ. που μου το υπέδειξε, αρχικά σε αυτή την εκδοχή.)

18/6/11

Περαστικές

Καλοκαιρινή βροχή και ασήμαντες αναμνήσεις. Δεν είναι στο κλίμα των ημερών, αλλά δεν τρέχει και τίποτα...

Γυρίζω σπίτι αργά το βράδι. Αφήνω τα κλειδιά στην κλειδαριά, στην εσωτερική πλευρά της πόρτας. Δεν έχει να κάνει με ασφάλεια· άλλωστε η πόρτα δεν κλειδώνει από μέσα για κάποιο λόγο, μόνο απέξω. Απλά για να τα βρίσκω εύκολα την άλλη μέρα το πρωί. Προσπαθώ να θυμηθώ από πότε απέκτησα τη συγκεκριμένη συνήθεια, και συνειδητοποιώ ότι μου κόλλησε από μια κοπέλα, όταν με φιλοξενούσε ένα φεγγάρι στο σπίτι της στην Κρήτη. Ύστερα προσπαθώ να θυμηθώ άλλες μικρές καθημερινές συνήθειες που να έχω συνειδητά δανειστεί από άλλους. Παρατηρώ τον εαυτό μου για μια-δυο μέρες, παίζω λίγο με τη μνήμη...

Όποιος ψάχνει, βρίσκει. Ας πούμε, το ανθρακούχο νερό (τη Σουρωτή, για την ακρίβεια) αντί αναψυκτικού, δανεισμένη από την Κ. πριν καμιά δεκαριά χρόνια (ως τότε δεν είχα δοκιμάσει τίποτα σχετικό, ούτε σόδα). Το ξύρισμα κόντρα μετά από το ξύρισμα κανονικά (ιδέα της Τάδε, ένα καλοκαίρι αρχές δεκαετίας '90 στη Σίφνο). Μια στάξη παγωμένο νερό στον ελληνικό καφέ χωρίς να χαλάσει το καϊμάκι, αλλά καθιζάνοντας απότομα το κατακάθι (θέλει τέχνη αυτό), από την Δείνα, στην Ικαρία, τέλη δεκαετίας '80 (ως τότε έπινα φραπέ). Την ξεχασμένη πια (καθότι χρόνια πλέον άκαπνος) συνήθεια να αναποδογυρίζω το πρώτο τσιγάρο στο πακέτο και να το καπνίζω τελευταίο (από εκείνο το κορίτσι στο ωδείο, γύρω στο 1985). Αλήθεια πώς το έλεγαν εκείνο το κορίτσι στο ωδείο;

Πάλι βρέχει στο Λέιντεν.




Γυναίκες, που σας είδα σ' ένα τραίνο
τη στιγμή που κινούσε γι άλλα μέρη·
γυναίκες, που σας είδα σ' άλλου χέρι
με γέλιο να περνάτε ευτυχισμένο·

γυναίκες, σε μπαλκόνια να κοιτάτε
το κενό, μ' ένα βλέμμα ξεχασμένο,
ή από ένα πλοίο σαλπαρισμένο
μ' ένα μαντήλι αργά να χαιρετάτε.

Να ξέρατε με πόση νοσταλγία,
τα δειλινά τα βροχερά και κρύα,
σας ξαναφέρνω στην ανάμνησή μου,

γυναίκες, που περάσατε μιαν ώρα
απ' τη ζωή μου μέσα, και που τώρα
κρατάτε μου στα ξένα την ψυχή μου!



(μουσική του Δημήτρη Παπαδημητρίου, σε ποίηση Κώστα Ουράνη με τον Αργύρη Μπακιρτζή, από το cd Βίος Ελληνικός, 2008)

10/6/11

Γιατί αυξάνονται τα spread εν τέλει;

Η προτεσταντική ηθική και το Πνεύμα του Καπιταλισμού (1905) του Μάξ Βέμπερ, εξώφυλλο της γερμανικής έκδοσης του 1934. Εικόνα από τη wikipedia.

Τη λέξη "spread" με την έννοια που έχει μπει στην καθημερινότητά μας την είχα πρωτοακούσει στα τέλη της δεκαετίας το 1990, τότε που διαρκώς εκσυχρονιζόμενοι ως χώρα (λέμε τώρα...) ασθμαίναμε να προκάμουμε την επελαύνουσα ευρωζώνη και το κοινό της νόμισμα. Τότε βέβαια τα spread πέφτανε, ενώ εδώ και ένα-ενάμιση χρόνο ανεβαίνουν σε ύψη δυσθεώρητα, ή ίσως εμείς να πέφτουμε σε κάποιο βάραθρο που οι φτωχές μου γνώσεις οικονομικών δεν φτάνουν να ερμηνεύσουν με επάρκεια. Γνωρίζω πάντως ότι το μέτρο σύγκρισης από το οποίο αποκλίνουμε κατά το εύρος (spread) των επιτοκίων, είναι η τιμή επιτοκίου με την οποία δανείζεται η Γερμανία.

Όπως προανέφερα, εγώ από οικονομικά δεν ξέρω, και παρότι έχω άποψη για τα πάντα (σαν καθώς πρέπει μπλόγκερ...), δεν έχω και την απαίτηση η άποψή μου να έχει μεγαλύτερη βαρύτητα από αυτή του μέσου μέλους της Λαϊκής Συνέλευσης Συντάγματος, αγανακτισμένου ή μη. Ωστόσο η μικρή εμπειρία μου από το Ολλανδικό πνεύμα οικονομικής διαχείρισης με έβαλε σε κάποιες σκέψεις, όχι τόσο για τα αίτια της δικής μας κακοδαιμονίας, όσο για τις ρίζες του πλεονάσματος των βορειοευρωπαίων. Το βασικό αναλυτικό υπόδειγμα για τις σκέψεις μου αυτές είναι η γνωστή πραγματεία του Μαξ Βέμπερ που επιγράφεται «Η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού», βιβλίο που φυσικά και ΔΕΝ έχω διαβάσει, έχω όμως δει μια περιληπτική αναφορά στη wikipedia, χώρια το μπίρι-μπίρι στις κουλτουριάρικες παρέες της νιότης μου.

Στην πραγματικότητα βέβαια, η αφορμή μου δόθηκε από το πολύ απλό γεγονός ότι ένας τεχνικός στη δουλειά μου αρνήθηκε να μου δανείσει ένα υλικό (αξίας περίπου επτά ευρώ, όπως υπολογίζω) το οποίο θα του επέστρεφα την επομένη, διότι «είναι ακριβά αυτά τα πράγματα» (γεγονός που εν τέλει κατέστρεψε τέσσερις μέρες σκληρής δουλειάς, όχι μόνο δικής μου, που πήγανε στο βρόντο). Φυσικά δεν μπορείς να εξαναγκάσεις κανέναν να σου δανείσει οτιδήποτε (ρωτήστε και την κυρία Μέρκελ αν θέλετε) μόνο και μόνο επειδή εσύ το έχεις ανάγκη. Ειδικά στην Ολλανδία που το χρήμα (ακόμα και σε ελάχιστες ποσότητες) είναι ιερό και καθαγιασμένο. Προς Θεού, δεν υπαινίσσομαι καμμιά χοντροκομμένη γενίκευση τύπου τσίπηδες ή ταληροφονιάδες ή καρμίρηδες και άλλα τέτοια αντιεπιστημονικά. Απλά εδώ μπαίνει (επιστημονικότατα) ο φίλτατος Βέμπερ και το καλβινιστικό υπόβαθρο των (κατά τα λοιπά αθέων εν πολλοίς) κατοίκων της χώρας που με φιλοξενεί.

Αυτό βεβαίως δεν αρκεί για να τα ερμηνεύσει όλα. Στη διπλανή Γερμανία ο Καλβινισμός ουδέποτε άνθισε, καθώς οι από κάτω είναι μάλλον Καθολικοί (και ο νυν Πάπας άλλωστε Γερμανός είναι) και οι από πάνω Λουθηρανοί. Το ταμείον τους όμως είναι πλεονασματικό του κερατά, όπως όλοι ξέρουμε, ανεξαρτήτως δόγματος. Το γεγονός με προβλημάτισε (στα πλαίσια των σκέψεων που λέγαμε πιο πριν) και άκρη δεν έβγαλα· θυμήθηκα όμως μια ιστορία που μας είχε διηγηθεί προ εικοσαετίας ένας μεσήλιξ (τότε) κύριος που είχαμε γνωρίσει σε ένα κάπως περιπετειώδες ταξίδι μεταξύ Ικαρίας και Πειραιά (και έχω αναφέρει ξανά εδώ).

Ο κύριος μας διηγείτο την εμπειρία του με μια Γερμανίδα αεροσυνοδό με την οποία ήταν για λίγο καιρό ζευγάρι κάπου στις αρχές της δεκαετίας του 1970, νομίζω. Κάποια στιγμή, διηγείτο, είχε φιλοξενηθεί για μια εβδομάδα περίπου στη Γερμανία, στο σπίτι της μητέρας της κοπέλας, δε θυμάμαι σε ποια πόλη. Κατόπιν συγκεκριμένων οδηγιών από την κόρη, ο δικός μας ήταν εξαιρετικά προσεκτικός με τη μαμά και - κυρίως - με την εικόνα άμεμπτης σοβαρότητας που έβγαζε, ως όφειλε, απέναντί της. Οι μέρες κύλησαν και έφτασε η στιγμή της αναχώρησης· ο Έλλην έφτιαξε τις βαλίτσες του, κατέβηκε στο σαλόνι, κάλεσε ένα ταξί για να τον μεταφέρει στο αεροδρόμιο, ευχαρίστησε ολόθερμα τη Φράου, και σε μια κίνηση τυπικής αβροφροσύνης (όπως θεώρησε), εξήγησε ότι είχε χρησιμοποιήσει δυο φορές το τηλέφωνο για να επικοινωνήσει με τους δικούς του στην Ελλάδα και φυσικά προθυμοποιήθηκε να πληρώσει το αντίτιμο των δύο υπεραστικών τηλεφωνημάτων.

Η Φράου συνοφρυώθηκε, η κόρη χλώμιασε. Μια παγερή, αμήχανη σιωπή έπεσε. Ο δικός μας κατάλαβε ότι κάποιο λάκκο είχε η φάβα, αλλά δεν τον έβλεπε πουθενά. Στο τέλος ρώτησε τη γκόμενα ευθέως. «Μα γλυκέ μου», του εξήγησε εκείνη, «ξέχασες το τηλεφώνημα που έκανες μόλις, για το ταξί.» Ο Έλλην γούρλωσε τα μάτια και έγινε κατακόκκινος (σε μια προσπάθεια να κρατήσει τα γέλια του μάλλον, άλλο αν οι κυρίες θεωρησαν ότι ήταν από ντροπή), ζήτησε συγγνώμη για την αφηρημάδα του, και προσέθεσε στο ποσόν των δύο υπεραστικών τηλεφωνημάτων και το αντίτιμο του ενός αστικού, που ήταν μια αμελητέα υποδιαίρεση του μάρκου της εποχής. Ανακουφισμένες, μάνα και κόρη, τον σταυροφίλησαν, τον αποχαιρέτησαν εγκάρδια και τον κάλεσαν να ξανάρθει, όποτε θέλει.

Δεν τον ρώτησα αν ξαναπήγε. Αλλά δε φαντάζομαι, εδώ που τα λέμε...

5/6/11

Διεθνής διάσταση

Ό κόσμος στο χέρι σου· δεν είναι ακριβώς έτσι βέβαια, αλλά ας μην τα θέλουμε και όλα δικά μας... Η εικόνα είναι από την ιστοσελίδα ενός ισπανικού ιδρύματος εκπαίδευσης που φέρει ένα όνομα βασιλέως (επαρκής λόγος για να μην αξιωθεί λινκ εδώ).

Υποτίθεται ότι είμαι συνηθισμένος σε αυτό το είδος επικοινωνίας αλλά ώρες ώρες το σκέφτομαι και με πιάνει κατιτί... Ξεκινάω να γράψω κάτι, κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο το καλοκαιρινό Λέιντεν και τους Ολλανδούς που γυροφέρνουν στα κανάλια με τις βαρκούλες τους, φορώντας μαγιώ και αντηλιακό. Μιλάω στο τηλέφωνο (από τον υπολογιστή μου) με το Ν. στην Αθήνα, έπειτα η Β. μου γράφει στο skype (υποθέτω από Ηράκλειο) ότι φεύγει για την Ισημερινή Γουϊνέα, η Λ. μου στέλνει δυο λόγια που με χαροποιούν (όχι για αυτό που λένε, αλλά ακριβώς επειδή τα έστειλε), ανταλλάσσω κάτι φευγαλέα σχόλια στο facebook με διάφορους και ενώ στέλνω χαιρετίσματα στους αγανακτισμένους ιστιοπλόους, παρεμβαίνει στην κουβέντα η Ε. από τη Νέα Υόρκη (που με ρωτάει αν ξύπνησα κεφάτος ενώ είναι ήδη απόγευμα εδώ), χαζεύω λίγο την Εθνική Ελλάδος εναντίον της Μάλτας σε ένα κανάλι του Μαρόκου (!) που βρίσκω σε live streaming, ξανακάθομαι να τελειώσω το παρατημένο κείμενο κι εκεί μου στέλνει κάτι link η Κ. από το Παρίσι, ένα με επιστημονικά κόμιξ κι ένα άλλο stream όπου μια παρέα παίζει μουσική στα ΤΕΙ του Ρεθύμνου, και παίζει πολύ καλά μάλιστα, τόσο που παρατάω ό,τι έκανα, βάζω ένα κρασί κι ακούω εξαιρετική παραδοσιακή μουσική ζωντανά από το Ρέθυμνο, πιάνοντας όλο το κλίμα της συναυλίας, εγώ και άλλοι 22 που παρακολουθούμε διαδικτυακώς, ένας Θεός ξέρει από ποιά μέρη του κόσμου.

Η ώρα περνάει, χαζεύω τη φωτογραφία του μικρού Γ. που κάπου στον Πειραιά πρωτομπήκε σε σκαφάκι Όπτιμιστ στην ηλικία των έξι και η περήφανη μαμά του το ανέβασε από το Άμστερνταμ, διαβάζω σχόλια της Α. από τη Λισσαβώνα για κάτι που έγραψα για τις εκλογές στην Πορτογαλία, μαζί με κάτι άλλες δηλώσεις της Σ. από Ηράκλειο και μετά του Α. από Οξφόρδη αλλά και της Α. κάπου στην Κάτω Σαξωνία (δεν είμαι και βέβαιος με τα Γερμανικά κρατίδια) και το σκέφτομαι και με πιάνει πάλι κάτι· αυτή η παράξενη αίσθηση πώς έχω επικοινωνήσει με καμμιά δεκαριά ανθρώπους σήμερα αν και δεν έχω βγει ούτε στιγμή από το σπίτι και δεν έχω συναντήσει άνθρωπο.

Ψέματα· κάποια στιγμή κατέβηκα για να πετάξω τα σκουπίδια. Επιστρέφοντας είδα τα παιδιά του Ρέιμοντ και της Μαράικε που έπαιζαν στις σκάλες με την κόρη του Αλφόνς (άμα προσθέσεις τις ηλικίες τους, κάνουν δεν κάνουν δεκαπέντε όλα μαζί). Αλλά έχουν μάθει πια ότι δε μιλάω Nederlands και δε μου απευθύνουν το λόγο.

Η ώρα είναι έντεκα παρά κάτι. Κάπου στο Ρέθυμνο (δώδεκα παρά) κάποια άγνωστα σε μένα παιδιά τραγουδάνε το «Πέρα στους πέρα κάμπους» και αστειεύονται επί σκηνής. Οι φωνές τους γεμίζουν ένα δωμάτιο κάπου στο Λέιντεν.

Σηκώνομαι να κλείσω το ανοιχτό παράθυρο· σουρουπώνει.

30/5/11

Κάντε join

Dam, Amsterdam, 29 Μαΐου 2011.

Σάββατο, κατα τις τρεις, στην πλατεία Dam, μπροστά στο μνημείο των πεσόντων, καμμιά εκατοστή άτομα, Ισπανοί ως επί το πλείστον. Συμπαραστέκονται στους indignados των Ισπανικών πόλεων. Κάποιος πλησιάζει και μας δίνει μια μικρή μπροσούρα γραμμένη στα αγγλικά, και προσπαθεί να μας εξηγήσει το αίτημα. Του διευκρινίζουμε ότι ξέρουμε μια χαρά περί τίνος πρόκειται, ως Έλληνες. Συστηνόμαστε ισπανιστί - τον λένε Χόρχε - και πιάνει κουβέντα με το φίλο που φιλοξενώ αυτές τις μέρες στην Ολλανδία σχετικά με την αντιμετώπιση των συγκεντρώσεων από τα κατεστημένα media στις χώρες μας. Εγώ που δεν την κατέχω τη γλώσσα αρκούμαι στο να τραβάω φωτογραφίες τον κόσμο που κουνάει τα χέρια και λέει συνθήματα, υπό τα περίεργα βλέμματα των περαστικών.

Κάποιος μακρυμάλλης με φάτσα μάλλον ινδιάνικη, σωσίας του Εμιλιάνο Ζαπάτα, μιλάει σε μια ντουντούκα με κάπως σπαστά αγγλικά και εξηγεί το σκεπτικό της διαδήλωσης. Λίγα μέτρα πιο πέρα, περνάει μια παρέα Ολλανδών σαραντάρηδων, ντυμένων στα λευκά και χρυσά. Παραείναι κιτς ακόμα και για τα Ολλανδικά δεδομένα. Παρατηρούμε ότι το Άμστερνταμ είναι γεμάτο λευκοχρυσοντυμένους. Πιθανολογώ ότι πρόκειται για κάποιο event που μας διαφεύγει προσώρας. Κάποιοι παρατυχόντες νεαροί, χωρίς χρυσάφια αλλά ντυμένοι με κάτι πανομοιότυπα μπλουζάκια που γράφουν κάτι στα γερμανικά και σέρνουν ένα καροτσάκι με κάτι κολλημένες φωτογραφίες (τους;), μας ρωτάνε δείχνοντας τη διαδήλωση περί τίνος πρόκειται· τους εξηγούμε και κουνάνε το κεφάλι χωρίς άλλα σχόλια.

Ρωτάμε με τη σειρά μας για ποιο λόγο είναι εκείνοι έτσι· μας εξηγούν ότι ο τάδε της παρέας παντρεύεται και ήρθαν όλοι μαζί από τη Γερμανία για μπάτσελορ πάρτυ. Υποψιάζομαι ότι η βόλτα τους θα καταλήξει σύντομα στο red light district. Ο (νιόπαντρος) φίλος μου λέει στο μέλλοντα γαμπρό να μην ανησυχεί, ωραία είναι. Ο Ζαπάτα πλησιάζει και μας προτείνει πάλι τη μίνι μπροσούρα, αλλά την έχουμε ήδη στην κατοχή μας. Κατευθύνεται προς τους πιτσιρικάδες Γερμανούς, που δε δείχνουν και ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Κόσμος πηγαινοέρχεται, τα ισπανόπουλα κουνάνε πάλι τα χέρια κυματιστά.

Κυριακή απόγευμα, περνάμε πάλι από τη Dam, αλλά εκτός από κάτι περιστέρια και κάτι τριτοκοσμικούς, δε φαίνεται κάτι σε διαδήλωση μπροστά στο μνημείο. Ωστόσο, τεράστια πλήθη λευκοχρυσοντυμένων Ολλανδών ανεβοκατεβαίνουν τη Damrak και τους κάθετους δρόμους. Μαθαίνουμε ότι πάνε σε ένα πάρτυ στο Amsterdam Arena (το γήπεδο του Άγιαξ) που έχει λευκόχρυσο dress code. Το εξασκημένο μάτι του φίλου μου εντοπίζει το Ζαπάτα να συζητάει με έναν αστυνομικό πάνω σε μια μηχανή. Προφανώς ο αστυνόμος έχει απαγορεύσει τη συνάθροιση δίπλα στο άγαλμα, και ο κόσμος έχει πάει απέναντι, μπροστά στο ανάκτορο.

Διασχίζουμε το δρόμο ταυτόχρονα με το συμπαθή Εμιλιάνο, που παίρνει τη ντουντούκα και εξηγεί με τα ίδια χτεσινά μαραμένα αγγλικά ότι θα διαμαρτυρηθούν στο δημαρχείο, θεωρώντας ότι δεν υπάρχει νόμος που να απαγορεύει τις συναθροίσεις δίπλα στο μνημείο. Βέβαια μικρή σημασία έχει, καθώς οι ισπανόφωνοι έχουν κάνει έναν κύκλο (στο κέντρο του οποίου έχει και κάτι πιατάκια με μεζεδάκια) και συζητάνε τα τεκταινόμενα.

Παραδίπλα σχηματίζεται ένας άλλος κύκλος, από Έλληνες, φοιτητές κυρίως από όσο μπορώ να καταλάβω. Ένα παλληκάρι φωνάζει στα ελληνικά ότι «όποιος θέλει να κάνει join να έρθει κοντά», και μια κοπέλα συμπληρώνει γελώντας ότι μετά το join μπορούν να κάνουν like. Κάθονται κυκλικά και κουβεντιάζουν (αν και δεν έχει φαΐ εδώ), και για λίγη ώρα παρακολουθώ τη Λαϊκή Συνέλευση Άμστερνταμ εκ του σύνεγγυς.

Κάποιοι γράφουν συνθήματα σε χαρτιά ενώ διάφορος κόσμος παίρνει το λόγο. Μερικά από αυτά που ακούγονται μου φαίνονται υπερβολικά απλοϊκά, σκέφτομαι όμως ότι δεν έχει τόση σημασία. Η αλήθεια είναι ότι σε όλη αυτή την ιστορία των indignados θα προτιμούσα κριτική περισσότερο πολιτική, στοχευμένη ας πούμε στον καπιταλισμό, το κεφάλαιο και τις τράπεζες, παρά στους «πολιτικούς», την κατά τόπους τρόικα και το εκάστοτε μνημόνιο αυτό καθεαυτό. Από την άλλη σκέφτομαι ότι δεν είναι ο ρόλος μου να «εξηγήσω» στα παιδιά που κουβεντιάζουν τα κατ' εμέ λάθη τους· αρκετό καπέλωμα έχει φάει ο κόσμος τόσα χρόνια έτσι κι αλλιώς. Δε θέλω λοιπόν να πάρω το λόγο, αν και ίσως κάποιοι να άκουγαν με ενδιαφέρον, διότι μου φαίνεται πιο σημαντικό να μιλάνε όσοι δεν έχουν ξαναμιλήσει ως τώρα γι' αυτά. Αν χρειαστεί θα κάνω comment, ναι; Ναι.

Η νιόπαντρη σύζυγος έρχεται να μας συναντήσει. Ψάχνω για το χτεσινό Χόρχε στον κύκλο των Ισπανών, αλλά δεν τον εντοπίζω. Οι κύκλοι είναι κάπως κλειστοί ανά εθνότητα, δεν επικοινωνούν και πολύ. Ούτε εμείς επικοινωνούμε πολύ με τη νεώτερη γενιά, οι κώδικες είναι κάπως διαφορετικοί. Μας έχει πιάσει μια πείνα. Πάμε για φαγητό· στην επιστροφή η συνέλευση έχει διαλύσει. Τα λευκοχρυσοντυμένα πλήθη έχουν τραβηχτεί επίσης στο Αρένα. Αποφασίζουμε να γυρίσουμε στο Λέιντεν πριν πέσει εντελώς η νύχτα. Στο βαγόνι του τραίνου ακούμε σκόρπιες κουβέντες στα ελληνικά, κάποιες κοπέλες που γκρινιάζουν με τους Ισπανούς που δεν ήθελαν να μιλήσουν αγγλικά. Πενήντα-εκατό αγανακτισμένοι σε όλη την Ολλανδία, και κάμποσοι πέφτουμε στο ίδιο βαγόνι...

Περπατάμε στο Λέιντεν με το λυκόφως (λίγο πριν τις έντεκα) κουβεντιάζοντας. Μια κοπελίτσα σταματάει το ποδήλατό της δίπλα μας, προφανώς άκουσε τα ελληνικά και ρωτάει (στη μητρική γλώσσα) αν είμαστε φοιτητές και αν ζούμε εδώ. Το ζευγάρι των φίλων με δείχνει γελώντας· αν και είμαι ο πιο μακριά σε φοιτητική ηλικία από τους τρεις, ζω εδώ. Η κοπέλα με καλεί για την επόμενη Κυριακή στο International Student Cultural Festival του Λέιντεν, στη Rapenburg. Θα πάω; Να πάω. Να φωνάξω κι άλλους; Κι άλλους, βέβαια. Έλληνες; Ό,τι να 'ναι. Άλλωστε πρέπει να εκθέσουμε το θέμα της χώρας μας.

- Και ξέρετε, είχαμε και διαδήλωση στο Άμστερνταμ, συμπληρώνει η κοπέλα.
- Από εκεί ερχόμαστε, την καθησυχάζουμε.

Κοιτάζω το πρόσωπό της, δεν πρέπει να είναι πάνω από εικοσιδύο-εικοσιτρία. Σπουδάζει εδώ και ενάμιση χρόνο στην Ολλανδία, κάνα μάστερ φαντάζομαι. Της δίνω ραντεβού για την Κυριακή, στο φεστιβάλ.

- Και καπάκι γραμμή στο Dam, λέει η κοπελίτσα.

Δεν τα πάω πολύ καλά με τις γραμμές, αλλά με κόβω να κατανικώ τη ραθυμία και να κατηφορίζω. Εγώ δεν «αγανάκτησα» χτες-προχτές, από τότε που απέκτησα ψήγματα πολιτικής συνείδησης πάντα αγανακτισμένος ήμουνα (αν και όχι πάντα με τα ίδια πράγματα), ωστόσο λέω να ενώσω την παραδοσιακή αγανάκτησή μου με την καινούργια αγανάκτηση των υπολοίπων. Θα κάνω join, έτσι φαίνεται.

Η κοπέλα απομακρύνεται πάνω στο μικροσκοπικό της ποδήλατο. Οι νιόπαντροι φίλοι μου περπατούν προς το σπίτι, αγκαλιασμένοι.

(Like, μάλλον, ε; Δηλαδή τι μάλλον, σίγουρα... Έτσι, παιδιά;)

19/5/11

Προφητάναξ με πάθη

Προφητάναξ Δαυίδ, Νίκος Εγγονόπουλος, κάρβουνο και μολύβι σε χαρτί, 57 x 42 εκ., από εδώ

Eίναι από εκείνους που η ιστορία τους παραμένει στη μνήμη. Δεν είναι απαραίτητο να έχεις διαβάσει τα δύο πρώτα βιβλία των Βασιλειών (που στο δυτικό χριστιανικό κανόνα της Παλαιάς Διαθήκης ονομάζονται «Σαμουήλ», αλλά εγώ προτιμώ να κρατήσω τους εβδομήκοντα της αρχαίας Εκκλησίας και της καθ' ημάς Ανατολής), ή των Παραλειπομένων («Χρονικά» κατά το δυτικό κανόνα) ή τους εβδομήντα τρεις από τους Ψαλμούς που του αποδίδει η παράδοση, για να έχεις μια ιδέα για τη ζωή του.

Ακόμα κι αν δεν ξέρεις ότι ήταν γιος κάποιου Ιεσσαί από τη Βηθλεέμ ή ότι χρίστηκε από τον Σαμουήλ τον βλέποντα, ότι ήταν βοσκός αλλά και ποιητής και μουσικός, σίγουρα θα έχεις ακούσει ότι σε μια διάσημη μονομαχία στην κοιλάδα του Ηλά σκότωσε με τη σφεντόνα του κάποιον Γολιάθ, το πρωτοπαλλήκαρο των αλλοφύλων. Θα ξέρεις ίσως ότι έγινε βασιλιάς της φυλής του Ιούδα και λίγο αργότερα και των δώδεκα φυλών του Ισραήλ, ότι έδρα του βασιλείου του ήταν η πόλις Δαυίδ εκεί που είναι σήμερα η Ιερουσαλήμ. Ίσως ακόμα, αν είσαι λίγο μπασμένος στα θρησκευτικά, να ξέρεις ότι αν και ο ίδιος δεν ήταν πολύ τυχερός με τα παιδιά του (που πότε αλληλοσφάζονταν, πότε στασίαζαν εναντίον του), προφήτεψε ότι δικός του απόγονος θα ήταν ο Μεσσίας, αυτός που θα λύτρωνε τους ανθρώπους.

Πρέπει να έζησε κάπου χίλια χρόνια προ Χριστού, ίσαμε τρεις χιλιάδες χρόνια πριν από σήμερα. Δεν μπορώ να φανταστώ εύκολα πώς να ήταν οι άνθρωποι εκείνη την εποχή, αλλά σκέφτομαι καμμιά φορά τον άνθρωπο Δαυίδ· όχι εκείνον που συνομιλεί με το Θεό και τους προφήτες Του, αλλά αυτόν που σπαράσσεται από πάθη και φόβους όλως διόλου ανθρώπινους. Φαντάζομαι, ας πούμε, το απότομο ξύπνημά του εκείνη τη νύχτα που η νεαρή γυναίκα του, η Μελχόλ, τον φυγάδευσε κρυφά από το παράθυρο ώστε να μην τον βρουν οι στρατιώτες του πατέρα της, του Σαούλ. Διατρέχω το κείμενο των Βασιλειών και βρίσκω μια σημαδιακή σκηνή: ο Σαούλ πέφτει να κοιμηθεί σε μια σπηλιά, που λίγο πιο μέσα παραφυλάει ο κυνηγημένος Δαυίδ με το σπαθί έτοιμο. Τον φαντάζομαι να ακροβατεί ανάμεσα στην παρόρμηση να βυθίσει το σπαθί του στο στήθος του κοιμισμένου εχθρού, και στην τελική απόφαση να κόψει απλώς ένα κομμάτι του βασιλικού χιτώνα (εἰ εὕροι τις τὸν ἐχθρὸν αὐτοῦ ἐν θλίψει καὶ ἐκπέμψει αὐτὸν ἐν ὁδῷ ἀγαθῇ, καὶ Κύριος ἀποτίσει αὐτῷ ἀγαθά, Βασιλειών Α' 24, 20). Σκέφτομαι με μια ορισμένη απορία το πόσο απότομα μίσησε την ίδια αυτήν Μελχόλ, την πρώτη από τις (όχι και λίγες) γυναίκες του, τη μέρα που τον έψεξε επειδή χόρευε μαζί με το λαό μπροστά στην Κιβωτό της Διαθήκης. Αναρωτιέμαι αν το «ξενέρωμά» του ίσως δεν είχε τόσο να κάνει με τον ψόγο της γυναίκας, όσο με τα χρόνια που είχαν περάσει από τη νύχτα που του έσωσε τη ζωή.

Τον φαντάζομαι ακόμα και εκείνη τη μέρα που το μάτι του έπιασε τη Βηρσαβεέ, την κόρη του Ελιάβ, γυναίκα του Ουρία του Χετταίου, την ώρα που έβγαινε από το λουτρό (καὶ ἐγένετο πρὸς ἑσπέραν καὶ ἀνέστη Δαυὶδ ἀπὸ τῆς κοίτης αὐτοῦ καὶ περιεπάτει ἐπὶ τοῦ δώματος τοῦ οἴκου τοῦ βασιλέως καὶ εἶδε γυναῖκα λουομένην ἀπὸ τοῦ δώματος, καὶ ἡ γυνὴ καλὴ τῷ εἴδει σφόδρα, Βασιλειών Β', 11,2). Τι διαφέρει ο τρόπος που την κοίταξε από το πώς θα την κοίταζες σήμερα εσύ ή εγώ; Ήταν όμορφη, πολύ όμορφη· κι ο τρόπος που κοιτάζουν οι άντρες τις γυναίκες δεν πρέπει να έχει αλλάξει στον πυρήνα του τα τελευταία τρεις χιλιάδες χρόνια. Θα μπορούσε να πει μέσα του «όχι»; Δεν είμαι βέβαιος· άλλωστε στις λίγες στιγμές που μας δίνεται η ευκαιρία του έρωτα, πόσοι από μας λέμε όχι, πιστοί σε άλλου είδους κλήσεις και δεσμεύσεις; Ο άντρας της έλειπε στον πόλεμο, πολιορκούσαν μια πόλη. Ο βασιλιάς δε δίστασε πολύ· έστειλε να τη φέρουν.

Η ιστορία από κει και κάτω είναι λίγο-πολύ γνωστή. Η γυναίκα μένει έγκυος, ο Δαυίδ διατάζει να σταλεί ο σύζυγος στην Ιερουσαλήμ, με σκοπό (ελαφρώς κουτοπόνηρα) να του φορτώσει την εγκυμοσύνη της. Ο Ουρίας, υποδειγματικός στρατιώτης, αντί να πάει σπίτι του κατσικώνεται στο παλάτι και κοιμάται στα σκαλιά, από αφοσίωση στους μαχόμενους συντρόφους του. Μια, δυο, τρεις, στο τέλος ο βασιλιάς χάνει την υπομονή του και τον στέλνει πίσω στην πολιορκία, με μια σφραγισμένη διαταγή που διατάζει τον αρχιστράτηγο να στείλει τον φουκαρά στην πρώτη γραμμή για να σκοτωθεί στη μάχη. Ο αρχιστράτηγος (που όλο και κάτι ξέρει από τη σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης φύσης) εκτελεί υποδειγματικά την εντολή και ο κακομοίρης ο Ουρίας σκοτώνεται σε μια χαζή έφοδο κάτω από τα τείχη της πολιορκημένης πόλης.

Σε έναν κάπως τραγικό διάλογο (αν και η τραγωδία θα εφευρεθεί τέσσερις-πέντε αιώνες αργότερα) ο αγγελιαφόρος φέρνει το μήνυμα της αποτυχημένης εφόδου στο βασιλιά. Έξαλλος αυτός, αναθεματίζει τον αρχιστράτηγο και μέμφεται την ηλιθιότητά του: ποιος ο λόγος να εκθέσει το στρατό στα πυρά από τα τείχη και να πάθει τέτοια νίλα και να σκοτωθεί τόσος κόσμος; Ο αγγελιαφόρος συμπληρώνει ότι πάνω στη σύγχιση σκοτώθηκε και ο Ουρίας ο Χετταίος. Ο βασιλιάς αιφνιδίως αρχίζει να το φιλοσοφεί το θέμα: τι να κάνουμε, η ζωή έχει και αναποδιές, συμβαίνουν αυτά... Παίρνει τη γυναίκα στο παλάτι (όπου και γέννησε ένα γιό όταν ήρθε ο καιρός) και κυρήττει την υπόθεση περαιωμένη.

Αμ δε. Μια μέρα εμφανίζεται στο παλάτι ένα τύπος ονόματι Νάθαν· προφήτης (ιδιότητα που δεν δηλώνει ότι ξέρει τα μελλούμενα, αλλά ότι μιλάει γνωστοποιώντας το θέλημα του Θεού). Ο Νάθαν απευθύνεται στο Δαυίδ υπό την ιδιότητά του τελευταίου ως δικαστή (την εποχή εκείνη η διάκριση των εξουσιών δεν ήταν ακόμα επαρκώς αντιληπτή έννοια) και του ζητάει να αποδώσει δικαιοσύνη για μια υπόθεση: Κάποιος πλούσιος έχει πολλά κοπάδια αρνιά, κι ένας φτωχός γείτονάς του μόνο ένα αρνάκι, και πολυαγαπημένο. Μια μέρα που ήρθε στον πλούσιο κάποιος επισκέπτης, αντί να σφάξει ένα από τα πολλά δικά του αρνιά, ο τύπος πάει και σφάζει αυτό του γείτονα για να ταΐσει τον επισκέπτη του. Ο Δαυίδ έξαλλος φωνάζει ότι ο πλούσιος είναι υιός θανάτου και πρέπει να πληρώσει. Σὺ εἶ ὁ ἀνὴρ ὁ ποιήσας τοῦτο· του λέει ο προφήτης, κι αρχίζει να απαριθμεί τα δεινά που θα βρουν το βασιλιά και τη γενιά του εφεξής.

Ίσως να είναι εκείνες τις στιγμες που ο Δαυίδ θυμάται ότι είναι ποιητής· ίσως τότε αρχίζουν να σχηματίζονται μέσα στο μυαλό του οι φράσεις της μετάνοιας που έμελλε να γίνουν ο N' ψαλμός («Θυσία τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην ὁ Θεὸς οὐκ ἐξουδενώσει»). Σύντομα το παιδί της Βηρσαβεέ αρρωσταίνει, όπως προφήτεψε ο Νάθαν. Ο εν μετανοία ευρισκόμενος Δαυίδ, προσεύχεται στο Θεό να ζήσει το παιδί, και στο μεταξύ δεν τρώει και δεν πίνει και δε μιλάει σε κανέναν. Όταν κάποτε το παιδί πεθαίνει, οι αυλικοί δεν τολμάνε να μιλήσουν στο βασιλιά, σκεπτόμενοι ότι αφού είναι σε τέτοια χάλια απλώς και μόνο με την αρρώστια του παιδιού, φαντάσου πώς θα κάνει άμα του πουν ότι πέθανε κιόλας. Ο Δαυίδ αντιλαμβάνεται τα σιγοψιθυρίσματα και ρωτάει τι συνέβη. Αφού ακούει τα καθέκαστα, προς έκπληξη των αυλικών του σταματάει το θρήνο, τρώει, πίνει, και λέει «εγώ τα έκανα αυτά μήπως και ζήσει το παιδί, τώρα που πέθανε τι άλλο να κάνω, πίσω δε μπορώ να το φέρω», θυμίζοντας λιγάκι κάτι που μερικούς αιώνες αργότερα θα έγραφε ο δικός μας Αρχίλοχος:

Οὔτε τι γὰρ κλαίων ἰήσοµαι
οὔτε κάκιον
θήσω τερπωλὰς καὶ θαλίας
ἐφέπων.


που θα μπορούσε να σημαίνει «μήτε κι αν κλαίω θα γιατρευτώ, μήτε χειρότερο κακό θα πάθω αν ριχτώ σε γλέντια και χαροκόπια».

Τα πάθη του Δαυίδ θα συνεχιστούν βέβαια, με βιασμούς και φονικά ανάμεσα στα ίδια του τα παιδιά, με εξεγέρσεις και εμφυλίους πολέμους, με τις γυναίκες του να διαπομπεύονται δημόσια (όπως του το είχε προφητέψει ο Νάθαν: αυτό που έκανες εσύ κρυφά θα σου το κάνουν άλλοι φανερά...), με θανάτους και δυστυχίες μέχρι το τέλος. Κάπου εκεί προς το τέλος, από τα εναπομείναντα παιδιά του θα δώσει το χρίσμα της διαδοχής στον άλλο γιο που έκανε με τη Βηρσαβεέ, αυτόν που θα γινόταν αργότερα ο σοφός Σολομών. Τότε όμως ήταν ακόμα παιδί, γιατί να διαλέξει αυτόν; Μα επειδή του το ζήτησε εκείνη βέβαια... Ίσως γιατί από όλες τις γυναίκες της ζωής του, ακόμα και μετά από όλη αυτή την καταιγίδα της δυστυχίας, για εκείνην να ένιωθε ένα δέσιμο διαφορετικό, ίσως γιατί μπορεί να θυμόταν ακόμα στη ραχοκοκκαλιά του αυτό το σκίρτημα που είχε νιώσει όταν την πρωτοείδε να βγαίνει από το λουτρό. Ίσως αυτό το σκίρτημα να ζύγιζε ακόμα μέσα του περισσότερο από τις πόλεις και τα βασίλεια. Ίσως ακόμα ακόμα (Θοῦ, Κύριε, φυλακὴν τῷ στόµατί µου...) να ήταν πιο πολύτιμο κι από τους ίδιους του τους στίχους.

Αλλά γι' αυτό το τελευταίο δεν είμαι και πολύ σίγουρος.


Σ.Σ. Άλλοι παθιάζονται με τις γυναίκες (που είναι και το πρέπον) κι άλλοι τραβάμε τα ζόρια μας με τις ιστορίες των ανθρώπων και βάζουμε σκοπό να μαγαρίσουμε όποια καλή ιστορία έχουμε ακούσει η διαβάσει, να τη διαστρέψουμε και να την ξανασερβίρουμε για καινούργια σ' όποιον είναι πρόθυμος να ακούσει. Μια μέρα πριν κάτι μήνες ένα συνήθως πρόθυμο αυτί το πήρε ο ύπνος πριν ακούσει την ιστορία του Δαυίδ. Η άλλη μέρα έφερε άλλες έννοιες και το πράγμα ξεχάστηκε, όμως η ιστορία έσκαβε μόνη της το δρόμο προς την επιφάνεια. Γι' αυτό υπάρχει άλλωστε το ιστολόγιο, για να αερίζεται το χώμα στο χωράφι που φυτρώνουν οι ιστορίες «και να μη σέπουνται» που λένε κι οι Καριώτες...

Ξαναδιαβάζοντας, βέβαια, βλέπω ότι τα έχω κάνει ολίγον σαλάτα, ανακατεύοντας Παλαιά Διαθήκη με Αρχίλοχο (καμμία σχέση...) και σε μια περίεργη ειρωνία βάζω ασυναίσθητα σε ένα κείμενο για το Δαυίδ μια κοινή φράση που προέρχεται ακριβώς από έναν Ψαλμό δικό του («Θοῦ, Κύριε, φυλακὴν τῷ στόµατί µου καὶ θύραν περιοχῆς περὶ τὰ χείλη µου», Ψαλμ. 140). Ανακατεύω ακόμα κάμποσα άσχετα μεταξύ τους πράγματα, και το αποτέλεσμα προκύπτει εμφανώς άνισο, μην πω καλύτερα μισοκατεστραμμένο από το ίδιο το βάρος του εγχειρήματος.

Άλλοι έχουν καταπιαστεί με μεγαλύτερη επιτυχία με όψεις αυτής της ιστορίας, από Ραββίνους και Πατέρες της Εκκλησίας, μέχρι ταινίες του Χόλιγουντ και πρώην μέλη των Police, σαν τον Sting που πριν καμμιά εικοσαριά χρόνια έβγαλε ένα τραγουδάκι που μάλλον τα λέει καλύτερα από μένα τα καταληκτικά του κειμένου (και πιο μελωδικά, ομολογουμένως):

Though all my kingdoms
turn to sand
And fall into the sea
I'm mad about you
I'm mad about you


Αλλά ο καθείς και τα όπλα του, πώς να γίνει...



Ανακατασκευασμένη εκδοχή του προ εικοσαετίας βίντεο του Mad about you, που αναφέρεται ακριβώς στην ιστορία Δαυίδ-Βηρσαβεέ, με ορισμένες ελευθερίες. Μια εξελληνισμένη εκδοχή που βγήκε κάποτε παρέα με τον αναπόφευκτο Νταλάρα είναι, αναπόφευκτα, για τα μπάζα.