ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


14/8/08

Μέρες Ραδιοφώνου

Όταν πήγαινα ακόμα γυμνάσιο, στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1980, ο πατέρας μου είχε φέρει από το εξωτερικό (ναυτικός γαρ) ένα στερεοφωνικό συγκρότημα που αποτελείτο από πικάπ, κασετόφωνο, ενισχυτή, ραδιόφωνο και ένα ζευγάρι ηχεία, βέβαια. Οι λέξεις «πικάπ» και ενδεχομένως «κασετόφωνο» σήμερα μοιάζουν υπερβολικά παλιομοδίτικες, όπως έμοιαζαν σε εμάς τα μαγνητόφωνα με τις μπομπίνες της δεκαετίας του 1960 και οι δίσκοι 78 στροφών. Τα ραδιόφωνα πάλι εξακολουθούν να υπάρχουν, αν και σε μορφή αρκετά πιο συμπαγή και ελαφριά από το κομμάτι εκείνου του συγκροτήματος. Το πρωτοποριακό για την εποχή ραδιόφωνο είχε ψηφιακή ένδειξη συχνότητας, και δέκα ολόκληρα κουμπάκια μνήμης σε κάθε μπάντα.

Όταν το ξεπακετάραμε και το βάλαμε να δουλέψει, πέρασα στις μνήμες τις διαθέσιμες συχνότητες της εποχής: Πρώτο Πρόγραμμα, Δεύτερο Πρόγραμμα, Τρίτο Πρόγραμμα, ΥΕΝΕΔ. Στα μεσαία έψαξα να βρω και τον «Αμερικάνικο» σταθμό που εξέπεμπε από τη Βάση του Ελληνικού και άκουγαν μερικοί συμμαθητές μου, αλλά δεν τον βρήκα. Μου περίσσεψαν και έξι κουμπάκια, στα οποία προσπαθούσα κατά καιρούς να αποθηκεύσω διάφορους ερασιτέχνες (κατ’ άλλους «πειρατές») που έπαιζαν και κανένα ροκάκι «αφιερωμένο εξαιρετικά» και έπιαναν ατελείωτες κουβέντες στη διάρκεια της νύχτας για το σήμα και τη «διαμόρφωση» και άλλες άγνωστες λέξεις, αλλά έκλειναν αμέσως όποτε έβγαινε βρώμα ότι κυκλοφορούσαν στην περιοχή τα ραδιογωνιόμετρα της αστυνομίας.

Στο δεύτερο μισό της δεκαετίας, τα πράγματα άλλαξαν άρδην. Πρώτα βγήκε το Ράδιο Αντίλαλος του περιοδικού ΑΝΤΙ και έκλεισε, αμέσως μετά το Κανάλι 15 και το κλείσανε και ίσως μερικά ακόμα εδώ κι εκεί, και κάποια στιγμή οι νεοεκλεγέντες δήμαρχοι των τριών μεγάλων δήμων της χώρας που πρόσκειντο στην τότε αντιπολίτευση έβγαλαν στον αέρα τα πρώτα δημοτικά ραδιόφωνα. Λίγο αργότερα εμφανίστηκαν και τα πρώτα ιδιωτικά. Οι μνήμες του ραδιοφώνου γέμισαν, όλοι δόξαζαν την «ελεύθερη» ραδιοφωνία των ακριβών μηχανημάτων και των μεγάλων «έγκυρων» ονομάτων, άλλοι φτιάχτηκαν κι άλλοι χαλάστηκαν και οι μόνοι που την πάτησαν εντελώς ήταν οι άλλοτε ερασιτέχνες (ή πειρατές) που εξοβελίστηκαν από τη μπάντα με συνοπτικές διαδικασίες.

Στην επαρχία τα νέα φτάνουν με λίγη καθυστέρηση και στην Ικαρία με λίγη παραπάνω. Κάποτε όμως φτάνουν, και το 1989 μια ομάδα ανθρώπων έφτιαξε ένα σταθμό υπό την αιγίδα ορισμένων από τις Κοινότητες του νησιού. Με περιορισμένα τεχνικά μέσα και αρκετές αμφιταλαντεύσεις σχετικά με το τι ακριβώς ήθελαν να κάνουν, μια μέρα του καλοκαιριού στα ερτζιανά της νήσου ακούστηκε η εισαγωγή της μουσικής του Καριώτικου χορού, που ήταν το σήμα του σταθμού, και μια στιβαρή φωνή με ίχνη τοπικής προφοράς (δε θυμάμαι πλέον τίνος ήταν) ανακοίνωνε: «ΙΚΑΡΙΑ FM – Διαδημοτικός-διακοινοτικός ραδιοφωνικός σταθμός Ικαρίας και Φούρνων» και μια συχνότητα νομίζω στους 101 και κάτι.

Ο ενθουσιασμός ήταν διάχυτος, αν και όχι καθολικός. Την προσπάθεια στήριζαν μερικές μόνο από τις κοινότητες του νησιού, ενώ άλλες απείχαν επιδεικτικά, και αρκετός κόσμος ήταν δύσπιστος για λόγους μικροτοπικιστικούς ή μικροκομματικούς – άλλωστε την περίοδο εκείνη ήταν στην κυβέρνηση προσωρινά μια συνεργασία Δεξιάς-Αριστεράς και τα πολιτικά πάθη ήταν σχετικά οξυμένα. Πολλοί πάντως άκουγαν το σταθμό με φανατισμό, από την ώρα που ξεκίναγε να εκπέμπει μέχρι που σταματούσε. Δεκάδες έπαιρναν τηλέφωνο για αφιερώσεις κάθε μέρα: «η Τούλα από το Φραντάτο αφιερώνει στο Σταμάτη κι όλα τα παιδιά της Περαμεριάς» ή «ο Γιάννης αφιερώνει στην παρέα που κάθεται τώρα στη Μεσαχτή και στο πιο όμορφο κορίτσι των Ραχών», μετατρέποντας τις αφιερώσεις σε ένα πολύ μεγάλο κομμάτι του προγράμματος.

Το «πρόγραμμα» βέβαια, ήταν πολύ σχετική έννοια. Διάφοροι έκαναν εκπομπές σε εθελοντική βάση, βάζοντας ό,τι μουσική τραβούσε η ψυχούλα τους και λέγοντας ό,τι τους κατέβαινε στο κεφάλι. Αυτό δημιουργούσε μια εκπληκτική ανομοιογένεια στα ακούσματα, τόσο μουσικά όσο και εννοιολογικά. Ωστόσο ο ενθουσιασμός του κοινού παρέμενε αμείωτος και γιαγιάδες μαζί με τα εγγόνια τους άκουγαν διαδοχικά το τελευταίο χιτ της χέβυ μέταλ σκηνής, Καριώτικο με αφιερώσεις, Μαντόνα διανθισμένη με σχόλια για ποδόσφαιρο, Κατερίνα Στανίση, ξανά Καριώτικο, διαφημίσεις τοπικών μπακάλικων, συνεργείων και ταβερνών, Μπομπ Μάρλεϊ και ακολούθως Καριώτικο για αλλαγή.

Κάποτε οι ιθύνοντες αποφάσισαν να βάλουν μια τάξη στο διαρκή εθελοντισμό και να φτιάξουν μια υποψία κανονικού προγράμματος. Στα πλαίσια κάποιων δημοκρατικών διαδικασιών που ενυπήρχαν ακόμα στο πνεύμα της εποχής (θυμίζω ότι ακόμα λέγαμε «ελεύθερη ραδιοφωνία» για τους μη κρατικούς διαύλους), επιχειρήθηκε να συνεννοηθούν οι «παραγωγοί» μεταξύ τους με ανοιχτές διαδικασίες, πράγμα που κατέληξε σύντομα σε χάος γιατί όλοι ήθελαν να κάνουν εκπομπή πρωί (αλλά όχι και πολύ πρωί) ή βράδι, αλλά πάντως όχι απόγευμα που ήταν η ώρα για μπάνιο. Εν τέλει τις «καλές» ώρες τις πήραν κάποιοι εκ των ιθυνόντων, αφήνοντας για την πλέμπα τις υπόλοιπες, που συμπληρώνονταν κατά προτεραιότητα (δηλαδή όποιος προλάβει πρώτος) σε ένα χειρόγραφο πινακάκι αναρτημένο έξω από το υποτυπώδες «στούντιο».

Τον προηγούμενο χειμώνα, ο φίλος μου ο Χρήστος που σπούδαζε στο Ηράκλειο, είχε πάρει το ερτζιανό του βάπτισμα στον (κρατικό) Ραδιοφωνικό Σταθμό Ηρακλείου. Το καλοκαίρι εκείνο η εξεταστική είχε τραβήξει σε μάκρος – ο Χρήστος δεν είχε ακόμα εμφανιστεί στην Ικαρία. Η φήμη του όμως ταξίδευε πριν από αυτόν, καθώς είχε φροντίσει αρμοδίως ο καλός του φίλος, δηλαδή εγώ. Εμφανίστηκα στο «στούντιο» καθ’ οδόν προς το μπακάλικο του Χαρδαλούπα. Κάποιος εκ των ιθυνόντων, σύζυγος μακρινής εξαδέλφης, έκανε εκπομπή την ώρα που μπήκα μέσα. Με κοίταξε ερωτηματικά ενώ έβαζε να παίζει το σήμα (δηλαδή ο Καριώτικος).

- Τι θες;
- Στυλό, του είπα.
- Τι να το κάνεις; Ρώτησε ενώ μου έδινε ένα μολυβάκι που είχε μπροστά του.
- Να δηλώσω ώρα, είπα αδιάφορα και στάθηκα μπροστά στο χιλιομουτζουρωμένο χαρτί.

Εντόπισα με δυσκολία ένα κενό τέσσερις με πέντε το απόγευμα της επόμενης Τρίτης. Έγραψα το όνομα του Χρήστου και το δικό μου. Ο μακρινός εξ’ αγχιστείας ξάδερφος ξεμύτισε απορημένος και περιεργάστηκε τα ονόματα.

- Ο τύπος είναι στο κρατικό, είπα αδιάφορα. Πολύ έμπειρος, φίρμα στο ραδιόφωνο της Κρήτης.

Ο εξ΄ αγχιστείας με κοίταξε καχύποπτα.

- Και τι εκπομπή θα κάνετε;

Σκέφτηκα να πω κάτι εντυπωσιακό.

- Εκπομπή Λόγου και Τέχνης, είπα, και κατέβηκα τις σκάλες με γρήγορο βήμα.

Πριν φτάσω στο μπακάλικο σταμάτησα στον ΟΤΕ και πήρα τηλέφωνο το Χρήστο στην Αθήνα. Του εξήγησα ότι όφειλε να εμφανιστεί στην Ικαρία πριν την ερχόμενη Τρίτη και να φέρει μαζί του και μουσική. Επίσης να προσέχει να μην κρυώσει και χαλάσει η βελούδινη φωνή του που κάνει τα κορίτσια να αναριγούν. Ο Χρήστος αντελήφθη ότι κάποιο λάκκο έχει η φάβα, και ρώτησε προς τι το ενδιαφέρον. Του εξήγησα ότι ήταν πλέον παραγωγός στον ΙΚΑΡΙΑ FM και καλά θα έκανε να μπει στο πετσί του ρόλου του σύντομα. Κόντεψε να του πέσει το ακουστικό από τα χέρια αλλά εγώ δεν είχα άλλα λεφτά για τηλέφωνο αν ήθελα να γυρίσω με τα ψώνια από το μπακάλικο και του το έκλεισα κάπως απότομα.

Εμφανίστηκε Δευτέρα, χωρίς μουσική εκτός από κάτι ψωραλέες κασέτες με μπλουζ και θεωρώντας όλη την ιστορία χοντροκομμένη πλάκα. Όταν άρχισαν να τον πλησιάζουν διάφοροι άσχετοι και να τον ρωτάνε τι ώρα είναι η εκπομπή (που στο μεταξύ είχα διαφημίσει ολονυχτίως στα μπαράκια και τα ουζερί της ευρύτερης περιοχής) και τι ακριβώς θα πει «εκπομπή λόγου και τέχνης», τον ζώσανε τα φίδια και ήρθε και με βρήκε σε έξαλλη κατάσταση. Αλλά ως πολιτισμένος άνθρωπος που είναι, αυτοκυριαρχήθηκε γρήγορα, και σε λίγη ώρα ήμασταν χωμένοι στο στούντιο και ψάχναμε για τραγούδια.

Τρίτη 8 Αυγούστου του '89, τέσσερις παρά πέντε η ώρα, με όλο τον κόσμο στις παραλίες, περνάγαμε ξανά την πόρτα του σταθμού. Οι προηγούμενοι ήταν κάτι πιτσιρικάδες (δηλαδή δεκάξι-δεκαεφτά) που παίζανε μέταλλα. Εμείς οι μεγάλοι (δηλαδή εικοσιένα-εικοσιδύο) μπήκαμε με το σοβαρότερο ύφος του κόσμου, αλλά κάπως μπλαζέ. Σε λίγο ο ένας τους σηκώθηκε από το μικρόφωνο και μας παραχώρησε τη μία καρέκλα. Μετά σηκώθηκε και ο άλλος από την κονσόλα αφήνοντας ένα τραγούδι να παίζει και έκανε να βγει προς τα έξω. Τον τσάκωσα στην πόρτα την πιο κρίσιμη στιγμή.

- Πού είναι ο ηχολήπτης;
- Ποιος;
- Ο τεχνικός ήχου.

Σήκωσε τους ώμους και μου έδειξε την κονσόλα. Μπορούσα να καταλάβω ότι ήταν οχτακάναλη, αλλά μέχρι εκεί. Γύρισα στο Χρήστο – την κοίταζε με το ίδιο έντρομο βλέμμα που είχα κι εγώ. Ο μικρός μας λυπήθηκε μάλλον και ξανάκατσε στην καρέκλα «για πέντε λεπτά μόνο, εντάξει;». Τελικά έκατσε ολη την ώρα.

Στις τέσσερις και δέκα, ακριβώς μετά το σήμα, έβαλα να παίζει από μια κασέτα το «Καλοκαίρι» του Σαββόπουλου. Ο Χρήστος φόρεσε τα ακουστικά, έπιασε το μικρόφωνο και ανακοίνωσε στο κοινό του ΙΚΑΡΙΑ FM ποιο σταθμό άκουγε, το διαδημοτικόν του πράγματος, και το όνομα του ενός εκ των παραγωγών – το δικό μου. Ύστερα μου έκανε νόημα, ο μικρός άνοιξε την ένταση του δικού μου μικροφώνου και εγώ είπα το όνομα του ετέρου εκ των παραγωγών – του Χρήστου. Και συμπλήρωσα:

- Ακούτε την εκπομπή «Καλοκαιρινός Άνεμος»

Ακούστηκε πάλι η μουσική, κι έσκυψα πάνω στα σκονάκια που είχαμε ετοιμάσει για το πρώτο θέμα της εκπομπής, που ήταν (τι άλλο;) «Είμαστε στον αέρα». Μόλις μου είχε περάσει από το μυαλό ότι η εκπομπή θα έπρεπε να λέγεται μάλλον «Μελτέμι», αλλά ήταν πια αργά. Ο «Καλοκαιρινός Άνεμος» είχε ήδη ξεκινήσει να φυσάει στα ραδιοφωνικά πράγματα του τόπου. Ο Χρήστος μιλούσε στο μικρόφωνο με τη βαθειά βελούδινη φωνή που έχουμε ήδη υπονοήσει νωρίτερα στο κείμενο, εγώ έψαχνα στα αυλάκια του πικάπ την έναρξη του επόμενου τραγουδιού, ενώ το τηλέφωνο για την πρώτη αφιέρωση άρχισε να χτυπάει.

Είμασταν στ’ αλήθεια στον αέρα.

(συνεχίζεται)

Σ.Σ. Την εικονογράφηση της ανάρτησης τη δανείστηκα από την ομώνυμη ταινία του Γούντι Άλλεν (1987) και από ένα σχετικό με ραδιόφωνα ιστολόγιο. Από την ομάδα που ξεκίνησε τον ΙΚΑΡΙΑ FM θυμάμαι σήμερα αμυδρά έναν τύπο που ήταν υπάλληλος στο Ταχυδρομείο αλλά μου διαφεύγει το όνομά του, το δάσκαλο και παλιό ραδιοερασιτέχνη (στα βραχέα) Δημήτρη Καρύδα, το Σπύρο Γάκη και τον Αργύρη Πολίτη. Ενεργό ρόλο έπαιζε και ο δημοσιογράφος Νάσος Μπράτσος - πιθανώς να υπήρχαν κι άλλοι που δεν τους θυμάμαι. Υπήρχαν βέβαια αρκετοί κατά συνθήκην παραγωγοί, εξίσου ερασιτέχνες με εμάς, εκείνο το τρελό καλοκαίρι, αλλά θυμάμαι και εκπομπές από λίγο πιο έμπειρους ανθρώπους.

Ο «μικρός» κατά συνθήκη ηχολήπτης, καλή του ώρα, λεγόταν Νίκος Ραντάς.


ΥΓ. 9/2008: Εντόπισα κάπου τις ηχογραφήσεις μερικών εκπομπών, πράγμα που μου επέτρεψε να αποκαταστήσω στο παραπάνω κείμενο τη σωστή μέρα και ώρα - όχι ότι έχει καμιά ιδιαίτερη σημασία. Η συχνότητα του ΙΚΑΡΙΑ FM ήταν στους 101,2 τελικά.

5 σχόλια:

Idom είπε...

Αγαπητέ κε Ροβιθέ!

Πολύ ωραίες και πολλά υποσχόμενες οι μέρες ραδιοφώνου σας. Αναμένω την /τις συνέχειες για να τοποθετηθώ σφαιρικά.

Δεν μπορώ όμως να μην σκεφτώ ότι τα ελεύθερα, σχεδόν τσάμπα bloggs, οι ιστοσελίδες και τα παρόμοια είναι η επόμενη γενιά τής ελεύθερης, πειρατικής ραδιοφωνίας. Όποιος θέλει γράφει τον καημό του, με δυνητική πρόσβαση σε (δισ)εκατομμύρια ακρατών / αναγνωστών / θεατών.
Τελικά, μεγάλη "γείωση" το Internet...

Σας φαντάζομαι με ολίγον μπλαζέ ύφος να κάθεστε μπρος στο πληκτρολόγιο έτοιμος να μας φυσήξετε καλοκαιρινό αεράκι (και χειμωνιάτικο και φθινοπωρινό κ.λπ.) :-) !

Καλά μπάνια!
Idom

Αόρατη Μελάνη είπε...

Αναθυμούμαι τις δικές μου μέρες ραδοφώνου, στα φοιτητικά μου χρόνια, όταν μαζί με έναν κοινό γνωστό μας (η προστασία προσωπικών δεδομένων μου απαγορεύει να αποκαλύψω ποιον) κάναμε τους ραδιοφωνικόυς παραγωγούς σε ραδοστιαθμό που είχε στηθεί στα πλαίσια των καταλήψεων των πανεπιστημίων το 87 (το 1987 μετά χριστόν, βεβαίως, βεβαίως).

Κλασσική μουσική με έμφαση στην όπερα, μεταξύ δεκάτης και ενδεκάτης πρωινής - στριμωγμένη ανάμεσα στα μπλουζ και τα ροκάκια που μετέδιδαν οι άλλοι... (αναστεναγμός)... τι μέρες κι εκείνες!

Θυμάμαι επίσης ότι μια μέρα η μάνα μου άκουγε ράδιο και κατά τύχη έπιασε το σταθμό μας, και τηλεφώνησε για να εκφράσει τη συμπαράστασή της στους αγωνιστές. Εγώ δεν ήμουν στο θάλαμο, μίλησε με κάποιον συμφοιτητή μου, ο οποίος είπε στον αέρα κάτι σαν "ευχαριστούμε την μαμά της [ακολουθεί το όνομά μου] που μας τηλεφώνησε", μπλα μπλα μπλα. Την επομένη όλοι με σταματούσαν και με ρωτούσαν "εσύ είσαι αυτή που η μαμά της πήρε τηλέφωνο;"

Η μαμά μου ανέκαθεν ήταν πολύ ροκ!

Άκης είπε...

ο μικρός της παρέας δεν θυμάται τις μέρες των ραδιοπειρατών (άντε από καμιά βιντεοταινία της κακιάς ώρας)παρόλα αυτά το κείμενο βρίθει λογοτεχνίας.

Σου ταιριάζει το γράψιμο, λέω εγώ.

Idom είπε...

Αγαπητέ κε Ροβιθέ!

Τι θα γίνει;
Κόκαλα έχει το δεύτερο μέρος;
Μεσοδρομεί ο Σεπτέμβρης...

Idom

Β. είπε...

@Idom

Αγαπητέ συν-ιστολογιότατε,
επειδή μόλις επανήλθα στις ταχείες λεωφόρους τους διαδικτύου (λόγω διακοπών ήμουν στις δύσβατες ατραπούς) θα χρειαστεί να εξασκήσετε λίγο την υπομονή σας. Το δεύτερο μέρος θα ακολουθήσει οσονούπω, αλλά προς το παρόν προηγούνται άλλα, πιο επείγοντα. Υπομονή...

Με την ευκαιρία, μήνα που να μεσοδρομεί στις 4 δεν έχω ματασυναντήσει. Οκταήμεροι είναι οι μήνες σας;

@Αόρατη Μελάνη
Κλασική μουσική σε κατάληψη; Και θέλετε να σας πιστέψω κιόλας; Θα ρωτήσω τη μαμά σας, καλού κακού.

Αλήθεια έχουμε κοινούς γνωστούς; Τι ωραία! Μια παρέα όλοι οι ιστολογούντες...

@Άκη
Καλέ τι μικρός, σε ηλικία της παντρειάς είστε, μια χαρά... Ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια πάντως.