«Κάνε με να κλάψω» είπε ο βασιλιάς
«κάνε με να κλάψω» είπε και γέλαγε.
«Χάθηκε η μάχη, κάνε με να κλάψω,
χάθηκε ο διάδοχος» είπε και γέλαγε.
«Ο εχθρός μου νίκησε, κάνε με να κλάψω,
χάνεται η χώρα μου» είπε και γέλαγε.
«Δύναμη στο κλάμα» είπε ο τζουτζές
«δεν έχω καμιά» είπε και γέλαγε.
«Των δακρύων την τέχνη δεν μου τη διδάξανε,
δεν μου τη ζητήσανε» είπε και γέλαγε.
«Με διαταγή σου, έγινα χαρούμενος,
Ξέμαθα στον πόνο» είπε και γέλαγε.
«Τώρα, πώς θα κλάψω;» είπε ο τζουτζές.
«Τώρα, πώς θα κλάψω;» είπε ο βασιλιάς.
«Τώρα, πώς θα κλάψω;» είπε και γέλαγε.
Αργύρης Χιόνης - Ό,τι περιγράφω με περιγράφει (2010)
(Από την ενότητα «Προσωπεία»)
Να πω ότι είμασταν φίλοι κολλητοί, ψέματα θα πω. Το ακριβέστερο θα είναι να πω ότι περάσαμε από τα ίδια μέρη και γνωρίσαμε τους ίδιους πάνω κάτω ανθρώπους, με μια μικρή διαφορά φάσης, αρκετή πάντως ώστε να μην κάνουμε κοντινή παρέα στ’ αλήθεια· είχαμε το είδος εκείνο της σχέσης που μπορείς να βρεθείς στο ίδιο πάρτυ ή στο ίδιο μαγαζί και να περάσεις καλά, έχεις ανταλλάξει τηλέφωνα και friend requests, αλλά στη φάση που είσαι μόνος σου και ψάχνεις να βρεις ένα φίλο δε σκέφτεσαι «μωρέ ας πάρω τη Ζωή». Τώρα αναδρομικά το σκέφτομαι με μια ορισμένη – πώς να το πω; – τύψη που δεν έτυχε να σηκώσω το ρημαδοτηλέφωνο πάνω από δυο-τρεις φορές εκείνα τα πρώτα χρόνια μου στην Κρήτη (πρώτα δικά μου, τελευταία δικά της). Η διαφορά φάσης, που λέγαμε.
Ίσως πάλι να φταίει το ψάρωμα που έφαγα όταν πρωτογνωριστήκαμε. Κανονικά δε θα έπρεπε να ψαρώσω, διότι της έριχνα μια δεκαετία γεμάτη και βάλε, εγώ ήδη εφτά-οχτώ χρόνια ποσντόκος, εκείνη ακόμα πάλευε με το διδακτορικό εκείνο το απόγευμα του 2007 που συμπέσαμε στο Πι του ισογείου του ΙΤΕ, δίπλα στο παρασκευαστήριο με τα χημικά και το ζυγό. Περίμενα να τελειώσει τη δουλειά της για να ζυγίσω όξινο ή δισόξινο φωσφορικό νάτριο ή κάτι τέτοιο. Ήμουνα η καινούργια φάτσα του ορόφου και με κοίταξε με κάποιο ενδιαφέρον. Η δικιά της φάτσα ήταν ενδιαφέρουσα έτσι κι αλλιώς. Πιάσαμε κουβέντα, είπαμε σε ποιο εργαστήριο είναι ο καθένας κλπ. Συνειδητοποίησα ότι δεν είχα ρωτήσει το όνομά της.
- Ζωή με λένε. Ζωή Ταμπάκη.
- Ταμπάκη, ε; Από ποιο μέρος της Κρήτης είσαι;
Με κοίταξε σα να της είχα προσβάλλει την οικογένεια.
- Άκουσε να σου πω φιλαράκι, άμα ήμουνα Κρητικιά θα με λέγανε Ταμπακάκη. Όμως με λένε Ταμπάκη και είμαι Περαιώτισα. Κατάλαβες;
Μπορεί και να της είχα προσβάλει την οικογένεια, αν έκρινα από τον τρόπο που είπε το «Πε-ραι-ώ-τι-σα», συλλαβιστά, ακολουθούμενο από ένα κοφτό «Κατάλαβες;» Μπορεί και να μην της την είχα προσβάλλει πάντως, διότι με είδε που πάγωσα και ξέσπασε σε ένα γάργαρο, κελαρυστό γέλιο που ξεθύμανε μετά από ώρα σε ένα τρισύλλαβο λιγάκι επιτηδευμένο «χο χο χο».
- Μην ψαρώνεις ρε, πλάκα σου κάνω, χο χο χο. Απλά κοντεύω να κλείσω δέκα χρόνια εδώ πέρα κι έχει αρχίσει και μου τη δίνει λίγο η Κρήτη, κατάλαβες;
Ύστερα μου χαμογέλασε. Είχε ωραίο χαμόγελο, αναμφίβολα. Ήταν από τα πράγματα που τη χαρακτήριζαν, ίσως, μαζί με αυτό το «χο χο χο» που κόλλαγε σήμα κατατεθέν εδώ κι εκεί. Και τον κάπως «μάγκικο» τρόπο εκφοράς του λόγου που ερχόταν σε μια ορισμένη αντίθεση με την εικόνα μικροκαμωμένης, ολίγον ανυπεράσπιστης, κοπελίτσας των εργαστηρίων που αρχικά έβλεπες. Λίγο όμως αν τη γνώριζες καλύτερα καταλάβαινες ότι ούτε μικρό και αδύναμο κοριτσάκι ήτανε, ούτε ντεμέκ μαγκάκι. Ήταν απλά η Ζωή, τίποτα περισσότερο ή λιγότερο. Αυτό μόνο.
Δέκα χρόνια στην Κρήτη δεν ήταν και λίγα· σπουδές, μάστερ, διδακτορικό, και μάλιστα ένα διδακτορικό πολύ μπλεγμένο και πολύ κοπιαστικό, που κράτησε αρκετό καιρό ακόμα, δύο ή τρία χρόνια, χρόνια κουραστικά από πολλές απόψεις. Η Ζωή κάποτε ξέμπλεξε, ή σχεδόν ξέμπλεξε, κι έβαλε πλώρη για πιο μακριά. Βρέθηκε στην Αμερική, στη Νέα Υόρκη. Η αμερικανική παροικία της ευρύτερης παρέας είχε ήδη κάμποσα μέλη· μια γενιά (μια από τις πολλές γενιές) ανθρώπων που δεν βρίσκουν την άκρη εδώ και τραβάνε στην άκρη του κόσμου. Brain drain.
Έφυγα κι εγώ για την Ολλανδία περίπου την ίδια εποχή. Χάρη στα social media και τους κοινούς φίλους κρατάγαμε μια επαφή· πιο κοντινή τελικά στη φάση που είμασταν και οι δύο ξενιτεμένοι, παρά όταν ζούσαμε στην ίδια πόλη. Μη φανταστείτε τίποτα υπερβολικό, κανένα λάικ σε τίποτα φωτογραφίες, καμιά σαχλοκουβέντα για θέματα της επικαιρότητας, καμιά πιο σοβαρή κουβέντα όταν στην Ελλάδα ζόριζαν τα πράγματα, μερικά chat τύπου «έλα ρε, πως τα περνάς» «καλά ρε, εσύ; Διάβασα το μπλογκ σου, χο χο χο, πλάκα είχε», μια γενική ευχή να τα πούμε από κοντά αν βρεθούμε ταυτόχρονα στην Ελλάδα ή αν περάσει ο ένας από τη χώρα του άλλου.
Κοιτάζω το friendship στο timeline· σκόρπιες εικόνες από όλα αυτά τα χρόνια. Ευχές στις γιορτές και τα γενέθλια. Κάτι φωτογραφίες από γάμους φίλων, φωτογραφίες με παιδιά φίλων, φωτογραφίες διακοπών στην Ελλάδα, αποκριάτικων πάρτυ στην Αμερική. Οι αμερικάνοι (;) φίλοι της στο εργαστήριο να της γράφουν στα σχόλια “Ho ho ho, malakinha”. Φωτογραφίες με τα μαλλιά καρέ ή πιο μακριά, πιο κόκκινα ή πιο καστανά, με εκείνη τη λάμψη στο βλέμμα (μεγάλα, καταπράσινα μάτια) και το χαμόγελο, πάντα. Της πόσταρα μια φορά τον «Πινόκλη», ένα παλιό ρεμπετοφανές ζεϊμπέκικο της Αμερικής, σε εκτέλεση του Θανάση Παπακωνσταντίνου.
Εις τον Πειραιά καθόμουνα, που είναι το Πασαλιμάνι
Μα στο Νιουγιόρκι κάθομαι, στη Μάντισον σε χάνι.
Πάτησε «λάικ». Μετά πιάσαμε μια διαδικτυακή κουβέντα κάμποση ώρα. Κατά καιρούς λέγαμε διάφορα στο chat, για τα πράγματα που αφήσαμε πίσω, για το άρθρο από το διδακτορικό της που δεν έλεγε να δημοσιευτεί και την κρατούσε δέσμια σε χαμηλότερο status από όσο της αναλογούσε, για τους κοινούς φίλους, για το άδηλο μέλλον. Για την φίλη μας την Ειρήνη, κάτοικο Νέας Υόρκης εκείνη την εποχή, που από μια ζαλάδα βρέθηκε από τη μια μέρα στην άλλη να αναρρώνει από επέμβαση αφαίρεσης όγκου από το κεφάλι της. Για τον ξαφνικό θάνατο του παλιού διευθυντή του Ινστιτούτου. Για ένα επικείμενο ταξίδι της στην Πορτογαλία (όπου εγώ είχα μετακινηθεί πια) όπου δεν συμπέσαμε διότι λόγω ελληνικού Πάσχα ήμουν στην Ελλάδα, αν και της έδωσα ακριβείς οδηγίες πού να πάει και τι να κάνει για να περάσει όμορφα στη Λισσαβώνα (όπως και πέρασε, από ό,τι μου έγραψε μετά).
Θυμάμαι το ψιλοδούλεμα που μου έριξε όταν της είπα ότι ξαναγυρίζω στην Κρήτη. Θυμάμαι που την τρολάριζα ελαφρώς μια φορά πέρσι, αρχές καλοκαιριού, που έκλεισε τηλεφωνικό ραντεβού με την Ειρήνη (που είχε μετακομίσει στο Σηάτλ εν τω μεταξύ σε αναζήτηση υγιέστερων συνθηκών ζωής εν γένει) σε ανοιχτό σχόλιο στο timeline. «Κορίτσια, σας βλέπει ο κόσμος όλος». «Άσε μας ρε Μπιλ, το θέμα είναι σοβαρό».
Ήταν σοβαρό. Θα μπορούσε να ήταν ένας απλός, αν και επίμονος πόνος στα κόκκαλα, μια παρενέργεια του τζόγκιγκ όπως την είχαν διαβεβαιώσει αρχικά. Όμως ήταν ένα επιθετικό, μεταστατικό, κακοήθες μελάνωμα όπως αποδείχτηκε όταν ήρθε στην Ελλάδα και ξεκίνησε θεραπεία. Μια άνιση, απελπισμένη, σύντομη μάχη, που την τσάκισε σε λίγες βδομάδες. Έφυγε τον Οκτώβρη του 2014· είχε κλείσει τα 35 λίγους μήνες πριν.
Να πω ότι είμασταν φίλοι κολλητοί, ψέματα θα πω. Δεν ανέβηκα στην Αθήνα για την κηδεία της, και δεν μπόρεσα να πάω σε ένα μνημόσυνο που έκανε μια φίλη της εδώ κοντά. Τη σκέφτομαι όμως πότε-πότε, είναι αλήθεια, με μια αίσθηση «γιατί ρε γαμώτο», όχι τόσο για τα (ελάχιστα) πράγματα που ζήσαμε ως κοινή εμπειρία, αλλά για το πλήθος των πραγμάτων που ενδεχομένως δεν πρόλαβε να ζήσει και να χαρεί όσο θα της άξιζε: ερωτευμένα καλοκαίρια σε νησιά, ξημερώματα δίπλα στη θάλασσα στο Λιβυκό, γιορτές αγαπημένων προσώπων, τα παιδιά των φιλενάδων της που μεγαλώνουν, το άρθρο της διατριβής της που δημοσιεύτηκε εν τέλει μεταθανατίως, με ένα σταυρουδάκι δίπλα στο όνομά της (dedicated to the memory of…) – μια ελάχιστη, πολύ καθυστερημένη δικαίωση.
Πριν λίγο καιρό με τσίγκλησε μια πρωτοβουλία της Ειρήνης από το μακρινό Σηάτλ. Ήθελε να τρέξει, στη μνήμη της Ζωής, σε έναν αγώνα δρόμου με το όνομα Miles for Melanoma, που αποσκοπούσε στη συγκέντρωση χρημάτων για την έρευνα στο Μελάνωμα. Μερικές φίλες και φίλοι από διάφορα μέρη του κόσμου ανταποκρίθηκαν στην πρωτοβουλία αποφασίζοντας να τρέξουν μαζί της, την ίδια ώρα, όπου κι αν βρίσκονταν. Το πράγμα οργανώθηκε εν τάχει διαδικτυακά, και κατά παράδοξο τρόπο αγκάλιασε όλη τη Γη, από τη Δυτική Ακτή της Αμερικής ως τη Νέα Ζηλανδία, και ποικίλες εθνότητες παλιών φίλων, συνεργατών, γνωστών ή και αγνώστων που βρήκαν καλή την ιδέα.
Έτσι, την Κυριακή 8 το πρωί ώρα Σηάτλ (6 το απόγευμα ώρα Ηρακλείου, ευτυχώς για μερικούς από μας) μαζευτήκαμε καμιά τριανταριά στην είσοδο του Κούλε στο βενετικό λιμάνι του Ηρακλείου, και πορευτήκαμε κατά μήκος του λιμενοβραχίονα και πάλι πίσω (σχεδόν 5 χιλιόμετρα το όλον, ίση απόσταση με τα 3,1 μίλια του Σηάτλ). Ορισμένοι κρατούσαν μερικά λουλούδια, που τα άφησαν στη θάλασσα από την άκρη του μώλου. Άλλοι ήρθαν με παιδιά στο χέρι, άλλοι στο καρότσι, άλλοι στην κοιλιά. Άλλοι έτρεξαν, άλλοι περπατήσαμε (καθότι την τελευταία φορά που εγώ τουλάχιστον έτρεξα στη ζωή μου, η Ζωή πρέπει να μπουσούλαγε ακόμα).
Σε άλλα μέρη του κόσμου κάποιοι έκαναν ποδήλατο, άλλοι αναρρίχηση. Κοιτάζω τη σελίδα του event λίγες ώρες αργότερα και ανακαλύπτω άγνωστα μέρη στη Χιλή, τη Βραζιλία, το Μεξικό, σε κάμποσες πολιτείες της Αμερικής, στην Αυστραλία. Τη γνωστή μου γέφυρα της 25ης Απρίλη στις όχθες του Τάγου στη Λισσαβώνα. Δρόμους του Ρότερνταμ και του Μονάχου, πάρκα της Οξφόρδης, της Νέας Υόρκης, του Σικάγου. Κόσμο πολύ να κατηφορίζει στην Πειραϊκή, με καρφιτσωμένο στη μπλούζα το αθώο σχεδιάκι της Ειρήνης με κάποιον που τρέχει μέσα σε μια καρδιά που γράφει “For Zoaki”, υπό τα απορημένα βλέμματα των περαστικών που αναρωτιούνται τι είδους ζωάκι να είναι αυτό άραγε.
Στα απομεινάρια της μέρας επιπλέον διόμισι-τρεις χιλιάδες δολάρια (μια μαγιά που ίσως μεγαλώσει στο μέλλον) που θα διατεθούν στην έρευνα για το μελάνωμα, πλήθη φωτογραφιών με πάνω από διακόσιους ανθρώπους παγκοσμίως που μνημονεύουν το Ζωάκι, κι ένα ραντεβού για του χρόνου.
Του χρόνου μπορεί και να δοκιμάσω να τρέξω· καλά να είμαστε ως τότε.
Life is short, γαμώτο.
Μνήμη Ζωής Ταμπάκη (1979-2014) και όλων των προώρως αναχωρησάντων.
Της Αγια-Τριάδας ήρθαν μέρες φτερωτές: Η Αγία Τριάδα / Φιλοξενία του Αβραάμ, του Αντρέι Ρουμπλιόφ.
Ο γάμος είναι σχετικά κλειστός, σχεδόν οικογενειακός, πράγμα που για τα κρητικά δεδομένα σημαίνει ίσαμε διακόσιους καλεσμένους. Εγώ δεν είμαι της οικογενείας οπότε για να περιληφθώ στον αριθμό εικάζω ότι οι καλεσμένοι θα έπρεπε να είναι καμιά χιλιάδα, και βέβαια για να είμαστε δίκαιοι ορθώς δεν περιελήφθην καθότι με το ζευγάρι που παντρεύεται έχουμε συναντηθεί εν συνόλω δυο φορές στο σινεμά (τη μια τυχαία) και άλλη μία σε κάποια χορευτική παράσταση street art. Με τη νύφη είχαμε γνωριστεί προ πολλών ετών σε ένα ορειβατικό καταφύγιο όπου κατέφευγαν ξέμπαρκοι ιστιοπλόοι, ωστόσο με τη μικρή αδελφή της νύφης δουλεύουμε μαζί, στο ίδιο εργαστήριο, στα ίδια πειράματα και στα ίδια data.
Κουβεντιάζοντας περί γάμου σε κάποιο διάλειμμα από τα πειράματα, και αφού αναφερθήκαμε στο κατάλληλο σετάκι φούστα-μπλούζα-πατούμενο-τσαντάκι, στην προπαρασκευή του γαμοπίλαφου και στη σύνθεση της ορχήστρας, κάποιος τη ρώτησε την ακριβή ημερομηνία του γάμου.
- Είναι το τριήμερο του Αγίου Πνεύματος.
- Το Σάββατο;
- Όχι, την Κυριακή.
- Πώς έτσι;
Η μικρή αδελφή σήκωσε τους ώμους σε ένδειξη απορίας. Αλλά εκεί εμφανίστηκε ο ξερόλας κατηχημένος επιβλέπων να δώσει την κατάλληλη θρησκευτική διάσταση στο ερώτημα.
- Είναι επειδή εκείνο το Σάββατο δεν γίνονται γάμοι.
- Και γιατί δεν γίνονται γάμοι εκείνο το Σάββατο;
- Διότι είναι Ψυχοσάββατο.
- Α...
Το εν λόγω «α» σήμανε λήξη του διαλείμματος και επιστροφή στα πειράματα, αλλά εμένα μου καρφώθηκε το Ψυχοσάββατο διότι αν και ξερόλας κατηχημένος απόξω-απόξω, από οικογενειακές διασυνδέσεις περισσότερο, στο εν λόγω ζήτημα έχω διάφορες απορίες. Θυμήθηκα τη μάνα μου που αναφερόμενη στη συγκεκριμένη ημέρα μιλούσε για τον πατέρα της που έλεγε ένα στιχάκι κάπως σαν:
Του κόσμου όλα τα Σάββατα να παν και να γυρίσουν
του Σουρουλού το Σάββατο να μην ξαναγυρίσει.
Το βράδυ γκούγκλισα το στιχάκι μήπως εντοπίσω περισσότερα, δεδομένου ότι η μνήμη της μάνας μου δεν είναι πλέον σε θέση να βοηθήσει· άλλωστε και τους καλούς ακόμα καιρούς δεν ήταν ιδιαιτέρως ακριβής. Με μια ορισμένη έκπληξη είδα ότι «του Σουρουλού» πρέπει να είναι ικαριακή ή ακόμα και οικογενειακή μας παραφθορά μια άλλης έκφρασης που πρέπει να είναι κανονικά «του Ρουσαλιού». Συναντάω παραλλαγές του παροιμιακού στίχου σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, στη Μάνη, στην Ήπειρο, σε διάφορα νησιά. Το Ψυχοσάββατο της Πεντηκοστής είναι πότε του Ρούσαλη, πότε του Ρουσαλιού, ονομασία που από ό,τι διαβάζω εδώ αναφέρεται (μάλλον με αρνητική χροιά) και στα πρακτικά της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου (Τοιαύτη πανήγυρις αλλόκοτος εστί και τα λεγόμενα ρουσάλια...).
Προφανώς σχετίζεται με προγενέστερη παγανιστική γιορτή των νεκρών με τη ρωμαϊκή ονομασία rosalia, όπου οι ζώντες προσέρχονται στα μνήματα με τριαντάφυλλα (rosas) και τιμούν τη μνήμη των νεκρών. Την εποχή της Πενθέκτης συνόδου ο σχετικά πρόσφατα εκχριστιανισθείς παγανιστικός κόσμος διατηρούσε ανάμνηση αυτών των γιορτών και κάπως έτσι «άτυπα» εντάχθηκαν στο χριστιανικό εορτολόγιο: το Ψυχοσάββατο της Πεντηκοστής αντικατέστησε (ή υποκατέστησε) τα rosalia.
Και γιατί τόση στεναχώρια αυτό ειδικά το Σάββατο (ή Ψυχοσάββατο) και όχι κάποιο άλλο (π.χ. το Ψυχοσάββατο πριν την Κυριακή των Απόκρεω); Φαντάζομαι χάρη στην παράδοση που αναφέρεται εδώ κι εκεί περί Ρουσαλιού, ότι είναι, λέει, η μέρα που οι ψυχές ξαναγυρίζουν στον κάτω κόσμο· ότι και καλά χάρη σε μεσολάβηση της Παναγίας ο Θεός αφήνει τις ψυχές να κυκλοφορούν στον απάνω κόσμο από τη μέρα της Ανάστασης μέχρι τη μέρα της Πεντηκοστής περίπου, κι ότι το Σάββατο που προηγείται της Πεντηκοστής είναι μέρα στενόχωρη διότι είναι η τελευταία τους μέρα και πρέπει να γυρίσουν.
Χρησιμοποιώ τις οικογενειακές μου διασυνδέσεις για να μάθω περισσότερα επ’ αυτού· ρωτάω αν επισήμως (εκκλησιαστικά, εννοείται) το εν λόγω Ψυχοσάββατο έχει κάποια ειδική ονομασία. Από την άλλη πλευρά της τηλεφωνικής γραμμής η φωνή από το Άγιο Όρος με προσγειώνει: ούτε ρουσάλια, ούτε σουρουλού, ούτε σουρλουλού. Ψυχοσάββατο της Πεντηκοστής και μόνον. Αναφέρω την ιστορία με τις ψυχές που κυκλοφορούν στον πάνω κόσμο· η φωνή μου εξηγεί με το ελαφρά συγκαταβατικό ύφος που επιφυλάσσεται στους ακατήχητους ξερόλες ότι άπαξ και η ψυχή πάρει εν τέλει το δρόμο της για «πάνω» ή για «κάτω», είθισται να μην κάνει βόλτες με τους ζωντανούς και μάλιστα με ετήσια περιοδικότητα.
- Βέβαια, συμπληρώνει, παρηγοριούνται οι άνθρωποι καμιά φορά νομίζοντας ότι είναι κοντά οι ψυχές των δικών τους και έτσι στη λαϊκή παράδοση κυκλοφορούν διάφορα, όπως βλέπεις.
Αποχαιρετώ με ευχές για την Πεντηκοστή και σκέφτομαι ότι του Σουρουλού ή Ρουσαλιού ή όπως αλλιώς λέγεται Σάββατο πέρασε χτες και κυκλοφορώ στο άδειο (ούτως ή άλλως) από ψυχές σπίτι κι ετοιμάζομαι να πάω στο εργαστήριο στα πλαίσια των πειραμάτων και των data καθώς η μικρή αδελφή σήμερα δεν ευκαιρεί διότι σήμερα γάμος γίνεται σ’ ωραίο ακρογιάλι για να ακριβολογούμε, κι ύστερα μου κολλάει ο στίχος «της Αγιά-Τριάδας ήρθαν μέρες φτερωτές» και σκέφτομαι χορούς και πανηγύρια και το συρτό που μας πάει πίσω απ’ το ιερό και σιγοσφυρίζω τη μελωδία μαζεύοντας τα συμπράγκαλα που θα χρειαστώ για τη δουλειά.
Παρηγοριούνται οι άνθρωποι καμιά φορά, αλήθεια είναι.
Νύχτα ξαστεριά, άσπρο φουστανάκι, πάτημα ελαφρό, και η ώρα η καλή.
Μια εικόνα από το προκατασκευασμένο κτίριο της Λεωφόρου Κνωσσού, πολύ μεταγενέστερη από την εποχή της πτέρυγας Ο.
Τώρα πια κοντεύω να κλείσω διετία στο δεύτερο πέρασμά μου από την Κρήτη και φαίνεται πως μου επιφυλάσσει ακόμα μερικές εκπλήξεις η εμπειρία. Περισσότερο βέβαια από τον τόπο τις εκπλήξεις μάλλον μου τις επιφυλάσσει η δουλειά, μια και πριν καμιά βδομάδα μου ανακοίνωσαν ότι μια και είμαι καλός και στα προφορικά και στα γραπτά (ελέω ιστολογίου, υποθέτω) θα με βάλουν να διδάξω κι ένα τριωράκι στο πόδι του καθηγητή που παραιτήθηκε μεν πέρσι αλλά κάνει ακόμα μαθήματα λόγω της λειψανδρίας που κατατρέχει το Τμήμα. Εννοείται πως δεν είμαι καθηγητής κανενός είδους· απλώς στους μνημονιακούς καιρούς μας οι προσλήψεις νέων διδασκόντων στα Πανεπιστήμια έχουν εκλείψει και οι αποχωρήσεις παλαιών διδασκόντων για διαφόρους λόγους είναι συνεχείς με αποτέλεσμα σε μερικά γνωστικά αντικείμενα να ψάχνουν διδάσκοντα με το ντουφέκι (τζάμπα, εννοείται, καθότι δεν υπάρχει σάλιο). Φαντάζομαι το Πανεπιστήμιο Κρήτης δεν πρέπει να είναι από τα χειρότερα από αυτή την άποψη τηρουμένων των αναλογιών, πάντως με τούτα και με κείνα μπήκα σε ένα παράξενο τριπάκι και άρχισα να ανακαλώ την πρώτη μου επαφή με το Ίδρυμα, όταν ήμουν ακόμα φοιτητής – αν και αλλού.
Τα χρόνια εκείνα το Πανεπιστήμιό μας ήταν ακόμα νεαρό, λίγων μόλις χρόνων. Βέβαια σε σχέση με κάτι Οξφόρδες και κάτι Μπολώνιες και κάτι Λέιντεν, ακόμα νεαρό είναι, δεν ξέρω αν έχει κλείσει ούτε τα σαράντα (που μπροστά στα πεντακόσια και στα οχτακόσια και στα χίλια των άλλων ή έστω στα πατημένα εκατονεβδομήντα του Αθήνησι πάλι ένα τίποτα είναι). Την εποχή εκείνη πάντως ήταν ακόμα νήπιο που μόλις είχε μάθει να περπατάει και πάμπολλες σχολές και τμήματά του στεγάζονταν «προσωρινά» σε ένα λυόμενο στη λεωφόρο Κνωσσού και τα τωρινά γκράντε κτίρια στα Βασιλικά Βουτών ήταν ακόμα σχέδια επί χάρτου – αν υπήρχαν ολωσδιόλου.
Το τμήμα που σήμερα με φιλοξενεί δεν δεχόταν ακόμα προπτυχιακούς φοιτητές, και στην πτέρυγα Ο του λυομένου που λέγαμε συστεγαζόταν με το ερευνητικό ινστιτούτο που σήμερα βρίσκεται παραδίπλα (και που κι αυτό με φιλοξένησε στο παρελθόν για κάμποσα χρόνια) σε μια σχέση τόσο στενής αλληλεξάρτησης που δεν καταλάβαινες ακριβώς ποιος είναι ποιος και πού ανήκει μέσα στο πλήθος που κυκλοφορούσε στους φορτωμένους διαδρόμους του λυομένου, όπου αργόσχολοι προπτυχιακοί (των άλλων τμημάτων, είπαμε) και πολυάσχολοι μεταπτυχιακοί («δικοί μας» κατά τεκμήριο) διασταυρώνονταν με τρελαμένους ερευνητές που σκόνταφταν ενίοτε πάνω στη γάτα που ήταν η μασκότ του εργαστηρίου των ζυμομυκήτων, του τελευταίου δεξιά όπως έβγαινες από την Ο προς το εξωτερικό περιβάλλον ώστε ο επικεφαλής ερευνητής Θ. (Θεός σχωρέστον τώρα πια) να μπορεί να καπνίζει όντας εκτός κτιρίου κατά το ήμισυ και ταυτοχρόνως να επιβλέπει τον εντός εργαστηρίου μεταπτυχιακό του κατά το άλλο ήμισυ έχοντας κατά νου λίγο και τη γάτα που συχνά ακροβατούσε μεταξύ μπουκαλιών ρυθμιστικών διαλυμάτων και ίσως ραδιενεργών ισοτόπων ενδεχομένως κατά παράβαση κάθε (a posteriori, οπωσδήποτε) έννοιας βιοασφάλειας.
Στις άλλες πτέρυγες του λυομένου κτιρίου με τα γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου (όχι όλα) στριμώχνονταν άλλα τμήματα της σχολής Θετικών Επιστημών (και ίσως όχι μόνο αυτής) τα οποία όμως δέχονταν ήδη προπτυχιακούς φοιτητές που έκαναν το χώρο να μοιάζει λίγο περισσότερο με νεοελληνικό πανεπιστήμιο της δεκαετίας του ’80, με τις αφίσες του, τα τραπεζάκια του, την εν γένει φασαρία του και το σχετικό χαβαλέ του. Μεταξύ αφίσας και χαβαλέ αρκετοί σπούδαζαν στ’ αλήθεια, και μεταξύ αυτών και ο κολλητός μου ο Χρήστος, εκκολαπτόμενος μαθηματικός Ικαριακής καταγωγής με σοβαρές επιστημονικές ανησυχίες που τον έκαναν να σηκώνεται άγριο χάραμα (για τα ικαριακά δεδομένα πάντα) για να ανέβει στην Κνωσσού να παρακολουθήσει τις πρωινές παραδόσεις. Τόσο άγριο χάραμα μάλιστα, που την πρώτη φορά που έσκασα μύτη από την Αθήνα με το πλοίο (που τότε όπως και τώρα έφτανε στο Ηράκλειο στις έξι το πρωί) κι είπα να μην του κουβαληθώ πριν τις οχτώμιση-εννιά ώστε να μπορεί να ξυπνήσει σαν άνθρωπος πριν του φορτωθώ, αυτός πρόλαβε παρόλα αυτά να γίνει μπουχός αρκετά νωρίτερα ώστε να πιάσει εγκαίρως θέση στην παράδοση που άρχιζε στις εννιά (οι αίθουσες του λυομένου δεν φημίζονταν για την ευρυχωρία τους άλλωστε) κι έμεινα να χτυπάω την πόρτα του τζάμπα και βερεσέ.
Βέβαια ως πολυμήχανος νέος που ήμουν τότε, δεν άργησα να στροφάρω αξιολογώντας την κατάσταση (να διευκρινίσω για τους νεώτερους ότι τα κινητά τηλέφωνα δεν είχαν εφευρεθεί ακόμα, ούτε καν το διαδίκτυο για instant messaging), κι αφού παράτησα συμπράγκαλα και σλήπιγκ-μπαγκ στο κεφαλόσκαλο της ταράτσας ώστε να μη δίνουν στόχο, βρήκα το λεωφορείο που πήγαινε Κνωσσό και που κατά προβλέψιμο τρόπο ήταν τίγκα στο φοιτηταριό. Το γεγονός ότι εγώ σπούδαζα στο γηραιό Καποδιστριακό και όχι στο νεαρό Πανεπιστήμιο Κρήτης και δη στο Δημοκρατικό Ηράκλειο διέλαθε της προσοχής του οδηγού του αστικού που ζήτησε να δει το φοιτητικό μου πάσο, κι ύστερα απλώς ακολούθησα το πλήθος που κατέβηκε ολοσούμπιτο στο Βενιζέλειο και γρήγορα στοιχήθηκε σε δύο αγήματα, ένα πιο κυριλέ που χώθηκε στα πέριξ του νοσοκομείου (προφανώς φοιτητές της Ιατρικής) κι ένα πιο μπρουτάλ και πρωτοδεσμίτικο που επάνδρωσε τάχιστα το λυόμενο.
Περιπλανήθηκα λίγο στο κτίριο (για πρώτη φορά από αρκετές που ακολούθησαν) και σύντομα κατέληξα στο κυλικείο όπου συνήθως παρατηρείται η μεγαλύτερη συγκέντρωση αργόσχολων στις πανεπιστημιουπόλεις. Μπορεί να ήμουν από άλλο μαγαζί, αλλά όλα τα Πανεπιστήμια σε κάποια πράγματα μοιάζουν. Βρήκα μια παρέα που έπαιζαν τάβλι και ρώτησα αν ήταν από το Μαθηματικό. Ήταν, φυσικά. Ρώτησα αν ήξεραν το Χρήστο. «Ξηγημένο παιδί, ντερβίσικο», απάντησαν, άρα τον ήξεραν, φυσικά. Ρώτησα αν τον είχαν δει σήμερα. Ναι, ήταν στο μάθημα, φυσικά. Θα έβγαινε οσονούπω αλλά να μην ανησυχώ, διότι θα πέρναγε από το κυλικείο σαν όλο τον κόσμο, φυσικά. Και πράγματι, λίγο αργότερα εμφανίστηκε με κάτι σημειώσεις υπό μάλης και με ένα βλέμμα έκπληξης μόλις με είδε.
- Ήρθες; Νόμιζα ότι δε θα ερχόσουνα, αφού δεν είχες σκάσει μύτη μέχρι τις εφτάμιση. Έλα, κερνάω καφέ.
Στηθήκαμε στην ουρά όπου μου εξήγησε ότι το κυλικείο ήταν περίπου αυτοδιαχειριζόμενο, πράγμα αφενός καλό διότι ο φραπές κόστιζε ένα πενηντάρικο μόνο (Σ.Σ. σε παλαιές υποτιμημένες δραχμές) αλλά αφετέρου κακό διότι οι ρυθμοί εξυπηρέτησης ήταν περίπου ικαριακοί (Σ.Σ. πολύυυ αργά), ειδικά σε ώρες αιχμής. Μου εξήγησε μερικά ντεσού του ιδρύματος και της πόλης, μου είπε για την ομάδα μουσικών-φοιτητών του Φυσικού (που αργότερα θα γινόντουσαν πιο γνωστοί ως Χαΐνηδες), για το φέρελπι Ιρλανδό μουσικό που έπαιζε λύρα (τον ψιλοάγνωστο ακόμα Ρος Ντέιλι) και για τον ενδιαφέροντα κύριο που στεκόταν λίγο παραπίσω στην ουρά και εμφανώς ήταν καθηγητής αλλά η φυσιογνωμία του απέπνεε κάτι εμφανώς διαφορετικό σε σχέση με τους δικούς μας καθηγητές στην Αθήνα και που ήταν ο Πρύτανης, ένας καθηγητής αστροφυσικής ονόματι Γραμματικάκης.
- Πλάκα μου κάνεις, αποκλείεται κοτζάμ Πρύτανης να κάνει ουρά σε αυτοδιαχειριζόμενο κυλικείο.
Δεν μπορούσα να φανταστώ πρύτανη του ΕΚΠΑ να κάνει το ίδιο. Ο Χρήστος μου διευκρίνισε ότι αφενός δεν έχει άλλο κυλικείο το κτίριο, και αφετέρου ο Πρύτανης περιμένει τη σειρά του όπως όλος ο κόσμος και δεν είναι κατανοητή η απορία μου. Ρώτησα αν συνηθίζουν οι καθηγητές να στέκονται στην ουρά του κυλικείου – και δη αυτοδιαχειριζόμενου – εν γένει, καθότι οι δικοί μας παράγγελναν σάντουιτς και καφέδες από τηλεφώνου και ο υπάλληλος του κυλικείου τους τα έφερνε στο δίσκο κατά προτεραιότητα. Ο Χρήστος γέλασε και μου διηγήθηκε μια ιστορία με πρωταγωνιστή τον εν λόγω Πρύτανη και την (συχωρεμένη σήμερα) Ζ., μια καθηγήτρια της Ιατρικής ή του Χημικού, διάσημη (ή μάλλον διαβόητη) για την αθυροστομία της και τον εν γένει δυναμισμό της.
Καθόντουσαν λοιπόν στην ίδια ουρά καλή ώρα στο κυλικείο η Ζ. και ο Πρύτανης και είχανε πιάσει μια κουβέντα από αυτές που πολύ συνηθιζόντουσαν την εποχή εκείνη, για το ρόλο του Πανεπιστημίου στην κοινωνία, και κάπως για το νόμο-πλαίσιο και κάτι για τις θεσμικές αλλαγές και νάσου ξανά ο ρόλος του Πανεπιστημίου και «Όχι, καλή μου», να της λέει ο Πρύτανης «δεν είναι έτσι το Πανεπιστήμιο» και τα παίρνει σε μια φάση η Ζ. (δηλαδή τι σε μια φάση, διαρκώς παρμένη ήτανε) και του λέει δυνατά και καθαρά εις επήκοον όλου του παρακείμενου φοιτηταριού «Τι μας λες ρε Γιώργη το Πανεπιστήμιο και το Πανεπιστήμιο, θα σου πω εγώ τι είναι το Πανεπιστήμιο! Μια ουρά σαν αυτή εδώ που καθόμαστε είναι που ο καθένας με το ένα χέρι κρατάει τον πούτσο του να τον χώσει στον κώλο του μπροστινού του και με το άλλο χέρι φυλάει τον κώλο του μην του τον χώσει ο από πίσω. Αυτό είναι το Πανεπιστήμιο!»
- Φραπεδάκι; Μέτριο; ρώτησε ο αυτοδιαχειριζόμενος απέναντι. - Με πολύ γάλα, συμπλήρωσα.
Ούτε ο φρέντο είχε εφευρεθεί ακόμα.
Σ.Σ. Δεν ξέρω αν είναι συμπτωματικό που οι ζώντες είναι με πλήρη στοιχεία και οι τεθνεώτες με ένα αρχικό γράμμα – ίσως γιατί οι τεθνεώτες δεν μπορούν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους απέναντι στην πιθανή αυθαιρεσία του ιστολόγου που τους κάνει λίγο καρικατούρες, νομίζω πάντως πως η αφήγηση είναι ειλικρινής όπως τα θυμάμαι τα πράγματα, αν και φυσικά υποκειμενική, να λέγεται. Πάντως στα χρόνια που πέρασαν (κοντά τριάντα πια) πολλά άλλαξαν και το λυόμενο της Κνωσσού κάποια άλλη χρήση έχει τώρα αν και δεν είμαι και σίγουρος ακριβώς ποια καθότι ιδιαίτερη σχέση με το Πανεπιστήμιο Κρήτης δεν είχα μέχρι πρόπερσι. Σήμερα πάντως έχουμε κανονικά τσιμεντένια κτίρια που ήδη παλιώνουν, χαλάνε και δεν επισκευάζονται λόγω οικονομικής καχεξίας, οπότε ο παλιός μεταπτυχιακός του Θ. που εδώ και καιρό είναι Καθηγητής στο δίπλα εργαστήριο από το δικό μας διαμαρτύρεται διαρκώς επειδή δεν ανάβουν τα κλιματιστικά.
Δεν είμαι 100% σίγουρος αν ο Χρήστος μου είχε μιλήσει τότε για τους μετέπειτα Χαΐνηδες ή για τους μετέπειτα Νεάρχου Παράπλους, πάντως και στα δύο σχήματα συμμετείχε αρχικά ο μετέπειτα Μίλτος Πασχαλίδης. Ο νυν ευρωβουλευτής και διαχρονικός Πρύτανης Γιώργης Γραμματικάκης ήταν από τότε γνωστός και πέραν των ακαδημαϊκών κύκλων, αλλά χωρίς το σχετικό σταριλίκι που τον περιέβαλε αργότερα, μετά την «Κόμη της Βερενίκης». Η Ζ. ήταν καλή του φίλη από ό,τι διαβάζω. Είχα την τύχη να τη γνωρίσω αργότερα και δια ζώσης και να επιβεβαιώσω τη φήμη περί αθυροστομίας που τη συνόδευε (συνδυασμένης ενίοτε με ιδιαίτερα οξυδερκείς παρατηρήσεις). Συνέβη κάποτε αφότου αφυπηρέτησε από το αθηναϊκό ερευνητικό ινστιτούτο που διοικούσε για πολλά χρόνια (και το οποίο επίσης με φιλοξένησε για καιρό) να έρθει στο παλιό της γραφείο να μαζέψει τα πράγματά της, που ο φέρελπις (ακόμα τότε) συνάδελφος που νεμόταν πλέον το χώρο είχε διαφυλάξει υπομονετικά. Η Ζ. άνοιγε τα παλιά ντουλάπια σχολιάζοντας κάτι σαν «Αυτό το ντουλάπι βρωμάει σα μουνί κακογαμημένης πουτάνας» ή κάπως έτσι.
«Πρωτοδεσμίτικο» πλήθος υπονοείται το φοιτητικό πλήθος των Θετικών και Τεχνολογικών σχολών που τροφοδοτούντο από μαθητές που στη Γ' Λυκείου έπαιρναν την «πρώτη δέσμη» μαθημάτων (π.χ. ο γράφων, καλή ώρα). Η έκφραση «ξηγημένο παιδί» μάλλον περιέπεσε σε αχρηστία μετά τη δεκαετία του '90, έχω καιρό να την ακούσω, όσο για το «ντερβίσικο» ήταν ήδη παλαιωμένο και τότε, μάλλον ο συμφοιτητής του Χρήστου την είχε ξεσηκώσει από τίποτα «Στα Τρίκαλα στα δυο στενά» του Τσιτσάνη, οπότε μου έκανε μια σχετική εντύπωση. Οι εκφράσεις «Αθήνησι», «ΕΚΠΑ» και «Καποδιστριακό» είναι όλες ευφημισμοί για το Πανεπιστήμιο Αθηνών. Η έκφραση «Δημοκρατικό Ηράκλειο» είχε καθιερωθεί εκείνες τις πρώιμες ΠΑΣΟΚικές εποχές από κάτι ταμπέλες που είχε βάλει ένας ρέκτης δήμαρχος, ο Κ. (με αρχικό καθότι απεδήμησε κι αυτός προ καιρού) στις εισόδους της πόλης κι έλεγαν «το Δημοκρατικό Ηράκλειο σας καλωσορίζει». Νομίζω δεν πρέπει να έχει απομείνει πια καμιά από αυτές όπως έρχεσαι από Αρχάνες στον παλιό δρόμο με τις στροφές, λίγο πριν την Κνωσσό (όπως με ειδοποιούν από το κοντρόλ).
Προς αποφυγήν παρεξηγήσεων, εγώ ακόμα φραπέ πίνω όταν σφίγγουν οι ζέστες, ο φρέντο ποτέ δε με συγκλόνισε.
Ο μετέπειτα Μίλτος Πασχαλίδης σε πρώιμους Χαΐνηδες, υπό την αιγίδα του διαχρονικού Πρυτάνεως που γράφει ένα εισαγωγικό σημείωμα στο δίσκο. Στο κείμενο της ανάρτησης τους έχω μάλλον αναχρονίσει ελαφρώς επί το προγενέστερο.
Ο Μιχάλης πέρασε κάπως βιαστικός ένα Σάββατο· τον βοήθησα να ξεβιδώσει ένα φωτιστικό και να το πακετάρει. Έκανε μια λίστα με πράγματα που πίστευε ότι ίσως ενδιέφεραν κάποιους γνωστούς. Στο τέλος έμειναν στη λίστα κάτι μικροπράγματα· ένα κράνος για μηχανάκι σχεδόν παιδικού μεγέθους, ένα απαρχαιωμένο λάπτοπ, κάτι καδράκια ενδεχομένως όχι και φοβερής περιωπής, ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο και τα σχετικά στολίδια. Του υπέδειξα κάτι πρες παπιέ, κάτι τεύχη του New Yorker και του National Geographic μάλλον αρκετά παλιάς ημερομηνίας, ένα αυγό στρουθοκαμήλου κενό περιεχομένου. Έκανε μια γκριμάτσα ελαφράς απαρέσκειας.
- Μπα, τι να τα κάνω; Άμα δε σου αρέσουν πέτα τα ή χάρισέ τα σε όποιον του αρέσουν.
Η αλήθεια είναι ότι πέρσι που ήρθαν με τη Μάουρα και μάζεψαν τα περισσότερα πράγματα και την επίπλωση, εκείνα που περισσότερο τους άρεσαν τα πήραν. Μου άφησαν ωστόσο χάρισμα κάμποσα, το κρεβάτι που κοιμόμουν, έναν καναπέ, δυο βιβλιοθηκούλες, τραπέζια, καρέκλες, κάμποσα κουζινικά. Αρκετή μαγιά για να ξαναστήσω το «σπιτικό» μου με μικρές μόνο προσθήκες, επωφελούμενος για άλλη μια φορά από την παροιμιώδη γενναιοδωρία των παιδιών που μου έχει προσφερθεί απλόχερα με διάφορες μορφές: επιστημονικές δημοσιεύσεις, συστατικές επιστολές, μια «προσωρινή» φιλοξενία που ξεκίνησε για ένα μήνα και κράτησε εικοσιδύο – κανένα παράπονο δεν έχω.
Βέβαια όπως έχουμε ξαναπεί με άλλες αφορμές, τίποτα δεν είναι τόσο μεγάλο που να μην τελειώνει, κι έτσι τέλειωσε κι αυτή η φάση χρονικά ξεχειλωμένης προσωρινότητας κι όπως όλες οι φάσεις στη ζωή μου επισφραγίζεται από μια ακόμα μετακόμιση (όπως αυτή ή αυτή ή πιο πρόσφατα ετούτη). Έχω σταματήσει πλέον να τις μετράω (ο αριθμός πάντως είναι διψήφιος, παραπάνω από δέκα, ακόμα και αν δεν μετρήσω κάποιες ενδιάμεσες στάσεις εδώ κι εκεί). Με τούτα και με κείνα τα εκάστοτε «πράγματά μου» είναι διασκορπισμένα σε διάφορες πόλεις και σπίτια. Ωστόσο με τον καιρό έχω μάθει ότι δεν πρέπει να δένεσαι πολύ με τα αντικείμενα, κι αν είναι να ταξιδέψεις, καλύτερα να ταξιδεύεις ελαφρύς.
Μια κουβέντα είναι αυτό, φυσικά. Μετά την υπογραφή των συμβολαίων, η νέα ιδιοκτήτρια υπήρξε διακριτικά επίμονη να της αδειάζω τη γωνιά και το γοργόν και χάριν έχει. Συμφωνήσαμε με τον περιστασιακό συγκάτοικο να επεκτείνουμε την περιστασιακότητα στο λίγο πιο μόνιμο, δεδομένων των μνημονιακών καιρών και της εν γένει εργασιακής ανασφάλειας άλλωστε, οπότε βρήκαμε με συνοπτικές διαδικασίες ένα σπίτι αντίστοιχων προδιαγραφών λίγο έξω από τα τείχη. Από μόνο του δεν θα ήταν φοβερά εφικτός στόχος, αλλά διά δύο μάλλον καλή επιλογή μοιάζει. Ρίχτηκα λοιπόν στο έργο του να διαμοιράσω τα τελευταία ιμάτια του παλιού σπιτιού, αφού φυσικά πρώτα βούτηξα τη μερίδα του λέοντος για να εξοπλίσω το καινούργιο. Ως εκ τούτου βρέθηκα φορτωμένος με ένα σκασμό πράγματα και μόνο ελαφρύς δεν ταξίδεψα.
Βέβαια σε σχέση με άλλα προγενέστερα, το ταξίδι αυτό ήταν ένα τίποτα, τέσσερα λεπτά με το αμάξι. Αλλά το αμάξι φορτωμένο μέχρι τα μπούνια, πήγαινε έλα κάμποσες φορές, χώρια οι φίλοι που αγγάρεψα «για πέντε λεπτά μόνο» (που κράτησαν καμιά δεκαριά ώρες για ορισμένους) να κρατάνε τσίλιες στο παρκάρισμα, να γεμίζουν κούτες, να τυλίγουν ποτήρια σε φυσαλιδωτό πλαστικό περιτύλιγμα και να σκαλίζουν το παρτέρι για να ξεχώσουν τα φυτά, καθότι η νέα ιδιοκτήτρια ξεκαθάρισε ότι δεν θέλει τίποτα από αυτά και θα τα ξεπαστρέψει για να βάλει άλλα, δικά της.
Από μια σκοπιά βέβαια την καταλαβαίνω. Ο καθένας θέλει να βάλει τη προσωπική του σφραγίδα στο χώρο, οπότε προτιμάς τη βουκαμβίλια σου από τους δυόσμους του προηγούμενου, κι ένα ανασχηματισμένο τζάκι με ευρύχωρο πλαίσιο για να κρεμάσεις από πάνω την τηλεόραση (ενώ ο προηγούμενος δεν αντιλαμβάνεται γιατί να έχεις τόσο μεγάλη τηλεόραση όταν μπορείς να βάλεις ένα τζιτζιλόνι προτζέκτορα να προβάλλει στον απέναντι τοίχο). Το πρόβλημα βέβαια είναι ότι τον τελευταίο χρόνο ο προτζέκτορας έχει πάει να βρει τους πραγματικούς του ιδιοκτήτες, και ως εκ τούτου το πάλαι ποτέ Σινέ Ραδάμανθυς (δεν είμαι υπεύθυνος για τον όρο, τον βρήκα εμπεδωμένο) ήταν πια η σκιά του παλιού εαυτού του.
Στα ντουζένια του το είχα προλάβει προ ετών, όταν το σπίτι κατοικείτο ακόμα από την οικογένεια, να έχει προβολές κάθε Παρασκευή σχεδόν. Κάποιες φορές μαζευόμασταν κάμποσοι, κάποτε πάλι είχε τύχει να κάνω μόνος μου μια κάπως αμήχανη εμφάνιση στο σαλόνι του ζευγαριού. Είχαμε δει κλασικό Χόλυγουντ και επιστημονική φαντασία, Κισλόφσκι και Γούντυ Άλεν, Μόντυ Πάιθονς και μελόδραμα. Στο αυτοσχέδιο διάλειμμα υπήρχε πίτσα και ενίοτε μπύρα από μια μικροζυθοποιία στο Ρέθυμνο με περιορισμένη διανομή σε σουπερμάρκετ του Ηρακλείου. Υπήρχαν αγγλικοί υπότιτλοι για τους ξένους (το κοινό του Σινέ Ραδάμανθυς ήταν κατά το ήμισυ περίπου αλλοεθνές, όπως και οι ιδιοκτήτες του άλλωστε). Υπήρχε μια αρκετά εκτεταμένη συλλογή DVD και εξτρά προσφορές από το κοινό. Υπήρχε κέφι, αν μη τι άλλο.
Όταν έμεινα εγώ «προσωρινά» στο σπίτι, δεν αμέλησα να οργανώσω ένα αντίστοιχο event που περιελάμβανε άγριο κρίταμο Ικαρίας και το ντοκυμανταίρ Little Land του Νίκου Νταγιαντά σε παραγωγή της Anemon, ικαριακού ενδιαφέροντος επίσης. Μαζεύτηκαν κάμποσοι φίλοι μου, αλλά ήταν καλοκαιράκι κι έκανε ζέστη, οπότε σκέφτηκα να το ξαναρχίσω πιο επίσημα το φθινόπωρο που θα δρόσιζε. Τελικά δεν προχώρησε το πράγμα· κατάφερα να δω άλλο ένα ντοκυμανταίρ (το Sayome, από τους ίδιους συντελεστές), μια-δυο ταινίες μόνος ή με στενή παρέα (το «Όταν ο Χάρι γνώρισε τη Σάλι» ήταν μια από αυτές) και μετά ο προτζέκτορας άρχισε να κάνει νερά βγάζοντας κάθε τόσο μια μπλε οθόνη. Αφού πέρασα μερικούς ποδοσφαιρικούς και μπασκετικούς αγώνες παραδομένος στη χλεύη των φίλων που για προτζέκτορα ήρθανε και σε τηλεόραση (μικρή) κατέληξαν, παραιτήθηκα οριστικά κι αργότερα ο προτζέκτορας πακεταρίστηκε και έφυγε με τη λοιπή οικοσκευή· εικάζω πως αν του αλλάξουν λάμπα θα δουλεύει καλά.
Μου έμεινε ενθύμιο ο όρος «Σινέ Ραδάμανθυς» στη μνήμη του τηλεφώνου (αναφερόμενος στο σταθερό τηλέφωνο του σπιτιού) καθώς και στο GPS (όπου ο όρος «σπίτι» ήταν καπαρωμένος από άλλο οίκημα όταν πέρασα τη συγκεκριμένη διεύθυνση). Μου έμειναν επίσης όπως είπαμε κάμποσα παραφερνάλια για δόσιμο. Σκέφτηκα να βγάλω μια ηλεκτρονική αγγελία στη λίστα παραληπτών του Πανεπιστημίου, αλλά είχα ένα προαίσθημα ότι δεν θα χρειαζόταν τελικά. Μια μέρα πέτυχα μια μικροκαμωμένη φοιτήτρια που είχε περάσει για ένα διάστημα από το εργαστήριο· θυμήθηκα ότι οδηγούσε συνήθως ένα παπάκι. Τη ρώτησα αν χρειαζόταν κράνος· ενθουσιάστηκε. Ο υπεύθυνος υπολογιστών του Ινστιτούτου συγκινήθηκε όταν είδε το αρχαίο λάπτοπ· με διαβεβαίωσε ότι θα το αξιοποιήσει. Ακολούθησαν στιγμές αβίαστου δοσίματος: άλλος πήρε μια κουνουπιέρα αμεταχείριστη σε αντάλλαγμα για το κουβάλημα του στερεοφωνικού και των CD, άλλοι πήραν κάδρα, μπιμπελό και πετσετάκια, άλλοι ένα μεγάλο πλαστικό μπαούλο αποθήκευσης ειδών κηπουρικής, άλλοι άδειες γλάστρες και άλλοι γεμάτες, άλλοι πήραν χιονοαλυσίδες ενός αμαξιού πουλημένου από χρόνια, άλλοι ένα παιδικό καρεκλάκι αυτοκινήτου (το παιδί που καθόταν πάει τώρα Τρίτη Γυμνασίου, νομίζω) και τα τεύχη του New Yorker. Εγώ πήρα το αυγό στρουθοκαμήλου, κενό περιεχομένου φυσικά.
Στο τέλος ήρθε η κυρία που ασκούσε καθήκοντα babysitter (και όχι μόνο) τα προηγούμενα χρόνια σ’ αυτό το σπίτι, και μάζεψε ό,τι δεν πήραν οι υπόλοιποι ώστε να παραδοθεί το σπίτι άδειο και καθαρό. Με κάμποση συγκίνηση, είναι αλήθεια, πήρε μια παιδική κρεμάστρα και τα γράμματα που σχημάτιζαν τα ονόματα των παιδιών στην πόρτα του δωματίου τους. Τη βοήθησα να βάλει στο ασανσέρ ό,τι χωρούσε· το χριστουγεννιάτικο δέντρο και τα στολίδια («εγώ τους το έφερα, γιατί την πρώτη χρονιά που ήρθαν δεν είχαν να στολίσουν»), κάτι κουζινικά άγνωστης (σε εμένα) χρησιμότητας.
Μια παιδική κρεμάστρα, γράμματα στην πόρτα, και στη ντουλάπα η κλίμακα για διαδοχικές μετρήσεις ύψους παιδιών που ψηλώνουν.
Έμεινα για λίγο μόνος στο άδειο σπίτι· ύστερα ξαναήρθε η φίλη που με βοηθούσε με τα φυτά να μαζέψουμε τα υπόλοιπα πράγματα, κυρίως τις γλάστρες. Με κόπους και προσπάθεια πολλής ώρας γεμίσαμε το αμάξι μου και το δικό της. Με τη μεταφορική είχα προλάβει να στείλω κάτι ταλαιπωρημένα γεράνια κι ένα αμφίβολης προοπτικής παχύφυτο· η συμβολή της φίλης μου ήταν καθοριστική στο να φύγω φορτωμένος με τρεις αλόες, επτά δυόσμους («κι όποιος πιάσει», λέει) κι ένα φυτό άγνωστης ονομασίας που εμένα μου έμοιαζε με ανοιγμένη αγκινάρα βέβαια, αλλά δεν ήταν. Άλλα τόσα πήρε εκείνη, χώρια οι άδειες γλάστρες. Τελευταία στιγμή παρατήσαμε στο δρόμο ένα ημιθανές μπέντζαμιν που δε χωρούσε πουθενά, με την υπόσχεση να ξαναπεράσουμε να το πάρουμε (τηρήθηκε!).
Έκλεισα πόρτες και παράθυρα, έσβησα τα φώτα και κλείδωσα· τσέκαρα την ένδειξη του μετρητή της ΔΕΗ καθότι το πρωί θα πηγαίναμε με τη νέα ιδιοκτήτρια να μεταβιβάσουμε την παροχή, οπότε και θα της έδινα τα κλειδιά.
Μπήκα στο αμάξι που μύριζε δυόσμο και απορρυπαντικό πιάτων σκεπτόμενος αν υπάρχει κάτι άλλο που να άφησα πίσω, κάτι που να ήθελα να έχω πάρει μαζί.
Δεν είμαι απολύτως βέβαιος ποιο καλοκαίρι ήτανε, ίσως του 2005 ή του 2006 που ο φίλος μου ο Θανάσης ήρθε να με βρει στην Ικαρία κουβαλώντας μαζί του μερικά ασυνήθιστα βιβλία, τουλάχιστον για καλοκαιρινά αναγνώσματα. Θυμάμαι ότι ένα από αυτά ήταν ένα μάλλον ημιτελές κείμενο όπου ένας ιδιαιτέρως αντιπαθής και κατά τα λοιπά συντηρητικός ή καλύτερα αντιδραστικός συγγραφέας (ο Σπύρος Μελάς) περιέγραφε τις ψυχεδελικές (ω, ναι!) εμπειρίες του από πειραματισμούς με το παραισθησιογόνο πεγιότλ. Ένα άλλο και κατά τι παλαιότερο βιβλιαράκι που στόλιζε το κομοδίνο ήταν επίσης μάλλον ασυνήθιστο για παραλία: το έπος Γκιλγκαμές.
Παρότι κυκλοφορούν για μένα κατά καιρούς διάφορες ανυπόστατες φήμες ότι περνάω τα βράδια μου διαβάζοντας τυχαία άρθρα στη Wikipedia (άλλοι μάλιστα λένε γράφοντας τυχαία άρθρα, κάτι που το διαψεύδω φυσικά διαρρήδην) και ότι έχω σε ανύποπτο χρόνο καταβροχθίσει (ου μην και αποστηθίσει) διάφορες ιστορίες από τα ομηρικά έπη και τον Ερωτόκριτο μέχρι τις Ουπανισάδες και τη Ριγκ-Βέδα, η αλήθεια είναι ότι βρίσκομαι στην ίδια κατάσταση ημιμάθειας στην οποία βρίσκεται ο περισσότερος κόσμος και τα μεν ομηρικά έπη τα διάβασα άπαξ στο Γυμνάσιο που ήταν στη διδακτέα ύλη, τον Ερωτόκριτο σίγουρα τον διάβασα ένα Πάσχα που ήμουν αποκλεισμένος στην Ικαρία και ήταν το μοναδικό βιβλίο στο σπίτι, για τις δε Ουπανισάδες και Βέδες και λοιπά δεν έχω την παραμικρή ιδέα. Και μέχρι εκείνο το καλοκαίρι του 2005 ή του 2006 φυσικά δεν είχα ιδέα ούτε για το έπος Γκιλγκαμές.
Για να ακριβολογούμε, το όνομα Γκιλγκαμές μου έλεγε κάτι από τα σχολικά βιβλία ιστορίας που αναφέρονταν στους αρχαίους πολιτισμούς της Μεσοποταμίας, κάτι Σουμέριους και κάτι Ακκάδιους και Βαβυλώνιους και Ασσύριους, και ίσως και να θυμόμουν αμυδρά από κάτι θρησκευτικά διαβάσματα ότι μέσα στο έπος υπάρχει μια περιγραφή ενός κατακλυσμού σχεδόν όπως την ξέρουμε από την Παλαιά Διαθήκη. Ωστόσο κείμενο του έπους δεν είχα δει ποτέ, ούτε ήξερα την υπόθεση. Φυλλομέτρησα το βιβλιαράκι του φίλου μου με μια σχετική περιέργεια. Το κείμενο ήταν αποσπασματικό, όπως αποσπασματικά έχουν διασωθεί οι κεραμικές πλάκες σφηνοειδούς γραφής που περιέχουν την «πρότυπη» εκδοχή του έπους. Η νεοελληνική μετάφραση που είχα στα χέρια μου προερχόταν με τη σειρά της από μια αγγλική έκδοση, πιθανώς απευθείας απόγονο της πρώτης αγγλικής απόδοσης του 19ου αιώνα. Παρόλα αυτά, η ιστορία ήταν κατανοητή, με την πλοκή της και τους ήρωές της, τους πρωταγωνιστές και τους δευτεραγωνιστές.
Οι προσεκτικοί αναγνώστες του ιστολογίου ξέρουν καλά την εμμονή μου με τους δευτεραγωνιστές, που δε χάνω ευκαιρία να την προβάλλω (βλέπε εδώ, εδώ και εδώ). Στον Ερωτόκριτο που λέγαμε πριν, με ενδιαφέρει περισσότερο η στάση του Πολύδωρου που τα βάζει νύχτα με δέκα αρματωμένους για το σεβντά του κολλητού του που παίζει το λαγούτο μπας και ξενερώσει. Στην Ιφιγένεια εν Ταύροις, ο φουκαράς ο Πυλάδης τρέχει στα πέρατα του κόσμου για τις Ερινύες που καταδιώκουν τον Ορέστη. Στην Οδύσσεια, ο Τηλέμαχος κάνει πιο ενδιαφέρον ταξίδι αυτογνωσίας από τον περιπετειώδη μπαμπά του (και είναι και πιο ευγενής, όσο να ‘ναι). Και στο Γκιλγκαμές βέβαια, καλός είναι ο ήρως, αλλά ακόμα καλύτερος ο άλτερ έγκο του στο πρώτο μισό του έπους: ο άνθρωπός μας, ο Ενκιντού.
Το έπος του Γκιλγκαμές χρονολογείται περίπου στην τρίτη δυναστεία της Ουρ, γύρω στο έτος 2100 π.Χ. Πιθανώς βασίζεται σε πέντε τουλάχιστον προγενέστερα Σουμεριακά ποιήματα, που περιγράφουν κάποιες ιστορίες του ομώνυμου βασιλιά της Ουρούκ που υπήρξε μάλλον ιστορικό πρόσωπο. Μια εκδοχή του έπους από την οποία σώζονται σχετικά λίγα αποσπάσματα είναι Βαβυλωνιακή, περίπου του 18ου αιώνα π.Χ. Η μεταγενέστερη «πρότυπη» Ακκαδική εκδοχή, καταγραμμένη από έναν ιερέα με το όνομα Sîn-lēqi-unninni (που μπορεί και να σημαίνει κάτι σαν «Θεέ του φεγγαριού δέξου τις προσευχές μου») ξεκινάει με τη φράση «αυτός που βλέπει τα βαθιά/την άβυσσο» (δηλ. το άγνωστο) και χρονολογείται μεταξύ 13ου και 10ου αιώνα π.Χ. Έχει διασωθεί κατά τα δύο τρίτα περίπου και ένα μεγάλο μέρος της βρέθηκε στη Νινευή, στα ερείπια της βιβλιοθήκης του Ασσύριου βασιλιά Ασουρμπανιπάλ (ελληνιστί Σαρδανάπαλου) του 7ου αιώνα π.Χ. Αποτελείται από 11+1 πλάκες σφηνοειδούς γραφής: οι 11 πρώτες πλάκες περιέχουν το έπος με ομαλή διαδοχή και φυσιολογικό τέλος, ενώ η δωδέκατη μάλλον είναι πρόσθετη και καταγράφει μια άλλη ιστορία με τους ίδιους περίπου πρωταγωνιστές που αντανακλά μια από τις πρώτες πέντε σουμεριακές ιστορίες που βρίσκονται στην πηγή του έπους.
Την εποχή εκείνη η Μεσοποταμία ήταν ένα από τα μεγάλα κέντρα όπου διαμορφωνόταν το μέλλον της ανθρωπότητας. Οι πλημμύρες του Τίγρη και του Ευφράτη δημιουργούσαν ένα ιδιαίτερα εύφορο έδαφος στην περιοχή της «εύφορης ημισελήνου» όπου είχε ανακαλυφθεί η καλλιέργεια των σιτηρών (μία από τις 8-9 φορές συνολικά που ανακαλύφθηκε η γεωργία στην ιστορία της ανθρωπότητας). Η ύπαρξη του γεωργικού «πρωτογενούς πλεονάσματος» επέτρεψε μεγαλύτερη συγκέντρωση πληθυσμού από τις προγενέστερες συναθροίσεις των κοινωνιών των κυνηγών και τροφοσυλλεκτών της προϊστορίας, και η ανάγκη φύλαξης και διανομής του πλεονάσματος επέτρεψε την εμφάνιση διαφόρων εννοιών που δεν είχαν προηγούμενο: της γραφής, ας πούμε, προνόμιο ενός ιερατείου επιφορτισμένου με την αποθήκευση και τη διανομή. Την καθιέρωση μιας ειδικής τάξης πολεμιστών, επιφορτισμένης με την προστασία της σοδειάς από επιδρομές επίδοξων σφετεριστών. Και φυσικά, την ίδια την πρωταρχική έννοια της πόλης, που κατέστη δυνατή μόνο εφόσον μπορούσε να συντηρηθεί από τα πλεονάσματα της υπαίθρου.
Οι πρώτες ανθρώπινες πόλεις φτιάχτηκαν στην περιοχή της εύφορης ημισελήνου. Η ιστορία μας διαδραματίζεται σε μία από αυτές, την Ουρούκ, στις όχθες του Τίγρη. Ο Γκιλγκαμές, ένας ημίθεος (θνητός πάντως), είναι βασιλιάς της Ουρούκ, και είναι σκληρός με τους υπηκόους του, καθώς χρησιμοποιεί ασυστόλως το βασιλικό του προνόμιο για να κοιμάται με τις νύφες της πόλης στην πρώτη νύχτα του γάμου τους, πριν προλάβει ο γαμπρός να τις γευτεί. Επιπλέον, εξουθενώνει και τους άντρες με διαρκείς αγώνες και δοκιμασίες, καθώς και συνεχή μεγαλεπήβολα κατασκευαστικά έργα όπου τους βάζει να δουλεύουν. Οι πάντες είναι έξαλλοι με το βασιλιά και διαμαρτύρονται στους θεούς, οι οποίοι αποφασίζουν να φτιάξουν έναν αξιόμαχο αντίπαλο για να συνεφέρουν το Γκιλγκαμές.
Η θεά της δημιουργίας Αρούρου, φτύνει στο χώμα και πλάθει από τον πηλό έναν άνθρωπο. Είναι ο Ενκιντού, ένας άγριος που μεγαλώνει μαζί με τα ζώα στο δάσος, πίνει νερό στην πηγή τους και συμπεριφέρεται σαν ένας από αυτά. Ένας κυνηγός που στήνει παγίδες στο δάσος, ανακαλύπτει ότι ο Ενκιντού απελευθερώνει τα ζώα από τις παγίδες του. Διαμαρτύρεται στο βασιλιά, ο οποίος ακούγοντας ότι στο δάσος ζει κάποιος άγριος, στέλνει το κατάλληλο πρόσωπο για να τον εξημερώσει. Το πρόσωπο αυτό είναι η Σαμχάτ, μια ιερή πόρνη (=ιέρεια στο ναό της θεάς του έρωτα). Η Σαμχάτ χρησιμοποιεί τα θέλγητρά της για να πλησιάσει τον άγριο Ενκιντού, και τον «εξημερώνει» κάνοντας έρωτα μαζί του για έξι μέρες και εφτά νύχτες. Την έβδομη μέρα ο Ενκιντού πηγαίνει στην πηγή να πιει νερό με τα ζώα· εκείνα όμως φεύγουν τρομαγμένα επειδή δεν τον αναγνωρίζουν πια για δικό τους αλλά οσφραίνονται πάνω του τη μυρωδιά του ανθρώπου, δηλαδή της γυναίκας.
Μέσα από τη διαδικασία της σεξουαλικής μύησης ο Ενκιντού «εξανθρωπίζεται», καθώς κάτι που πριν ήταν ενστικτώδες και φυσικό τώρα γίνεται μια κάπως περίτεχνη, περίπλοκη διαδικασία που τον βάζει να αντιληφθεί τη διαδικασία της ζωής «της πόλης», αυτού που λέμε «πολιτισμού». Η Σαμχάτ τον διδάσκει να τρώει «σαν άνθρωπος», να πίνει κρασί, να ντύνεται. Γίνεται πια «σαν τους άλλους». Σχεδόν. Τώρα πια προστατεύει τα κοπάδια των κτηνοτρόφων από τους παλιούς του συντρόφους τα ζώα. Εκεί κάποιος του αναφέρει την επονείδιστη συμπεριφορά του Γκιλγκαμές ως προς τις νύφες τη νύχτα του γάμου τους. Ο Ενκιντού αποφασίζει να αντιπαραταχτεί στον κακό βασιλιά, και μετά από μερικά επεισόδια ξεκινάει μια μεγάλη πάλη ανάμεσα στους δυο τους. Παρότι οι αντίπαλοι είναι ισάξιοι, στο τέλος ο βασιλιάς κερδίζει· ο Ενκιντού παραδέχεται την ήττα του και αναγνωρίζει την πρωτοκαθεδρία του Γκιλγκαμές. Ωστόσο κι αυτός δε μένει ασυγκίνητος μπροστά στη γενναιότητα του άλλου· στο τέλος γίνονται φίλοι κολλητοί.
Οι δύο φίλοι ξεκινάνε για νέες περιπέτειες και πάνε στο δάσος των κέδρων όπου σκοτώνουν το τέρας-φύλακα Χουμπάμπα. Κόβουν το δάσος και ιδιαίτερα τους ψηλούς κέδρους που θα χρησιμοποιήσουν για να χτίσουν ναούς στην Ουρούκ. Ακολούθως σκοτώνουν τον ταύρο Γκουγκαλάννα που οι θεοί έχουν στείλει να σκοτώσει το Γκιλγκαμές επειδή αντιστάθηκε στις ερωτικές προτάσεις της θεάς Ιστάρ. Ο Γκιλγκαμές διαμαρτύρεται ότι η Ιστάρ είναι γυναίκα-αράχνη (δεν το λέει ακριβώς έτσι) και οι εραστές της έχουν κακό τέλος οπότε καλά έκανε και δεν της έκατσε, ωστόσο το κλίμα έχει βαρύνει στη θεϊκή κοινότητα που αποφασίζει ότι σε κάθε περίπτωση ένας από τους δυο τους πρέπει να πεθάνει.
Ο κλήρος πέφτει στο φουκαρά τον Ενκιντού, που αρρωσταίνει του θανατά και γίνεται με το δίκιο του πυρ και μανία. Τα χώνει στη Σαμχάτ που τον έμπλεξε σε αυτή την ιστορία του πολιτισμού ευθύς εξαρχής με αποτέλεσμα να πεθάνει νέος και με επίγνωση του θανάτου, αντί να μείνει στο δάσος με τα ζώα και να ζει ευτυχισμένος χωρίς να καταλαβαίνει τίποτα. Την καταριέται να μείνει απόβλητη. Ο θεός-ψυχοπομπός τον επιτιμά ότι χρωστάει πολλά στη Σαμχάτ, που τον έντυσε και τον τάισε και τον έκανε άνθρωπο. Παραδόξως ο Ενκιντού μετανιώνει, μετατρέπει την κατάρα σε ευχή, και εύχεται στη Σαμχάτ να είναι πάντα ποθητή και όλοι οι άντρες να της φέρνουν δώρα και κοσμήματα.
Ο θάνατος του Ενκιντού συγκλονίζει τον κολλητό του, και στο υπόλοιπο έπος από τον πολύ συγκλονισμό περιφέρεται από δω κι από κει ψάχνοντας την αθανασία. Ατυχώς βέβαια η αθανασία δεν προορίζεται για τους ανθρώπους, και ο Γκιλγκαμές αν και περνάει από δίπλα κάνα-δυο φορές στο τέλος κάνει μια τρύπα στο νερό. Στο μεταξύ όμως έχουμε προλάβει να ακούσουμε τη βαβυλωνιακή-ασσυριακή εκδοχή του κατακλυσμού (όπου ο Ουτναπίστιμ, ο αντίστοιχος Νώε, είναι ο μόνος άνθρωπος που αξιώθηκε να μείνει αθάνατος) και να δούμε τον απαρηγόρητο Γκιλγκαμές να επιστρέφει στην Ουρούκ καμαρώνοντας όμως τα μεγάλα οικοδομικά έργα που πραγματοποιήθηκαν επί των ημερών του.
Κάπου εκεί τελειώνει η εντέκατη πλάκα του έπους με έναν ύμνο στην αιώνια δόξα της πόλης· κατά περίεργο τρόπο στη δωδέκατη πλάκα ο Ενκιντού είναι ζωντανός, και σπεύδει να παρηγορήσει τον απαρηγόρητο κολλητό του που κλαίει και οδύρεται επειδή του έπεσε ένα μπαλάκι ή ένα ππούκκου (;) στον κάτω κόσμο. «Νο πρόμπλεμ», λέει περίπου ο Ενκιντού «πετάγομαι και στο φέρνω στο πιτς φιτίλι». Ο Γκιλγκαμές συμφωνεί, αλλά εξηγεί στον χαλαρό Ενκιντού ότι ο κάτω κόσμος είναι πολύ πονηρό μέρος και πρέπει να προσέχει κανείς μη διαπράξει μια σειρά από πιθανές βλακείες και τον κρατήσουν εκεί πέρα για πάντα. Ο ατάραχος Ενκιντού κατεβαίνει στον κάτω κόσμο και διαδοχικά διαπράττει κάθε πιθανή βλακεία μία προς μία· φυσικά τον κρατάνε. Ο Γκιλγκαμές χτυπιέται και στηθοδέρνεται αλλά δεν καταφέρνει και πολλά· απλώς κάποια στιγμή έρχεται μέχρι τον πάνω κόσμο το φάντασμα του Ενκιντού και όπως όλοι ξέρουμε τραγουδάει μες της καρδιάς τα φύλλα ότι γλυκειά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα.
Σκέφτομαι αυτή την ιστορία εδώ και μέρες, πιο πολύ για το κομμάτι που η ερωτική συνειδητοποίηση είναι ένα είδος περάσματος στον πολιτισμό, με τα καλά του και τα κακά του (τόσο κακά που τα ζώα να σε αποφεύγουν καθώς μυρίζεις ανθρωπίλα, και στο τέλος να πεθαίνεις άδοξα για μια υπόθεση εντελώς ξένη). Σκέφτομαι ακόμα ότι τα βασικά μοτίβα για τα οποία τραγουδάνε οι άνθρωποι στα έπη τους και τα τραγούδια τους εδώ και τέσσερις-πέντε χιλιάδες χρόνια δεν είναι πολύ διαφορετικά: ο ερωτας κι ο θάνατος, λίγο πολύ αυτά.
Μοιράζομαι αυτή τη σκέψη με μια φίλη που ακούει την ιστορία σχεδόν μαγεμένη· ιδιαίτερα το κομμάτι με τη Σαμχάτ.
- Κοίτα να δεις, λέει, τέσσερις χιλιάδες χρόνια ιστορία και σου λέει κάτι τόσο οικείο...
Περιμένω τη συνέχεια με αδημονία.
- ...ότι ο έρωτας μεταμορφώνει τους ανθρώπους.
Λίγο καιρό αργότερα προσπαθώ να βάλω και το Θανάση στον προβληματισμό μου καθώς μιλάμε σκαϊπικώς και του θυμίζω το βιβλίο του που είχα διαβάσει εκείνο το κάπως μακρινό καλοκαίρι. Εξηγώ πόσο με συγκινεί το γεγονός ότι οι ανθρώπινοι προβληματισμοί δεν έχουν αλλάξει επί χιλιάδες χρόνια. Κουνάει το κεφάλι με κατανόηση και σχολιάζει:
- Ε, βέβαια· κοτζαμάν έπος και τέσσερις χιλιάδες χρόνια ιστορία για να σου πει κάτι που ήδη ξέρουμε όλοι μας...
Περιμένω τη συνέχεια με αδημονία.
- ...ότι το μουνί σέρνει καράβι.
«Φουκαρά Ενκιντού», σκέφτομαι μέσα μου, «ας είναι ελαφρύ το χώμα που σε σκεπάζει».
Πενηντατέσσερα. Άρρεν, άγαμος, αργόσχολος, απαρατήρητος, πρώην παροχέας υπηρεσιών, εσχάτως χαραμοφάης του δημοσίου. Ενίοτε με πιάνει μια τάση συμπόρευσης με κάποια από τα ρεύματα της εποχής, (αν και μετά μου περνάει). Έτσι απέκτησα το ιστολόγιο - δεν ξέρω πόσο θα κρατήσει. Τώρα είναι σε λελογισμένη αγρανάπαυση.
Αν θέλετε να επικοινωνήσετε, δοκιμάστε στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο akamatra(παπάκι)gmail(τελεία)com.
Στεκόμουν εδώ
σε ατένιζα ώρες
κ' αισθανόμουν να εισρέει
στους μέσα μου άγνωστους κόσμους
το πνεύμα σου
κ' εμεγαλύνθη η ψυχή μου
και διευρύνθη το στέρνο μου
και το στήθος μου έγινε
ουρανός της βασίλισσας
που στη γλώσσα της χώρας μου
ονομάζεται αγάπη