ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο - Γιάννενα


5/4/15

Σινέ Ραδάμανθυς

Κενός χώρος στην αίθουσα προβολών.

Ο Μιχάλης πέρασε κάπως βιαστικός ένα Σάββατο· τον βοήθησα να ξεβιδώσει ένα φωτιστικό και να το πακετάρει. Έκανε μια λίστα με πράγματα που πίστευε ότι ίσως ενδιέφεραν κάποιους γνωστούς. Στο τέλος έμειναν στη λίστα κάτι μικροπράγματα· ένα κράνος για μηχανάκι σχεδόν παιδικού μεγέθους, ένα απαρχαιωμένο λάπτοπ, κάτι καδράκια ενδεχομένως όχι και φοβερής περιωπής, ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο και τα σχετικά στολίδια. Του υπέδειξα κάτι πρες παπιέ, κάτι τεύχη του New Yorker και του National Geographic μάλλον αρκετά παλιάς ημερομηνίας, ένα αυγό στρουθοκαμήλου κενό περιεχομένου. Έκανε μια γκριμάτσα ελαφράς απαρέσκειας.

- Μπα, τι να τα κάνω; Άμα δε σου αρέσουν πέτα τα ή χάρισέ τα σε όποιον του αρέσουν.

Η αλήθεια είναι ότι πέρσι που ήρθαν με τη Μάουρα και μάζεψαν τα περισσότερα πράγματα και την επίπλωση, εκείνα που περισσότερο τους άρεσαν τα πήραν. Μου άφησαν ωστόσο χάρισμα κάμποσα, το κρεβάτι που κοιμόμουν, έναν καναπέ, δυο βιβλιοθηκούλες, τραπέζια, καρέκλες, κάμποσα κουζινικά. Αρκετή μαγιά για να ξαναστήσω το «σπιτικό» μου με μικρές μόνο προσθήκες, επωφελούμενος για άλλη μια φορά από την παροιμιώδη γενναιοδωρία των παιδιών που μου έχει προσφερθεί απλόχερα με διάφορες μορφές: επιστημονικές δημοσιεύσεις, συστατικές επιστολές, μια «προσωρινή» φιλοξενία που ξεκίνησε για ένα μήνα και κράτησε εικοσιδύο – κανένα παράπονο δεν έχω.

Βέβαια όπως έχουμε ξαναπεί με άλλες αφορμές, τίποτα δεν είναι τόσο μεγάλο που να μην τελειώνει, κι έτσι τέλειωσε κι αυτή η φάση χρονικά ξεχειλωμένης προσωρινότητας κι όπως όλες οι φάσεις στη ζωή μου επισφραγίζεται από μια ακόμα μετακόμιση (όπως αυτή ή αυτή ή πιο πρόσφατα ετούτη). Έχω σταματήσει πλέον να τις μετράω (ο αριθμός πάντως είναι διψήφιος, παραπάνω από δέκα, ακόμα και αν δεν μετρήσω κάποιες ενδιάμεσες στάσεις εδώ κι εκεί). Με τούτα και με κείνα τα εκάστοτε «πράγματά μου» είναι διασκορπισμένα σε διάφορες πόλεις και σπίτια. Ωστόσο με τον καιρό έχω μάθει ότι δεν πρέπει να δένεσαι πολύ με τα αντικείμενα, κι αν είναι να ταξιδέψεις, καλύτερα να ταξιδεύεις ελαφρύς.

Μια κουβέντα είναι αυτό, φυσικά. Μετά την υπογραφή των συμβολαίων, η νέα ιδιοκτήτρια υπήρξε διακριτικά επίμονη να της αδειάζω τη γωνιά και το γοργόν και χάριν έχει. Συμφωνήσαμε με τον περιστασιακό συγκάτοικο να επεκτείνουμε την περιστασιακότητα στο λίγο πιο μόνιμο, δεδομένων των μνημονιακών καιρών και της εν γένει εργασιακής ανασφάλειας άλλωστε, οπότε βρήκαμε με συνοπτικές διαδικασίες ένα σπίτι αντίστοιχων προδιαγραφών λίγο έξω από τα τείχη. Από μόνο του δεν θα ήταν φοβερά εφικτός στόχος, αλλά διά δύο μάλλον καλή επιλογή μοιάζει. Ρίχτηκα λοιπόν στο έργο του να διαμοιράσω τα τελευταία ιμάτια του παλιού σπιτιού, αφού φυσικά πρώτα βούτηξα τη μερίδα του λέοντος για να εξοπλίσω το καινούργιο. Ως εκ τούτου βρέθηκα φορτωμένος με ένα σκασμό πράγματα και μόνο ελαφρύς δεν ταξίδεψα.

Βέβαια σε σχέση με άλλα προγενέστερα, το ταξίδι αυτό ήταν ένα τίποτα, τέσσερα λεπτά με το αμάξι. Αλλά το αμάξι φορτωμένο μέχρι τα μπούνια, πήγαινε έλα κάμποσες φορές, χώρια οι φίλοι που αγγάρεψα «για πέντε λεπτά μόνο» (που κράτησαν καμιά δεκαριά ώρες για ορισμένους) να κρατάνε τσίλιες στο παρκάρισμα, να γεμίζουν κούτες, να τυλίγουν ποτήρια σε φυσαλιδωτό πλαστικό περιτύλιγμα και να σκαλίζουν το παρτέρι για να ξεχώσουν τα φυτά, καθότι η νέα ιδιοκτήτρια ξεκαθάρισε ότι δεν θέλει τίποτα από αυτά και θα τα ξεπαστρέψει για να βάλει άλλα, δικά της.

Από μια σκοπιά βέβαια την καταλαβαίνω. Ο καθένας θέλει να βάλει τη προσωπική του σφραγίδα στο χώρο, οπότε προτιμάς τη βουκαμβίλια σου από τους δυόσμους του προηγούμενου, κι ένα ανασχηματισμένο τζάκι με ευρύχωρο πλαίσιο για να κρεμάσεις από πάνω την τηλεόραση (ενώ ο προηγούμενος δεν αντιλαμβάνεται γιατί να έχεις τόσο μεγάλη τηλεόραση όταν μπορείς να βάλεις ένα τζιτζιλόνι προτζέκτορα να προβάλλει στον απέναντι τοίχο). Το πρόβλημα βέβαια είναι ότι τον τελευταίο χρόνο ο προτζέκτορας έχει πάει να βρει τους πραγματικούς του ιδιοκτήτες, και ως εκ τούτου το πάλαι ποτέ Σινέ Ραδάμανθυς (δεν είμαι υπεύθυνος για τον όρο, τον βρήκα εμπεδωμένο) ήταν πια η σκιά του παλιού εαυτού του.

Στα ντουζένια του το είχα προλάβει προ ετών, όταν το σπίτι κατοικείτο ακόμα από την οικογένεια, να έχει προβολές κάθε Παρασκευή σχεδόν. Κάποιες φορές μαζευόμασταν κάμποσοι, κάποτε πάλι είχε τύχει να κάνω μόνος μου μια κάπως αμήχανη εμφάνιση στο σαλόνι του ζευγαριού. Είχαμε δει κλασικό Χόλυγουντ και επιστημονική φαντασία, Κισλόφσκι και Γούντυ Άλεν, Μόντυ Πάιθονς και μελόδραμα. Στο αυτοσχέδιο διάλειμμα υπήρχε πίτσα και ενίοτε μπύρα από μια μικροζυθοποιία στο Ρέθυμνο με περιορισμένη διανομή σε σουπερμάρκετ του Ηρακλείου. Υπήρχαν αγγλικοί υπότιτλοι για τους ξένους (το κοινό του Σινέ Ραδάμανθυς ήταν κατά το ήμισυ περίπου αλλοεθνές, όπως και οι ιδιοκτήτες του άλλωστε). Υπήρχε μια αρκετά εκτεταμένη συλλογή DVD και εξτρά προσφορές από το κοινό. Υπήρχε κέφι, αν μη τι άλλο.

Όταν έμεινα εγώ «προσωρινά» στο σπίτι, δεν αμέλησα να οργανώσω ένα αντίστοιχο event που περιελάμβανε άγριο κρίταμο Ικαρίας και το ντοκυμανταίρ Little Land του Νίκου Νταγιαντά σε παραγωγή της Anemon, ικαριακού ενδιαφέροντος επίσης. Μαζεύτηκαν κάμποσοι φίλοι μου, αλλά ήταν καλοκαιράκι κι έκανε ζέστη, οπότε σκέφτηκα να το ξαναρχίσω πιο επίσημα το φθινόπωρο που θα δρόσιζε. Τελικά δεν προχώρησε το πράγμα· κατάφερα να δω άλλο ένα ντοκυμανταίρ (το Sayome, από τους ίδιους συντελεστές), μια-δυο ταινίες μόνος ή με στενή παρέα (το «Όταν ο Χάρι γνώρισε τη Σάλι» ήταν μια από αυτές) και μετά ο προτζέκτορας άρχισε να κάνει νερά βγάζοντας κάθε τόσο μια μπλε οθόνη. Αφού πέρασα μερικούς ποδοσφαιρικούς και μπασκετικούς αγώνες παραδομένος στη χλεύη των φίλων που για προτζέκτορα ήρθανε και σε τηλεόραση (μικρή) κατέληξαν, παραιτήθηκα οριστικά κι αργότερα ο προτζέκτορας πακεταρίστηκε και έφυγε με τη λοιπή οικοσκευή· εικάζω πως αν του αλλάξουν λάμπα θα δουλεύει καλά.

Μου έμεινε ενθύμιο ο όρος «Σινέ Ραδάμανθυς» στη μνήμη του τηλεφώνου (αναφερόμενος στο σταθερό τηλέφωνο του σπιτιού) καθώς και στο GPS (όπου ο όρος «σπίτι» ήταν καπαρωμένος από άλλο οίκημα όταν πέρασα τη συγκεκριμένη διεύθυνση). Μου έμειναν επίσης όπως είπαμε κάμποσα παραφερνάλια για δόσιμο. Σκέφτηκα να βγάλω μια ηλεκτρονική αγγελία στη λίστα παραληπτών του Πανεπιστημίου, αλλά είχα ένα προαίσθημα ότι δεν θα χρειαζόταν τελικά. Μια μέρα πέτυχα μια μικροκαμωμένη φοιτήτρια που είχε περάσει για ένα διάστημα από το εργαστήριο· θυμήθηκα ότι οδηγούσε συνήθως ένα παπάκι. Τη ρώτησα αν χρειαζόταν κράνος· ενθουσιάστηκε. Ο υπεύθυνος υπολογιστών του Ινστιτούτου συγκινήθηκε όταν είδε το αρχαίο λάπτοπ· με διαβεβαίωσε ότι θα το αξιοποιήσει. Ακολούθησαν στιγμές αβίαστου δοσίματος: άλλος πήρε μια κουνουπιέρα αμεταχείριστη σε αντάλλαγμα για το κουβάλημα του στερεοφωνικού και των CD, άλλοι πήραν κάδρα, μπιμπελό και πετσετάκια, άλλοι ένα μεγάλο πλαστικό μπαούλο αποθήκευσης ειδών κηπουρικής, άλλοι άδειες γλάστρες και άλλοι γεμάτες, άλλοι πήραν χιονοαλυσίδες ενός αμαξιού πουλημένου από χρόνια, άλλοι ένα παιδικό καρεκλάκι αυτοκινήτου (το παιδί που καθόταν πάει τώρα Τρίτη Γυμνασίου, νομίζω) και τα τεύχη του New Yorker. Εγώ πήρα το αυγό στρουθοκαμήλου, κενό περιεχομένου φυσικά.

Στο τέλος ήρθε η κυρία που ασκούσε καθήκοντα babysitter (και όχι μόνο) τα προηγούμενα χρόνια σ’ αυτό το σπίτι, και μάζεψε ό,τι δεν πήραν οι υπόλοιποι ώστε να παραδοθεί το σπίτι άδειο και καθαρό. Με κάμποση συγκίνηση, είναι αλήθεια, πήρε μια παιδική κρεμάστρα και τα γράμματα που σχημάτιζαν τα ονόματα των παιδιών στην πόρτα του δωματίου τους. Τη βοήθησα να βάλει στο ασανσέρ ό,τι χωρούσε· το χριστουγεννιάτικο δέντρο και τα στολίδια («εγώ τους το έφερα, γιατί την πρώτη χρονιά που ήρθαν δεν είχαν να στολίσουν»), κάτι κουζινικά άγνωστης (σε εμένα) χρησιμότητας.

Μια παιδική κρεμάστρα, γράμματα στην πόρτα, και στη ντουλάπα η κλίμακα για διαδοχικές μετρήσεις ύψους παιδιών που ψηλώνουν.

Έμεινα για λίγο μόνος στο άδειο σπίτι· ύστερα ξαναήρθε η φίλη που με βοηθούσε με τα φυτά να μαζέψουμε τα υπόλοιπα πράγματα, κυρίως τις γλάστρες. Με κόπους και προσπάθεια πολλής ώρας γεμίσαμε το αμάξι μου και το δικό της. Με τη μεταφορική είχα προλάβει να στείλω κάτι ταλαιπωρημένα γεράνια κι ένα αμφίβολης προοπτικής παχύφυτο· η συμβολή της φίλης μου ήταν καθοριστική στο να φύγω φορτωμένος με τρεις αλόες, επτά δυόσμους («κι όποιος πιάσει», λέει) κι ένα φυτό άγνωστης ονομασίας που εμένα μου έμοιαζε με ανοιγμένη αγκινάρα βέβαια, αλλά δεν ήταν. Άλλα τόσα πήρε εκείνη, χώρια οι άδειες γλάστρες. Τελευταία στιγμή παρατήσαμε στο δρόμο ένα ημιθανές μπέντζαμιν που δε χωρούσε πουθενά, με την υπόσχεση να ξαναπεράσουμε να το πάρουμε (τηρήθηκε!).

Έκλεισα πόρτες και παράθυρα, έσβησα τα φώτα και κλείδωσα· τσέκαρα την ένδειξη του μετρητή της ΔΕΗ καθότι το πρωί θα πηγαίναμε με τη νέα ιδιοκτήτρια να μεταβιβάσουμε την παροχή, οπότε και θα της έδινα τα κλειδιά.

Μπήκα στο αμάξι που μύριζε δυόσμο και απορρυπαντικό πιάτων σκεπτόμενος αν υπάρχει κάτι άλλο που να άφησα πίσω, κάτι που να ήθελα να έχω πάρει μαζί.

«Της ωραίας τα χείλη», θυμήθηκα. «Το δαφνάκι».

Αλλά δεν έζησε. Ήταν πολύ βαρύς ο χειμώνας φέτος.

21/3/15

Θα μου μιλήσει (Ανδρέας Καμπάς)



Το ξέρω
πως τώρα που θα 'ρθει η άνοιξη
θα μου μιλήσει.

Θα μου πει για τ` ανοικτά πανιά
πάνω στις γαλάζιες θάλασσες
που τρέχουνε και σμίγουνε με τα όνειρα.

Θα μου πει για τα δελφίνια
που ρυθμικά αργοφαίνονται
στο βάθος του ορίζοντα
σαν ασυνάρτητες γλυκιές ελπίδες

Θα μου πει για τα πολλά χρωματιστά
λουλούδια της
που θα ξαναπνίξουνε τους κάμπους
σαν τα χαρούμενα φιλιά.

Θα μου πει για τις νέες καρδιές
που θα φουσκώσουν πάλι
όλο χαρά και έξαψη.

Θα 'ρθει και πάλι η άνοιξη
και σαν διάπλατη σημαία
θα κυματίσει στον αέρα
θριαμβευτικά.

Το ξέρω, το ξέρω πως θα μου μιλήσει,
και πως θα θέλει να μου πει
κάτι πιο ουσιαστικό
κάτι πιο μεγάλο

Μα δεν ξέρω την γλώσσα της
δεν την καταλαβαίνω

και τυραννιέμαι.


Ανδρέας Καμπάς (1919-1965)



Σ.Σ. Το ποίημα υπέκλεψα από εδώ. Αφορμή μια ανάρτηση στο ιστολόγιο του Ν. Σαραντάκου για την άνοιξη - βάλε και την αλλεργία μου στη γύρη.

9/3/15

Σαμχάτ και Ενκιντού


Κοντά σου ναῦτες ἀπ᾿ τὴν Οὒρ πρωτόσκαρο ἐβιδώναν
Νίκος Καββαδίας, «Γυναίκα», Τραβέρσο (1975)

Δεν είμαι απολύτως βέβαιος ποιο καλοκαίρι ήτανε, ίσως του 2005 ή του 2006 που ο φίλος μου ο Θανάσης ήρθε να με βρει στην Ικαρία κουβαλώντας μαζί του μερικά ασυνήθιστα βιβλία, τουλάχιστον για καλοκαιρινά αναγνώσματα. Θυμάμαι ότι ένα από αυτά ήταν ένα μάλλον ημιτελές κείμενο όπου ένας ιδιαιτέρως αντιπαθής και κατά τα λοιπά συντηρητικός ή καλύτερα αντιδραστικός συγγραφέας (ο Σπύρος Μελάς) περιέγραφε τις ψυχεδελικές (ω, ναι!) εμπειρίες του από πειραματισμούς με το παραισθησιογόνο πεγιότλ. Ένα άλλο και κατά τι παλαιότερο βιβλιαράκι που στόλιζε το κομοδίνο ήταν επίσης μάλλον ασυνήθιστο για παραλία: το έπος Γκιλγκαμές.

Παρότι κυκλοφορούν για μένα κατά καιρούς διάφορες ανυπόστατες φήμες ότι περνάω τα βράδια μου διαβάζοντας τυχαία άρθρα στη Wikipedia (άλλοι μάλιστα λένε γράφοντας τυχαία άρθρα, κάτι που το διαψεύδω φυσικά διαρρήδην) και ότι έχω σε ανύποπτο χρόνο καταβροχθίσει (ου μην και αποστηθίσει) διάφορες ιστορίες από τα ομηρικά έπη και τον Ερωτόκριτο μέχρι τις Ουπανισάδες και τη Ριγκ-Βέδα, η αλήθεια είναι ότι βρίσκομαι στην ίδια κατάσταση ημιμάθειας στην οποία βρίσκεται ο περισσότερος κόσμος και τα μεν ομηρικά έπη τα διάβασα άπαξ στο Γυμνάσιο που ήταν στη διδακτέα ύλη, τον Ερωτόκριτο σίγουρα τον διάβασα ένα Πάσχα που ήμουν αποκλεισμένος στην Ικαρία και ήταν το μοναδικό βιβλίο στο σπίτι, για τις δε Ουπανισάδες και Βέδες και λοιπά δεν έχω την παραμικρή ιδέα. Και μέχρι εκείνο το καλοκαίρι του 2005 ή του 2006 φυσικά δεν είχα ιδέα ούτε για το έπος Γκιλγκαμές.

Για να ακριβολογούμε, το όνομα Γκιλγκαμές μου έλεγε κάτι από τα σχολικά βιβλία ιστορίας που αναφέρονταν στους αρχαίους πολιτισμούς της Μεσοποταμίας, κάτι Σουμέριους και κάτι Ακκάδιους και Βαβυλώνιους και Ασσύριους, και ίσως και να θυμόμουν αμυδρά από κάτι θρησκευτικά διαβάσματα ότι μέσα στο έπος υπάρχει μια περιγραφή ενός κατακλυσμού σχεδόν όπως την ξέρουμε από την Παλαιά Διαθήκη. Ωστόσο κείμενο του έπους δεν είχα δει ποτέ, ούτε ήξερα την υπόθεση. Φυλλομέτρησα το βιβλιαράκι του φίλου μου με μια σχετική περιέργεια. Το κείμενο ήταν αποσπασματικό, όπως αποσπασματικά έχουν διασωθεί οι κεραμικές πλάκες σφηνοειδούς γραφής που περιέχουν την «πρότυπη» εκδοχή του έπους. Η νεοελληνική μετάφραση που είχα στα χέρια μου προερχόταν με τη σειρά της από μια αγγλική έκδοση, πιθανώς απευθείας απόγονο της πρώτης αγγλικής απόδοσης του 19ου αιώνα. Παρόλα αυτά, η ιστορία ήταν κατανοητή, με την πλοκή της και τους ήρωές της, τους πρωταγωνιστές και τους δευτεραγωνιστές.

Οι προσεκτικοί αναγνώστες του ιστολογίου ξέρουν καλά την εμμονή μου με τους δευτεραγωνιστές, που δε χάνω ευκαιρία να την προβάλλω (βλέπε εδώ, εδώ και εδώ). Στον Ερωτόκριτο που λέγαμε πριν, με ενδιαφέρει περισσότερο η στάση του Πολύδωρου που τα βάζει νύχτα με δέκα αρματωμένους για το σεβντά του κολλητού του που παίζει το λαγούτο μπας και ξενερώσει. Στην Ιφιγένεια εν Ταύροις, ο φουκαράς ο Πυλάδης τρέχει στα πέρατα του κόσμου για τις Ερινύες που καταδιώκουν τον Ορέστη. Στην Οδύσσεια, ο Τηλέμαχος κάνει πιο ενδιαφέρον ταξίδι αυτογνωσίας από τον περιπετειώδη μπαμπά του (και είναι και πιο ευγενής, όσο να ‘ναι). Και στο Γκιλγκαμές βέβαια, καλός είναι ο ήρως, αλλά ακόμα καλύτερος ο άλτερ έγκο του στο πρώτο μισό του έπους: ο άνθρωπός μας, ο Ενκιντού.

Το έπος του Γκιλγκαμές χρονολογείται περίπου στην τρίτη δυναστεία της Ουρ, γύρω στο έτος 2100 π.Χ. Πιθανώς βασίζεται σε πέντε τουλάχιστον προγενέστερα Σουμεριακά ποιήματα, που περιγράφουν κάποιες ιστορίες του ομώνυμου βασιλιά της Ουρούκ που υπήρξε μάλλον ιστορικό πρόσωπο. Μια εκδοχή του έπους από την οποία σώζονται σχετικά λίγα αποσπάσματα είναι Βαβυλωνιακή, περίπου του 18ου αιώνα π.Χ. Η μεταγενέστερη «πρότυπη» Ακκαδική εκδοχή, καταγραμμένη από έναν ιερέα με το όνομα Sîn-lēqi-unninni (που μπορεί και να σημαίνει κάτι σαν «Θεέ του φεγγαριού δέξου τις προσευχές μου») ξεκινάει με τη φράση «αυτός που βλέπει τα βαθιά/την άβυσσο» (δηλ. το άγνωστο) και χρονολογείται μεταξύ 13ου και 10ου αιώνα π.Χ. Έχει διασωθεί κατά τα δύο τρίτα περίπου και ένα μεγάλο μέρος της βρέθηκε στη Νινευή, στα ερείπια της βιβλιοθήκης του Ασσύριου βασιλιά Ασουρμπανιπάλ (ελληνιστί Σαρδανάπαλου) του 7ου αιώνα π.Χ. Αποτελείται από 11+1 πλάκες σφηνοειδούς γραφής: οι 11 πρώτες πλάκες περιέχουν το έπος με ομαλή διαδοχή και φυσιολογικό τέλος, ενώ η δωδέκατη μάλλον είναι πρόσθετη και καταγράφει μια άλλη ιστορία με τους ίδιους περίπου πρωταγωνιστές που αντανακλά μια από τις πρώτες πέντε σουμεριακές ιστορίες που βρίσκονται στην πηγή του έπους.

Την εποχή εκείνη η Μεσοποταμία ήταν ένα από τα μεγάλα κέντρα όπου διαμορφωνόταν το μέλλον της ανθρωπότητας. Οι πλημμύρες του Τίγρη και του Ευφράτη δημιουργούσαν ένα ιδιαίτερα εύφορο έδαφος στην περιοχή της «εύφορης ημισελήνου» όπου είχε ανακαλυφθεί η καλλιέργεια των σιτηρών (μία από τις 8-9 φορές συνολικά που ανακαλύφθηκε η γεωργία στην ιστορία της ανθρωπότητας). Η ύπαρξη του γεωργικού «πρωτογενούς πλεονάσματος» επέτρεψε μεγαλύτερη συγκέντρωση πληθυσμού από τις προγενέστερες συναθροίσεις των κοινωνιών των κυνηγών και τροφοσυλλεκτών της προϊστορίας, και η ανάγκη φύλαξης και διανομής του πλεονάσματος επέτρεψε την εμφάνιση διαφόρων εννοιών που δεν είχαν προηγούμενο: της γραφής, ας πούμε, προνόμιο ενός ιερατείου επιφορτισμένου με την αποθήκευση και τη διανομή. Την καθιέρωση μιας ειδικής τάξης πολεμιστών, επιφορτισμένης με την προστασία της σοδειάς από επιδρομές επίδοξων σφετεριστών. Και φυσικά, την ίδια την πρωταρχική έννοια της πόλης, που κατέστη δυνατή μόνο εφόσον μπορούσε να συντηρηθεί από τα πλεονάσματα της υπαίθρου.

Οι πρώτες ανθρώπινες πόλεις φτιάχτηκαν στην περιοχή της εύφορης ημισελήνου. Η ιστορία μας διαδραματίζεται σε μία από αυτές, την Ουρούκ, στις όχθες του Τίγρη. Ο Γκιλγκαμές, ένας ημίθεος (θνητός πάντως), είναι βασιλιάς της Ουρούκ, και είναι σκληρός με τους υπηκόους του, καθώς χρησιμοποιεί ασυστόλως το βασιλικό του προνόμιο για να κοιμάται με τις νύφες της πόλης στην πρώτη νύχτα του γάμου τους, πριν προλάβει ο γαμπρός να τις γευτεί. Επιπλέον, εξουθενώνει και τους άντρες με διαρκείς αγώνες και δοκιμασίες, καθώς και συνεχή μεγαλεπήβολα κατασκευαστικά έργα όπου τους βάζει να δουλεύουν. Οι πάντες είναι έξαλλοι με το βασιλιά και διαμαρτύρονται στους θεούς, οι οποίοι αποφασίζουν να φτιάξουν έναν αξιόμαχο αντίπαλο για να συνεφέρουν το Γκιλγκαμές.

Η θεά της δημιουργίας Αρούρου, φτύνει στο χώμα και πλάθει από τον πηλό έναν άνθρωπο. Είναι ο Ενκιντού, ένας άγριος που μεγαλώνει μαζί με τα ζώα στο δάσος, πίνει νερό στην πηγή τους και συμπεριφέρεται σαν ένας από αυτά. Ένας κυνηγός που στήνει παγίδες στο δάσος, ανακαλύπτει ότι ο Ενκιντού απελευθερώνει τα ζώα από τις παγίδες του. Διαμαρτύρεται στο βασιλιά, ο οποίος ακούγοντας ότι στο δάσος ζει κάποιος άγριος, στέλνει το κατάλληλο πρόσωπο για να τον εξημερώσει. Το πρόσωπο αυτό είναι η Σαμχάτ, μια ιερή πόρνη (=ιέρεια στο ναό της θεάς του έρωτα). Η Σαμχάτ χρησιμοποιεί τα θέλγητρά της για να πλησιάσει τον άγριο Ενκιντού, και τον «εξημερώνει» κάνοντας έρωτα μαζί του για έξι μέρες και εφτά νύχτες. Την έβδομη μέρα ο Ενκιντού πηγαίνει στην πηγή να πιει νερό με τα ζώα· εκείνα όμως φεύγουν τρομαγμένα επειδή δεν τον αναγνωρίζουν πια για δικό τους αλλά οσφραίνονται πάνω του τη μυρωδιά του ανθρώπου, δηλαδή της γυναίκας.

Μέσα από τη διαδικασία της σεξουαλικής μύησης ο Ενκιντού «εξανθρωπίζεται», καθώς κάτι που πριν ήταν ενστικτώδες και φυσικό τώρα γίνεται μια κάπως περίτεχνη, περίπλοκη διαδικασία που τον βάζει να αντιληφθεί τη διαδικασία της ζωής «της πόλης», αυτού που λέμε «πολιτισμού». Η Σαμχάτ τον διδάσκει να τρώει «σαν άνθρωπος», να πίνει κρασί, να ντύνεται. Γίνεται πια «σαν τους άλλους». Σχεδόν. Τώρα πια προστατεύει τα κοπάδια των κτηνοτρόφων από τους παλιούς του συντρόφους τα ζώα. Εκεί κάποιος του αναφέρει την επονείδιστη συμπεριφορά του Γκιλγκαμές ως προς τις νύφες τη νύχτα του γάμου τους. Ο Ενκιντού αποφασίζει να αντιπαραταχτεί στον κακό βασιλιά, και μετά από μερικά επεισόδια ξεκινάει μια μεγάλη πάλη ανάμεσα στους δυο τους. Παρότι οι αντίπαλοι είναι ισάξιοι, στο τέλος ο βασιλιάς κερδίζει· ο Ενκιντού παραδέχεται την ήττα του και αναγνωρίζει την πρωτοκαθεδρία του Γκιλγκαμές. Ωστόσο κι αυτός δε μένει ασυγκίνητος μπροστά στη γενναιότητα του άλλου· στο τέλος γίνονται φίλοι κολλητοί.

Οι δύο φίλοι ξεκινάνε για νέες περιπέτειες και πάνε στο δάσος των κέδρων όπου σκοτώνουν το τέρας-φύλακα Χουμπάμπα. Κόβουν το δάσος και ιδιαίτερα τους ψηλούς κέδρους που θα χρησιμοποιήσουν για να χτίσουν ναούς στην Ουρούκ. Ακολούθως σκοτώνουν τον ταύρο Γκουγκαλάννα που οι θεοί έχουν στείλει να σκοτώσει το Γκιλγκαμές επειδή αντιστάθηκε στις ερωτικές προτάσεις της θεάς Ιστάρ. Ο Γκιλγκαμές διαμαρτύρεται ότι η Ιστάρ είναι γυναίκα-αράχνη (δεν το λέει ακριβώς έτσι) και οι εραστές της έχουν κακό τέλος οπότε καλά έκανε και δεν της έκατσε, ωστόσο το κλίμα έχει βαρύνει στη θεϊκή κοινότητα που αποφασίζει ότι σε κάθε περίπτωση ένας από τους δυο τους πρέπει να πεθάνει.

Ο κλήρος πέφτει στο φουκαρά τον Ενκιντού, που αρρωσταίνει του θανατά και γίνεται με το δίκιο του πυρ και μανία. Τα χώνει στη Σαμχάτ που τον έμπλεξε σε αυτή την ιστορία του πολιτισμού ευθύς εξαρχής με αποτέλεσμα να πεθάνει νέος και με επίγνωση του θανάτου, αντί να μείνει στο δάσος με τα ζώα και να ζει ευτυχισμένος χωρίς να καταλαβαίνει τίποτα. Την καταριέται να μείνει απόβλητη. Ο θεός-ψυχοπομπός τον επιτιμά ότι χρωστάει πολλά στη Σαμχάτ, που τον έντυσε και τον τάισε και τον έκανε άνθρωπο. Παραδόξως ο Ενκιντού μετανιώνει, μετατρέπει την κατάρα σε ευχή, και εύχεται στη Σαμχάτ να είναι πάντα ποθητή και όλοι οι άντρες να της φέρνουν δώρα και κοσμήματα.

Ο θάνατος του Ενκιντού συγκλονίζει τον κολλητό του, και στο υπόλοιπο έπος από τον πολύ συγκλονισμό περιφέρεται από δω κι από κει ψάχνοντας την αθανασία. Ατυχώς βέβαια η αθανασία δεν προορίζεται για τους ανθρώπους, και ο Γκιλγκαμές αν και περνάει από δίπλα κάνα-δυο φορές στο τέλος κάνει μια τρύπα στο νερό. Στο μεταξύ όμως έχουμε προλάβει να ακούσουμε τη βαβυλωνιακή-ασσυριακή εκδοχή του κατακλυσμού (όπου ο Ουτναπίστιμ, ο αντίστοιχος Νώε, είναι ο μόνος άνθρωπος που αξιώθηκε να μείνει αθάνατος) και να δούμε τον απαρηγόρητο Γκιλγκαμές να επιστρέφει στην Ουρούκ καμαρώνοντας όμως τα μεγάλα οικοδομικά έργα που πραγματοποιήθηκαν επί των ημερών του.

Κάπου εκεί τελειώνει η εντέκατη πλάκα του έπους με έναν ύμνο στην αιώνια δόξα της πόλης· κατά περίεργο τρόπο στη δωδέκατη πλάκα ο Ενκιντού είναι ζωντανός, και σπεύδει να παρηγορήσει τον απαρηγόρητο κολλητό του που κλαίει και οδύρεται επειδή του έπεσε ένα μπαλάκι ή ένα ππούκκου (;) στον κάτω κόσμο. «Νο πρόμπλεμ», λέει περίπου ο Ενκιντού «πετάγομαι και στο φέρνω στο πιτς φιτίλι». Ο Γκιλγκαμές συμφωνεί, αλλά εξηγεί στον χαλαρό Ενκιντού ότι ο κάτω κόσμος είναι πολύ πονηρό μέρος και πρέπει να προσέχει κανείς μη διαπράξει μια σειρά από πιθανές βλακείες και τον κρατήσουν εκεί πέρα για πάντα. Ο ατάραχος Ενκιντού κατεβαίνει στον κάτω κόσμο και διαδοχικά διαπράττει κάθε πιθανή βλακεία μία προς μία· φυσικά τον κρατάνε. Ο Γκιλγκαμές χτυπιέται και στηθοδέρνεται αλλά δεν καταφέρνει και πολλά· απλώς κάποια στιγμή έρχεται μέχρι τον πάνω κόσμο το φάντασμα του Ενκιντού και όπως όλοι ξέρουμε τραγουδάει μες της καρδιάς τα φύλλα ότι γλυκειά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα.

Σκέφτομαι αυτή την ιστορία εδώ και μέρες, πιο πολύ για το κομμάτι που η ερωτική συνειδητοποίηση είναι ένα είδος περάσματος στον πολιτισμό, με τα καλά του και τα κακά του (τόσο κακά που τα ζώα να σε αποφεύγουν καθώς μυρίζεις ανθρωπίλα, και στο τέλος να πεθαίνεις άδοξα για μια υπόθεση εντελώς ξένη). Σκέφτομαι ακόμα ότι τα βασικά μοτίβα για τα οποία τραγουδάνε οι άνθρωποι στα έπη τους και τα τραγούδια τους εδώ και τέσσερις-πέντε χιλιάδες χρόνια δεν είναι πολύ διαφορετικά: ο ερωτας κι ο θάνατος, λίγο πολύ αυτά.

Μοιράζομαι αυτή τη σκέψη με μια φίλη που ακούει την ιστορία σχεδόν μαγεμένη· ιδιαίτερα το κομμάτι με τη Σαμχάτ.

- Κοίτα να δεις, λέει, τέσσερις χιλιάδες χρόνια ιστορία και σου λέει κάτι τόσο οικείο...

Περιμένω τη συνέχεια με αδημονία.

- ...ότι ο έρωτας μεταμορφώνει τους ανθρώπους.

Λίγο καιρό αργότερα προσπαθώ να βάλω και το Θανάση στον προβληματισμό μου καθώς μιλάμε σκαϊπικώς και του θυμίζω το βιβλίο του που είχα διαβάσει εκείνο το κάπως μακρινό καλοκαίρι. Εξηγώ πόσο με συγκινεί το γεγονός ότι οι ανθρώπινοι προβληματισμοί δεν έχουν αλλάξει επί χιλιάδες χρόνια. Κουνάει το κεφάλι με κατανόηση και σχολιάζει:

- Ε, βέβαια· κοτζαμάν έπος και τέσσερις χιλιάδες χρόνια ιστορία για να σου πει κάτι που ήδη ξέρουμε όλοι μας...

Περιμένω τη συνέχεια με αδημονία.

- ...ότι το μουνί σέρνει καράβι.

«Φουκαρά Ενκιντού», σκέφτομαι μέσα μου, «ας είναι ελαφρύ το χώμα που σε σκεπάζει».


21/2/15

Ολονυχτία (Νικηφόρος Βρεττάκος)


Δε με κατάλαβες· όλη τη νύχτα
ήμουνα πλάι σου, προσπαθούσα να κλείσω
τα παράθυρα, πάλευα - όλη νύχτα.
Ο αγέρας επέμενε.
Άπλωσα τότε
τις παλάμες μου πάνω σου σαν
δύο φύλλα ουρανού, και σε σκέπασα.
Έπειτα βγήκα στον εξώστη και κοίταζα
Δίχως χέρια τον κόσμο.


Νικηφόρος Βρεττάκος (1912-1991)
Από τη συλλογή «Το βάθος του κόσμου» (1961)


18/2/15

Μην πιστεύετε τους απατεώνες


Τώρα υποτίθεται ότι είμαστε σε φάση που κινδυνεύουμε να βγούμε από την Ευρώπη, αλλά εγώ θυμάμαι τουλάχιστον τρεις φορές στο παρελθόν που μπαίναμε. Η πιο παλιά πρέπει να ήταν το 1979 ή 80 ή κάπου εκεί γύρω που σύμφωνα με τις θρυλικές αφηγήσεις της εποχής η λεωφόρος Συγγρού δενδροφυτεύτηκε μέσα σε ένα βράδυ ώστε να περάσει ο Ζισκάρ ντ’ Εσταίν να πάει στο Ζάππειο να υπογράψει την προσχώρησή μας στην (τότε) ΕΟΚ αλαμπρατσέτα με τον Καραμανλή τον πρεσβύτερο. Η πιο πρόσφατη ήταν η ΟΝΕ όπου μπήκαμε το 2002 με το Σημίτη να βγάζει κάτι ευρώ από το ΑΤΜ κι εκείνη την αλήστου μνήμης εμπειρία του διαρκούς πολλαπλασιασμού επί 340,75 που ήταν η ισοτιμία σε δραχμές (σε αντίθεση με πιο πονηρούς λαούς όπως οι Γερμανοί που είχαν ισοτιμία ένα ευρώ = δυο μάρκα και δεν μπερδευόντουσαν και τόσο).

Στο ενδιάμεσο πάντως υπήρξε μια άλλη κομβική χρονολογία, αν θυμάμαι καλά το 1992 που τέθηκε σε ισχύ η Συνθήκη του Μάαστριχτ, και για την οποία είχε νωρίτερα αναπτυχθεί επίσης μια ορισμένη μεταφυσική τύπου «το ’92 που θα αλλάξουν όλα» και «αυτά θα λέμε στους εταίρους μας το ’92;» και κάτι τέτοια χαριτωμένα. Την εποχή εκείνη μπαίναμε ξανά μανά σε μια ορισμένη Ευρώπη, ωστόσο δεν ήταν πολύ σαφές τι ακριβώς θα άλλαζε στην καθημερινότητα, τουλάχιστον για όσους δεν ασχολούνταν με κινήσεις κεφαλαίων και υπηρεσιών που θα «άνοιγαν» και θα υπερέβαιναν τα εθνικά σύνορα με κάποιο τρόπο απροσδιόριστο στους κοινούς θνητούς. Σαφήνεια δεν υπήρχε, υπήρχε όμως προσδοκία, χώρια η χαρούμενη αίσθηση ότι είμαστε προχώ Ευρωπαίοι και θα ταξιδεύουμε κυριλέ χωρίς βίζες και διαβατήρια, τουλάχιστον στην κοινή μας ευρωπαϊκή πατρίδα (εντάξει, εκτός από κάτι κρυόκωλους Άγγλους που θα ζήταγαν διαβατήρια).

Λίγους μήνες πριν το μαγικό ’92 ασχολούμουν με τα πρώτα στάδια της διατριβής μου και ζούσα μια αθώα μεταφοιτητική περίοδο που χαρακτηριζόταν από μια γενικώς αδρανή εργαστηριακή καθημερινότητα με μερικές εκλάμψεις συλλογής σαλιγκαριών και κάπως εκτεταμένες καλοκαιρινές διακοπές. Ήταν σε μια από αυτές τις περιόδους που με επισκέφτηκε κάπως απρογραμμάτιστα στην Ικαρία ο φίλος μου ο Χ., παλαιός συμμαθητής και αργότερα μαθητευόμενος οικονομολόγος που προσώρας βιοποριζόταν ως βοηθός λογιστή. Δεν είχα ιδέα σε τι ακριβώς χρησιμεύει ένας βοηθός λογιστή, αλλά και ο Χ. δεν είχε ιδέα σε τι χρησιμεύει ένας μοριακός βιολόγος που ερευνά τα σαλιγκάρια, οπότε από αυτή τη σκοπιά είμασταν πάτσι. Πάντως ενώ εκείνος δεν εξεδήλωσε κανένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη μοριακή μαλακιολογία, εγώ δεν έχανα ευκαιρία να μυηθώ στα επαγγελματικά του, ειδικά όταν άρχισε κάτι μισόλογα ότι έπιασε δουλειά σε μια εταιρία που κάνουνε μπιγκ μπίζνες.

- Δηλαδή τι μπιγκ μπίζνες; Τι παράγετε;
- Δεν παράγουμε προϊόντα. Εμπορευόμαστε. Προϊόντα και υπηρεσίες.
- Δηλαδή τι προϊόντα και τι υπηρεσίες;
- Γενικής φύσεως.
- Τι φύσεως ακριβώς;
- Δε μπορώ να σου πω.


Βέβαια η allure μυστηρίου που έβαζε στα λόγια του δεν κόλλαγε πάρα πολύ με το υπόλοιπο image καθότι κατά τα λοιπά έμοιαζε με φοιτητή σε καλοκαιρινές διακοπές, δηλαδή αυτό ακριβώς που ήταν την εποχή εκείνη κατά κύριο λόγο. Τελικά βέβαια με τη βοήθεια λίγης αλκοόλης στα κατάλληλα σημεία, η γλώσσα του λύθηκε και μου εξιστόρησε τις δραστηριότητες της εταιρίας με το νι και με το σίγμα. Ίσως και με υπερβολική λεπτομέρεια ενίοτε, αλλά καθώς ο φίλος ήταν σαφώς επιρρεπής στο φιδεμπόριο εκείνη την περίοδο, δεν παίρνω και όρκο για τις πιο σκαμπρόζικες λεπτομέρειες. Τη βασική δραστηριότητα της εταιρίας πάντως την είχα δει με τα μάτια μου λίγο καιρό πριν.

Ήταν μια Κυριακή του Μάη αν θυμάμαι καλά, που είδα μια ολοσέλιδη διαφήμιση σε τρεις τουλάχιστον κυριακάτικες εφημερίδες (Καθημερινή, Βήμα, Ελευθεροτυπία) και υποψιάζομαι ότι θα υπήρχε και αλλού. Η διαφήμιση έδειχνε ένα πολυτελές αυτοκίνητο, νομίζω μια Μερσεντές, και έγραφε από πάνω με μεγάλα γράμματα: «ΣΑΣ ΑΡΕΣΕΙ; ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΔΙΚΟ ΣΑΣ ΤΩΡΑ». Εμένα δε μου άρεσε και φυσικά δε θα γινόταν ποτέ δικό μου, θυμάμαι πάντως ότι το διαφημιζόμενο προϊόν δεν ήταν το ίδιο το αμάξι, αλλά ένα καταναλωτικό δάνειο με το οποίο θα μπορούσες να αποκτήσεις το αμάξι ή ό,τι άλλο γούσταρες. Την εποχή εκείνη τα τραπεζικά επιτόκια στη χώρα ήταν της τάξης του 15-20% (εποχή στασιμοπληθωρισμού γαρ). Πλην όμως η διαφήμιση υποσχόταν ότι η εταιρία θα μεσολαβούσε μέσω κάποια απροσδιόριστης διαδικασίας να πάρει κανείς δάνειο από γερμανική τράπεζα με γερμανικά επιτόκια – της τάξης του 3% ας πούμε. Μόλις θα μπαίναμε στην Ευρώπη (ξανά...) το ’92, ο συναλλαγματικός κίνδυνος και καλά θα εξαλειφόταν και οι ροές κεφαλαίων (και δανείων) θα ήταν ελεύθερες. Αυτό που έκανε η εταιρία ήταν να φέρνει το ’92 μερικούς μήνες πιο μπροστά. Ζητούσε μόνο ένα ευτελές ποσό για έξοδα φακέλου – χίλιες δραχμές. Σε ταχυδρομική θυρίδα.

- Κατάλαβες;
- Όχι. Δε θέλω Μερσεντές.
- Είσαι ηλίθιος. Δεν υπάρχει Μερσεντές.
- Και τι δείχνετε εκεί πέρα;
- Δεν «δείχνουμε». Αυτός δείχνει. Εγώ υπάλληλος είμαι, κρατάω απλώς κάποια βιβλία και όχι τα κανονικά. Τα δεύτερα.
- Ποια δεύτερα;
- Είσαι τελείως βλάκας. Δεν υπάρχει σοβαρή επιχείρηση χωρίς διπλά βιβλία. Ένα κανονικό κι ένα για την εφορία.


Έξυσα το κεφάλι μου.

- Δηλαδή είναι κάποια μορφή απάτης;
- Κάποια μορφή; Κομπίνα κανονική είναι. Αεριτζίδικο. Βρωμάει από χιλιόμετρα.
- Κι αφού βρωμάει από χιλιόμετρα γιατί να τσιμπήσει ο πελάτης;

Ο Χ. άρχισε να φυσάει και να ξεφυσάει, δήθεν αγανακτισμένος. Κάποια στιγμή μου λέει επιτακτικά:

- Δώσε ένα χιλιάρικο.

Έβγαλα ένα χιλιάρικο και το ακούμπησα στο τραπέζι. Δεν το πήρε.

- Τώρα δώσε ένα πεντοχίλιαρο.
- Ε, όχι και πεντοχίλιαρο!
- Αυτό ακριβώς, μπουμπούνα. Μου ακουμπάς άνετα ένα χιλιάρικο διότι είναι σχετικά ευτελές. Αν ήταν πεντοχίλιαρο θα κόλωνες. Αυτό κάνει και ο τύπος. Πληρώνει ολοσέλιδες καταχωρήσεις σε σοβαρές εφημερίδες, τάχα. Δείχνει γυαλιστερή Μερσεντέ, που μην κοιτάς εσύ που είσαι κουλτουριάρης και δε σκαμπάζεις από αμάξια, πολλοί τη ζαχαρώνουνε για μόστρα. Τους πουλάει φούμαρα ότι μπορούν να την αγοράσουν με γερμανικές τιμές και γερμανικό δάνειο με χαμηλά επιτόκια. Δεν είναι πολύ ρεαλιστικό, αλλά τους κλείνει το μάτι με το ’92 και τους ευρωπαίους και τα κεφάλαια κι έτσι. Εκατό θα το δουν, πέντε θα τσιμπήσουν κάπως, αν και θα σκεφτούν ότι ίσως είναι κομπίνα.
- Και πώς κερδίζει ο τύπος;
- Ζητάει ένα μικροποσό. Σου λέει ο άλλος
«άμα ισχύει, παίζει να βγάλω φτηνά δάνειο, άμα δεν ισχύει έχω χάσει μόνο ένα χιλιάρικο». Και στέλνει το χιλιαρικάκι στη θυρίδα. Έρανος κανονικός.
- Καλά ρε, και πόσοι να την πατήσουν έτσι;


Ο Χ. έκανε μια κίνηση «έτσι κι έτσι» με το χέρι και παρίστανε ότι το σκέφτεται λίγο. Στο τέλος αποφάνθηκε:

- Τέσσερις – πέντε χιλιάδες.
- Παρντόν; Δηλαδή ο τύπος μάζεψε...
- Τέσσερα – πέντε μύρια, μείον τα έξοδα δημοσίευσης. Σε μια βδομάδα – δέκα μέρες. Δε σε χάλασε, ε;


Παραδέχτηκα ότι για δέκα ημερών δουλειά ήταν σημαντικό ποσό, αν σκεφτεί κανείς ότι η μηνιαία υποτροφία μου (που την ξόδευα μέχρι κεραίας σε καφέδες, τσιγάρα και εφημερίδες) ήταν πενήντα χιλιάρικα της εποχής.

- Και ολόκληρη εταιρία αυτό κάνει μόνο;
- Όχι ρε, κάνει κι άλλα. Αλλά σιγά την εταιρία, αυτός είναι μόνο, ένας Αλβανός στην αποθήκη, κι εγώ παιδί για τα θελήματα. Δηλαδή βοηθός λογιστή.
- Και η αποθήκη τι έχει μέσα, γυαλιστερές Μερσεντέ σε φωτογραφία;
- Όχι ρε, βιντεοκασέτες. Τσόντες κυρίως. Από αυτές που πουλάνε στην Ομόνοια.
- Α, αυτά είναι τα προϊόντα που εμπορεύεστε;
- Δεν είμαι βέβαιος. Αυτά έχω δει πάντως.


Ήπιε δυο γουλιές ακόμα από το ποτό του και έσκυψε προς εμένα, δήθεν εμπιστευτικά.

- Τώρα όμως θα κάνει μια ακόμα πιο μεγάλη μπίζνα.
- Δηλαδή τι μπίζνα;
- Δε μπορώ να σου πω.
- Ε, άντε και γα..., με έσκασες, λέγε.
- Καλά. Λέω. Λοιπόν, θα τους τάξει γυαλιστερή Μερσεντέ με γερμανικό δάνειο.


Τον έβρισα χυδαιότατα· εκείνος έβαλε τα γέλια. Είχε προφανώς μεθύσει. Επέμεινε όμως ότι υπάρχει ένα μεγαλοφυές σχέδιο του αφεντικού να επαναλάβει την κομπίνα. Του επεσήμανα ότι αυτό κάηκε πια διότι εξέλιπαν τα κορόιδα, καθότι όποιος κάηκε στο χυλό φυσάει και το γιαούρτι. Μου εξήγησε υπομονετικά, αν και ψευδίζοντας πότε πότε, ότι αυτή τη φορά θα δούλευε πολύ καλύτερα το σχήμα. Αυτή τη φορά δε θα υπήρχε θυρίδα. Θα υπήρχε κανονικά κτίριο, γραφεία, υπολογιστές, γραμματείς... Σοβαρή εταιρία κι έτσι. Θα έβρισκαν μια εταιρία από αυτές που κλείνουν τον Αύγουστο και στέλνουν τους εργαζόμενους διακοπές. Θα υπενοικίαζαν το χώρο, θα κρεμάγανε άλλη ταμπέλα, θα βάζανε δυο τρεις γκομενίτσες να κάνουν τις γραμματείς και θα δέχονταν το κοινό κανονικά, εισπράττοντας ένα πεντοχίλιαρο για έξοδα φακέλου και κλείνοντας ραντεβού για αρχές Σεπτέβρη. Το Σεπτέβρη που θα έρχονταν να κανονίσουν το δάνειο το αφεντικό θα είχε γίνει μπουχός με τα πεντοχίλιαρα.

- Μαλακία. Ποιος θα το φάει αυτό, ειδικά άμα έχει καεί προηγουμένως με το χιλιάρικο.
- Μα γι’ αυτό ακριβώς. Θα ξανακάνει διαφημιστική εκστρατεία με παρόμοια γυαλιστερή Μερσεντέ και φοβερά πιασάρικο τίτλο:
«ΜΗΝ ΠΙΣΤΕΥΕΤΕ ΤΟΥΣ ΑΠΑΤΕΩΝΕΣ». Και από κάτω «Μην αφήνετε να σας εξαπατούν – Ελάτε σε εμάς να γνωριστούμε από κοντά». Δεν είναι γαμώ; Ο κάθε καμένος από την προηγούμενη κομπίνα θα έρχεται να πάρει το αίμα του πίσω. Σαν τον τύπο που χάνει στην πόκα και παίζει τα ρέστα του για να ρεφάρει κατάλαβες;
- Καλά, δεν είπαμε ότι το πεντοχίλιαρο είναι κάμποσα λεφτά και θα το σκεφτεί ο άλλος;
- Μα θα το σκεφτεί, δε θα τα δώσουν όλοι. Αλλά χίλιοι «ξύπνιοι» να βρεθούνε, να άλλα πέντε μύρια μάνι μάνι.
- Κι εσύ τι θα κάνεις εκεί πέρα;
- Επίβλεψη στις γκομενίτσες ρε, τι άλλο να κάνω;
είπε κι έβαλε τα γέλια. Απλά αύριο θα πάρω τηλέφωνο να δω πότε πρέπει να γυρίσω Αθήνα να αρχίσω την επίβλεψη.

Κάπου εκεί τον πήρε ο ύπνος πάνω στην καρέκλα. Τον έσυρα με τα χίλια ζόρια σπίτι λίγο πριν ξημερώσει ή ίσως λίγο μετά. Ξυπνήσαμε περασμένο μεσημέρι, κατεβήκαμε για καφέ και τάβλι στου Αυγά πριν πάμε για μπάνιο. Κάποια στιγμή σηκώθηκε να πάει στο περίπτερο για τηλεφώνημα (μιλάμε για 1991, που ακόμα πήγαινες στο περίπτερο). Γύρισε μετά από λίγο προβληματισμένος μάλλον.

- Τι έγινε; Πότε φεύγεις τελικά.
- Δε φεύγω. Όπως τα κόβω μπορώ να κάτσω εδώ καιρό, ακόμα και τον Αύγουστο.
- Τι, δεν θα γυρίσεις να επιβλέψεις γκομενίτσες;
- Δεν υπάρχουν γκομενίτσες.
- Πώς όχι; Και το μεγαλοφυές σχέδιο;
- Δεν έχει σχέδιο. Αναβάλλεται. Και με βλέπω να ψάχνω για δουλειά σύντομα.
- Γιατί ρε, τι παίχτηκε;
- Διότι ο μπος είναι εκτάκτως στη μπουζού...


Άρχισα να χαχανίζω κρατώντας την κοιλιά μου. Ο Χ. έπιασε τα ζάρια και ετοιμάστηκε να ξεκινήσει το πλακωτό.

- ...καθότι τον μάγκωσαν για τις τσόντες.
- Τι, το τμήμα Ηθών;
- Όχι ρε, το τελωνείο. Ξέχασα να σου πω ότι οι τσόντες ήτανε λαθραίες, χωρίς ταινία γνησιότητας. Κάπως τις εντόπισαν και βρήκαν την πηγή. Τώρα δε βλέπω να ξεμπλέκει σύντομα, έχει και χρέη και ακάλυπτες επιταγές και πάλι καλά να λες που εγώ δε φαίνομαι πουθενά. Αλλά θα πρέπει να ψάχνω για καμιά δουλειά λιγότερο μπιγκ μπίζνες, μου φαίνεται. Σκατά, ασόδυο... Παίξε... Παίξε ρε μαλάκα, μη γελάς.


13/2/15

Περαστικά

Παρατυχόν φαρμακείο στο Ηράκλειο, από το Google Street View.

Χώθηκα στο φαρμακείο περισσότερο για να προστατευτώ από τη βροχή παρά επειδή χρειαζόμουν εκείνη τη στιγμή επειγόντως τα φάρμακα· άλλωστε ο γιατρός μου είχε εξηγήσει ότι κουβαλάω ήδη την ιγμορίτιδα επί μήνες και η θεραπεία θα τραβήξει σε μάκρος. Άφησα τη συνταγή πάνω στον πάγκο· η ωραία κυρία με το όνομα Άρτεμις που βρίσκεται συνήθως πίσω του μου εξήγησε ότι θα πρέπει να περιμένω λίγο μέχρι να στείλουν τις ρινικές εισπνοές από τη φαρμακαποθήκη διότι δεν τις έχει σε απόθεμα. Δεν βιαζόμουνα, καθώς η βροχή δεν έδειχνε σημάδια υποχώρησης. Περίμενα.

Ο άλλος μπήκε φορώντας ένα αδιάβροχο με κουκούλα. Έσταζε. Κατέβασε την κουκούλα και φάνηκαν τα βρεγμένα γυαλιά του.

- Χάλια ο καιρός, ε; σχολίασε η ωραία Άρτεμις.
- Τι να κάνουμε, είπε στωικά ο αδιάβροχος, δεν είναι και στο χέρι μας.

Άφησε πάνω στον πάγκο μια άλλη συνταγή· το μάτι μου έπεσε στην ημερομηνία γέννησής του. Πενηντάρης και κάμποσο. Δεν του φαινότανε, θα τον έκανα δέκα χρόνια κάτω. Αν ήταν κάπως πιο αδύνατος ίσως και περισσότερα. Η Άρτεμις σκάλισε τα συρτάρια και έβγαλε κάτι χάπια. Αναγνώρισα τη συσκευασία.

«Αρτηριακή υπέρταση», σκέφτηκα. Γενόσημα.

Η κοπέλα έβγαλε ένα δεύτερο κουτί με κάτι άλλα χάπια από ένα άλλο συρτάρι.

- Αυτά θα τα παίρνετε μεσημέρι-βράδυ μετά το φαγητό, του εξήγησε.
- Αυτά είναι για το ζάχαρο, ε;
- Ακριβώς.


Πάνω στην ώρα εμφανίστηκε ο ντελιβεράς από τη φαρμακαποθήκη με τις εισπνοές μου. Η Άρτεμις στράφηκε στον άλλον.

- Μισό λεπτό να τελειώσω με τον κύριο που περιμένει...
- Αλίμονο, ούτε λόγος,
είπε ο άλλος. Ο κύριος προηγείται.

Η βροχή εξακολουθούσε να πέφτει κι εγώ εξακολουθούσα να μη βιάζομαι, οπότε σε μια κρίση υστερόβουλης μεγαλοψυχίας του παραχώρησα τη σειρά μου. Ο τύπος με ευχαρίστησε χαμογελώντας. Πλήρωσε, πήρε τα χάπια του και τα έχωσε σε ένα μικροσκοπικό τσαντάκι μέσης που δεν καλοφαινόταν κάτω από το αδιάβροχο. Στράφηκε να φύγει αλλά κοντοστάθηκε στην έξοδο καθώς η βροχή δυνάμωνε. Στο μεταξύ η Άρτεμις μου έδωσε να υπογράψω την εκτέλεση της συνταγής και πληκτρολόγησε τη λυπητερή στην ταμειακή. Πλήρωσα κι εγώ και πήρα τα δικά μου.

- Περαστικά σας, μου είπε χαμογελαστή η φαρμακοποιός.
- Δε βαριέστε, ακούστηκε η φωνή του άλλου που προφανώς νόμιζε ότι απευθυνόταν σε κείνον. Από το πέρασμα του χρόνου δε γιατρεύεται κανείς.

2/2/15

Πάμε στον Άδωνι για ταξίδι στην Ικαρία

Να έχεις βιβλιοπωλείο και να μπλέκεις τη Φάρμα των Ζώων με το 1984. Αλλά δε βαριέσαι, μερικά ζώα είναι πιο ίσα από άλλα, που (δεν) έλεγε και ο Καμπέ.

Την εποχή εκείνη δεν ήταν ακόμα φίρμα ή τέλος πάντων δεν ήταν η φίρμα που είναι σήμερα. Βεβαίως ούτε εγώ ήμουν η φίρμα της μπλογκόσφαιρας που είμαι σήμερα (χο χο χο) καθώς μάλλον δεν είχα ιδέα τι είναι μπλογκ (αν υπήρχε τότε η έννοια). Πάντως μην πάει το μυαλό σας στην αρχαιότητα, αυτά συνέβαιναν τον 21ο αιώνα, σε μια Ελλάδα που ετοιμαζόταν να οργανώσει Ολυμπιακούς Αγώνες αλλά δεν είχε ακόμα πάρει το Γιούρο, καίτοι είχε ήδη στα χέρια της το Ευρώ.

Ζούσα τότε στην Αθήνα και ψαχνόμουν επαγγελματικά και προσωπικά να δω τι θα έκανα στο μέλλον (σε αντίθεση με σήμερα που ζω στο Ηράκλειο και ψάχνομαι επαγγελματικά και προσωπικά να δω τι θα κάνω στο μέλλον). Μια Κυριακή πρωί είχα ανέβει μέχρι την Καισαριανή για ένα μνημόσυνο ενός πρόωρα αποδημήσαντος συγχωριανού. Η αλήθεια είναι ότι δεν είχαμε και ιδιαίτερες σχέσεις με την οικογένεια ώστε να προκύπτει κοινωνική υποχρέωση, αλλά κάπως μου είχε έρθει τότε και πήγα. Ατυχώς, μια και οι περισσότεροι παρευρισκόμενοι και παρακαθήμενοι στον καφέ ήταν άνθρωποι άλλης γενιάς (εγώ τότε μπορούσα ακόμα να θεωρηθώ κάπως καταχρηστικά «νέος»), έπληττα κάπως και για να διαχειριστώ την αμηχανία χάζευα τις εφημερίδες που είχε αγοράσει ο διπλανός μου από το περίπτερο της πλατείας. Ξεφυλλίζοντας την «Αυγή» (πολλά χρόνια πριν έρθει στη μόδα και γίνει κυβερνητικό φύλλο) έπεσε το μάτι μου σε μια φωτογραφία που απεικόνιζε την πλατεία του Ευδήλου από ψηλά. Το κείμενο που συνόδευε ήταν μια βιβλιοκριτική, αν και παραδόξως δεν ήταν στη στήλη που κανονικά βρίσκονταν οι βιβλιοκριτικές αλλά σε μια σελίδα με «γνώμες αναγνωστών» ή κάτι τέτοιο.

Αποχαιρέτισα τους συγγενείς και τους συγχωριανούς, αγόρασα το φύλλο της ημέρας και μαζεύτηκα σπίτι όπου αποδελτίωσα την επίμαχη βιβλιοκριτική. Αναφερόταν σε ένα μυθιστόρημα που προφανώς διαδραματιζόταν στην Ικαρία και ο τίτλος του συνέπιπτε με ένα σύγγραμμα του 18ου αιώνα κάποιου Γάλλου ουτοπικού σοσιαλιστή ονόματι Καμπέ που το είχε τιτλοφορήσει «Ταξίδι στην Ικαρία», μάλλον χωρίς να έχει πάει ποτέ στο νησί. Η αρθρογράφος (άγνωστη σε εμένα) έβρισκε διάφορες παραλληλίες ανάμεσα στο κείμενο του 18ου αιώνα και στο μυθιστόρημα του 21ου αλλά ιδιαίτερες πληροφορίες για τα περιεχόμενα του βιβλίου δεν έδινε. Πάντως κινούσε αρκετά την περιέργεια ώστε να το ψάξει κανείς. Σημείωσα τίτλο, συγγραφέα και εκδοτικό οίκο· εκτός από τον τίτλο που τον είχα ξανακούσει σε μια κουβέντα λόγω του Καμπέ, ο συγγραφέας και οι εκδότες μου ήταν άγνωστοι.

Το επόμενο Σάββατο κατέβηκα στο κέντρο και περιπλανήθηκα στα βιβλιοπωλεία. Ρώτησα εδώ κι εκεί για το βιβλίο· δεν το ήξεραν. Κατέβηκα τα σκαλάκια της Πολιτείας, ρώτησα τη Ραχήλ που με συμπαθεί διαχρονικώς από την πολύ παλιά εποχή που δούλευε στο Θεμέλιο αν το ξέρει· δεν της θύμιζε κάτι. Με παρέπεμψε σε έναν νεαρό πίσω από έναν υπολογιστή. Ο ευγενέστατος και συμπαθέστατος νεαρός το έψαξε με τον τίτλο και το συγγραφέα· δεν βρήκε τίποτα. Με ρώτησε για τον εκδοτικό οίκο. Κοίταξα το σκονάκι μου.

- Γεωργιάδης, είπα.

Ο νεαρός με κοίταξε με ένα βλοσυρό, σκοτεινιασμένο βλέμμα. Η ευγένεια πήγε περίπατο.

- Δεν φέρνουμε τέτοια πράγματα εμείς, κύριε
, είπε αυστηρά και πέρασε στον επόμενο.

Το «τέτοια πράγματα» το είπε λες και του είχα ζητήσει κάτι σε πορνογραφία, ναρκωτικά ή άρλεκιν. Έχοντας πλήρη άγνοια κινδύνου, επέμεινα.

- Και που μπορώ να το βρω τότε;

Με κοίταξε όπως κοιτάς ένα βλαμμένο. Μάλλον έκρινε ότι όντως είμαι βλαμμένος, πάντως έφτυσε μια απάντηση έμπλεος περιφρόνησης.

- Σόλωνος, πιο κάτω, δεν ξέρω το νούμερο, κάπου δεξιά. Θα αναγνωρίσεις τη βιτρίνα.

Κατηφόρισα τη Σόλωνος κοιτάζοντας δεξιά ψάχνοντας για σχετική ταμπέλα. Σε ένα σημείο είδα σπασμένα γυαλιά στο πεζοδρόμιο. Κοίταξα το μαγαζί δίπλα· ήταν ένα βιβλιοπωλείο με κατεβασμένα ρολά, διπλοκλειδωμένο. Τα τζάμια ήταν σπασμένα πέρα ως πέρα, και κάποιος είχε γράψει με μαύρο σπρέι «Έξω οι φασίστες» και το περίκλειστο άλφα της αναρχίας. Έριξα μια ματιά σε ό,τι είχε απομείνει από τη βιτρίνα· βιβλία του Σαράντου Καργάκου, κάτι άλλα για την ομάδα Έψιλον, κάτι για τους Αρχαίους Έλληνες που είχαν ανακαλύψει την Αμερική. Ξαφνικά φωτίστηκα· ο εκδοτικός οίκος Γεωργιάδης ήταν εκείνου του γραφικού τύπου που έβγαινε στο Τελεάστυ ή όπως αλλιώς λέγανε το κανάλι του Καρατζαφέρη και έκανε δημοπρασίες βιβλίων που έλεγαν κάτι τέτοια αρχαιοπαρμένα. Είπαμε, δεν ήταν ακόμα φίρμα, αλλά ανήκε στο ευρύτερο πεδίο της trash TV, αρκετά ώστε να τον παρωδεί ο Μητσικώστας. Δεν το έλεγες και σοβαρό πολύ, οπότε κάπως αντελήφθην από πού πήγαζε το αιφνιδίως βλοσυρό ύφος του υπαλλήλου στην Πολιτεία.

Ναι, αλλά η Ικαρία πού κόλλαγε; Και η Αυγή, διάολε; Ξαναέριξα μια ματιά στη θρυμματισμένη βιτρίνα: παρακμιακή αρχαιολατρεία, Καργάκος, εξωγήινοι. Α, και ένα σημείωμα που έλεγε: Κεντρική Διάθεση, οδός Τάδε. Ήταν ένα μικροσκοπικό δρομάκι λίγο πιο πέρα, στις παρυφές των Εξαρχείων. Η περιέργειά μου ήταν πιο ισχυρή από τη σχετική αποστροφή προς την προγονοπληξία, και άρχισα να βαδίζω προς την οδό Τάδε. Δεν ήμουν σίγουρος πού ακριβώς ήταν, αλλά δεν άργησα να ανακαλύψω τα γνώριμα σημάδια: σπασμένα τζάμια, ένα τεράστιο άλφα σε κύκλο με μαύρο σπρέι, ένας καμένος κάδος σκουπιδιών, προφανώς από μολότωφ. «Εδώ είμαστε», σκέφτηκα. Προς μεγάλη μου έκπληξη, το μαγαζί ήταν ανοιχτό. Ολάνοιχτο, για την ακρίβεια, η βιτρίνα έλειπε σχεδόν εξολοκλήρου.

Μπροστά από την πόρτα στέκονταν δυο σφίχτες με ξυρισμένα κεφάλια, άρβυλα και πέτσινα μπουφάν. Πίσω τους, ακριβώς στο σκαλί της πόρτας, στεκόταν αυτός που θα γινόταν αργότερα φίρμα. Φορούσε άσπρο πουπουλένιο μπουφανάκι και κοιτούσε γύρω-γύρω ερευνητικά ενώ παράλληλα μασούσε πασατέμπο. Πλησίασα και κοίταξα κι εγώ γύρω-γύρω.

- Τι έγινε εδώ ρε παιδιά, σας την πέσανε;

Κανείς δεν απάντησε. Έκανα να πλησιάσω προς την πόρτα. Με σταμάτησε ο ένας από τους σφίχτες.

- Πού πας;
- Ψάχνω ένα βιβλίο.


Γύρισε και κοίταξε ερωτηματικά τον ασπροφορεμένο με τον πασατέμπο. Αυτός σταμάτησε το μασούλημα και με κοίταξε ερευνητικά. Με το μαύρο παλτό και τη μαλλούρα δεν έμοιαζα με κανέναν άλλον από την ομήγυρη.

- Ποιο βιβλίο;
- Το «Ταξίδι στην Ικαρία».


Έκανε ένα νεύμα στο σφίχτη, ο οποίος με άφησε να περάσω. Στριμώχτηκα δίπλα του για να μπω· δεν παραμέρισε στο ελάχιστο. Το μαγαζί ήταν ουσιαστικά αποθήκη βιβλίων, δεμένων σε ντάνες. Κάποιος άλλος ήταν πίσω από έναν πάγκο.

- Πόσα θες; Δέκα; Είκοσι;
- Ένα.
- Ένα μόνο;
- Για μένα το θέλω.
- Εδώ είμαστε χονδρική.
- Πήγα στη λιανική και είχατε κατεβάσει ρολά. Βρήκα μόνο σπασμένες βιτρίνες.


Κοίταξα γύρω-γύρω και συμπλήρωσα:

- ...κι εδώ δηλαδή τα ίδια χάλια.
- ΕΙΔΕΣ; ΕΙΔΕΣ;
ακούστηκε στριγγή η φωνή του Αδώνιδος. ΑΛΛΑ ΔΕ ΘΑ ΤΟΥΣ ΠΕΡΑΣΕΙ! ΔΕ ΘΑ ΤΟΥΣ ΠΕΡΑΣΕΙ!

Δεν είχα συνηθίσει τη φωνή του τότε (ούτε και σήμερα την αντέχω βέβαια) κι αισθάνθηκα κάπως άβολα, χώρια οι σφίχτες απόξω και τα καχύποπτα βλέμματα.

- Να του δώσω ένα; ρώτησε ο τύπος από τον πάγκο τον Άδωνι.

Αυτός έγνεψε «ναι» και ξανάρχισε να μασάει πασατέμπο. Πλήρωσα δέκα ευρώ, έχωσα το βιβλίο στην τσέπη του παλτού και στριμώχτηκα πάλι δίπλα του. Αυτή τη φορά παραμέρισε λίγο. Παραμέρισαν και οι σφίχτερμεν. Έκοψα γρήγορα από τα στενά μην τυχόν με πάρει κάνα μάτι κανενός γνωστού ότι ψωνίζω από το Γεωργιάδη και γίνω ρεντίκολο. Ας όψεται η Ικαρία. Και η «Αυγή» βέβαια, ούτε λόγος.


Σ.Σ. Το βιβλίο του κ. Βασίλη Σεβδαλή «Ταξίδι στην Ικαρία» από τις εκδόσεις Γεωργιάδη το ερεύνησα εξονυχιστικά ψάχνοντας να βρω τι σχέση έχει η Ικαρία με την αρχαιοπληξία και την ακροδεξιά ιδεολογία του εκδότη. Δε βρήκα τίποτα· ένα μυθιστόρημα με σκηνικό την Ικαρία, από μέτριο έως κακό, αλλά ούτε ίχνος ακροδεξιάς. Κάτι μυθοπλαστικά ευρήματα της πυρκαγιάς, κάτι αναληθοφάνειες της κακιάς ώρας, λίγο σεξ και λίγη τρομοκρατία, χαρακτήρες-καρτούν, κάμποσο κουλέρ-λοκάλ, περίπου όλη η ελληνική λογοτεχνία του συρμού δηλαδή. Σκέφτηκα ότι θα έψαξε για εκδότη και δεν θα βρήκε άλλον, μπορεί να ήξερε τους Γεωργιάδηδες από κάπου, άντε βρες άκρη. Απόρησα λίγο που γράφτηκε κριτική επ' αυτού στην Αυγή, αλλά μετά θυμήθηκα ότι από τη συγκεκριμένη σελίδα «φιλοξενουμένων» είχαν παρελάσει σε μια φάση διάφοροι μυστήριοι, μέχρι και κάτι δωδεκαθεϊστές. Έβαλα το βιβλίο στο ράφι δίπλα στο «Οι οραματιστές της Ικαρίας» της Λιλίκας Νάκου (επίσης μυθιστόρημα χάλι μαύρο αλλά του ’60 μάλλον) και το ξέχασα. Αργότερα είχα την ευκαιρία να διαβάσω και άλλα βιβλία που διαδραματίζονται σε πραγματικές ή φαντασιακές Ικαρίες· ορισμένα ήταν ακόμα χειρότερα χάλια.

Στο μεταξύ ο Άδωνις έγινε μέγας και τρανός, τηλεοπτική περσόνα ολκής και βουλευτής, πήρε μεταγραφή, από fringe έγινε mainstream, διατέλεσε υπουργός και κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος, παντρεύτηκε μια άλλη media celebrity και απέκτησε το προσωνύμιο Μπουμπούκος. Με αυτό το τελευταίο τον βρίσκω καμιά φορά στα social media, όπως σε μια σελίδα στο Facebook που λεγόταν κάτι σαν «Αποχαιρετάμε το Μπουμπούκο που φεύγει από την Ελλάδα», τρολάροντας την εκπεφρασμένη βούληση του εν λόγω να αλλάξει χώρα αν επικρατήσουν οι αριστεροί. Η σελίδα φιλοδοξούσε να μαζέψει αριθμό υποστηρικτών μεγαλύτερο από τον αριθμό των ψηφοφόρων του Αδώνιδος, αν και δε νομίζω να τα είχε καταφέρει μέχρι χτες καθότι δεν είναι και λίγοι οι φαν του ανδρός. Πάντως χάρη σε αυτή την απόπειρα θυμήθηκα το κάπως ατυχές brief encounter που είχαμε με τον Άδωνι.

Να πω για να είμαι δίκαιος ότι στα πλαίσια της ελευθερίας της έκφρασης (και όχι του συνήθους καταδικάζωτηβίααπόόπουκιανπροέρχεται) με βρίσκουν πλήρως και κατηγορηματικά αντίθετο οι «επαναστατικές» ενέργειες πυρπόλησης του βιβλιοπωλείου του Γεωργιάδη που ελάμβαναν χώρα σε εβδομαδιαία βάση μια εποχή καθώς ο τύπος επέμενε να έχει το μαγαζί του στις παρυφές των Εξαρχείων που ορισμένοι θεωρούν γκέτο και άβατο. Εγώ πάλι θεωρώ ότι πρέπει να καταλυθεί το άβατο της ανθρώπινης βλακείας μάλλον, αυτής που οδηγεί στο φασισμό αλλά και σε κάτι αυτόκλητους τιμωρούς της άλλης πλευράς που καλό δεν κάνουν σε κανέναν. Από ό,τι φαίνεται βέβαια κάψε-κάψε στο τέλος τους πέρασε, και τώρα η επιχείρηση του Γεωργιάδη βρίσκεται εκτός κέντρου Αθήνας από όσο ξέρω.

Ατυχώς οι ιδέες του κυκλοφορούν παντού· μάλλον αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα.

Το πρωτότυπο «Ταξίδι στην Ικαρία» του Ετιέν Καμπέ σε μετάφραση Ηρώς Τσαρνά-Κόχυλα και επιμέλεια Μάκη Καβουριάρη εκδόθηκε το 2010 από την Εταιρία Ικαριακών Μελετών αν και δεν έχει κανένα ιδιαιτέρως ικαριακό θέμα (εκτός αν θεωρήσουμε την ουτοπία κάτι βαθιά ικαριακό, οπότε πάλι μέσα είμαστε).