ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


4/10/15

Τα χέρια της

Φωτό Ροβυθέ, 15/8/2015

     - Καλημέρα, είπε η αλεπού.
     - Καλημέρα, αποκρίθηκε ευγενικά ο μικρός πρίγκιπας και γύρισε, μα δεν είδε τίποτα.
     - Εδώ είμαι, είπε μια φωνή, κάτω από τη μηλιά...
     - Ποια είσαι;, είπε ο μικρός πρίγκιπας. Μου φαίνεσαι πολύ όμορφη...
     - Είμαι μια αλεπού, είπε η αλεπού.
     - Έλα να παίξεις μαζί μου, της πρότεινε ο μικρός πρίγκιπας. Είμαι τόσο λυπημένος...
     - Δεν μπορώ να παίξω μαζί σου, είπε η αλεπού. Δε μ' έχουν ημερώσει.


Κοιτάζω μια φωτογραφία που πόσταρε ένας φίλος στο facebook. Έχει τραβηχτεί κάπου στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’80, ίσως το καλοκαίρι του ‘86. Θυμάμαι καλά τη βραδιά που τραβήχτηκε· η παρέα είχε μαζευτεί ως συνήθως στην πλατεία του Ευδήλου και κάποιος έριξε την ιδέα να πάμε να κάτσουμε στην παραλία του Φλες. Πήραμε κρασιά μαζί μας, μαζέψαμε ξερόκλαδα κι ανάψαμε μια βραχύβια φωτιά. Αράξαμε στην άμμο κοιτώντας τα αστέρια και κουβεντιάζοντας, δε θυμάμαι τώρα πια για τι πράγμα. Μάλλον για αυτά που απασχολούν τους εφήβους γενικά. Κάποιος σήκωσε μια φωτογραφική μηχανή και μας τράβηξε έτσι όπως είμασταν ξαπλωμένοι στην άμμο, γύρω από τη φωτιά. Δεν την είχα δει αυτή τη φωτογραφία στον καιρό της, παρά μόνο σχετικά πρόσφατα, μετά την εμφάνιση των social media.

Η ηλικία όλων μας άρχιζε τότε με τον αριθμό 1, κάποιοι και κάποιες πρέπει να πήγαιναν ακόμα σχολείο. Σήμερα η ηλικία όλων μας αρχίζει από 4. Τότε πρέπει να πήγαινα προς το δεύτερο έτος στο Πανεπιστήμιο· σήμερα δεύτερο έτος πάνε τα παιδιά μερικών από τους εικονιζόμενους. Κοιτάζω τη φωτογραφία σκεπτόμενος ότι σήμερα έχουμε αλλάξει, εμφανισιακά τουλάχιστον, όλοι. Ή μάλλον σχεδόν όλοι. Ο χρόνος δεν είναι δίκαιος: με μερικούς ανθρώπους είναι σκληρός, με άλλους πιο επιεικής. Σε πολύ λίγους και εκλεκτούς φαίνεται πως χαρίζεται εντελώς.

Η Α. είναι από τους εκλεκτούς, από αυτούς που λες πως κάπου στο σπίτι τους έχουν κρυμμένο το πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ που γερνάει και ασχημίζει ενώ οι ίδιοι μένουν όμορφοι και δροσεροί έξω στον κόσμο. Κοιτάζω τις πρόσφατες φωτογραφίες που την τράβηξα το καλοκαίρι που μας πέρασε και τις συγκρίνω με την παλιά φωτογραφία. Δε βρίσκεις και πολλές διαφορές, ή τέλος πάντων σίγουρα όχι τις διαφορές που θα περίμενες να μαζευτούν σε εικοσιεννιά χρόνια. Έχει το ίδιο λαμπερό χαμόγελο, μακριά κατσαρά μαλλιά που κυματίζουν και μάτια που σε κοιτάζουν σαν αναμμένα κάρβουνα. Η παρομοίωση είναι βέβαια κάπως περιπαθής, και ο ορθολογικός εαυτός μου με πείθει ότι θα φταίει η αντανάκλαση της φλόγας, ή ίσως του φλας.

Δεν είμασταν ιδιαιτέρως φίλοι τότε· σε εκείνη την παρέα εγώ ήμουν αντεπιστέλλον μέλος, περιστασιακό, καθώς τα πιο πολλά παιδιά ήταν δυο-τρία χρόνια μικρότερα, πράγμα που σε αυτές τις ηλικίες έχει μια σημασία. Πολύ λίγα χρόνια αργότερα δεν είχε πια καμμία σημασία και όλες οι καλοκαιρινές ικαριακές παρέες είχαμε γίνει ένα πράγμα, όμως εκείνη δεν πολυερχόταν πια. Σπούδαζε κάπου μακριά κάτι που απαιτούσε καλοκαιρινές πρακτικές ασκήσεις κι ερχόταν για πολύ λίγο - αν ερχόταν ολωσδιόλου. Την εποχή που εμείς τραβούσαμε τα καλοκαίρια μας όσο γινόταν πιο πολύ και επισφραγίζαμε τις φιλίες μας με υπερβολικές κραιπάλες, υποβόσκοντα ερωτισμό και άφθονο αλκοόλ, εκείνη συνήθως δεν ήταν εκεί.

Συν τω χρόνω χαθήκαμε εντελώς· δεν υπήρχε το τηλέφωνό της στην ατζέντα, δεν ήταν από τα άτομα που θα σκεφτόσουν αμέσως να φωνάξεις σε μια μάζωξη ή σε ένα πάρτι. Έτσι κι αλλιώς όλοι ψιλοχαθήκαμε μια εποχή που οι δρόμοι χώριζαν· άλλοι έστηναν δουλειές και οικογένειες, άλλοι ξενιτευόντουσαν για τον ένα ή για τον άλλο λόγο, άλλοι άλλαζαν στυλ και παραστάσεις. Στο τέλος ο καθένας έμεινε με τρεις-τέσσερις-πέντε φίλους που ταίριαζαν πιο πολύ τα χνώτα τους κι οι επιλογές τους, και για τους υπόλοιπους επιφυλασσόταν ένα «έλα, τι γίνεσαι, χαθήκαμε» σε τυχαίες καλοκαιρινές συναντήσεις ή στην καλύτερη περίπτωση κάποιες ευχές σε γιορτές και γενέθλια, κάποιες συναντήσεις σε γάμους και βαφτίσια με το αναπόφευκτο «θυμάσαι τότε που...» κι ύστερα ο καθένας έπαιρνε το δρόμο του πάλι - οικογένεια, υποχρεώσεις, προσωπικές και πολιτισμικές επιλογές.

Όλα αυτά τα χρόνια την είδα, φευγαλέα μάλλον, πολύ λίγες φορές. Σε γάμους, βαφτίσια, πάρτι κοινών γνωστών, δυο-τρεις φορές στην Ικαρία για πολύ λίγο. Κάποια στιγμή ανταλλάξαμε τηλέφωνα, αργότερα γίναμε «φίλοι» με τη φεισμπουκική έννοια του όρου. Για να πω τη μαύρη αλήθεια, δεν έχουμε πολλά κοινά· ο κόσμος μου και ο κόσμος της δεν συναντιούνται παρά σε λίγα πράγματα. Δεν ξέρω πώς ζει, τις παρέες της και τις προτιμήσεις της. Στην Ικαρία πια έρχεται ελάχιστα, καθώς έχει βρει αλλού τους τόπους και τους τρόπους που της ταιριάζουν, και περνάει τα καλοκαίρια (και μερικούς χειμώνες, από όσο ξέρω) εκεί. Σε εμάς θα έρθει ίσως μια φορά στα τρία-τέσσερα χρόνια, και θα μείνει για λίγες μέρες.

Ήρθε φέτος. Την είδα να βγαίνει από το καράβι παραμονή δεκαπενταύγουστου, καθώς αποχαιρετούσα φίλους που έφευγαν. Δεν πρόλαβα να της μιλήσω τότε, αλλά την άλλη μέρα την είδα στο πανηγύρι. Χαιρετηθήκαμε, χορέψαμε λίγο, μιλήσαμε λίγο περισσότερο. Πρόσεξα τη φωνή της, που δεν τη θυμόμουν τόσο βαθιά.

- Μην αγχώνεσαι, είπε (μια φράση του συρμού τώρα τελευταία που σημαίνει τα πάντα και τίποτα). Είναι από τα τσιγάρα.

Κάπνιζε τον ίδιο καπνό με εμένα· της ζήτησα να μου στρίψει ένα τσιγάρο. Πρόσεξα τα δάχτυλά της καθώς μου το πρόσφερε. Δεν τα είχα προσέξει ως τότε. Μακριά, λεπτά δάχτυλα. Ύστερα τα χέρια της. Λεπτά, νευρώδη, δέρμα σταρένιο οργωμένο με φλέβες που εξείχαν.

- Τι κοιτάζεις;
- Τα χέρια σου. Μπορώ να τα βγάλω φωτογραφία;


Δε φάνηκε να παραξενεύεται πάρα πολύ. Ίσως να είναι σχετικά συνηθισμένη να τη φωτογραφίζουν. Πάντως με άφησε. Ο φωτισμός δεν ήταν καλός και το αποτέλεσμα δεν με ικανοποίησε όσο θα ήθελα. Εντάξει, έχω και πολύ μέτρια μηχανή, ειδικά για νύχτα.

- Πρέπει στο φως της μέρας, είπα.
- Εντάξει, συμφώνησε.

Δυο μέρες αργότερα βρεθήκαμε στο φως της μέρας, στη θάλασσα. Το φετινό παράξενο Αύγουστο δεν είχε σχεδόν καθόλου μελτέμια, αλλά εκείνη τη μέρα είχε ένα σχετικό κυματάκι. Προσπάθησα πάλι, με φως αυτή τη φορά, αλλά και πάλι με μέτρια επιτυχία. Αυτό που έβλεπαν τα μάτια μου η μηχανή δεν το αιχμαλώτιζε. Άλλαξα φόντο, πλησίασα πολύ κοντά. Τραβήχτηκε. Ο φακός γινόταν επιθετικός, μου είπε.

Είχε δίκιο, μάλλον. Δεν επέμεινα· το παιχνίδι έχει νόημα όταν το ευχαριστιούνται όλοι. Έκρυψα τη μηχανή, μιλήσαμε, κολυμπήσαμε, ήπιαμε κάτι, ήρθαν κι άλλοι και η παρέα μεγάλωσε, είπαμε «θυμάσαι τότε που» και μερικά ακόμα πράγματα. Κάποια στιγμή έφυγε από την παραλία και σε μια-δυο μέρες και από το νησί. Συναντηθήκαμε άλλη μια φορά λίγο πριν φύγει.

- Θα μου στείλεις τις φωτογραφίες;
- Θα σου τις στείλω. Δεν είναι πολύ καλές όμως.
- Δεν πειράζει.


Δεν έχουμε μιλήσει έκτοτε. Το υπόλοιπο καλοκαίρι πέρασε λίγο στην πίεση, εν μέσω οικογενειακών υποχρεώσεων και προθεσμιών· όχι εντελώς «διακοπές». Κάποια μέρα ένας φίλος πήρε τη μηχανή που είχα αφήσει στο τραπέζι και χάζευε τις φωτογραφίες. Μου έδειξε μία με τα χέρια της.

- Τι είναι αυτό;
- Τα χέρια της Α. Έχει ενδιαφέροντα χέρια.
- Περίεργο, δεν ήξερα ότι κάνετε παρέα.
- Δεν κάνουμε παρέα. Γιατί περίεργο;
- Ε, γιατί ρε παιδί μου είστε εντελώς διαφορετικοί άνθρωποι. Από άλλον πλανήτη. Δε γίνεται να κάνετε παρέα.


Γίνεται, είπε η αλεπού. Βλέπει κανείς στη Γη τόσα περίεργα πράματα...
- Ω! δεν είναι πάνω στη Γη, είπε ο μικρός πρίγκιπας.
Η αλεπού φάνηκε πολύ παραξενεμένη:
- Πάνω σ' άλλο πλανήτη;
- Ναι.
- Έχει κυνηγούς σ' αυτό τον πλανήτη;
- Όχι.
- Πολύ ενδιαφέρον αυτό. Και κότες;
- Όχι.
- Τίποτα δεν είναι τέλειο, αναστέναξε η αλεπού.

Ναι, δεν είναι...


(Σ.Σ. Τα αποσπάσματα από το «Μικρό Πρίγκηπα» του Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερί είναι από την έκδοση του Ηριδανού, σε μετάφραση Στρατή Τσίρκα).


Δεν υπάρχουν σχόλια: