ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


19/6/13

Σαν τον τυφλό μπροστά στον καθρέφτη (Αργύρης Χιόνης)

ΙΑ΄

Ὤ ναί, ξέρω καλά πώς δέν χρειάζεται καράβι γιά νά ναυαγή-
σεις, πώς δέν χρειάζεται ὠκεανός γιά νά πνιγεῖς.
Ὑπάρχουνε πολλοί πού ναυαγῆσαν μέσα στό κοστούμι τους,
μές στή βαθιά τους πολυθρόνα, πολλοί πού γιά πάντα τούς
σκέπασε τό πουπουλένιο πάπλωμά τους.
Πλῆθος ἀμέτρητο πνίγηκαν μέσα στή σούπα τους, σ’ ἕνα
κουπάκι του καφέ, σ’ ἕνα κουτάλι του γλυκοῦ... Ἄς εἶναι
γλυκός ὁ ὕπνος τους ἐκεῖ βαθιά πού κοιμοῦνται, ἅς εἶναι γλυ-
κός κι ἀνόνειρος.
Κι ἅς εἶναι ἐλαφρύ τό νοικοκυριό πού τούς σκεπάζει.


Αργύρης Χιόνης (22/4/1943 - 25/12/2011)
Σαν τον τυφλό μπροστά στον καθρέφτη (1986)



Σ.Σ. Δεν γνώριζα την ποίηση του Αργύρη Χιόνη, και εξακολουθώ να μην τη γνωρίζω, εκτός από το παραπάνω απόσπασμα που εσχάτως κυκλοφορεί ανακυκλούμενο στα social media, κυρίως για το στίχο με το νοικοκυριό, εικάζω. Διάβασα όμως το σχετικό λήμμα στην ελληνική βικιπαιδεία και είδα με ενδιαφέρον ότι πέραν της κοινής (;) ολλανδικής εμπειρίας μας ένωνε με τον άνθρωπο η μετάφραση της αρχικής σειράς του Αστερίξ και του Ιζνογκούντ: απ' αυτή την άποψη υπήρξα - εν αγνοία μου - φανατικός αναγνώστης των μεταφράσεών του.

Ας είναι ελαφριές οι λέξεις που θα μας σκεπάσουν όλους.

Ή μήπως όχι και τόσο ελαφριές;

14/6/13

Μιλεί


Τι έβλεπε ο μεγαλοδύναμος στην κάθοδο (κατά Λουδοβίκο) γύρω στα 1915 (προ Ολοκαυτώματος). Screenshot από την ιστοσελίδα του Δήμου Ανωγείων.

Συναντιέμαι σχεδόν τυχαία με τη Λ. στην πλατεία Ελευθερίας του Ηρακλείου εν μέσω διαμαρτυρίας για το κλείσιμο της ΕΡΤ και καταλήγουμε αργά το βράδι στον όμιλο για να ενσωματωθούμε σε μια παρέα ιστιοπλόων, συμπεριλαμβανομένων των παλιών μου δασκάλων και μερικών πιο πρόσφατων μαθητών τους. Με κάποια αφορμή κάποιος αναφέρεται στο δήμαρχο Ανωγείων, και ο Νώε περιγράφει (σε άψογη Ανωγειανή ντοπιολαλιά, με τα λι τονισμένα) την προσπάθειά του να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με τον εν λόγω Δήμαρχο για κάποιο ζήτημα.

- Παρακαλώ, μπορώ να μιλήσω στον κ. Δήμαρχο;
- Μιλεί
, απαντάει μονολεκτικά η γραμματέας και κλείνει το τηλέφωνο.

Μετά από λίγη ώρα ο Νώε ξαναεπιχειρεί να τηλεφωνήσει.

- Μήπως είναι δυνατόν να μιλήσω με τον κ. Δήμαρχο;
- Μιλεί
, ξαναλέει η γραμματέας, και το κλείνει αυθωρεί και παραχρήμα.

«Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια» φιλοσοφεί τα ανωγειανά ήθη ο Νώε, και αποπειράται μια τρίτη επικοινωνία λίγο αργότερα.

- Μήπως θα μπορούσατε να μου δώσετε το Δήμαρχο;
- Ήφυγε
, λέει η γραμματέας, και ξανακλείνει το τηλέφωνο.

Οι Κρητικοί συνδαιτημόνες (δηλαδή όλοι οι άλλοι εκτός από μένα) γελάνε και σχολιάζουν την ανωγειανή λακωνικότητα. «Τι να πεις», λέει μάλλον ειρωνικά ένας εκ των μαθητών, «τα Ανώγεια είναι το κέντρο του κόσμου», πράγμα που φυσικά είναι λάθος καθότι όπως ξέρουν οι παλιοί αναγνώστες του ιστολογίου, κέντρο του κόσμου είναι ένας γέρος στο Ασκύφου, αλλά ας το αφήσουμε αυτό προσώρας κι ας επικεντρωθούμε στα Ανώγεια, έναν τόπο που για κάποιο περίεργο λόγο θαυμάζει απεριόριστα η φίλη μου η Δ., χωρίς μάλιστα να έχει πάει ποτέ εκεί. Και μάλιστα τόσο πολύ τον θαυμάζει που λατρεύει οτιδήποτε μας έρχεται από εκεί, από τη γραβιέρα και το οφτό αρνί μέχρι τον Ψαραντώνη και το Λουδοβίκο.

Κι επειδή εγώ συμπαθώ μεν τη γραβιέρα (άντε και τον Ψαραντώνη, σχετικά) αλλά όχι και τόσο το Λουδοβίκο, χώρια που είμαι εκ φύσεως κριτικός μάλλον παρά Κρητικός, θυμάμαι μια ωραία ιστοριούλα που μου έχει διηγηθεί η ίδια η Δ., που πάσχιζε κάποτε με ιεραποστολικό ζήλο να μεταδώσει την ανωγειανή λατρεία της σε όποιον έβρισκε μπροστά της. Έτσι, μια μέρα που είδε ότι η ΕΡΤ (μια που, ειρήσθω εν παρόδω, μόνο ΕΡΤ πιάνει η τηλεόραση στη δώθε Ικαρία, χώρια τα τούρκικα) θα έδειχνε ένα αφιέρωμα στον εν λόγω Λουδοβίκο, θεώρησε σκόπιμο να βάλει τη μάνα της να το παρακολουθήσει υποχρεωτικά.

Τι να κάνει η γυναίκα, αφού επέμενε η κόρη της, έκατσε και το παρακολούθησε, υπομένοντας τις εκρήξεις ενθουσιασμού της Δ. (που παραξενεύεται πολύ όταν η ίδια ενθουσιάζεται με κάτι και οι άλλοι για κάποιο μυστηριώδη λόγο δεν συμμερίζονται τον ενθουσιασμό της) και υπομένοντας και τον ίδιο το Λουδοβίκο που έλεγε κάτι σαν «όταν ο Θεός κατεβαίνει στη γη το πρώτο μέρος που συναντάει είναι ο Ψηλορείτης και το πρώτο χωριό τα Ανώγεια».

- Λοιπόν, λοιπόν; Πώς σου φάνηκε; ρωτάει η κόρη τη μαμά, έμπλεη ενθουσιασμού. Δεν ήταν καταπληκτικός;

Κι η μαμά, με ένα κάπως αμήχανο χαμογελάκι:

- Ναι, κόρη μου, δε λέω, καλός ήτανε. Αλλά από Γεωγραφία δεν τα πάει πολύ καλά, ε; Ούτε τα Ιμαλάια δεν ήξερε.


Σ.Σ. Καθώς προσαρμόζομαι και πάλι στην Κρήτη τις μέρες αυτές, συναντάω παλιούς φίλους και αναθυμάμαι παλιές ιστορίες στο περιθώριο μιας επικαιρότητας ενίοτε καταιγιστικής. Πάντως μια και βρήκαμε το κέντρο του κόσμου έστω και στο περίπου, να θυμίσω στους αναγνώστες του ιστολογίου (και τους πέντε) ότι το τέλος του κόσμου βρίσκεται εδώ, και η καταγωγή του ίσως κάπου εκεί.

Στο βιντεάκι, ο (νεαρός) Λουδοβίκος προλογίζεται από το Χατζιδάκι και τραγουδάει «Στου Μπαρμπαρήγου την αυλή», στην παλιά ΕΡΤ (πού αλλού;).

Άντε και καλό (κρητικό) βόλι.




11/6/13

Ηλεκτρονική διακυβέρνηση

Άποψις περιοχής Ευδήλου-Μεσαριάς Ικαρίας κατά Google Maps.

Πρέπει να πάμε με το μπαμπά στο ΚΕΠ να υπογράψει μια υπεύθυνη δήλωση. Με την ταυτότητά του. Δοξάζω το Θεό που έχει ΚΕΠ δυο βήματα από το σπίτι και δε θα ταλαιπωρηθεί, στα ογδονταοχτώ του πλέον, με τις γραφειοκρατίες. Εκσυγχρονισμός και ηλεκτρονική διακυβέρνηση. Περί του πρακτέου τώρα:

- Μπαμπά, πού είναι η ταυτότητά σου;

Ο μπαμπάς ψάχνει τις τσέπες και τα πορτοφόλια, ανοίγει το μαγικό τσαντάκι του Σπορτ-Μπίλι από το οποίο βγάζει το απολυτήριο στρατού της δεκαετίας του ’40, το πιστοποιητικό ότι βαφτίστηκε στον Ιορδάνη ποταμό κι έγινε χατζής, ένα διαβατήριο ληγμένο από το 1979, χιλιάδες χαρτάκια με σημειώσεις και τηλέφωνα που δεν αντιστοιχούν σε οτιδήποτε με νόημα τον εικοστό πρώτο αιώνα, ένα νυχοκόπτη που έψαχνε πριν χρόνια και νόμισε πως τον είχε χάσει οριστικά, αλλά από ταυτότητα τίποτα.

Κατόπιν ενδελεχούς διαβούλευσης καταλήγουμε ότι πρέπει να την αμόλησε όταν πήγε να τον καταγράψουν για τρίτη ή τέταρτη φορά ως συνταξιούχο, καθότι σε μια άσκηση κοινωνικής ευθύνης η κυβέρνηση αρέσκεται να απογράφει αυτοπροσώπως πότε συνταξιούχους και πότε ασφαλισμένους ώστε να ανακοινώνει πόσες υποτιθεται μαϊμού συντάξεις και επιδόματα θα κόψει. Μόλις ανακοινωθεί στα μήντια ένα ικανό νούμερο δήθεν μαϊμούδων, ξεμυτάνε διάφοροι τεχνοφοβικοί παππούδες και γιαγιάδες, άλλοι κατάκοιτοι και άλλοι με Αλτζχάιμερ και φωνάζουν ότι δεν πληρώθηκαν, οπότε τα ταμεία τους ξαναμετράνε με την κρυφή ελπίδα (εικάζω) να τα τινάξουν κάμποσοι στις ουρές και να βοηθηθεί η δημοσιονομική εξυγίανση. Εις μάτην βέβαια, καθότι ο Έλλην συνταξιούχος είναι απίστευτα ανθεκτικός στη γραφειοκρατία· χώρια που τρέχουν κι άλλοι πολλοί να βγουν στη σύνταξη μπας και σωθούν οι ίδιοι και σώσουν και τα παιδιά και τα εγγόνια τους από την απόλυτη εξαθλίωση.

Τσεκάρω τα έγγραφα και τις προϋποθέσεις για ταυτότητα και πάμε για αρχή μέχρι το Δημαρχείο να πάρουμε πιστοποιητικό γεννήσεως, καθότι η προγενέστερη εμπειρία με την υπηρεσιακή αναζήτηση πιστοποιητικών από την Αστυνομία με έχει εντυπωσιάσει με τη βραδύτητά της. Η αρμόδια δημοτική υπάλληλος βλέπει το επίθετο και αναπηδά «Από την Ικαρία είστε; Α, κι εγώ!». Βγαίνουμε και ψιλογνωστοί, είναι ξαδέλφη μιας φίλης. Βέβαια όλοι ξαδέλφια είμαστε, πάντως καλό σημάδι. Παίρνω μπαμπά και πιστοποιητικό και φτάνουμε στο αρμόδιο γραφείο της Αστυνομίας πλήρως εξοπλισμένοι για να πράξουμε τα δέοντα. Ωστόσο εκεί η υπάλληλος δε δείχνει ευχαριστημένη.

- Υπάρχει πρόβλημα.
- Τι πρόβλημα υπάρχει;
- Εδώ λέει τόπος γέννησης Εύδηλος Ικαρίας Σάμου. Η παλιά ταυτότητα έλεγε Δάφνη Ευδήλου Ικαρίας Σάμου.
- Το ίδιο είναι,
της λέω. Ξέρετε, Καλλικράτης, Καποδίστριας... η κοινότητα Δάφνης έγινε Δήμος Ευδήλου και τώρα Ικαρίας.
- Όχι, δεν είναι το ίδιο. Είναι άλλο. Δε μπορεί να αλλάξει ο τόπος γέννησης.
- Μα δεν άλλαξε. Είναι σα να λέμε Αθήνα Αττικής και Αττική σκέτο. Το ένα περιέχει το άλλο.
- Όχι, όχι, δε γίνεται. Να φέρετε άλλο πιστοποιητικό γέννησης που να γράφει Δάφνη.


Πάνω στη σύγχιση ο μπαμπάς αποφασίζει να παρέμβει στη συζήτηση· ατυχώς στη λάθος κατεύθυνση.

- Μα δεν είναι Δάφνη. Ακαμάτρα είναι.
- Τι είναι τούτο πάλι;
αναρωτιέται η αστυνομική υπαλληλος.
- Το χωριό μας, εξανίσταται ο μπαμπάς.
- Δε μας ενδιαφέρει το χωριό σας, μας ενδιαφέρει τι γράφουν τα χαρτιά. Εδώ έλεγε Δάφνη, άρα πρέπει να μου φέρετε ένα πιστοποιητικό γεννήσεως που θα λέει Δάφνη.

Προσπαθώ εις μάτην να εξηγήσω ότι στη μικρογεωγραφία της Μεσαριάς η Ακαμάτρα ανήκε στην κοινότητα Δάφνης και ότι η κοινότητα...

- Καλέ τι Μεσαριά μου λέτε και με μπερδεύετε χειρότερα; Τα χαρτιά τι λένε... Ή θα πάτε πάλι στο Δημαρχείο ή θα κάνουμε υπηρεσιακή αναζήτηση πιστοποιητικού.

Ωχ...

- Και πόσο χρόνο θα πάρει;
- Όσο πάρει. Όταν μας απαντήσουν από το Δήμο.


Μου έρχεται μια ιδέα.

- Δεν τους παίρνετε ένα τηλέφωνο; Μπορεί να σας απαντήσουν αμέσως.

Με κοιτάει ειρωνικά.

- Αποκλείεται. Αυτά έχουν διαδικασίες. Να δοκιμάσω βέβαια αν θέλετε, αλλά σας προειδοποιώ...
- Δοκιμάστε,
της λέω, κι αν χρειαστεί πάω εγώ και σας το φέρνω το χαρτί αμέσως.

Σηκώνει το τηλέφωνο και σχηματίζει έναν αριθμό από μνήμης· προφανώς το έχει ξανακάνει πολλές φορές.

- Έλα... Έχω το πιστοποιητικό υπ’ αριθμ.... ναι, σημερινό. Λέει Εύδηλος Ικαρίας Σάμου. Πρέπει να λέει Δάφνη Ευδήλου... Τι; Το ίδιο είναι; Πώς είναι το ίδιο;

Χαμογελάω αδιόρατα.

- Κι εσύ από κει είσαι; Ναι αλλά εγώ θέλω ένα που... Με φαξ; Ναι, το παίρνω...

Εντός δευτερολέπτων από το φαξ βγαίνει το πιστοποιητικό μας. Δαφνοστεφές.

- ...και μου είπε «μη μου τους στεναχωρείς».
- Καλά σας είπε, λέω, και το χαμόγελο μου έχει φτάσει μέχρι τα αυτιά.

Συμπληρώνει τις ενδείξεις μουρμουρίζοντας «Δάφνη Ευδήλου Ικαρίας Σάμου. Δάφνη Ευδήλου Ικαρίας Σάμου. Ελάτε μόνος σας αύριο να πάρετε την ταυτότητα, μην τον κουβαλάτε μεγάλο άνθρωπο μες στη ζέστη. Δάφνη Ευδήλου...»

- Ικαρίας, συμπληρώνω.
- Ναι, αυτό.

Γελάει.


Σ.Σ. Δημοσιεύτηκε στο ikariamag (με ελαφρώς πειραγμένο τίτλο) στις 10/6/2013. Για όσους δεν ήταν παιδιά στη δεκαετία του '80 (ούτε εγώ ήμουν πια), ο Σπορτ Μπίλι ήταν ένας καρτούν ήρως που είχε ένα μαγικό τσαντάκι από το οποίο έβγαιναν κατά καιρούς διάφορα απροσδόκητα αντικείμενα.