ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


30/7/11

Φορτωμένα ταξίδια

Το πλοίο αναχωρεί από τον Εύδηλο την ώρα του ηλιοβασιλέματος. Η θέα από τα Καψάλια (ανάμεσα Καραβόσταμο και Μηλιωπό), καλοκαίρι 2008.

Θυμάμαι τη μυρωδιά του καφέ. Σήμαινε ότι είμαστε πια έτοιμοι να φύγουμε, καθώς την παραμονή της αναχώρησης ο πατέρας μου κουβάλαγε τελετουργικά στο σπίτι μια τεράστια ποσότητα καφέ Λουμίδη. Ο καφές έπρεπε να είναι φρέσκοκομμένος ώστε να φτάσει σε καλή κατάσταση στον προορισμό του, δηλαδή κατά κανόνα σε συγγενείς και φίλους που ζούσαν μόνιμα στην Ικαρία και είχαν περιορισμένη πρόσβαση σε φρέσκο καφέ. Όταν ερχόταν πια ο καφές, ξέραμε ότι είμασταν έτοιμοι. Το ετήσιο καλοκαιρινό ταξίδι για Ικαρία ήταν μια μεγάλη περιπέτεια που η οικογένεια προετοίμαζε για καιρό, και οι αποσκευές φτιάχνονταν από τους μεγάλους επί μέρες. Βέβαια, εκτός από το ρουχισμό και τα προσωπικά είδη των μελών της οικογένειας, και τυχόν πεσκέσια για τους συγγενείς, περιελάμβαναν ενίοτε και ένα σωρό άλλα παραφερνάλια που προορίζονταν για διάφορους μυστηριώδεις (νόμιζα τότε…) σκοπούς.

Κατά καιρούς θυμάμαι να ταξιδεύουν μαζί μας αντικείμενα όπως μια καρέκλα σκηνοθέτη για τη γιαγιά, μια σαιζ-λογκ (πάλι για τη γιαγιά, η οποία όμως αρνήθηκε να κάτσει εκεί έστω και μία φορά), ένα ραδιόφωνο διεθνούς λήψης (στα βραχέα), μία ομπρέλα παραλίας απίστευτης έκτασης και βάρους, ένα αεροβόλο (με φυσίγγια με φουντάκι, για σκοποβολή ήταν μάλλον), ένα καλάμι ψαρέματος με πάμπολλα ανταλλακτικά (πετονιές, αγκίστρια κλπ.), πλήθη φακών με μπαταρίες, ένα «φανάρι», δηλαδή ένα ερμάρι με σίτα που βάζανε τα φαγητά για να μη τα μπάσουν οι μύγες, ένα πλεκτό καλάθι άδειο και μια νταμιτζάνα επίσης άδεια (με προορισμό όμως να επιστραφούν γεμάτα εν καιρώ), τσίγκινες κούτες από Φυτίνη ή μπισκότα Πτι-μπερ (που επρόκειτο να γεμίσουν με τραχανά και χυλοπίτες και αποξηραμένα σύκα, γεμιστά με αμύγδαλο και ψημένα στο φούρνο) και άλλα πολλά.

Αυτοκίνητο δεν είχαμε, οπότε οι βαλίτσες και τα καλάθια και οι τσάντες και τα τσαντάκια έπρεπε να κουβαληθούν στο λιμάνι με ταξί, ενίοτε παραπάνω από ένα, καθότι είμασταν και κάμποσοι. Η έλλειψη αυτοκινήτου απέτρεπε τους δικούς μου από να πάρουν μαζί τους υπερβολικά πολλά πράγματα, συγκριτικά βέβαια. Άλλοι φίλοι μου ήταν λίγο πιο άτυχοι, καθώς οι δικοί τους είχαν μεν αυτοκίνητο, αλλά από το πλήθος των αποσκευών αναγκάζονταν να πάνε στο λιμάνι με το λεωφορείο (οι πιο τυχεροί με τον Ηλεκτρικό), καθώς δε χώραγαν. Μια φορά ερχόταν οικογενειακώς ο φίλος μου ο Νίκος· ο πατέρας του είχε ένα μπλε Ford Taunus, ολόκληρη μαούνα. Το θυμάμαι να καταφθάνει με υπερβολική βραδύτητα, φορτωμένο μέχρι τα μπούνια· τα λάστιχά του ήταν πίτα από το βάρος και το σασί κόντευε να συρθεί στα χαλίκια. Από πίσω έτρεχε ο Νίκος, δέκα-δώδεκα χρονών τότε, και πιο πίσω η μάνα του, που έπιανε και την κουβέντα με τα καλωσορίσματα δρόμο-δρόμο. Ξεκουβάλαγαν επί τουλάχιστον μία ώρα, ξετρυπώνοντας σακκούλες και σακκουλάκια από τα πιο απίθανα σημεία του αμαξιού, μέσα στα οποία μπορούσε να διακρίνει κανείς αγγουράκια και πορτατίφ, παπούτσια και γιαρμάδες χύμα. Όταν τελείωσαν, το αμάξι είχε ανασηκωθεί ίσαμε είκοσι πόντους.

Βέβαια καθώς άλλαζε ο κόσμος γύρω, άλλαξαν και ορισμένες ταξιδιωτικές συνήθειες. Εξαφανίστηκαν τα καλάθια και οι μπόγοι, πλήθυναν οι βαλίτσες με ροδάκια και τα σακ-βουαγιάζ. Αυτό βέβαια δεν απέτρεπε ολοσχερώς ορισμένες γραφικότητες· οι περισσότεροι φίλοι μου με αυτοκίνητο έχουν να διηγηθούν διάφορες ιστορίες φρίκης. Εγώ πάλι τις μεγαλύτερες φρίκες τις έχω φάει πεζός· θυμάμαι ένα ταξίδι επιστροφής (ως φοιτητής, τότε) που πέρα από τις συνήθεις αποσκευές που κουβάλαγα τα χρόνια εκείνα (και περιελάμβαναν μεταξύ άλλων αντικειμένων μια κιθάρα και μια γραφομηχανή), οι δικοί μου με αγγάρεψαν με ένα τσουβάλι πατάτες, ένα ακόμα με κρεμμύδια, ένα καλάθι σταφύλια, κάτι αμύγδαλα, κι ένα ντενεκέ περσινό λάδι. Η εμπειρία ήταν τόσο καταλυτική, που για πολλά χρόνια μετά αρνιόμουν να κουβαλήσω οτιδήποτε μου ζητούσαν, και φρόντιζα να εμφανίζομαι το καλοκαίρι σε άγνωστες ημερομηνίες και να εξαφανίζομαι στο τέλος ενόσω ακόμα ο τραχανάς ζυμωνόταν και τα σύκα ξεραίνονταν στη σκεπή, δήθεν για να προλάβω την εξεταστική.

Με τα χρόνια έμαθα να ταξιδεύω ελαφρύς, με ένα σακκίδιο κι έναν υπνόσακκο. Μόλις το βαπόρι φτάσει κοντά στον Πάπα, αρχίζω να μετράω τα φώτα από τα χωριά: να το Αμάλου και το Μαυριάνου, να ψηλά οι Βρακάδες και δίπλα οι Κουνιάδοι, να η Κάτω Προεσπέρα και η Πάνω, ο Νάνουρας, ο Νας, ο Αρμενιστής. Μετά αφήνουμε τα δυτικά και πάμε βόρεια, ψηλά είναι τα χωριά των Ραχών που λίγο ακόμα τα μπερδεύω από τη θάλασσα, αλλά μετά είναι σίγουρα το Γιαλισκάρι και από πάνω τα Μαντριά, πιο πέρα το Αυλάκι και από πάνω τα χωριά της Περαμεριάς, κι απέναντί τους η Μεσαριά όλη πάνω στην Κεφάλα, κι εκεί κάτω ο Κάμπος και τα άσπρα φώτα το λιμάνι στον Εύδηλο κι εκείνο το μεγάλο που φαίνεται μέχρι πολύ ψηλά είναι το Καραβόσταμο και στο βουνό η Αρέθουσα και προς την ανατολή πιο χλωμά στο βάθος τα Χωριούδια και κάτω στη θάλασσα αχνά τα Νέγια.

Και καθώς στρίβουμε για να μπούμε στο λιμάνι, από κοντά τώρα, το Κεραμέ και το Φλες πιο δω, στο βουνό ψηλά η Ακαμάτρα κι εκείνο απέναντι αριστερά μάλλον ο Δρούτσουλας, κάτω τα φώτα της πλατείας, και κάπου πιο ψηλά ένα από τα φώτα είναι αυτό που έχουν αφήσει αναμμένο για να φωτίζει τα βήματά μου μέχρι το σπίτι.

Το κλειδί πάνω στην πόρτα, το σπίτι ήσυχο· κοιμούνται. Κάθομαι στο μπαλκόνι, στην ίδια σαιζ-λογκ που η συχωρεμένη η γιαγιά δε χρησιμοποίησε ποτέ, και βλέπω το βαπόρι που απομακρύνεται προς τη Σάμο.

Από τη μισάνοιχτη μπαλκονόπορτα έρχεται μια γνώριμη μυρωδιά φρεσκοκομμένου ελληνικού καφέ.


Σ.Σ. Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 27/7/2011, αλλά είναι συντομευμένη για το διαδίκτυο εκδοχή ενός εκτενέστερου προσχεδίου . Έχω παραλείψει τις καθούρες και τα καΐσια, ίσως επανέλθω κάποτε.

21/7/11

Αρχή σοφίας

Ενθύμιον αποφοίτησης ή κάτι τέτοιο. Εννοείται ότι αν δεν ήταν κουνημένη η φωτογραφία δε θα την ανέβαζα, ε;

Δεν ξέρω τι με έπιασε και θυμήθηκα την Κρήτη σήμερα· ίσως φταίει η ρακή που σιγοπίνω εδώ και ώρα. Δεν μου ήρθε όμως καμμία ιστορία τοπικού φολκλόρ, ούτε κανένα ιστιοπλοϊκό παραλειπόμενο. Θυμήθηκα μια ορισμένη μέρα του καλοκαιριού του 2007 (πέρασαν κιόλας τέσσερα χρόνια ή ίσως πέρασαν μόνο τέσσερα χρόνια). Δεν ήταν όμως τυχαία μέρα· ευδοκίμως τερματίσας τη διατριβή του, ο ψηλέας ετοιμαζόταν να την παρουσιάσει ενώπιον της εξεταστικής επιτροπής. Η διαδικασία στο Πανεπιστήμιο Κρήτης είχε ένα τυπικό αρκετά διαφορετικό από αυτό που ήξερα από την Αθήνα και αλλού. Για να ακριβολογούμε, δεν είχε καθόλου τυπικό: η εξέταση ήταν κλειστή (υποψήφιος διδάκτωρ και επιτροπή μόνοι τους), κρατούσε ώρες και είχε σοβαρή αντιπαράθεση όχι μόνο με τον υποψήφιο, αλλά ενίοτε και μεταξύ των μελών της επιτροπής.

Αφότου τελείωναν όλα, υπήρχε μια δεύτερη παρουσίαση ανοιχτή στο κοινό, που μπορούσε να κάνει και ερωτήσεις υποτίθεται, αλλά πιο πολύ για τους τύπους. Στο τέλος ο νέος διδάκτωρ έπαιρνε τον τίτλο ανά χείρας σε μια υποτυπώδη τελετή που κανονικά θα έπρεπε να γίνεται ενώπιον της Γενικής Συνέλευσης Ειδικής Σύνθεσης του Τμήματος, ωστόσο κανένα από τα μέλη της εν λόγω συνέλευσης δεν πάταγε, εκτός του επιφορτισμένου να απονείμει τον τίτλο προεδρεύοντος. Οι υπόλοιποι παριστάμενοι ήταν απλώς το κοινό της δημόσιας παρουσίασης.

Δηλαδή εν προκειμένω ήταν οι φίλοι του ψηλέα, και μεταξύ τους κι εγώ που παρά το ότι δεν είχαμε προλάβει να κάνουμε και φοβερή παρέα στο εξάμηνο που βρισκόμουν στην Κρήτη, τον ήξερα από αρκετά παλιά, όταν στα τέλη του περασμένου αιώνα (...πώς ακούγεται αυτό, ε;) δηλαδή κάπου μεταξύ 1999 και 2000 έκανε τη διπλωματική του εργασία παρέα με τον κολλητό του το Νικόλα στο εργαστήριο που δούλευα στην Αθήνα. Στην πράξη υπό τη δική μου επίβλεψη. Εφτά χρόνια μετά ήταν οι πρώτοι γνωστοί που με υποδέχτηκαν στο Ηράκλειο. Ο Νίκος δουλεύει ακόμα εκεί, ο ψηλός αμέσως μετά το διδακτορικό έφυγε για το Σικάγο, όπου τον περίμενε η καλή του. Τώρα πια έχουν κάνει κι ένα φρέσκο μωράκι: χαρά στον Έλληνα που ελληνοξεχνά και στο Σικάγο μέσα ζει στη λευτεριά...

Τότε όμως, πριν τέσσερα χρόνια, ο ψηλέας μετρούσε τις μέρες ανάποδα, και μαζί του τις μετρούσαμε κι εμείς για να οργανώσουμε διάφορα αποχαιρετιστήρια events σε μπαράκια και παραλίες (καλοκαίρι γαρ), με ποτάκια και μουσικούλα και καλλιτεχνική επιμέλεια (μετά κιθάρας) από το Βασίλη. Εγώ που δεν είχα ακόμα μπλέξει με ιστιοπλοΐες και άλλα εξωτικά φρούτα, ήμουνα καινούργιος σχετικά στο χώρο της εν λόγω επιστημονικής αντροπαρέας, αν και ήξερα από ετών κάμποσους και είχα προλάβει να γνωρίσω επιτόπου και μερικούς άλλους, σαν το Γιάννη και το Φίλιππο (άλλος υπερατλαντικός σήμερα αυτός). Με την ευκαιρία της «αποφοίτησης» είχαν έρθει και μερικοί που δεν τους ήξερα από πριν, και χάρηκα ιδιαίτερα που τους γνώρισα, όπως ο Τασούλης μετά της Βάλιας από το εξωτικό Καίμπριτζ (το παλιό, όχι της Μασαχουσέτης).

Πήγαμε λοιπόν περιχαρείς (και με βιντεοκάμερα) να ακούσουμε τη δημόσια παρουσίαση του ψηλού (ξέροντας βέβαια ήδη από την πρωινή κλειστή εξέταση ενώπιον της επιτροπής ότι τα είχε πάει μια χαρά). Η ατμόσφαιρα της παρουσίασης ήταν ιδιαίτερα καλοκαιρινή, καθώς πέρα από την όντως υψηλή θερμοκρασία της Κρήτης τον Ιούλιο, είχε φροντίσει και ο ομιλητής να δώσει μια εξτρά καλοκαιρινή πινελιά: αντί να δώσει την ίδια τετριμμένη πρωινή διάλεξη, διάνθισε την παρουσίασή του με φωτογραφίες της πολυετούς παραμονής του στην Κρήτη, ειδικά στο κομμάτι των ευχαριστιών που του πήρε γεμάτο δεκάλεπτο, μην πω και εικοσάλεπτο, μέχρι να αναφερθεί σε όλους τους φίλους, από τον διόσκουρό του το Νικόλα, την αγαπημένη του, τους συμπαίκτες του στο μπάσκετ και το ποδόσφαιρο, τους συμπότες στα ρακάδικα και τα μπαρ, και last but not least τον αγαπημένο του Γατούλη (αυτό ήταν το όνομα του γάτου του) που τον είχε συντροφέψει αποφασιστικά στις δύσκολες ώρες της διατριβής.

Όταν με το καλό ολοκλήρωσε τις αφιερώσεις, μέσα σε θυελλώδη χειροκροτήματα, ο εναπομείνας επιφορτισμένος με την απονομή του τίτλου προεδρεύων του Τμήματος σηκώθηκε, έπιασε τη διπλωμένη ψευδοπεργαμηνή, την έδωσε στον ψηλό, και του είπε συγχαρητήρια. Μετά του έσφιξε το χέρι, χαμογέλασε στο κοινό και άρχισε να βαδίζει προς την έξοδο.

- Τι, αυτό είναι όλο; ακούστηκε μια φωνή.
- Ε, θέλετε κι άλλο; Τόσα χρόνια περίμενε ο άνθρωπος, ρώτησε ρητορικά ο προεδρεύων.
- Ε, τόσα χρόνια και όρκο δεν έχει; Τήβεννο; Παρέλαση; Άγημα; Κάτι;
- Δεν προβλέπεται κάτι ιδιαίτερο, παραδέχτηκε αμήχανα ο προεδρεύων.
- Α πα πα, δε γίνεται, επέμεινε ο Βασίλης, χειριστής βιντεοκάμερας για την περίσταση. Πρέπει να υπάρχει κάτι επίσημο. Τι θα βλέπουμε μετά στο βίντεο;

Ο προεδρεύων σήκωσε τους ώμους και απεχώρησε. Κάποιος όμως έδειξε προς ένα μαύρο βιβλιαράκι (μια Καινή Διαθήκη στην έκδοση της Ζωής με τη νεοελληνική απόδοση-λογοδιάρροια του Τρεμπέλα) που βρισκόταν πάνω στην έδρα.

- Και δεν τον ορκίζουμε μόνοι μας;
- Και τι όρκο θα πει;
- Ας πει κάτι στην τύχη, ό,τι να 'ναι. Μια τυχαία σελίδα.


Ο κάμεραμαν διέταξε: «άνοιξε στη σελίδα 666». Δεν ήταν ακριβώς τυχαίο, αλλά δε βαριέσαι... Ο ψηλός άνοιξε στην υποδειχθείσα σελίδα και άρχισε να διαβάζει από πάνω-πάνω, με ύφος σοβαρό και μέσα σε απόλυτη σιγή (λίγο πριν ξεσπάσει το κοινό σε γέλια και χειροκροτήματα):

Σοφίαν δὲ λαλοῦμεν ἐν τοῖς τελείοις, σοφίαν δὲ οὐ τοῦ αἰῶνος τούτου, οὐδὲ τῶν ἀρχόντων τοῦ αἰῶνος τούτου τῶν καταργουμένων·
ἀλλὰ λαλοῦμεν σοφίαν Θεοῦ ἐν μυστηρίῳ, τὴν ἀποκεκρυμμένην, ἣν προώρισεν ὁ Θεὸς πρὸ τῶν αἰώνων εἰς δόξαν ἡμῶν.


Ύστερα στράφηκε προς τον κάμεραμαν:

- Φτάνει;
- Μια χαρά! είπε ο Βασίλης γελώντας. Εξαιρετικός.

Ο νέος διδάκτωρ γέλασε κι αυτός και δέχτηκε την ανθοδέσμη που του προσέφεραν, πάντα μπροστά στην κάμερα. Ύστερα σταυροφίλησε τους πάντες που τον συνεχάρησαν, και έδωσε ραντεβού για το βράδι στη Λυγαριά, μια παραλία κοντά στο Ηράκλειο όπου θα ακολουθούσε το αποχαιρετιστήριο μπητς-πάρτυ. Μετά βγήκαμε ένα σωρό φωτογραφίες (που δεν είδα ποτέ εκτός από αυτήν στην κορυφή της ανάρτησης, που την έκλεψα από το facebook κάποιου) και τραβήξαμε διάφορες σκηνές σε ένα βίντεο που επίσης δεν είδα ποτέ. Η μέρα προχώρησε με τη δημόσια προβολή ενός Κορεάτικου θρίλερ στο χώρο εργασίας και ολοκληρώθηκε με το μπητς-πάρτυ, από όπου οι τελευταίοι φύγαμε με το ξημέρωμα σε κατάσταση παραληρήματος.

Σκέφτομαι αναδρομικά ότι εκείνη η βραδιά ήταν ένα είδος τέλους εποχής για πολλούς από τους παρευρισκόμενους (μιας εποχής που την πρόλαβα στα τελειώματά της και που και για μένα είναι πολύ πίσω πια). Θυμάμαι ακόμα με ιδιαίτερη ενάργεια αρκετές σκηνές της, και θυμάμαι τη σχετική θλίψη που ένιωσα με την ακόλουθη αναχώρηση του ψηλού, που από τους μέχρι τότε γνωστούς μου στην Κρήτη ήταν αυτός με τον οποίο αισθανόμουν πιο άνετα (άλλο αν μετά κόλλησα με διάφορο κόσμο και ακόμα να ξεκολλήσω, αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία). Αλλά πιο πολύ ακόμα θυμάμαι την έκπληξη που ένιωσα όταν άκουσα τον ψηλό να διαβάζει το τυχαίο εδάφιο που μου φάνηκε απίστευτα ταιριαστό με ορκωμοσία διδάκτορα. Όχι την προσωρινή σοφία των αρχόντων του αιώνος τούτου (που καταργούνται) αλλά μια άλλη σοφία που ο Θεός κρατάει κρυμμένη και την προορίζει εἰς δόξαν ἡμῶν.

Εννοείται ότι δεν θυμόμουνα το εδάφιο απέξω, αλλά κάποια στιγμή που βρήκα έναν Τρεμπέλα άνοιξα την επίμαχη (συμβολική δήθεν) σελίδα 666 και το ξαναδιάβασα. Προς Κορινθίους Α' 2, 6-7. Βέβαια δεν σκέφτομαι το πνεύμα της φράσης τόσο με την έννοια που της δίνει ο Απόστολος Παύλος, όσο το σκέφτομαι σε συμφραζόμενα «θύραθεν», κοσμικής (ή ενδεχομένως επιστημονικής) γνώσης. Σκέφτομαι ότι θα ήταν ένα πολύ καλό δώρο αποφοίτησης από τη βάσανο των διατριβών (το ανώτατο, υποτίθεται, επίπεδο ακαδημαϊκής γνώσης που μπορεί να φτάσει κανείς μέσω οργανωμένων προγραμμάτων σπουδών), μια υπενθύμιση της προσωρινότητας της τρέχουσας γνώσης ενόψει της κρυμμένης (για την ώρα) σοφίας που περιμένει να αποκαλυφθεί. Όλων εκείνων των πραγμάτων με τα οποία ο νυν εκπληρώσας τη δοκιμασία της διατριβής καλείται τώρα να αναμετρηθεί. Κι αυτή θα είναι η δόξα του.

Υποψιάζομαι βέβαια ότι οι περισσότεροι συνάδελφοι μάλλον δε θα χαρούν με την παρομοίωση (υπάρχει μια λογική καχυποψία στο χώρο ως προς τις βιβλικές αναφορές ή τα θρησκευτικά συμφραζόμενα), πολλοί μάλιστα θα προτιμούσαν μάλλον τη σοφία των αρχόντων του αιώνος τούτου κι ας τα ανακαλύψουν τα μυστήρια τα αποκεκρυμμένα άλλοι αργότερα. Ουδείς ψόγος, εννοείται. Σκέφτομαι όμως, πίνοντας τη ρακή μου, ότι ασυναίσθητα, μέσω της διακωμώδησης, η ψευδο-ορκωμοσία του ψηλού άνοιξε ένα μονοπατάκι που από τη σελίδα 666 βγάζει κάπου μακριά, που ούτε ο Βασίλης με τη κάμερα ούτε ενδεχομένως ο Απόστολος των Εθνών είχαν κατά νου. Σκέφτομαι ακόμα πόσο μακριά στο χρόνο μου φαίνονται αυτά κι ας μην είναι παρά μόνο (ή κιόλας) τέσσερα χρόνια, βοηθούσης και της γεωγραφικής απόστασης και της αλλαγής παραστάσεων.

Κοιτάζω την κουνημένη φωτογραφία. Ο ψηλός κοντεύει τετραετία στο Σικάγο, ο Φίλιππος πατημένα τρία χρόνια στη Βοστώνη νομίζω, ο Τάσος με τη Βάλια μάλλον φεύγουν από το Καίμπριτζ για να στήσουν επιστημονικό τσαντήρι αλλού, εγώ κοντεύω ενάμιση χρόνο στο Λέιντεν, τα άλλα παλληκάρια ψήνονται ακόμα στο καμίνι της Κρήτης, ο καθένας στο δρόμο του, όχι πάντα κοινό με το δρόμο των υπολοίπων. Με τους περισσότερους μιλάμε σπάνια πια· με μερικούς έχω για τα καλά χαθεί. Σιγοπίνω τη ρακή μου και σκέφτομαι και το Γατούλη, που πήγε κι αυτός μετανάστης στα γεράματα, έγινε πατέρας στο Σικάγο και εν τέλει εξεμέτρησε το γατίσιο ζην του αιφνίδια πριν κάνα χρόνο.

Και δεν είχε μπλέξει με επιστήμες και διδακτορικά ο φουκαράς.


Σ.Σ. Ο Αντισθένης ο κυνικός είχε πει κάτι σαν «ἀρχὴ παιδεύσεως ἡ τῶν ὀνομάτων ἐπίσκεψις» αλλά εγώ το πρωτοάκουσα ώς αρχή σοφίας από ένα καθηγητή που μας δίδασκε φιλοσοφία (υπό το πρόσχημα του μαθήματος των θρησκευτικών) στην πρώτη λύκειου και μου έμεινε έτσι, και το έβαλα στον τίτλο της ανάρτησης. Ο ίδιος καθηγητής (αργότερα πανεπιστημιακός νομίζω, αν δεν πρόκειται για συνωνυμία) με έβαλε άθελά του να πάω να αγοράσω μια Εισαγωγή στη Φιλοσοφία (του Καρλ Γιάσπερς) με σκοπό να μυηθώ στα σχετικά.

Κοντά τριάντα χρόνια από τότε, ακόμα αδιάβαστο είναι το βιβλίο βέβαια...

17/7/11

Μεσοκαλόκαιρο

Ένα από τα πολλά ουράνια τόξα που προκύπτουν όποτε παντρεύονται οι φτωχοί.

Το φως του ήλιου μπαίνει από το παράθυρο του σαλονιού (που είναι και κρεββατοκάμαρα και γραφείο συνάμα) ενώ στα κεραμίδια ακούγονται οι σταγόνες της βροχής. «Ήλιος και βροχή, παντρεύονται οι φτωχοί» λέω μέσα μου, αλλά ποτέ δεν κατάλαβα τι θέλει να πει η παροιμία, ενώ ταυτόχρονα ο ορθολογιστής εαυτός μου εικάζει ότι στην απέναντι πλευρά από τόν ήλιο θα έχει τώρα σχηματιστεί ένα ουράνιο τόξο. Πηγαίνω λοιπόν στο παράθυρο της κουζίνας (που είναι και τραπεζαρία) και το βλέπω όντως απέναντι, στην ανατολική πλευρά της πόλης, καθώς είναι απόγευμα και ο ήλιος πηγαίνει προς τη δύση του σιγά σιγά. Δεν είναι το πιο εντυπωσιακό ουράνιο τόξο που έχω δει εδώ· κι έχω δει κάμποσα πλέον. Ήλιος και βροχή είναι αρκετά συχνός συνδυασμός στην ανοιξιάτικη ή καλοκαιρινή Ολλανδία, οπότε σκέφτομαι ότι οι φτωχοί αυτής της χώρας (δεν πρέπει να είναι και πάρα πολλοί) θα παντρεύονται αρκετές φορές έκαστος για να φτουράει η παροιμία. Αλλά μετά διώχνω από το μυαλό μου τα εξυπναδίστικα συμπεράσματα και προσπαθώ να προσηλωθώ στη δουλειά μου.

Δύσκολο, βέβαια. Είναι παρατηρημένο ότι όποτε πιάνει Ιούλιος με πιάνει κι εμένα μια παραλυσία, σαν χρόνια νόσος. Πέρα από τη συνήθη Καριώτικη νοοτροπία, υπάρχει κι ένας εποχιακός παράγων που δυσκολεύει τα πράγματα. Όλες τις φορές (όχι και λίγες τελικά) που βρέθηκα να σχεδιάζω διάφορα μεγαλεπήβολα για Ιούλιο μήνα (ου μην αλλά και Αύγουστο ενίοτε) στη δουλειά, συνήθως τα σχέδια καταβαραθρώνονταν με συνοπτικές διαδικασίες, και αποδεικνυόταν για πολλοστή φορά η ισχύς της γνωστής ρήσης που λέει να μην αναβάλλεις ποτέ για αύριο ό,τι μπορείς να αναβάλλεις για μεθαύριο, διότι στο τέλος θα το κάνεις και αύριο (χάλια μαύρα) και μεθαύριο (κουτσά-στραβά), κάντο λοιπόν μια και καλή από Σεπτέβρη να είσαι εντάξει. Δυστυχώς εδώ στην Εσπερία δεν έχουν ακόμα κατανοήσει την ισχύ του αξιώματος, βρήκα όμως την εξαιρετική αγγλική λέξη "procrastination" που αντικατοπτρίζει μονολεκτικά τη διαδικασία. Προσπαθώ λοιπόν να προσηλωθώ και πάλι, αλλά εις μάτην, καθώς η βροχή αρχίζει να πέφτει πάλι και ταυτόχρονα χτυπάει το ρολόι του Δημαρχείου, πράγμα που τις Κυριακές (καλή ώρα) συμβαίνει κάθε μισή ώρα εκτεταμένα και στα ενδιάμεσα τέταρτα πιο μαζεμένα λίγο, παίζοντας διάφορες γνωστές μελωδίες κλασικής μουσικής. Όχι πάντα τις ίδιες.

Μετά το ρολόι σταματάει και μένει ο ήχος της βροχής στα κεραμίδια. Ο ήλιος έχει κρυφτεί, όπως και το ουράνιο τόξο, και σκέφτομαι ότι έχει βρέξει σχεδόν κάθε μέρα αυτό τον Ιούλιο. Αν και γενικά δεν έχω πάθει τίποτα από τον ολλανδικό καιρό, ομολογώ ότι το να κυκλοφορώ κάθε μέρα με αδιάβροχο/αντιανεμικό με την ομπρέλα στη δεξιά τσέπη και την κουκούλα ανεβασμένη είναι λίγο εκνευριστικό σε σχέση με τους υπόλοιπους Ιούλιους της ζωής μου. Την περασμένη Τετάρτη έβρεχε και φυσούσε τόσο, που έφυγα από το σπίτι με νιτσεράδα ιστιοπλοϊκή (δώρο των φίλων μου στην Αθήνα μετά από τις άνευ νιτσεράδας ιστιοπλοϊκές εμπειρίες μου στην Κρήτη), και στο δρόμο μέχρι τη στάση του λεωφορείου (σιγά μην πήγαινα με τα πόδια) διαλύθηκε η ομπρέλα μου. Στην επιστροφή διαλύθηκε και η δεύτερη ομπρέλα που αγόρασα καθ' οδόν, και ένα ζευγάρι παπούτσια hiking δήθεν παντός καιρού. Την Πέμπτη το τοπίο είχε πολύ ενδιαφέρον, καθώς έβρισκες διάσπαρτες ξεπαρταλιασμένες ομπρέλες στα πιο απίθανα σημεία. Συνέχισε βέβαια να βρέχει, αλλά πιο φυσιολογικά, όχι ιδιαιτέρως εξευτελιστικά δηλαδή.

Διάσπαρτες ξεπαρταλιασμένες ομπρέλες που φύονται ακόμα και στη μέση των καναλιών.

Και πάλι προσπαθώ να προσηλωθώ, αλλά μετά αρχίζω να αναρωτιέμαι ποια να είναι μια καλή συνταγή για να μαγειρέψει κανείς ρύζι μπασμάτι, καθώς έχω ακούσει πολύ διαφορετικές παραλλαγές τις τελευταίες μέρες, και πρέπει να αξιοποιήσω την παρακαταθήκη του ενός κιλού που μου άφησαν φεύγοντας η Δ. και ο Χ. όταν ήρθαν πριν κάνα μήνα. Μετά ήρθε ο Γ. κάποια στιγμή κι έφυγε πριν κάνα δεκαήμερο, και σήμερα η Λ. με ειδοποίησε ότι τελικά δεν μπορεί να έρθει τώρα. Η Ν. και ο Λ. το ανέβαλλαν κι εκείνοι για Σεπτέβρη μάλλον, οπότε δεν περιμένω άλλες επισκέψεις άμεσα. Σκέφτομαι μήπως πάω εγώ πουθενά εδώ γύρω κάνα Σαββατοκύριακο, αλλά οι περισσότεροι φίλοι και γνωστοί στον περίγυρο (Αγγλία, Γαλλία, Ολλανδία, Βέλγιο, Γερμανία κλπ.) ετοιμάζονται για διακοπές, άλλοι έφυγαν κιόλας για τα πάτρια. Σε μια άλλη συγκυρία ίσως ρωτούσα τη μάνα μου συμβουλές για το ρύζι, αλλά είναι πλέον ή βέβαιον ότι ως παραδοσιακή νοικοκυρά αγνοεί το μπασμάτι και όλη την ασιατική κουζίνα, οπότε θα μου πει να το κάνω πιλάφι κλασικό που δεν είναι το ζητούμενο. Θα μπορούσα όμως να τους πάρω κάνα τηλέφωνο έτσι κι αλλιώς, να δω και πώς είναι τα πράγματα στο νησί· αν βέβαια έχουν προλάβει να δουν καθόλου νησί.

Κατέβηκαν προχτές, την ημέρα των Αγίων Κηρύκου και Ιουλίττης που μνημονεύει ο Ελύτης στο Άξιον Εστί μεταξύ άλλων. Σήμερα είναι της Αγίας Μαρίνας, κι έχει πανηγύρι στην Αρέθουσα. Άλλες χρονιές πήγαινα, φέτος όμως είπα να κρατήσω όλη την άδεια για τον Αύγουστο, και έκανα για τον Ιούλιο κάτι μεγαλεπήβολα επαγγελματικά σχέδια, που όπως τα βλέπω τα πράγματα θα καταλήξουν στο γνωστό κάλαθο των αχρήστων αργά ή γρήγορα. Κάνω μια ύστατη προσπάθεια να προσηλωθώ αλλά ο ήλιος βγαίνει πάλι ακριβώς μπροστά μου, και σκέφτομαι να μην πάω στο πίσω παράθυρο να δω το ουράνιο τόξο και να συνεχίσω αυτό που κάνω, αλλά δε χρειάζεται να πάω στο πίσω παράθυρο καθώς οι ακτίνες του ήλιου περνάνε από το τζάμι και σκάνε στα χέρια μου πάνω στο πληκτρολόγιο και αφήνουν μια ιδέα καλοκαιριού, οπότε παραδίνομαι εντελώς και κλείνω τα αρχεία κι αρχίζω να χαζεύω τα σύννεφα και να σκέφτομαι πού θα βρω κανένα μαγαζάκι ανοιχτό Κυριακή απόγευμα να ψωνίσω χωρίς να τρέχω στο σουπερμάρκετ μέσα στη βρόχα.

Ταξιδεύω νοερά σε ένα τέτοιο μαγαζάκι, από αυτά τα Nicht Markt που πουλάνε τσιγάρα και μπύρες και διάφορα μικροπράγματα, και αναρωτιέμαι αν τυχόν πουλάνε επίσης κρεμμύδια και σαφράν, διότι δε θέλω να καπνίσω (το 'χω κομμένο χρόνια) ούτε να πιω μπύρες (έχω τα κρασιά μου και τη ρακή από τη Γαρίπα), θέλω να μαγειρέψω το μπασμάτι, νοερά πάντα, διότι βαριέμαι να τρέχω να ψωνίσω το οτιδήποτε και βλέπω να το μαγειρεύω νερόβραστο με ό,τι υπάρχει στην κουζίνα εκ των ενόντων, και βλέπω επίσης απέξω τα σύννεφα να πυκνώνουν και τη βροχή να δυναμώνει, κι ο ήλιος χάνεται πάλι, και σκέφτομαι ότι το πανηγύρι θα ξεκινάει όπου να 'ναι, της Αγίας Μαρίνας σήμερα, επέτειος της Ικαριακής Επαναστάσεως που φυσικά κανείς δεν την έχει υπόψιν του αλλά όμως υπήρξε στ' αλήθεια πριν από 99 χρόνια, και σκέφτομαι ακόμα, Γωγούλα μου, ότι έχεις δίκιο, δεν συμβαίνουν όλα στην Ικαρία, η βροχή συμβαίνει φυσικά στο Λέιντεν, διόμισι χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, αλλά το ρολόι χτυπάει πάλι και σημειώνει το χρόνο που περνάει.

Δεκαεννιά και σήμερα.

10/7/11

Book 'em, Danno


Το εισαγωγικό κομμάτι του Hawaii Five-O με το τσουλούφι του Τζακ Λορντ να ανεμίζει. Πρόσφατα διάβασα ότι η μουσική τραγουδιόταν από μερικούς με τους στίχους «πάμε στη Χαβάη, στ' όμορφο νησί, με το Στιβ Μαγκάρετ πρωταγωνιστή».

Πριν από καμμιά δεκαετία που είχα κάτι άγχη με το χρόνο που περνάει έκανα κάτι μυστήρια τεστ σε διάφορους φουκαράδες· εκτός από το να ρωτάω ποιος είναι ο Κοσκωτάς, κάποτε έβαζα ως μουσικό κουίζ το θέμα από το Χαβάη 5-0, μια πολύ γνωστή (στον καιρό μου...) μουσική που σε μια κατά τι καλύτερη εκτέλεση σε σχέση με τους τίτλους του σήριαλ παίζουν οι Ventures εδώ. Βέβαια η νεολαία δεν είχε ιδέα για τι πράγμα μιλούσα, ενώ αντίθετα η καθηγήτρια του εργαστηρίου που είχε παρευρεθεί αυτοπροσώπως στο Γούντστοκ τη χρονιά που γεννήθηκα άρχισε να φωνάζει «Kαλέ, ο Μαγκάρετ!». Κάπου τότε μου πέρασαν όλα τα άγχη, καθώς το πήρα απόφαση ότι εφόσον δεν ξέρουν ποιος είναι ο Μαγκάρετ, κακό δικό τους.

Διότι εγώ το Μαγκάρετ τον ήξερα προσωπικά. Όχι τον Jack Lord που έπαιζε το ρόλο του McGarret στο σήριαλ, αλλά τον κλώνο του στην Ικαρία των αρχών της δεκαετίας του 1970. Ο δικός μας Μαγκάρετ δε λεγόταν ακριβώς Στηβ (και φυσικά κανείς δε θυμάται πώς λεγόταν στ' αλήθεια), και ήταν διοικητής του σταθμού Χωροφυλακής Ευδήλου το μακρινό 1974 ή και νωρίτερα. Το παρατσούκλι όμως του το κόλλησαν οι Καριώτες, όχι μόνο για τα τύπου ρέιμπαν γιαλιά που φορούσε μέρα-νύχτα, χειμώνα-καλοκαίρι (για λόγους στυλ, εννοείται), αλλά και για τη μανία του να κάνει αστυνομικές έρευνες και να εξιχνιάζει υποθέσεις. Και επειδή εγκληματικότητα δεν υπήρχε εκείνα τα χρόνια, ούτε τίποτα προς ιδιαίτερη εξιχνίαση, κατασκεύαζε και μερικές υποθέσεις εντελώς δικές του.

Εμείς βέβαια ως καλοκαιρινοί επισκέπτες είχαμε περιστασιακή μόνο επαφή με τις αρχές, και δεδομένης της Χούντας κιόλας, όσο λιγότερη επαφή τόσο καλύτερα. Οι μόνιμοι κάτοικοι όμως είχανε σόου Μαγκάρετ όλο το χρόνο, και από κάτι μέσες-άκρες που μου είχε διηγηθεί η Πόπη μια φορά που χαζολογούσαμε στο μαγαζί της στο Φύτεμα όπου η παρέα μου ήταν οι μόνοι πελάτες, για μια περίοδο τον είχανε πάρει από φόβο, πράγμα βέβαια που δεν τους απέτρεπε κιόλας από το να τον παίρνουνε ταυτόχρονα και στο ψιλό. Η Πόπη διηγείτο χαρακτηριστικά ένα σκηνικό όπου εισβάλλει ο Μαγκάρετ φουριόζος ένα πρωί στο καφενείο του Προδρομακιού στην πάνω πλατεία, στο οποίο βρισκόταν μόνο η ίδια εκείνη τη στιγμή, και τη ρωτάει με άγριο αστυνομικό ύφος:

- Πού 'ναι ο πατέρας σου;
- Στο αμπέλι, ψελλίζει με δέος η μικρή κόρη.
- Να του πεις πως τον θέλω, γαυγίζει ο χωροφύλαξ. Έχουμε δουλειά!
- Μάλιστα κύριε Μαγκάρετ, απαντάει προθύμως η Πόπη, και άξαφνα συνειδητοποιεί ότι τον απεκάλεσε με το (απαγορευμένο, προφανώς) παρατσούκλι και ετοιμάζεται να πέσει λιπόθυμη από τον τρόμο.

Παραδόξως όμως ο Μαγκάρετ μάλλον γουστάρει, οπότε βάζει τα γέλια, διορθώνει το ρέιμπαν και φεύγει κατευθυνόμενος προς το παρακείμενο μαγαζί του Κυρλαγκίτση για να συνεχίσει την επιστράτευση με όποιον βρει μέσα. Κάθε τόσο το ίδιο έκανε· μάζευε διάφορους (καταναγκαστικούς) βοηθούς, υπό τύπον βοηθού σερίφη, να πάνε να καταδιώξουν τους εγκληματίες. Φυσικά εγκλήματα δεν υπήρχαν, άντε κανένας αμολατός γάδαρος ή καμμιά κατσίκα να βόσκει κανενός φουκαρά το αμπέλι, πράγμα που δε δικαιολογούσε ούτε την εμπλοκή της Χωροφυλακής ούτε τα τρεχάματα των κακόμοιρων που συναντούσε ο Μαγκάρετ στο δρόμο και τους αγγάρευε να τρέχουν πέρα-δώθε μαζί του, αν δεν έκανε επίταξη και στο όχημα.

Εκείνη τη φορά όμως είχε βρει αδίκημα βαρβάτο, δηλαδή ένα νεαρό ζευγαράκι που είχε προσώρας «κλεφτεί» και κάπου χαιρόταν τον έρωτά του, πράγμα που είχε καταγγελθεί στις αρχές ως απαγωγή. Πασίχαρος ο Μαγκάρετ έσπευσε να συγκροτήσει ομάδα καταδίωξης. Δυστυχώς, δεδομένης και της ικαριακής αίσθησης του χιούμορ, δεν ήταν δύσκολο να προβλέψει κανείς τη συνέχεια: πλήθος αντιφατικών πληροφοριών καταφθάνουν στο αρχηγείο, και το ζευγαράκι φαίνεται να βρίσκεται ταυτόχρονα σε όλα τα πιθανά και απίθανα σημεία. Προς το βράδι, οι πληροφορίες συγκλίνουν για ένα συγκεκριμένο σπίτι σε ερημική, δύσβατη τοποθεσία. Ο Μαγκάρετ, επικεφαλής διμοιρίας deputies καταστρώνει επιχειρησιακό σχέδιο και μοιράζει ρόλους: εσύ θα ορμήξεις από εκεί, εσύ από κει, κι εγώ από δω, εντάξει; Εντάξει. Την κρίσιμη ώρα ωστόσο, συνεννοημένοι οι βοηθοί την κοπανάνε και πάει ο καθένας σπίτι του. Ο φουκαράς ο Μαγκάρετ ορμάει με το περίστροφο στο χέρι στο σπίτι (που είναι άδειο), ψάχνει εις μάτην τους βοηθούς που έχουν γίνει μπουχός, και ψάχνει επίσης εις μάτην το δρόμο για να φύγει από κει. Οι φήμες λέγουν ότι εντοπίζεται οδοιπόρος κάπου ανάμεσα στο Αυλάκι και τον Κάμπο την επομένη, με τη στολή ξεσκισμένη από τα βάτα, σε κακό χάλι. Αλλά το ρέιμπαν το φόραγε, εννοείται.

Αν την είχαμε μάθει αυτή την ιστορία στον καιρό της, ίσως να είμασταν λιγότερο έμφοβοι όποτε τον βλέπαμε να σκάει μύτη στο στενό. Το σπίτι που νοικιάζαμε τότε γειτνίαζε με τη Χωροφυλακή, στο στενάκι από την πάνω πλατεία προς τον Κόφινα. Μαζευόμασταν λοιπόν στο στενό όλα τα πιτσιρίκια της γειτονιάς και παίζαμε, πότε μπάλα και πότε μήλα και κορόϊδο, ενίοτε και κρυφτό και περνά-περνά η μέλισσα και στρατιωτάκια αμίλητα, ακούνητα κι αγέλαστα. Αυτό το τελευταίο το παίζαμε υποχρεωτικά όποτε έσκαγε ο Μαγκάρετ, η παρουσία του οποίου στο δρόμο σήμαινε νεκρική σιγή. Δεν ξέρω αν έφταιγε που οι μαμάδες άμα κάναμε αταξίες λέγανε ότι θα φωνάξουν το Χωροφύλακα ή αν ήταν ειδικά του Μαγκάρετ το επίτευγμα, ήταν όμως γεγονός. Κάποια στιγμή πάντως εμφανίστηκαν στο στενό και δύο κοριτσάκια που αντιμετωπίστηκαν με δέος και παγωμάρα από τα υπόλοιπα παιδάκια: οι κόρες του Μαγκάρετ.

Η μικρή ήταν τριών-τεσσάρων χρονών, η μεγάλη κοντά εφτά. Είχε ένα κανονικό ποδήλατο (δηλαδή χωρίς βοηθητικές ρόδες) και έκανε βόλτες πέρα-δώθε στο στενό, χωρίς ωστόσο να ξεμυτάει στην πλατεία, όπου παραμόνευε η κατηφόρα του πλακόστρωτου έτοιμη να καταπιεί παιδάκια και ποδήλατα αντάμα (έτσι μας έλεγαν γενικά). Εγώ δεν ήξερα ποδήλατο, αλλά καμμιά φορά ανέβαινα μαζί με το κοριτσάκι κι έκανα πετάλι μανιασμένα, ενώ εκείνη κρατούσε το τιμόνι. Βέβαια πηγαίναμε μόνο ίσια, καθώς το στρίψιμο ήταν μάλλον περίπλοκη υπόθεση, οπότε μόλις τελείωνε το στενάκι και ξεμυτάγαμε στην πλατεία φρενάραμε υποχρεωτικά, κατεβαίναμε, στρίβαμε το ποδήλατο με το χέρι, ξανανεβαίναμε, και βουρ πάλι για το στενάκι. Το ίδιο γινόταν με τα άλλα παιδάκια, καθώς φαίνεται πως η μικρή εξαγόραζε λίγη-λίγη την αποδοχή τους μέσω μιας βόλτας με ποδήλατο. Ατυχώς ένα βράδι πονηρό που έκανε βόλτες μαζί με την Αργυρώ, έκανε μια στραβοτιμονιά και έπεσε με φόρα. Έβαλε τα χέρια μπροστά να προφυλαχτεί και χτύπησε· αίματα άρχισαν να τρέχουν. Το κοριτσάκι έβαλε τις φωνές:

- Μπαμπάααααααα!!!

Στο άκουσμα της επίκλησης στον απευκταίο Μαγκάρετ, τα υπόλοιπα παιδάκια σκόρπισαν πανικόβλητα. Η Αργυρώ ήρθε και κρύφτηκε στο δικό μας σπίτι, που δεν έδινε και πολύ στόχο. Φοβόταν ότι θα έρθει ο Μαγκάρετ να τη συλλάβει (αντίληψη που ενστερνίζονταν και κάμποσοι ενήλικες, παρεμπιπτόντως, καθώς ο εν λόγω έκοβε βόλτες επί ώρες στο στενό φωνάζοντας και ψάχνοντάς την). Θυμάμαι, ώρες μετά το συμβάν, τη γιαγιά μου να προσπαθεί να την πείσει ότι δεν υπάρχει πλέον κίνδυνος και ότι μπορεί να πάει να κοιμηθεί στο κρεββατάκι της. Ο διάλογος γινόταν υπό το ασθενικό φως της γκαζόλαμπας (δεν είχαμε ρεύμα ακόμα, αλλά θυμάμαι και ότι τα παράθυρα ήταν καλυμμένα με σκούρο μπλε χαρτί για να μη δίνουν στόχο στα υποτιθέμενα αεροπλάνα των Τούρκων μια και θα γινόταν υποτίθεται πόλεμος μετά την εισβολή στην Κύπρο). Μάλλον την παρηγόρησε επαρκώς την Αργυρούλα πάντως, τη σήκωσε από το ντιβάνι και την πήγε συνοδεία στο σπίτι της και τους αγωνιούντες γονείς της.

Κάπως ξεφούσκωσε ο Μαγκάρετ και δε συνέλαβε κανέναν τελικά, οπότε λίγες μέρες αργότερα, με τις δέουσες προφυλάξεις πάντα, αρχίσαμε πάλι να παίζουμε στο στενό, και βρήκαμε και ένα καινούργιο στέκι. Κάτω από τη Χωροφυλακή βρισκόταν το Νηπιαγωγείο, κλειστό φυσικά για καλοκαίρι. Η αυλή μας όμως επικοινωνούσε με την αυλή του Νηπιαγωγείου, από τα παράθυρα του οποίου μπορούσε να δει κανείς διάφορα πράγματα παιδικού ενδιαφέροντος, παιχνίδια, ζωγραφιές και τέτοια. Εμείς βέβαια παίζαμε πόλεμο κυρίως, που ήταν και επίκαιρο θέμα, αλλά τα κορίτσια γκρίνιαζαν γιατί δεν είχαν ρόλο. Οπότε ένα μεσημέρι μαζευτήκαμε και αρχίσαμε να παίζουμε τους γιατρούς και τις νοσοκόμες (εντάξει, μερικοί και τους τραυματίες του πολέμου). Η κόρη του Μαγκάρετ, με επιδέσμους ακόμα στα χέρια από το τροχαίο της, αποφάσισε να παίξει την προϊσταμένη αδελφή νοσοκόμα, δίνοντας εντολές στα άλλα κοριτσάκια. Κάποια στιγμή πήγε να φέρει νερό για το «χειρουργείο», με κάτι γιάλινα μπουκάλια που είχε βρει κάπου. Άνοιξε τη βρύση της αυλής με μια αποφασιστική κίνηση, και το νερό πετάχτηκε με δύναμη, συμπαρασύροντας τα μπουκάλια που έσπασαν με θόρυβο. Σπασμένα γιαλιά πετάχτηκαν εδώ κι εκεί και κάποιο την έκοψε στο πόδι. Αίματα άρχισαν να τρέχουν. Το κοριτσάκι έβαλε πάλι τις φωνές:

- Μπαμπάααααααα!!!

Εξαφανιστήκαμε όλοι σε δευτερόλεπτα προς όλες τις κατευθύνσεις, πηδώντας μάντρες σε πανικό. Μια και το δικό μας σπίτι ήταν το κοντινότερο, κλειστήκαμε μέσα κάμποσοι. Ο Νίκος πρόλαβε και έτρεξε πάνω και τα πρόλαβε στον πατέρα του. Θυμάμαι ότι σκέφτόμουν (και με έπνιγε το δίκιο) ότι τέλος πάντων μόνη της χτύπησε πάλι η βλαμμένη, εμείς δε φταίγαμε τίποτα, αλλά αυτό βέβαια μικρή σημασία είχε ενόψει της οργής του Μαγκάρετ. Πάνω στην ώρα, ακούστηκαν οι φωνές του από την αυλή ανάκατες με τα κλάματα της κόρης. Τον θυμάμαι να πηδάει τη μάντρα κατακόκκινος (το ρέιμπαν στη θεση του) και να βρίζει (μάλλον ήταν η πρώτη φορά που άκουσα τη λέξη «κωλόπαιδα»). Αλλά ως από μηχανής θεός εμφανίστηκε ο καπεταν-Βασίλης, ο πατέρας του Νίκου. Εκείνη τη στιγμή δεν κατάλαβα πολλά από το διάλογο που ακολούθησε, ο οποίος πέρα από την μάλλον ψύχραιμη αφήγηση των πραγματικών περιστατικών περιελάμβανε και μερικές άγνωστες σε εμένα λέξεις όπως «χούντα» και «επιστράτευση».

Αναδρομικά, εικάζω ότι μέσα στην επιχειρηματολογία του καπετάν-Βασίλη πρέπει να ήταν και κάτι σαν «έπεσε η Χούντα, και αυτά που ήξερες να τα ξεχάσεις» ή κάτι σαν «εδώ ο κόσμος καίγεται κι εσύ ασχολείσαι με μπούρδες». Βέβαια ο φουκαράς ο Μαγκάρετ δε φαντάζομαι να ήταν και τίποτα χουντικός, αλλιώς σιγά μην τον στέλνανε στο χωριουδάκι στην άκρη του κόσμου να κυνηγάει τους ανύπαρκτους εγκληματίες. Εικάζω ακόμα ότι το γεγονός πως ο καπετάν-Βασίλης ήταν αρκούντως γεροδεμένος και με κάτι χέρια σαν κουπιά βοηθούσε να ακούγονται τα επιχειρήματά του με μεγαλύτερη ευκρίνεια αν η αντιπαράθεση ξεπερνούσε κάποια όρια.

Δεν τα ξεπέρασε. Με ψαλιδισμένα φτερά ο Μαγκάρετ αποχώρησε μουρμουρίζοντας. Χρειάστηκε αρκετή προσπάθεια για να ξαναπεράσει τη μάντρα στην αντίθετη κατεύθυνση (σε αντίθεση με την ευκολία που την είχε υπερπηδήσει στον ερχομό). Δεν τον ξαναείδα από τότε, ούτε τις κόρες του.

Το υπόλοιπο καλοκαίρι το περάσαμε περιμένοντας τον πόλεμο στο μπαλκόνι, μια και ο Νίκος επέμενε ότι από κει θα έρθουν οι Τούρκοι. Βέβαια έβλεπε δυτικά, σα να λέμε ότι θα ερχόντουσαν από τη Μύκονο, αλλά δε βαριέσαι... Το Σεπτέβρη ξεμπάρκαρε ο πατέρας μου και ήρθε και μας μάζεψε.

Την άλλη χρονιά Μαγκάρετ δεν υπήρχε, έξω από αυτόν της τηλεόρασης. Ρώτησα τα άλλα παιδάκια τι απέγινε ο Μαγκάρετ και οι κόρες του, αλλά δεν ήξεραν να μου πουν. Ύστερα έψαξα να βρω αν είχε κανείς άλλος στη γειτονιά ποδήλατο, αλλά δεν είχε κανείς.

Μας άφηναν όμως πια να κατεβαίνουμε το πλακόστρωτο μέχρι του Τράκα για λουκουμάδες, κι έτσι δεν πείραζε και τόσο.

Σ.Σ. Ο τίτλος είναι η τυπικά καταληκτική φράση κάθε επεισοδίου του σήριαλ, που την απευθύνει ο Μαγκάρετ στο βοηθό του το Ντάνο ενώ απαγγέλει τις κατηγορίες στους συλληφθέντες κακούς. Αν και δεν κάναμε ποτέ παρέα, λόγω απόστασης, ξέρω ένα παιδί στην Ακαμάτρα που ακόμα και σήμερα το φωνάζουνε όλοι Ντάνο, από εκείνη την εποχή.

2/7/11

Stellingen

Μια Heliconius erato του Αμαζονίου (νομίζω) φωτογραφημένη από τον Richard Bartz, από τη wikipedia.

Ο ολλανδικός όρος stellingen μεταφράζεται στα αγγλικά ως statements που στα ελληνικά κατά λέξιν θα σήμαινε «δηλώσεις», αλλά στο πλαίσιο που μας ενδιαφέρει ίσως η καλύτερη απόδοση να είναι «συμπεράσματα». Με το πέρας κάθε ολλανδικής διδακτορικής διατριβής, και ενόψει της εξέτασης, ο υποψήφιος διδάκτωρ καταθέτει εκτός από το κείμενο της διατριβής και ένα ένθετο μιας σελίδας με τον τίτλο stellingen. Στη σελίδα αυτή αναγράφονται επιγραμματικά μια σειρά από συμπεράσματα στα οποία υποτίθεται ότι έχει καταλήξει κατά την πορεία της διατριβής του. Κατά ενδιαφέροντα τρόπο, μόνο τέσσερα από τα εν λόγω συμπεράσματα αφορούν την ίδια τη διατριβή. Επιπλέον τέσσερα οφείλουν να αφορούν το ευρύτερο γνωστικό πεδίο της επιστήμης που θεραπεύει ο υποψήφιος, ενώ από δύο έως τέσσερα ακόμα μπορούν να αφορούν κυριολεκτικά το οτιδήποτε.

Πολλές φορές οι υποψήφιοι δράττονται της ευκαιρίας για να πουν κάτι χαριτωμένο· έχω αναφέρει παρεμπιπτόντως κάποιες τέτοιες δηλώσεις σε μια παλαιότερη ανάρτηση. Θεωρητικά, οι ερωτήσεις που μπορούν να κάνουν οι εξεταστές, πρέπει να περιστρέφονται κατά βάση γύρω από το συγκεκριμένο πίνακα συμπερασμάτων. Φυσικά αυτό δεν γίνεται πάντα, ωστόσο μου έχουν διηγηθεί περιστατικό που οι πρώτοι κατά σειρά ερωτώντες εξάντλησαν ολοσχερώς τα θέματα που είχαν τεθεί σε επιστημονικό πλαίσιο στα συμπεράσματα μιας συγκεκριμένης διατριβής, έτσι που ο φουκαράς ο τελευταίος αναγκάστηκε να διατυπώσει ερώτηση που αφορούσε τον προϋπολογισμό κάποιων κρατιδίων της Καραϊβικής (σημειωτέον ότι το θέμα της διατριβής ήταν βιοχημικού ενδιαφέροντος).

Πριν κάνα δεκαήμερο πάντως που βρέθηκα για μια ακόμα φορά σε παρουσίαση διατριβής, δεν είχα μπει στον κόπο να ρίξω καμμιά ματιά ούτε στο κείμενο ούτε στα stellingen. Τον άνθρωπο που παρουσίαζε δεν τον ήξερα, μου είπανε όμως ότι είχε ξεκινήσει τη διατριβή γύρω στο έτος 2000, και την είχε πρακτικά ολοκληρώσει το 2005, οπότε και αποδέχτηκε μια θέση μεταδιδακτορικού ερευνητή στο Λίβερπουλ, χωρίς ωστόσο να έχει εξεταστεί ακόμα. Μια σειρά από ατυχή γεγονότα ακολούθησαν, και η παρουσίαση (ή ενδεχομένως η συγγραφή, δεν ξέρω) της διατριβής έπαιρνε διαδοχικές παρατάσεις για χρόνια, μέχρι τα μέσα Ιουνίου του 2011. Πολλά είχαν αλλάξει στο μεταξύ· για αρχή, το σύνολο τον επιβλεπόντων καθηγητών είχε παραιτηθεί από το Πανεπιστήμιο του Λέιντεν, και από τα μέλη του εργαστηρίου που ο άνθρωπος ήξερε, δεν ήταν πια κανένας εκεί, εκτός από έναν τεχνικό. Όλοι οι υπόλοιποι είμασταν άγνωστοι σε αυτόν, απλώς οι πιο παλιοί είχαν πληροφορηθεί την ύπαρξή του από αποχωρήσαντες έτι παλαιότερους, και από την αναπόφευκτη συνήθεια των ανθρώπων των εργαστηρίων να γράφουν το όνομά τους πάνω στα πλαστικά σκεύη και τα εργαλεία της δουλειάς ώστε να τα ξαναβρίσκουν. Χρόνια μετά, τα ίδια εργαλεία και σκεύη (αν και σε ξένα χέρια) μαρτυρούν ότι κάποιος με αυτό το όνομα έχει περάσει από κει.

Οπότε αντίγραφα της διατριβής δεν έφτασαν στα χέρια μου, παρά μόνο μέσα στην αίθουσα της Συγκλήτου, λίγο πριν την εξέταση. Έχω περιγράψει στο παρελθόν τη διαδικασία σε δύο διαδοχικές αναρτήσεις (εδώ και εδώ). Τώρα πια δεν μου κάνει καμμιά ιδιαίτερη εντύπωση το τελετουργικό, απλά περιμένοντας να πάει η ώρα ακριβώς παρά τέταρτο και να ξεκινήσει, άρχισα να χαζεύω τα συμπεράσματα. Τα επιστημονικά του ήταν μια χαρά, αλλά κάπως γνωστά πλέον (λογικό, δεδομένου ότι η διατριβή αφορούσε μια έρευνα αρκετά παλιά για τα δεδομένα του χώρου και δημοσιευμένη εδώ κι εκεί ήδη). Τα «γενικής παιδείας» ομοίως, διεκτραγωδούσαν τα βάσανα των ανθρώπων που κάνουν στατιστικές αναλύσεις σε ζωντανούς οργανισμούς (οι οποίοι έχουν την κακή συνήθεια να μην υπακούν στα μοντέλα και να κάνουν του κεφαλιού τους). Με μια ορισμένη απορία, εστίασα σε ένα stelling που πρέπει να ήταν της κατηγορίας «ό,τι να 'ναι».

Έλεγε κάτι σαν «Η επιλογή για την έδρα "Pieter Kooijmans" του Πανεπιστημίου του Λέιντεν δεν τιμά ούτε το Πανεπιστήμιο, ούτε την Ειρήνη, ούτε το Δίκαιο». Ρώτησα με μια σχετική απορία το Βιτσέντσιο που καθόταν δίπλα μου. Προβληματίστηκε κι αυτός με τη σειρά του και ρώτησε παραδίπλα. Του είπαν κάτι (στα Ολλανδικά) και γέλασε. Μου είπε ότι ο κάτοχος της έδρας ήταν ένας μάλλον αντιδημοφιλής πολιτικός, που είχε διατελέσει Υπουργός Εξωτερικών παλαιότερα και κάποια στιγμή Γραμματέας του ΝΑΤΟ. Ρώτησα πώς τον έλεγαν, μου είπε το μάλλον περίεργο όνομα Jaap de Hoop Scheffer. Πάνω στην ώρα μπήκαν οι προεστοί με τις τηβέννους και τα καπελάκια (και μερικοί δευτεροκλασάτοι με φράκο συν την Πορτογαλίδα εργοδότι μου με απλό ταγερ) που αποτελούσαν την επιτροπή των εξετάσεων. Σηκωθήκαμε όρθιοι κατά το κέλευσμα του τελετάρχη. Η πόρτα έκλεισε.

Ο υποψήφιος δέχτηκε πρώτα τις ερωτήσεις των εξωτερικών εξεταστών, που ωστόσο ετύχγανε να είναι ο νυν επιβλέπων του στο Λίβερπουλ και ένας παλιόφιλος από το Καίμπριτζ (με φράκο), συν ένας με τήβεννο μεν αλλά εξίσου παλιόφιλος από το Τσέτσκε Μπουντελοβίτσε, έναν εντομολογικό παράδεισο (παράδεισο για εντομολόγους, όχι για έντομα) κάπου στη Νότια Βοημία. Όλοι επαίνεσαν τη διατριβή και τον υποψήφιο και το πράγμα πήγαινε ρολόι, μέχρι που ο κοσμήτορας (που προεδρεύει στη διαδικασία αλλά κατά κανόνα δεν απευθύνει ερωτήσεις αφού άλλωστε δεν είναι και του αντικειμένου) δήλωσε ότι θα ήθελε να ρωτήσει και αυτός κάτι, σχετικά με ένα stelling.

Οι πιο υποψιασμένοι κοιτάχτηκαν με νόημα, οι πιο ανυποψίαστοι κοιτάξαμε τους υποψιασμένους και όλοι μαζί κοιτάξαμε τον υποψήφιο που είχε πάρει ένα χρωματάκι ελαφρώς ροζ. Ο κοσμήτορας, που κι αυτός είχε κοκκινήσει κάπως, φαίνεται πώς περίμενε αρκετά μέχρι να ξεμπερδέψει με τους φιλοξενούμενους αλλά τώρα δεν κρατιότανε πλέον:

- Τι εννοείτε όταν λέτε ότι η επιλογή της έδρας Pieter Kooijmans δεν τιμά το Πανεπιστήμιο του Λέιντεν;

Ο υποψήφιος ξεκίνησε με την τυποποιημένη ολλανδική προσφώνηση προς τον opponent (με χαμηλή αλλά σταθερή φωνή) και συνέχισε λέγοντας:

- Εννοώ ότι ο κάτοχος της έδρας δεν διακρίνεται για τις ακαδημαϊκές περγαμηνές του· στην πραγματικότητα δεν έχει κανένα απολύτως ακαδημαϊκό έργο. Επίσης δεν έχει διακριθεί σε κανέναν άλλο τομέα, εκτός ίσως από τους βομβαρδισμούς. Ως εκ τούτου, το να κατέχει μια έδρα του Πανεπιστημίου του Λέιντεν που έχει ως αντικείμενο «την Ειρήνη, το Δίκαιο και την Ασφάλεια» είναι εξόχως ειρωνικό. Είναι προφανές ότι ο συγκεκριμένος έγινε κάτοχος της έδρας χάρη στις πολιτικές του διασυνδέσεις· σε κάθε περίπτωση θεωρώ ότι πρόκειται για ντροπή (disgrace) για ένα ακαδημαϊκό ίδρυμα με την ιστορία του Πανεπιστημίου του Λέιντεν.

Ο κοσμήτορας έγινε μελιτζανί, αλλά κοιτάζοντας δεξιά και αριστερά τα απορημένα βλέμματα των ξένων εξεταστών (και τα πνιχτά γελάκια των εντόπιων) αποφάσισε να δώσει τόπο στην οργή και είπε να το κλείσει το θέμα μεγαλοπρεπώς:

- Σε κάθε περίπτωση, κύριε υποψήφιε, πρέπει να ξέρετε ότι δεν είναι σωστό να μπλέκετε την επιστήμη με την πολιτική.

- Συμφωνώ απολύτως μαζί σας, είπε με την ίδια χαμηλή αλλά σταθερή φωνή ο υποψήφιος, και γι' αυτό διατύπωσα αυτή τη θέση. Το Πανεπιστήμιο δεν θα έπρεπε να μπλέκει την επιστήμη με την πολιτική δίνοντας έδρες σε ανθρώπους χωρίς ακαδημαϊκές περγαμηνές αλλά με πολιτικές διαδυνδέσεις και μόνο, όπως ο εν λόγω.

Κάτι πνιχτά γελάκια ακούστηκαν. Ο κοσμήτορας ξεροκατάπιε αλλά δεν είπε τίποτα άλλο. Έδωσε το λόγο στην Πορτογαλίδα, που όπως συνήθως ζήτησε από έναν εκ των παρανύμφων να διαβάσει ένα απόσπασμα της διατριβής. Ο ένας παράνυμφος ήταν άρρεν και Ολλανδός, η άλλη ήταν θήλυ και Ινδή μάλλον (κρίνοντας από τα χαρακτηριστικά της και το χρυσόμαυρο σάρι που φορούσε ως επίσημο ένδυμα). Ο κλήρος έπεσε βέβαια στον Ολλανδό, που διάβασε το απόσπασμα και έδωσε την πάσα για την επόμενη ερώτηση. Μετά ήταν η σειρά των ιθαγενών να ρωτήσουν, η ατμόσφαιρα όμως ήταν τόσο φιλική πλέον που μετά από λίγη ώρα απλώς περίμεναν τον τελετάρχη να μπει. Κάποτε η πόρτα άνοιξε (Hora est) και ο υποψήφιος έλαβε τον πάπυρό του δόξη και τιμή. Ο ουσιαστικός επιβλέπων του έπλεξε το εγκώμιο με ένα εκτενές λογύδριο, μη παραλείποντας να αναφερθεί στην ακτιβιστική δράση του υποψηφίου στα πλαίσια των δραστηριοτήτων της Greenpeace (κάτι που για κάποιο λόγο δε με εξέπληξε καθόλου).

Πήγαμε όλοι μαζί για μια μπύρα μετά και βρήκα την ευκαιρία να συγχαρώ τον υποψήφιο διά ζώσης, καθώς και να πω στην Ινδή παράνυμφο πόσο συμπαθητικός είναι ο φίλος της. Με κοίταξαν λίγο παράξενα και οι δύο, καθώς προφανώς δε με είχαν ξαναδεί ποτέ. Βέβαια δεν ήμουν ο μόνος, είμασταν μια μάλλον ετερόκλητη παρέα Άγγλων, Τσέχων, Πορτογάλων, Τούρκων, Ελλήνων και Ολλανδών (χώρια η Ινδή), που μιλούσε για πεταλούδες και πολιτική, προς ιδιαίτερη απορία του μουστακοδεμένου μπάρμαν. Με τούτα και με κείνα η ώρα πέρασε, και ξέχασα να ρωτήσω το νέο διδάκτορα για ένα ακόμα stelling που μου κίνησε το ενδιαφέρον, καθώς φαινόταν να περιλαμβάνει μια έννοια μάλλον δυσπρόσιτη, αν όχι άγνωστη, στην Ολλανδία· αυτή του χιούμορ. Συγκεκριμένα, έλεγε:

«Σε αντίθεση με αυτό που πολλοί νομίζουν, μια πεταλούδα που χτυπάει τα φτερά της στον Αμαζόνιο το πιθανότερο είναι να πνιγεί ή να τη φάει κανένα ποταμόψαρο.»

Αλλά έφυγα χωρίς να ρωτήσω. Δε βαριέσαι, την επόμενη φορά...


Σ.Σ. Για την ιστορία, το πέταγμα της πεταλούδας στον Αμαζόνιο είναι αναφορά στη ρήση "Does the flap of a butterfly’s wings in Brazil set off a tornado in Texas?" και στη συνακόλουθη παρερμηνεία της σε αυτό που λέμε "popular culture" ως Butterfly effect.

Δεν θα κατέφευγα και πάλι στα ολλανδικά πανεπιστημιακά ήθη για να αναρτήσω κάτι αν δε με γαργάλαγε για πολλοστή φορά η ηγεσία του καθ' ημάς Υπουργείου Παιδείας και μερικών άλλων πραγμάτων, που με τον νέο υπό κατάθεση νόμο περί Ανώτατης Εκπαίδευσης, εισάγει στα ελληνικά ακαδημαϊκά πράγματα την έννοια της έδρας με χορηγό, όπως ας πούμε η έδρα Κόκκαλη στο Χάρβαρντ ή η Pieter Kooijmans Chair for Peace, Law and Security του Λέιντεν. Ο
Pieter Kooijmans , πρώην Υπουργός Εξωτερικών της Ολλανδίας (ακριβώς πριν τον Jaap de Hoop Scheffer αν κατάλαβα καλά), και αργότερα δικαστής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, έχει δώσει το όνομά του στην έδρα που κατέχει τώρα ο εν λόγω Jaap. Την εποχή που ο τελευταίος ήταν Γραμματέας του ΝΑΤΟ, η συμμαχία είχε εμπλακεί σε μια σειρά από πολέμους στο Αφγανιστάν και το Ιράκ που ξεσήκωσαν ικανή αντίδραση ακόμα και στην έδρα της, την Ολλανδία. Το stelling του υποψηφίου διδάκτορος είναι μακρινός απόηχος αυτής της αντίδρασης.

Βέβαια ομολογώ ότι δυσκολεύτηκα να καταλάβω πώς το συγκεκριμένο stelling έφτασε μέχρι την ώρα της εξέτασης, καθώς από ό,τι μου έχουν πει οι συγκεκριμένες δηλώσεις υποβάλλονται και ελέγχονται σχολαστικά πριν. Ρώτησα λοιπόν την επομένη πώς το άφησαν να περάσει, αλλά μου εξήγησαν ότι ο έλεγχος δεν αφορά την ουσία του κάθε stelling αλλά τον τύπο, συν έναν επιπλέον έλεγχο (ειδικά στο Λέιντεν) που διασφαλίζει ότι «δεν λέγεται ποτέ τίποτα αρνητικό σε σχέση με τη βασιλική οικογένεια».

Εμείς ως χώρα αυτό το τελευταίο το έχουμε ξεπεράσει· χάρη στις άοκνες προσπάθειες της πολιτικής ηγεσίας της χώρας και του Υπουργείου Παιδείας κλπ., ετοιμαζόμαστε τώρα να ξεπεράσουμε και μερικές ακόμα μικρολεπτομέρειες που διατηρούν οι κουτόφραγκοι (τα ανεξάρτητα Τμήματα π.χ., την ελευθερία της σκέψης και έκφρασης πάνω στην οποία εδράζεται η έννοια του ασύλου, ίσως και την ίδια την Ανώτατη Εκπαίδευση ως οιονεί αυτόνομο χώρο, μη υποκείμενο στην Εκτελεστική Εξουσία).

Ναι, ξέρω, ψιλά γράμματα...