ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


19/12/10

Hora est

Άποψη του πανεπιστημιακού κτιρίου όπου βρίσκεται η αίθουσα της Συγκλήτου στην Rapenburg του Λέιντεν. Φωτογραφία Gill Steenvoorde από το flickr.

Ενόψει της promotie της Μάικε (που λέγαμε εδώ) φρόντισα να είμαι στην ώρα μου - το δις εξαμαρτείν ουκ ανδρός σοφού. Τη μέρα εκείνη έβρεχε μανιασμένα από το πρωί, αλλά αυτό δε με εμπόδισε να διαβώ την πόρτα του κτιρίου της Rapenburg που στεγάζει την αίθουσα της Συγκλήτου (όπου και γίνονται οι εξετάσεις των διατριβών) αρκετή ώρα πριν από την καθορισμένη. Τα πράγματα έγιναν σύμφωνα με την εθιμοτυπία που ήδη ήξερα, αλλά ορισμένες μικρές λεπτομέρειες μπόρεσα να τις εντοπίσω μόνο βλέποντας τα πράγματα από κοντά.

Είχα ήδη από ημερών επισημάνει στους συναδέλφους (όπως και στο κοινό του ιστολογίου) το πόσο η όλη διαδικασία θύμιζε κάποιες θρησκευτικές τελετουργίες, χώρια η αίθουσα της Συγκλήτου με τα πορτραίτα των ανά τους αιώνας πρυτάνεων και κοσμητόρων (νομίζω). Η Πατρίτσια, η Πορτογαλίς εργοδότις μου, επεσήμανε ότι όλοι οι εικονιζόμενοι είναι άρρενες. Η κοπέλα είναι λίαν ευαίσθητη σε θέματα διακρίσεων λόγω φύλου (θα έχει τους λόγους της, φαντάζομαι, μετά από δέκα χρόνια και βάλε θητείας, ξένη κιόλας, στο ολλανδικό ίδρυμα) και δεν είχα κανένα λόγο να αμφισβητήσω τα λεγόμενά της. Μόλις όμως βρέθηκα στην αίθουσα βάλθηκα να κοιτάω τους τοίχους με τα πορτραίτα, πασχίζοντας να πετύχω και καμιά γυναικεία μορφή ανάμεσα στους βλοσυρούς προφέσορες που διοίκησαν το Πανεπιστήμιο από το 1574 μέχρι σήμερα.

Δεν είχα ολοκληρώσει την επιθεώρηση όταν μπήκε στην αίθουσα η Μάικε (η εξεταζόμενη υποψήφια διδάκτωρ της ημέρας) συνοδευόμενη από τους παρανύμφους της, τον δίμετρο Σουηδό και τον ελάχιστα πιο κοντό Ολλανδο-Κολομβιανό. Παρόλο το δεκάποντο και βάλε τακούνι, η μικροκαμωμένη Μάικε έμοιαζε σαν παιδάκι ανάμεσα στα θηρία. Ήταν όμως ωραία - και το αιθέριο ξανθό κεφάλι της έκανε χτυπητή αντίθεση με τη γενική μαυρίλα της αίθουσας, χώρια το μαύρο αυστηρό ταγέρ. Πρόσεξα ότι τα κουστούμια των παρανύμφων ήταν τύπου φράκο (το ψαλιδόκωλο που έλεγαν οι Ρωμιοί το πάλαι ποτέ) και όχι σμόκιν όπως νόμιζα παλαιότερα). Νύμφη και παράνυμφοι πήραν τις θέσεις τους στη μία πλευρά του τραπεζιού.

Συνέχισα να περιεργάζομαι τα πορτραίτα, μέχρι που το μάτι μου κόλλησε σε ένα που δεν ταίριαζε με τα υπόλοιπα. Δεν έβλεπα και πολύ καλά λόγω προβληματικής αντιστοίχισης μυωπίας και γιαλιών, οπότε καλού κακού ζήτησα τη βοήθεια της Μπάρμπαρα, της κοπέλας που καθόταν δίπλα μου:

- Γυναίκα είναι αυτό;
- Ποιο; ρώτησε η Μπάρμπαρα παραξενεμένη.
- Εκείνο το πορτραίτο, εκεί, έδειξα με το δάχτυλο.

Η κοπέλα επιθεώρησε το πορτραίτο και διάβασε και τη συνοδευτική λεζάντα.

- Ναι, γυναίκα. Καθηγήτρια Ελληνικών.

Και συμπλήρωσε:

- Αρχαίων ελληνικών, φαντάζομαι. Αλήθεια, εσύ μιλάς αρχαία ελληνικά;

Το παιχνιδιάρικο ύφος της πρόδιδε μια ορισμένη δυσπιστία. Της εξήγησα (με κάποια ενδόμυχη ευχαρίστηση, ομολογουμένως) ότι φυσικά δεν μιλάω αρχαία ελληνικά, αλλά μπορώ να καταλάβω κείμενα αλεξανδρινής εποχής, δύο χιλιάδων χρόνων, χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα. Με πιο κλασικά κείμενα, Θουκυδίδη, τραγωδίες κλπ., έχω αρκετά προβλήματα, με τις μη ιωνικές διαλέκτους πολύ σοβαρά προβλήματα, και από Όμηρο μόνο σκόρπια καμμιά λέξη πιάνω πού και πού. Μπορώ όμως να διαβάσω την Αγία Γραφή στο πρωτότυπο (βέβαια βοηθάει να έχεις και μια νεοελληνική απόδοση δίπλα στο πρωτότυπο κείμενο, αλλά αυτό δεν της το είπα). Μου είπε ότι είχε κάνει αρκετά χρόνια ελληνικά στο σχολείο, αλλά ίσα που αναγνώριζε τα γράμματα και διάβαζε μερικές λέξεις. Της είπα συγκαταβατικά ότι είναι πιο απλό για κάποιον που τα έχει ως μητρική γλώσσα, έστω και στη σύγχρονη μορφή τους. Είχα κάνει βέβαια και λίγα αρχαία στο Λύκειο (δυο χρόνια μόνο, πρωτοδεσμίτης γαρ).

Πάνω στη ώρα σηκωθήκαμε όρθιοι διότι εμφανίστηκε η επιτροπή εξέτασης, καθοδηγούμενη από τον τελετάρχη-γραμματέα του πανεπιστημίου: επτά κύριοι με τηβέννους και δύο κυρίες άνευ, η Πατρίτσια και μία προσκεκλημένη συνάδελφος εκ Φινλανδίας. Προς μεγάλη μου έκπληξη, οι δύο κυρίες έσπαγαν τη γενική μαυρίλα· η μεν Πορτογαλίς με ένα απλό και διακριτικό γκρι-ραφ πλεκτό μπλουζάκι πάνω από το μαύρο υπόλοιπο, αλλά η Φινλανδή με μια πολύχρωμη μπλούζα με άπειρες ζωγραφισμένες πεταλούδες, σε απόλυτη αρμονία με το θέμα της διατριβής της Μάικε, αλλά σε χτυπητή αντίθεση με το υπόλοιπο σκηνικό. Φαντάστηκα τον τελετάρχη να αλλάζει τριάντα χρώματα βλέποντας την προσκεκλημένη επιστήμονα με τα χίππικα, αλλά από το λίγο που τη γνωρίζω έχω την εντύπωση ότι αν της έλεγαν ότι η μπλούζα της είναι ακατάλληλη για το τελετουργικό δεν θα είχε ιδιαίτερο πρόβλημα να τη βγάλει και να κάνει την εξέταση με τα εσώρουχα, κάνοντας το τελετουργικό μία χόρτα. Ξαναφαντάστηκα τον τελετάρχη να κάνει την καρδιά του πέτρα και να καταπίνει με δυσκολία τη δίκαιη οργή του υπό τα όμματα των μαυροντυμένων αγίων του ιδρύματος στους τοίχους. Η επιτροπή πήρε τη θέση της στην απέναντι πλευρά του τραπεζιού, υποψήφια, παράνυμφοι και κοινό κάθησαν, ο τελετάρχης μας κλείδωσε μέσα και βγήκε.

. . .


Σαρανταπέντε λεπτά αργότερα, ως από μηχανής θεός ο τελετάρχης βρόντηξε την πόρτα, μπούκαρε μέσα και ανακοίνωσε:

- Hora est!

Ο κοσμήτορας κύρηξε τη διαδικασία περαιωμένη προς μεγάλη ανακούφιση της Μάικε που είχε ζοριστεί κάπως και αν και εκ του φυσικού ήδη ωχρή, είχε φτάσει να γίνει κάτι στο χρώμα του χιονιού. Η επιτροπή αποχώρησε προς διαβούλευση, το κοινό σχολίασε κάτι ανάμεσα σε «άντε, πάει κι αυτό» και «είδες τη μπλούζα με τις πεταλούδες;» και μετά τελετάρχες και επίτροποι, συγγενείς και φίλοι και συνάδελφοι, την ανακυρήξαμε Δόκτωρα μετά βαΐων, κλάδων και περγαμηνής και πήγαμε παραδίπλα για ένα ποτάκι μέσα στη βρόχα. Πριν φύγουμε όμως, φρόντισα να ρίξω μια ματιά (τελευταία, εικάζω) στην αίθουσα της Συγκλήτου, και πλησίασα το πορτραίτο της καθηγήτριας των ελληνικών που ήταν εν τέλει η μοναδική εκπρόσωπος του γυναικείου φύλου στο χώρο. Τελικά δεν δίδασκε αρχαία, αλλά νέα ελληνικά· για την ακρίβεια κατείχε την έδρα ελληνικών και βυζαντινών σπουδών μεταξύ 1929 και 1955. Και αστεία αστεία, η μόνη γυναίκα συγκλητικός που ιστορείται στο συναξάρι του Λέιντεν έως και σήμερα, λεγόταν Σοφία Αντωνιάδη. Ελληνίδα.

Μια μάλλον προπολεμική (αχρονολόγητη πάντως) φωτογραφία της Σοφίας Α. Αντωνιάδη (1895-1972), της πρώτης στα χρονικά καθηγήτριας (μεταξύ των ετών 1929 και 1955) του Πανεπιστημίου του Λέιντεν, από την ιστοσελίδα του Πανεπιστημίου.

Δεν την είχα ακουστά, αλλά μετά έψαξα λίγο εδώ κι εκεί στο διαδίκτυο και εντόπισα μια συνέντευξή της (γύρω στο 1955 μάλλον), σε μια φάση που έφευγε από το Λέιντεν για να εγκατασταθεί στη Βενετία, όπου χρημάτισε διευθύντρια (η πρώτη) του Ινστιτούτου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών, μέχρι το 1966. Αν και η συνέντευξη είναι στα Ολλανδικά, με λίγο γκουγκλομεταφραστή συνήγαγα ότι από το Λέιντεν της άρεσαν η Rapenburg και τα κανάλια (που δε θα τα εστερείτο φυσικά καθόλου στη Βενετία) και δεν της άρεσε ο καιρός (πράγμα που καθόλου δε με εκπλήττει, ομολογουμένως). Επίσης, προφήτεψε ότι τα πορτραίτα και άλλων πολλών γυναικών θα κοσμούσαν την αίθουσα της Συγκλήτου, προφητεία εισέτι ανεκπλήρωτη. Τέλος, στην ερώτηση πώς τη δέχτηκαν οι άρρενες συνάδελφοι, απαντάει με χιούμορ ότι εφόσον δεν ήταν Ολλανδέζα, δεν είχαν ιδιαίτερο πρόβλημα· άλλωστε τους φαινόταν πιο φυσικό να κατέχει την έδρα των ελληνικών κάποιος που τα έχει ως μητρική γλώσσα, έστω και γυναίκα. Το επιχείρημα κάτι μου θύμισε.

Το βράδι που μαζευτήκαμε να ξαναματαπιούμε, διηγήθηκα στη Πατρίτσια τις ανακαλύψεις μου. Δεν εντυπωσιάστηκε· μου σχολίασε μάλλον αρνητικά την πατροπαράδοτη ολλανδική ακαδημαϊκή συνήθεια οι γυναίκες να κάθονται σπίτι και οι άντρες να κάνουν καριέρα. Η κουβέντα γρήγορα ξέφυγε και πήγε στο βρωμόκαιρο που το είχε γυρίσει σε χιόνι απότομα, τη δουλειά που δεν προχωράει γρήγορα, το ενδεχόμενο να την κάνουμε με ελαφρά πηδηματάκια για αλλού (ως εργαστήριο) σχετικά σύντομα, και τις επερχόμενες διακοπές των Χριστουγέννων. Με ρώτησε πού σκόπευα να τις περάσω.

- Hora est, είπα, αλλά με δύο έννοιες.
- Δηλαδή;

Της εξήγησα ότι σημαίνει μεν «ήρθε η ώρα» αλλά θα μπορούσε και να σημαίνει (λανθασμένα, ως λογοπαίγνιο δε μεταξύ ελληνικών και λατινικών) «είναι μια χώρα».

- Κατάλαβα, μου είπε, πας στην Ελλάδα.

Ύστερα ήπιαμε στην υγεία της Δόκτορος Μάικε και όλων των αφρικανικών πεταλούδων. Όταν βγήκα έξω, το χιόνι το είχε στρώσει για τα καλά.

Ήταν ώρα, αναμφίβολα.


Σ.Σ. Η αιφνίδια ανακάλυψη της μοναδικής γυναίκας συγκλητικού του Λέιντεν με ξεστράτισε από την αρχική πρόθεσή μου να αναφερθώ στην ταινία μικρού μήκους "Diecyclus" που συν-παρήγαγε και συν-σκηνοθέτησε το δίδυμο των παρανύμφων προς τιμήν (αλλά και εν αγνοία) της Μάικε. Στην ταινία, ο Πωλ, ένας μοχθηρός καθηγητής πανεπιστημίου στο Λέιντεν, στέλνει στην Αφρική μια νεαρά υποψήφια διδάκτορα ονόματι Μάικε για να φέρει στο εργαστήριο κάποιες αφρικανικές πεταλούδες, ανάμεσα στις οποίες κρύβεται ένα πολύ επικίνδυνο και θανατηφόρο είδος. Η Μάικε εκπληρώνει την αποστολή της, αλλά μια σειρά από περίεργα περιστατικά αναστατώνουν την ακαδημαϊκή ζωή. Μια συνεργαζόμενη επίκουρη καθηγήτρια ανευρίσκεται εγκλωβισμένη σε ένα πεταλουδοτροφείο, ένας υποψήφιος διδάκτωρ βρίσκεται πνιγμένος σε μια κουταλιά νερό, ένας άλλος βρίσκεται νεκρός από υπερβολική δόση φερομονών, ένας Σουηδός πεταλουδοσυλλέκτης καρφιτσώνεται μέχρι θανάτου, το λοιπό προσωπικό διαδοχικά πεθαίνει από ηλεκτροφόρηση ή άλλες αιτίες αιφνιδίου θανάτου. Η Μάικε αντιλαμβάνεται ότι υπάρχει ένα είδος πεταλούδας-δολοφόνου που ο μοχθηρός Πωλ θέλει να χρησιμοποιήσει για να καταστρέψει τον κόσμο, και δίνει μια μάχη μέχρις εσχάτων για να σώσει τον πλανήτη. Τότε ο Πωλ την απειλεί με το σκληρό και αμείλικτο δίλημμα ότι αν εξολοθρεύσει τις πεταλούδες και σώσει τον πλανήτη, διδακτορικό δε θα πάρει ποτέ, καθότι θα μείνει χωρίς θέμα διατριβής. Η ηρωΐδα όμως καταφέρνει και να σώσει τον κόσμο και να κάνει διδακτορικό με τη βοήθεια ενός άλλου επιβλέποντος, με παράπλευρες απώλειες ένα πλήθος πτωμάτων που οι πεταλούδες-δολοφόνοι σπέρνουν στο πέρασμά τους.

Η ταινία είναι στην πραγματικότητα ένα low budget θρίλερ, ή μάλλον ταινία τρόμου με στριγγλιές, αίματα, και φοβερό σασπένς. Στην πρώτη δημόσια προβολή της ωστόσο, στο επινίκιο πάρτυ της Μάικε, το υποψιασμένο κοινό κατά βάση ξεσπούσε σε τρανταχτά γέλια, αλλά αυτό φαντάζομαι οφειλόταν στο ότι απουσία πραγματικής Μάικε, τον αντίστοιχο ρόλο νεαράς αιθέριας ύπαρξης είχαν αναλάβει κάτι δίμετροι (ενίοτε μουσάτοι) τύποι με κόκκινη περούκα, στο ρόλο του μοχθηρού Πωλ έπαιζε ο natural born killer κανονικός Πωλ (που είναι ίσως η πλέον καλοκάγαθη φάτσα που κυκλοφορεί στα ολλανδικά και βρετανικά πανεπιστήμια), στην ανακάλυψη ότι μια μικροκαμωμένη Πορτογαλίδα επίκουρη καθηγήτρια όντως χωράει (αν τη διπλώσεις καλά) σε έναν κλωβό πεταλούδων μισού μέτρου ώστε να παίξει τον απαιτητικό ρόλο της tiny Patricia, και σε μερικά ειδικά εφέ χάρη στα οποία διάφορα καταματωμένα πτώματα ξεφύτρωναν εδώ κι εκεί στο εργαστήριο.

Θα ήθελα να αναφερθώ ειδικά στη συμβολή Έλληνος ερευνητή (και περιστασιακού μπλόγκερ) σε ρόλο πτώματος (άλλωστε κάπως έτσι ξεκίνησε την καριέρα του ο Κέβιν Κόστνερ, ως πτώμα στο The Big Chill), αλλά θα περιοριστώ να αναφέρω για τυχόν ενδιαφερόμενους ότι στο σινεμά ο θάνατος έχει γεύση κέτσαπ. Λίγο μπαγιάτικου ίσως, αλλά τι να κάνεις...

10 σχόλια:

Idom είπε...

"Τα ράσα δεν κάνουν τον παπά, αλλά ο παπάς πρέπει να φοράει ράσα."
Ή μήπως όχι; Μήπως φταίει η ολιγοπιστία τού υποψήφιου ποιμνίου;
Αλλά οι παπάδες πρέπει να τσιμπάνε σε αυτό;

Το θυμάμαι αυτό κάθε φορά που τίθεται θέμα αυστηρού πρωτόκολλου και τελετουργίας. Προς τα οποία εγώ έχω μία αλλεργία (συγγενή ή επίκτητη; - θα σάς γελάσω). Ιδιαίτερα όταν περιλαμβάνουν στολές: μανδύες, σειρήτια, περίεργα καπελάκια, γουνάκια...
Από κάτω χάσκει συνήθως ένα πελώριο, αβυσσαλέο κενό.

Idom

kukuzelis είπε...

Ψάχνοντας, εξαιτίας του ποστ, μια ιστοσελίδα του πανεπιστημίου Ιωαννίνων βρήκα κάποια Σοφία Αντωνιάδη, που έζησε από το 1895 έως το 1972. Και με ένα κλικ ανακάλυψα λίγα δημοσιεύματά της. Πολύ πιθανόν να είναι η δική σου. Μάλλον σίγουρα είναι η δική σου, διότι βλέπω κι ένα άρθρο της στα ολλανδικά.

Idom είπε...

Με εντυπωσιάζει η μεγάλη ανάγκη των ανθρώπων να "κουβαλάνε" μαζί το "σπίτι" τους ακόμα και όταν μεταναστεύουν.
Με εντυπωσιάζει η ανάγκη τους να κουβαλάνε και να στηρίζονται και να επιδεικνύουν την ιστορία τους.

Η περίπτωση με τα βλοσυρά κάδρα στον τοίχο είναι εξ ίσου φαιδρή με την εδώ αρχαιοπληξία μας.
Εκείνοι έχουν την σιγουριά τής άμεσης συνέχειας με το εκτές, εμείς καυχιόμαστε για τα μεγαλύτερα κλέη τού προπροκτές.

Πάντως τις βαθύτερες ταυτοποιημένες ρίζες τις έχουν κάποιοι Κινέζοι, που είναι απόγονοι τού Κουμφούκιου. (Το γράφει ο κατάλογος Γκήνες.)

Όσο για την φαλλοκρατία δεν περίμενα να την ακούσω για τους Ολλανδούς. Σίγουρα έχεις επαρκές δείγμα; Μήπως είσαι μπάιασντ;

Idom

Τηρίματα είπε...

Καλές γιορτές, λοιπόν. Κάτι χιόνια βλέπω στας Ευρώπας. Ελπίζω να πρόλαβες.

Β. είπε...

Κύριε Κουκουζέλη, όντως αυτή είναι (όχι "δικιά μου" βέβαια...). Καλώς μας βρήκατε.

Idom, να υποθέσω ότι δεν έχετε φορέσει τήβεννο ποτέ, ε; Τόση σιχασιά πιά στα τυπικά... Αν και το όλο σκηνικό μου φάνηκε αστείο, άλλο η διατήρηση μιας παράδοσης και άλλο η αρχαιοπληξία (δηλαδή η εφεύρεση μάλλον ενός ένδοξου παρελθόντος και η ταύτιση με αυτό). Ελπίζω πάντως να μην αναφέρεστε στις (περιορισμένες) γνώσεις αρχαίων ελληνικών μου ως αρχαιοπληξία. Περί ολλανδικής φαλλοκρατίας δεν έχω προσωπική άποψη, απλά μεταφέρω το πορτογαλικό consensus.

Δρ, στο τσακ ηπόσωσα...

Idom είπε...

@ Β.

Όχι, όχι, σε καμία περίπτωση δεν πήγαινε σε σένα η πετριά για την προγονοπληξία. Έχουμε μπόλικους βουλευτάδες και νομάρχες και επίδοξους τσουτσουλομύτηδες, ώστε να είναι σίγουρο ότι εννοώ εκείνους... και άλλους.
Μάλιστα σε ψιλοζηλεύω που καταφέρνεις το ψιλοαρχαίο κείμενο τής Βίβλου. Εγώ δυσκολεύομαι, έως ... παρατήσεως.
Αντίστοιχα βέβαια, θα ήθελα να γνωρίζω Ιταλικά, Ρώσικα και άλλες εξωτικές γλώσσες.

Διαφωνώ κάπως με τον ορισμό σου τής αρχαιοπληξίας: "η εφεύρεση μάλλον ενός ένδοξου παρελθόντος...".
Νομίζω ότι και πραγματικά ένδοξο αν είναι το παρελθόν, η κακή κατάχρησή του μπορεί να συνιστά προγονοπληξία.

Δεν ήθελα να φανώ απόλυτος στην κρίση μου κατά των "τυπικών". Κάποιες φορές μού αρέσουν, με συνεπαίρνουν και τα αγαπάω. Αλλά κατά μέσο όρο είμαι αρνητικός.
Πάντως ναι, μία φορά - όσο θυμάμαι - είχα φορέσει τήβεννο. Και μία φορά είχα ντυθεί πειρατής αλλά δεν μετράει, γιατί ήταν Απόκριες!

Idom

Idom είπε...

Συγχαρητήρια για το έργο!
Και το σενάριο - τρελός επιστήμονας προσπαθεί να καταστρέψει τον κόσμο! - βγαλμένο απ' τη ζωή!

Δεν πολυκατάλαβα, εσύ μόνο ένα από τα πτώματα έκανες;

Ο ολλανδικός κινηματογράφος έχει παράδoση στις μπι-μούβηζ υπερφυσικού τρόμου. Βλέπε και Βερχόφεν.

Σεξ είχε; Γυμνό; Ή μόνο κέτσαπ σπλάτερ;
Πότε θα το ιδούμε ημείς αι επαρχιώται;

Idom

Β. είπε...

Ε, αφού δεν είμαι βουλευτής και νομάρχης τη γλυτώνω... Όσο για τη Βίβλο, προφανώς πρέπει και σε "ιντριγκάρει" λίγο το κείμενο να πας παρακάτω - η αλήθεια είναι ότι με τα Ευαγγέλια που έχουν ροή τα πάω καλύτερα από ό,τι με τις Επιστολές που είναι κάπως στατικές... Δε βαριέστε, γούστα...

Διευκρινίζω, αν δεν είναι αρκετά σαφές από τη διατύπωση, ότι δε λέω ότι δεν είναι ένδοξο το παρελθόν, η "εφεύρεση" αφορά τη δική μας ταύτιση μαζί του (εσείς στον Πελοποννησιακό πόλεμο με ποιους είσαστε;).

Εγώ ένα πτώμα έκανα, αλλά κάνω φυσικά για πολλά παραπάνω... Ο Βερχόφεν τα πιο σπλάτερ τα έκανε στις ΗΠΑ, οι ολλανδικές του ταινίες (π.χ. ο 4ος άνθρωπος) είναι πιο "εσωτερικά" τρομώδεις. Η δική μας ταινία πάντως είναι Σουηδο-ολλανδική συμπαραγωγή με κολομβιανή συνιστώσα, άρα ολίγος Μπέργκμαν θα ήταν πιο χαρακτηριστική επιρροή (αλλά πούντος;)

Σεξ υπάρχει άφθονο στην ταινία - υψηλά ερωτικά βάιμπς. Αλλά μεταξύ πεταλούδων, μάλλον...

Μόλις αναρτηθεί σε δημόσιο χώρο θα σας ενημερώσω.

ολα θα πανε καλα... είπε...

καλά Χριστούγεννα,κύριε Ροβιθέ.

Β. είπε...

Καλή χρονιά, Γωγούλα (στην Ικαρία είμαστε λίγο βραδείς σε μερικά πράγματα...)