ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


31/1/10

Ονειρεύτηκα τους ανοιξιάτικους κάμπους... (Τ. Α.)

Επιτρέψτε μου να σας περιγράψω το Χωριό, το χωριό μου – γιατί εκεί γεννήθηκα, όπως το ξαναείδα με τα μάτια της ψυχής μου.

Ήταν όμορφο. Όμορφο. Ίσως το χρωστούσε σε ευλογία, ίσως σε μαγικό όμως έλαμπε· άνθιζε σε μια πεδιάδα, έμοιαζε από μακριά να υψώνεται πάνω από αυτήν σαν προσευχή, σαν να είχε συνομιλία από καιρό με τον Ουρανό.

Είχε ωραία σπίτια, κτισμένα από πέτρα και ξύλο, μικρά και μεγάλα, χρωματισμένα με πολύχρωμους πεσσούς και ρόδινες πόρτες, παράθυρα και στέγες. Οι κήποι τους ήταν στολισμένοι από πέργκολες, τραπεζάκια και καθίσματα λογιών-λογιών, παιχνίδια των παιδιών αφημένα και πολλά πράγματα που στους κατοίκους άρεσε να μαστορεύουν και να δωρίζουν μεταξύ τους: αγάλματα, ανεμοδείκτες, εφευρέσεις που σπάνια χρησιμοποιήθηκαν αλλά ήταν λεπτεπίλεπτες και παράξενες... Οι δρόμοι αλλού φάρδαιναν για να χωρούν τα αμάξια και τις πομπές των γιορτινών ημερών και αλλού στένευαν και φιδογύριζαν εμπρός από περβάζια και ανθισμένα πεζούλια. Τα κτίσματα, όπου οι άνθρωποι συγκεντρώνονταν για τις γιορτές, τις συλλογικές εργασίες και την ανάγκη, ξεχώριζαν από το ύψος και τις ανάγλυφες ζωγραφιές που κοσμούσαν τα αετώματα. Τα πιο σπουδαία ήταν τριγυρισμένα με κίονες.

Παντού υπήρχαν δέντρα. Στο Χωριό υπήρχαν δύο αλέες που ξανοίγονταν σε μια μεγάλη πλατεία. Στο κέντρο της δέσποζε ένα από τα τελευταία Αρχαία δέντρα. Άνθιζε σε καθορισμένη διαδοχή ετών και τότε εμείς απλώναμε ασημιά δίχτυα και μαζεύαμε τα λουλούδια που μας έριχνε και τα μοιράζαμε στα παραγώνια.

[...] Ο αέρας έπνεε καθαρός στο χωριό μου, ακόμα και το χειμώνα που θέριευε σε δρολάπι και παράσερνε μικρές πέτρες, ακόμα και τότε ηχούσε νεογέννητος.

Μακριά φαινόταν το δάσος, πράσινο – δεν υπάρχει σήμερα τέτοιο χρώμα στον κόσμο ή δεν το βλέπουμε, μαντεύεται μόνο στα νέα βλαστάρια των γιγάντιων δέντρων – ζωντανό, έπαλλε. Ο ταξιδιώτης μπορούσε από μακριά να αισθανθεί τον ημερήσιο κύκλο της ανάσας του και αν έμενε λίγο μέσα σε αυτό, ένιωθε από τα ακροδάκτυλά του να αναβλύζει στο σώμα του ο σιγανός ψίθυρος του δάσους που το βράδυ ξάνοιγε σε ένα πλατύ μουρμουρητό. Αυτό το λέγαμε «η μουσική των δέντρων».

Το ποτάμι που κυλούσε στα δυτικά – από τα βόρεια προς τα νότια – ήταν κρυστάλλινο. Μη νομίσετε ένα χαρούμενο, μικρό ρυάκι – όχι, ήταν αληθινό ποτάμι, βαθύ και αν ο όγκος του δεν φάνταζε μεγάλος, είχε όλες τις μαγείες ενός ποταμού. Σε πολλά σημεία σχημάτιζε μικρούς καταρράκτες – δεν χόρταινα να μετράω το φως να διαθλάται στους αφρούς που ύψωναν – σε άλλα στροβιλιζόταν και αλλού ησύχαζε. Εκεί, αν ο διαβάτης συγκεντρωνόταν, άκουγε το μεγάλο βουητό να μεταμορφώνεται σε πλατιά κύματα. Το νερό ήταν καλό. Ξέπλενε ως τα κατάβαθα της ψυχής και όποιος έβρεχε με αυτό το κορμί του αισθανόταν πως καθάριζε από κόπους και αδυναμίες που ως τότε δεν ήξερε.

[...] Ονειρεύτηκα τους ανοιξιάτικους κάμπους γύρω από το Χωριό, σπαρμένους με το χαλί της ζωής, τα χιλιάδες λουλούδια, τα μαγεμένα χρώματα, λουλούδια που θρόιζαν, λύγιζαν, συνομιλούσαν ή ακολουθούσαν με τα κεφάλια τους σκεφτικά τον Ήλιο. Ονειρεύτηκα τους ατέλειωτους, μακρύλιγνους δρόμους των μυρμηγκιών που τους διέκοπτε το τρεχαλητό από μιλούνια ζωάκια και μεγάλες πολύχρωμες σαύρες. Οι χελώνες έβγαζαν ράθυμα τα κεφάλια τους έξω από τα καβούκια, περίεργες να ξακρίνουν το χαμηλό τους ορίζοντα. Στον αέρα πετούσαν έντομα λογιών-λογιών, μέλισσες πολλές βούιζαν και ανάμεσά τους πηδούσαν ακρίδες.

Γύρω από το χωριό έβοσκαν ελεύθερα μεγάλα ζώα. Έρχονταν και ζώα του κυνηγιού όταν ήταν άρρωστα, αλεπούδες, λύγκες – κάποτε είχε φτάσει ένας αίλουρος – ήξεραν ότι θα τα περιθάλπαμε και όσο έμεναν, σέβονταν την εκεχειρία με τα άλλα ζωντανά.

Θυμάμαι τα πουλιά! Σπίνοι, μελισσοφάγοι, δρυοκολάπτες, κοτσύφια, τσαλαπετεινοί, κοκκινολαίμηδες και τόσα άλλα, τόσα πολλά άλλα, δεν ξέρω τα ονόματα που σήμερα τους δίνουμε – τότε τα γνώριζα όλα – όμως θα μπορούσα να τα ιστορήσω ένα προς ένα. Κελαηδούσαν, τσίριζαν, λέγανε ιστορίες – ποιος ξέρει τι ιστορίες... [...]

Το Καλοκαίρι, τα δέντρα στα περιβόλια έγερναν από το βάρος των καρπών. Τρώγαμε νόστιμα φρούτα, μερικά δεν τα βρήκα σήμερα και ας έχω ταξιδέψει στον κόσμο· που και που ξυπνάει μέσα μου η θύμηση από την αίσθηση της γεύσης τους – όχι η ίδια η γεύση... Στα χωράφια των νότιων λιβαδιών τα στάχυα γίνονταν πελώρια, κυμάτιζαν κάτω από τον Ήλιο, έδιναν στη γη το πιο ευπρόσδεκτο χρυσό χρώμα. Ο θερισμός διαρκούσε ημέρες.

Το Φθινόπωρο οι πρώτες ψιχάλες ήταν ευλογία για το χωριό. Ποτέ το χώμα δεν είχε απομείνει καμένο από τις ζέστες όμως δεχόταν με χαρά το νερό. Διψούσε και πάντα ήθελε να γεννήσει νέα ζωή. Μετά τη βροχή η γη μοσχοβολούσε ώρες πολλές και τα σαλιγκάρια σκαρφάλωναν στα φύλλα να σεργιανίσουν. Η μυρωδιά μας μεθούσε, ήταν θεσπέσια και μας ήταν οικεία λες από πριν γεννηθούμε.

Και το Χειμώνα η φύση ησυχασμένη διαλογιζόταν το θαύμα της. Έπλεκε σχέδια για το μέλλον ενόσω οι ατμοί και τα κρύσταλλα σιωπούσαν επάνω στα δέντρα και έσταζαν από τα ακρόκλαδα στο χώμα. Και όταν οι σταλακτίτες του πάγου έσπαζαν, ο ήχος τους ακουγόταν σαν ολόκληρο παραμύθι.

Ταυτίζω το Χωριό με εικόνες αναγέννησης. Αγαπούσα τον τόπο μου.



Σ.Σ.: Ο αφηγητής της ατιτλοφόρητης εισέτι νουβέλας της λογοτεχνίας του Φανταστικού που έγραψε ο Τ. Α., παλιός γνώριμος, ονειρεύεται και νοσταλγεί ένα ηρωικό και κάπως μαγικό παρελθόν που ίσως δεν υπήρξε ποτέ. Αλλά ίσως και κάποιοι να το έζησαν - για λίγο έστω. Ποτέ δεν είναι αργά για να ζήσεις το παρελθόν σου, νομίζω.

Το ελαφρώς πετσοκομμένο κείμενο (work in progress, μάλλον) αναρτάται με την άδεια του συγγραφέα
.

22/1/10

Παντάνασσα revisited

Η σημαία της Κούβας στον τοίχο, το τζόκεϊ και μερικά ποτά έμειναν - για την ώρα. Η συσκευή αρωματισμού αιθερίων ελαίων στο τραπεζάκι έχει φύγει τώρα πια.

Η πόρτα χτύπησε μάλλον διακριτικά. Ο τύπος ήταν άκρως συνεπής στο ραντεβού, εννιά του είπα, εννιά ήρθε. Με είχαν ειδοποιήσει προηγουμένως τηλεφωνικά ότι θα ερχόταν. Κρατούσε μια μεγάλη πλαστική τσάντα από αυτές τις επαναχρησιμοποιούμενες που κυκλοφορούν πλέον για οικολογικούς λόγους αντί για τις κοινές σακκούλες. Η φίρμα που έγραφε πάνω η τσάντα δεν υπάρχει στην Κρήτη, προφανώς την είχε φέρει από αλλού. Μου είπε «είμαι ο... αυτός που ήταν πριν» αλλά προφανώς δεν θα μπορούσε να είναι κανένας άλλος. Της γενιάς μου μάλλον, όχι ακριβώς το ίδιο στυλ με εμένα, αλλά πάντως οικείο. Του είπα το όνομά μου, μου είπε το δικό του. Μου φάνηκε γνωστός, σίγουρα κάπου τον έχω πετύχει σε μπαρ και ρακάδικα στις νυχτερινές μου περιπλανήσεις στην πόλη. Κι εκείνου μάλλον δεν του ήμουν άγνωστος.

Κοίταξε γύρω το σπίτι, που μάλλον δεν είχε αλλάξει και πολύ από τη μέρα που έφυγε. Στο πάτωμα ήταν ανοιγμένες δυο βαλίτσες δικές μου, στο γραφείο παρατημένα ποτήρια, βιβλία και κάτι CD. «Σα στο σπίτι σου» του είπα. Δεν είχα τίποτα να τον κεράσω εκτός από πολυκαιρισμένες μπανάνες και κάτι ποτά που μάλλον δικά του ήτανε. Δεν ήθελε τίποτα, με ρώτησε δύο φορές αν τυχόν βιαζόμουν να φύγω. Δε βιαζόμουν, θα έβγαινα μετά τις δέκα. Ρώτησα αν ήθελε βοήθεια, αλλά δεν ήθελε.

Μάζεψε πρώτα κάτι μικροπράγματα από τα συρτάρια της ντουλάπας. Μετά πήρε τα διακοσμητικά κεριά και τα αιθέρια έλαια – μου άφησε μόνο κάτι ρεσώ με άρωμα βανίλια. Αναζήτησε το λυχνάρι – του το έδειξα στο τραπεζάκι του σαλονιού. Μου είπε ότι ήταν δώρο από τότε που ζούσε στο εξωτερικό. Ανέβηκε στην κρεβατοκάμαρα και πήρε κάτι άλλα μικροπράγματα από το συρτάρι του κομοδίνου. Κατεβαίνοντας τη σκάλα μάζεψε και τα υπόλοιπα φαναράκια με τα κεριά, πλην ενός. Ύστερα πήρε το μίνι στερεοφωνικό, προς μεγάλη μου θλίψη. Παρατήρησα ότι κοίταξε με κάποια απορία τα μικρά εικονίσματα των Αγίων που είχα απιθώσει δίπλα, αλλά δεν είπε τίποτα - θα μου έπαιρνε κάμποση ώρα να του εξηγήσω τι και πώς. Άλλωστε άλλο με έτρωγε εκείνη την ώρα.

Ξεχώρισε τα δικά του CD από τα δικά μου και τα έβαλε στην τσάντα. Προσέθεσε ένα μπουκάλι Τζόνι, μια Absolut κι ένα VAT69. Άφησε το δεύτερο Τζόνι, το Αβάνα Κλαμπ και το ούζο. Του έδειξα το δωδεκάχρονο μαλτ (που είχα φυσικά δοκιμάσει) στο τραπέζι.

- Δεν είναι δικό μου, είπε. Εδώ το βρήκα. Όπως και τα μπουκάλια που σου αφήνω.

Επισήμανα ακόμα τη σημαία της Κούβας και ένα αντίστοιχο τζόκεϊ.

- Ούτε αυτά.

Χώθηκε στο μικρό δωμάτιο, από όπου βγήκε με κάτι τυλιγμένα πόστερ από το μουσείο Βαν Γκογκ. Ψαχούλεψε κάτι συρτάρια από όπου έβγαλε τα πακέτα με τα τσιγάρα.

- Μπορείς να καπνίσεις ελεύθερα, είπα.
- Δεν είναι η μάρκα μου, θα τα δώσω σε αυτούς που τα άφησαν.

Του είπα να πάρει και τα σαμπουάν και τις πετσέτες. Με κοίταξε παραξενεμένος. Μπήκε στο μπάνιο και κοίταξε τα αφρόλουτρα και τα καλλυντικά σα να μην τα είχε ξαναδεί ποτέ. Δεν πήρε τίποτα.

- Άμα δεν τα θες, πέταξέ τα, μου είπε.

Άρχισα να αντιλαμβάνομαι ότι δεν ήταν ο τελευταίος πραγματικός ένοικος, μάλλον είχε περάσει κι άλλος κόσμος μετά από αυτόν. Φίλοι του ή γνωστοί ίσως, που εκμεταλλεύτηκαν την κατάσταση μεσοβασιλείας στην οποία βρισκόταν το σπίτι – ακόμα σε τέτοια βρίσκεται άλλωστε. Δεν με απασχολούσε αυτό όμως, άλλο θέμα με γαργάλαγε, πιο ειδικό. Είπα να το φέρω απέξω-απέξω. Τον ρώτησα γιατί έφυγε από ένα τόσο ωραίο σπίτι. Μου είπε ότι δε μπορούσε τελικά να μένει τόσο έξω από το κέντρο. Ήταν υπερβολικά ήσυχα για έναν άνθρωπο μόνο.

Έπιασα την πάσα στον αέρα και πήγα την κουβέντα εκεί που ήθελα.

- Μόνος σου μένεις;
- Ναι, γιατί;


Έκανα μια παύση. Ο κόμπος έφτανε στο χτένι.

- Δηλαδή το σκουλαρίκι δεν είναι δικό σου;
- Ποιο σκουλαρίκι;
- Αυτό με το Μικρό Πρίγκηπα, στο κομοδίνο.


Το κοίταξε εξεταστικά. Κούνησε το κεφάλι αρνητικά.

- Δεν το έχω ξαναδεί.
- Μήπως είναι κανενός φίλου σου, καμμιάς φίλης που ίσως το ψάχνει τώρα...
- Δε νομίζω να το ψάχνει κανείς, είπε. Όχι κάποιος που να ξέρω.


Το σκουλαρίκι αναζητείται στο φως των ρεσώ που απέμειναν, με άρωμα βανίλια (τα εικονιζόμενα δεν μυρίζουν, είναι από άλλο ανέκδοτο).

Μετά μου είπε ψιλοαδιάφορα ότι του άρεσε ο Μικρός Πρίγκηπας ως βιβλίο και σκεφτόταν να τον κάνει και τατουάζ κάποτε. Αλλά τελικά δεν έκανε κανένα τατουάζ ποτέ. Χαμογέλασε. Έκανε άλλη μια βόλτα γύρω γύρω, κοίταξε εξεταστικά τη ντουλάπα και μάζεψε ένα διπλωμένο ριχτάρι, μάλλον. Η τσάντα του δεν ήταν αρκετά μεγάλη για όλα, του έδωσα μια πλαστική σακούλα του σουπερμάρκετ όπου έβαλε τα ποτά και κάτι ψιλολόγια. Προσφέρθηκα να τον βοηθήσω να τα πάει στο αμάξι αλλά δε χρειάστηκε – πήρε στο ένα χέρι την τσάντα και στο άλλο τη σακούλα και τα τυλιγμένα πόστερ. Χαιρετηθήκαμε μάλλον εγκάρδια.

Έφυγα λίγο αργότερα για την πόλη, μέσα σε ψιλόβροχο. Ήπιαμε κάμποσο κρασί στον Καγιαμπή και καπάκι ρακές – για κάποιο περίεργο λόγο πέρασα το αλκοτέστ στην Καινούργια Πόρτα χωρίς απώλειες. Άφησα την παρέα σπίτια τους και τράβηξα για το «δικό μου» κατά τις δυόμιση. Στη σκοτεινή νύχτα ενόχλησα λιγάκι δυο γάτες που ζευγάρωναν θορυβωδώς στην αυλή. Πώς το έλεγε ο παππούς - Να 'μουν το Μάη γάδαρος, τον Αύγουστο κριάρι, όλο το χρόνο κόκκορας και γάτης το Γενάρη. Μπήκα σπίτι ακόμα ζαλισμένος και ξάπλωσα σχεδόν αμέσως, ενώ έξω οι γάτες ξανάβρισκαν το ρυθμό τους. Ο Μικρός Πρίγκηπας με κοιτούσε από το ύψος του σκουλαρικιού – αναρωτήθηκα αν φεύγοντας από δω θα πρέπει να τον πάρω μαζί μου. Αλλά έχουμε ακόμα καιρό, είπα μέσα μου, κι ύστερα κοιμήθηκα βαθιά, χωρίς άλλες σκέψεις.

19/1/10

Ο κλέφτης της Βαγδάτης και ο Ροσέντο Χουαρέζ

Αν βρεθείτε στην Αριζόνα και χρειαστείτε καθάρισμα χαλιών, προτιμήστε τον Τόνυ από την ιστοσελίδα του οποίου σούφρωσα την εικόνα του ιπτάμενου χαλιού.

Όλοι λατρεύουν τους γενναίους, παινεύουν τους αντρειωμένους και υπολήπτονται τους λεβέντες. Ειδικά εδώ στην Κρήτη που η παλληκαροσύνη πάει με τον τόνο και όχι με το κιλό όπως αλλού, τα παλληκάρια κουβαλάνε ένα λίγο πιο ασήκωτο βάρος, όχι τόσο ως προς το τελετουργικό (μαύρα πουκάμισα, μαχαίρια, όπλα) όσο - κυρίως - ως προς τη συμπεριφορά. Αυτό έχει τις καλές και τις κακές πλευρές του, διότι όλοι λίγο πολύ ως αγόρια την έχουμε τη δόση της τεστοστερόνης μας και ψιλογουστάρουμε, αλλά αν πέσεις σε διαμάχη για την προτεραιότητα σε διασταύρωση (ή σε όποια άλλη διαμάχη, εδώ που τα λέμε...) αρχίζεις να βλαστημάς την ώρα και τη στιγμή που η μοίρα σε έριξε σε έναν τόπο που αυτά και άλλα ζητήματα ρυθμίζονται όχι από τον Κ.Ο.Κ. ή την κοινή λογική αλλά από το ποιος την έχει πιο μεγάλη (την τεστοστερόνη, εννοείται...).

Τέλος πάντων, κάθε τόπος έχει τα ήθη του και καλά κάνει, αλλά εγώ που είμαι λίγο μυστήρια περίπτωση αρέσκομαι συχνά να αναλογίζομαι πως η Τροία δεν κερδήθηκε από την παλληκαριά του Αχιλλέα (που πήγε και ολίγον άκλαυτος εν τέλει) αλλά από την πονηριά του Οδυσσέα, που μπορεί μεν να ήταν γενναίος μαχητής, αλλά την κρίσιμη ώρα ήξερε να βάζει και καμμιά τρικλοποδιά. Η ιστορία είναι γεμάτη τέτοια παραδείγματα, κι όσο υπέροχη κι αν ήταν η θυσία του Λεωνίδα και των τριακοσίων (χώρια οι εφτακόσιοι Θεσπιείς, για να μην ξεχνιόμαστε) στις Θερμοπύλες, τον πόλεμο εν τέλει τον κέρδισε ο Θεμιστοκλής με τα ξύλινα τείχη, αφού προηγουμένως άφησε την Αθήνα να καεί από τις στρατιές του Ξέρξη, κρυπτόμενος και λοιδωρούμενος μέχρι να πάει τη μάχη στο πεδίο ακριβώς που την ήθελε. Ήταν λοιπόν δειλός; Την ιστορία τη γράφουν οι νικητές, κι ακόμα κι αν κατέληξε να ζητιανεύει σατραπείες στο τέλος, το σημαντικό ήταν ότι υπήρξε ευέλικτος όταν έπρεπε - και ας είναι η ευελιξία σπανίως συνώνυμη της παλληκαριάς per se.

Σε ό,τι με αφορά, επειδή ως παιδί ήμουν κοντούλης και μικροκαμωμένος (αν και το τελευταίο έχει αλλάξει κατά πλάτος καιρό τώρα) και φορούσα και γιαλιά, απέφευγα να μπλέκω σε καυγάδες ("Παλεύεις ρε; Άμα είσαι άντρας έλα να παλέψουμε!") καθώς ήμουν ιδιατέρως ευάλωτος στην πρώτη τυχούσα σφαλιάρα που θα με έστελνε σπίτι μισότυφλο και με τσαλαπατημένη αξιοπρέπεια. Με τον καιρό αυτό εξελίχθηκε σε μια γενική στρατηγική αποφυγής άσκοπων συγκρούσεων (που στους παγκοσμιοποιημένους καιρούς μας λέγεται "low profile") αλλά επειδή υπάρχουν περιπτώσεις που θέλεις να πετύχεις κάποιους στόχους για τους οποίους είναι αναπόφευκτο να συγκρουστείς, προτιμώ να επιλέγω εγώ το πεδίο της μάχης. Φυσικά ούτε Σουν Τζου έχω διαβάσει, ούτε Κλαούζεβιτς, αλλά δε θέλει και πολύ μυαλό για να καταλάβεις ότι δεν υπάρχει νόημα στο να συγκρουστείς π.χ. με επαγγελματία μουσικό στο παίξιμο εγχόρδων, ούτε με Κρητικό σε διαγωνισμό μαντινάδας.

Ατυχώς συχνά οι άνθρωποι παρασύρονται σε τέτοιες χαμένες μάχες, όχι για να πετύχουν αυτό που θέλουν, αλλά για να υπερασπιστούν ένα όνομα που έχουν φτιάξει ή μια έννοια αξιοπρέπειας η οποία υπερβαίνει τα θέλω τους και νοηματοδοτεί συνολικά τον τρόπο ζωής τους. Εννοείται ότι δεν μιλάω για ζητήματα που άπτονται του εσώτερου είναι - παραμένω θαυμαστής όλων εκείνων που έμειναν πιστοί στις ιδέες τους, σαν τους χριστιανούς μάρτυρες στην αρένα ή τον Τζιορντάνο Μπρούνο στην πυρά (μετά που άλλαξαν τα κόζια). Αντιλαμβάνομαι όμως μια χαρά και το Γαλιλαίο που τα έστριψε ενώπιον της πυράς, διότι είτε καιγόταν ο ίδιος είτε όχι, η γη πάλι θα γύριζε ό,τι και να έλεγε, οπότε προτίμησε να ζήσει λίγο παραπάνω και να τη βλέπει να γυρίζει κάθε ανατολή και δύση ανεξαρτήτως ηρωικών δηλώσεων. Σε λιγότερο ηρωικά συμφραζόμενα πάντως, ανακαλώ στη μνήμη κάποιες άλλες ιστορίες μειωμένης ίσως παλληκαριάς αλλά αυξημένης αποτελεσματικότητας ή ουσιαστικού βάθους.

Η πρώτη πρέπει να προέχεται από μια ταινία που είχα δει στην τηλεόραση μικρός και σήμερα δεν μπορώ να ταυτοποιήσω - ίσως κάποια τηλεοπτική εκδοχή της ιστορίας του "Κλέφτη της Βαγδάτης". Θυμάμαι ότι υπήρχε ένας αριστοκρατικής καταγωγής κατατρεγμένος ήρωας που περνάει του λιναριού τα πάθη για να κερδίσει το θρόνο και την πριγκίπησσα, με τη συντροφιά ενός λαϊκού "λούμπεν" πιτσιρικά που είναι ο κλέφτης του τίτλου. Σε μια χαρακτηριστική σκηνή, οι ήρωές μας πρέπει να μπουν σε ένα μαγικό σπήλαιο και να πάρουν ένα μαγικό λυχνάρι ή χαλί, κάτι που θα τους γυρίσει εγκαίρως στη Βαγδάτη πριν επισυμβεί κανένα μοιραίο στην κοπέλα. Το μυστικό στο σπήλαιο είναι να μην παρεκκλίνεις καθόλου από την πορεία σου, και ο γενναίος ήρως μπαίνει θαρραλέα στη σπηλιά, όπου διάφορα φαντάσματα αρχίζουν να προκαλούν τον ανδρισμό του, την τιμή του, το επάγγελμα της μαμάς του κλπ. Ο ήρως ορμάει να επιτεθεί στους άνανδρους συκοφάντες, παρεκκλίνει όμως της πορείας του και πετρώνει. Ο κλέφτης που έχει μείνει απέξω, βαριέται να περιμένει, μπαίνει στο σπήλαιο και ακολουθεί απολαυστικός διάλογος όπου ο νεαρός αντιπαρέρχεται όλες τις λεκτικές προκλήσεις με πλήρη νηφαλιότητα:

- Είσαι κλέφτης!
- Είμαι! Πού το ξέρεις;
- Η μάνα σου είναι πόρνη!
- Πράγματι! Μα εσύ ξέρεις πολλά!
- Ο πατέρας σου ήταν απατεώνας και δολοφόνος.
- Ξέρεις τον πατέρα μου; Δεν έχω ιδέα ποιος είναι... Πες μου κι άλλα γι' αυτόν!


Όπως είναι φυσικό, φτάνει χωρίς να λοξοδρομήσει λεπτό στο τέρμα του σπηλαίου, λύνει τα μάγια, ξεπαγώνει το μαρμαρωμένο ήρωα, καβαλάνε το μαγικό χαλί και πάνε να σώσουν το κορίτσι κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Η δεύτερη και πιο σοβαρή ιστορία αφορά δυο διηγήματα του Μπόρχες, γραμμένα σε απόσταση πολλών δεκαετιών. Το πρώτο, αρχές δεκαετίας '30, (Ο άνθρωπος της ρόδινης γωνίας, από τη συλλογή "Παγκόσμια Ιστορία της Ατιμίας"), διηγείται μια παρ' ολίγον μονομαχία στο Μπουένος Άιρες του δέκατου ένατου αιώνα. Ο Ροσέντο Χουαρέζ, τοπικός μαχαιροβγάλτης μιας γειτονιάς προκαλείται από έναν άλλο μαχαιροβγάλτη άλλης γειτονιάς, μπροστά στην παρέα και την κοπέλα του. Στην αφήγηση αυτή ο ντόπιος δειλιάζει και ο ξένος παίρνει τη δόξα και την κοπέλα μέχρι λίγο αργότερα να βρεθεί μαχαιρωμένος στο στήθος και να πεθάνει από άγνωστο χέρι (που στο τέλος μαθαίνουμε ότι ανήκει στον αφηγητή του διηγήματος). Το διήγημα έγινε ταινία, θεατρικό, τάνγκο, και γνώρισε τεράστια δημοσιότητα (ουσιαστικά ήταν το πρώτο fiction διήγημα που δημοσίευσε ο Μπόρχες). Πολλά χρόνια αργότερα, στη συλλογή "Αναφορά του Μπρόντι" της δεκαετίας του '70, διαβάζουμε μια άλλη εκδοχή των ίδιων γεγονότων, με αφηγητή αυτή τη φορά τον ίδιο το Ροσέντο Χουαρέζ.

Ο υποτιθέμενος δειλός της πρώτης ιστορίας αποκαλύπτεται ότι είναι ένας άνθρωπος "εμπειρικός" μεν, αλλά βαθιά φιλοσοφημένος. Έχει πάρει το ρόλο του "νταή" της γειτονιάς σχεδόν άθελά του, κι όσο περνάει ο χρόνος αισθάνεται ξένος με όσα γίνονται. Το κρίσιμο βράδι που ο άλλος τον προκαλεί, ο Ροσέντο είναι ήδη αλλού - αρνείται να μονομαχήσει όχι από δειλία, αλλά επειδή διακρίνει την παντελή έλλειψη νοήματος σε όλο αυτό το σκηνικό των μαχαιροβγαλτών και του υποκόσμου και φτάνει σε μια βαθύτερη και ουσιαστικότερη κατανόηση του τι συμβαίνει γύρω. Τα γεγονότα απομυθοποιούνται αρκούντως - μαθαίνουμε ότι ο ξένος μαχαιρώθηκε πισώπλατα και όχι στο στήθος, και ότι η όλη ιστορία ήταν τελικά πολύ λιγότερο στυλιζαρισμένη και θεατρική από όσο η πρώτη εκδοχή αφήνει να εννοηθεί.

Μαθαίνουμε ακόμα ότι η δειλία και η γενναιότητα είναι έννοιες καμμιά φορά θολές, κι ότι η τυποποιημένη macho συμπεριφορά δεν είναι κατ' ανάγκην η πιο γενναία που μπορείς να βρεις. Κι ότι συχνά είναι πολύ γενναιότερο να παλεύεις τους προσωπικούς δαίμονές σου, που μπορεί να είναι πολύ πιο δύσκολο να αντιμετωπίσεις από ό,τι τα αθώα εν τέλει φαντασματάκια του Κλέφτη της Βαγδάτης, κι ότι αυτές οι μάχες σε κάνουν ενίοτε πολύ πιο άντρα από όσο εφτακόσια κιλά μαγκιά φορτωμένα σε 4x4 με μαύρο φιμέ τζάμι και ασορτί πουκάμισο.

Κι ας βάζεις όπισθεν στις διασταυρώσεις εφόσον χρειαστεί, αν και έχεις προτεραιότητα. Κι ας κρύβεσαι μέσα σε ένα ξύλινο άλογο περιμένοντας την ώρα σου - έστω και με έναν κρυφό, ενδόμυχο φόβο ότι πολεμάς δέκα χρόνια άσκοπα για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη.

14/1/10

Θητείες στο χρόνο


Ο Χριστόφορος απολύεται εντός των ημερών από το στρατό, τερματίσας ευδοκίμως τη σταδιοδρομία του, μετά παρέλευση εννέα μηνών αν δεν κάνω λάθος από την κατάταξή του. Τον είδα φευγαλέα ένα βράδι τις μέρες των γιορτών και δεν άντεξα να μη γκρινιάξω ότι εγώ είχα υπηρετήσει ακριβώς το διπλάσιο. Αυτό βέβαια είχε γίνει πριν από δώδεκα ολόκληρα χρόνια, και σε σχέση με τους 24 μήνες που θα έκανα αν είχα πάει στην ώρα μου, οι 18 μετά από τρεις αναβολές δεν μου έκατσαν και τόσο χάλια.

Την εποχή εκείνη βέβαια με έτρωγε η αίσθηση του χαμένου χρόνου, του πεταμένου στα σκουπίδια, και ανεξάρτητα από το ότι δεν είμαι στ' αλήθεια κανενός είδους "αντιρρησίας συνείδησης", ο γενικός παραλογισμός της εμπειρίας με έκανε έξαλλο (όποιοι πήγαν, ξέρουν τι λέω). Τη μουρμούρα την έτρωγε κυρίως ο πατέρας μου, που ήταν μάλλον περήφανος που ο γιος του πήγαινε φαντάρος επιτέλους, έστω και στα τριάντα του.

- Καλά, εσύ πόσο καιρό πήγες, τον ρώτησα κάποια στιγμή.

Σκέφτηκε λίγο πριν μου απαντήσει.

- Σαραντατέσσερις μήνες, είπε τελικά.
- Γιατί τόσο πολύ; απόρησα.
- Μπα, λίγο ήτανε, ήμουνα και προστάτης οικογενείας.
- Λίγο;
- Από το '45 ως το '49 - μόλις τελείωσε ο εμφύλιος απολύθηκα.


Η λέξη "εμφύλιος" ήταν σχετικά πρόσφατο απόκτημα, παλιά έλεγε "ανταρτοπόλεμος". Θυμήθηκα ότι είχε καταταγεί στο διάστημα της επισφαλούς ειρήνης, μετά τα Δεκεμβριανά και πριν τον αληθινό εμφύλιο. Κατά ενδιαφέροντα τρόπο, το Δεκέμβρη ήταν στην άλλη πλευρά από ότι στον ίδιο τον πόλεμο. Αλλά καμμία από τις δύο επιλογές δεν ήταν στο χέρι του, έτσι κι αλλιώς.

- Και πώς αντεξες τόσο καιρό;
- Και τι να έκανα;
ρώτησε με ειλικρινή απορία.

Θυμήθηκα ακόμα ότι ο δικός του πατέρας ήταν στην κλάση του '22, και τις ιστορίες για κάποιον άλλο (τον άλλο μου παππού; κάποιον θείο;) που κατατάχθηκε το '16 και απολύθηκε το '23. Από τα εφτά χρόνια, τα πέντε πολεμούσε.

Διηγήθηκα εν τάχει την ιστορία στο Χριστόφορο - ελπίζω να μην το εξέλαβε ως κάποιας μορφής ψόγο. Η εποχή μας είναι πολύ πιο περίπλοκη από μερικές απόψεις από όσο θα μπορούσε να είναι μερικές δεκαετίες νωρίτερα. Και σήμερα όσο κι αν μικραίνει και "στρογγυλεύει" η στρατιωτική θητεία, υπάρχουν άλλες θητείες που κρατάνε πολλά πολλά χρόνια, και η διάρκειά τους δεν είναι ποτέ προσδιορισμένη ώστε να μπορείς να μετράς ανάποδα.

Γι' αυτό, φίλε μου, από την άλλη Κυριακή που αρχίζει η καινούργια σου "πολιτική" θητεία (αν δεν έχει αρχίσει ήδη καιρό τώρα...), καλός πολίτης. Στων ιδεών την πόλη - ξέρεις εσύ.

8/1/10

Ένας πρίγκηπας στην Παντάνασσα

Νηοπομπή μικρών σκαφών όπως φαίνεται από το καινούργιο μου μπαλκόνι. Στο βάθος δεξιά το Ηράκλειο (Δεκέμβριος 2009).

Μου πήρε σαράντα χρόνια να αλλάξω τρία σπίτια, αλλά το τελευταίο εξάμηνο έχω αλλάξει αισίως έξι. Μάλλον θα χρειαστώ ένα-δυο ακόμα μέχρι να κατασταλάξω κάπου – έχω ακούσει βέβαια περίπτωση ανθρώπου που είχε αλλάξει δεκατέσσερα σπίτια στην ίδια πόλη σε μια περίοδο γύρω στα πέντε χρόνια. Με αυτά τα μέτρα έχω δρόμο ακόμα, αλλά ήδη πάω με καλό ρυθμό. Το τελευταίο μου απόκτημα ωστόσο διαφέρει ουσιαστικά από όλα τα προηγούμενα: δεν βρίσκεται μέσα στην πόλη αλλά καμμιά δεκαριά χιλιόμετρα δυτικά-βορειοδυτικά, και είναι ακριβώς πάνω στη θάλασσα.

Βγαίνοντας στο μπαλκόνι κοιτάζω ίσια μπροστά μου το νησάκι της Δίας, ενώ δεξιά φαίνεται αμυδρά η πόλη του Ηρακλείου. Λίγα μέτρα κάτω από το μπαλκόνι μου υπάρχει μια μικρή αμμουδιά, και ο ήχος των κυμάτων που σκάνε με συνοδεύει μέρα νύχτα. Βλέπω τους γλάρους που αναπαύονται στα νερά ή φτεροκοπάνε γύρω. Πού και πού κανένα περαστικό σκάφος ξεμυτίζει από το μικρό αλιευτικό καταφύγιο στα δεξιά, ή εμφανίζεται κανένα γκαζάδικο που κουβαλάει καύσιμα για το εργοστάσιο της ΔΕΗ, με αναμένο το κόκκινο φως ψηλά για να ξεχωρίζει τις νύχτες. Μια μέρα πέτυχα και έναν ιστιοπλοϊκό αγώνα για μικρά σκαφάκια (όπτιμιστ ή λέιζερ; - δείτε τη φωτογραφία και αποφασίστε μόνοι σας). Φαντάζομαι ότι ήταν αγώνας και όχι απλή προπόνηση γιατί τα σκάφη ήταν πολλές δεκάδες.

Στο σπίτι είμαι για μια ακόμα φορά περαστικός. Πριν κάποιους μήνες έμενε εδώ ένας παλιός γνωστός μου που αποφάσισε εν τέλει να μετακομίσει εντός πόλεως. Όσο καιρό έμενε τον είχα ζαλίσει «μόλις φύγεις να μου πεις να έρθω να μείνω εγώ» και κάτι τέτοια. Όταν έφυγε βέβαια εγώ δεν είχα κλωστή να μπαλωθώ, αλλά στους ενδιάμεσους μήνες παρήλασαν κάποιοι περαστικοί υπενοικιαστές (ο ιδιοκτήτης για κάποιο ανεξακρίβωτο λόγο δε χολοσκάει και πολύ για μακροχρόνια μίσθωση) και τώρα που ξαναήρθα στην Κρήτη γεμάτος φιλοδοξίες, το σπίτι βρέθηκε να αδειάζει πάλι. Ο γνωστός μου με ειδοποίησε, αφού μου επισήμανε πρώτα ότι καλό θα ήταν να μη δεσμευτώ αμέσως αλλά να δω πώς είναι η ζωή εκτός πόλης, χώρια οι ιδιαιτερότητες του σπιτιού, που δεν είναι και λίγες.

Η αλήθεια είναι ότι από μερικές απόψεις βολεύει: βρίσκεις πάντα να παρκάρεις απέξω, δεν έχει ποτέ μποτιλιάρισμα, η δουλειά μου είναι πιο κοντά εδώ από όσο θα ήταν αν έμενα στο Ηράκλειο, το νερό της βρύσης αφθονεί και μάλιστα απ’ ό,τι λένε πίνεται (σπάνιο για Κρήτη), η θάλασσα είναι ακριβώς από κάτω. Από μερικές άλλες απόψεις βέβαια υπάρχουν κάποια προβλήματα: αν μείνεις από τσιγάρα (τσίχλες, κοκα-κόλες, ζάχαρη άχνη, αυγά, πελτέ ντομάτας...), το πλησιέστερο σημείο που μπορείς να ψωνίσεις είναι δέκα-έντεκα χιλιόμετρα νοτιοανατολικά. Αν μείνεις από βενζίνη ή χαλάσει το αμάξι σου ή πέσεις από τη σκάλα, μαύρο φίδι που σε έφαγε. Αν θες να βγεις έξω το βράδι, πρέπει να διανύσεις απόσταση σχεδόν όση και στην Αθήνα. Και όντας δίπλα στη θάλασσα, την υγρασία την κόβεις με το μαχαίρι.

Αλλά η πραγματική ιδιαιτερότητα του σπιτιού είναι άλλη. Απ’ ό,τι φαίνεται, έμεναν μέχρι πρόσφατα εδώ (περαστικοί, σαν κι εμένα) διαδοχικά κάποιοι τύποι τους οποίους δεν γνωρίζω αλλά μια και είναι αναλογικά μικρή η πόλη σκέφτομαι ότι ίσως έχουμε ιδωθεί κάποιες φορές. Οι τελευταίοι εξ’ αυτών φαίνεται πως έφυγαν βιαστικά ή απρογραμμάτιστα: στο μπάνιο υπάρχουν τα σαμπουάν τους και διάφορες πετσέτες ριγμένες εδώ κι εκεί. Σε ένα ντουλάπι υπάρχουν κάμποσα οινοπνευματώδη και σε κάποια συρτάρια διάφορα άλλα αντικείμενα, πιο προσωπικά, αξεσουάρ και μικροπράγματα. Φαντάζομαι οι ένοικοι πήραν «τα χοντρά» πρώτα και ενδεχομένως θα επέστρεφαν να πάρουν και τα ψιλολόγια. Για κάποιο λόγο αυτή η επιστροφή δεν έγινε ποτέ – ή εκκρεμεί.

Δεδομένου ότι κι εγώ δύσκολα βλέπω να βγάζω το μήνα (ωραία η θάλασσα, αλλά η υγρασία αφόρητη, ειδικά αυτή την εποχή), είπα να μην παρέμβω στο ημιτελές νοικοκυριό των προηγουμένων. Έτσι, χαζεύω την πελώρια σημαία της Κούβας που κρέμεται από τον τοίχο, εικάζοντας ότι ο τύπος που την κρέμασε πρέπει να είναι αφοσιωμένος θαυμαστής του συντρόφου Φιδέλ. Πλάκα πλάκα, στην κάτω αυλή (εκτός περιοχής ευθύνης του σπιτιού) υπάρχει και μια σημαία της Αυστραλίας ή της Νέας Ζηλανδίας. Αναρωτιέμαι αν αξίζει τον κόπο να κρεμάσω καμμία από την Ακτή Ελεφαντοστού για να βάλω κι άλλη ήπειρο στο παιχνίδι, αλλά πού να τρέχω τώρα...

Τα βράδια που γυρίζω, η υγρασία έχει αφήσει μια ελαφριά μυρωδιά στο σπίτι. Την καταπολεμώ με τη βοήθεια της πλούσιας παρακαταθήκης των προηγουμένων σε αρώματα και ρεσώ – σε ένα ειδικό λυχνάρι βάζω να καίει ένα κεράκι και από πάνω στάζω δυο-τρεις σταγόνες αιθέριο έλαιο, γιασεμί ή λεβάντα ή βανίλια. Παίζω τα CD μου στο μικρό στερεοφωνικό τους, συντόνισα και το ραδιόφωνό τους στο Δεύτερο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας (οι άλλοι σταθμοί είναι σχεδόν μόνο ποπ ή κρητικά). Έχω φυλάξει τα τσιγάρα τους – εγώ δεν καπνίζω πια – αλλά η ανοιγμένη συσκευασία ίσως έχει αρχίσει να ξεραίνεται. Πέταξα διάφορα ληγμένα από το ψυγείο, αλλά κράτησα τα κατεψυγμένα που δεν έχουν λήξει, μήπως έρθουν και τα ζητήσουν. Καταχράστηκα και μια κουβερτούλα που βρήκα συσκευασμένη και μάλλον αχρησιμοποίητη – να είναι καλά τα παιδιά.

Και περιμένω τη μέρα που θα μου χτυπήσουν την πόρτα να μου πουν ότι ήρθαν να μαζέψουν και τα υπόλοιπα. Ίσως τους έχω ξαναδεί, ίσως πάλι δεν τους έχω δει ποτέ. Αλλά έχω την περιέργεια να δω το πρόσωπο της κοπέλας που φορούσε το σκουλαρίκι με το Μικρό Πρίγκηπα που βρήκα πάνω στο κομοδίνο – ίσως έχει ακόμα το ζευγάρι του και ψάχνει μάταια στα πράγματά της για το ταίρι του.

Δε φαντάζομαι να με διαβάζει η κοπέλα βέβαια, αλλά εγώ τη σκέφτομαι κάθε βράδι που ακουμπάω τα γιαλιά μου στο κομοδίνο πριν κοιμηθώ και ο Μικρός Πρίγκηπας με κοιτάζει φευγαλέα. Δε θυμάμαι καλά την ιστορία του, αλλά κι αυτός ένας που ταξίδευε και κάτι γύρευε δεν ήταν;

Ο μικρός ταξιδιάρης πρίγκηπας, τώρα και σε σκουλαρίκι σε ένα κομοδίνο στην Παντάνασσα.

5/1/10

Τα ρόδια

Ψηφιακό ρόδι από την ιστοθέση http://www.dpgr.gr/wallpapers/images/dimitriskan_Rodi.jpg

Υπάρχει ένα πρωτοχρονιάτικο έθιμο με ρόδια, μάλλον αρχαίας προέλευσης. Παλιά έβαζαν ένα ρόδι στα εικονίσματα (ίσως από την ημέρα του Σταυρού, 14 Σεπτεμβρίου) και το έπαιρναν μαζί τους στην εκκλησία το πρωί της Πρωτοχρονιάς. Γυρίζοντας στο σπίτι μετά τη λειτουργία, έσπαγαν το ρόδι στην πόρτα για γούρι και μετά έμπαιναν μέσα με το δεξί - για καλό ποδαρικό. Μάλλον από εκεί πρέπει να ξεκίνησε η κουβέντα τις προάλλες στο πατρικό μου, αν και δεν είμαι πολύ σίγουρος γιατί δεν πολυπρόσεχα στην αρχή.

Όποτε μαζευόμαστε γύρω από το κοινό τραπέζι ο πατέρας μου από κάπου πιάνεται και αρχίζει να διηγείται μια ιστορία. Συνήθως την έχει διηγηθεί ήδη κάμποσες φορές με προηγούμενες αφορμές και το ενδιαφέρον του κοινού είναι μειωμένο, χώρια που η μάνα μου που είναι ο μόνιμος ακροατής τα τελευταία πενήντα χρόνια συνήθως παρεμβάλλει παράσιτα. Αλλά αυτό με τα ρόδια δεν το είχα ξανακούσει, νομίζω. Ή ίσως λείπω πια πολύ καιρό και αρχίζω να ξεχνάω - δεν είμαι και πολύ σίγουρος.

Το περιστατικό πρέπει να είναι κάπου στα τέλη της δεκαετίας του τριάντα. Στο σπίτι του παππού μου, δίπλα στη στέρνα του Βαγιανού, είχε κάμποσες ροδιές. Μια μέρα (μπορεί και να ήταν Σεπτέμβρης, σκέφτομαι τώρα) η γιαγιά μου έστειλε τον πατέρα μου (καμμιά δεκαριά χρονών τότε ή λίγο παραπάνω) να πάει δυο-τρία ρόδια στην κόρη του γείτονά τους του μπαρμπα-Γιάννη που ζούσε με τον άντρα της σε μια άλλη γειτονιά της Ακαμάτρας. Ο πιτσιρικάς πήγε μέχρι το σπίτι που του είπανε, βρήκε τη νοικοκυρά στην αυλή και της έδωσε τα ρόδια. Κάποια στιγμή πρόσεξε ένα κοριτσάκι πέντε έξι χρονών - την κόρη της νοικοκυράς - που παραμόνευε από το πλάι του σπιτιού. Όταν το κοριτσάκι είδε ότι την εντόπισαν έτρεξε γρήγορα στην πίσω πλευρά του σπιτιού.

- Η νύφη κρύφτηκε, είπε γελώντας η μάνα της.

Ο πιτσιρίκος που χρόνια αργότερα θα γινόταν ο πατέρας μου γύρισε σπίτι, όπου έμαθε πως τώρα που είχε τελειώσει το δημοτικό, θα έπρεπε να πάει είτε γυμνάσιο είτε σε κάποια τεχνική σχολή και η βούληση του πατέρα του έκλινε προς την τεχνική σχολή. Έπρεπε λοιπόν να γυρίσει στον Πειραιά και να ετοιμαστεί για τη σχολή. Λεφτά πολλά δεν υπήρχανε, κι έτσι για να εξοικονομήσει μερικά, σκαρφάλωσε στις ροδιές του Βαγιανού και έκοψε ίσαμε εκατό ρόδια για να τα πουλήσει.

Την εποχή εκείνη ο κόσμος πήγαινε ακόμα στην εκκλησία τις Κυριακές - ίσως όλο το χωριό. Ο πιτσιρικάς στήθηκε έξω από την Παναγία τη Λέφαινα και πούλησε όλα του τα ρόδια, πενήντα λεπτά το ένα. Μάζεψε ένα στρογγυλό πενηντάρικο που του έφτασε για τα εισιτήρια και για λίγο χαρτζιλίκι στον Πειραιά. Πρέπει να ήταν το τριανταοχτώ ή το τριανταεννιά - μετά ήρθε ο πόλεμος και άλλα πολλά, κι ο πατέρας μου εκτός από κάτι φευγαλέες επισκέψεις ως φαντάρος σε άδεια δεν ξαναπήγε στην Ικαρία μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του πενήντα.

Κάπου τότε γνώρισε (ή ίσως αναγνώρισε) την κοπέλα που θα γινόταν η μάνα μου - αρραβωνιάστηκαν λίγο καιρό μετά.

- Αυτή τη φορά δεν κρύφτηκες, της είπε.

Η κοπέλα τον κοίταξε με απορία.

- Πότε κρύφτηκα; του είπε.
- Όταν σας έφερα τα ρόδια, πριν τον πόλεμο.

Η μάνα μου διέκοψε την αφήγηση γύρω από το πρωτοχρονιάτικο τραπέζι δηλώνοντας ότι δεν θυμόταν τίποτα για ρόδια ούτε το μπαμπά ως παιδί προπολεμικά. Το είπε όμως με ένα μάλλον σκανταλιάρικο ύφος που μπορεί και να σήμαινε το αντίθετο. Ύστερα γύρισε την κουβέντα από τα ρόδια στα πορτοκάλια και τις ευεργετικές τους ιδιότητες. Έχοντας κλεισμένα αθροιστικώς τα εκατόν εξηνταπέντε, εκ των οποίων τα εκατό και βάλε μαζί, οι γονείς μου έχουν ένα δικό τους τρόπο επικοινωνίας που δεν είναι πάντα κατανοητός ακόμα και στα παιδιά τους.

Πάντως αν είμαστε όλοι καλά, πρώτα ο Θεός, λέω του χρόνου να τους οργανώσουμε ένα πάρτυ-ιωβήλαιο για τα πενήντα χρόνια γάμου. Αλλά πρέπει να θυμηθώ το καλοκαίρι να κοιτάξω αν έχει ακόμα ροδιές στου Βαγιανού. Αλλά και να μην έχει, ρόδια βρίσκονται, το βασικό είναι να 'μαστε καλά, έτσι δεν είναι;

Άντε, καλή χρονιά σε όλους.