ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


30/9/08

Καλοκαιρινός άνεμος

(συνέχεια από το προηγούμενο)

Παραγωγός του ΙΚΑΡΙΑ FM με άσπρο μπλουζάκι, γνωστός για τη βαθιά βελούδινη φωνή του, ενώ χαϊδεύει την οχτακάναλη κονσόλα μιλώντας ταυτόχρονα στο μικρόφωνο (Αύγουστος 1989).

Ο "Καλοκαιρινός Άνεμος" φύσηξε πέντε φορές όλες κι όλες στα ερτζιανά της Ικαρίας το μακρινό καλοκαίρι του '89. Σιγά σιγά μάθαμε να χειριζόμαστε την κονσόλα, που βλέπετε στις φωτογραφίες. Μάθαμε ακόμα να αντιμετωπίζουμε με ψυχραιμία τα σαρδάμ, να βγάζουμε στην ώρα τους τα διαλείμματα με το σήμα του σταθμού, να κάνουμε σχετικά σωστές εναλλαγές ομιλίας και μουσικής. Στην αρχή είχαμε προσπαθήσει τα τραγούδια να "σχολιάζουν" με τον τρόπο τους τα κείμενα, αλλά σύντομα είδαμε ότι δε γινόταν, καθώς το ρεπερτόριό μας ήταν περιορισμένο στους λίγους δίσκους του σταθμού και μερικές κασέτες από το σπίτι. Άσε που πολλά από αυτά που λέγαμε στα κείμενα δεν σήκωναν και κανένα ιδιαίτερο σχόλιο τελικά...

Ο ένας μας προτιμούσε την ξένη μουσική, ο άλλος πάλι ελληνική με ροπή προς το έντεχνο. Συμφωνήσαμε ότι το μίγμα θα ήταν δύο ξένη προς ένα ελληνική, με δικαίωμα βέτο και στους δύο αν κάτι χτύπαγε άσχημα στο αυτί. Με αυτό τον τρόπο ελληνικά έβγαιναν τέσσερα με πέντε τραγουδάκια στην ώρα, τα οποία συνήθως ήταν αυτό που άνοιγε και αυτό που έκλεινε την ώρα μας, με δυο-τρία ακόμα στο ημίωρο που έμπαινε το σήμα του σταθμού. Αυτό άφηνε περίπου δύο σερί εικοσάλεπτα και κάτι ενδιάμεσα με ξένα τραγούδια. Πολλά από αυτά είναι σήμερα "κλασικά", ορισμένα άλλα όμως δεν άντεξαν και πολύ στο χρόνο. Αυτά πάντως που σίγουρα ακούγονται παράταιρα σήμερα είναι τα σχόλιά μας. Πέρα από κάποιες επικαιρικές αναφορές στην πολιτική κατάσταση, όπου τα σκάγια έπαιρναν σχεδόν τους πάντες και μας στοίχισαν τη δεδηλωμένη αντιπάθεια αρκετών εκ των ιθυνόντων του σταθμού, είχαμε μια εμμονή με θέματα οικολογίας και κοινωνικού προβληματισμού (όπως τα αντιλαμβανόμαστε), με το ρόλο των μέσων ενημέρωσης και τη "συμμετοχή" του κοινού. Ψιλά γράμματα τότε, ακόμα πιο ψιλά στους χαλεπούς καιρούς μας. Αλλά το μέσο ήταν καινούργιο, εμείς εικοσάχρονοι, και τα μικρόφωνα δικά μας.

Παραγωγός του ΙΚΑΡΙΑ FM με μαύρο μπλουζάκι, γνωστός σήμερα blogger, ενώ χαϊδεύει την οχτακάναλη κονσόλα χωρίς να μιλάει ταυτόχρονα στο μικρόφωνο (άλλωστε η φωτό είναι σκηνοθετημένη, αρκετή ώρα μετά το πέρας της εκπομπής).

Μετά την εκπομπή υπ' αριθμόν δύο, προστέθηκε στη ραδιοφωνική παρέα και ο έτερος Καππαδόκης της (πραγματικής) παρέας. Ο Νίκος δεν αισθανόταν ιδιαιτέρως ραδιοφωνικός τύπος, και αρχικά απλώς παρέμενε σιωπηλός στο "στούντιο", αλλά ως άνθρωπος με ιδεολογία και άποψη (με ό,τι σημαίνει αυτό) μπορούσε να καταπιαστεί με οτιδήποτε και να του δώσει μια χροιά που οι άλλοι δύο δεν είχαμε σκεφτεί ως τότε. Έτσι, ήταν αυτός που πρώτος επιχείρησε να βάλει ένα γενικό σκεπτικό πίσω από την εκπομπή, αναφέροντας χαρακτηριστικά τη φράση "όπως λέει και ο Χανς Μάγκνους Ετσενμπέργκερ", και ήταν ο πρώτος που κατάλαβε ότι μάλλον πολύ σοβαρά το είχαμε πάρει και επιχείρησε να απομυθοποιήσει την όλη φάση, κατεβάζοντας στη διάρκεια μιας βόλτας με τα πόδια από τον Αρμενιστή στο Να (με απαρχές Πανσελήνου καθώς νύχτωνε), την ιδέα να κάνουμε μια εκπομπή όπου θα παρωδούσαμε τους εαυτούς μας.

Αμ' έπος, αμ' έργον - διαλέξαμε την πιο κεφάτη soul που μπορούσαμε να βρούμε, μαζί με ανάλογα ελληνικά, βάλαμε διάφορους φίλους να παραστήσουν τους ανταποκριτές από το εξωτερικό, κάναμε "γκάλοπ" στο δρόμο, στο στούντιο και στις παραλίες, ετοιμάσαμε κείμενα που πέρναγαν γενεές δεκατέσσερις τη ραδιοφωνία ως εφεύρεση και τους ραδιοφωνικούς παραγωγούς ως είδος (κάπου χώσαμε και έναν Χανς Μάγκνους Ετσενμπέργκερ να βρίσκεται) και κάναμε την πιο κεφάτη και χαβαλέδικη εκπομπή που θα μπορούσαμε να κάνουμε - με "συνεντεύξεις" από ακροατές μας στη Γαλλία, την Αμερική, την Αγγλία, τη Ρουμανία, την Ιταλία και την Ολλανδία. Μόνο από την Ικαρία δεν τσίμπησε κανείς να πάρει κάνα τηλέφωνο - κι αυτό ήταν το μεγάλο μας παράπονο από την αρχή.

Μηδένα προ του τέλους μακάριζε. Καθώς τέλειωνε πια ο Αύγουστος και μετά από μια τάχα μου δήθεν "παρεξήγηση" με μερικούς ιθύνοντες που έδωσαν την ώρα μας σε άλλους (όχι θα μας άφηναν...), ο Νίκος είχε πάει πια στην εξεταστική του στη Θεσσαλονίκη, και οι δύο εναπομείναντες πρωτεργάτες κάναμε μία αποχαιρετιστήρια εκπομπή μεγαλύτερης διάρκειας με ό,τι τραγουδάκι δεν είχαμε προλάβει να παίξουμε από το λιγοστό μας ρεπερτόριο. Κάποια στιγμή γκρινιάξαμε για το χάλι που εμφάνιζε η Λαγκάδα μετά το χτίσιμο με τσιμεντόλιθους κάποιων πάγκων για το πανηγύρι: η εικόνα θύμιζε νεκροταφείο με τόσες τσιμεντόπλακες δίπλα στο εκκλησάκι. Λίγο μετά χτύπησε το τηλέφωνο - για πρώτη φορά δεν ήταν κάποιος που ήθελε να κάνει αφιέρωση, αλλά ήταν κάποια που ήθελε να σχολιάσει: "ναι, έχετε δίκιο, είναι χάλια, και έχουν κάνει το ίδιο και στον Άγιο Ισίδωρο στο Πέζι".

Ένα ξέσπασμα χαράς ακολούθησε στο στούντιο. Ναι, υπήρχε κάποιος που ά κ ο υ γ ε, κάποιος που επικοινωνούσε μαζί μας. Κάποια, για να ακριβολογούμε, που φυσικά τη βγάλαμε επιτόπου στον αέρα και που στο τέλος ζήτησε το Manish boy του Muddy Waters (σουξέ την εποχή εκείνη από μια διαφήμιση). Δεν το είχαμε πρόχειρο διότι το είχαμε παίξει σε άλλη εκπομπή, όμως η χαρά μας ήταν τέτοια που δε μασήσαμε καθόλου: εγώ ανέλαβα τα μικρόφωνα και τα τηλέφωνα και την κονσόλα και τα πικάπ και όλα για όσο χρόνο χρειάστηκε ο Χρήστος να φτάσει τρέχοντας στο σπίτι του, να βουτήξει από τη φρουτιέρα πάνω στο ψυγείο την αντίστοιχη κασέτα, να βρει το τραγούδι και να το παίξουμε προς τιμήν της εκλεκτής ακροάτριας.

Ευτυχείς, δικαιωμένοι και γεμάτοι ελπίδα αφήσαμε το στούντιο και την Ικαρία για να πάει ο καθένας στην εξεταστική του, και δώσαμε ραντεβού μεταξύ μας στα μικρόφωνα και με το "πολυπληθές" κοινό μας στα ραδιόφωνα. Δεν προλάβαμε όμως - ταλαιπωρημένος από τις διενέξεις μεταξύ ιθυνόντων, "εθελοντών", τοπικής αυτοδιοίκησης και μικροκομματισμού και χτυπημένος από τη χειμωνιάτικη ερήμωση, ο ΙΚΑΡΙΑ FM εξεμέτρησε το ζην λίγους μήνες αργότερα.

Το 1991 κάποιοι από τους παλιούς πρωταγωνιστές της ιστορίας αυτής έστησαν έναν ιδιωτικό σταθμό που λεγόταν "Ικαριακή Ραδιοφωνία" σε λιγότερο εθελοντική βάση. Δεν μας φώναξαν να συμμετάσχουμε ως παραγωγοί - μάλλον δεν ταίριαζαν τα χνώτα μας και πάρα πολύ. Μια φορά με φώναξε κάποιος να μιλήσω ως ειδήμων για κάποιο θέμα (στο οποίο μόνο ειδικός δεν ήμουν). Έγραψα και κείμενα, έβαλα και μουσική - είχε πλάκα, αλλά δεν ήταν το ίδιο. Λίγο καιρό αργότερα και αυτός ο σταθμός έκλεισε.

Φέτος πήρε το αυτί μου ότι έχει ανοίξει ένας άλλος σταθμός στον Άγιο. Ωστόσο όλο το καλοκαίρι δεν άνοιξα ραδιόφωνο ούτε μια φορά. Δεν πρέπει να είμαι ο μόνος - το μακρινό '89 άκουγες το ράδιο να παίζει από κάθε παράθυρο, σήμερα δεν το ακούς σχεδόν πουθενά. Οι καιροί έχουν αλλάξει πλέον.

Κι εμείς, βέβαια, ούτε λόγος να γίνεται.


Σ.Σ. Πάντως ακόμα αναρωτιέμαι ποια να ήταν η ακροάτρια που μας "δικαίωσε". Βρήκα πρόσφατα τις κασέτες στις οποίες ηχογραφούσα τις εκπομπές μας. Τις έχω όλες εκτός από μία, αυτήν της "χαβαλέδικης" εκπομπής που χάθηκε (δανεική και αγύριστη) αμέσως σχεδόν. Έχω όμως ακόμα τις ντεμέκ "συνεντεύξεις" με τους ανταποκριτές, και το αυτοσχέδιο "γκάλοπ".

Πρόσεξα ότι συνήθως την εκπομπή μας ακολουθούσε μια πιο "σοβαρή" εκπομπή που είχε τίτλο "Καλοκαίριασμα στην Ικαριά" και την επιμελείτο ένας κάπως γνωστός Καριώτης τραγουδοποιός (μακαρίτης σήμερα) , ο Περικλής Χαρβάς - ο τίτλος της προέρχεται από το ομώνυμο νεοκυματικού ύφους τραγούδι του που είχε κυκλοφορήσει το 1969 σε σαρανταπεντάρι και που ακουγόταν κάθε φορά αμέσως μόλις τέλειωνε ο "Καλοκαιρινός Άνεμος".

Πρόσεξα ακόμα ότι το ύφος των σχολίων μας ήταν κάπως περιπαθές και υπερβολικό για τα σημερινά μου γούστα, αλλά οι άνθρωποι αλλάζουν - δεν είναι τυχαίο ότι στη φωτογραφία είμαι περίπου εικοσιπέντε κιλά ελαφρύτερος από σήμερα...

28/9/08

Zero comments

Ο τίτλος είναι βέβαια κλεμμένος - είναι τίτλος ενός βιβλίου του κυρίου Χερτ Λόβινκ, που παρουσιάζει η Κατερίνα Οικονομάκου στη σχετική στήλη της στη Ελευθεροτυπία του Σαββάτου 27/9/08. Ο τίτλος του άρθρου της εφημερίδας είναι "Η υπερεκτιμημένη κουλτούρα του μπλόγκινγκ", και ο συγγραφέας του βιβλίου μιλάει μεταξύ άλλων για το φαινόμενο "μηδέν σχόλια" που εμφανίζουν οι περισσότερες αναρτήσεις (όχι στη Ροβιθέ, βέβαια, χάρη στη αφοσίωση μερικών ιστοσυναδέλφων).

Αν και επισημαίνεται ότι μπορεί κάποιος να γεμίσει σχόλια αν πιάσει ένα αμφιλεγόμενο θέμα (π.χ. αν υπάρχει Θεός, αν είναι σωστό να γίνονται γκέι γάμοι και εκτός Τήλου, αν δικαίως παίρνει το πρωτάθλημα ο Ολυμπιακός κλπ.), η βασική ιδέα του συγγραφέα είναι τα ιστολόγια υπάρχουν κυρίως για να μιλάς, όχι για να συζητάς. Με άλλα λόγια ότι εγγενώς (από τον προγραμματισμό τους) τα ιστολόγια δεν ευνοούν τη συζήτηση. Κάπου τα συσχετίζει με τους χώρους κοινωνικής δικτύωσης τύπου facebook ή Myspace που εμφανίστηκαν παράλληλα.

Επειδή δεν είμαι φαν των τελευταίων και δεν παρακολουθώ τα τεκταινόμενα, δε μπορώ να είμαι βέβαιος για το δίκαιο ή όχι της άποψης αυτής. Σκέφτομαι όμως ότι ξέρω πολλούς που αγωνιούν για το πρώτο σχόλιο που θα γραφτεί, ειδικά αν είναι από κάποιον άγνωστο επισκέπτη. Είναι κάπως σαν ένα σημάδι ότι κάποιος διάβασε το μήνυμα στη μποτίλια που έριξες κάποτε στο πέλαγος του διαδικτύου.

Η αλήθεια είναι ότι κάπως αντιπαθώ τα βιβλία που μιλάνε για συγγραφείς που γράφουν βιβλία, τις ταινίες που μιλάνε για σκηνοθέτες με κρίση δημιουργικότητας. Τότε γιατί γράφω στο ιστολόγιο μια ανάρτηση που μιλάει για ιστολογούντες χωρίς σχόλια; Ίσως γιατί όλα τα λεφτά στο άρθρο της εφημερίδας είναι κρυμμένα στην εικονογράφησή του που μεταφέρω πάνω αριστερά (γελοιογραφία δημοσιευμένη σε παλιότερο τεύχος του «The New Yorker»).

Λέει ο ένας σκύλος στον άλλο: «Είχα δικό μου μπλογκ για ένα διάστημα, αλλά μετά αποφάσισα να επιστρέψω στο άσκοπο, αδιάκοπο γάβγισμα».

Κάπως έτσι...


ΥΓ. (μετά τα πρώτα σχόλια) Όχι, δεν υπονοώ ότι θα τα παρατήσω, τουλάχιστον για όσο καιρό ακομα μπορεί να εμπλουτίζεται η προσωπική μυθολογία. Μάλλον σκέφτομαι ότι πολλά κείμενα εδώ και αλλού εν τέλει μοιάζουν με άσκοπο, αδιάκοπο γάβγισμα.

Αλλά υπάρχει για όλους χώρος - και για σκύλους, βέβαια.

24/9/08

Φθινοπωρινή ισημερία


Θυμάμαι κάπως θολά την εποχή που πήγαινα στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού σχολείου. Ίσως να φταίει βέβαια και η μυωπία που ανέπτυσσα ήδη τότε, αλλά δεν είχα συνειδητοποιήσει μέχρι που μου ήταν αδύνατον να δω τι έγραφε ο πίνακας αν και καθόμουν πρώτο θρανίο. Θυμάμαι πάντως αρκετά καθαρά ένα πόστερ που ήταν αναρτημένο στα αριστερά του εν λόγω πίνακα: παρίστανε τις τέσσερις εποχές, κάθεμιά με τους μήνες της και τους καρπούς της και τις δουλειές της. Το καλοκαίρι, ας πούμε, είχε θερισμό και αργότερα τρύγο, το φθινόπωρο όργωμα και σπορά. Βέβαια το σχολείο ήταν σε ένα βιομηχανικό προάστιο της δυτικής όχθης της Αθήνας και δεν υπήρχε η παραμικρή υπόνοια αγροτικής εργασίας γύρω γύρω. Οι τυχεροί που κάναμε διακοπές στα χωριά μας παίρναμε μια αχνή ιδέα αλλαγής των εποχών στη φύση μέχρι να ανοίξουν τα σχολεία, όμως και πάλι οι εμπειρίες μας δεν ταίριαζαν και πολύ με αυτές που απεικόνιζε το πόστερ. Εκτός ίσως από τα πρωτοβρόχια.

Θυμάμαι χαρακτηριστικά ένα Σεπτέμβριο με άφθονες βροχές - πρέπει να ήταν το '77 ή το '78 διότι μέναμε στο σπίτι της γιαγιάς μου στην Ακαμάτρα. Ήταν λίγες μέρες πριν γυρίσουμε για το σχολείο, καθώς κάναμε τις τελευταίες "αγροτικές" ετοιμασίες μας για το χειμώνα (άπλωμα τραχανά, αποφλοίωση αμυγδάλων, πλέξιμο κρεμμυδιών που θα μεταφέρονταν στην Αθήνα). Θυμάμαι την πρώτη μέρα βροχής, όπου όλοι οι μεγάλοι είχαν ξαμοληθεί για να μαζέψουν "καριβόλους" να τους μαγειρέψουν. Δεδομένου ότι αγνοούσα σε μεγάλο βαθμό την ικαριακή ντοπιολαλιά τότε, υπέθεσα αρχικά ότι οι καρίβολοι ήταν κάτι μεγάλες κοκκινοπορτοκαλί κολοκύθες που εντόπισα στην κουζίνα - μου πήρε αρκετή ώρα να καταλάβω ότι η λέξη σήμαινε σαλιγκάρια (οι κολοκύθες λέγονταν εν τέλει "ταμπουράδες").

Πάντως ανεξάρτητα από τα σαλιγκάρια (που αρνήθηκα να φάω, έχοντας ίσως μια ενόραση των στενών σχέσεων που έμελλε να αναπτύξω μαζί τους πολλά χρόνια αργότερα), οι επίμονες βροχές είχαν και άλλες συνέπειες στην καθημερινότητά μας, καθώς μας έκλειναν μέσα στο σπίτι (ούτε μπάνιο στη θάλασσα, ούτε βόλτα στην πλατεία). Ίσως από εκεί να πηγάζει για μερικούς η έννοια της "θλίψης του φθινοπώρου", αλλά για τα παιδιά που ήμασταν τότε δεν υπήρχε καμμία θλίψη καθώς ακόμα και εντός οικίας υπήρχαν πολλά πράγματα να γίνουν και να ανακαλυφθούν, όπως η κατασκευή οικιακού πράσινου σαπουνιού από λάδι και ποτάσσα (ναι, τόσο απλό είναι), το σβήσιμο του ασβέστη και η δυνατότητα να ακούει κανείς ραδιοφωνάκι με μπαταρίες χαμηλοφώνως κάτω από τα σκεπάσματα για να ακούσει την περιγραφή του ποδοσφαιρικού αγώνα που τον ενδιαφέρει ενώ οι μεγάλοι νομίζουν ότι κοιμάται υπό τον ήχο της βροχής στις πλάκες της σκεπής.

Είμαι σίγουρος πως όσοι έχουν πάει Δημοτικό στη δεκαετία του '70 (για πιο μετά δεν ξέρω) έχουν γράψει έκθεση με θέμα "τα πρωτοβρόχια" ή "ήρθε το φθινόπωρο" ή κάτι τέτοιο. Γενικά υπήρχε μια διαδοχή μετά από το πώς πέρασα τις διακοπές μου και πριν από τον αγαπημένο μας φίλο (που δε μπορούσε παρά να ήταν το βιβλίο), το έπος του 1940 και την αποταμίευση που ακολουθούσε τέλος Οκτώβρη. Υποθέτω ότι με τα χρόνια η σειρά θα έχει αλλάξει - ο εκσυγχρονισμός των παιδαγωγικών μεθόδων, απ' ό,τι ακούω παραγκωνίζει σιγά σιγά την έκθεση. Επιπλέον, το φαινόμενο του θερμοκηπίου μετατρέπει σε ζωντανή πραγματικότητα την παροιμία "από Μάρτη καλοκαίρι κι από Αύγουστο χειμώνα" και το κλίμα από εύκρατο σε υποτροπικό. Εικάζω λοιπόν ότι μάλλον δεν θα βάζουν πλέον θέμα έκθεσης τις πρώτες φθινοπωρινές βροχές: θα είναι μάλλον άγνωστες στους σημερινούς μαθητές όσο ήταν σε εμάς τότε το όργωμα και η σπορά.

Φέτος βέβαια έγινε η έκπληξη και παραδόξως εμφανίστηκαν πρωτοβρόχια. Αληθινά πρωτοβρόχια, Σεπτέβρη μήνα, πριν καν τη φθινοπωρινή ισημερία. Τυπικά, καλοκαίρι ακόμα. Το θέμα δε θα ήταν άξιο λόγου αν δεν ήταν πλέον κάπως σπάνιο - πήρα δύο τουλάχιστον email από φίλους που επισήμαιναν το γεγονός. Ο ένας το ανέφερε παρεμπιπτόντως, αλλά ο άλλος το είχε στείλει επί τούτου. Απευθυνόταν κυρίως σε αποδέκτες στο εξωτερικό, αλλά επειδή μάλλον θεωρεί ότι και η Κρήτη στο εξωτερικό ανήκει, το έστειλε και σε μένα, που ήμουν ήδη ενήμερος κοιτώντας έξω απ' το παράθυρο. Ο φίλος μου αναφερόταν στη χαρακτηριστική μυρωδιά του βρεγμένου χώματος.


Χάρη σε ένα περίεργο μίγμα επιστημονικού βίτσιου και συγκυριών προσωπικής ζωής, βρέθηκα κάποτε σε μια παρουσίαση μιας διατριβής από την οποία το μόνο που θυμάμαι πλέον (τα υπόλοιπα ξεγλίστρισαν γρήγορα) είναι η προέλευση της συγκεκριμένης μυρωδιάς του βρεγμένου χώματος, που οφείλεται σε μια ουσία που ονομάζεται (ταιριαστά) γεωσμίνη και παράγεται από κάτι βακτήρια που ονομάζονται (αταίριαστα) Στρεπτομύκητες. Ατυχώς, από τότε που το άκουσα αυτό, έχει κλειδώσει στη μνήμη μου ο λάθος συνειρμός. Όλος ο κόσμος μυρίζει βρεγμένο χώμα και σκέφτεται φθινοπωρινά φύλλα να πέφτουν, κίτρινα χωράφια, σύννεφα και βροχούλες, μια ψυχρούλα, τη μέρα να μικραίνει. Εγώ πάλι σκέφτομαι Στρεπτομύκητες και αίθουσες σεμιναρίων - άστα να πάνε.

Πάντως τις προάλλες, όλη η Κρήτη μύριζε γεωσμίνη. Η Κυριακή ειδικά ξεκίνησε με συννεφιά, συνεχίστηκε με κατακλυσμό και κατέληξε με ξαστεριά. Σκέφτηκα ότι ήταν η μέρα της φθινοπωρινής ισημερίας (δώδεκα ώρες μέρα κι άλλες τόσες νύχτα με τάσεις αύξησης). Για κάποιο λόγο, ενώ το χειμερινό και το θερινό ηλιοστάσιο συσχετίστηκαν από αρχαιοτάτων χρόνων με διάφορες παγανιστικές γιορτούλες που κληρονόμησε εν τέλει και η Εκκλησία (όπως το Δωδεκαήμερο Χριστουγέννων-Φώτων και η καλοκαιρινές φωτιές του Αη-Γιάννη), οι αντίστοιχες ισημερίες μάλλον ήταν πιο ήπιες και πέρναγαν λιγάκι στο ντούκου (τουλάχιστον κάποια μεγάλη χριστιανική γιορτή στον περίγυρο δεν κατάφερα να εντοπίσω). Το μόνο σίγουρο πάντως, είναι ότι η γη γυρίζει - αν και ο καιρός "έφτιαξε" κάπως τις τελευταίες μέρες, οι παραλίες είναι άδειες και όλοι κουβαλάνε κι από ένα ζακετάκι να βρίσκεται.

Ε, σχεδόν όλοι. Ξεκινώντας σήμερα για τη δουλειά, μουρμούριζα ένα παλιό τραγουδάκι του Phil Ochs που μου έχει κολλήσει από χρόνια:

Green leaves of summer, turn red in the fall,
To brown and to yellow they fade,
And then they have to die,
Trapped within the circle time parade, of changes.


Κάπου τότε πήρε το αυτί μου τον ήχο από ένα ξεχασμένο τζιτζίκι που φαίνεται πως επιβίωσε από τα πρωτοβρόχια. Στάθηκα λίγο να το ακούσω - ύστερα γύρισα και άφησα πίσω το αδιάβροχο μπουφανάκι που κρατούσα.

Ελπίζω να ακούγεται και αύριο.


Η φωτογραφία με τα βρεγμένα από τη βροχή τριαντάφυλλα τραβήχτηκε στις 21 Σεπτεμβρίου 2008 στη Μονή Αρκαδίου. Την ίδια μέρα τραβήχτηκε η μυρμηγκοφωλιά στο βρεγμένο χώμα, κάπου στον Κουλουκώνα Ρεθύμνου. Το τραγούδι του μακαρίτη Phil Ochs λέγεται Changes και προέρχεται από το δίσκο Phil Ochs in Concert του 1966, αλλά δε μιλάει για φθινόπωρα αλλά για χωρισμούς, μάλλον, πράγμα ασύνηθες για το συγκεκριμένο - στρατευμένο - τραγουδοποιό. Το πόστερ των τεσσάρων εποχών και των αντίστοιχων εργασιών το πέτυχα αναρτημένο στο καφενείο "Ο Πόντιος" στο Ηράκλειο - ελπίζω μια μέρα να θυμηθώ να το φωτογραφήσω και να το αναρτήσω και στο ιστολόγιο.

17/9/08

Όσα δε φτάνει η αλεπού

πιάσατε ἡμῖν ἀλώπεκας μικροὺς ἀφανίζοντας
ἀμπελῶνας, καὶ αἱ ἄμπελοι ἡμῶν κυπρίζουσιν.
Άσμα Ασμάτων 2:15

Ένας φίλος μου έχει ένα χωραφάκι κάπου στην Εύβοια, όπου ο πατέρας του καλλιεργεί ερασιτεχνικά μελιτζάνες. Τις προάλλες τους άκουγα που μιλούσαν στο τηλέφωνο: ο πατέρας ισχυριζόταν ότι έρχονται αλεπούδες και τρώνε τις μελιτζάνες του - ο γιός είχε μερικές αμφιβολίες σχετικά με το αν η δίαιτα του ζώου περιλαμβάνει κηπευτικά, αλλά επειδή γενικά είναι πολύ φιλόζωος και οικολογίζων τύπος, προέτρεψε το μπαμπά να βάλει και μερικά πιατάκια με νερό για να ξεδιψάνε τα ζωάκια μετά το φαγητό. Δεν του έκανε πλάκα, το εννοούσε πολύ σοβαρά, και εικάζω ότι ο καλός μπαμπάς μάλλον θα άκουσε τη συμβουλή του γιού του. Έτσι κι αλλιώς έχουν τεράστια παραγωγή μελιτζάνων αναλογικά με τις ανάγκες της οικογένειας και δίνουν και γύρω-γύρω.

Θυμήθηκα τη σχετική κουβέντα προχτες το βράδι, αφού διάβασα στην Ελευθεροτυπία της 15ης Σεπτεμβρίου, στη (φιλοζωική) στήλη "4 πόδια και ουρά" που επιμελείται ο δημοσιογράφος Π. Διαμαντής, την είδηση με τίτλο "Βρήκε αλεπού στον καναπέ του". Μεταφέρω εδώ το σχετικό κομμάτι, που έχει ως εξής:

Πώς θα νιώθατε αν, γυρίζοντας από μια βόλτα, βλέπατε αραγμένη στον καναπέ σας μιαν αλεπού; Ο 77χρονος Ιαν Γιανγκ, πάντως, καράφλιασε μπροστά στο απροσδόκητο θέαμα. Συνέβη στο Φέλδαμ (Feltham), στη Βρετανία, και η πλάκα δεν σταμάτησε εκεί. Οπως λέει ο κ. Γιάνγκ στη ρεπόρτερ της «Ιβνινγκ Στάνταρντ» (28.08.08), «η αλεπού άνοιξε τα μάτια της, με κοίταξε και... ξανακοιμήθηκε!». Δεν κουνήθηκε ούτε όταν ο ιδιοκτήτης του καναπέ πήρε τη φωτογραφική του μηχανή και άρχισε να παίρνει φωτογραφίες.

Πώς έφυγε; «Μόνον όταν πήρα μια εφημερίδα, την τύλιξα ρολό και της έδωσα μια, μαλακά, στα πόδια. Τότε βγήκε απ' την πόρτα, αλλά περίμενε εκεί, δείχνοντας ότι ευχαρίστως θα ανέβαινε ξανά στον καναπέ, να συνεχίσει τον ύπνο της!».

Οπως είπε κι ένας ειδικός, αυτή η συμπεριφορά είναι σπάνια για τις αλεπούδες των πόλεων, οι οποίες συνήθως είναι «ντροπαλές» και εξαφανίζονται στη θέα ανθρώπων. Πρέπει να φιλοξενήθηκε, από κουτάβι κιόλας, σε κάποιο καταφύγιο ζώων, κι έτσι εξοικειώθηκε με τον άνθρωπο. «Δυστυχώς», είπε ο ειδικός, «πολλοί άνθρωποι φέρονται στις αλεπούδες σαν να 'ναι οικόσιτα ζώα, καθιστώντας ανίκανες να βουν μόνες τους τροφή. Οι αλεπούδες είναι άγρια ζωάκια - αυτό πρέπει πάντα να θυμόμαστε».

Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία, στις περιοχές γύρω απ' το Λονδίνο ζουν περίπου 10 αλεπούδες ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο. Για να περιοριστεί ο πληθυσμός τους, αρμόδιοι υπάλληλοι σκοτώνουν κάθε βδομάδα περίπου 70 αλεπούδες, ενώ περίπου άλλες 40 αιχμαλωτίζονται με παγίδες και αφήνονται ελεύθερες σε δασώδεις περιοχές έξω από την πόλη.

Ως παιδί της πόλης δεν είχα ποτέ καμμιά ιδιαίτερη εξοικείωση με αλεπούδες, εκτός από τις ηθικοπλαστικές ιστορίες της αλεπούς με την κομμένη ουρά, την παροιμία που δίνει τον τίτλο στην ανάρτηση και μια άλλη παροιμία όπου η αλεπού είναι εκατό χρονών και το αλεπουδάκι εκατόν ένα ή εκατόν δέκα. Σε όλες αυτές τις ιστορίες υποδηλώνεται η "πονηριά" της αλεπούς, ιδιότητα ωστόσο εξαιρετικά ανθρωπομορφική για να την πάρει κανείς στα σοβαρά σε κάποια συγκριτική ζωολογική μελέτη. Αληθινή αλεπού πάντως δεν είχα καταφέρει να δω μέσα στον εικοστό αιώνα, αν εξαιρέσουμε ίσως μια βαλσαμωμένη που πρέπει να υπήρχε ως έκθεμα στο μουσείο Ζωολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, αν η μνήμη μου δε με απατάει. Θυμάμαι πάντως αμυδρά κάτι σπαραξικάρδιες ανακοινώσεις που υπέγραφε το οικολογικό σχήμα των φοιτητών του Βιολογικού (κάναμε κάποια παρέα με τα παιδιά) που διεκτραγωδούσαν την εξαφάνιση των αλεπούδων από τον Υμηττό λόγω της κτιριακής επέκτασης της Πανεπιστημιούπολης και του συνακόλουθου θορύβου από τις ανθρώπινες δραστηριότητες.

Με την αλλαγή του αιώνα έμελλε να αλλάξει ελαφρώς η εικόνα μου για το είδος. Πρώτα πρώτα έχω δει κάμποσες φορές αλεπούδες έκτοτε: μερικές να κόβουν βόλτες αργά το βράδι στις εγκαταστάσεις του Δημοκρίτου στην Αγία Παρασκευή, άλλες να διασχίζουν την κατ' ευφημισμόν εθνική οδό Κορίνθου-Πατρών οικογενειακώς σε πείσμα των διερχόμενων αυτοκινήτων, και μία τουλάχιστον να πετάγεται έξω από σκουπιδοντενεκέ της επίμαχης Πανεπιστημιούπολης της Αθήνας ένα ανοιξιάτικο βράδι. Υποθέτω ότι τα σκουπίδια μας αποτελούν μια επιπλέον πηγή τροφής πέρα από τις μελιτζάνες του φίλου μου και τα τυχόν θηράματα, οπότε μια υγιώς σκεπτόμενη πλην όμως πεινασμένη αλεπού ενδέχεται να ρισκάρει να διασχίσει ένα δρόμο ή να πλησιάσει μια επικίνδυνη πόλη αν κρίνει ότι θα τη βρει γεμάτη θρεπτικούς σκουπιδοντενεκέδες. Έτσι, παρά την επέκταση των πόλεων και των θορύβων τους, δεν αποκλείεται τελικά οι αλεπουδίτσες να κερδίζουν κάτι από τις ανθρώπινες δραστηριότητες, όπως πιθανώς γίνεται από αρχαιότάτων χρόνων αν πιστέψουμε το απόσπασμα από το Άσμα Ασμάτων (της Παλαιάς Διαθήκης) που ξεκινάει την ανάρτηση, στο οποίο τα αλεπουδάκια τρώνε τα σταφύλια των αμπελιών.

Το πιο ενδιαφέρον όμως περιστατικό αλληλεπίδρασης με ανθρώπους που έχω υπόψιν (και του οποίου είμαι παρ' ολίγον αυτόπτης) έλαβε χώρα το Σεπτέβρη του 2004 στο χώρο του ερευνητικού κέντρου "Δημόκριτος" στην Αγία Παρασκευή Αττικής, όπου όπως προανέφερα μπορούσε κανείς να δει αλεπούδες (μια αρσενική και δύο θηλυκές) των οποίων η φωλιά πρέπει να ήταν κάπου κοντά στη είσοδο "Νεαπόλεως" της Αττικής Οδού. Ακριβώς απέναντι από το φυλάκιο των διοδίων, εντός του Δημοκρίτου, υπάρχουν κάτι μίζερα καταλύματα όπου φιλοξενούνται ενίοτε κάποιοι αναξιοπαθούντες συνάδελφοι από το εξωτερικό.

Την εποχή εκείνη έμεναν στο χώρο αυτό δυο κοπέλες από την Πορτογαλία, μία εκ των οποίων δούλευε μαζί μου. Ένα βράδι πονηρό χτύπησε το εσωτερικό τηλέφωνο στο εργαστήριο και μια έντρομη φωνή μου είπε σε σπασμένα πορτογαλοαγγλικά ότι μια αλεπού μπήκε στο δωμάτιο και της βούτηξε το κινητό τηλέφωνο. Υπέθεσα ότι ο όρος "αλεπού" ήταν συνθηματικός και υπονοούσε κανέναν αλαφροχέρη διαρρήκτη ή ότι πάνω στη σύγχιση είχε μπλέξει τα λόγια της στις διάφορες γλώσσες, αλλά σε κάθε περίπτωση έσπευσα να δω τι γίνεται.

Βρηκα και τις δύο κοπέλες σε μια κατάσταση μεταξύ υστερίας και νευρικού γέλιου. Μου είπαν ότι μία αλεπού (αληθινή) εθεάθη αρχικά στο ένα δωμάτιο, όπου δάγκωσε το κινητό (!!!) της μιας κοπέλας. Η κοπέλα έντρομη βγήκε να φωνάξει την άλλη, ξαναμπήκαν στο δωμάτιο, αλλά η αλεπού ήταν άφαντη, μέχρι που εθεάθη να βγαίνει από το άλλο δωμάτιο με το κινητό της άλλης κοπέλας στα δόντια (!!!). Μόλις συναπαντήθηκαν, πήραν δρόμο οι μεν κοπέλες κατά την Ανατολή, η δε αλεπού (αφήνοντας κάτω το κινητό) κατά τη Δύση.

Με τα πολλά τους πέρασε η τρομάρα - προσπαθήσαμε να εξορθολογίσουμε το περιστατικό και να ανακαλύψουμε τι ακριβώς έκανε τα κινητά τόσο ελκυστικά (ίσως κανένας ήχος που ακούν τα αυτιά των αλεπούδων αλλά όχι τα δικά μας). Δεν το λύσαμε βέβαια. Λίγες μέρες αργότερα μου είπαν ότι οι αλεπούδες ξαναφάνηκαν έξω από την πόρτα, και αυτή τη φορά τις είχαν φωτογραφήσει κιόλας.

Καλού κακού πάντως, τα κινητά τους τα είχαν κρύψει σε ασφαλές μέρος.


Σ.Σ. Το στίχο από το Άσμα Ασμάτων τον παραθέτω εδώ από τη μετάφραση των εβδομήκοντα που έχω πρόχειρη, αλλά νομίζω πως τον έχω διαβάσει πρώτη φορά σε μια λίγο διαφορετική μεταφραστική εκδοχή, ως μότο σε ένα βιβλίο που δεν είμαι απόλυτα βέβαιος ποιο είναι (μάλλον κάποιο του Στρατή Τσίρκα). Η φωτογραφία της αλεπούς στον καναπέ είναι από το άρθρο της εφημερίδας που αναφέρεται - φαντάζομαι θα πρόκειται για κάποια από τις αυθεντικές φωτογραφίες που τράβηξε ο κύριος Γιάνγκ. Ευχαριστίες οφείλω στη Susana και την Ana (αν και μάλλον δε θα διαβάσουν την ανάρτηση ποτέ) που μοιράστηκαν μαζί μου την ιστορία με τα κινητά τηλέφωνα, καθώς και στο μπαμπά του φίλου που στη θαλερή ηλικία των ογδονταδύο ασχολείται με τα κηπευτικά που απετέλεσαν την αφορμή για το κειμενάκι που διαβάζετε.

10/9/08

Εποχικό (Πατρίτσια Αδαμοπούλου)


Η θλίψη του φθινοπώρου εμφανίζεται όταν ακόμη όλα μοιάζουν καλοκαίρι. Τέλος Αυγούστου με αρχές Σεπτεμβρίου. Κορυφώνεται τον Οκτώβριο και μετά ατονεί βαθμιαία. Όσα στερεότυπα λέγονται, πως αυτή η θλίψη σχετίζεται με τη συννεφιά, τα γυμνά κλαδιά και τα πεσμένα φύλλα, πολύ λίγο ανταποκρίνεται στην αλήθεια.

Γύρω στο θερινό ηλιοστάσιο, ανάμεσα στο θερισμό και στη σπορά, βλέπουμε την έναρξη της νέας χρονιάς. Οι γυαλιστεροί ημεροδείκτες μπορεί να κάνουν άλλες σημειώσεις, όμως το σώμα και η ψυχή μας παραμένουν σταθερά και μυστικά στα αρχέγονα ημερολόγια. Κάπου εκεί, τον Σεπτέμβριο, δημιουργείται μια χαραμάδα ανάμεσα στο παλιό και στο καινούργιο. Το κουλουριασμένο φίδι του χρόνου χαλαρώνει για λίγο τα δόντια και παίρνει μια ανάσα προτού ξαναπιάσει την ουρά του. Η θλίψη του φθινοπώρου είναι κάτι σαν το ταρακούνημα της ψυχής μας από αυτή την ανάσα.

Ο χρόνος μοιάζει με βασιλιά. Και οι άνθρωποι βιώνουν τα γυρίσματα του χρόνου σαν την αρχή και το τέλος μιας βασιλείας. Στην Ανατολή οι μονάρχες παραιτούνταν για μια στιγμή στο τέλος της χρονιάς και ανανέωναν την εξουσία τους με την αρχή της καινούργιας. Και στις ελληνικές πόλεις με την έναρξη κάθε νέου έτους αναδεικνύονταν οι νέοι άρχοντες.

Αλλά υπάρχει και κάτι ακόμη κοινό. Όπως συμβαίνει στη διαδοχή των βασιλιάδων, έτσι και στη διαδοχή των ετών μεσολαβεί ένα μεσοδιάστημα. Ένα μεσοδιάστημα κρίσης και διάλυσης όπου η εξουσία μένει μετέωρη και όλα είναι δυνατά και πιθανά.

Στην αρχή αυτό το μεσοδιάστημα ανταποκρινόταν σε μια πραγματική περίοδο αναταραχής που προκαλούσαν οι αγώνες για τη διεκδίκηση του θρόνου. Αργότερα, όταν επικράτησε ένα σύστημα κανονικότητας στη διαδοχή, το μεσοδιάστημα αυτό παρέμεινε και καθιερώθηκε ως πρακτική που σηματοδοτεί την τομή που επιτελεί κάθε νέα εξουσία. Έτσι οι νέοι ηγεμόνες έδιναν αμνηστία και νομιμοποιούσαν ό,τι είχε προηγηθεί της εκλογής τους, ενώ τον θάνατο του πέρση μονάρχη ακολουθούσαν πέντε ημέρες «ανομίας».

Μια παρόμοια περίοδος παρεμβαλλόταν και πριν από κάθε καινούργια χρονιά. Η γιορτή Σκίρα στην Αθήνα είναι χαρακτηριστική. Πρέπει να ήταν Ιούλιος - Αύγουστος όταν η ιέρεια της Αθηνάς και ο ιερέας του Ποσειδώνα, δηλαδή οι ιερείς των θεών-προστατών της πόλης, εγκατέλειπαν το άστυ μέσα στη ζέστη και στον ήλιο. Κρατώντας άσπρες ομπρέλες όδευαν προς το Σκίρον, έξω από την Ελευσίνα, όπου γινόταν μια γιορτή που σημαδευόταν από τη δική της «ανομία». Η καθιερωμένη τάξη είχε εορταστικά καταλυθεί. Οι άντρες έπαιζαν ζάρια αχαλίνωτα («σκιροφόρος... ο σημαίνει τον ακόλαστον και κυβευτήν»). Και οι γυναίκες βγαίνοντας από την απομόνωση του γυναικωνίτη απείχαν από τα συζυγικά τους καθήκοντα και έτρωγαν σκόρδα για να είναι απωθητικές («εν δε τοις Σκίροις τη εορτή ήσθιον σκόροδα ένεκα του απέχεσθαι αφροδισίων, ως αν μη μύρων αποπνέοιεν»).

Σήμερα δεν υπάρχουν τα Σκίρα, μεσοδιάστημα όμως γητευτικής διάλυσης υπάρχει. Αύγουστο μήνα λαός και κυβέρνηση εγκαταλείπουν την πόλη και πάνε για μπάνια. Η Βουλή συνεδριάζει μόνο με το θερινό της τμήμα. Τα δικαστήρια αργούν και προθεσμίες αναστέλλονται. Ολόκληρη η δημόσια ζωή ακολουθεί το ρυθμό της «ραστώνης». Και στις παραλίες οι άνθρωποι γδύνονται ρούχα και προκαταλήψεις. Ο μήνας Αύγουστος είναι κάτι σαν τη γιορτή Σκίρα και όλες τις γιορτές πριν από την καινούργια χρονιά. Ο Αύγουστος όμως οδηγεί σε ένα φθινόπωρο ίσως πιο πικρό από εκείνο των παλιών εποχών. Γιατί τότε οι άνθρωποι κάθε φθινόπωρο αγωνιούσαν για όσα άγνωστα θα έρχονταν στη ζωή τους. Τώρα, κάθε φθινόπωρο, οι άνθρωποι θλίβονται για τη γνωστή ζωή τους, που δεν άλλαξε. Τον Αύγουστο είχαν ελπίσει. Τον Αύγουστο τον είχαν πιστέψει πιο μαγικό.

Γιατί όπως και να ‘χει κάποια στιγμή θα σου αποκαλυφθεί η αυθεντική μαγεία του καλοκαιριού. Κάτι σαν άνωση των πάντων μέσα στο φως. Τότε αισθάνεσαι υπεράνω, δηλαδή δυνατός. Τον Σεπτέμβριο όμως μένεις αμήχανος και όλα ξαναγίνονται ίδια. Η θλίψη του φθινοπώρου δεν έχει σχέση με δέντρα και πεσμένα φύλλα. Είναι το πένθος για τη ζωή σου που δεν άλλαξες.

Ωστόσο σιγά σιγά θα αρχίσεις να αντιδράς: βάζεις καινούργιες κουρτίνες, εισπνέεις τη μυρωδιά της παρκετίνης στο πάτωμα και στα έπιπλα και μπαίνεις στο μπάνιο με αρωματικό αφρόλουτρο. Που σημαίνει πως σαν τους δερβίσηδες στροβιλίζεσαι στις γνώριμες τροχιές του οικείου και του ασφαλούς. Κάνεις τα ίδια που έκανες χθες και που θα ξανακάνεις αύριο. Και άλλωστε τι είναι η αιωνιότητα; Η ευδαιμονία να παρατηρείς μέσα από μια εκστατική απραξία τον στροβιλισμό του κόσμου.

Ακόμα μπορείς να εξορκίσεις το μέλλον: να αγοράζεις περιοδικά με κολεξιόν και να σχεδιάζεις τι θα φορέσεις, να οργανώνεις εκδρομές, να σχεδιάζεις δουλειές. Δηλαδή να δένεις το μέλλον με γραμμές, σημειώσεις, ημερολόγια.

Κατά τα λοιπά, όσα σχέδια είχες για τη ζωή σου, όσες δυνατότητες έμειναν άπραγες, όλα αυτά μπορείς να τα κάνεις ό,τι παλιά έκανες τις χρυσόμυγες που έπιανες το καλοκαίρι: να τις κλείσεις σε ένα σπιρτόκουτο και να τις βάζεις, πού και πού, στις δύσκολες στιγμές στο αφτί σου, για να ακούς τον βόμβο.

- Τι ακούς στο σπιρτόκουτο; Οι χρυσόμυγες ψόφησαν, σου είχε πει τότε ο διπλανός σου στο θρανίο.
- Το ξέρω, αλλά έτσι θα βγάλω το χειμώνα, είχες απαντήσει.


Πατρίτσια Αδαμοπούλου
ΤΟ ΒΗΜΑ της Κυριακής, 14/11/1999

7/9/08

Αποχαιρετισμός


Την πρώτη φορά που άκουσα να μιλάνε για το Νικήτα πρέπει να ήταν το 1986 ή ίσως το 1987. Το πρώτο αξιοπερίεργο ήταν ότι αν και «Αθηναίος» (ως προς την ανατροφή) είχε επιλέξει να ζήσει εκείνους τους χειμώνες στο νησί της καταγωγής του, δηλαδή στην Ικαρία. Το δεύτερο ήταν ότι χρησιμοποιούσε ένα μέρος του χρόνου του για να διδάσκει στα πιτσιρίκια του Ευδήλου ιστιοπλοΐα – το είδος που μαθαίνουν εύκολα τα παιδάκια με εκείνα τα μικρά σκαφάκια που λέγονται Όπτιμιστ και Λέιζερ. Δεν ξέρω από πού είχε ξετρυπώσει τα σκαφάκια, αλλά για λίγο καιρό υπήρχε μια (ξεχασμένη σήμερα) ταμπέλα στο λιμάνι που έγραφε «Ναυταθλητικός Όμιλος Ευδήλου» ή κάτι τέτοιο. Θυμάμαι αμυδρά ένα-δυο τέτοιες βαρκούλες με τα πανάκια τους να κόβουν βόλτες μέχρι το Φλες και πάλι πίσω, όταν το επέτρεπε ο καιρός και οι διελεύσεις των επιβατικών και των φορτηγών πλοίων.

Τον γνώρισα προσωπικά ένα βράδι του Αυγούστου του ’88 μάλλον, όταν η ικαριακή του περιπέτεια είχε λάβει πλέον τέλος. Η αφορμή δόθηκε από ένα πάρτυ που ετοιμάζαμε (δηλαδή ετοίμαζε ο Πύραυλος δίνοντας διαταγές στους λοιπούς ακούσιους «εθελοντές») με σκοπό τη συγκέντρωση χρημάτων για τη δημιουργία δανειστικής βιβλιοθήκης στον Εύδηλο. Ο φίλος μου ο Χρήστος, μόνιμος εθελοντής ο ίδιος, με αγγάρεψε να πάμε στις Ράχες και τον Αρμενιστή για να κολλήσουμε αφίσες που θα διαφήμιζαν το πάρτυ. Αν και είχα μια εγγενή δυσανεξία προς την αφισοκόλληση, δέχτηκα την πρόσκληση ώστε να κερδίσω σε αντιστάθμισμα τη βόλτα – φημολογείτο ότι υπήρχαν ωραία κορίτσια στις Ράχες. Την κρίσιμη ώρα ωστόσο ο φίλος δεν μπόρεσε να απαλλοτριώσει το οικογενειακό Triumph – σε αντιστάθμισμα βρεθήκαμε στον «Κίτσο», ένα αρχαιοπρεπές Fiat 127 που επιστρατεύτηκε την τελευταία στιγμή και που οδηγούσε ο Νικήτας. Είχε ορίστει εθελοντής κι αυτός χωρίς να το καταλάβει, και βρέθηκε (τριαντάρης ων, άρα «μεγάλος» για τα γούστα μας) να οδηγεί δύο μουτρωμένους ψιλοάγνωστους εικοσάχρονους που κράταγαν δύο μονάκριβες αφίσες και λίγο σελοτέιπ με προορισμό το Χριστό και τον Αρμενιστή. Δεν πτοήθηκε πάντως – μας διηγήθηκε περιστατικά από τη ζωή του με τον Κίτσο στη διάρκεια του αντίξοου ικαριακού χειμώνα, και ειδικά ένα πέρασμα φουσκωμένου χειμάρρου εντός του χωματόδρομου που πήγαινε στο Καρκινάγρι, χάρη στο οποίο ορκίστηκε να μην ξανακάνει ποτέ την ίδια διαδρομή ξεμέθυστος.

Έκτοτε χαιρετιόμασταν, χωρίς ωστόσο να κάνουμε ιδιαίτερη παρέα. Θυμάμαι πάντως ένα περιπετειώδες κοινό ταξίδι προς τον Πειραιά, τον Ιούλιο του ’91. Χώθηκα τελευταία στιγμή στο ΝΑΞΟΣ, του οποίου είχε κολλήσει ο καταπέλτης και δεν άνοιγε. Είχε βρωμόκαιρο για την εποχή – το πλοίο κουνιόταν και έτριζε άσχημα μεταξύ Ικαρίας και Μυκόνου και οι λιγοστοί επιβάτες τα χρειάστηκαν. Έκατσα μαζί με το Νικήτα που ήταν ο μόνος που ήξερα από μια παρέα αγνώστων που περιελάμβανε εκτός από τον ίδιο μια οικογένεια μάλλον. Οι άγνωστοι είχαν πανικοβληθεί παρά τις διαβεβαιώσεις του Νικήτα ότι ο καιρός ήταν τοπικός και μετά τη Μύκονο θα έστρωνε. Όταν φτάσαμε στη Σύρο, η οικογένεια εγκατέλειψε το πλοίο αφήνοντάς του τα κλειδιά του αυτοκινήτου της με την εντολή να το βγάλει στον Πειραιά – μάταια προσπαθούσε να τους πει ότι είχε ήδη να βγάλει το δικό του.

Το δεύτερο μισό του ταξιδιού ήταν σαφώς γαλήνιο και πολύ πιο ενδιαφέρον. Με ρώτησε αν ξέρω να οδηγάω (δεν ήξερα) και τον ρώτησα αν μπορούσε να με πάει σπίτι με ένα από τα δύο του πλέον αυτοκίνητα (μπορούσε). Μιλήσαμε για τα πλεονεκτήματα που είχε το κάπνισμα πίπας έναντι των τσιγάρων, μετά η κουβέντα πέρασε στο γιατί δεν ζαλιζόμασταν από τα κύματα - ο ίδιος δεν ζαλιζόταν ως έμπειρος ιστιοπλόος. Μου ανέφερε τα σχέδιά του να φτιάξει ένα καΐκι για να ψαρεύει τούνες που θα εξήγαγε στην Ιαπωνία για να γίνουν σούσι. Κάπου εκεί μπήκε στην κουβέντα ένας παρατυχών μεσήλιξ που τσίμπησε από την κουβέντα με τα σκάφη και άρχισε μια ιστιοπλοϊκή συζήτηση που κράτησε ώρες και επεκτάθηκε στη βιομηχανία εκτροφής κοτόπουλων, τα χαρίσματα των Γερμανίδων (πολλά) και τα ελαττώματά τους (πιο πολλά), την Ολυμπιακή Αεροπορία επί Ωνάση και άλλα διάφορα, μέχρι που κάπου έξω από το Σούνιο το πλοίο άρχισε να κόβει βόλτες γύρω από ένα μηχανοκίνητο cruiser που η μηχανή του δεν έπαιρνε μπρος και είχε μείνει ακυβέρνητο και προφανώς είχε εκπέμψει mayday. Σε βοήθειά του είχαν σπεύσει δύο ιστιοπλοϊκά και εμείς – ο μεσήλιξ καταφέρθηκε αποφασιστικά εναντίον της ασχετοσύνης διαφόρων νεόπλουτων που παίρνουν τα cruiser για τις γκόμενες (το τόνισε) και δε νιώθουν να βάλουν μπρος τη μηχανή. Κάπου τότε η μηχανή πήρε μπρος και το σκάφος έφυγε υπό τα θυμωμένα βλέμματα (και ορισμένα φάσκελα) των επιβατών του ΝΑΞΟΣ που είχαν χάσει μια-μιάμιση ώρα για το τίποτα. Ο μεσήλιξ κορδώθηκε όλο ικανοποίηση («βλέπετε, σας τα ‘λεγα εγώ») και άρχισαν μια ακόμα ιστιοπλοϊκή συζήτηση που έληξε με θερμό αποχαιρετισμό στον Πειραιά. Ο Νικήτας με πήγε σπίτι όπως μου υποσχέθηκε, με σοβαρό κίνδυνο να μείνει από βενζίνη στη μέση της παραλιακής.

Από όσο ξέρω, τα αλιευτικά του σχέδια δεν ευοδώθηκαν. Κάτι οι προστριβές με το συνεταίρο του στον οποίο κατέληξε το καΐκι, κάτι οι τούνες που εξαφανίστηκαν από το Αιγαίο πρόωρα, κάτι η οικογένεια που είχε φτιάξει στο μεταξύ, το γεγονός ήταν ότι τα σχέδια ναυάγησαν και οι επισκέψεις του πλέον σπάνιζαν ή τέλος πάντων δε συντονιζόμασταν και τόσο και τον έβλεπα αραιά και που. Αρχίσαμε να συμπίπτουμε μόνο σχετικά πρόσφατα – θυμάμαι να επιστρέφουμε ως άσχετες παρέες μισομεθυσμένοι από μια μάζωξη της ευρείας οικογένειας Μαυρογιώργη στο Δρούτσουλα (κανείς μας δεν έχει αυτό το επίθετο, αλλά πάντα υπάρχει μια αφορμή να πιεις καλό κρασί) και να σμίγουμε στην κατηφόρα ψάχνοντας τα παρκαρισμένα μας αυτοκίνητα. Κάπου τότε είπαμε (βοηθούντος και του κρασιού) ότι αφού συμπαθιόμαστε τόσο ώστε να είμαστε «παρ’ ολίγον φίλοι», θα έπρεπε να κάνουμε πιο πολύ παρέα, δεν θα έπρεπε;

Δεν ήταν και πολύ εύκολο τελικά. Βρεθήκαμε μερικές φορές (η φωτογραφία είναι από μία απ’ αυτές), πιο πολύ τυχαία παρά σχεδιασμένα. Θυμάμαι που τον είχα συναντήσει οικογενειακώς στις αντιπολεμικές διαδηλώσεις του 2003, καθώς και κάτι μικροπολιτικές ψευτοκοντρίτσες με τις οποίες τον πείραζα, καθώς υποστηρίζαμε μάλλον τα ίδια πράγματα αλλά από διαφορετικές αφετηρίες. Θυμάμαι τη διαρκή μυρωδιά του καπνού της πίπας του και κάμποσες διάσπαρτες κουβέντες για την Ικαρία, για την ιστιοπλοΐα, για τον πρώτο και το δεύτερο κύκλο του σήριαλ Lost και τον τρίτο που κατέβαζε από το Διαδίκτυο και έβλεπαν οικογενειακώς. Θυμάμαι την περιγραφή ενός ταξιδιού με ένα (παρατημένο) σκάφος που τον έστειλαν να περιμαζέψει (κατά τη διάρκεια της θητείας του στο Ναυτικό το 1981) και πως έφτασε σε έναν ερημωμένο ναύσταθμο την επομένη των εκλογών, καθώς και την υπόσχεσή μου ότι μόλις μάθω ιστιοπλοΐα θα νοικιάσουμε ένα σκάφος μαζί για να κάνουμε βόλτες. Θυμάμαι και μια νύχτα του 2006 μάλλον, όπου συνάντησα την κόρη του στην πλατεία του Ευδήλου κατά τις δυόμιση, η οποία αναφώνησε «α, εδώ είστε;» (ο πληθυντικός με ισοπέδωσε), «θα φωνάξω το μπαμπά, είναι σπίτι και δουλεύει». Αναρωτήθηκα τι δουλειά μπορεί να κάνει κανείς καλοκαιριάτικα, μεταμεσονυκτίως, σπίτι του.

Ο Νικήτας κατέφθασε τρεις παρά τέταρτο και μου εξήγησε ότι τα τελευταία χρόνια έκανε μεταφράσεις. Ρώτησα τι μετέφραζε – μου είπε κάποιους άγνωστους σε εμένα τίτλους και συγγραφείς. Μου διευκρίνησε ότι ήταν Επιστημονική Φαντασία. Το είδος με άφηνε (και με αφήνει) αδιάφορο – ο Νικήτας αφιέρωσε κάμποσο χρόνο και επιχειρήματα στο να με πείσει για τη λογοτεχνική αξία του Ασίμωφ, του Άρθουρ Κλαρκ και της Ούρσουλα Λε Γκεν. Λίγες μέρες αργότερα κατέφθασε στην Ικαρία ο φίλος μου ο Θανάσης, μέγας θαυμαστής των παραπάνω. Τακιμιάσανε με το Νικήτα σε δευτερόλεπτα, αντάλλαξαν απόψεις και email και ο Νικήτας δεσμεύτηκε να του στείλει κάποιες αδημοσίευτες μεταφράσεις του να τις δει.

Ήταν ο Θανάσης που με ψύλλιασε κάτι μήνες αργότερα. Είχαν ανταλλάξει μερικά μηνύματα το φθινόπωρο, αλλά κάποια στιγμή η ροή σταμάτησε μονομερώς – ο Νικήτας δεν απαντούσε. Ο Θανάσης με έβαλε να το ψάξω, και ρώτησα κάποιους κοινούς γνωστούς όταν βρέθηκα στην Αθήνα (είχα αρχίσει πια να ζω στην Κρήτη). Τα νέα ήταν άσχημα – ο Νικήτας ήταν άρρωστος, πολύ άρρωστος. Ρώτησα από τι – πήρα εκείνες τις μπερδεμένες απαντήσεις που δίνουν οι άνθρωποι όταν δε θέλουν να πουν μια απευκταία λέξη.

Μετά δεν έμαθα πολλά νέα - ή τα μάθαινα σαν το «σπασμένο τηλέφωνο», ανάκατα και αποσπασματικά. Πάντως γύρω στο Πάσχα μου είπαν ότι ο Νικήτας είναι καλά και ότι το έχει ξεπεράσει. Έμεναν μόνο κάτι λεπτομέρειες, μια μικρολοίμωξη στο αναπνευστικό από άσχετη αιτία. Μόλις γινόταν καλά και απ’ αυτό θα έκανε μια μεταμόσχευση και θα συνέχιζε τη ζωή του φυσιολογικά. Κάπου τότε έκανα τα μαθήματα ιστιοπλοΐας – σκέφτηκα ότι ίσως εκείνο το παλιό σχέδιο για το ταξίδι να μην ήταν οριστικά ματαιωμένο τελικά. Το καλοκαίρι ξαναρώτησα – μου είπαν τα ίδια πράγματα που μου είχαν πει το Πάσχα. Μόνο που χρόνιζε εκείνη η λοίμωξη.

Σήμερα το πρωί τηλεφώνησε η μάνα μου από τον Εύδηλο. Ανάμεσα στα νέα της οικογένειας, τις ευχές και τις συμβουλές, μου είπε και το μαντάτο. Ο πιο καλός «παρ’ ολίγον φίλος» μου είχε σαλπάρει, οριστικά πια. Ήταν 52 χρονών.

Αντίο, φίλε. Καλό σου ταξίδι.

5/9/08

Του λιμανιού και του σαλονιού

Το μεγαλύτερο μέρος του Αυγούστου το πέρασα στην Ικαρία. Αυτό δεν είναι είδηση (το αντίθετο θα ήταν, μάλλον). Αυτό όμως που σίγουρα ήταν Η είδηση το καλοκαίρι στο νησί μας (και ιδίως στον Εύδηλο) ήταν τα σχέδια για το μπάζωμα (ή κατ' άλλους την επέκταση) του λιμανιού, και - κυρίως - οι αντιδράσεις στα σχέδια αυτά.

Άποψη του Ευδήλου από το πλοίο στο λιμενοβραχίονα (2003). Αριστερά φαίνονται τα εν εξελίξει έργα κατασκευής του υπήνεμου μώλου (σήμερα έχουν σχεδόν ολοκληρωθεί). Τα διάσπαρτα μπλόκια που είναι ποντισμένα δεξιά σήμερα έχουν απομακρυνθεί. Η περιοχή ανάμεσα στον υπήνεμο μώλο και τα μπλόκια προορίζεται για μπάζωμα. (τη φωτογραφία τράβηξε ο Σπύρος Μ.).

Από τότε που θυμάμαι το εαυτό μου (που σημαίνει τριανταπέντε χρόνια και βάλε) το λιμάνι του Ευδήλου είναι διαρκώς υπό κατασκευήν. Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του '70, τα πλοία της εποχής, το ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΣΑ (που δεν το θυμάμαι) και το ΜΑΡΙΛΕΝΑ (που το θυμάμαι αμυδρά και σίγουρα δεν ήταν ferry-boat) δεν έδεναν στο λιμάνι. Από το μικρό όρμο που είναι η σημερινή πλατεία, ξεμύτιζαν κάτι βάρκες παντός καιρού που πλεύριζαν το καράβι και κατέβαζαν τους επιβάτες και τα υπάρχοντά τους (βαλίτσες, μπόγους, καλάθια, κατσίκες ζωντανές), ενίοτε με το στανιό, καθώς οι ατρόμητοι βαρκάρηδες ανταγωνίζονταν λυσσασμένα ποιος θα φορτώσει τους περισσότερους. Η διαδικασία εμπεριείχε μια γερή δόση τυχαιότητας, και έχουν αναφερθεί περιπτώσεις όπου αποσκευές (κάποτε και επιβάτες) πλατσούριζαν εν τέλει στα νερά, ειδικά άμα είχε φουρτούνα. Κάπου στα μέσα της δεκαετίας θυμάμαι το ΜΙΑΟΥΛΗΣ να πλευρίζει σε μια μικρή προβλήτα που βρίσκεται εσωτερικά του σημερινού μώλου, και να ξεφορτώνει αποσκευές με το βίντσι (ενδεχομένως και αυτοκίνητα, αν και μου έχουν πει ότι υπάρχει φωτογραφία που δείχνει φόρτωμα ή ξεφόρτωμα γαϊδάρου που φοράει παντελόνι στα πίσω πόδια και ψαθάκι στο κεφάλι, αλλά αυτό μπορεί να είναι και τυπικό ικαριακό παραμύθι). Στην ίδια προβλήτα ξεφόρτωνε και το ΕΛΛΗ που ήταν νομίζω και οχηματαγωγό.

Φωτογραφία του Ευδήλου της δεκαετίας του '70 που αλιεύθηκε στην ιστοσελίδα http://www.flickr.com/groups/ikaria/pool/ και την έχω χρησιμοποιήσει και σε μια παλιότερη ανάρτηση. Φαίνονται τα μπλόκια γύρω-γύρω στην πλατεία.

Για κάμποσα χρόνια γύρω-γύρω στην πλατεία (όπως φαίνεται στην ασπρόμαυρη φωτογραφία άνωθεν) υπήρχαν τοποθετημένα τα μπλόκια που θα χρησιμοποιούντο για την κατασκευή του κυρίως λιμένα. Κάποτε φτιάχτηκε το μεγαλύτερο μέρος του σημερινού κυματοθραύστη και ο προσήνεμος μώλος που δένουν τα πλοία μέχρι σήμερα - έχει τύχει να αναφέρω εδώ με μια άλλη αφορμή κάτι χαριτωμένα περιστατικά από αυτή την κατασκευή. Θυμάμαι τον πρώτο κατάπλου επιβατηγού-οχηματαγωγού πλοίου στον Εύδηλο μετά από πολύ καιρό που η επικοινωνία ήταν εφικτή μόνο μέσω Αγίου Κυρήκου. Ήταν το ΙΚΑΡΟΣ, που κατέφθασε ένα σημαδιακό απόγευμα σφυρίζοντας διαρκώς από τον Αρμενιστή ακόμα, ανάμεσα σε καμπάνες που χτυπούσαν και αλαλαγμούς του συγκεντρωμένου πλήθους. Οι επιβάτες έτυχαν υποδοχής αντίστοιχης με αυτών που γύριζαν από την εξορία μετά τη χούντα - μόνο στους ώμους δεν τους σήκωσαν. Ήταν το "δικό μας" πλοίο, μαζί με το ΣΑΜΑΙΝΑ, το πλοίο της "δικής μας" εταιρίας λαϊκής βάσης που θα έσπαγε την απομόνωση του νησιού.

Η εταιρία φαλίρισε τάχιστα, αν και το ΙΚΑΡΟΣ μας συντρόφεψε κάμποσα καλοκαίρια μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του '80. Στις αρχές της πάντως προλάβαμε να εξασκηθούμε κάμποσο σε βουτιές από την προβλήτα, καθώς το μόνο άλλο καραβάκι που έκανε αραιά και που την εμφάνισή του ήταν το εμπορικό "ΚΑΛΗ ΑΡΧΗ" που κουβάλαγε τσιμέντα και τούβλα και μπουκάλες υγραερίου. Άλλα πλοία ανέλαβαν δράση και καθώς το νησί γινόταν σιγά σιγά τουριστικός προορισμός και η κίνηση αυξανόταν, γινόταν επίκαιρη η συζήτηση για την πιθανή επέκταση του λιμανιού ώστε να μην το πιάνουν οι βορειανατολικοί άνεμοι (ο γραίγος, για τους τακτικούς αναγνώστες του ιστολογίου) και να μπορούν να παραμένουν προστατευμένα τα πλοία.

Φυσικά, σχέδια υπήρχαν άφθονα, λεφτά δεν υπήρχαν. Όντας τμήμα μιας περιφέρειας (Βορείου Αιγαίου) από τις φτωχότερες της χώρας, και μάλιστα σαφώς το φτωχότερο κομμάτι της (πίσω από Λέσβο, Χίο, Σάμο), με εμφανή ανταγωνισμό για πόρους τόσο με τα άλλα νησιά αλλά όσο και ανάμεσα στη σοφράνο (Βόρεια) και τη σταβέντο (Νότια) πλευρά της, η Ικαρία κατέληγε πάντα με τα ψίχουλα του τραπεζιού των χρηματοδοτήσεων. Έτσι, τα τελευταία είκοσι χρόνια, είδαμε μόνο μια μικρή επέκταση του λιμενοβραχίονα κατά 100 μέτρα (από τα 300 που είχαν σχεδιαστεί αρχικά, λόγω έλλειψης πιστώσεων, βέβαια), την οποία μάλιστα πέρσι το χειμώνα μισοέσπασε εδώ κι εκεί το κύμα ή η αστοχία υλικού, κατά μερικούς (αστοχία μυαλού, κατ' άλλους).

Άποψη της εξωτερικής πλευράς του λιμενοβραχίονα από την άκρη προς τον Κόφινα. Ορισμένα από τα μπλόκια που χρησιμοποιήθηκαν για την πιο πρόσφατη επέκταση έχουν πάρει κλίση και σε ένα δυο σημεία έχουν αποχωριστεί, δημιουργώντας μερικά κενά στην επιφάνεια. Ατυχία, αστοχία υλικού, ή απλώς τσαπατσούλικη δουλειά; (Φωτογραφία Β., 2008)

Η σημαντικότερη μέχρι πριν λίγους μήνες εξέλιξη υπήρξε η (σχεδόν ολοκληρωμένη σήμερα) κατασκευή ενός υπήνεμου μώλου στην απέναντι πλευρά (δεξιά της σημερινής πλατείας, αριστερά στη φωτογραφία στην κορυφή της ανάρτησης), μαζί με έναν υπό κατασκευή ανισόπεδο δρόμο πρόσβασης, που θα επιτρέψει την κυκλοφορία οχημάτων παρακάμπτοντας την πλατεία, χωρίς να απαιτούνται τα σημερινά άθλια μποτιλιαρίσματα τόσο στο στενό δρομάκι που υποτίθεται ότι εξυπηρετεί τώρα την κίνηση όσο και στην ευρύτερη περιοχή, ειδικά τους θερινούς μήνες.

Μέχρι εδώ καλά - όλοι ευχαριστημένοι. Το πρόβλημα δημιουργήθηκε όταν ξαφνικά (ή όχι και τόσο ξαφνικά) έγινε ευρέως γνωστό ότι έχει ενταχθεί στο πρόγραμμα "Αλιεία" του 3ου Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης μια πίστωση για την κατασκευή αλιευτικού καταφυγίου μέσα στο λιμάνι. Τα σχέδια του καταφυγίου (για το οποίο αυτό καθεαυτό επίσης δεν υπάρχει η παραμικρή αντίρρηση) περιελάμβαναν και μια παράμετρο που δεν φαίνεται να είχε αξιολογηθεί και τόσο αρχικά: την επέκταση κατά πλάτος (δηλαδή το μπάζωμα) της σημερινής πλατείας, αλλού κατά δέκα μέτρα, αλλού κατά είκοσι, αλλού κατά τριάντα. Η αιτιολόγηση της επιλογής αυτής υπήρξε κάπως ασαφής: άλλοι έλεγαν ότι είναι απαραίτητη για λόγους αύξησης του βάθους του "καταφυγίου" (ώστε εν τέλει να εξελιχθεί σε μαρίνα για σκάφη αναψυχής), άλλοι για λόγους επέκτασης του δρόμου που οδηγεί στον προσήνεμο μώλο ώστε να γίνει διπλής κατεύθυνσης (παραλείποντας ωστόσο ότι μετά το πέρας του προτεινόμενου μπαζώματος και για κάμποσες δεκάδες μέτρα μέχρι το μώλο ξαναγίνεται το στενό φιδωτό δρομάκι που πάντα ήταν) και άλλοι τέλος αναφέρθηκαν στην ανάγκη δημιουργίας επιπλέον χώρου είτε για τραπεζοκαθίσματα είτε για πάρκιγκ (αξιέπαινες δραστηριότητες, πλην χωρίς ιδιαίτερη σχέση με αλιεία και λιμάνια παρόλα αυτά).

Φυσικά προκλήθηκαν αντιδράσεις, που οργανώθηκαν τελικά γύρω από ένα κοινό κείμενο (μπορείτε να το διαβάσετε εδώ) και μια διαδικασία συλλογής υπογραφών που τον Ιούλιο ήταν περίπου 300 αλλά τέλη Αυγούστου ήταν κάπου 800 - για ένα χωριό με αισθητά λιγότερους μόνιμους κατοίκους τα παραπάνω νούμερα είναι σημαντικά, ακόμα και αν περιλαμβάνουν ικανό αριθμό μη μόνιμων. Δεν είναι το θέμα της ανάρτησης και δεν θα χρησιμοποιήσω το ιστολόγιο για να αναλύσω τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς, που συχνά ήταν σοβαρά και συγκροτημένα εκατέρωθεν (έχοντας φίλους κι από εδώ κι από κεί, πέρασα πολλές ώρες συζητώντας το θέμα ιδιωτικώς). Θα επισημάνω απλώς ότι η αντίδραση φέρνει και κόντρα αντίδραση, και με δεδομένη την παραδοσιακή κουλτούρα διαλόγου που μας χαρακτηρίζει ως Καριώτες και ως Έλληνες, σύντομα όλοι ήτανε μαλλιά-κουβάρια.

Έτσι, σε πολλές συζητήσεις που παρακολούθησα σε σπίτια και καφενεία και πλατείες, αλλά και σε ανοιχτές εκδηλώσεις που οργανώθηκαν, ακούστηκαν διάφορα χαριτωμένα πράγματα ένθεν-κακείθεν, όπως ότι δεν είναι δυνατόν ο Δήμαρχος του Κόμματος (ένα είναι το Κόμμα), να δέχεται λεφτά από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ότι δε χρειάζεται αλιευτικό καταφύγιο διότι δεν υπάρχουν ψαράδες, ότι αυτοί που δεν το θέλουν είναι τρομοκράτες-οικολόγοι, ότι αυτοί που το θέλουν έχουν προσωπικό συμφέρον διότι πουλάνε μπάζα για το μπάζωμα, ότι οι οικολογούντες είναι οι νεκροθάφτες του Ευδήλου, ότι οι μελετητές του έργου είναι οι νεκροθάφτες του Ευδήλου, ότι όσοι αντιδρούν εξυπηρετούν συμφέροντα άλλων χωριών (κατά το άλλων χωρών, μάλλον), ότι οι υποστηρικτές του έργου θα πάρουν μίζες, ότι οι αντίπαλοι του έργου είναι υποκινούμενοι (υπονοείται κόμμα ανταγωνιστικό του ενός Κόμματος), ότι η μελέτη είναι παρωχημένη/ανύπαρκτη/για τα μπάζα, ότι το διακινούμενο κείμενο με τις υπογραφές είναι βλακείες/κωλόχαρτο/για τα μπάζα, ότι δεν ξέρετε τι σας γίνεται (αμφότεροι) κλπ. Το πράγμα σε κάποιες περιπτώσεις έγινε ελαφρώς γραφικό (π.χ. "είμαι ναυτικός και ξέρω πώς γίνονται τα λιμάνια" ή "είστε απόγονοι αυτών που πήραν τις μίζες επί τουρκοκρατίας και δεν άφησαν να γίνει το λιμάνι τότε" ή "άμα δεν γινόντουσαν έργα θα ζούσαμε ακόμα σε σπηλιές") ή εξελίχθηκε σε χοντράδες επί προσωπικού ("εσύ έφτιαξες οικόπεδάκι πάνω στο μπάζωμα, τι μιλάς τώρα", "εσύ είσαι αγράμματος και να σκάσεις", "εσύ έχεις φτιάξει τριώροφο και μας το παίζεις οικολόγος;") ή σε περισπούδαστες ιδεολογικές τοποθετήσεις ("είναι επαναστατικό καθήκον να ...", "όχι στην παντοκρατορία των ειδημόνων").

Ήταν περίπου αδύνατον να βγεις βόλτα χωρίς να αντιμετωπίσεις την ερώτηση "εσύ με ποιους είσαι;" Πέτυχα άπειρους καβγάδες εν μέση οδώ, οικογένειες που τα μέλη τους διαπληκτίζονταν στο οικογενειακό τραπέζι, μια γενικευμένη καχυποψία ανάλογα με την εικαζόμενη τοποθέτησή σου. Προσωπικά δεν κρύβω ότι βλέπω με περισσότερη συμπάθεια τα επιχειρήματα της πλευράς που αντιδρά στο έργο (ωστόσο όχι ΟΛΑ της τα επιχειρήματα, γι' αυτό και η υπογραφή μου δεν περιλαμβάνεται στον κατάλογό τους). Κατανοώ όμως σε κάποιο βαθμό και τη λογική εκείνων που αντιλαμβάνονται το έργο ως έχει (με το μπάζωμα) σαν "πρόοδο" για το ταλαιπωρημένο νησί τους - έτσι έχουμε μάθει επί γενιές να σκεφτόμαστε, και οι ευαισθησίες για το περιβάλλον είναι χαρακτηριστικό περισσότερο των κατοίκων των πόλεων μάλλον παρά της υπαίθρου. Ίσως γι' αυτό το λόγο οι αντιμαχόμενοι το μπάζωμα είναι κυρίως "καλοκαιρινοί" κάτοικοι, ενώ οι υποστηρικτές ίσως λίγο πιο "χειμωνιάτικοι". Ίσως γι' αυτό επίσης η δημοτική πλειοψηφία (βασικοί εισηγητές του μπαζώματος και ένθερμοι υποστηρικτές του) προς το παρόν σιωπά περιμένοντας "να φύγουν οι καλοκαιρινοί" και να υπάρξουν ευνοϊκότεροι συσχετισμοί για να γίνουν τα πράγματα όπως έχουν σχεδιαστεί.

Δεν ξέρω τι θα γίνει τελικά. Κάπου μου αρέσει που ένας κόσμος συζητάει και παθιάζεται για θέματα που αφορούν την ποιότητα ζωής μάλλον παρά την τσέπη του. Βέβαια δε με χαροποιεί πάντα η ποιότητα του διαλόγου - ειδικά όταν όσοι αντιδρούν στο έργο θεωρούνται λιγότερο Καριώτες ή άνθρωποι "του σαλονιού" και αντίστροφα όσοι το υποστηρίζουν "υποψήφιοι μιζαδόροι" ή συλλήβδην "πρωτόγονοι". Χαίρομαι όμως που υπάρχει η κουβέντα - κι ας εκτοξεύονται και κουταμάρες πότε πότε. Υποψιάζομαι βέβαια ότι με βάση τη λαμπρή παράδοση τόσο της κεντρικής εξουσίας όσο και των τοπικών αρχών της νήσου στο να αφουγκράζονται τις ανησυχίες των πολιτών, οι αντιδράσεις θα λάβουν εν τέλει την αρμόζουσα θέση κάπου ανάμεσα στα παλαιότερα των υποδημάτων και τον κάλαθο των αχρήστων. Φυσικά αυτό δεν θα είναι το τέλος της ιστορίας - όπως διδάσκει η ανάλογη εμπειρία της Νάξου και άλλων περιοχών της χώρας, κάποιοι ενδέχεται να κινηθούν νομικά και να μπλοκάρουν το έργο με προσφυγές και ασφαλιστικά μέτρα, αψηφώντας ενδεχόμενες αντιδράσεις ή ακόμα και απειλές (αλλού έχουν γίνει και αυτά και δεν ξέρω γιατί θα τα γλυτώναμε εμείς).

Εύχομαι (αν και δεν το πιστεύω) να βρεθεί μια ενδιάμεση λύση που να επιτρέπει την κατασκευή του καταφυγίου (και την εκταμίευση του συνόλου των χρημάτων) χωρίς να επιβάλλει το μπάζωμα και να θίγει την παραδοσιακή φυσιογνωμία του λιμανιού, εκτονώνοντας την υπάρχουσα αντιπαράθεση. Βέβαια οι ενδιάμεσες, συμβιβαστικές λύσεις, έχουν το μειονέκτημα ότι προϋποθέτουν ανθρώπους έτοιμους να συμβιβαστούν (και να απωλέσουν ένα τμήμα έστω των ωφελημάτων που θα είχαν αν επικρατούσε ολοσχερώς η δική τους άποψη). Αλλά γνωρίζοντας απέξω-απέξω το πώς σκέφτονται οι εμπλεκόμενοι, δεν τρέφω ιδιαίτερες αυταπάτες. Απλά εκφράζω την ελπίδα το θέμα αυτό να μην ανοίξει πληγές που δεν κλείνουν - είμαστε που είμαστε κάτι λίγοι σ' αυτό τον τόπο, μη γίνουμε κι από δυο χωριά στο τέλος.

Στο κάτω κάτω, από την προβλήτα του λιμανιού μάλλον δεν πρόκειται να ξαναβουτήξουμε πια.

3/9/08

Τέλος εποχής


Η φωτογραφία απεικονίζει μια όψη του λιμανιού (ή πλατείας) του Ευδήλου το απόγευμα της 1ης Σεπτεμβρίου 2008. Μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι και οι υπόλοιπες όψεις ήταν παρόμοιες: ψυχή δεν κυκλοφορούσε. Κάτι που τα μεγάλα πλήθη είχαν αναχωρήσει την προηγουμένη, κάτι που είχε βάλει μια ψυχρούλα, κάτι που νυχτώνει νωρίτερα πια, ακόμα και οι λίγοι εναπομείναντες δεν ξεμύτισαν, φαίνεται.

Βρέθηκα με δυο φίλες στο καφενείο - δεν υπήρχαν άλλοι πελάτες. Ήπιαμε δυο ούζα και μιλήσαμε λίγο για τα σχέδια για τον επερχόμενο χειμώνα. Τους είπα να πάμε για μπάνιο - δεν τις ενθουσίασε η ιδέα. Η μία πήγε να ετοιμάσει τα πράγματά της για τη βραδινή αναχώρηση, η άλλη πήγε για φαγητό που είχε μαγειρέψει η μαμά της. Έκανα την ανάγκη φιλοτιμία και περπάτησα μέχρι την κοντινή παραλία του Φλες. Όταν κατέβηκα είδα δύο ακόμα λουόμενους στην άλλη άκρη - η μία με χαιρέτησε απο μακριά αλλά λόγω μυωπίας δεν κατάφερα να ξεχωρίσω ποια ήταν.

Έκανα μια γρήγορη βουτιά. Η θάλασσα ήταν μάλλον ζεστή και εξαιρετικά διαυγής. Κάθησα για λίγο στην πετρωμένη παραλία (η άμμος έχει πήξει και έχει φτιαχτεί ένα ψαμμιτικό πέτρωμα τα τελευταία χρόνια). Σκέφτηκα να διαβάσω λίγο, αλλά δεν είχα και πολύ κέφι τελικά. Περπάτησα πάλι προς το χωριό, και έκανα μια δεύτερη βόλτα στην πλατεία. Βρήκα δυο-τρεις να κάθονται εδώ κι εκεί. Τα μαγαζιά με τα ρούχα στο πλακόστρωτο έγραφαν ακόμα "εκπτώσεις" αλλά ήταν κλειστά. Νύχτωνε σιγά σιγά.

Ξανακατέβηκα κατά τις έντεκα με τα μπαγκάζια μου. Το πλοίο θα ερχόταν να μας πάρει κατά τη μία. Οι τελευταίοι των τελευταίων της παρέας (δηλαδή όσοι δεν βρήκαμε έγκαιρα εισιτήριο για την Κυριακή) υποτίθεται ότι θα φεύγαμε το βράδι της Δευτέρας. Τελικά μαζευτήκαμε τέσσερις - οι δύο μας δήλωσαν ότι θα έμεναν τελικά άλλη μια μέρα γιατί και της Δευτέρας τα εισιτήρια είχαν εξαντληθεί. Άλλο που δε θέλανε... Οι άλλοι δύο έπρεπε να φύγουμε, έτσι κι αλλιώς.

Δεν κοιμήθηκα στο πλοίο - είχε πολύ κόσμο και πολλή φασαρία. Το πρωί άφησα δυο πραγματάκια που κουβάλαγα προς εναπόθεση στο πατρικό μου, έκανα μεταβολή και έφυγα για Ηράκλειο. Έφτασα στη δουλειά μεσημέρι - χαιρέτησα, με χαιρέτησαν, πήρα το αμάξι που είχα παρκάρει εκεί και ξαναγύρισα σπίτι. Μέτρησα ένα πλοίο, ένα αεροπλάνο, ένα τραίνο (του ΗΣΑΠ), δύο "shuttle" λεωφορεία (λιμάνι - αεροδρόμιο), τρία κανονικά λεωφορεία στην Αθήνα και ένα ακόμα στο Ηράκλειο, ένα ταξί και ένα ΙΧ σε περίπου δεκατρείς ώρες. Όχι κι άσχημα για πρώτη μέρα.

Πριν με πάρει ο ύπνος, αναρωτήθηκα αν την ώρα εκείνη οι δύο εναπομείνασες της παρέας ετοίμαζαν τα πράγματά τους για τη δική τους αναχώρηση. Και θυμήθηκα πώς είχαμε πριν λίγες ώρες αποχαιρετιστεί στη μικρή πλατεία του πλακόστρωτου, με εκείνη την ευχή που χρησιμοποιούμε χρόνια τώρα για να ξορκίσουμε τον επερχόμενο χειμώνα:

- Καλό αποκαλόκαιρο.

Καλό αποκαλόκαιρο και σε σας, αναγνώστες μου.