ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


20/4/17

Λαμπροδευτέρα με φρικασέ

Οδική σήμανση προς Ποταμό, με μια δόση υπερβολής. (Φωτό Ροβυθέ, Αύγουστος 2010).

Για κάποιους λόγους χρειάστηκε φέτος να διακόψω το σερί κι έτσι μετά από 33 συνεχή χρόνια έκανα Πάσχα στην Αθήνα. Από αυτά τα 33 Πάσχα, με εξαίρεση ένα που ήμουν νεοσύλλεκτος στο στρατό, όλα τα υπόλοιπα τα είχα κάνει στην Ικαρία. Κατά τεκμήριο «οικογενειακά», αλλά όχι πάντα, καθώς υπήρχαν χρονιές που οι γονείς και τα αδέλφια μου (ή κάποια από τα αδέλφια) δεν πήγαιναν στο νησί, ωστόσο ο Βενιαμίν (ή εν προκειμένω ο Βασιλάκης) έβρισκε τον τρόπο ή την αφορμή να πάει.

Μια τέτοια χρονιά ήταν και το 1987, αν θυμάμαι καλά (βέβαια δοθείσης και της τριακονταετίας που μεσολάβησε δεν είναι και σίγουρο ότι θυμάμαι καλά). Στην ηλικία των δεκαεννέα άρτι συμπληρωμένων τότε, δευτεροετής φοιτητής, σκεφτόμουν ότι το ταξίδι είναι μεγαλύτερη ανταμοιβή από τον προορισμό, και είχα ήδη δοκιμάσει τις δυνάμεις μου σε μοναχικές (δηλαδή άνευ οικογενείας) εξορμήσεις στην Ικαρία τα προηγούμενα και προ-προηγούμενα Χριστούγεννα, άρα σε σαφώς πιο αντίξοες συνθήκες από ό,τι το αναλογικά πιο ήπιο (μετεωρολογικώς τουλάχιστον) Πάσχα. Ο τόπος φάνταζε φιλικός και οικείος στην ανοιξιάτικη εκδοχή του, το σπίτι πιο ανθρωπινό (καίτοι εν πολλοίς οικοδομή ακόμα), χώρια η ακλόνητη πίστη στην καλωσύνη των ξένων ή τέλος πάντων του ευρύτερου σογιού και ειδικότερα μιας πρώτης ξαδέλφης που έμενε δίπλα η οποία θα εξασφάλιζε το κατσικάκι ημών το επιούσιον όταν με το καλό έφτανε η Ανάσταση.

Θυμάμαι αμυδρά να ταξιδεύω Μεγάλη Τετάρτη σε ένα κατάφορτο πλοίο (αλλά αυτή η ανάμνηση μπορεί και να έχει ανακατευτεί με τριανταμία παρεμφερείς αναμνήσεις πριν και μετά, οπωσδήποτε...) και στο ίδιο πλοίο να ταξιδεύουν φίλοι και γνωστοί. Δεν θυμάμαι πια με λεπτομέρειες πώς ακριβώς πέρναγαν οι μέρες, αλλά ανακαλώ κάτι γουρούνες (Σ.Σ. βαρελότα...) που σκάγαμε με τον κολλητό μου το Χρήστο στην πλατεία του Ευδήλου, που τα χρόνια εκείνα ήταν ακόμα κάπως σκοτεινή και ερημική, με λιγότερα μαγαζιά και χωρίς τη μεταγενέστερη πλακόστρωση. Αδυνατώ να θυμηθώ πού έφαγα το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου ή την Κυριακή του Πάσχα (ίσως στην ξαδέλφη, ίσως σε κάποιο από τα αδέλφια της μάνας μου), θυμάμαι όμως την πρόσκληση από τη Μοσχούλα, τη μητέρα του Χρήστου να πάω τη Δευτέρα σπίτι τους για φρικασέ.

Δεν ήμουν απολύτως βέβαιος τι αφορούσε η πρόσκληση, καθότι η λέξη (και η έννοια) «φρικασέ» ήταν ψιλοάγνωστη στο δικό μας σπίτι, αλλά ο έτερος κολλητός, ο Νίκος, μου διευκρίνισε ότι φρικασέ ήταν φαγητό με κρέας (μάλλον αρνί) και μαρούλι (ή τέλοσπάντων χορταρικά) και αυγολέμονο – ένας εύληπτος τρόπος να πάνε κάτω τα υπόλοιπα του πασχαλινού αμνού. Έτσι κι αλλιώς περνούσα τη μισή μέρα στο σπίτι του ενός ή του άλλου κολλητού (δίπλα-δίπλα ήτανε), δεν έβλαφτε να κάτσω και για το γεύμα. Δέχτηκα λοιπόν με χαρά.

Δευτέρα του Πάσχα, νωρίς νωρίς (δηλαδή κατά τις έντεκα) πέρασα από το σπίτι του Νίκου πρώτα, για καφέ και επισκόπηση της κατάστασης. Ύστερα από λίγο κατέφθασε ο Χρήστος από δίπλα. Ρώτησα με ειλικρινές ενδιαφέρον τι γίνεται με το φρικασέ. Μου εξήγησε ότι είναι νωρίς ακόμα για φρικασέ, πρώτα να πάμε μια βόλτα να χαρούμε την άνοιξη. Αυτή η μανία μερικών ανθρώπων με την άνοιξη μου είναι διαχρονικά ακατανόητη· μάλλον φταίει η επίσης διαχρονική αλλεργία που έχω σε διάφορες γύρεις. Δυστυχώς δεν συμμερίζονται τις απόψεις μου παρά ελάχιστοι άνθρωποι, και οι περισσότεροι πιστεύουν ότι το απόλυτο must είναι να βγαίνεις βόλτα στα λουλούδια. Εγώ δεν έχω πρόβλημα να βγαίνω βόλτα στα μουσκεμένα φθινοπωρινά σοκάκια π.χ., ή έστω στα χιονισμένα χειμωνιάτικα βουνά, ή στις καλοκαιρινές παραλίες, αλλά αυτό με τα ανοιξιάτικα λιβάδια είναι από εκείνα που αποτελούν παραξενιές μερικών όπως η λατρεία στην πικρή σοκολάτα ή η ανοχή στο κόλιαντρο. Δεν το κατανοείς, αλλά το υφίστασαι, για κοινωνικούς κυρίως λόγους.

Ευτυχώς και ο Νίκος έδειξε ελάχιστο ενθουσιασμό για την ιδέα. Την εποχή εκείνη είχε μια κριτική διάθεση απέναντι στα πάντα (και κυρίως στον κινηματογράφο: είχε μια τεράστια συλλογή από τεύχη του περιοδικού «Σύγχρονος Κινηματογράφος» που μπροστά της η δική μου συλλογή από «Αντί» και «Σχολιαστή» παραήταν χλωμή). Είχε επίσης ειδικά εκείνη τη χρονιά μερικά παραπανίσια κιλά. Τέλος, είχε φέρει μαζί του μόνο δερμάτινα παπούτσια με τακούνια· τίποτα σε αθλητικό ή τέλος πάντων κατάλληλο για περπάτημα στα λιβάδια. Ατυχώς ο Χρήστος που καταγόταν από γενιά φημισμένων πεζοπόρων που ξύπναγαν χαράματα οικογενειακώς για να πάρουν τα βουνά και τα λάγκάδια δεν συμμεριζόταν τις αντιρρήσεις μας. Επίσης δεν ενδιαφερόταν και τόσο για τις συζητήσεις μας που αφορούσαν κάτι ανάμεσα σε Φράνσις Φορντ Κόππολα, Ράινερ Βέρντερ Φασμπίντερ και ξερό ψωμί. Με φωνές και χειρονομίες μας ξεσήκωσε από τις καρέκλες, μάζεψε και τα τρία μικρότερα ξαδελφάκια του (ηλικίας Δημοτικού-Γυμνασίου τότε) που άκουγαν στο κάπως αστείο συλλογικό προσωνύμιο «τα τρία κουβαράκια», ζώστηκε και τη φωτογραφική μηχανή του και έδωσε οδηγίες – παύλα – κατευθύνσεις:

- Θα πάμε στον Ταξιάρχη, στον Ποταμό. Αυτή την εποχή έχει και νερό.

Ανεβήκαμε μέχρι τον πάνω δρόμο και αρχίσαμε να βαδίζουμε προς τα Δεκάκια, μπροστά ο Χρήστος καμαρωτός με την κάμερα, πιο πίσω σε φάλαγγα καθ’ ύψος τα τρία αδελφάκια, ακόμα πιο πίσω εγώ με το Νίκο βραδυπορώντας χαρακτηριστικά (βοηθούντων και των άβολων παπούτσιών του Νίκου) και συζητώντας για το ενδεχόμενο να κάνει ο Κόππολα τρίτη συνέχεια στο Νονό (Σ.Σ. έκανε, εν τέλει) και το αν η απώλεια του Τρυφώ σήμαινε το οριστικό τέλος της εποχής της νουβέλ-βαγκ. Πού και πού κάναμε στάση (δηλαδή οι μπροστινοί έκαναν στάση για να περιμένουν εμάς) και τραβάγαμε καμιά φωτογραφία.

Κάποτε φτάσαμε στο Κεραμέ, αλλά αντί να ακολουθήσουμε την όχθη του Ποταμού προς τη θάλασσα, ο Χρήστος μας οδήγησε ανάποδα, «προς τις πηγές» όπου ήταν βέβαιος ότι υπάρχουν καταρράκτες. Εμείς οι κινηματογραφόφιλοι εκφράσαμε κάποιες χλιαρές αντιρρήσεις, ο Νίκος σκεπτόμενος μάλλον τα παπούτσια του που αν δε βόλευαν μία φορά στο μονοπάτι, δε θα βόλευαν δέκα στα κατσάβραχα, εγώ πάλι σκεπτόμενος μάλλον το φρικασέ. Ωστόσο ο Χρήστος έπεισε με ευκολία τα ξαδελφάκια να τον ακολουθήσουν και θέλοντας και μη πήγαμε κι εμείς ξωπίσω. Δεν είμασταν μόνοι, διάφοροι χαρούμενοι εκδρομείς ανεβοκατέβαιναν το μονοπάτι, άλλος μαζεύοντας χόρτα, άλλος αγριολούλουδα, άλλος ψάχνοντας για άγρια σπαράγγια, άλλοι έχοντας βγει όπως κι εμείς βόλτα.

Η περιοχή δεν ήταν εντελώς ακατοίκητη άλλωστε, κάποιοι είχαν εκεί μετόχια, όπως καλή ώρα ο κυρ Αναστάσης ο Ξηρός, γνωστότερος ως Κολοκάσης (παρατσούκλι που του βγήκε από τα κολοκάσια που φύτρωναν άφθονα στον Ποταμό), ο οποίος εμφανίστηκε κάποια στιγμή πάνω στο γαϊδούρι του. Τον χαιρετήσαμε και ρωτήσαμε αν είναι κανένας καταρράκτης πιο πάνω. Ο γέρος απάντησε ότι ναι, είναι ο Ταξιάρχης πιο πάνω. Θυμήθηκα ότι ήταν θεόκουφος και επανέλαβα την ερώτηση δυνατά και καθαρά· εκείνος ξαναέδειξε προς την εκκλησία. Δεν ήταν βέβαιο ότι άκουσε, αλλά δεν επιμείναμε.

Περάσαμε τον Ταξιάρχη και συνεχίσαμε για λίγο ακόμα προς τα πάνω. Μέχρι τότε το ποτάμι ήταν ένα απλό ρεματάκι, με βάθος δέκα-είκοσι πόντους και πλάτος λιγότερο από δυο μέτρα στο φαρδύτερο, ίσαμε πενήντα πόντους στο στενότερο σημείο. Άξαφνα όμως βρεθήκαμε σε ένα σκιερό μέρος, όπου ανάμεσα στα δέντρα έβλεπες καθαρά μια λιμνούλα, ίσως τρία μέτρα πλάτος, μέσα στην οποία χυνόταν το νερό από ένα ύψος μισό-ένα μέτρο, και άφριζε πέφτοντας. Ένας πεσμένος κορμός ένωνε τις δυο όχθες τρία-τέσσερα μέτρα πιο δω, φτιάχνοντας ένα αυτοσχέδιο γεφυράκι δίπλα στη λιμνούλα.

- Δε σας το ‘πα; Σας το ‘πα ότι έχει καταρράκτες! ακούστηκε θριαμβευτική η φωνή του Χρήστου.
- Ε, δεν το λες και Νιαγάρα, είπε σαφώς λιγότερο ενθουσιωδώς ο Νίκος.

Αν και η αντίληψή μου έτεινε κατά βάση να συμφωνήσει με το Νίκο, ενόψει του ενδεχομένου να μείνει ανικανοποίητος ο Χρήστος και να μας τρέχει ακόμα πιο πάνω να βρούμε άλλον καταρράκτη καλύτερης ποιότητας σε κάνα κορφοβούνι, έσπευσα να συμμεριστώ τον ενθουσιασμό του. Τα μικρά πρέπει να είχαν μια κάπως θολή εικόνα του πώς πρέπει να είναι να ένας καταρράκτης οπότε δεν τα ρωτήσαμε τη γνώμη τους, έφτανε η γνώμη όσων είχαν απολυτήριο Λυκείου. Ο Χρήστος χειρονομούσε ενθουσιασμένος και πάσχιζε να τραβήξει φωτογραφίες από διάφορες γωνίες. Ο φωτισμός δεν τον βοηθούσε και πολύ· πότε πότε έβγαινε ήλιος ανάμεσα στις φυλλωσιές, αλλά την περισσότερη ώρα είχε συννεφιά. Επιπλέον η καλύτερη γωνία λήψης – συμπέρανε – ήταν από μέσα στο νερό. Χωρίς να χάσει χρόνο, έβγαλε τα παπούτσια του, σήκωσε τα μπατζάκια και άρχισε να πλατσουρίζει. Κάποια στιγμή μας κοίταξε με ενδιαφέρον.

- Δεν κάθεστε στον κορμό να σας βγάλω μία;

Τα τρία κουβαράκια παρατάχτηκαν μουρμουρίζοντας μπροστά στον κορμό, άλλος με το ένα πόδι διακριτικά στην όχθη, άλλος πατώντας σε κάποια πέτρα που προεξείχε από τη ροή του νερού.

- Κι εσείς, κι εσείς, επέμενε ο Χρήστος.

Πήγα κι εγώ ακροποδητί και βρήκα δυο βολικές πετρούλες. Ακούμπησα με τα χέρια στον κορμό· ήταν υγρός και μουχλιασμένος. Πήγα να ακουμπήσω το υπόλοιπο σώμα· μου φάνηκε προς στιγμήν ότι το ξύλο έτριξε. Ύστερα σταθεροποιήθηκε.

- Άντε κι εσύ, μη ντρέπεσαι, προέτρεψε ο Χρήστος το διστακτικό Νίκο.

Εκείνος βρήκε μετά μεγίστης προσοχής (για να μη λερώσει και τα παπούτσια) τις κατάλληλες πετρούλες στήριξης, κι ύστερα με εμφανή ικανοποίηση έκατσε χαλαρά στον κορμό. Ατυχώς ο κορμός δεν έδειξε την ίδια ικανοποίηση και θεώρησε καλό να συστραφεί. Η κίνηση αιφνιδίασε το Νίκο που ενόψει του κινδύνου να λερωθούν τα παπούτσια προσπάθησε να στηριχτεί με τα χέρια πίσω του, με αποτέλεσμα να δώσει μια επιπλέον ώθηση στον κορμό που συνέχισε να συστρέφεται μέχρι που από τη μεριά του έφυγε από την όχθη και έπεσε στο ύψος του νερού (όχι τίποτα τρομερό, ίσαμε τριάντα πόντοι πιο κάτω). Το γεγονός ωστόσο προκάλεσε στιγμιαία απώλεια στήριξης σε όλη την πεντάδα, έτσι ώστε να τσουλήσουν όλοι μέσα στο νερό, άλλοι με τα γόνατα, άλλοι με τον κώλο, κι ο τυχερός της παρέας – εγώ – με τα μούτρα. Βλέποντας τον Ποταμό να με πλησιάζει απότομα (και σκεπτόμενος ότι αν σπάσουν τα γιαλιά μου την έβαψα) έκανα μια μεγαλοπρεπή αναπήδηση που με έστειλε στο ασφαλέστερο δυνατό σημείο: μέσα στη λιμνούλα. Πλαφ.

Έβγαλα το κεφάλι από το νερό σκασμένος στα γέλια. Στην πραγματικότητα το νερό δεν είχε ούτε ένα μέτρο βάθος. Στηρίχτηκα στα χέρια και ανασηκώθηκα. Οι υπόλοιποι γελούσαν κοιτάζοντας εμένα. Και οι τέσσερις ήταν βρεγμένοι εδώ κι εκεί, αλλά όχι πατόκορφα όπως εγώ. Ο Χρήστος πάλι, στεγνός, γελούσε πάνω από το κεφάλι μου, κρατώντας ακόμα τη φωτογραφική μηχανή.

- Τράβηξες φωτογραφία; ρώτησα τακτοποιώντας τα γιαλιά στη μύτη μου, ή να την ξαναγυρίσουμε τη σκηνή;
- Δεν πρόλαβα, απάντησε.

Τον φασκέλωσα και με τα δύο χέρια. Τότε μόνο πρόσεξα ότι δε φορούσα πια ρολόι. Άρχισα να ωρύομαι ότι πάει το ρολόι. Οι φίλοι μου σχολίασαν ότι έτσι κι αλλιώς παλιατζούρα ήτανε, κουρδιστό. Τους καταράστηκα με όσες κατάρες βρήκα πρόχειρες. Το ρολόι ανήκε στον παππού μου που είχε πεθάνει στην κατοχή, μετά στον πατέρα μου, μετά σε εμένα. Εντάξει, ανήκε και στον αδελφό μου μια εποχή αλλά όταν του το βούτηξα δεν αντέδρασε ιδιαίτερα, οπότε αυτή την όψη της διαδρομής του ρολογιού την παρέλειψα από την αφήγηση. Οι φίλοι συμφώνησαν εν τέλει ότι η ανεύρεση του ρολογιού άξιζε μια προσπάθεια. Ωστόσο φαίνεται πως είχε πέσει στη λιμνούλα, και μάλιστα εκεί που έσκαγε το νερό και έκανε μπουρμπουλήθρες. Κοιτάξαμε με προσοχή· ο βυθός ήταν εκεί, ένα μέτρο πιο κάτω, αλλά σκοτεινός καθώς με τη συννεφιά δεν έβλεπες και πολλά, χώρια που η επιφάνεια ταραζόταν όπως έπεφτε το νερό από τον καταρράκτη (εντάξει, μπορούσες τελικά να τον πεις κι έτσι).

- Βλέπεις τίποτα;
- Όχι, εσύ;
- Τα ίδια.
- Έχω μια τρομερή ιδέα!
φώναξε ξαφνικά ο Χρήστος. Θα εκτρέψουμε το ποτάμι!

Τέτοιος ήταν πάντα, από παιδί, το μυαλό του κολλημένο να φτιάχνει δομικά έργα, τουβλάκια, δρομάκια... Τώρα και εκτροπές ποταμών. Την εποχή που οι άλλοι τζελάρανε το μαλλί δυο ώρες και πηγαίνανε στις ντισκοτέκ να χτυπήσουνε καμιά γκόμενα κάτω από το στρομπολάιτ, αυτός εξακολουθούσε να έχει το μυαλό του στα οικοδομικά. Είναι απορίας άξιον πώς αυτός που την είχε δει εκτροπή του Αχελώου σπούδαζε στο Μαθηματικό, ενώ ο πραγματικός Πολιτικός Μηχανικός της παρέας είχε πάρει το ύφος «έχω μια κριτική διάθεση» και εξέφραζε αυτήν ακριβώς τη διάθεση.

- Πώς ακριβώς σκοπεύεις να εκτρέψεις το ποτάμι;
- Θα φτιάξουμε ένα φράγμα. Να, θα πάρουμε αυτές εκεί τις πέτρες...
- Έχεις χαζέψει; Και θα σταματήσει να κυλάει το νερό επειδή θα βάλεις αυτές τις πέτρες;
- Προσωρινά. Ίσα ίσα να κόψει τη ροή μέχρι να δούμε πού είναι το ρολόι.
- Αποκλείεται να δουλέψει.
- Φυσικά και θα δουλέψει, και θα στο αποδείξω αμέσως.


Δεν είχε κριτική ματιά, αλλά είχε πάθος. Άρχισε να παίρνει μεγάλες πέτρες από την όχθη και να τις πετάει στο νερό, πριν τον καταρράκτη. Το νερό αδιαφόρησε φυσικά, παρέκαμψε τις πέτρες και συνέχισε να ρέει αμέριμνο. Ο Νίκος χασκογέλαγε, και τα μικρά επίσης. Εμένα με είχε πιάσει μια απελπισία «πάει το ρολογάκι του παππού». Ο Χρήστος αρνιόταν να εγκαταλείψει τη μάχη κι έριχνε κι άλλες πέτρες στο νερό. Κάποια στιγμή ζεστάθηκε, άρχισε να βγάζει τα ρούχα του, μέχρι που έμεινε με το βρακί (έτσι κι αλλιώς το παντελόνι του ήταν μούσκεμα ήδη από τα νερά).

Ατυχώς εκείνη ακριβώς τη στιγμή έσκασαν μύτη δυο κοριτσάκια στην όχθη προερχόμενα από τον Ταξιάρχη κι απόμειναν να παρατηρούν τον ημίγυμνο Χρήστο και πέντε καταβρεγμένους ρεμπεσκέδες που χασκογελάγανε. Ακόμα ατυχέστερα το ένα κοριτσάκι έτρεξε προς τα πίσω φωνάζοντας «μαμά, μαμά, είναι κάτι τσίτσιδοι εδώ» γεγονός που προκάλεσε άμεση κρίση πανικού σε εκείνον ειδικά εκ των «τσίτσιδων» που κάπως ταίριαζε στην περιγραφή. Σε κλάσματα δευτερολέπτου πρόλαβε να πει «αμάν» και με ένα θεαματικό πλονζόν να προσγειωθεί στη λιμνούλα όπου τουλάχιστον δεν ήταν ορατός. Εμφανίστηκαν τα αγριεμένα κεφάλια μιας μαμάς και ενός μπαμπά· μας κοίταξαν απορημένοι.

- Ψάχνουμε ένα ρολόι, εξήγησε ψύχραιμος ο Νίκος. Είναι κειμήλιο, είπε δείχνοντάς με.

Δεν ήμουν εγώ ακριβώς το κειμήλιο, πάντως η οικογένεια είπε «ααα, μάλιστα» ενόσω ο Χρήστος τσαλαβουτούσε δήθεν ψάχνοντας το ρολόι στη λιμνούλα. Μάζεψαν τα κοριτσάκια και απομακρύνθηκαν, αν και το ένα ακούστηκε να λέει στο άλλο «αφού σου είπα δε φοράει παντελόνι». Στο καπάκι εμφανίστηκε πάλι ο Κολοκάσης πάνω στο γάιδαρο, με αγαναχτισμένο αυτή τη φορά ύφος.

- Μα εδώ ήβρατε να ‘ρτετε να κολουμπήσετε; Στο Κεραμέ να πάτε που ‘ναι η θάλασσα.
- Όχι κύριε Αναστάση, ένα ρολόι ψάχνουμε.
- Ανάσταση; Δεν κάνει ανάσταση σήμερα ο παπάς, άλλη μέρα ‘α ‘ρτει.


Δεν υπήρχε ελπίδα συνεννόησης. Κάποτε πάντως έκανε τς τς τς στο γάιδαρο και απομακρύνθηκε. Μείναμε οι έξι, κι όταν καταλάγιασαν τα γέλια κάπως, ο Χρήστος έκανε να βγει από τη λιμνούλα.

- Ε, πού πας; Το ρολόι;
- Σιγά μη βρούμε ρολόι. Τώρα έχει ανακατευτεί κι ο βυθός και θα ‘χει κάτσει λάσπη από πάνω. Τρέχα βρες άκρη μες στο σκότος. Κλάφτο το ρολόι σου. Και να το βρούμε θα έχει πάρει νερά και άντε γεια.
- Θα βάλουμε τα μεγάλα μέσα,
είπα με απρόσμενη σιγουριά. Θα τάξουμε φανουρόπιτα.

Δεν πρόλαβαν καν να γελάσουν και ο ήλιος βγήκε στιγμιαία μέσα από τα σύννεφα. Μια ακτίνα πέρασε από τις φυλλωσιές και πέφτοντας στο νερό της λιμνούλας στραφτάλισε πάνω στο ρολόι που αποκαλύφθηκε στο βυθό.

- Νάτο, εκεί είναι, έδειξα.

Ο Χρήστος έριξε μια βουτιά, χαρχάλεψε με το χέρι του το σημείο, και αναδύθηκε μεγαλοπρεπώς με το ρολόι στο χέρι, μέσα σε ξέφρενους πανηγυρισμούς.


Γυρίσαμε στον Εύδηλο από τον αμαξωτό, καταμουσκεμένοι και περιχαρείς. Μοιάζαμε αστείοι με τα βρεγμένα αλλά δεν είχε σημασία. Η φήμη μας είχε προηγηθεί· η ξαδέλφη μου με περίμενε στην πεζούλα σκασμένη στα γέλια.

- Α, το ‘βρες το ρολόι; Άλλα παπούτσια 'εν έχεις φέρει;

Αντί απάντησης ανέμισα το αριστερό χέρι. Ανέβηκα σπίτι να βάλω στεγνά κι ύστερα ανηφόρισα μέχρι του Χρήστου όπου η ευρύτερη οικογένεια ήταν ήδη μαζεμένη. Η Μοσχούλα σέρβιρε το φρικασέ.

- Δουλεύει; με ρώτησε.
- Δουλεύει, της είπα.

Τριάντα χρόνια αργότερα, δουλεύει ακόμα.

Η προαναφερθείσα γέφυρα που δεν τη λες και Ρίο-Αντίρριο, κοντά στον καταρράκτη που δεν τον λες και Νιαγάρα, με εικοσιτρία χρόνια διαφορά (Φωτό Ροβυθέ, Αύγουστος 2010).

Σ.Σ. Το νερό δεν είναι κάτι εντελώς δεδομένο στα «ποτάμια» της Ικαρίας, ορισμένα από τα οποία ρέουν το πολύ πέντε-δέκα μέρες το χρόνο. Ο Ποταμός όμως (αυτό είναι το όνομα του συγκεκριμένου ρέματος, στο Κεραμέ του Ευδήλου) ρέει αρκετούς μήνες. Και οπωσδήποτε την άνοιξη. Η φράση «Φράνσις Φορντ Κόππολα, Ράινερ Βέρντερ Φασμπίντερ και ξερό ψωμί» είναι ρεφρέν από ένα τραγούδι του Τζίμη Πανούση που εξέφραζε σε μεγάλο βαθμό το πνεύμα της δεκαετίας. Τα χρόνια εκείνα ήταν ακόμα σχετικά αρχές μια μακρόχρονης φιλίας με τους εν λόγω κολλητούς (και νυν κουμπάρους). Τότε ήμουν δευτεροετής, τώρα δευτεροετής είναι η μεγάλη κόρη του Χρήστου. Τότε ο Νίκος ήταν από γεματούλης έως οριακά ευτραφής, ενώ εγώ ήμουν οριακά λεπτός. Σήμερα οι όροι έχουν αντιστραφεί: εκείνος είναι λεπτός και τρέχει ημιμαραθώνιους, ενώ εγώ έχω ξεχειλώσει σε τριψήφια κιλά. Κανείς μας δεν έχει ιδέα τι παίζουν τα σινεμά. Τα τρία μικρά ξαδελφάκια έχουν μεγαλώσει κι αυτά· ο μικρότερος θα κοντεύει τα σαράντα.

Για κάποιο περίεργο λόγο τις φωτογραφίες εκείνης της μέρας δεν τις είδα παρά πριν από δυο-τρία χρόνια, καθώς ο Χρήστος τις ξετρύπωσε από μια ντουλάπα στο πατρικό του και μας τις έδειξε κάποια Χριστούγεννα. Μου έταξε ότι θα μου δώσει αντίγραφα· ακόμα περιμένω, εννοείται. Δε θυμάμαι να έχω ξαναφάει φρικασέ έκτοτε. Πέρσι «έφυγε» κι η Μοσχούλα άξαφνα, ένας Θεός ξέρει τώρα ποιος θα το μαγειρέψει. Τη φανουρόπιτα θυμήθηκα κι είπα στη μάνα μου να την κάνει κάποια στιγμή. Δεν τη ρώτησα τη συνταγή όμως και τώρα πάει, ξεχάστηκε στα θραύσματα της μνήμης.

Τριάντα χρόνια είναι αυτά βέβαια, δεν περνάνε χωρίς απώλειες. Πάντως το ταξίδι είναι μεγαλύτερη ανταμοιβή από τον προορισμό, έτσι νομίζω ακόμα.


24/3/17

Πρὸς Κύριον Γεώργιον Δὲ Ῥώσση εὑρισκόμενον εἰς τὴν Ἀγγλία (Διονύσιος Σολωμός)



Τοῦ πατέρα σου, ὅταν ἔλθῃς,
Δὲ θὰ ἰδῇς παρὰ τὸν τάφο·
Εἶμαι ὀμπρός του, καὶ σοῦ γράφω,
Μέρα πρώτη τοῦ Μαϊοῦ.

Θὰ σκορπήσουμε τὸ Μάη
Πάνου στ᾿ ἄκακα τὰ στήθη,
Γιατὶ ἀπόψε ἀποκοιμήθη
Εἰς τὸν ὕπνο τοῦ Χριστοῦ.

Ἦταν ἥσυχος κι᾿ ἀκίνητος
Ὡς τὴν ὕστερη τὴν ὥρα,
Καθὼς φαίνεται καὶ τώρα
Ποὺ τὸν ἄφησε ἡ ψυχή.

Μόνον, μία στιγμὴ πρὶν φύγῃ
Τ᾿ Οὐρανοῦ κατὰ τὰ μέρη,
Ἀργοκίνησε τὸ χέρι,
Ἴσως γιὰ νὰ σ᾿ εὐχηθῇ.



Η μελοποίηση του Νίκου Ξυδάκη, με τίτλο «Προς τον κύριον Γεώργιον Δε Ρώσση» από τον ομώνυμο δίσκο (1990)


Σ.Σ. Μνήμη Η.Δ. (24/12/1925 - 7/3/2017)

27/11/15

Το μαχαίρι (Άρης Αλεξάνδρου)


Όπως αργεί τ' ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο μαχαίρι
έτσι αργούν κι οι λέξεις ν' ακονιστούν σε λόγο.
Στο μεταξύ
όσο δουλεύεις στον τροχό
πρόσεχε μην παρασυρθείς
                            μην ξιππαστείς
απ' τη λαμπρή αλληλουχία των σπινθήρων.
Σκοπός σου εσένα το μαχαίρι.


Άρης Αλεξάνδρου (1922-1978)

Ποίημα της συλλογής «Ευθύτης οδών» (1959) που μετά δημοσιεύτηκε και στη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα 1941-1974.


Σ.Σ. Δανεισμένο από την ιστοσελίδα του Ν. Σαραντάκου

25/11/15

Καλή Αρχή


Λιμάνι δεν είχαμε ακόμα, αλλά είχαμε καραβάκι. Όχι επιβατικό· αυτά πιάνανε μονάχα στον Άγιο όσο καιρό ο Εύδηλος ήτανε μαντρωμένος από τα μπλόκια και χτιζόταν σιγά σιγά ο μώλος, άλλο που πιο παλιά έμεναν αρόδου και τους επιβάτες τους άφηναν να πηδάνε στις βάρκες και να πιάνουν οι βαρκάρηδες μπόγους, καλάθια, μωρά, γέρους, όλα ανάκατα. Πήγαιναν οι βάρκες και ξεφόρτωναν στο καβάκι, εκεί που είναι τώρα η τράπεζα – το ξέρω ότι δεν έχει πια θάλασσα εκεί, πάνε χρόνια που το έχουνε μπαζώσει, συνεχίζονται και αιωνίως τα λιμενικά έργα. Αλλά στην απέναντι μεριά, φτιάξανε κάποτε μια μικρή προβλήτα – υπάρχει ακόμα, έχει κάτι καΐκια τώρα τραβηγμένα – λίγο πιο πέρα από το τελευταίο σπίτι στο γιαλό, του γιατρο-Κωσταντή που λέγανε τότε. Εκεί έδεναν μια δόση τα πιο μικρά επιβατικά, θυμάμαι το «Μιαούλης» και το «Έλλη» μια χρονιά, αλλά τον πιο πολύ καιρό το καραβάκι το εμπορικό. Το «Καλή Αρχή».

Όσο χτιζόταν ο λιμενοβραχίονας, για μπάνιο πηγαίναμε σπανίως στα Σπάσματα και πιο συχνά σε μια μικρή παραλία απέναντι από το νησάκι του φάρου, στον Κόφινα. Τεχνητή πρέπει να ήτανε, φτιαγμένη από τα μπάζα· από πάνω ρίχνανε φουρνέλα οι εργάτες του λιμανιού και ξεκολλάγανε βράχους που ποντίζανε στα έργα. Όταν κάποτε τέλειωσαν τα έργα, έγινε ο κυρίως μώλος – εκατό διακόσια μέτρα θα ήτανε τότε – κι άρχισαν να έρχονται και φέρυ-μπωτ: θυμάμαι όταν πρωτοήρθε το «Ίκαρος» που ο παπά-Μάζαρης είχε χτυπήσει τις καμπάνες λες και ήταν απελευθέρωση. Βγήκε όλο το χωριό στο λιμάνι, και κατέβαιναν οι επιβάτες και το πλήθος τους υποδεχόταν με τέτοιο ενθουσιασμό λες και γύριζαν από την εξορία στη Μεταπολίτευση. Το «Ίκαρος» ερχόταν από Πειραιά Τετάρτη και Παρασκευή απόγευμα, κάποιες φορές και Κυριακή. Ερχόταν κι έφευγε· τις άλλες ώρες το λιμάνι ανήκε στο «Καλή Αρχή». Και σε εμάς.

Εγκαταλείψαμε τις παραλίες και μαζευόμασταν στο μώλο για βουτιές. Θα ήταν πρώτη φορά το καλοκαίρι του ’79 ίσως ή του ’80, μια παρέα από δώδεκα μέχρι δεκαπέντε ετών το πολύ. Θυμάμαι που ανεβαίναμε πάλι πάνω από μια μεταλλική σκαλίτσα αγκυρωμένη στο τσιμέντο. Μερικοί θαρραλέοι αναρριχητές σκαρφάλωναν στα παλαμάρια του «Καλή Αρχή» και πότε πότε εμφανιζόταν κανείς από το πλήρωμα ή κανένας εργάτης που ξεφόρτωνε και τους έβαζε τις φωνές. Αλλά κι αυτοί καριώτες ήτανε, και οι μεν και οι δε, οπότε μη φανταστείτε καμμιά αγριάδα. Απλά μπορεί να θέλανε να λύσουν κάβους και τους εμποδίζαμε.

Το θυμάμαι χρόνια, ένα μόνιμο ντεκόρ στο λιμάνι. Πότε ξεφόρτωνε τσιμέντα, πότε ζωοτροφή, πότε τούβλα και πότε φιάλες υγραερίου για τα πετρογκάζ που ήταν ακόμα πολύ διαδεδομένα. Τότε τα πλοία της γραμμής ήταν μικρά και δε βάζανε ψηλά φορτηγά, οπότε τα πιο μπελαλίδικα φορτία ερχόντουσαν με το καραβάκι. Πρέπει να κράτησε κάμποσα χρόνια αυτό· θυμάμαι που ο πατέρας μου με έστελνε μια εποχή (το ’84 μάλλον) κάθε μέρα να δω αν είχε έρθει το «Καλή Αρχή» γιατί περίμενε πώς και πώς ένα φορτίο τούβλα που θα χτίζαμε τους τοίχους του σπιτιού. Είχε δυνατό μελτέμι εκείνες τις μέρες και αργούσε να φανεί (δεν πρέπει να σήκωνε και πάρα πολλά μποφώρ). Όταν κάποτε ήρθε πήγα και του το ανακοίνωσα όλο χαρά, όμως το καραβάκι ήταν τελικά γεμάτο μπουκάλες πετρογκάζ, από τούβλα τίποτα.

- Τι καλή αρχή, κακό τέλος... μουρμούρισε. Άντε να μαζέψεις τους μαστόρους τώρα... (άλλο παραδοσιακό ικαριακό πρόβλημα αυτό, πέρα από την έλλειψη πρώτων υλών).

Με τον καιρό πάψαμε να βουτάμε από το μώλο, μεγαλώσαμε και μας ξανακέρδισαν οι παραλίες, έξω από το χωριό πια. Αφήσαμε την εποπτεία του λιμανιού σε νεώτερες γενιές. Κάποτε συνειδητοποίησα ότι δεν το έβλεπα πια το καραβάκι. Ερχόταν πού και πού κανένα γκαζάδικο βέβαια (όταν επιτέλους άνοιξαν βενζινάδικα και στη σοφράνο μεριά του νησιού), αλλά Καλή Αρχή δεν είχε. Σκέφτομαι ότι συν τω χρόνω αυτό το διαμετακομιστικό εμπόριο στα νησιά πρέπει να είχε παρακμάσει· τα φορτία έρχονταν πια με φορτηγά και νταλίκες με το πλοίο της γραμμής ή με Ro-Ro.

Πριν κάνα δυο χρόνια που έψαχνα κάτι άλλο σε ένα σάιτ, έπεσα πάνω σε μια αφήγηση ενός τύπου που το καπετάνευε κάποτε το Καλή Αρχή. Επιβεβαίωσε την υποψία μου ότι το καραβάκι ήταν ικαριακής ιδιοκτησίας και με καριώτες πλήρωμα – πώς αλλιώς; Τώρα πια δεν έχω συγκρατήσει τα ονόματα πλοιοκτήτη και πληρώματος, δυστυχώς, αλλά κάπου γύρω μας θα κυκλοφορούν. Έψαξα στο διαδίκτυο να βρω καμμιά φωτογραφία του, ματαίως όμως. Κάπως ήρθε η κουβέντα με μια φίλη καριωτίνα, που έχει γεννηθεί και μεγαλώσει κάτω:

- Το θυμάσαι το «Καλή Αρχή»;
- Ε, πώς δεν το θυμάμαι, Πώς και πώς το περιμέναμε.
- Α, περιμένατε κι εσείς κάνα φορτίο τούβλα;
- Τι τούβλα καλέ, ό,τι φορτίο και να είχε. Πήγαινε ο πατέρας μου να κάνει κάνα μεροκάματο στο ξεφόρτωμα. Κι ο αδερφός μου το περίμενε.
- Μα ο αδερφός σου ήτανε μικρό, κι αυτός μεροκάματο θα έκανε;
- Όχι βρε χαζέ. Άκουγε τους μεγάλους που το περιμέναν, το περίμενε κι αυτός. Του είχε βγάλει κι ένα ποιηματάκι.
- Τι έλεγε, το θυμάσαι;
- Ε, άμε...


Καραβάκι, καραβάκι, πού ‘ρχεσαι γιαλό γιαλό
για να φέρεις πιτεράκι, και κεχράκι τω κοτώ

(Δεν περιμένουμε όλοι τα ίδια πράγματα, τελικά...)

Τις προάλλες έπεσα πάνω μια παλιά κακοσκαναρισμένη φωτογραφία τακτοποιώντας το χάος του σκληρού δίσκου. Πρέπει να είναι το Καλή Αρχή στο φόντο, καλοκαίρι ’87 ίσως, τραβηγμένη από το κατάστρωμα του Ίκαρου από κάποιον που έφευγε και αποχαιρετούσε τους φίλους του. Τώρα το λιμάνι έχει επεκταθεί ακόμα καμιά τριακοσαριά μέτρα· από τα φουρνέλα στον Κόφινα θα έχουν περάσει ίσαμε σαράντα χρόνια.

Περνάει ο καιρός.


(Σ.Σ. Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 23/11/2015. Η φωτογραφία προέρχεται από το προφίλ του Τάκη Χατζηγεωργίου στο Facebook, αλλά όπως γράφει δεν την τράβηξε ο ίδιος. Από τα σχόλια στο Ikariamag και αλληλογραφία με φίλους προέκυψαν τα ονόματα ορισμένων από τους ιδιοκτήτες και το πλήρωμα του Καλή Αρχή· επιφυλάσσομαι για μια αναλυτικότερη παρουσίαση αν μαζευτεί κάποιο συνεκτικό υλικό. Ευχαριστώ τη Δ. και το Σ. για το cameo appearence, εν αγνοία τους βέβαια.)

14/11/15

Κανονικά

Ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη. Φωτό Ροβυθέ, Παρίσι, Δεκέμβριος 2010.

Κανονικά σήμερα θα έγραφα ίσως για την τελευταία μου ιστιοπλοϊκή βόλτα εδώ στα πέριξ ή ίσως κάποια παλιά ιστορία που θυμήθηκα τις προάλλες και διηγούμουν σε μια φίλη φοιτήτρια για την εποχή που ήμουν στην ηλικία της και κατέβαινα αργά τη νύχτα πεζός από την έρημη Πανεπιστημιούπολη. Μπορεί ίσως να αντέγραφα καμιά ακόμα ιστορία από την Παλαιά Διαθήκη, ενδεχομένως από τα Δευτεροκανονικά, κάτι για το Βηλ και το Δράκοντα ως υπόδειγμα ορθολογικής σκέψης (και όμως...) ή την ιστορία της όμορφης Σωσάννας ως αρχετυπική αστυνομικοδικαστική περιπέτεια. Μπορεί να περιέγραφα το ξεκίνημα της οικιακής κινηματογραφικής λέσχης που οι σινεφίλ προθέσεις της συμπληρώνονται από (ή εξελίσσονται αργά σε) γευσιγνωσία διαφορετικών ντιπ και τουρνουά τρίβιαλ περσούιτ.

Μπορεί να βαριόμουν αρκετά, τόσο ώστε να αρκεστώ να αναπαράγω απλώς κάποιες δανεικές λέξεις, κανένα μεταπολεμικό ποίημα από αυτά που μου αρέσουν και έχω στην ιστολογική παρακαταθήκη. Μπορεί τέλος να βαριόμουν τόσο που να μην έγραφα τίποτα απολύτως, και να περνούσα το βράδυ διαβάζοντας ή πηγαίνοντας σε μια χοροθεατρική παράσταση που παίζουν κάποιοι παλιοί γνωστοί ή βγαίνοντας έξω με διάφορα ενδεχόμενα πρόσωπα αν υπερνικούσα την ιστιοπλοϊκή κούραση και τη φυσική μου τάση προς την απραξία.

Αλλά σήμερα δεν είναι μια κανονική μέρα, δεν είναι η αρχή ενός κάπως πιο «αναπαυτικού» Σαββατοκύριακου, δεν είναι η μέρα να κάνουμε πλακίτσα στα social media με τα σαρδάμ του ενός ή την πομπώδη ξερολίαση και το μπιζιμποντισμό του άλλου. Δεν είναι η μέρα να επαναβεβαιώσουμε τις αιώνιες βεβαιότητες (αυτό σίγουρα δεν είναι).

Γιατί σήμερα είναι η 14η Νοεμβρίου 2015, είναι η μέρα που ξημέρωσε μετά τη ματωμένη νύχτα της 13ης Νοεμβρίου στο Παρίσι.

Σήμερα είμαστε όλοι Γάλλοι.

Κι όπως έγραψε κι η Μ. στον τοίχο της, σήμερα είμαστε όλοι Γάλλοι επειδή πριν δεν είμασταν ποτέ όλοι Σύροι.

Ή τέλος πάντων, και γι’ αυτό.

Ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη ξανά, λίγο πιο ευρυγώνια. Φωτό ό.π.

9/11/15

Πού 'σαι ρε Τζόνας;


καὶ εἶπεν ὁ Θεὸς πρὸς Ἰωνᾶν· εἰ σφόδρα λελύπησαι σὺ ἐπὶ τῇ κολοκύνθῃ;
καὶ εἶπε· σφόδρα λελύπημαι ἐγὼ ἕως θανάτου. (Ιων. 4,9)

Η πετριά με την Παλαιά Διαθήκη με είχε πιάσει πριν καμμιά δεκαετία και πήγα και αγόρασα ολόκληρους τους εβδομήκοντα (Ο’) στην πεντάτομη απόδοση του Κολιτσάρα, και κουβάλαγα τους τόμους για bed time reading μέχρι που βαρέθηκα να διαβάζω τους «Αριθμούς» και τις «μάταιες γενεαλογίες» των Παραλειπομένων και τις σοφές συμβουλές της Σοφίας Σολομώντος οπότε έχει μείνει το μισό κείμενο αδιάβαστο και προβλέπω έτσι να παραμένει στο διηνεκές. Ωστόσο ειδικά το βιβλίο του Ιωνά το είχα εμπεδώσει από πολύ νωρίτερα, καθώς ολόκληρο το κείμενο (δεν είναι και μεγάλο) διαβάζεται το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου στην «πρώτη ανάσταση» που λένε, και το είχα πετύχει σε μια Ιερά Σύνοψη με τις ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδας και το είχα ξεκοκκαλίσει σε ανύποπτο χρόνο πριν μου σκάσει η πετριά που λέγαμε, σε κάτι μακρόσυρτες πασχαλινές αναμονές περιμένοντας να βαφτούν τα αυγά και να πλυθούν τα εντόσθια για τη μαγειρίτσα και να πάει η ώρα έντεκα το βράδυ για την εκκλησία.

Αν και τις βασικές πτυχές της ιστορίας τις ξέρουν όλοι και τις ψιλοθυμόμουνα από τα Θρησκευτικά της τρίτης δημοτικού ή κάπου τότε, η ανάγνωση του κειμένου ήταν ένα είδος αποκάλυψης από λογοτεχνική, τρόπον τινά, σκοπιά. Σε αντίθεση με τα υπόλοιπα βιβλία των Προφητών (και δη των «μικρών» προφητών, αλλά και των μεγάλων με εξαίρεση ίσως τον Δανιήλ) το κείμενο δεν εστιάζει σε προφητείες και κατάρες κατά των εχθρών του αρχαίου Ισραήλ, αλλά διηγείται μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος, και μάλιστα η μοναδική προφητεία που εμπεριέχεται στο κείμενο (η επικείμενη καταστροφή της Νινευή) διαψεύδεται από μόνη της στην πορεία. Αυτό που πιο πολύ μου άρεσε είναι η εντελώς ανθρώπινη (δηλαδή αλλοπρόσαλλη) συμπεριφορά του βασικού ήρωα, ο οποίος τελεί σε μια διαρκή σύγχυση ανάμεσα στις επιθυμίες του και την πραγματικότητα που ζει. Από αυτή τη σκοπιά ο Ιωνάς είναι ένας από μας· ένας μάλλον απλός άνθρωπος που οι καταστάσεις τον ξεπερνούν και ως αναμένεται, τα θαλασσώνει (κυριολεκτικά ενίοτε).

Μια εποχή είχα μάθει το κείμενο σχεδόν απέξω και ανακατωτά, και διασκέδαζα (χωρίς βλάσφημη διάθεση, πιστέψτε με) με από μνήμης πρόβες μιας απόδοσης της ιστορίας στα νέα ελληνικά, αλλά όχι σε όποια κι όποια νέα ελληνικά, αλλά σε μια διάλεκτο «της πιάτσας», σχεδόν αργκοτική, με μια κάπως «Τσιφορική» χροιά (χωρίς να έχω διαβάσει ποτέ Τσιφόρο, η αλήθεια να λέγεται). Μια φορά σε μια διαδρομή από τη νότια Κρήτη προς το Ηράκλειο απήγγειλα σχεδόν εξολοκλήρου το κείμενο στην εν λόγω διάλεκτο σε μια φίλη που οδηγούσε το αυτοκίνητο, η οποία τόσο ξεράθηκε στα γέλια που κοντέψαμε να τρακάρουμε παραπάνω από μία φορές, οπότε είπα να μην το επαναλάβω το εγχείρημα αφενός διότι άμα στουκάραμε πουθενά άντε να αποδείξεις ότι δεν ήταν εκδήλωση της οργής του Μεγαλοδύναμου αλλά οδηγική πατάτα δικιά μας, και αφετέρου διότι μια φορά το πέτυχα με τόση ενάργεια το κατάλληλο στυλάκι και τυχόν επαναλήψεις του μάλλον θα ήταν χλωμές μιμήσεις, καθότι η έμπνευση είναι σαν τις γυναίκες· σπανίως σε κυνηγάει και συνήθως εσύ την κυνηγάς, τρέχοντας και μη φτάνοντας. Πάντως θυμάμαι αποσπασματικές φράσεις όπου ο Ιωνάς μονολογεί κάτι γραφικές ατάκες τύπου «του φευγάτου η μάνα δεν έκλαψε ποτέ» ή «σε ξέρω εγώ τι μελό είσαι», ο Θεός καλημερίζει ειρωνικά με κάτι «Πού’σαι ρε Τζόνας; Χαθήκαμε παλληκάρι μου» και οι άρχοντες της Νινευή υποδέχονται την προφητεία με ένα κάπως λαϊκό «Μάγκες, την πουλέψαμε» - διάλογοι που ασφαλώς δεν ταιριάζουν με την ιερότητα του κειμένου, αλλά ταιριάζουν (ή έτσι μου φαινόταν τότε) με τη διαχρονική ψυχολογία των ηρώων όπως την αντιλαμβανόμουν.

Δεν θα μπω στον πειρασμό να ανασυστήσω τη συγκεκριμένη εκδοχή της αφήγησης, αλλά για όσους τυχόν δεν είναι εξοικειωμένοι με τα ιερά κείμενα (δηλαδή φαντάζομαι ολόκληρο το fan base του ιστολογίου, τουτέστιν ο Θανάσης κι άλλοι πεντέξι) το στόρι σε γενικές γραμμές είναι το εξής: Μια μέρα ο Θεός (ο έτερος χαρακτήρας στους περιεκτικούς διαλόγους του βιβλίου) διατάζει τον Ιωνά να πάει στη Νινευή και να προφητέψει ότι η πόλη θα καταστραφεί εντός τριημέρου. Ο Ιωνάς αντί να πάει κατά την Ανατολή (όπου και η Μεσοποταμική πρωτεύουσα των Ασσυρίων) στρίβει κατά τη Δύση, φτάνει στο λιμάνι της Ιόππης (νυν Γιάφφα) και μπαρκάρει προς άγνωστη κατεύθυνση (το κείμενο αναφέρεται σε μια πόλη με το όνομα Θαρσίς, που άλλοι ερμηνεύουν ως την Ταρσό της Κιλικίας και άλλοι πιο ευφάνταστοι ένα πόλισμα έξω από τις Ηράκλειες στήλες, στην ακτή του Ατλαντικού που σήμερα ονομάζεται Πορτογαλία). Η συνέχεια της ιστορίας είναι πασίγνωστη, καθώς το κόλπο δεν πιάνει και ο Κύριος αποδεικνύεται πανταχού παρών (πράγμα που στην Παλαιά Διαθήκη δεν είναι πάντα εντελώς δεδομένο) οπότε to make a long story short παραλείπουμε κάτι λεπτομέρειες που έχουν περάσει και στα δημοτικά τραγούδια, και ο Ιωνάς μετά από κάποιες άκαρπες διαπραγματεύσεις καταλήγει στο στόμα μιας φάλαινας στην αρχή του δευτέρου κεφαλαίου.

Τρεις μέρες και τρεις νύχτες αργότερα (διάστημα που οι Χριστιανοί θα θεωρήσουν προείκασμα της τριήμερης ταφής και ανάστασης του Χριστού, από όπου προκύπτει και η ανάγνωση του Ιωνά το Μεγάλο Σάββατο) ο ήρως εκβάλλεται στη στεριά, αφού έχει δεόντως μετανοήσει και συντριβεί ενώπιον του Θεού. Εκείνος επαναλαμβάνει την αρχική εντολή που ο Ιωνάς τώρα σπεύδει να εκτελέσει προθύμως, οπότε το τρίτο κεφάλαιο διαδραματίζεται στη Νινευή όπου ο Ιωνάς κηρύττει την επερχόμενη καταστροφή. Παραδόξως για τον αναγνώστη του 21ου αιώνα, οι κάτοικοι αντί να τον πάρουν στο μεζέ τον πιστεύουν και το ρίχνουν μαζικά στη μετάνοια. Σε μια εντελώς αταίριαστη αν και κατανοητή συμπεριφορά, ο Ιωνάς τα βάφει μαύρα διότι συνειδητοποιεί ότι ο Θεός που αρέσκεται στη μετάνοια των ανθρώπων ενδέχεται να μην υλοποιήσει την υπεσχημένη προφητεία, πράγμα καλό μεν για τους Νινευίτες αλλά παγκάκιστο για τον ίδιο τον Ιωνά που η φήμη του ως προφήτη θα κηλιδωθεί ανεπανόρθωτα. Ανθρωπίνως, αν και κάπως αστεία, κατεβάζει μούτρα, και πάει και στήνει μια σκηνή παραέξω για δει τι θα απογίνει, στο τέλος του τρίτου κεφαλαίου.

Ολόκληρο σχεδόν το ενδιαφέρον όμως βρίσκεται στο τέταρτο κεφάλαιο, όπου εκτυλίσσονται μια σειρά από επεισόδια μεταξύ Θεού και μουτρωμένου προφήτη. Για κάποιο λόγο (που μπορώ να εικάσω) η συγκεκριμένη πτυχή της ιστορίας δεν διδασκόταν με λεπτομέρειες στην τρίτη δημοτικού, καθώς ο προφήτης συμπεριφέρεται σαν κακομαθημένο παιδί που του πήραν το παιχνίδι. Το εν λόγω παιχνίδι είναι η κολοκυθιά· όχι η γνωστή «Κολοκυθιά» που παίζανε οι παλιότεροι στην παιδική τους ηλικία (και που ούτε εγώ την έχω προλάβει), αλλά μια πραγματική κολοκυθιά, ή τέλος πάντων ένα δεντράκι που οι Ο’ μετέφρασαν από το πρωτότυπο ως «κολοκύνθη». Ο Θεός βάζει τη μια μέρα το δεντράκι να φυτρώσει αιφνιδίως πάνω από τη σκηνή του Ιωνά ο οποίος χαίρεται που έχει σκιά, αλλά τη νύχτα βάζει ένα σκουλήκι να τη φάει ώστε να ξεραθεί και το πρωί ρίχνει τον ήλιο καταπρόσωπο στον αγαναχτισμένο προφήτη, που κατά δήλωσή του προτιμάει να πεθάνει παρά να ζει. Για χάρη της κολοκυθιάς του.

Στο συγκεκριμένο σημείο εγώ πάντα ταυτιζόμουν με τη διδακτική άποψη που εκφράζει στο κείμενο ο Θεός: η κολοκυθιά νύχτα φύτρωσε και νύχτα ξεράθηκε κι εσύ τίποτα δεν έκανες γι’ αυτήν και τώρα θέλεις να πεθάνεις για χάρη της; Ο Ιωνάς όμως προτιμάει να πεθάνει, κι εγώ αναρωτιόμουν πάντα πόσο γκρινιάρης και πείσμων μπορεί να είναι ένας άνθρωπος που να ρισκάρει και τη ζωή του προκειμένου να περάσει το δικό του, ακόμα και με σχετικά ασήμαντες αφορμές (μέχρι που γνώρισα μερικούς ανθρώπους που είχαν αντίστοιχη συμπεριφορά υπό ορισμένες κάπως παρόμοιες περιστάσεις, τηρουμένων βέβαια των αναλογιών, και είδα τον Ιωνά με άλλο μάτι, όχι ως μια βιβλική καρικατούρα αλλά ως έναν άνθρωπο από αυτούς που κυκλοφορούν ανάμεσά μας και ξαφνικά «παίρνουν ανάποδες» για κάποιους λόγους που δεν είναι προφανείς σε εμάς τους υπόλοιπους και συμπεριφέρονται με έναν τρόπο που σε εμάς μοιάζει ανορθολογικός και εμμονικός, ή καλύτερα συμβατός με μια ιδιαίτερη δική τους λογική που ανάγει σε μείζον ένα ζήτημα ολοφάνερα δευτερεύον, που για τους ίδιους όμως είναι θέμα αρχής.

Κάπως έτσι σκεφτόμουν να γράψω μια ιστορία για τον Ιωνά πριν έξι περίπου χρόνια στο ιστολόγιο, όταν εκείνη την εποχή διάβασα μια άλλη ανάγνωση της ίδιας ιστορίας που είχε αναρτήσει τότε η Πόλυ Χατζημανωλάκη στο εξαιρετικό της ιστολόγιο «Πινακίδες από Κερί». Προς μεγάλη μου έκπληξη η Πόλυ φαινόταν κάπως να παίρνει το μέρος του Ιωνά στην ανάγνωσή της, βάζοντας στο κέντρο του ενδιαφέροντος την αγανάκτηση για «το δεντράκι του», παρόλη την sui generis προσωπικότητα του προφήτη. Η εκδοχή της Πόλυς με έκανε να αναβάλω τη δημοσίευση της δικιάς μου ιστορίας (και όχι μόνο γιατί μου είχε κάνει scoop θεματολογικά, αλλά και γιατί ήθελα να το ξανασκεφτώ λίγο το ζήτημα). Μετά πέρασε ο καιρός, οι μήνες και τα χρόνια και ο Ιωνάς καταχωνιάστηκε στη μνήμη μου και στα αζήτητα των αδημοσίευτων «παραλίγο ιστοριών» του ιστολογίου, από όπου ανασύρθηκε χτες για λόγους επιεικώς άσχετους, καθώς γυρνώντας από μια εκδρομή στην ανατολική Κρήτη αυτή τη φορά, και με άλλη παρέα, θυμήθηκα κάτι αστείες ιστορίες και γελώντας ανακάλυψα αιφνιδίως ότι ήμουν στο αντίθετο ρεύμα οπότε σοβάρεψα ξαφνικά (ευτυχώς δεν ερχόταν κανείς) μουρμουρίζοντας «Πού ‘σαι ρε Τζόνας;» κι αφού ξεμπέρδεψα με τα χρόνια πολλά στους εορτάζοντες (καθότι των Ταξιαρχών και γιόρταζαν διάφορα απροσδόκητα ονόματα) έκατσα και ξαναδιάβασα από την αρχή την ιστορία και σκέφτηκα ότι η αψυχολόγητη οργή του Ιωνά ίσως δεν ήταν τελικά ένα ξέσπασμα εγωιστικής παράνοιας ή άντε, εκδήλωση γεροντικού πείσματος ή ίσως αγκίστρωση σε μια διαψευσμένη προσδοκία (μια ακόμα διαψευσμένη προσδοκία), αλλά μπορεί να ήταν κάτι πιο βαθύ, πιο σκοτεινό, πιο θεμελιακό, κάτι που έλκει την καταγωγή του στο επώδυνο παρελθόν του ανθρώπου εκείνου.

Για κάποιον που έχει περάσει τρεις μέρες (ή τρεις μήνες ή τρεις αιώνες) στην κοιλιά του κήτους, ένα δεντράκι είναι μια παρηγοριά, δεν είναι;


[...] ἀπέῤῥιψάς με εἰς βάθη καρδίας θαλάσσης, καὶ ποταμοὶ ἐκύκλωσάν με· πάντες οἱ μετεωρισμοί σου καὶ τὰ κύματά σου ἐπ᾿ ἐμὲ διῆλθον. [...] περιεχύθη μοι ὕδωρ ἕως ψυχῆς, ἄβυσσος ἐκύκλωσέ με ἐσχάτη, ἔδυ ἡ κεφαλή μου εἰς σχισμὰς ὀρέων. [...] κατέβην εἰς γῆν, ἧς οἱ μοχλοὶ αὐτῆς κάτοχοι αἰώνιοι, καὶ ἀναβήτω ἐκ φθορᾶς ἡ ζωή μου [...].
.
.
.
Καὶ προσέταξε Κύριος τῷ κήτει, καὶ ἐξέβαλε τὸν Ἰωνᾶν ἐπὶ τὴν ξηράν.



Σ.Σ. Το κείμενο της Πόλυς Χατζημανωλάκη περιλαμβάνει διάφορες αναφορές όπου η ιστορία του Ιωνά χρησιμεύει ως έμπνευση· θα ήθελα ίσως να προσθέσω ένα δημοτικό τραγούδι που είχα διαβάσει στη συλλογή του Ν. Πολίτη και μου διαφεύγει τώρα ο τίτλος του, όπου σε μια φουρτούνα οι ναυτικοί προσεύχονται «ο καθένας στο Θεό του» όπως οι συνάδελφοί τους της ιστορίας του Ιωνά. Το πλήρες κείμενο του Ιωνά από τους Ο' μπορείτε να βρείτε εδώ αλλά αν χρειάζεστε μετάφραση και αντέχετε τις επικολυρικές εκφράσεις μπορείτε να βρείτε μία κάπως γλαφυρή απόδοση εδώ. Αν και με εντυπωσιάζει ως ιδέα δεδομένων των ναυσιπλοϊκών μέσων της εποχής, την άποψη ότι η Θαρσίς, προορισμός του Ιωνά, βρισκόταν στην Ιβηρική χερσόνησο την πρωτοδιάβασα σε ένα βιβλίο για την ιστορία της Πορτογαλίας (και αργότερα την ξαναείδα εδώ κι εκεί στο διαδίκτυο). Την άποψη ότι η «κολοκύνθη» δεν είναι ακριβώς κολοκυθιά την συνάντησα σε μια προτεσταντικής προέλευσης μετάφραση της Βίβλου (άλλωστε το γνωστό σήμερα κολοκύθι είναι φυτό του Νέου Κόσμου, δείτε και σχετικό άρθρο του ειδήμονος Ν. Σαραντάκου εδώ).

Α, ναι, η φράση με τις «μάταιες γενεαλογίες» μου έχει μείνει από ένα απόσπασμα του Νικόδημου του Αγιορείτη που διάβασα στο πίσω μέρος μιας έκδοσης του Ερωτόκριτου και έχω ξαναμνημονεύσει
εδώ.

25/10/15

Φραπέ, εσπρέσο, ελληνικό


Η κατά Ορφέα Περίδη εκδοχή του ελληνικού (τούρκικου) καφέ.

Τώρα που γύρισε ο καιρός, γύρισε και ο καφές. Από φραπέ σε ελληνικό. Δηλαδή τι ελληνικό, τούρκικος είναι, αλλά στα πλαίσια του εθνικού ευπρεπισμού επικράτησε το ελληνικός και το λέω κι εγώ όπως όλοι. Πάντως εδώ και λίγες μέρες που βρέχει κι έχει βάλει μια δροσούλα, δεν τραβιέται πλέον ο φραπέ. Η μαύρη αλήθεια είναι ότι ανάμεσα σε αυτές τις δύο εκδοχές παίζω, αν και στο σπίτι υπάρχει και καφετιέρα για γαλλικό και μια εισέτι προβληματική εσπρεσιέρα, και φυσικά οι αντίστοιχες εκδοχές συσκευασμένου καφέ στα ντουλάπια.

Οι δικοί μου έπιναν ελληνικό, φυσικά, χειμώνα-καλοκαίρι. Ακόμα πίνουν. Όταν ήμουν μικρός για κάποιο λόγο «δεν έκανε» να πίνουμε καφέ τα μικρά, οπότε δε μου δίδαξαν την παρασκευή του. Έμαθα όμως από τη γειτόνισσα, τη θεία Βούλα. Δεν ήταν πραγματική θεία μου, απλά ο άντρας της ο Τάσος ήταν κολλητός του πατέρα μου παιδιόθεν, και όταν μεγάλωσαν και βάλανε δυο δραχμές στην άκρη, χτίσανε τα σπίτια τους μεσοτοιχία, με κοινή αυλή. Ο Τάσος ήτανε Μανιάτης και με τη Βούλα ήτανε παραδοσιακό ζευγάρι, οπότε έκανε τον καφέ η Βούλα το απογεματάκι και τον πήγαινε στον Τάσο να τον πιει στην σκιά της αυλής, προσέχοντας πάντα να είναι όπως τον ήθελε ο άντρας της, βαρύς γλυκός. Η ίδια στεκόταν παράμερα όσο ο Τάσος έπινε τον καφέ του. Οι δικοί μου πάλι ήτανε Καριώτες εξίσου παραδοσιακοί, οπότε παραδοσιακά ο πατέρας μου έκανε τους καφέδες και σέρβιρε τη μάνα μου που ήθελε πάντα λίγο παραπάνω ζάχαρη από το «με ολίγη» του μπαμπά, και χωρίς καϊμάκι. Έπιναν τους καφέδες καθισμένοι δίπλα δίπλα και κουβεντιάζοντας περί ανέμων και υδάτων, πρωί και απόγευμα. Όποτε ο πατέρας μου ήταν μπαρκαρισμένος η μάνα μου δεν πολυέπινε καφέ, διότι κατά δική της ομολογία τον έκανε χάλια. Περίμενε να γυρίσει ο πατέρας μου να της τον φτιάξει.

Παίρνανε πάντα Λουμίδη φρεσκοκομμένο από το κεντρικό κατάστημα στην Αθήνα ή τον Πειραιά. Την εποχή εκείνη υπήρχαν μηχανές που έκοβαν καφέ επιτόπου στους φούρνους της γειτονιάς, αλλά ο μπαμπάς ως άνθρωπος μερακλής αρνιόταν να πιει καφέ που δεν ήταν φρεσκοκαβουρδισμένος και φρεσκοκομμένος και γυρνούσε από το Λουμίδη με κιλά καφέ που μοσχομύριζαν, ειδικά αν επίκειτο ταξίδι στην Ικαρία όπου φυσικά κατάστημα Λουμίδη δεν προβλεπόταν. Κάπου στα οικογενειακά κειμήλια υπάρχει κι ένας χερόμυλος που σε ακόμα παλιότερες εποχές έκοβαν τον καφέ τους επιτόπου. Η μακαρίτισσα η γιαγιά μου τον είχε βγάλει σε αχρηστία διότι της θύμιζε την κατοχή όπου άλεθαν καβουρδισμένο ρεβύθι, ελλείψει αληθινού καφέ.

Κάποια εποχή στα τέλη της δεκαετίας του ’70 ή αρχές του ’80, υπήρξε μια σχετικά μακρά περίοδος που οι εισαγωγές καφέ είχαν σταματήσει για κάποιο απροσδιόριστο λόγο, τελωνειακής αιτιολογίας ίσως. Το θέμα έπαιζε ψηλά στις ειδήσεις, και θυμάμαι τα κόμματα της αντιπολίτευσης να καταγγέλλουν την ανικανότητα της κυβέρνησης (του Ράλλη, νομίζω) να εξασφαλίσει τον καφέ του κοσμάκη. Ο πατέρας μου, μπαρκαρισμένος τότε, έγινε δέκτης οικογενειακών παραπόνων δι’ αλληλογραφίας, και όταν ξεμπάρκαρε κατέφθασε αρματωμένος με διάφορες εναλλακτικές συσκευασίες διαφόρων εξωτικών πραγμάτων που παρέπεμπαν σε καφέ αλλά δεν ήταν αυτό που ξέραμε. Το ένα ήταν κάποια κιλά αμερικάνικος Maxwell House, χοντροκομμένος, για εκείνη τη συσκευή που λέγανε percolator ή κάπως έτσι. Το δεύτερο ήταν δυο μεγάλες συσκευασίες Νεσκαφέ. Τα εναλλακτικά προϊόντα δεν ενθουσίασαν τους μεγάλους της οικογένειας, ωστόσο η νεολαία έσπευσε να ασπασθεί αυθωρεί και παραχρήμα τα μηνύματα των νέων καιρών που πλησίαζαν, ειδικά αφού για κάποιο λόγο οι μεγάλοι δεν τα θεωρούσαν αληθινό καφέ που «δεν έκανε» να πίνουμε, αλλά κάποιας μορφής ατελές υποκατάστατο που «δεν πείραζε».

Ριχτήκαμε λοιπόν μετά μανίας στην παρασκευή διαφόρων νέου τύπου καφέδων, και αν και ομολογουμένως ο αμερικάνικος (που απουσία του κατάλληλου μηχανήματος προσπαθούσαμε να τον φτιάξουμε ως να ήταν ο σημερινός «γαλλικός» σε φίλτρο χειρός) ήταν ένα αποτυχημένο νερομπλούκι, ο Νεσκαφέ μας αποζημίωνε με τη μέθοδο παρασκευής που λέγεται «κουταλάτο», δηλαδή με ανηλεές χτύπημα με ζάχαρη και ελάχιστο νερό σε φλυτζάνι, μέχρι να γίνει μια σχεδόν λευκή κρέμα, στην οποία προσθέταμε αργά και βασανιστικά ζεστό νερό ανακατεύοντας μέχρι να σχηματίσει έναν σχετικά παχύ αφρό που αντικαθιστούσε το καϊμάκι του ελληνικού.

Κάποτε έληξε το θέμα με τις εισαγωγές καφέ και αποκαταστάθηκε η τάξη με τον ελληνικό, αλλά στο μεταξύ εμείς (και νομίζω μια ολόκληρη γενιά μαζί μας) είχε εθιστεί στη νέα μόδα του Νεσκαφέ, χειμώνα καλοκαίρι. Η δεκαετία που ακολούθησε πρέπει να ήταν η χρυσή δεκαετία του φραπέ: το όνειρο κάθε νεαρού που σεβόταν τον εαυτό του ήταν να ανοίξει καφετέρια, δηλαδή ένα μαγαζί που αποκλειστικό προϊόν προς πώληση θα είχε τις μπουρμπουλήθρες του φραπέ. Καφενεία έκλειναν (ή βάραγαν μύγες) και νέες καφετέριες άνοιγαν παντού, με αναπαυτικές πολυθρόνες ή καναπέδες αντί για τις άβολες καρέκλες των καφενείων, ώστε να περνάνε αβίαστα οι ώρες που άραζες και συγκεντρωνόσουν στις μπουρμπουλήθρες σου, χαζεύοντας τηλεόραση ή ακόμα καλύτερα βίντεο – το νέο παιχνιδάκι της δεκαετίας.


Μια εναλλακτική ανάγνωση της καφετέριας («ωραία και η κυρία που σερβίρει»), από το μπαρμπα-Σταύρο Καραμανιώλα και τους Χειμερινούς Κολυμβητές.

Η επόμενη κρίση εισαγωγών καφέ, επί ημερών ΠΑΣΟΚ πλέον, βρήκε τον πατέρα μου ξέμπαρκο οριστικά πια. Ημείς οι νεώτεροι δεν είχαμε άγχη, καθότι ο Νεσκαφέ δεν έλειπε, αλλά οι μεγαλύτεροι της οικογένειας άνοιγαν κάθε βράδυ την τηλεόραση με την κρυφή ελπίδα αντί να ακούσουν τη Βασούλα την Παπανδρέου να καταγγέλλει την κερδοσκοπία των μεσαζόντων, να ακούσουν ότι κάπως αποκαταστάθηκαν οι εισαγωγές. Ο μπαμπάς για πρώτη και μοναδική φορά στη ζωή του έπιασε στασίδι σε καφενείο, από όπου γυρνούσε βρίζοντας την ποιότητα καφέ που σερβίρανε («ούτε σε μνημόσυνο τέτοιο χάλι»), ενώ η μάνα μου που το να βρεθεί σε καφενείο ήταν αποφασιστικά έξω από τις αντιλήψεις της για την ευπρεπή συμπεριφορά των κυριών, χτυπούσε τα χέρια της γοερά.

Μια μέρα ο μπαμπάς κουβάλησε μια καφετιέρα του γαλλικού καφέ, μάρκας PHILIPS, μαζί με ένα πακέτο καφέ νομίζω Melitta. Παρόλα τα τέσσερα χιλιάρικα που κόστισε το νέο γκάτζετ, η μάνα μου δεν ψήθηκε ούτε δευτερόλεπτο να πιει κάτι που δεν είχε ούτε καϊμάκι ούτε κατακάθι και που εμείς το στουμπώναμε στο γάλα, όλο ευχαρίστηση. Ευτυχώς κάποτε η σοσιαλιστική κόντρα με τους χονδρέμπορους έλαβε τέλος, και το στοκ Λουμίδη αποκαταστάθηκε μαζί με την οικογενειακή γαλήνη. Η καφετιέρα εξορίστηκε στα ψηλότερα ντουλάπια της κουζίνας, από όπου την κατέβασα εγώ όταν ξεκίνησα τη διπλωματική μου εργασία στο πανεπιστήμιο, σε ένα παράμερο εργαστήριο εντελώς άδειο από άλλο κόσμο και εξοπλισμό.

Πέρασα εκεί μέσα οχτώ χρόνια γεμάτα, από τα τέλη του ’88 ως τις αρχές του ’97 που πήγα φαντάρος. Η καφετιέρα με συντρόφευε καθημερινά, με το χαρακτηριστικό της γουργούρισμα και τον τεράστιο αριθμό καφέδων που έφτιαχνε όχι μόνο για τα μέλη του εργαστηρίου αλλά και για τη γειτονιά. Θυμάμαι τις μέρες εκείνες με σχετική νοσταλγία· είχαμε ένα κουτί που βάζαμε ψιλά που χρησίμευαν για αγορά καφέ, φίλτρων, ζάχαρης και ενίοτε γάλακτος (αν και δεν έβαζαν όλοι γάλα). Η καφετιέρα χρησίμευε ενίοτε και ως γκομενοπαγίδα· έλεγες ας πούμε στο σκοτεινό αντικείμενο του πόθου «έρχεσαι πάνω να σε κεράσω ένα καφεδάκι;» και μέχρι να ακουστεί το γουργούρισμα και να αρχίσουν να στάζουν οι πρώτες σταγόνες ενώ η μυρωδιά είχε γεμίσει το δωμάτιο, είχες το χρόνο να δημιουργήσεις το κατάλληλο κλίμα.

Δεν δούλευε πάντα το κόλπο (για την ακρίβεια, κατά κανόνα δεν δούλευε), αλλά η καφετιέρα έβγαλε τα λεφτά της με το παραπάνω, κι ακόμα κι όταν μισοτρύπησε κάποτε από τους επανειλημμένους καθαρισμούς με οξικό οξύ (σε εργαστήριο είμασταν άλλωστε) για να φύγουν τα άλατα που μάζευε με τα χρόνια, αντιστάθηκα στον πειρασμό να την πετάξω και την κουβάλησα πίσω στο ψηλό ντουλάπι της κουζίνας του πατρικού, από όπου ξανακατέβηκε για να με συνοδέψει στο πρώτο δικό μου σπίτι, στην αρχή του νέου αιώνα. Την κουβάλησα μέχρι την Κρήτη στην πρώτη μου εγκατάσταση εδώ· όταν πείστηκα ότι είναι εντελώς άχρηστη, ανακύκλωσα τα μηχανικά μέρη, αλλά κράτησα τη φλάσκα και το πλαστικό φίλτρο που ακόμα σέρνω μαζί μου μετά από δεκαεφτά μετακομίσεις.

Στο μεταξύ είχαν καταφτάσει ο εσπρέσο και ο φρέντο. Υπήρχαν βέβαια και παλιότερα «ψαγμένα» μαγαζιά που έκαναν εσπρέσο και καπουτσίνο, αλλά η υποχρέωση να πηγαίνεις στα «ψαγμένα» μέρη επιβλήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’90 με τόσο υποχρεωτικό τρόπο που εμείς οι παλιοί αφισιονάδο του γαλλικού και του φραπέ είμασταν τόσο παρωχημένοι που αποκλειόταν να χτυπήσουμε γκόμενα στα σοβαρά. Η νεώτερη γενιά αδυνατούσε να αντιληφθεί τον εκσυγχρονιστικό ρόλο που είχε παίξει ο Νεσκαφέ δεκαπέντε-είκοσι χρόνια νωρίτερα, και προκειμένου η πολιτισμική διαφορά να δημιουργήσει αληθινό χάσμα, ακόμα και οι βαριές περιπτώσεις σαν εμένα αντικαταστήσαμε τον καλοκαιρινό φραπέ με φρέντο. Ως αντίπραξη όμως στην καθολική επιβολή, αναπτύξαμε μια τάση «επιστροφή στις ρίζες» τουλάχιστον το χειμώνα, οπότε θυμάμαι με μια ορισμένη συγκίνηση το πρώτο μπρίκι που σούφρωσα από το πατρικό μου και το πήγα σπίτι μου για να φτιάξω τον πρώτο ελληνικό καφέ του έτους 2000.

Κάπως έτσι πέρασαν τα χρόνια, κι εκεί που άλλοι ήτανε στους λούνγκους και τους μακιάτους, εγώ είχα περάσει στη φάση «με ολίγη, και ναι και όχι, σε χοντρό φλυτζάνι και με φουσκάλες στη μέση», αν και χωρίς την πατρική υποχρέωση να στήνομαι στην ουρά του Λουμίδη, καθώς μου αρκούσε ο συσκευασμένος του σουπερμάρκετ. Στη δουλειά βέβαια δεν μπορούσες να πιείς ελληνικό (εκτός αν για κάποιο διεστραμμένο λόγο σου άρεσε ο «βαπορίσιος», που δε φαντάζομαι να υπάρχει άνθρωπος που να του αρέσει αυτό το αίσχος), οπότε ειδικά το καλοκαίρι που αχρηστεύονταν οι καφετιέρες του γαλλικού, έκανα πλέον ουρά στο κυλικείο με τα πλήθη που συνωστίζονταν περιμένοντας να βγάλει τον εσπρέσο η μηχανή και να χτυπηθεί το αφρόγαλο, και μετά ο επόμενος ένα από τα ίδια, πέντε λεπτά ανά παραγγελία ήθελε πάνω κάτω, κι όταν ερχόταν η σειρά μου επιτέλους έλεγα «φραπέ» και ξεμπέρδευα σε τριάντα δευτερόλεπτα παρά τα αποδοκιμαστικά βλέμματα των φρεντοφρονούντων γύρω γύρω.

Όταν βρέθηκα στην Ολλανδία, στο εργαστήριο ο κόσμος έπινε κατά σύστημα ένα πράγμα που έβγαινε από ένα μηχάνημα τιγκαρισμένο στο Douwe Egberts και στο οποίο πατούσες ένα κουμπάκι που έλεγε «καφέ» και έβγαινε ένας αραιός γαλλικός, κι ένα άλλο που έλεγε «εσπρέσο» και έβγαινε ακριβώς ο ίδιος γαλλικός σε μικρότερη ποσότητα. Ο καφές ήταν προσφορά του Τμήματος Βιολογίας στους εργαζόμενους δωρεάν, πράγμα εντυπωσιακό για τα ολλανδικά δεδομένα, αν και θυμάμαι μια δόση που η διαχείριση του κτιρίου απεφάνθη ότι υπερκαταναλώνουμε καφέδες και άρα πρέπει να τους πληρώνουμε. Αμέσως ξεσηκώθηκε κύμα διαμαρτυρίας, στα πλαίσια της οποίας παρουσιάστηκε και ένα διάγραμμα που συσχέτιζε την επιστημονική παραγωγικότητα (σε δημοσιεύσεις) με την κατανάλωση καφέ (σε λίτρα), υπονοώντας ότι η αψυχολόγητη απόφαση της διαχείρισης απειλούσε να ρίξει στα τάρταρα την παραγωγικότητα του Ιδρύματος. Εντυπωσιασμένη ίσως από το διάγραμμα (και αγνοώντας μάλλον τη βασική επιστημονική αρχή ότι correlation δεν σημαίνει causation) η διαχείριση υπαναχώρησε εν μέρει, δεχόμενη να είναι τζάμπα ο καφές, αλλά αρνούμενη να πληρώνει τη ζάχαρη και το γάλα (πράγμα παράξενο σε μια χώρα που το γάλα τους τρέχει από τα αυτιά, αλλά τέλος πάντων). Αμέσως τα εργαστήρια ανασυντάχθηκαν παραγγέλνοντας ικανές ποσότητες ζάχαρης και γάλακτος σε σκόνη δήθεν ως αναλώσιμα για την καλλιέργεια των ζουζουνιών που μεγαλώναμε, και το ζήτημα έληξε εκεί.

Πάντως το ψωμί της ξενιτιάς είναι πικρό, και ο καφές της ακόμα πικρότερος, όπως με δίδαξε ο φίλος στο Άμστερνταμ που είχε υπερηφάνως εξοπλιστεί με την τελευταία λέξη της τεχνολογίας για Νεσπρέσο και αντίστοιχες αμπούλες διαφόρων γεύσεων, και αναρωτιόταν τι χώρα είναι αυτή που δε μπορούν να φτιάξουν έναν καφέ της προκοπής (παρότι συμπλήρωνε εικοσαετία περίπου εκείνη την περίοδο). Δίπλα η σύζυγός του, αμετανοήτως Ελληνίς του ’80, χτυπούσε το τρίτο φραπεδάκι της ημέρας, χειμώνα-καλοκαίρι, αν και έπαιρνε τον τοπικό Νεσκαφέ που δεν κάνει και πολλή μπουρμπουλήθρα (καθότι είμαι πεπεισμένος ότι μας έχουν μυριστεί τους Έλληνες ότι λατρεύουμε τις φούσκες και μας στάζουν και μια σταγονίτσα σαπούνι στο εδώ χαρμάνι για να αφρίζει ωραία, αλλά φυσικά αυτά είναι τα μικρά μυστικά της εταιρίας, φαντάζομαι).

Στην Πορτογαλία πάντως όλα αυτά τους φάνταζαν πολύ εξωτικά και παράξενα, καθότι όλες οι πιθανές εκδοχές καφέ ήταν εσπρέσο, εσπρέσο με λίγο γάλα, εσπρέσο με ακόμα περισσότερο γάλα, και γάλα με εσπρέσο. Εγώ προτίμησα αυτό το τελευταίο, με την ονομασία galâo που σημαίνει «γαλόνι» και είναι ό,τι πλησιέστερο στον καφέ Λάττε που λένε εδώ, αλλά στο σπίτι είχα πάντα ελληνικό και Νεσκαφέ φερμένους από την Ελλάδα σε κάθε ταξίδι (πηγαινοερχόμουν συχνά εκείνη την εποχή για κάποιους λόγους). Θυμάμαι μια επίσκεψη που είχαμε πάει με την Αγία Σουζάνα στο πατρικό της στο Αλεντέζου, μια βαθιά πορτογαλική επαρχία, όπου πήγαμε μαζί με τη μαμά της να πιούμε έναν καφέ σε μια λιμνούλα έξω από το χωριό. Η γυναίκα είπε στην κόρη της να μου πει να πιώ τον καφέ μου γρήγορα γιατί θα κρυώσει, καθώς αφενός είχα πάρει εσπρέσο-με-περισσότερο-γάλα κι αφετέρου με έβλεπε να τον φυσάω. Είπα στη Σουζάνα να της πει ότι στην Ελλάδα πίνουμε παγωμένο καφέ και η Σουζάνα όχι μόνο το μετέφρασε αλλά και το επιβεβαίωσε λέγοντας ότι όταν είχε έρθει εδώ είχε δει νεοέλληνες με τους φραπέδες ή τους φρέντους τίγκα στο παγάκι. Η μαμά γούρλωσε τα μάτια και σταυροκοπήθηκε λέγοντας «μα τι άνθρωποι είναι αυτοί» καθότι αρνιόταν να πιστέψει στην ύπαρξη ενός καφέ όχι φυσικά κρύου αλλά έστω και κάπως χλιαρού.

Όταν έφευγα από τη χώρα μου πήραν δώρο οι συνάδελφοι δυο πάκα galâo στιγμής για να μη μου λείψει (όχι ότι θα μου έλειπε βέβαια, κάπου στα ντουλάπια μου έχει ξεμείνει τουλάχιστον το ένα πακετάκι). Τώρα που επέστρεψα και εγκαταστάθηκα πάλι στην Κρήτη, ξανακύλησα στις παλιές μου συνήθειες και παρότι όπως είπαμε το σπίτι είναι εξοπλισμένο με διαφόρων τύπων καφετιέρες, εγώ έχω μείνει στον ελληνικό και το φραπέ, ανάλογα με την εποχή. Στη δουλειά με τον καιρό η παραγγελία μου έχει γίνει κάπως περίπλοκη, τύπου «μονό φραπέ σε διπλό ποτηράκι με δυο μπιλίτσες καντερέλ και πάααρα πολύ γάλα, ναι, ακόμα περισσότερο, κι άλλο λίγο, ναι ευχαριστώ» αλλά πάλι σε τριάντα δευτερόλεπτα ξεμπερδεύω αφήνοντας κατά μέρος τα φρεντοπλήθη, άλλο βέβαια που για να πιώ τον καφέ θέλω τρεις ώρες περίπου ενθυμούμενος τις παλιές ηρωικές εποχές της καφετέριας. Και τώρα που γύρισε ο καιρός, γύρισε κι ο καφές σε ελληνικό, κι έκατσα το πρωί χαλαρός βλέποντας τη βροχή να πέφτει στα τζάμια να πιώ το καφεδάκι μου αναθυμούμενος μια ιστορία που μου έλεγε μια ψυχή, κοντοσυνομίληκη και με παρόμοιες παραστάσεις, από τη μακρινή δεκαετία του ’80.

Γύριζε ο πατέρας της από τη δουλειά στα χωράφια, κι έτρεχε η μικρή κόρη να τον προϋπαντήσει:

- Μπαμπά, θες να σου κάνω ένα φραπέ;

Την κοίταζε με δυσπιστία ο πατέρας, και πήγαινε μέσα κι έκανε τον ελληνικό του όπως ήξερε. Μια φορά όμως, καλοκαίρι με ζέστη, γυρνάει θεοσκοτωμένος από την κούραση ο άνθρωπος, και τρέχει η μικρή και τον προλαβαίνει με το φραπέ στο χέρι:

- Έλα μπαμπά, πιες να δροσιστείς.

Πιάνει το ποτήρι ο άνθρωπος και διψασμένος όπως ήτανε το αδειάζει μονορούφι – ούτε μπουρμπουλήθρα δεν άφησε. Ύστερα της το δίνει πίσω, της χαμογελάει καλωσυνάτα και λέει:

- Ευχαριστώ, κόρη μου, την ευχή μου να ‘χεις. Κάμε μου τώρα να χαρείς κι ένα καφεδάκι.



Η Νένα Βενετσάνου σε μια ψευδοπροφητική μπαλάντα του καφέ.