21/2/15
Ολονυχτία (Νικηφόρος Βρεττάκος)
Δε με κατάλαβες· όλη τη νύχτα
ήμουνα πλάι σου, προσπαθούσα να κλείσω
τα παράθυρα, πάλευα - όλη νύχτα.
Ο αγέρας επέμενε.
Άπλωσα τότε
τις παλάμες μου πάνω σου σαν
δύο φύλλα ουρανού, και σε σκέπασα.
Έπειτα βγήκα στον εξώστη και κοίταζα
Δίχως χέρια τον κόσμο.
Νικηφόρος Βρεττάκος (1912-1991)
Από τη συλλογή «Το βάθος του κόσμου» (1961)
18/2/15
Μην πιστεύετε τους απατεώνες
Τώρα υποτίθεται ότι είμαστε σε φάση που κινδυνεύουμε να βγούμε από την Ευρώπη, αλλά εγώ θυμάμαι τουλάχιστον τρεις φορές στο παρελθόν που μπαίναμε. Η πιο παλιά πρέπει να ήταν το 1979 ή 80 ή κάπου εκεί γύρω που σύμφωνα με τις θρυλικές αφηγήσεις της εποχής η λεωφόρος Συγγρού δενδροφυτεύτηκε μέσα σε ένα βράδυ ώστε να περάσει ο Ζισκάρ ντ’ Εσταίν να πάει στο Ζάππειο να υπογράψει την προσχώρησή μας στην (τότε) ΕΟΚ αλαμπρατσέτα με τον Καραμανλή τον πρεσβύτερο. Η πιο πρόσφατη ήταν η ΟΝΕ όπου μπήκαμε το 2002 με το Σημίτη να βγάζει κάτι ευρώ από το ΑΤΜ κι εκείνη την αλήστου μνήμης εμπειρία του διαρκούς πολλαπλασιασμού επί 340,75 που ήταν η ισοτιμία σε δραχμές (σε αντίθεση με πιο πονηρούς λαούς όπως οι Γερμανοί που είχαν ισοτιμία ένα ευρώ = δυο μάρκα και δεν μπερδευόντουσαν και τόσο).
Στο ενδιάμεσο πάντως υπήρξε μια άλλη κομβική χρονολογία, αν θυμάμαι καλά το 1992 που τέθηκε σε ισχύ η Συνθήκη του Μάαστριχτ, και για την οποία είχε νωρίτερα αναπτυχθεί επίσης μια ορισμένη μεταφυσική τύπου «το ’92 που θα αλλάξουν όλα» και «αυτά θα λέμε στους εταίρους μας το ’92;» και κάτι τέτοια χαριτωμένα. Την εποχή εκείνη μπαίναμε ξανά μανά σε μια ορισμένη Ευρώπη, ωστόσο δεν ήταν πολύ σαφές τι ακριβώς θα άλλαζε στην καθημερινότητα, τουλάχιστον για όσους δεν ασχολούνταν με κινήσεις κεφαλαίων και υπηρεσιών που θα «άνοιγαν» και θα υπερέβαιναν τα εθνικά σύνορα με κάποιο τρόπο απροσδιόριστο στους κοινούς θνητούς. Σαφήνεια δεν υπήρχε, υπήρχε όμως προσδοκία, χώρια η χαρούμενη αίσθηση ότι είμαστε προχώ Ευρωπαίοι και θα ταξιδεύουμε κυριλέ χωρίς βίζες και διαβατήρια, τουλάχιστον στην κοινή μας ευρωπαϊκή πατρίδα (εντάξει, εκτός από κάτι κρυόκωλους Άγγλους που θα ζήταγαν διαβατήρια).
Λίγους μήνες πριν το μαγικό ’92 ασχολούμουν με τα πρώτα στάδια της διατριβής μου και ζούσα μια αθώα μεταφοιτητική περίοδο που χαρακτηριζόταν από μια γενικώς αδρανή εργαστηριακή καθημερινότητα με μερικές εκλάμψεις συλλογής σαλιγκαριών και κάπως εκτεταμένες καλοκαιρινές διακοπές. Ήταν σε μια από αυτές τις περιόδους που με επισκέφτηκε κάπως απρογραμμάτιστα στην Ικαρία ο φίλος μου ο Χ., παλαιός συμμαθητής και αργότερα μαθητευόμενος οικονομολόγος που προσώρας βιοποριζόταν ως βοηθός λογιστή. Δεν είχα ιδέα σε τι ακριβώς χρησιμεύει ένας βοηθός λογιστή, αλλά και ο Χ. δεν είχε ιδέα σε τι χρησιμεύει ένας μοριακός βιολόγος που ερευνά τα σαλιγκάρια, οπότε από αυτή τη σκοπιά είμασταν πάτσι. Πάντως ενώ εκείνος δεν εξεδήλωσε κανένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη μοριακή μαλακιολογία, εγώ δεν έχανα ευκαιρία να μυηθώ στα επαγγελματικά του, ειδικά όταν άρχισε κάτι μισόλογα ότι έπιασε δουλειά σε μια εταιρία που κάνουνε μπιγκ μπίζνες.
- Δηλαδή τι μπιγκ μπίζνες; Τι παράγετε;
- Δεν παράγουμε προϊόντα. Εμπορευόμαστε. Προϊόντα και υπηρεσίες.
- Δηλαδή τι προϊόντα και τι υπηρεσίες;
- Γενικής φύσεως.
- Τι φύσεως ακριβώς;
- Δε μπορώ να σου πω.
Βέβαια η allure μυστηρίου που έβαζε στα λόγια του δεν κόλλαγε πάρα πολύ με το υπόλοιπο image καθότι κατά τα λοιπά έμοιαζε με φοιτητή σε καλοκαιρινές διακοπές, δηλαδή αυτό ακριβώς που ήταν την εποχή εκείνη κατά κύριο λόγο. Τελικά βέβαια με τη βοήθεια λίγης αλκοόλης στα κατάλληλα σημεία, η γλώσσα του λύθηκε και μου εξιστόρησε τις δραστηριότητες της εταιρίας με το νι και με το σίγμα. Ίσως και με υπερβολική λεπτομέρεια ενίοτε, αλλά καθώς ο φίλος ήταν σαφώς επιρρεπής στο φιδεμπόριο εκείνη την περίοδο, δεν παίρνω και όρκο για τις πιο σκαμπρόζικες λεπτομέρειες. Τη βασική δραστηριότητα της εταιρίας πάντως την είχα δει με τα μάτια μου λίγο καιρό πριν.
Ήταν μια Κυριακή του Μάη αν θυμάμαι καλά, που είδα μια ολοσέλιδη διαφήμιση σε τρεις τουλάχιστον κυριακάτικες εφημερίδες (Καθημερινή, Βήμα, Ελευθεροτυπία) και υποψιάζομαι ότι θα υπήρχε και αλλού. Η διαφήμιση έδειχνε ένα πολυτελές αυτοκίνητο, νομίζω μια Μερσεντές, και έγραφε από πάνω με μεγάλα γράμματα: «ΣΑΣ ΑΡΕΣΕΙ; ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΔΙΚΟ ΣΑΣ ΤΩΡΑ». Εμένα δε μου άρεσε και φυσικά δε θα γινόταν ποτέ δικό μου, θυμάμαι πάντως ότι το διαφημιζόμενο προϊόν δεν ήταν το ίδιο το αμάξι, αλλά ένα καταναλωτικό δάνειο με το οποίο θα μπορούσες να αποκτήσεις το αμάξι ή ό,τι άλλο γούσταρες. Την εποχή εκείνη τα τραπεζικά επιτόκια στη χώρα ήταν της τάξης του 15-20% (εποχή στασιμοπληθωρισμού γαρ). Πλην όμως η διαφήμιση υποσχόταν ότι η εταιρία θα μεσολαβούσε μέσω κάποια απροσδιόριστης διαδικασίας να πάρει κανείς δάνειο από γερμανική τράπεζα με γερμανικά επιτόκια – της τάξης του 3% ας πούμε. Μόλις θα μπαίναμε στην Ευρώπη (ξανά...) το ’92, ο συναλλαγματικός κίνδυνος και καλά θα εξαλειφόταν και οι ροές κεφαλαίων (και δανείων) θα ήταν ελεύθερες. Αυτό που έκανε η εταιρία ήταν να φέρνει το ’92 μερικούς μήνες πιο μπροστά. Ζητούσε μόνο ένα ευτελές ποσό για έξοδα φακέλου – χίλιες δραχμές. Σε ταχυδρομική θυρίδα.
- Κατάλαβες;
- Όχι. Δε θέλω Μερσεντές.
- Είσαι ηλίθιος. Δεν υπάρχει Μερσεντές.
- Και τι δείχνετε εκεί πέρα;
- Δεν «δείχνουμε». Αυτός δείχνει. Εγώ υπάλληλος είμαι, κρατάω απλώς κάποια βιβλία και όχι τα κανονικά. Τα δεύτερα.
- Ποια δεύτερα;
- Είσαι τελείως βλάκας. Δεν υπάρχει σοβαρή επιχείρηση χωρίς διπλά βιβλία. Ένα κανονικό κι ένα για την εφορία.
Έξυσα το κεφάλι μου.
- Δηλαδή είναι κάποια μορφή απάτης;
- Κάποια μορφή; Κομπίνα κανονική είναι. Αεριτζίδικο. Βρωμάει από χιλιόμετρα.
- Κι αφού βρωμάει από χιλιόμετρα γιατί να τσιμπήσει ο πελάτης;
Ο Χ. άρχισε να φυσάει και να ξεφυσάει, δήθεν αγανακτισμένος. Κάποια στιγμή μου λέει επιτακτικά:
- Δώσε ένα χιλιάρικο.
Έβγαλα ένα χιλιάρικο και το ακούμπησα στο τραπέζι. Δεν το πήρε.
- Τώρα δώσε ένα πεντοχίλιαρο.
- Ε, όχι και πεντοχίλιαρο!
- Αυτό ακριβώς, μπουμπούνα. Μου ακουμπάς άνετα ένα χιλιάρικο διότι είναι σχετικά ευτελές. Αν ήταν πεντοχίλιαρο θα κόλωνες. Αυτό κάνει και ο τύπος. Πληρώνει ολοσέλιδες καταχωρήσεις σε σοβαρές εφημερίδες, τάχα. Δείχνει γυαλιστερή Μερσεντέ, που μην κοιτάς εσύ που είσαι κουλτουριάρης και δε σκαμπάζεις από αμάξια, πολλοί τη ζαχαρώνουνε για μόστρα. Τους πουλάει φούμαρα ότι μπορούν να την αγοράσουν με γερμανικές τιμές και γερμανικό δάνειο με χαμηλά επιτόκια. Δεν είναι πολύ ρεαλιστικό, αλλά τους κλείνει το μάτι με το ’92 και τους ευρωπαίους και τα κεφάλαια κι έτσι. Εκατό θα το δουν, πέντε θα τσιμπήσουν κάπως, αν και θα σκεφτούν ότι ίσως είναι κομπίνα.
- Και πώς κερδίζει ο τύπος;
- Ζητάει ένα μικροποσό. Σου λέει ο άλλος «άμα ισχύει, παίζει να βγάλω φτηνά δάνειο, άμα δεν ισχύει έχω χάσει μόνο ένα χιλιάρικο». Και στέλνει το χιλιαρικάκι στη θυρίδα. Έρανος κανονικός.
- Καλά ρε, και πόσοι να την πατήσουν έτσι;
Ο Χ. έκανε μια κίνηση «έτσι κι έτσι» με το χέρι και παρίστανε ότι το σκέφτεται λίγο. Στο τέλος αποφάνθηκε:
- Τέσσερις – πέντε χιλιάδες.
- Παρντόν; Δηλαδή ο τύπος μάζεψε...
- Τέσσερα – πέντε μύρια, μείον τα έξοδα δημοσίευσης. Σε μια βδομάδα – δέκα μέρες. Δε σε χάλασε, ε;
Παραδέχτηκα ότι για δέκα ημερών δουλειά ήταν σημαντικό ποσό, αν σκεφτεί κανείς ότι η μηνιαία υποτροφία μου (που την ξόδευα μέχρι κεραίας σε καφέδες, τσιγάρα και εφημερίδες) ήταν πενήντα χιλιάρικα της εποχής.
- Και ολόκληρη εταιρία αυτό κάνει μόνο;
- Όχι ρε, κάνει κι άλλα. Αλλά σιγά την εταιρία, αυτός είναι μόνο, ένας Αλβανός στην αποθήκη, κι εγώ παιδί για τα θελήματα. Δηλαδή βοηθός λογιστή.
- Και η αποθήκη τι έχει μέσα, γυαλιστερές Μερσεντέ σε φωτογραφία;
- Όχι ρε, βιντεοκασέτες. Τσόντες κυρίως. Από αυτές που πουλάνε στην Ομόνοια.
- Α, αυτά είναι τα προϊόντα που εμπορεύεστε;
- Δεν είμαι βέβαιος. Αυτά έχω δει πάντως.
Ήπιε δυο γουλιές ακόμα από το ποτό του και έσκυψε προς εμένα, δήθεν εμπιστευτικά.
- Τώρα όμως θα κάνει μια ακόμα πιο μεγάλη μπίζνα.
- Δηλαδή τι μπίζνα;
- Δε μπορώ να σου πω.
- Ε, άντε και γα..., με έσκασες, λέγε.
- Καλά. Λέω. Λοιπόν, θα τους τάξει γυαλιστερή Μερσεντέ με γερμανικό δάνειο.
Τον έβρισα χυδαιότατα· εκείνος έβαλε τα γέλια. Είχε προφανώς μεθύσει. Επέμεινε όμως ότι υπάρχει ένα μεγαλοφυές σχέδιο του αφεντικού να επαναλάβει την κομπίνα. Του επεσήμανα ότι αυτό κάηκε πια διότι εξέλιπαν τα κορόιδα, καθότι όποιος κάηκε στο χυλό φυσάει και το γιαούρτι. Μου εξήγησε υπομονετικά, αν και ψευδίζοντας πότε πότε, ότι αυτή τη φορά θα δούλευε πολύ καλύτερα το σχήμα. Αυτή τη φορά δε θα υπήρχε θυρίδα. Θα υπήρχε κανονικά κτίριο, γραφεία, υπολογιστές, γραμματείς... Σοβαρή εταιρία κι έτσι. Θα έβρισκαν μια εταιρία από αυτές που κλείνουν τον Αύγουστο και στέλνουν τους εργαζόμενους διακοπές. Θα υπενοικίαζαν το χώρο, θα κρεμάγανε άλλη ταμπέλα, θα βάζανε δυο τρεις γκομενίτσες να κάνουν τις γραμματείς και θα δέχονταν το κοινό κανονικά, εισπράττοντας ένα πεντοχίλιαρο για έξοδα φακέλου και κλείνοντας ραντεβού για αρχές Σεπτέβρη. Το Σεπτέβρη που θα έρχονταν να κανονίσουν το δάνειο το αφεντικό θα είχε γίνει μπουχός με τα πεντοχίλιαρα.
- Μαλακία. Ποιος θα το φάει αυτό, ειδικά άμα έχει καεί προηγουμένως με το χιλιάρικο.
- Μα γι’ αυτό ακριβώς. Θα ξανακάνει διαφημιστική εκστρατεία με παρόμοια γυαλιστερή Μερσεντέ και φοβερά πιασάρικο τίτλο: «ΜΗΝ ΠΙΣΤΕΥΕΤΕ ΤΟΥΣ ΑΠΑΤΕΩΝΕΣ». Και από κάτω «Μην αφήνετε να σας εξαπατούν – Ελάτε σε εμάς να γνωριστούμε από κοντά». Δεν είναι γαμώ; Ο κάθε καμένος από την προηγούμενη κομπίνα θα έρχεται να πάρει το αίμα του πίσω. Σαν τον τύπο που χάνει στην πόκα και παίζει τα ρέστα του για να ρεφάρει κατάλαβες;
- Καλά, δεν είπαμε ότι το πεντοχίλιαρο είναι κάμποσα λεφτά και θα το σκεφτεί ο άλλος;
- Μα θα το σκεφτεί, δε θα τα δώσουν όλοι. Αλλά χίλιοι «ξύπνιοι» να βρεθούνε, να άλλα πέντε μύρια μάνι μάνι.
- Κι εσύ τι θα κάνεις εκεί πέρα;
- Επίβλεψη στις γκομενίτσες ρε, τι άλλο να κάνω; είπε κι έβαλε τα γέλια. Απλά αύριο θα πάρω τηλέφωνο να δω πότε πρέπει να γυρίσω Αθήνα να αρχίσω την επίβλεψη.
Κάπου εκεί τον πήρε ο ύπνος πάνω στην καρέκλα. Τον έσυρα με τα χίλια ζόρια σπίτι λίγο πριν ξημερώσει ή ίσως λίγο μετά. Ξυπνήσαμε περασμένο μεσημέρι, κατεβήκαμε για καφέ και τάβλι στου Αυγά πριν πάμε για μπάνιο. Κάποια στιγμή σηκώθηκε να πάει στο περίπτερο για τηλεφώνημα (μιλάμε για 1991, που ακόμα πήγαινες στο περίπτερο). Γύρισε μετά από λίγο προβληματισμένος μάλλον.
- Τι έγινε; Πότε φεύγεις τελικά.
- Δε φεύγω. Όπως τα κόβω μπορώ να κάτσω εδώ καιρό, ακόμα και τον Αύγουστο.
- Τι, δεν θα γυρίσεις να επιβλέψεις γκομενίτσες;
- Δεν υπάρχουν γκομενίτσες.
- Πώς όχι; Και το μεγαλοφυές σχέδιο;
- Δεν έχει σχέδιο. Αναβάλλεται. Και με βλέπω να ψάχνω για δουλειά σύντομα.
- Γιατί ρε, τι παίχτηκε;
- Διότι ο μπος είναι εκτάκτως στη μπουζού...
Άρχισα να χαχανίζω κρατώντας την κοιλιά μου. Ο Χ. έπιασε τα ζάρια και ετοιμάστηκε να ξεκινήσει το πλακωτό.
- ...καθότι τον μάγκωσαν για τις τσόντες.
- Τι, το τμήμα Ηθών;
- Όχι ρε, το τελωνείο. Ξέχασα να σου πω ότι οι τσόντες ήτανε λαθραίες, χωρίς ταινία γνησιότητας. Κάπως τις εντόπισαν και βρήκαν την πηγή. Τώρα δε βλέπω να ξεμπλέκει σύντομα, έχει και χρέη και ακάλυπτες επιταγές και πάλι καλά να λες που εγώ δε φαίνομαι πουθενά. Αλλά θα πρέπει να ψάχνω για καμιά δουλειά λιγότερο μπιγκ μπίζνες, μου φαίνεται. Σκατά, ασόδυο... Παίξε... Παίξε ρε μαλάκα, μη γελάς.
13/2/15
Περαστικά
Παρατυχόν φαρμακείο στο Ηράκλειο, από το Google Street View.
Χώθηκα στο φαρμακείο περισσότερο για να προστατευτώ από τη βροχή παρά επειδή χρειαζόμουν εκείνη τη στιγμή επειγόντως τα φάρμακα· άλλωστε ο γιατρός μου είχε εξηγήσει ότι κουβαλάω ήδη την ιγμορίτιδα επί μήνες και η θεραπεία θα τραβήξει σε μάκρος. Άφησα τη συνταγή πάνω στον πάγκο· η ωραία κυρία με το όνομα Άρτεμις που βρίσκεται συνήθως πίσω του μου εξήγησε ότι θα πρέπει να περιμένω λίγο μέχρι να στείλουν τις ρινικές εισπνοές από τη φαρμακαποθήκη διότι δεν τις έχει σε απόθεμα. Δεν βιαζόμουνα, καθώς η βροχή δεν έδειχνε σημάδια υποχώρησης. Περίμενα.
Ο άλλος μπήκε φορώντας ένα αδιάβροχο με κουκούλα. Έσταζε. Κατέβασε την κουκούλα και φάνηκαν τα βρεγμένα γυαλιά του.
- Χάλια ο καιρός, ε; σχολίασε η ωραία Άρτεμις.
- Τι να κάνουμε, είπε στωικά ο αδιάβροχος, δεν είναι και στο χέρι μας.
Άφησε πάνω στον πάγκο μια άλλη συνταγή· το μάτι μου έπεσε στην ημερομηνία γέννησής του. Πενηντάρης και κάμποσο. Δεν του φαινότανε, θα τον έκανα δέκα χρόνια κάτω. Αν ήταν κάπως πιο αδύνατος ίσως και περισσότερα. Η Άρτεμις σκάλισε τα συρτάρια και έβγαλε κάτι χάπια. Αναγνώρισα τη συσκευασία.
«Αρτηριακή υπέρταση», σκέφτηκα. Γενόσημα.
Η κοπέλα έβγαλε ένα δεύτερο κουτί με κάτι άλλα χάπια από ένα άλλο συρτάρι.
- Αυτά θα τα παίρνετε μεσημέρι-βράδυ μετά το φαγητό, του εξήγησε.
- Αυτά είναι για το ζάχαρο, ε;
- Ακριβώς.
Πάνω στην ώρα εμφανίστηκε ο ντελιβεράς από τη φαρμακαποθήκη με τις εισπνοές μου. Η Άρτεμις στράφηκε στον άλλον.
- Μισό λεπτό να τελειώσω με τον κύριο που περιμένει...
- Αλίμονο, ούτε λόγος, είπε ο άλλος. Ο κύριος προηγείται.
Η βροχή εξακολουθούσε να πέφτει κι εγώ εξακολουθούσα να μη βιάζομαι, οπότε σε μια κρίση υστερόβουλης μεγαλοψυχίας του παραχώρησα τη σειρά μου. Ο τύπος με ευχαρίστησε χαμογελώντας. Πλήρωσε, πήρε τα χάπια του και τα έχωσε σε ένα μικροσκοπικό τσαντάκι μέσης που δεν καλοφαινόταν κάτω από το αδιάβροχο. Στράφηκε να φύγει αλλά κοντοστάθηκε στην έξοδο καθώς η βροχή δυνάμωνε. Στο μεταξύ η Άρτεμις μου έδωσε να υπογράψω την εκτέλεση της συνταγής και πληκτρολόγησε τη λυπητερή στην ταμειακή. Πλήρωσα κι εγώ και πήρα τα δικά μου.
- Περαστικά σας, μου είπε χαμογελαστή η φαρμακοποιός.
- Δε βαριέστε, ακούστηκε η φωνή του άλλου που προφανώς νόμιζε ότι απευθυνόταν σε κείνον. Από το πέρασμα του χρόνου δε γιατρεύεται κανείς.
2/2/15
Πάμε στον Άδωνι για ταξίδι στην Ικαρία
Να έχεις βιβλιοπωλείο και να μπλέκεις τη Φάρμα των Ζώων με το 1984. Αλλά δε βαριέσαι, μερικά ζώα είναι πιο ίσα από άλλα, που (δεν) έλεγε και ο Καμπέ.
Την εποχή εκείνη δεν ήταν ακόμα φίρμα ή τέλος πάντων δεν ήταν η φίρμα που είναι σήμερα. Βεβαίως ούτε εγώ ήμουν η φίρμα της μπλογκόσφαιρας που είμαι σήμερα (χο χο χο) καθώς μάλλον δεν είχα ιδέα τι είναι μπλογκ (αν υπήρχε τότε η έννοια). Πάντως μην πάει το μυαλό σας στην αρχαιότητα, αυτά συνέβαιναν τον 21ο αιώνα, σε μια Ελλάδα που ετοιμαζόταν να οργανώσει Ολυμπιακούς Αγώνες αλλά δεν είχε ακόμα πάρει το Γιούρο, καίτοι είχε ήδη στα χέρια της το Ευρώ.
Ζούσα τότε στην Αθήνα και ψαχνόμουν επαγγελματικά και προσωπικά να δω τι θα έκανα στο μέλλον (σε αντίθεση με σήμερα που ζω στο Ηράκλειο και ψάχνομαι επαγγελματικά και προσωπικά να δω τι θα κάνω στο μέλλον). Μια Κυριακή πρωί είχα ανέβει μέχρι την Καισαριανή για ένα μνημόσυνο ενός πρόωρα αποδημήσαντος συγχωριανού. Η αλήθεια είναι ότι δεν είχαμε και ιδιαίτερες σχέσεις με την οικογένεια ώστε να προκύπτει κοινωνική υποχρέωση, αλλά κάπως μου είχε έρθει τότε και πήγα. Ατυχώς, μια και οι περισσότεροι παρευρισκόμενοι και παρακαθήμενοι στον καφέ ήταν άνθρωποι άλλης γενιάς (εγώ τότε μπορούσα ακόμα να θεωρηθώ κάπως καταχρηστικά «νέος»), έπληττα κάπως και για να διαχειριστώ την αμηχανία χάζευα τις εφημερίδες που είχε αγοράσει ο διπλανός μου από το περίπτερο της πλατείας. Ξεφυλλίζοντας την «Αυγή» (πολλά χρόνια πριν έρθει στη μόδα και γίνει κυβερνητικό φύλλο) έπεσε το μάτι μου σε μια φωτογραφία που απεικόνιζε την πλατεία του Ευδήλου από ψηλά. Το κείμενο που συνόδευε ήταν μια βιβλιοκριτική, αν και παραδόξως δεν ήταν στη στήλη που κανονικά βρίσκονταν οι βιβλιοκριτικές αλλά σε μια σελίδα με «γνώμες αναγνωστών» ή κάτι τέτοιο.
Αποχαιρέτισα τους συγγενείς και τους συγχωριανούς, αγόρασα το φύλλο της ημέρας και μαζεύτηκα σπίτι όπου αποδελτίωσα την επίμαχη βιβλιοκριτική. Αναφερόταν σε ένα μυθιστόρημα που προφανώς διαδραματιζόταν στην Ικαρία και ο τίτλος του συνέπιπτε με ένα σύγγραμμα του 18ου αιώνα κάποιου Γάλλου ουτοπικού σοσιαλιστή ονόματι Καμπέ που το είχε τιτλοφορήσει «Ταξίδι στην Ικαρία», μάλλον χωρίς να έχει πάει ποτέ στο νησί. Η αρθρογράφος (άγνωστη σε εμένα) έβρισκε διάφορες παραλληλίες ανάμεσα στο κείμενο του 18ου αιώνα και στο μυθιστόρημα του 21ου αλλά ιδιαίτερες πληροφορίες για τα περιεχόμενα του βιβλίου δεν έδινε. Πάντως κινούσε αρκετά την περιέργεια ώστε να το ψάξει κανείς. Σημείωσα τίτλο, συγγραφέα και εκδοτικό οίκο· εκτός από τον τίτλο που τον είχα ξανακούσει σε μια κουβέντα λόγω του Καμπέ, ο συγγραφέας και οι εκδότες μου ήταν άγνωστοι.
Το επόμενο Σάββατο κατέβηκα στο κέντρο και περιπλανήθηκα στα βιβλιοπωλεία. Ρώτησα εδώ κι εκεί για το βιβλίο· δεν το ήξεραν. Κατέβηκα τα σκαλάκια της Πολιτείας, ρώτησα τη Ραχήλ που με συμπαθεί διαχρονικώς από την πολύ παλιά εποχή που δούλευε στο Θεμέλιο αν το ξέρει· δεν της θύμιζε κάτι. Με παρέπεμψε σε έναν νεαρό πίσω από έναν υπολογιστή. Ο ευγενέστατος και συμπαθέστατος νεαρός το έψαξε με τον τίτλο και το συγγραφέα· δεν βρήκε τίποτα. Με ρώτησε για τον εκδοτικό οίκο. Κοίταξα το σκονάκι μου.
- Γεωργιάδης, είπα.
Ο νεαρός με κοίταξε με ένα βλοσυρό, σκοτεινιασμένο βλέμμα. Η ευγένεια πήγε περίπατο.
- Δεν φέρνουμε τέτοια πράγματα εμείς, κύριε, είπε αυστηρά και πέρασε στον επόμενο.
Το «τέτοια πράγματα» το είπε λες και του είχα ζητήσει κάτι σε πορνογραφία, ναρκωτικά ή άρλεκιν. Έχοντας πλήρη άγνοια κινδύνου, επέμεινα.
- Και που μπορώ να το βρω τότε;
Με κοίταξε όπως κοιτάς ένα βλαμμένο. Μάλλον έκρινε ότι όντως είμαι βλαμμένος, πάντως έφτυσε μια απάντηση έμπλεος περιφρόνησης.
- Σόλωνος, πιο κάτω, δεν ξέρω το νούμερο, κάπου δεξιά. Θα αναγνωρίσεις τη βιτρίνα.
Κατηφόρισα τη Σόλωνος κοιτάζοντας δεξιά ψάχνοντας για σχετική ταμπέλα. Σε ένα σημείο είδα σπασμένα γυαλιά στο πεζοδρόμιο. Κοίταξα το μαγαζί δίπλα· ήταν ένα βιβλιοπωλείο με κατεβασμένα ρολά, διπλοκλειδωμένο. Τα τζάμια ήταν σπασμένα πέρα ως πέρα, και κάποιος είχε γράψει με μαύρο σπρέι «Έξω οι φασίστες» και το περίκλειστο άλφα της αναρχίας. Έριξα μια ματιά σε ό,τι είχε απομείνει από τη βιτρίνα· βιβλία του Σαράντου Καργάκου, κάτι άλλα για την ομάδα Έψιλον, κάτι για τους Αρχαίους Έλληνες που είχαν ανακαλύψει την Αμερική. Ξαφνικά φωτίστηκα· ο εκδοτικός οίκος Γεωργιάδης ήταν εκείνου του γραφικού τύπου που έβγαινε στο Τελεάστυ ή όπως αλλιώς λέγανε το κανάλι του Καρατζαφέρη και έκανε δημοπρασίες βιβλίων που έλεγαν κάτι τέτοια αρχαιοπαρμένα. Είπαμε, δεν ήταν ακόμα φίρμα, αλλά ανήκε στο ευρύτερο πεδίο της trash TV, αρκετά ώστε να τον παρωδεί ο Μητσικώστας. Δεν το έλεγες και σοβαρό πολύ, οπότε κάπως αντελήφθην από πού πήγαζε το αιφνιδίως βλοσυρό ύφος του υπαλλήλου στην Πολιτεία.
Ναι, αλλά η Ικαρία πού κόλλαγε; Και η Αυγή, διάολε; Ξαναέριξα μια ματιά στη θρυμματισμένη βιτρίνα: παρακμιακή αρχαιολατρεία, Καργάκος, εξωγήινοι. Α, και ένα σημείωμα που έλεγε: Κεντρική Διάθεση, οδός Τάδε. Ήταν ένα μικροσκοπικό δρομάκι λίγο πιο πέρα, στις παρυφές των Εξαρχείων. Η περιέργειά μου ήταν πιο ισχυρή από τη σχετική αποστροφή προς την προγονοπληξία, και άρχισα να βαδίζω προς την οδό Τάδε. Δεν ήμουν σίγουρος πού ακριβώς ήταν, αλλά δεν άργησα να ανακαλύψω τα γνώριμα σημάδια: σπασμένα τζάμια, ένα τεράστιο άλφα σε κύκλο με μαύρο σπρέι, ένας καμένος κάδος σκουπιδιών, προφανώς από μολότωφ. «Εδώ είμαστε», σκέφτηκα. Προς μεγάλη μου έκπληξη, το μαγαζί ήταν ανοιχτό. Ολάνοιχτο, για την ακρίβεια, η βιτρίνα έλειπε σχεδόν εξολοκλήρου.
Μπροστά από την πόρτα στέκονταν δυο σφίχτες με ξυρισμένα κεφάλια, άρβυλα και πέτσινα μπουφάν. Πίσω τους, ακριβώς στο σκαλί της πόρτας, στεκόταν αυτός που θα γινόταν αργότερα φίρμα. Φορούσε άσπρο πουπουλένιο μπουφανάκι και κοιτούσε γύρω-γύρω ερευνητικά ενώ παράλληλα μασούσε πασατέμπο. Πλησίασα και κοίταξα κι εγώ γύρω-γύρω.
- Τι έγινε εδώ ρε παιδιά, σας την πέσανε;
Κανείς δεν απάντησε. Έκανα να πλησιάσω προς την πόρτα. Με σταμάτησε ο ένας από τους σφίχτες.
- Πού πας;
- Ψάχνω ένα βιβλίο.
Γύρισε και κοίταξε ερωτηματικά τον ασπροφορεμένο με τον πασατέμπο. Αυτός σταμάτησε το μασούλημα και με κοίταξε ερευνητικά. Με το μαύρο παλτό και τη μαλλούρα δεν έμοιαζα με κανέναν άλλον από την ομήγυρη.
- Ποιο βιβλίο;
- Το «Ταξίδι στην Ικαρία».
Έκανε ένα νεύμα στο σφίχτη, ο οποίος με άφησε να περάσω. Στριμώχτηκα δίπλα του για να μπω· δεν παραμέρισε στο ελάχιστο. Το μαγαζί ήταν ουσιαστικά αποθήκη βιβλίων, δεμένων σε ντάνες. Κάποιος άλλος ήταν πίσω από έναν πάγκο.
- Πόσα θες; Δέκα; Είκοσι;
- Ένα.
- Ένα μόνο;
- Για μένα το θέλω.
- Εδώ είμαστε χονδρική.
- Πήγα στη λιανική και είχατε κατεβάσει ρολά. Βρήκα μόνο σπασμένες βιτρίνες.
Κοίταξα γύρω-γύρω και συμπλήρωσα:
- ...κι εδώ δηλαδή τα ίδια χάλια.
- ΕΙΔΕΣ; ΕΙΔΕΣ; ακούστηκε στριγγή η φωνή του Αδώνιδος. ΑΛΛΑ ΔΕ ΘΑ ΤΟΥΣ ΠΕΡΑΣΕΙ! ΔΕ ΘΑ ΤΟΥΣ ΠΕΡΑΣΕΙ!
Δεν είχα συνηθίσει τη φωνή του τότε (ούτε και σήμερα την αντέχω βέβαια) κι αισθάνθηκα κάπως άβολα, χώρια οι σφίχτες απόξω και τα καχύποπτα βλέμματα.
- Να του δώσω ένα; ρώτησε ο τύπος από τον πάγκο τον Άδωνι.
Αυτός έγνεψε «ναι» και ξανάρχισε να μασάει πασατέμπο. Πλήρωσα δέκα ευρώ, έχωσα το βιβλίο στην τσέπη του παλτού και στριμώχτηκα πάλι δίπλα του. Αυτή τη φορά παραμέρισε λίγο. Παραμέρισαν και οι σφίχτερμεν. Έκοψα γρήγορα από τα στενά μην τυχόν με πάρει κάνα μάτι κανενός γνωστού ότι ψωνίζω από το Γεωργιάδη και γίνω ρεντίκολο. Ας όψεται η Ικαρία. Και η «Αυγή» βέβαια, ούτε λόγος.
Σ.Σ. Το βιβλίο του κ. Βασίλη Σεβδαλή «Ταξίδι στην Ικαρία» από τις εκδόσεις Γεωργιάδη το ερεύνησα εξονυχιστικά ψάχνοντας να βρω τι σχέση έχει η Ικαρία με την αρχαιοπληξία και την ακροδεξιά ιδεολογία του εκδότη. Δε βρήκα τίποτα· ένα μυθιστόρημα με σκηνικό την Ικαρία, από μέτριο έως κακό, αλλά ούτε ίχνος ακροδεξιάς. Κάτι μυθοπλαστικά ευρήματα της πυρκαγιάς, κάτι αναληθοφάνειες της κακιάς ώρας, λίγο σεξ και λίγη τρομοκρατία, χαρακτήρες-καρτούν, κάμποσο κουλέρ-λοκάλ, περίπου όλη η ελληνική λογοτεχνία του συρμού δηλαδή. Σκέφτηκα ότι θα έψαξε για εκδότη και δεν θα βρήκε άλλον, μπορεί να ήξερε τους Γεωργιάδηδες από κάπου, άντε βρες άκρη. Απόρησα λίγο που γράφτηκε κριτική επ' αυτού στην Αυγή, αλλά μετά θυμήθηκα ότι από τη συγκεκριμένη σελίδα «φιλοξενουμένων» είχαν παρελάσει σε μια φάση διάφοροι μυστήριοι, μέχρι και κάτι δωδεκαθεϊστές. Έβαλα το βιβλίο στο ράφι δίπλα στο «Οι οραματιστές της Ικαρίας» της Λιλίκας Νάκου (επίσης μυθιστόρημα χάλι μαύρο αλλά του ’60 μάλλον) και το ξέχασα. Αργότερα είχα την ευκαιρία να διαβάσω και άλλα βιβλία που διαδραματίζονται σε πραγματικές ή φαντασιακές Ικαρίες· ορισμένα ήταν ακόμα χειρότερα χάλια.
Στο μεταξύ ο Άδωνις έγινε μέγας και τρανός, τηλεοπτική περσόνα ολκής και βουλευτής, πήρε μεταγραφή, από fringe έγινε mainstream, διατέλεσε υπουργός και κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος, παντρεύτηκε μια άλλη media celebrity και απέκτησε το προσωνύμιο Μπουμπούκος. Με αυτό το τελευταίο τον βρίσκω καμιά φορά στα social media, όπως σε μια σελίδα στο Facebook που λεγόταν κάτι σαν «Αποχαιρετάμε το Μπουμπούκο που φεύγει από την Ελλάδα», τρολάροντας την εκπεφρασμένη βούληση του εν λόγω να αλλάξει χώρα αν επικρατήσουν οι αριστεροί. Η σελίδα φιλοδοξούσε να μαζέψει αριθμό υποστηρικτών μεγαλύτερο από τον αριθμό των ψηφοφόρων του Αδώνιδος, αν και δε νομίζω να τα είχε καταφέρει μέχρι χτες καθότι δεν είναι και λίγοι οι φαν του ανδρός. Πάντως χάρη σε αυτή την απόπειρα θυμήθηκα το κάπως ατυχές brief encounter που είχαμε με τον Άδωνι.
Να πω για να είμαι δίκαιος ότι στα πλαίσια της ελευθερίας της έκφρασης (και όχι του συνήθους καταδικάζωτηβίααπόόπουκιανπροέρχεται) με βρίσκουν πλήρως και κατηγορηματικά αντίθετο οι «επαναστατικές» ενέργειες πυρπόλησης του βιβλιοπωλείου του Γεωργιάδη που ελάμβαναν χώρα σε εβδομαδιαία βάση μια εποχή καθώς ο τύπος επέμενε να έχει το μαγαζί του στις παρυφές των Εξαρχείων που ορισμένοι θεωρούν γκέτο και άβατο. Εγώ πάλι θεωρώ ότι πρέπει να καταλυθεί το άβατο της ανθρώπινης βλακείας μάλλον, αυτής που οδηγεί στο φασισμό αλλά και σε κάτι αυτόκλητους τιμωρούς της άλλης πλευράς που καλό δεν κάνουν σε κανέναν. Από ό,τι φαίνεται βέβαια κάψε-κάψε στο τέλος τους πέρασε, και τώρα η επιχείρηση του Γεωργιάδη βρίσκεται εκτός κέντρου Αθήνας από όσο ξέρω.
Ατυχώς οι ιδέες του κυκλοφορούν παντού· μάλλον αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα.
Το πρωτότυπο «Ταξίδι στην Ικαρία» του Ετιέν Καμπέ σε μετάφραση Ηρώς Τσαρνά-Κόχυλα και επιμέλεια Μάκη Καβουριάρη εκδόθηκε το 2010 από την Εταιρία Ικαριακών Μελετών αν και δεν έχει κανένα ιδιαιτέρως ικαριακό θέμα (εκτός αν θεωρήσουμε την ουτοπία κάτι βαθιά ικαριακό, οπότε πάλι μέσα είμαστε).
Την εποχή εκείνη δεν ήταν ακόμα φίρμα ή τέλος πάντων δεν ήταν η φίρμα που είναι σήμερα. Βεβαίως ούτε εγώ ήμουν η φίρμα της μπλογκόσφαιρας που είμαι σήμερα (χο χο χο) καθώς μάλλον δεν είχα ιδέα τι είναι μπλογκ (αν υπήρχε τότε η έννοια). Πάντως μην πάει το μυαλό σας στην αρχαιότητα, αυτά συνέβαιναν τον 21ο αιώνα, σε μια Ελλάδα που ετοιμαζόταν να οργανώσει Ολυμπιακούς Αγώνες αλλά δεν είχε ακόμα πάρει το Γιούρο, καίτοι είχε ήδη στα χέρια της το Ευρώ.
Ζούσα τότε στην Αθήνα και ψαχνόμουν επαγγελματικά και προσωπικά να δω τι θα έκανα στο μέλλον (σε αντίθεση με σήμερα που ζω στο Ηράκλειο και ψάχνομαι επαγγελματικά και προσωπικά να δω τι θα κάνω στο μέλλον). Μια Κυριακή πρωί είχα ανέβει μέχρι την Καισαριανή για ένα μνημόσυνο ενός πρόωρα αποδημήσαντος συγχωριανού. Η αλήθεια είναι ότι δεν είχαμε και ιδιαίτερες σχέσεις με την οικογένεια ώστε να προκύπτει κοινωνική υποχρέωση, αλλά κάπως μου είχε έρθει τότε και πήγα. Ατυχώς, μια και οι περισσότεροι παρευρισκόμενοι και παρακαθήμενοι στον καφέ ήταν άνθρωποι άλλης γενιάς (εγώ τότε μπορούσα ακόμα να θεωρηθώ κάπως καταχρηστικά «νέος»), έπληττα κάπως και για να διαχειριστώ την αμηχανία χάζευα τις εφημερίδες που είχε αγοράσει ο διπλανός μου από το περίπτερο της πλατείας. Ξεφυλλίζοντας την «Αυγή» (πολλά χρόνια πριν έρθει στη μόδα και γίνει κυβερνητικό φύλλο) έπεσε το μάτι μου σε μια φωτογραφία που απεικόνιζε την πλατεία του Ευδήλου από ψηλά. Το κείμενο που συνόδευε ήταν μια βιβλιοκριτική, αν και παραδόξως δεν ήταν στη στήλη που κανονικά βρίσκονταν οι βιβλιοκριτικές αλλά σε μια σελίδα με «γνώμες αναγνωστών» ή κάτι τέτοιο.
Αποχαιρέτισα τους συγγενείς και τους συγχωριανούς, αγόρασα το φύλλο της ημέρας και μαζεύτηκα σπίτι όπου αποδελτίωσα την επίμαχη βιβλιοκριτική. Αναφερόταν σε ένα μυθιστόρημα που προφανώς διαδραματιζόταν στην Ικαρία και ο τίτλος του συνέπιπτε με ένα σύγγραμμα του 18ου αιώνα κάποιου Γάλλου ουτοπικού σοσιαλιστή ονόματι Καμπέ που το είχε τιτλοφορήσει «Ταξίδι στην Ικαρία», μάλλον χωρίς να έχει πάει ποτέ στο νησί. Η αρθρογράφος (άγνωστη σε εμένα) έβρισκε διάφορες παραλληλίες ανάμεσα στο κείμενο του 18ου αιώνα και στο μυθιστόρημα του 21ου αλλά ιδιαίτερες πληροφορίες για τα περιεχόμενα του βιβλίου δεν έδινε. Πάντως κινούσε αρκετά την περιέργεια ώστε να το ψάξει κανείς. Σημείωσα τίτλο, συγγραφέα και εκδοτικό οίκο· εκτός από τον τίτλο που τον είχα ξανακούσει σε μια κουβέντα λόγω του Καμπέ, ο συγγραφέας και οι εκδότες μου ήταν άγνωστοι.
Το επόμενο Σάββατο κατέβηκα στο κέντρο και περιπλανήθηκα στα βιβλιοπωλεία. Ρώτησα εδώ κι εκεί για το βιβλίο· δεν το ήξεραν. Κατέβηκα τα σκαλάκια της Πολιτείας, ρώτησα τη Ραχήλ που με συμπαθεί διαχρονικώς από την πολύ παλιά εποχή που δούλευε στο Θεμέλιο αν το ξέρει· δεν της θύμιζε κάτι. Με παρέπεμψε σε έναν νεαρό πίσω από έναν υπολογιστή. Ο ευγενέστατος και συμπαθέστατος νεαρός το έψαξε με τον τίτλο και το συγγραφέα· δεν βρήκε τίποτα. Με ρώτησε για τον εκδοτικό οίκο. Κοίταξα το σκονάκι μου.
- Γεωργιάδης, είπα.
Ο νεαρός με κοίταξε με ένα βλοσυρό, σκοτεινιασμένο βλέμμα. Η ευγένεια πήγε περίπατο.
- Δεν φέρνουμε τέτοια πράγματα εμείς, κύριε, είπε αυστηρά και πέρασε στον επόμενο.
Το «τέτοια πράγματα» το είπε λες και του είχα ζητήσει κάτι σε πορνογραφία, ναρκωτικά ή άρλεκιν. Έχοντας πλήρη άγνοια κινδύνου, επέμεινα.
- Και που μπορώ να το βρω τότε;
Με κοίταξε όπως κοιτάς ένα βλαμμένο. Μάλλον έκρινε ότι όντως είμαι βλαμμένος, πάντως έφτυσε μια απάντηση έμπλεος περιφρόνησης.
- Σόλωνος, πιο κάτω, δεν ξέρω το νούμερο, κάπου δεξιά. Θα αναγνωρίσεις τη βιτρίνα.
Κατηφόρισα τη Σόλωνος κοιτάζοντας δεξιά ψάχνοντας για σχετική ταμπέλα. Σε ένα σημείο είδα σπασμένα γυαλιά στο πεζοδρόμιο. Κοίταξα το μαγαζί δίπλα· ήταν ένα βιβλιοπωλείο με κατεβασμένα ρολά, διπλοκλειδωμένο. Τα τζάμια ήταν σπασμένα πέρα ως πέρα, και κάποιος είχε γράψει με μαύρο σπρέι «Έξω οι φασίστες» και το περίκλειστο άλφα της αναρχίας. Έριξα μια ματιά σε ό,τι είχε απομείνει από τη βιτρίνα· βιβλία του Σαράντου Καργάκου, κάτι άλλα για την ομάδα Έψιλον, κάτι για τους Αρχαίους Έλληνες που είχαν ανακαλύψει την Αμερική. Ξαφνικά φωτίστηκα· ο εκδοτικός οίκος Γεωργιάδης ήταν εκείνου του γραφικού τύπου που έβγαινε στο Τελεάστυ ή όπως αλλιώς λέγανε το κανάλι του Καρατζαφέρη και έκανε δημοπρασίες βιβλίων που έλεγαν κάτι τέτοια αρχαιοπαρμένα. Είπαμε, δεν ήταν ακόμα φίρμα, αλλά ανήκε στο ευρύτερο πεδίο της trash TV, αρκετά ώστε να τον παρωδεί ο Μητσικώστας. Δεν το έλεγες και σοβαρό πολύ, οπότε κάπως αντελήφθην από πού πήγαζε το αιφνιδίως βλοσυρό ύφος του υπαλλήλου στην Πολιτεία.
Ναι, αλλά η Ικαρία πού κόλλαγε; Και η Αυγή, διάολε; Ξαναέριξα μια ματιά στη θρυμματισμένη βιτρίνα: παρακμιακή αρχαιολατρεία, Καργάκος, εξωγήινοι. Α, και ένα σημείωμα που έλεγε: Κεντρική Διάθεση, οδός Τάδε. Ήταν ένα μικροσκοπικό δρομάκι λίγο πιο πέρα, στις παρυφές των Εξαρχείων. Η περιέργειά μου ήταν πιο ισχυρή από τη σχετική αποστροφή προς την προγονοπληξία, και άρχισα να βαδίζω προς την οδό Τάδε. Δεν ήμουν σίγουρος πού ακριβώς ήταν, αλλά δεν άργησα να ανακαλύψω τα γνώριμα σημάδια: σπασμένα τζάμια, ένα τεράστιο άλφα σε κύκλο με μαύρο σπρέι, ένας καμένος κάδος σκουπιδιών, προφανώς από μολότωφ. «Εδώ είμαστε», σκέφτηκα. Προς μεγάλη μου έκπληξη, το μαγαζί ήταν ανοιχτό. Ολάνοιχτο, για την ακρίβεια, η βιτρίνα έλειπε σχεδόν εξολοκλήρου.
Μπροστά από την πόρτα στέκονταν δυο σφίχτες με ξυρισμένα κεφάλια, άρβυλα και πέτσινα μπουφάν. Πίσω τους, ακριβώς στο σκαλί της πόρτας, στεκόταν αυτός που θα γινόταν αργότερα φίρμα. Φορούσε άσπρο πουπουλένιο μπουφανάκι και κοιτούσε γύρω-γύρω ερευνητικά ενώ παράλληλα μασούσε πασατέμπο. Πλησίασα και κοίταξα κι εγώ γύρω-γύρω.
- Τι έγινε εδώ ρε παιδιά, σας την πέσανε;
Κανείς δεν απάντησε. Έκανα να πλησιάσω προς την πόρτα. Με σταμάτησε ο ένας από τους σφίχτες.
- Πού πας;
- Ψάχνω ένα βιβλίο.
Γύρισε και κοίταξε ερωτηματικά τον ασπροφορεμένο με τον πασατέμπο. Αυτός σταμάτησε το μασούλημα και με κοίταξε ερευνητικά. Με το μαύρο παλτό και τη μαλλούρα δεν έμοιαζα με κανέναν άλλον από την ομήγυρη.
- Ποιο βιβλίο;
- Το «Ταξίδι στην Ικαρία».
Έκανε ένα νεύμα στο σφίχτη, ο οποίος με άφησε να περάσω. Στριμώχτηκα δίπλα του για να μπω· δεν παραμέρισε στο ελάχιστο. Το μαγαζί ήταν ουσιαστικά αποθήκη βιβλίων, δεμένων σε ντάνες. Κάποιος άλλος ήταν πίσω από έναν πάγκο.
- Πόσα θες; Δέκα; Είκοσι;
- Ένα.
- Ένα μόνο;
- Για μένα το θέλω.
- Εδώ είμαστε χονδρική.
- Πήγα στη λιανική και είχατε κατεβάσει ρολά. Βρήκα μόνο σπασμένες βιτρίνες.
Κοίταξα γύρω-γύρω και συμπλήρωσα:
- ...κι εδώ δηλαδή τα ίδια χάλια.
- ΕΙΔΕΣ; ΕΙΔΕΣ; ακούστηκε στριγγή η φωνή του Αδώνιδος. ΑΛΛΑ ΔΕ ΘΑ ΤΟΥΣ ΠΕΡΑΣΕΙ! ΔΕ ΘΑ ΤΟΥΣ ΠΕΡΑΣΕΙ!
Δεν είχα συνηθίσει τη φωνή του τότε (ούτε και σήμερα την αντέχω βέβαια) κι αισθάνθηκα κάπως άβολα, χώρια οι σφίχτες απόξω και τα καχύποπτα βλέμματα.
- Να του δώσω ένα; ρώτησε ο τύπος από τον πάγκο τον Άδωνι.
Αυτός έγνεψε «ναι» και ξανάρχισε να μασάει πασατέμπο. Πλήρωσα δέκα ευρώ, έχωσα το βιβλίο στην τσέπη του παλτού και στριμώχτηκα πάλι δίπλα του. Αυτή τη φορά παραμέρισε λίγο. Παραμέρισαν και οι σφίχτερμεν. Έκοψα γρήγορα από τα στενά μην τυχόν με πάρει κάνα μάτι κανενός γνωστού ότι ψωνίζω από το Γεωργιάδη και γίνω ρεντίκολο. Ας όψεται η Ικαρία. Και η «Αυγή» βέβαια, ούτε λόγος.
Σ.Σ. Το βιβλίο του κ. Βασίλη Σεβδαλή «Ταξίδι στην Ικαρία» από τις εκδόσεις Γεωργιάδη το ερεύνησα εξονυχιστικά ψάχνοντας να βρω τι σχέση έχει η Ικαρία με την αρχαιοπληξία και την ακροδεξιά ιδεολογία του εκδότη. Δε βρήκα τίποτα· ένα μυθιστόρημα με σκηνικό την Ικαρία, από μέτριο έως κακό, αλλά ούτε ίχνος ακροδεξιάς. Κάτι μυθοπλαστικά ευρήματα της πυρκαγιάς, κάτι αναληθοφάνειες της κακιάς ώρας, λίγο σεξ και λίγη τρομοκρατία, χαρακτήρες-καρτούν, κάμποσο κουλέρ-λοκάλ, περίπου όλη η ελληνική λογοτεχνία του συρμού δηλαδή. Σκέφτηκα ότι θα έψαξε για εκδότη και δεν θα βρήκε άλλον, μπορεί να ήξερε τους Γεωργιάδηδες από κάπου, άντε βρες άκρη. Απόρησα λίγο που γράφτηκε κριτική επ' αυτού στην Αυγή, αλλά μετά θυμήθηκα ότι από τη συγκεκριμένη σελίδα «φιλοξενουμένων» είχαν παρελάσει σε μια φάση διάφοροι μυστήριοι, μέχρι και κάτι δωδεκαθεϊστές. Έβαλα το βιβλίο στο ράφι δίπλα στο «Οι οραματιστές της Ικαρίας» της Λιλίκας Νάκου (επίσης μυθιστόρημα χάλι μαύρο αλλά του ’60 μάλλον) και το ξέχασα. Αργότερα είχα την ευκαιρία να διαβάσω και άλλα βιβλία που διαδραματίζονται σε πραγματικές ή φαντασιακές Ικαρίες· ορισμένα ήταν ακόμα χειρότερα χάλια.
Στο μεταξύ ο Άδωνις έγινε μέγας και τρανός, τηλεοπτική περσόνα ολκής και βουλευτής, πήρε μεταγραφή, από fringe έγινε mainstream, διατέλεσε υπουργός και κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος, παντρεύτηκε μια άλλη media celebrity και απέκτησε το προσωνύμιο Μπουμπούκος. Με αυτό το τελευταίο τον βρίσκω καμιά φορά στα social media, όπως σε μια σελίδα στο Facebook που λεγόταν κάτι σαν «Αποχαιρετάμε το Μπουμπούκο που φεύγει από την Ελλάδα», τρολάροντας την εκπεφρασμένη βούληση του εν λόγω να αλλάξει χώρα αν επικρατήσουν οι αριστεροί. Η σελίδα φιλοδοξούσε να μαζέψει αριθμό υποστηρικτών μεγαλύτερο από τον αριθμό των ψηφοφόρων του Αδώνιδος, αν και δε νομίζω να τα είχε καταφέρει μέχρι χτες καθότι δεν είναι και λίγοι οι φαν του ανδρός. Πάντως χάρη σε αυτή την απόπειρα θυμήθηκα το κάπως ατυχές brief encounter που είχαμε με τον Άδωνι.
Να πω για να είμαι δίκαιος ότι στα πλαίσια της ελευθερίας της έκφρασης (και όχι του συνήθους καταδικάζωτηβίααπόόπουκιανπροέρχεται) με βρίσκουν πλήρως και κατηγορηματικά αντίθετο οι «επαναστατικές» ενέργειες πυρπόλησης του βιβλιοπωλείου του Γεωργιάδη που ελάμβαναν χώρα σε εβδομαδιαία βάση μια εποχή καθώς ο τύπος επέμενε να έχει το μαγαζί του στις παρυφές των Εξαρχείων που ορισμένοι θεωρούν γκέτο και άβατο. Εγώ πάλι θεωρώ ότι πρέπει να καταλυθεί το άβατο της ανθρώπινης βλακείας μάλλον, αυτής που οδηγεί στο φασισμό αλλά και σε κάτι αυτόκλητους τιμωρούς της άλλης πλευράς που καλό δεν κάνουν σε κανέναν. Από ό,τι φαίνεται βέβαια κάψε-κάψε στο τέλος τους πέρασε, και τώρα η επιχείρηση του Γεωργιάδη βρίσκεται εκτός κέντρου Αθήνας από όσο ξέρω.
Ατυχώς οι ιδέες του κυκλοφορούν παντού· μάλλον αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα.
Το πρωτότυπο «Ταξίδι στην Ικαρία» του Ετιέν Καμπέ σε μετάφραση Ηρώς Τσαρνά-Κόχυλα και επιμέλεια Μάκη Καβουριάρη εκδόθηκε το 2010 από την Εταιρία Ικαριακών Μελετών αν και δεν έχει κανένα ιδιαιτέρως ικαριακό θέμα (εκτός αν θεωρήσουμε την ουτοπία κάτι βαθιά ικαριακό, οπότε πάλι μέσα είμαστε).
Θεματολογιο
Επικαιροτητα,
Ικαρια,
Στοιχεια προσωπικης μυθολογιας
20/1/15
Ο καταλληλότερος
Την εποχή εκείνη, πριν καμιά εικοσιπενταετία πρέπει να ήταν (πώς περνάνε τα άτιμα τα χρόνια, ε;) ήμουν στο μεταίχμιο μεταξύ προπτυχιακών και μεταπτυχιακών σπουδών και με κάποια ιδιότητα εκπροσώπου που τώρα πια δεν θυμάμαι ακριβώς ποιου πράγματος (φοιτητών ή αργότερα υποψηφίων διδακτόρων), παρακολουθούσα συστηματικά τις συνεδριάσεις της Γενικής Συνέλευσης του πανεπιστημιακού τμήματος όπου περνούσα τις μέρες μου. Πότε πότε έπαιρνα και το λόγο να πω κάτι που μου φαινόταν κρίσιμο ή ουσιαστικό, μερικοί έστρεφαν και το κεφάλι προς το μέρος μου, αλλά η μαύρη αλήθεια είναι ότι ουδείς από τα 35 περίπου μέλη ΔΕΠ (=καθηγητές, διαφόρων βαθμίδων) έσκαγε και πολύ να ακούσει τι είχαν να πουν οι φοιτητές, προπτυχιακοί ή μεταπτυχιακοί, οπότε η παρουσία η δική μου και άλλων λιγότερο επιμελών στην παρακολούθηση συναδέλφων είχε ένα χαρακτήρα περίπου τελετουργικό ή συμβολικό: στις ελάχιστες περιπτώσεις που οι ψήφοι μας ή η γνώμη μας έπαιξαν κάποιο ρόλο ή έκριναν κάποιο αποτέλεσμα, αυτό θα αφορούσε συνήθως κάτι εντελώς δευτερεύον ή ασήμαντο, και στην εξαιρετικά σπάνια περίπτωση που θα αφορούσε κάτι πιο σημαντικό (ένα γνωστικό αντικείμενο μιας προκήρυξης ή τα περιεχόμενα ενός μαθήματος) γινόταν κάποιο μαγικό και η απόφαση έμενε ανεκτέλεστη ή επανερχόταν με άλλο όνομα σε άλλη συνέλευση με διαφορετικούς συσχετισμούς ή κάπως κόλλαγε ενόψει κάποιας επικείμενης προσφυγής στο Συμβούλιο της Επικρατείας.
Με τον καιρό κατάλαβα ότι δεν είχε πάρα πολύ νόημα η συζήτηση ακόμα και στα πιο ολιγομελή όργανα, καθώς θυμάμαι ότι μια χρονιά που συμμετείχα ακόμα και στο Διοικητικό Συμβούλιο του Τμήματος, με κάποιο μαγικό τρόπο είτε δεν με ειδοποιούσαν για τις συνεδριάσεις, είτε οι συνεδριάσεις με κάποιο επίσης μαγικό τρόπο άρχιζαν μισή ώρα πριν την προγραμματισμένη και όταν κατέφθανα εγώ και οι άλλοι συνάδελφοι του επιπέδου μου όλα τα θέματα είχαν συζητηθεί και λυθεί ήδη. Αυτή η μορφή μαγείας βέβαια δε με απέτρεπε από το να κρατάω λεπτομερείς σημειώσεις εν είδει πρακτικών για κάθε συνεδρίαση στην οποία εν τέλει συμμετείχα, έτσι ώστε να μπορώ να ενημερώσω τυχόν ενδιαφερόμενους από το σύλλογο των φοιτητών ή αργότερα των μεταπτυχιακών. Ατυχώς ενδιαφερόμενοι δεν υπήρξαν ποτέ, ούτε καν οι συνδικαλιστές άλλων παρατάξεων που κατά πως φαίνεται είχαν κάπως πιο προνομιακή ενημέρωση για τα τεκταινόμενα από άλλες πηγές (τουλάχιστον οι κομματικές παρατάξεις) και στο τέλος ξέμεινα με ένα αρκετά εκτεταμένο αρχείο σημειώσεων και ημερησίων διατάξεων και πρακτικών συνελεύσεων που προσπάθησα ανεπιτυχώς χρόνια μετά να το δώσω σε κάποιο διάδοχο στην εκπροσώπηση αλλά τελικά ξέμεινε σε ένα συρτάρι πανεπιστημιακού γραφείου όταν πήγα φαντάρος. Ελπίζω κάποιος να σκέφτηκε να το ανακυκλώσει μετά από τόσα χρόνια.
Πάντως θυμάμαι εναργώς αρκετές συνεδριάσεις που είχα το σχετικό μαζοχισμό να παρακολουθήσω εν είδει ντεκόρ, ειδικά αυτές που αφορούσαν την εκλογή κάποιου μέλους ΔΕΠ σε ανώτερη βαθμίδα. Για κάποιο λόγο εκείνη την εποχή οι συνεδριάσεις αυτές δεν γίνονταν σε κλειστά εκλεκτορικά σώματα όπως σήμερα, αλλά σε ανοιχτές συνεδριάσεις ενώπιον της ΓΣ, οπότε ακόμα και το επιστημονικό προλεταριάτο που αντιπροσώπευα είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει την
Θυμάμαι ας πούμε χαρακτηριστικά την κυνική οπωσδήποτε παρατήρηση ενός προεδρεύοντος της εποχής εκείνης ότι «κάθε εκλογή έχει το χρώμα της», εννοώντας ότι τα κριτήρια μπορούν κατά περίσταση να ανεβοκατεβαίνουν αρκεί ο υποψήφιος να είναι της αρεσκείας μας (φυσικά μπορούσε να το εκφράσει και ακαδημαϊκώς ορθότερα, αλλά δεν ήθελε, καθότι οι εκλογές και οι προαγωγές ήταν και είναι ακόμα ο καλύτερος τρόπος πειθαναγκασμού που έβαζε και βάζει διάφορους φερέλπιδες να προσχωρούν σε κλίκες ως πιο αποτελεσματικές εν τέλει οδούς προαγωγής σε σχέση ας πούμε με τις επιστημονικές δημοσιεύσεις, τα ερευνητικά προγράμματα και την επαρκή διδασκαλία). Βέβαια χρώματα και αποχρώσεις υπήρχαν διάφορα, αλλά μερικές περιπτώσεις ήτανε τόσο κραυγαλέες που έπρεπε να πάθεις μια ορισμένη τύφλωση για να μην αντιληφθείς τους φελλούς να επιπλέουν και τους ανθρώπους με κάποιο έρμα να καταβυθίζονται. Όχι πάντα βέβαια, αλλά αρκετά συχνά ώστε εικοσιπέντε χρόνια μετά να σου έρχονται στο μυαλό «φλασιές» από εκείνη την εποχή και να ξεσπάς σε ακατάσχετα γέλια στα καλά του καθουμένου.
Θυμάμαι ας πούμε μια χαρακτηριστική περίπτωση ενός Καθηγητή που διηύθυνε έναν Τομέα, και ήθελε να προσλάβει σε μια χαμηλή βαθμίδα έναν φοιτητή του που μόλις είχε τελειώσει το διδακτορικό του. Να διευκρινίσω εδώ ότι ο νέος διδάκτωρ μια χαρά επιστήμονας ήτανε (και είναι ακόμα), άξιος, δουλευταράς και ταλαντούχος, πλην όμως είχε την ατυχία να εκπονήσει τη διατριβή του με τον εν λόγω Καθηγητή που με όποια μέτρα και να τον μετρήσεις ήταν επιεικώς ολίγιστος, επιστημονικώς πάντα, πράγμα που αποδεικνυόταν από το γεγονός ότι ο αριθμός και η ποιότητα των πονημάτων του μετά από είκοσι και βάλε χρόνια καριέρας στο Πανεπιστήμιο ήταν περίπου συγκρίσιμα με αυτά του νεαρού φοιτητή του μόλις στο πέρας της διατριβής του, για να μη μιλήσουμε για ποσοτικούς δείκτες επίδοσης, όπου με τα σημερινά δεδομένα δεν θα έκανε ούτε για να περνάει απέξω από σοβαρό πανεπιστημιακό ίδρυμα. Ωστόσο τα χρόνια εκείνα ο Καθηγητής μας είχε αρκετές διασυνδέσεις ώστε να καταλάβει ισοβίως μάλλον την ωραία καρεκλίτσα του Διευθυντή, από την οποία άρχιζε τα τηλέφωνα στα μέλη του εκλεκτορικού σώματος για να τους κάνει το σχετικό μασάζ.
Το πρόβλημα ήταν ότι στην ίδια θέση είχαν βάλει υποψηφιότητα διάφοροι άλλοι, αρκετοί από τους οποίους είχαν κάνει κάμποση αξιομνημόνευτη δουλειά σε μεγάλα εργαστήρια του εξωτερικού και το επιστημονικό τους output ήταν σκάλες παραπάνω από τον ατυχή «δικό μας». Τι να κάνει κι ο προφέσορ, άρχισε να φτιάχνει μια εισηγητική έκθεση που ο ένας του μύριζε, ο άλλος του βρώμαγε, ο τρίτος ήταν εκτός αντικειμένου, ο τέταρτος ήταν έτσι και ο πέμπτος γιουβέτσι. Με τούτα και με κείνα ξέμπλεξε με καμιά δεκαριά πιθανούς ανταγωνιστές, έλα όμως που υπήρχε κάποιος που με κανέναν τρόπο δε μπορούσε να βγει εκτός αντικειμένου – και όχι μόνο αυτό, αλλά ο εν λόγω κάποιος είχε πενταπλάσιο ή δεκαπλάσιο αριθμό δημοσιεύσεων και μάλιστα από κοτζάμ Χάρβαρντ, για να μη μιλήσουμε για impact factors και ετεροαναφορές και άλλα ηχηρά παρόμοια. Οι φήμες έλεγαν ότι τα υπόλοιπα μέλη της εισηγητικής επιτροπής αρνήθηκαν να ξεφτιλιστούν γράφοντας ότι για κάποιο λόγο ο τύπος δεν τους έκανε, κι όταν έφτασε η μέρα της κρίσεως η εισήγηση είχε την περίεργη πρόβλεψη ότι «και οι δύο βασικοί υποψήφιοι είναι εντός αντικειμένου και κατάλληλοι για τη θέση».
Στην κρίσιμη συνεδρίαση (και αφού είχε προηγηθεί ανελέητο μασάζ πιθανών ψηφοφόρων και άπειρος αριθμός εκ του σύνεγγυς συνομιλιών αγνώστου περιεχομένου), οι δύο βασικοί υποψήφιοι παρουσίασαν έκαστος τα επιτεύγματά του (ο εκ του εξωτερικού ομολογουμένως πιο εντυπωσιακά) και απάντησαν σε ερωτήσεις του εκλεκτορικού σώματος. Ο «δικός μας» περιορίστηκε να πει ότι έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε και θα συνέχιζε να κάνει ό,τι καλύτερο μπορούσε. Ο «απέξω» είπε ότι είχε φιλοδοξίες και όραμα, ότι θα έφερνε νέες τεχνολογίες και έρευνα αιχμής, ότι ήθελε επιστρέφοντας στην πατρίδα να συμβάλλει στο χτίσιμο μιας νέας εποχής για το ελληνικό πανεπιστήμιο, μίλησε για οικονομία της γνώσης και ερευνητικές εφαρμογές στο δευτερογενή τομέα και την παροχή υπηρεσιών, για δίκτυα συνεργασιών και για τον επερχόμενο (τότε) εικοστό πρώτο αιώνα.
Προς έκπληξη των περισσοτέρων, ο Καθηγητής σηκώθηκε όρθιος και τον χειροκρότησε. Εκθείασε την προσήλωσή του στο ερευνητικό ιδεώδες, τα εκπληκτικά του αποτελέσματα, το γεγονός ότι σε τόσο νεαρή ηλικία είχε ήδη γίνει leader στον τομέα του, τις φοβερές του προοπτικές. Δυστυχώς όμως, συμπλήρωσε, η ελληνική πραγματικότητα είναι πολύ σκληρή. Το εργαστήριο στο οποίο σκοπεύει να έρθει (Σ.Σ. του ομιλούντος Καθηγητή δηλαδή), ήταν φτωχικό και προβληματικό σε υλικοτεχνική υποδομή και με χαμηλού επιπέδου ανθρώπινο δυναμικό, χωρίς μέσα και πηγές χρηματοδότησης. Διεκτραγώδησε την κατάσταση στο ίδρυμα αλλά και συνολικότερα στην ελληνική κοινωνία όπου διαγράφονται ζοφερές προοπτικές. Και αναρωτήθηκε (ρητορικά βέβαια) γιατί ένας τόσο λαμπρός επιστήμων να θέλει να χαντακωθεί και να καταστρέψει την καριέρα του. Ως εκ τούτου, πρότεινε στο σαστισμένο εκλεκτορικό σώμα αντί να εκλέξει τον καλύτερο και με αυτό τον τρόπο να τον χαντακώσει, να προτιμήσει αντί του καλύτερου, τον καταλληλότερο, που αν και γέννημα-θρέμμα του προβληματικού συστήματος είχε καταφέρει παρόλα αυτά να βγάλει το κεφάλι του από τη λάσπη με σκληρή δουλειά και άρα είχε τα εχέγγυα ότι θα τα καταφέρει ακόμα και στις δυσκολότερες συνθήκες, ενώ ο «απέξω» προφανώς θα κόλλαγε στις δυσκολίες και θα τα παράταγε, καλύτερα λοιπόν να μείνει στην Αμερική που σίγουρα κάποια καλύτερη ευκαιρία θα έβρισκε να μεγαλουργήσει.
Δεν ξέρω αν έφταιγε ο αυτομαστιγωτικός δεκάρικος του προφέσορ ή το προηγηθέν μασάζ, πάντως με βραχεία κεφαλή το εκλεκτορικό σώμα προέκρινε τον «καταλληλότερο» και έστειλε τον μακράν καλύτερο πίσω στην Ανατολική Ακτή των ΗΠΑ με τεράστιες απορίες φαντάζομαι για την ποιότητα του επιστημονικού προσωπικού της πρώτης του πατρίδας. Η ιστορία σχετικά σύντομα διαδόθηκε και έγινε θρυλική σχεδόν (ειδικά το κομμάτι που ο προφέσορ περιέγραφε εναργώς πόσο άθλιο είναι το ίδιο του το εργαστήριο), μέχρι που λίγους μόνο μήνες αργότερα προκηρύχθηκε μια ακόμα χαμηλόβαθμη θέση στον ίδιο Τομέα. Οι φήμες λέγουν (αδιασταύρωτες ωστόσο) ότι μια μέρα χτύπησε το τηλέφωνο του Καθηγητή και στην άλλη άκρη της γραμμής βρισκόταν ένας μάλλον υψηλόβαθμος αξιωματούχος με κάποια θέση κοντά σε υψηλά ιστάμενο πολιτειακό παράγοντα, ο οποίος ρώτησε (ευγενικά, είναι η αλήθεια) αν η θέση είναι κατειλημμένη. Ο Καθηγητής έκανε πως δεν κατάλαβε. Ο άλλος του εξήγησε ότι το παιδί του που έκανε μια ορισμένη καριέρα στην Αμερική ενδιαφερόταν για τη θέση, αλλά κυκλοφορούσαν φήμες ότι με κάποιο μαγικό τρόπο οι θέσεις καταλήγουν πάντα σε ημετέρους (δεν το διατύπωσε έτσι, πιο ευγενικά είπαμε) οπότε επειδή είναι και κάμποσα τα έξοδα πήγαινε-έλα από τη Δυτική Ακτή κιόλας, αν είναι ρεζερβέ η θέση να μην μπαίνουν στον κόπο. Ο προφέσορ άρχισε να διαρρηγνύει τα ιμάτιά του ότι στο δικό του το εργαστήριο βασιλεύει η αξιοκρατία και η διαφάνεια και σε καμμία περίπτωση να μη σκεφτεί ότι υπάρχει οποιαδήποτε σκιά. Ο άλλος τον ευχαρίστησε και είπε ότι θα το μεταφέρει στο παιδί.
Το παιδί υπέβαλε το βιογραφικό του, που ήταν υπερεπαρκές για τη θέση αν και όχι τόσο εντυπωσιακό όσο του αλλουνού από το Χάρβαρντ (που ωστόσο δεν ξαναφάνηκε, εννοείται). Μαζί με το παιδί υπέβαλαν και διάφοροι άλλοι, όχι τόσο καλοί ίσως, μεταξύ των οποίων και ένας παλαιότερος φοιτητής του ίδιου του Καθηγητή που στο μεταξύ είχε κάνει κάτι κουτσοδημοσιεύσεις εδώ κι εκεί και είχε σουλουπώσει ένα βιογραφικό όχι και εντελώς χάλια. Ο Καθηγητής περιορίστηκε να γράψει μια αυστηρά αντικειμενική εισήγηση, στην οποία υπήρχαν διάφοροι αστέρες, πλην όμως το βιογραφικό του παιδιού ξεχώριζε σαν ολόφωτη σελήνη στο νυχτερινό ουρανό. Ο φουκαράς ο πρώην δικός του αχνόφεγγε κάπου στο βάθος, χωρίς η εισήγηση να χαραμίσει μια λέξη ελέους ή ελπίδας στην κατεύθυνσή του, εκτός από τη διαπίστωση ότι έχει τα τυπικά προσόντα.
Όσοι ήξεραν να διαβάζουν μέσα από τις γραμμές πήραν των ομματιών τους και απέσυραν τις υποψηφιότητές τους. Ο πρώην δικός επέδειξε μια ασύγγνωστη άγνοια κινδύνου και εμφανίστηκε μπροστά στο εκλεκτορικό να υπερασπιστεί την υποψηφιότητά του. «Μα δεν έχεις κάνει και τίποτα φοβερό βρε καημένε» τον κάρφωσε ο προφέσορ. Ο καημένος πήγε να ψελλίσει ότι το εργαστήριο στο οποίο είχε κάνει τα πρώτα του βήματα (Σ.Σ. του Καθηγητή δηλαδή) ήταν φτωχικό και προβληματικό σε υλικοτεχνική υποδομή και χαμηλού επιπέδου σε ανθρώπινο δυναμικό, χωρίς μέσα και πηγές χρηματοδότησης και ότι το output το δικό του ήταν ανώτερο του αναμενομένου τηρουμένων των αναλογιών. Ο προφέσορ τον έκοψε πριν τελειώσει τη φράση του φωνάζοντας ότι το εργαστήριο είναι από τα κορυφαία (τα κορυφαία!!!) στην Ευρώπη, ου μην αλλά και στον πλανήτη όλο, και έχει όλα τα μέσα και τις δυνατότητες και ότι τηρουμένων των αναλογιών ίσα που έπιασε τη βάση ο φουκαράς ο πρώην δικός, κι αυτό που χρειάζεται το εργαστήριο αυθωρεί και παραχρήμα είναι έναν έξυπνο και αφοσιωμένο επιστήμονα (σαν το παιδί καλή ώρα), που θα είναι ο καταλληλότερος να αξιοποιήσει στο μέγιστο τις (απεριόριστες, άλλωστε) δυνατότητες του εργαστηρίου και να βγάλει παπάδες με ποδήλατα.
Με συνοπτικές διαδικασίες το παιδί κέρδισε παμψηφεί την εκλογή, αξιοκρατικά ομολογουμένως, κι ο καημένος ο πρώην μονολογούσε απέξω ότι δεν περίμενε μεν να εκλεγεί αλλά αφού τέλος πάντων τον άλλον «δικό τους» τον είχαν πάρει λέγοντας πόσο χάλια ήταν η κατάσταση, μπορούσαν ίσως να αφήσουν τον ίδιο τουλάχιστον να επαναλάβει το επιχείρημα. Κάπου εκεί τον πλησίασε ο προεδρεύων λέγοντας «τι να κάνουμε, είσαι καλό παιδί αλλά κάθε εκλογή έχει το χρώμα της» κι έμεινε αυτός με την απορία ζωγραφισμένη και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα, ή τέλος πάντων ας τα λέμε...
ΥΓ: Για την ιστορία, το εκλεγέν «παιδί» με το οποίο είχαμε την ευκαιρία να κουβεντιάσουμε αναλυτικά αργότερα, μια χαρά παιδί ήτανε επίσης, μόνο που λίγους μήνες μετά την εκλογή και την ανάληψη καθηκόντων τα βρόντηξε και ξαναγύρισε στη Δυτική Ακτή λέγοντας μεταξύ άλλων «δεν περίμενα να είναι τόσο χάλια», αν και μάλλον για προσωπικούς λόγους έφυγε παρά για επαγγελματικούς, νομίζω. Να διευκρινίσω επίσης, για να είμαστε δίκαιοι, ότι ανεξάρτητα από τη διαδικασία, αν σήμερα είχα ως κριτής να επιλέξω μεταξύ του «δικού μας» που εξελέγη (και αν δεν κάνω λάθος έχει προοδεύσει ικανώς επιστημονικά και είναι μια χαρά αξιοπρεπής πανεπιστημιακός ως σήμερα) και του καημένου «πρώην δικού» που δεν εξελέγη, θα έκανα την ίδια επιλογή με αυτήν που έκανε ο προφέσορ, αν και ελπίζω με λιγότερο προκρούστεια επιχειρήματα. Δεν ξέρω βέβαια τι απέγινε ο εν τέλει βέλτιστος αλλά αδικηθείς υποψήφιος εκ της Ανατολικής Ακτής διότι μετά από εικοσιπέντε χρόνια δεν συγκρατώ πλέον το όνομά του, όπως άλλωστε και τα περισσότερα ονόματα των λοιπών εμπλεκομένων.
Εκτός φυσικά από τον Καθηγητή, που εσχάτως τον είδα να κοσμεί τους εκλογικούς συνδυασμούς νεοπαγούς πολιτικού κόμματος που φιλοδοξεί στο τέλος της βδομάδας να εκφράσει το νέο και το άφθαρτο της πολιτικής και επαγγέλλεται – φυσικά – την αξιοκρατία και τη διαφάνεια παντού.
Όπως όλοι, άλλωστε. Περί ορέξεως κολοκυθόπιτα, που λένε.
Σ.Σ. Διευκρινιστικώς, το κείμενο είναι ελεύθερη διασκευή γεγονότων που η μνήμη τροποποιεί κατά βούληση και προσθέτει αυθαίρετες πινελιές εδώ κι εκεί, οπότε δεν διεκδικεί δάφνες ιστορικής ακρίβειας. Ας διαβαστεί ως κακή λογοτεχνία μάλλον παρά ως μαρτυρία, παρότι εκτιμώ ότι αποδίδει το γενικό κλίμα της εποχής. Κάθε εποχή έχει το χρώμα της, άλλωστε.
Θεματολογιο
Πατριδογνωσια,
Στοιχεια προσωπικης μυθολογιας
11/1/15
Νέα επιχειρηματικότητα
Ατελέσφορες επιχειρηματικές ιδέες παλαιού τύπου. Η ιδεατή σχέση χυτρών και επιχειρηματικότητας στο κείμενο που ακολουθεί.
Το ιστολόγιο δεν πολυασχολείται με την επικαιρότητα, αλλά στας κρισίμους περιστάσεις που διέρχεται η πατρίς (όπως συνήθως δηλαδή) δε μπορεί κι αυτό να μη βάλει το λιθαράκι του στην ανάγνωση, το σχολιασμό και – γιατί όχι – τη διαμόρφωση της πραγματικότητας που μας περιβάλλει. Και επειδή στην πραγματικότητα που μας περιβάλλει επίκεινται εκλογές σε δυο βδομάδες, δεν πα να μας χτυπάν με όλμους και κανόνια, εμείς θα διατυπώσουμε την βαρύνουσα (εκατό κιλά πατημένα) άποψή μας, όχι βέβαια για τις εκλογές τις ίδιες (αυτά δα έλειπε, λες και δεν ξέρει τι να ψηφίσει το πολυπληθές κοινό του ιστολογίου, δηλαδή ούτε καν ο Θανάσης πλέον), αλλά για τις νέες οδούς επιχειρηματικότητας που ανοίγονται μπροστά στα μάτια μας αν αποφύγουμε την τετριμμένη παραδοσιακή θεώρηση των πραγμάτων.
Όπως όλοι ξέρουμε, η κρίση δημιουργεί ευκαιρίες, ως εκ τούτου η υπερμεγέθης κρισάρα που διανύουμε εδώ και κάμποσα χρόνια θα έπρεπε να έχει δημιουργήσει τόσο υπερμεγέθεις ευκαιρίες που όλο το λιμνάζονεργατικό δυναμικό πνευματικό απόθεμα του τόπου να έχει σπεύσει να τις εκμεταλλευτεί αντί να σέρνεται στις ουρές του ΟΑΕΔ και τα γραφεία διαβατηρίων με one way ticket για το εξωτερικό. Ατυχώς οι ευκαιρίες μένουν ανεκμετάλλευτες και τα πλήθη των νέων hipster που τριγυρνάνε αγωνιωδώς στα TEDx ψάχνοντας έναν ευγενή χρηματοδότη για να ανοίξουν τη startup των ονείρων τους ή έστω ένα αξιοπρεπές e-shop που θα παρέχει υπηρεσίες startup ή ανοίγματος e-shop μένουν με την όρεξη. Κάτι ανάλογο άλλωστε συμβαίνει και με τις πιο συμβατικές μορφές νέας επιχειρηματικότητας (π.χ. καφετέρια, σουβλατζίδικο, ψιλικατζίδικο, γκρουβαλοπάγκος σε ικαριακό πανηγύρι ή σε εορταστικό bazaar).
Είναι προφανές ότι η ριζοσπαστική σκέψη που απαιτούν οι καιροί παραμένει είδος ουσιώδες εν ανεπαρκεία καθώς λένε βέβαια όλοι ότι σκέφτονται και καλά out-of-the-box, αλλά αυτό στην πραγματικότητα απαιτεί μια πνευματική σκευή αρκούντως διαφορετική από αυτή που διαμορφώνεται διαβάζοντας κατά κύριο λόγο τα χαριτωμένα edito του Γεωργελέ στην Athens Voice (παρένθεση να αναφέρω εδώ ότι καταδικάζω τον εμπρησμό των γραφείων της για να μη μου πει κανείς ότι δεν έχω δικαίωμα να μιλάω κλπ., καθώς και για τη Μαρφίν τα έχουμε πει και παλιά, καταδικάζω, καταδικάζω, κλείνει η παρένθεση), που μου λένε όσοι τα διαβάζουν ότι εμφανίζουν ανησυχητικές ομοιότητες με αυτά που έγραφε το Κλικ στη δεκαετία του ’80 (εγώ δεν ξέρω, Αντί και Σχολιαστή διάβαζα τότε), άρα ενδεχομένως δεν έχουν και κανένα φοβερό relevance σε συνθήκες κρίσης 2015 (ίσως ούτε το Αντί και ο Σχολιαστής βέβαια, αλλά διαμορφώνεται άλλου είδους σκευή τέλος πάντων).
Φυσικά αυτό δεν μας πτοεί εμάς ως πρωτοπόρους του μεταμπλόγκιν, οπότε ξεκινώντας το όγδοο, ζωή να ΄χουμε, έτος ιστολογικής παρέμβασης, παρουσιάζουμε ένα μίνι οδικό χάρτη για μια επιτυχημένη startup που τύφλα να ‘χουνε τα TEDx και τα μπίζνες σκουλς. Εννοείται ότι οι ιδέες που παρουσιάζονται εδώ είναι copyrighted, άμα θέλετε να κάνετε κάτι ανάλογο πρέπει είτε να βρείτε δικές σας ιδέες (δυσκολάκι), είτε να πληρώσετε ένα μικρό fee (ας πούμε 10-15% επί των ακαθάριστων εσόδων) για το δικαίωμα χρήσης της ιδέας. Και για να μη χάνουμε χρόνο με άχρηστες λεπτομέρειες, η βάση της νέας επιχειρηματικότητας είναι να μπορεί ο νέος επιχειρηματίας να διαβάζει τα σημάδια των καιρών και να μπορεί να παρέχει στο target group του το προϊόν που έχει ανάγκη, πριν ακόμα το κοινό συνειδητοποιήσει την ανάγκη αυτή και θεριέψει ο ανταγωνισμός στην αγορά.
Έτσι, παρακολουθώντας την προεκλογική αντιπαράθεση, δεν είναι δυνατόν να μην αντιληφθεί κανείς ότι σύντομα πρόκειται να προκύψει πολύ σοβαρή ανάγκη για προϊόντα ασφαλούς αποθήκευσης τιμαλφών και χρημάτων σε μετρητά κατά προτίμηση. Ο λόγος φυσικά είναι η ενδεχόμενη (ή επικείμενη) νίκη του Σύριζα στις επικείμενες εκλογές, που θα βάλει φιλήσυχους νοικοκυραίους σαν τον Άδωνι Γεωργιάδη να βγάλουν τα λεφτά τους από την τράπεζα και να τα στείλουν έξω. Και ο μεν Άδωνις ή εγώ ή εσείς θα κάνουμε δυο κλικ στο λάπτοπ και θα στείλουμε τα λεφτά νομίμως έξω νύχτα χωρίς να ανοίξει ρουθούνι, ωστόσο τα πλήθη των παππούδων και γιαγιάδων που αποτελούν πλέον τους προνομιακούς ψηφοφόρους του Αδώνιδος (και δέκτες αυτής της κατά τα λοιπά χοντροκομμένης προπαγάνδας περί δραχμής) που θα σκοτωθούν να σηκώσουν τα διακόσια και τα χίλια ευρώ τους από την τράπεζα για να μην τους τα φάνε οι κομμουνιστές (ή οι συνοδοιπόροι, το ίδιο κάνει), θα βρεθούν αφενός στο έλεος συμμοριών διαρρηκτών (ένα career option που το ιστολόγιο δεν ενθαρρύνει) κι αφετέρου στην ανάγκη να δουν τι θα κάνουν με το μικρό τους πρωτογενές πλεόνασμα.
Εδώ ας πούμε εμφανίζεται ο «παλαιού τύπου» επιχειρηματίας, ο οποίος τους υπόσχεται ότι μπορεί να τους το βγάλει ηλεκτρονικά στο εξωτερικό με μια μικρή προμήθεια φυσικά (ας πούμε 5% plus expenses) και δεδομένης της παροιμιώδους άγνοιας και τεχνοφοβίας του συγκεκριμένου τμήματος του πληθυσμού είναι πιθανόν να βρεθούν αρκετοίηλίθιοι για να δώσουν 5% σε κάποιον ώστε να κάνει για αυτούς κάτι που μπορούν να κάνουν και μόνοι τους εντελώς δωρεάν (άντε με μια τραπεζική προμήθεια). Εμείς όμως που εκπροσωπούμε τη νέα επιχειρηματικότητα, δεν υιοθετούμε αυτές τις αμφιβόλου εντιμότητας πρακτικές. Αντ’ αυτού προσφέρουμε στον παραζαλισμένο και τρομοκρατημένο πελάτη τη σιγουριά της ασφαλούς και οικείας επιλογής: τη χύτρα ταχύτητας.
Έτσι, αντί να ψάχνεται σε δαιδαλώδη πάσγουορντ και δηλώσεις πόθεν έσχες και ενοχλητικούς υπαλλήλους ελβετικών τραπεζών, ο πελάτης μας παίρνει σε ανύποπτο χρόνο μια χύτρα που του προμηθεύουμε προεκλογικά, και το βράδυ των εκλογών ενώ οικομμουνιστές συνοδοιπόροι πανηγυρίζουν, βάζει μέσα τα εκατόν τριανταεφτά και μισό ευρώ του, την καρφίτσα της γιαγιάς και τις βέρες καλού-κακού, σφραγίζει τη χύτρα, και τη θάβει σε σημείο της επιλογής του. Εχεμύθεια, ασφάλεια, αποτελεσματικότητα. Το είχε κάνει και η θεία η Μαρία όταν έφυγε εσπευσμένα από τον Τσεσμέ το 1922, αλλά με χάλκινο τέντζερη τότε, καθότι η τεχνολογία της εποχής δεν ήταν τόσο προχωρημένη. Ατυχώς, σε αντίθεση με τους κομμουνιστές συνοδοιπόρους που πάνε κι έρχονται, οι Τούρκοι έχουν παραμείνει εισέτι στη Μικρά Ασία και η θεία απεβίωσε κάποτε σε μια παράγκα με ελενίτ στην Κοκκινιά με τα τιμαλφή θαμμένα στα θεμέλια κάποιου ξεχασμένου σπιτιού, εκτός αν σε καμιά ανοικοδόμηση στο μεταξύ τα βρήκε κανένας Τούρκος σκαφτιάς κι έκανε την τύχη του.
Να διευκρινίσω ότι το ζητούμενο για τη νέα επιχειρηματικότητα δεν είναι το κέρδος per se, αλλά το να προβλέπεις σωστά, ως εκ τούτου δεν χρειάζεται να πιάνετε έναν έναν τους ψηφοφόρους του Αδώνιδος να τους πουλάτε χύτρες. Αρκεί να φροντίσετε να έχετε στην κατοχή σας αρκετές χύτρες για την εποχή των ισχνών αγελάδων που η ζήτηση θα είναι υψηλή· έχουν γνώσιν οι φύλακες. Και φυσικά ο νέος επιχειρηματίας δεν αρκείται σε μια μονοδιάστατη θεώρηση των πραγμάτων, αλλά βλέπει βαθιά και πολυδιάστατα στο μέλλον. Έτσι, δεδομένου του σεναρίου της αριστερής παρένθεσης που θέλει μια τυχόν επικείμενη κυβέρνηση Σύριζα να καταρρέει συντόμως υπό το βάρος της κοινωνικής αναταραχής, ο νέος επιχειρηματίας μπορεί να διδαχτεί από το παρελθόν για να μυριστεί στο παρόν την ευκαιρία του μέλλοντος.
Και το παρελθόν διδάσκει ότι σε μια ανάλογη συγκυρία αριστερής (αν και κοινωνικά και εκλογικά μειοψηφικής, καλή ώρα) νίκης στη Χιλή του Αλλιέντε, η δεξιά αντιπολίτευση της εποχής είχε οργανώσει μεγάλες διαδηλώσεις όπου έξαλλες κυρίες της αστικής τάξης χτυπούσαν άδειες κατσαρόλες για να δείξουν την κατάντια στην οποία τις είχε φτάσει η αριστερή διακυβέρνηση πριν έρθει ο καλός κύριος Πινοτσέτ (γκουχ, γκουχ) και στείλει τον Αλλιέντε και κάμποσους φίλους του στον άλλο κόσμο, τη μισή Χιλή στα μπουντρούμια και τις αστικές κατσαρόλες της άλλης μισής πίσω στο ράφι με τα αζήτητα. Φυσικά σήμερα δεν κινδυνεύουμε από επίδοξους Πινοτσέτ (όχι ότι δεν υπάρχουν επίδοξοι, αλλά έχουν αλλάξει κάπως τα κόζια σε αυτή τη γωνιά του κόσμου, ελπίζω δηλαδή), αυτό όμως καθόλου δεν αποκλείει την ύπαρξη διαδηλώσεων αγανακτισμένων δεξιών στο εγγύς μέλλον, ειδικά υπό αριστερή διακυβέρνηση.
Προφανώς για λόγους εφέ το χτύπημα της κατσαρόλας θα είναι το απόλυτο must στις εν λόγω διαδηλώσεις, έλα όμως που ένα μέρος των διαθέσιμων κατσαρολικών θα έχει αποσυρθεί από τη κυκλοφορία καθότι θα έχει χρησιμοποιηθεί ήδη για το θάψιμο τιμαλφών που λέγαμε παραπάνω και ένα ακόμα μέρος θα πρέπει ενίοτε να χρησιμοποιείται και για την live παρακολούθηση μαθημάτων μαγειρικής από πρωϊνάδικο ή εξειδικευμένη εκπομπή μαγειρικού reality. Για να καλύψει λοιπόν την ανακύπτουσα ζήτηση πριν ακόμα εμφανιστεί, ο νέος επιχειρηματίας προσφέρει σε εξαιρετική τιμή στο target group του φτηνιάρικη κατσαρόλα διαδήλωσης με ενσωματωμένη ξύλινη κουτάλα για χτύπημα (ή καλύτερα μεταλλική για πιο γκονγκ ήχο), και δώρο σφυρίχτρα για να γίνεται πιο τζέρτζελο, μαζί με ένα κιτ διαδηλωτή με οδηγίες χρήσεως για όσους δεν είχαν ποτέ προγενέστερη εμπειρία διαδήλωσης και ως μαθητές/φοιτητές διάβαζαν φρονίμως τα μαθήματά τους και απέφευγαν τις καταλήψεις.
Τα παραπάνω δείχνουν δύο μόνο παραδείγματα νέας επιχειρηματικότητας που διαβάζει έγκαιρα την ιστορική συγκυρία και σπεύδει να τοποθετηθεί με γνώση και σιγουριά στις νέες καταστάσεις πριν ακόμα αυτές διαμορφωθούν, προσφορά του ιστολογίου στους πολυάριθμους (τρεις με τέσσερις) αναγνώστες του. Στο εγγύς μέλλον θα δώσουμε και άλλα hints για φερέλπιδες νέους επιχειρηματίες, αλλά σε περίπτωση που θέλετε να λάβετε γνώση πριν από τον ανταγωνισμό μπορείτε να μου γράψετε εμπιστευτικά κατά μόνας αποστέλλοντας παράλληλα ένα συμβολικό μικροποσό σε λογαριασμό (εξωτερικού φυσικά) που θα σας υποδείξω για πνευματικά δικαιώματα.
Μη βιαστείτε πολύ όμως, καθότι αυτή την περίοδο είμαι πολύ απασχολημένος με το consulting υποψηφίων του Ποταμιού με ελλιπή γνώση ελληνικής πραγματικότητας (και σοβαρά προβλήματα ορθογραφίας) λόγω πολύχρονης απουσίας στο εξωτερικό, την ανακατασκευή βιογραφικών πρώην στελεχών του ΠΑΣΟΚ (και νυν του Σύριζα) σε αντιμνημονιακή κατεύθυνση για πιθανή κυβερνητική αξιοποίηση στο εγγύς μέλλον, και την εκπαίδευση παπανδρεϊκών στελεχών να λένε «Κίνημα» και να εννοούν ΚιΔηΣο (και όχι ΚΟΔΗΣΟ ή το ακατονόμαστο Κίνημα του οποίου ήταν μέλη μέχρι προχτές το απόγευμα).
Για τη συνέχεια, ετοιμάζω προς πώληση στον πιο χουβαρντά πλειοδότη ένα πακέτο φορολογικών μέτρων για μετεκλογική χρήση με την απάντηση στην ερώτηση «Πού θα βρείτε τα λεφτά;», για το οποίο μπορώ για την ώρα να σας αποκαλύψω μονάχα ότι προβλέπει μεταξύ άλλων πόθεν έσχες και εξτρά φορολόγηση του περιεχομένου τυχόν αδήλωτων χυτρών ταχύτητας.
Αντίστροφη φορολόγηση (aka «απαλλοτρίωση») κοινωνικού πλεονάσματος σε χύτρα παλαιάς τεχνολογίας.
Το ιστολόγιο δεν πολυασχολείται με την επικαιρότητα, αλλά στας κρισίμους περιστάσεις που διέρχεται η πατρίς (όπως συνήθως δηλαδή) δε μπορεί κι αυτό να μη βάλει το λιθαράκι του στην ανάγνωση, το σχολιασμό και – γιατί όχι – τη διαμόρφωση της πραγματικότητας που μας περιβάλλει. Και επειδή στην πραγματικότητα που μας περιβάλλει επίκεινται εκλογές σε δυο βδομάδες, δεν πα να μας χτυπάν με όλμους και κανόνια, εμείς θα διατυπώσουμε την βαρύνουσα (εκατό κιλά πατημένα) άποψή μας, όχι βέβαια για τις εκλογές τις ίδιες (αυτά δα έλειπε, λες και δεν ξέρει τι να ψηφίσει το πολυπληθές κοινό του ιστολογίου, δηλαδή ούτε καν ο Θανάσης πλέον), αλλά για τις νέες οδούς επιχειρηματικότητας που ανοίγονται μπροστά στα μάτια μας αν αποφύγουμε την τετριμμένη παραδοσιακή θεώρηση των πραγμάτων.
Όπως όλοι ξέρουμε, η κρίση δημιουργεί ευκαιρίες, ως εκ τούτου η υπερμεγέθης κρισάρα που διανύουμε εδώ και κάμποσα χρόνια θα έπρεπε να έχει δημιουργήσει τόσο υπερμεγέθεις ευκαιρίες που όλο το λιμνάζον
Είναι προφανές ότι η ριζοσπαστική σκέψη που απαιτούν οι καιροί παραμένει είδος ουσιώδες εν ανεπαρκεία καθώς λένε βέβαια όλοι ότι σκέφτονται και καλά out-of-the-box, αλλά αυτό στην πραγματικότητα απαιτεί μια πνευματική σκευή αρκούντως διαφορετική από αυτή που διαμορφώνεται διαβάζοντας κατά κύριο λόγο τα χαριτωμένα edito του Γεωργελέ στην Athens Voice (παρένθεση να αναφέρω εδώ ότι καταδικάζω τον εμπρησμό των γραφείων της για να μη μου πει κανείς ότι δεν έχω δικαίωμα να μιλάω κλπ., καθώς και για τη Μαρφίν τα έχουμε πει και παλιά, καταδικάζω, καταδικάζω, κλείνει η παρένθεση), που μου λένε όσοι τα διαβάζουν ότι εμφανίζουν ανησυχητικές ομοιότητες με αυτά που έγραφε το Κλικ στη δεκαετία του ’80 (εγώ δεν ξέρω, Αντί και Σχολιαστή διάβαζα τότε), άρα ενδεχομένως δεν έχουν και κανένα φοβερό relevance σε συνθήκες κρίσης 2015 (ίσως ούτε το Αντί και ο Σχολιαστής βέβαια, αλλά διαμορφώνεται άλλου είδους σκευή τέλος πάντων).
Φυσικά αυτό δεν μας πτοεί εμάς ως πρωτοπόρους του μεταμπλόγκιν, οπότε ξεκινώντας το όγδοο, ζωή να ΄χουμε, έτος ιστολογικής παρέμβασης, παρουσιάζουμε ένα μίνι οδικό χάρτη για μια επιτυχημένη startup που τύφλα να ‘χουνε τα TEDx και τα μπίζνες σκουλς. Εννοείται ότι οι ιδέες που παρουσιάζονται εδώ είναι copyrighted, άμα θέλετε να κάνετε κάτι ανάλογο πρέπει είτε να βρείτε δικές σας ιδέες (δυσκολάκι), είτε να πληρώσετε ένα μικρό fee (ας πούμε 10-15% επί των ακαθάριστων εσόδων) για το δικαίωμα χρήσης της ιδέας. Και για να μη χάνουμε χρόνο με άχρηστες λεπτομέρειες, η βάση της νέας επιχειρηματικότητας είναι να μπορεί ο νέος επιχειρηματίας να διαβάζει τα σημάδια των καιρών και να μπορεί να παρέχει στο target group του το προϊόν που έχει ανάγκη, πριν ακόμα το κοινό συνειδητοποιήσει την ανάγκη αυτή και θεριέψει ο ανταγωνισμός στην αγορά.
Έτσι, παρακολουθώντας την προεκλογική αντιπαράθεση, δεν είναι δυνατόν να μην αντιληφθεί κανείς ότι σύντομα πρόκειται να προκύψει πολύ σοβαρή ανάγκη για προϊόντα ασφαλούς αποθήκευσης τιμαλφών και χρημάτων σε μετρητά κατά προτίμηση. Ο λόγος φυσικά είναι η ενδεχόμενη (ή επικείμενη) νίκη του Σύριζα στις επικείμενες εκλογές, που θα βάλει φιλήσυχους νοικοκυραίους σαν τον Άδωνι Γεωργιάδη να βγάλουν τα λεφτά τους από την τράπεζα και να τα στείλουν έξω. Και ο μεν Άδωνις ή εγώ ή εσείς θα κάνουμε δυο κλικ στο λάπτοπ και θα στείλουμε τα λεφτά νομίμως έξω νύχτα χωρίς να ανοίξει ρουθούνι, ωστόσο τα πλήθη των παππούδων και γιαγιάδων που αποτελούν πλέον τους προνομιακούς ψηφοφόρους του Αδώνιδος (και δέκτες αυτής της κατά τα λοιπά χοντροκομμένης προπαγάνδας περί δραχμής) που θα σκοτωθούν να σηκώσουν τα διακόσια και τα χίλια ευρώ τους από την τράπεζα για να μην τους τα φάνε οι κομμουνιστές (ή οι συνοδοιπόροι, το ίδιο κάνει), θα βρεθούν αφενός στο έλεος συμμοριών διαρρηκτών (ένα career option που το ιστολόγιο δεν ενθαρρύνει) κι αφετέρου στην ανάγκη να δουν τι θα κάνουν με το μικρό τους πρωτογενές πλεόνασμα.
Εδώ ας πούμε εμφανίζεται ο «παλαιού τύπου» επιχειρηματίας, ο οποίος τους υπόσχεται ότι μπορεί να τους το βγάλει ηλεκτρονικά στο εξωτερικό με μια μικρή προμήθεια φυσικά (ας πούμε 5% plus expenses) και δεδομένης της παροιμιώδους άγνοιας και τεχνοφοβίας του συγκεκριμένου τμήματος του πληθυσμού είναι πιθανόν να βρεθούν αρκετοί
Έτσι, αντί να ψάχνεται σε δαιδαλώδη πάσγουορντ και δηλώσεις πόθεν έσχες και ενοχλητικούς υπαλλήλους ελβετικών τραπεζών, ο πελάτης μας παίρνει σε ανύποπτο χρόνο μια χύτρα που του προμηθεύουμε προεκλογικά, και το βράδυ των εκλογών ενώ οι
Να διευκρινίσω ότι το ζητούμενο για τη νέα επιχειρηματικότητα δεν είναι το κέρδος per se, αλλά το να προβλέπεις σωστά, ως εκ τούτου δεν χρειάζεται να πιάνετε έναν έναν τους ψηφοφόρους του Αδώνιδος να τους πουλάτε χύτρες. Αρκεί να φροντίσετε να έχετε στην κατοχή σας αρκετές χύτρες για την εποχή των ισχνών αγελάδων που η ζήτηση θα είναι υψηλή· έχουν γνώσιν οι φύλακες. Και φυσικά ο νέος επιχειρηματίας δεν αρκείται σε μια μονοδιάστατη θεώρηση των πραγμάτων, αλλά βλέπει βαθιά και πολυδιάστατα στο μέλλον. Έτσι, δεδομένου του σεναρίου της αριστερής παρένθεσης που θέλει μια τυχόν επικείμενη κυβέρνηση Σύριζα να καταρρέει συντόμως υπό το βάρος της κοινωνικής αναταραχής, ο νέος επιχειρηματίας μπορεί να διδαχτεί από το παρελθόν για να μυριστεί στο παρόν την ευκαιρία του μέλλοντος.
Και το παρελθόν διδάσκει ότι σε μια ανάλογη συγκυρία αριστερής (αν και κοινωνικά και εκλογικά μειοψηφικής, καλή ώρα) νίκης στη Χιλή του Αλλιέντε, η δεξιά αντιπολίτευση της εποχής είχε οργανώσει μεγάλες διαδηλώσεις όπου έξαλλες κυρίες της αστικής τάξης χτυπούσαν άδειες κατσαρόλες για να δείξουν την κατάντια στην οποία τις είχε φτάσει η αριστερή διακυβέρνηση πριν έρθει ο καλός κύριος Πινοτσέτ (γκουχ, γκουχ) και στείλει τον Αλλιέντε και κάμποσους φίλους του στον άλλο κόσμο, τη μισή Χιλή στα μπουντρούμια και τις αστικές κατσαρόλες της άλλης μισής πίσω στο ράφι με τα αζήτητα. Φυσικά σήμερα δεν κινδυνεύουμε από επίδοξους Πινοτσέτ (όχι ότι δεν υπάρχουν επίδοξοι, αλλά έχουν αλλάξει κάπως τα κόζια σε αυτή τη γωνιά του κόσμου, ελπίζω δηλαδή), αυτό όμως καθόλου δεν αποκλείει την ύπαρξη διαδηλώσεων αγανακτισμένων δεξιών στο εγγύς μέλλον, ειδικά υπό αριστερή διακυβέρνηση.
Προφανώς για λόγους εφέ το χτύπημα της κατσαρόλας θα είναι το απόλυτο must στις εν λόγω διαδηλώσεις, έλα όμως που ένα μέρος των διαθέσιμων κατσαρολικών θα έχει αποσυρθεί από τη κυκλοφορία καθότι θα έχει χρησιμοποιηθεί ήδη για το θάψιμο τιμαλφών που λέγαμε παραπάνω και ένα ακόμα μέρος θα πρέπει ενίοτε να χρησιμοποιείται και για την live παρακολούθηση μαθημάτων μαγειρικής από πρωϊνάδικο ή εξειδικευμένη εκπομπή μαγειρικού reality. Για να καλύψει λοιπόν την ανακύπτουσα ζήτηση πριν ακόμα εμφανιστεί, ο νέος επιχειρηματίας προσφέρει σε εξαιρετική τιμή στο target group του φτηνιάρικη κατσαρόλα διαδήλωσης με ενσωματωμένη ξύλινη κουτάλα για χτύπημα (ή καλύτερα μεταλλική για πιο γκονγκ ήχο), και δώρο σφυρίχτρα για να γίνεται πιο τζέρτζελο, μαζί με ένα κιτ διαδηλωτή με οδηγίες χρήσεως για όσους δεν είχαν ποτέ προγενέστερη εμπειρία διαδήλωσης και ως μαθητές/φοιτητές διάβαζαν φρονίμως τα μαθήματά τους και απέφευγαν τις καταλήψεις.
Τα παραπάνω δείχνουν δύο μόνο παραδείγματα νέας επιχειρηματικότητας που διαβάζει έγκαιρα την ιστορική συγκυρία και σπεύδει να τοποθετηθεί με γνώση και σιγουριά στις νέες καταστάσεις πριν ακόμα αυτές διαμορφωθούν, προσφορά του ιστολογίου στους πολυάριθμους (τρεις με τέσσερις) αναγνώστες του. Στο εγγύς μέλλον θα δώσουμε και άλλα hints για φερέλπιδες νέους επιχειρηματίες, αλλά σε περίπτωση που θέλετε να λάβετε γνώση πριν από τον ανταγωνισμό μπορείτε να μου γράψετε εμπιστευτικά κατά μόνας αποστέλλοντας παράλληλα ένα συμβολικό μικροποσό σε λογαριασμό (εξωτερικού φυσικά) που θα σας υποδείξω για πνευματικά δικαιώματα.
Μη βιαστείτε πολύ όμως, καθότι αυτή την περίοδο είμαι πολύ απασχολημένος με το consulting υποψηφίων του Ποταμιού με ελλιπή γνώση ελληνικής πραγματικότητας (και σοβαρά προβλήματα ορθογραφίας) λόγω πολύχρονης απουσίας στο εξωτερικό, την ανακατασκευή βιογραφικών πρώην στελεχών του ΠΑΣΟΚ (και νυν του Σύριζα) σε αντιμνημονιακή κατεύθυνση για πιθανή κυβερνητική αξιοποίηση στο εγγύς μέλλον, και την εκπαίδευση παπανδρεϊκών στελεχών να λένε «Κίνημα» και να εννοούν ΚιΔηΣο (και όχι ΚΟΔΗΣΟ ή το ακατονόμαστο Κίνημα του οποίου ήταν μέλη μέχρι προχτές το απόγευμα).
Για τη συνέχεια, ετοιμάζω προς πώληση στον πιο χουβαρντά πλειοδότη ένα πακέτο φορολογικών μέτρων για μετεκλογική χρήση με την απάντηση στην ερώτηση «Πού θα βρείτε τα λεφτά;», για το οποίο μπορώ για την ώρα να σας αποκαλύψω μονάχα ότι προβλέπει μεταξύ άλλων πόθεν έσχες και εξτρά φορολόγηση του περιεχομένου τυχόν αδήλωτων χυτρών ταχύτητας.
Αντίστροφη φορολόγηση (aka «απαλλοτρίωση») κοινωνικού πλεονάσματος σε χύτρα παλαιάς τεχνολογίας.
30/12/14
Τα 'χει τετρακόσια
ή περίπου...
Για την ακρίβεια, τα ‘χω τετρακόσια ένα, αλλά το ένα το έχω βάλει δύο φορές απαράλλαχτο οπότε δε μετράει. Τα ‘χω λοιπόν τετρακόσια. Τα ποστ (ή αν προτιμάτε, τις αναρτήσεις). Για να είμαι ακόμα πιο ακριβής, το πλήρες νούμερο είναι 427 αλλά στον αριθμό περιλαμβάνονται 27 ημιτελή ή ανακληθέντα κείμενα και δεν είμαι βέβαιος πόσα από αυτά θα φτάσουν εν τέλει οριστικά στη βιτρίνα. Μερικά δεν είναι καν κείμενα ακόμα, είναι απλώς μια λέξη που θυμίζει κάποια ιδέα που είχα κάποτε, να γράψω ένα κείμενο για αυτό ή για κείνο, για πράγματα που σήμερα μπορεί να μη θεωρώ καθόλου σημαντικά πια ή έστω αξιοσημείωτα.
Έχουν μείνει λοιπόν τετρακόσια. Φυσικά δεν είναι «δικά μου» όλα, κάμποσα είνα δανεικά (και αγύριστα), κείμενα που έχω λεηλατήσει, λόγια μεγάλων ανδρών και γυναικών (και μερικά όχι και τόσο μεγάλων, εντάξει), βάλε κι ένα παρατημένο «σήριαλ» όχι μόνο δικό μου, και μια αυτοπαρουσίαση. Τα περισσότερα όμως είναι δικά μου. Ξαναδιαβάζω μερικά στην τύχη, θυμάμαι τις συγκυρίες που τα γέννησαν, ρίχνω καμιά ματιά στα σχόλια (αν έχουν), χαμογελάω με μερικά πράγματα που έγραφα ή που μου έγραφαν (ενίοτε υπό το φως των, ας πούμε, «ιστορικών εξελίξεων» από την εποχή που γράφτηκε αυτό ή εκείνο). Κείμενα καμιά φορά συμπαθητικά, συχνά άνισα, αρκετές φορές αυτό που λένε αγγλιστί irrelevant πλέον, ιδιότητα που έχουν ακόμα και μερικά πολύ πρόσφατα.
Σε κάνα μήνα θα κλείσω εφτά χρόνια στη μπλογκόσφαιρα. Αν έκανα τη διαίρεση θα έβγαζα περίπου πενηνταπέντε-εξήντα κείμενα το χρόνο, χοντρά ίσως πέντε το μήνα. Φυσικά δεν πάει έτσι ακριβώς ομαλά το πράγμα, καθότι τα πρώτα χρόνια ήμουν πολύ πιο παραγωγικός (καινούργιο κοσκινάκι μου) και όσο περνάει ο καιρός η συχνότητα των αναρτήσεων φθίνει, και υπάρχουν και αρκετά μεγάλα κενά πια, όχι μόνο κάτι καλοκαίρια που ήμουν εκτός δικτύου γενικά, αλλά και εποχές που είμαι μια χαρά δικτυωμένος αλλά χωρίς όρεξη να γράψω, ή με όρεξη να γράψω άλλα πράγματα λιγότερο επικαιρικά ή με μια διάθεση απλώς να βάλω τις φωνές αλλά ποιος κάθεται να διαβάζει ένα διαρκές «αααααααα» αντί για ανάρτηση; Παρακμή, όσο να ‘ναι. Ποσοτικά τουλάχιστον.
Βέβαια δεν έχω τύψεις, καθότι η παρακμή αφορά συνολικά το ιστολογείν, κι εδώ από τα τέσσερις χιλιάδες χτυπήματα το μήνα πριν λίγα χρόνια σε πολύ κάτω από δύο χιλιάδες σήμερα (κι όχι μόνο επειδή άλλαξε αλγόριθμο η google), κι ένα σωρό κόσμος που τα πρώτα χρόνια διάβαζα και με διάβαζε τα ‘χει κλείσει τα ρημάδια εδώ και καιρό, μερικοί είχαν και την πρόνοια να τα σβήσουν ολοσχερώς, άλλοι τα άφησαν να χάσκουν σα βομβαρδισμένα ερείπια τόσο που λες «τι έγινε αυτός, μήπως πέθανε;» και σε τουλάχιστον μία περίπτωση αυτό ακριβώς συνέβη, αλλά γενικά οι πιο πολλοί ενδεχομένως χαίρουν άκρας υγείας σε άλλα format, στο facebook και στο tweeter και άλλες χαριτωμένες πλατφόρμες που δεν απαιτούν και καμμιά φοβερή κούραση και είναι πιο συμβατές με τηλέφωνα-γκάτζετ. Άλλοι πάλι απλώς βαρέθηκαν, είπαν ό,τι είχαν να πουν στη φάση τάδε και πήγαν παρακάτω· ουδείς ψόγος εννοείται.
Θυμάμαι φευγαλέες εντυπώσεις από όλα αυτά τα χρόνια· την παράκληση «μέχρι 300 λέξεις, παρακαλώ» που φυσικά ποτέ σχεδόν δεν υιοθέτησα, αγανακτισμένους σχολιαστές που θεώρησαν ότι τους έθιξα την αγαπημένη τους τραγουδίστρια, κουβέντες παρηγορητικές σε δύσκολες εποχές από ανθρώπους ακριβούς, ανθρώπους που πέρασαν κάποτε κι έφυγαν, άλλους που πάνε κι έρχονται ακόμα, καθώς η ζωή συνεχίζεται και πίσω δε γυρνάει, τα επιχειρήματά μου υπέρ της διαδικτυακής ανωνυμίας (που σιωπηρώς ανέτρεψα αργότερα εκ των πραγμάτων γράφοντας και υπογράφοντας την αυτοπαρουσίαση που λέγαμε, εκνευρισμένος μάλλον από την έκταση του φαινομένου της λογοκλοπής – όχι της αντιγραφής που εννοείται ότι δε με πειράζει καθόλου), τη διαρκή αναβολή ενός εκτεταμένου «αισθητικού» ανασχεδιασμού της σελίδας καθότι αυτό που βλέπετε είναι απλώς το «προσωρινό» φορμάτ στο οποίο άρχισα να ποστάρω και δε με ικανοποιούσε αλλά είπα ότι θα το αλλάξω εν ευθέτω χρόνω όπως τόσα άλλα πράγματα που έχω να κάνω «εν ευθέτω χρόνω» στη ζωή μου και παραμένουν διαρκώς αναβαλλόμενα, όχι όλα βέβαια και όχι πάντα, αλλά αρκετά συχνά ώστε να υπάρχει ένα pattern που λένε και για τους σήριαλ κίλερ στις καθωσπρέπει αστυνομικές ιστορίες, έτσι δεν είναι;
Και καθώς αυτό το οιονεί απολογιστικό κείμενο υπ’ αριθμόν τετρακόσια (ή 401 ή 428) γράφεται ενώ ο χρόνος τελειώνει, συγκυριακά βέβαια, και είναι εποχή απολογισμών γενικότερα και new year resolutions και άλλα ηχηρά παρόμοια, ας το κλείσουμε με το αγαπημένο μου απολογιστικό τραγουδάκι που πρωτοάκουσα ένα βράδυ του 1983 στο Ολυμπιακό Στάδιο από το Σαββόπουλο αλλά είναι μέσες άκρες απόδοση ενός ιταλικού τραγουδιού, του L' anno che verrà του συχωρεμένου του Λούτσιο Ντάλλα.
Κατά τα λοιπά, καλά να είμαστε να τα λέμε πότε πότε· και καλή χρονιά.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)






