ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο - Γιάννενα


27/10/12

Έπαιζε μπάσκετ ο Διγενής Ακρίτας;

Αμφισβητούμενης ελληνικότητας ήρως ενώ σουτάρει τρίποντο (εικόνα από εδώ).

Μερικοί λένε ότι πρόκειται για φανταστικό πρόσωπο, για ένα μυθιστορηματικό ήρωα που πέρασε αργότερα στη λαϊκή αφήγηση. Άλλοι πάλι υποστηρίζουν ότι υπήρξε ιστορικό πρόσωπο, ή ίσως ότι διάφορα ιστορικά πρόσωπα έπαιξαν ρόλο στη διαμόρφωση του χαρακτήρα τόσο στη λόγια όσο και στη λαϊκή ποιητική δημιουργία. Σε κάθε περίπτωση, του αποδίδεται μια μικτή καταγωγή, από πατέρα Άραβα (εμίρη της Συρίας) και μητέρα Ρωμιά (δηλ. Βυζαντινή με τη σημερινή ορολογία). Σε μια εκδοχή του μύθου ο πατέρας κλέβει τη μητέρα και ακολουθούν διάφορα επεισόδια με αντεκδικήσεις του πεθερού και των κουνιάδων (έτσι δε λέγονται οι αδελφοί της μητέρας;) μέχρι που ο πατέρας βαπτίζεται εν τέλει Χριστιανός και την παντρεύεται δόξη και τιμή.

Σε μια άλλη εκδοχή που μου αρέσει κάπως περισσότερο παρά τα υπερφυσικά στοιχεία, ο μελλοντικός πατέρας κυνηγάει τη μελλοντική μητέρα να την πιάσει αιχμάλωτη κατά τη διάρκεια μιας επιδρομής Αγαρηνών, κι εκείνη φτάνοντας μπροστά σε ένα μεγάλο βράχο προσεύχεται στον Αη-Γιώργη (νομίζω...) ο οποίος ανοίγει το βράχο, η κοπέλα μπαίνει μέσα και ο βράχος ξανακλείνει αφήνοντας τον Αγαρηνό μπουκάλα. Σοκαρισμένος από το θαύμα ο εμίρης θα αλλαξοπιστήσει, θα παντρευτεί εν τέλει την κοπέλα, και θα αποκτήσουν ένα γιο, που θα γίνει γνωστός έως της σήμερον λιγότερο με το όνομά του (Βασίλειος, ίσως) και περισσότερο με το παρατσούκλι που απέκτησε χάρη στη διαφορετική καταγωγή των γονιών του: Διγενής.

Ο Διγενής άσκησε το επάγγελμα (ή λειτούργημα) του Ακρίτα, δηλαδή του υπερασπιστή των συνόρων (άκρων) των ανατολικών επαρχιών της αυτοκρατορίας από τις αραβικές επιδρομές. Εκτός από το λόγιο «Έπος του Βασιλείου Διγενή Ακρίτη» υπάρχει ένα πλήθος δημοτικών τραγουδιών που οι ρίζες τους φτάνουν στην εποχή και στο μύθο του. Άλλα αναφέρονται στα κατορθώματά του, άλλα στο θάνατό του.

[...]Τῆς Ἀραβίνας τὰ βουνά, τῆς Σύρας τὰ λαγκάδια,
ποὺ ἐκεῖ συνδυὸ δὲν περπατοῦν, συντρεῖς δὲν κουβεντιάζουν,
παρὰ πενήντα κι ἑκατό, καὶ πάλε φόβον ἔχουν,
κι ἐγὼ μονάχος πέρασα, πεζὸς κι ἀρματωμένος,
μὲ τετραπίθαμο σπαθί, μὲ τρεῖς ὀργιὲς κοντάρι.
Βουνὰ καὶ κάμπους ἔδειρα, βουνὰ καὶ καταράχια,
νυχτιὲς χωρὶς ἀστροφεγγιά, νυχτιὲς χωρὶς φεγγάρι.
Καὶ τόσα χρόνια ποὔζησα δῶ στὸν ἀπάνω κόσμο,
κανέναν δὲν φοβήθηκα ἀπὸ τοὺς ἀντρειωμένους.[...]


Μέχρι και στην ουδόλως ακριτική (τότε...) Ικαρία έχει καταγραφεί από τον Αλέξη Πουλιανό μια παραλλαγή ενός ακριτικού τραγουδιού, από αυτές στις οποίες κάποιοι κλέβουν τη γυναίκα του Διγενή ενόσω αυτός σπέρνει όσπρια στο χωράφι του (κουκίν και ρόβυν, δηλαδή ρεβύθι, άρα ιστολογικώς ενδιαφέρον δια τα καθ’ ημάς...). Ένα πουλάκι του φέρνει τα νέα, αυτός ζεύγει τον μαύρο του (όπου μαύρος είναι το άλογο) και τους προλαβαίνει. Κατά ενδιαφέρονται τρόπο, αντί να τους ξεπαστρέψει με συνοπτικές διαδικασίες, παριστάνει το συμπέθερο και βάζει τη σύζυγο να τον τρατάρει ένα κατιτί («από δεξιά μου πήγαινε να μ’ αργυροκεράσεις») και ευκαιρίας δοθείσης τη βουτάει και γίνεται μπουχός σε χρόνο dt (κι ως που να πούνε «πού ‘ναι τον» σαράντα μίλια πάει / κι ως που να πούνε «πιάστε τον» μητ’ ήτον μήτ’ εφάνη).

Βέβαια οι πιο γνωστές αφηγήσεις αφορούν τη (χαμένη, εν τέλει) μονομαχία με το Χάροντα στα μαρμαρένια αλώνια:

[...] Τώρα εἶδα ἕναν ξιπόλητο καὶ λαμπροφορεμένο,
ποὔχει τοῦ ρίσου τὰ πλουμιά, τῆς ἀστραπῆς τὰ μάτια,
μὲ κράζει νὰ παλέψουμε σὲ μαρμαρένια ἁλώνια,
κι ὅποιος νικήσει ἀπὸ τοὺς δυὸ νὰ παίρνει τὴν ψυχή του.

Κι ἐπῆγαν καὶ παλέψανε στὰ μαρμαρένια ἁλώνια,
κι ὅθε χτυπάει ὁ Διγενής, τὸ αἷμα αὐλάκι κάνει,
κι ὅθε χτυπάει ὁ Χάροντας, τὸ αἷμα τράφο κάνει.


Σε μια άλλη, κρητική παραλλαγή, ο Χάρος δεν είναι τόσο γενναίος και του στήνει μια ενέδρα (χωσιά).

Ὁ Διγενὴς ψυχομαχεῖ κι ἡ γῆ τονε τρομάσσει.
Βροντᾶ κι ἀστράφτει ὁ οὐρανὸς καὶ σείετ’ ὁ ἀπάνω κόσμος,
κι ὁ κάτω κόσμος ἄνοιξε καὶ τρίζουν τὰ θεμέλια,
κι ἡ πλάκα τὸν ἀνατριχιᾶ, πὼς θὰ τονε σκεπάσει,
πὼς θὰ σκεπάσει τὸν ἀιτό, τσῆ γῆς τὸν ἀντρειωμένο.
Σπίτι δὲν τὸν ἐσκέπαζε, σπηλιὸ δὲν τὸν ἐχώρει,
τὰ ὄρη ἐδιασκέλιζε, βουνοῦ κορφὲς ἐπήδα,
χαρὰ κι’ ἀμαδολόγανε καὶ ριζιμιὰ ξεκούνειε.
Στὸ βίτσιμα 'πιανε πουλιά, στὸ πέταμα γεράκια,
στὸ γλάκιο καὶ στὸ πήδημα τὰ λάφια καὶ τ' ἀγρίμια.
Ζηλεύει ὁ Χάρος, μὲ χωσιὰ μακρὰ τονε βιγλίζει,
κι ἐλάβωσέ του τὴν καρδιὰ καὶ τὴν ψυχὴ τοῦ πῆρε.


Ο θάνατος του Διγενή έχει λειτουργήσει συμβολικά και στη μεταγενέστερη ελληνική ποίηση· θυμάμαι μάλιστα μέσες άκρες κι ένα ομώνυμο νομίζω ποίημα του Παλαμά, που αναφέρεται στο aftermath (μην το γράψω «μεθεόρτια», ε;) της μονομαχίας: στο εν λόγω ποίημα, καβάλα πάει ο Χάροντας το Διγενή στον Άδη, αλλά σε σχέση με τους άλλους πεθαμένους, ο Διγενής είναι κάπως μπλαζέ: Και σα να μην τον πάτησε του Χάρου το ποδάρι / ο Ακρίτας μόνο ατάραχα κοιτάει τον καβαλάρη. Και μάλιστα, στην επόμενη στροφή του ρίχνει και μια ξήγα τρισχιλιετούς ελληνισμού:

«Ο Ακρίτας είμαι, Χάροντα δεν περνώ με τα χρόνια.
Μ' άγγιξες και δε μ' ένοιωσες στα μαρμαρένια αλώνια;
Εγώ είμαι η ακατάλυτη ψυχή των Σαλαμίνων,
στην Εφτάλοφην έφερα το σπαθί των Ελλήνων.
Δε χάνομαι στα Τάρταρα, μονάχα ξαποσταίνω,
στη ζωή ξαναφαίνομαι και λαούς ανασταίνω!».


Ατυχώς όμως, καίτοι εθνικόφρων εν γένει, ο Παλαμάς έκανε ένα σοβαρό λάθος: δεν συμβουλεύτηκε προηγουμένως το λάλον ύδωρ της πηγής του ελληνικού εθνικισμού (δηλαδή το βουλευτή Παναγιώταρο της Χρυσής Αυγής) πριν βάλει στο στόμα του Διγενή αυτές τις κουβέντες. Θα μου πείτε τώρα, υπήρχε Παναγιώταρος το 19ο αιώνα; Θα σας απαντήσω ότι και Παναγιώταρος να μην υπήρχε, ένα σωρό φάροι του εθνικισμού υπήρχαν και τότε (ο ίδιος ο Παλαμάς αναφέρει μερικούς εδώ), χώρια που ο λόγος της Χρυσής Αυγής δεν είναι του 19ου αιώνος αλλά πολύ προγενέστερος (πιθανώς της παλαιολιθικής εποχής ή και του καιρού που ζούσαν οι Νεάντερνταλ και οι Ντενισόβαν). Ευτυχώς τώρα υπάρχει Παναγιώταρος και ξέρουμε ότι με βάση τον ορισμό της Χρυσής Αυγής, ο σωστός ο Έλλην πρέπει να είναι Έλλην και από τους δύο γονείς και μάλιστα της ευρωπαϊκής φυλής.

Με αυτό τον τρόπο βέβαια απαιτούνται ορισμένες ιστορικές αναθεωρήσεις. Έτσι, μαζί με το Σοφοκλη Σχορτσιανίτη (που δεν του κάνει του Παναγιώταρου) και το Γιωργάκη Α. Παπανδρέου που είναι κατά Κασιδιάρη μόνο 25% Έλληνας (εικάζω λόγω Αμερικανίδας μητέρας και Πολωνικής καταγωγής γιαγιάς), θα πρέπει να ξεφορτωθούμε και το Διγενή Ακρίτα (που ο πατέρας του όχι μόνο Έλληνας δεν ήταν αλλά ούτε καν της «ευρωπαϊκής φυλής»), τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο (κι αυτός του 25%, με μητέρα Σέρβα και εκ πατρός προγιαγιάδες από τη Σαβοΐα και τη Βουλγαρία όπως εξηγεί στον παραπάνω σύνδεσμο ο Ν. Σαραντάκος), το Θεμιστοκλή (το γνωστό, αυτόν της Σαλαμίνας, που η μάνα του ήταν «ξένη») κι ένα σωρό άλλους αμφισβητούμενης καθαρότητας τύπους που μπερδεύουν την ελληνική ιστορία με αχρείαστες επιμειξίες.

Στη θέση τους μπορούμε να βάλουμε κάποιες 100% ελληνικής καταγωγής αλλά παραγνωρισμένες προσωπικότητες, όπως ο Ιμπραήμ Πασά Παργαλί, μεγάλος βεζύρης του σουλτάνου Σουλεϊμαν του Μεγαλοπρεπή (του οποίου ο πατέρας ήταν επίσης 75% Έλληνας αλλά μην τα θέλουμε κι όλα δικά μας), ο Τουργκούτ Ρεΐς, διάσημος κουρσάρος της Μπαρμπαριάς και μπεϋλέρ-μπεης της Μεσογείου την ίδια εποχή, και ο στρατηγός του Ιμπραήμ και γνωστός ήρωας της κ. Ρέας Γαλανάκη, Μανόλης ή Γιάννης Παπαδάκης, πιο γνωστός ως Ισμαήλ Φερίκ Πασάς. Ατυχώς κάποιες μικρές επιμειξίες μας αποτρέπουν από το να προσθέσουμε στην ίδια λίστα το Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσσα και τον ίδιο τον Ιμπραήμ, αλλά μπορούμε να τσοντάρουμε με τον Αθηναίο τύρρανο Ιππία (100% Έλλην) που στα γεράματα έκανε το σύμβουλο του Δαρείου πριν τη μάχη του Μαραθώνα, κι αν οι Αθηναίοι δεν είναι του γούστου των Χρυσαυγιτών βάζουμε ένα βασιλιά της αρχαίας Σπάρτης, το Δημάρατο, παραβλέποντας τη λεπτομέρεια ότι υπήρξε σύμβουλος του Ξέρξη. Στην ίδια ρότα, μπορούμε να επαινέσουμε την 100% ελληνικότητα του Εφιάλτη του Ευρυδήμου, όπως και πλήθους αγνώστων (μα γιατί άραγε;) κουκουλοφόρων συνεργατών των Ναζί στην κατοχή.

Θα χρειαστεί βέβαια ένα μικρό ξαναγράψιμο της ιστορίας, και μιας ορισμένης λογοτεχνίας ενδεχομένως, αλλά άμα έχεις τέτοιες κορυφές σαν τους Παναγιώταρους, τους Κασιδιάρηδες και τους Μιχαλολιάκους, τι να τους κάνεις τους Ακρίτες και τους Παλαιολόγους και τους Παλαμάδες ακόμα;

Βέβαια απο μπάσκετ δεν ξέρω τι ψάρια πιάνει ο εθνοπατέρας, αλλά σάμπως έπαιζε μπάσκετ ο Διγενής Ακρίτας δηλαδή;


Σ.Σ. Άντλησα πολλές πληροφορίες από κάποια σχόλια στο ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου. Τα ακριτικά τραγούδια τα τσίμπησα από εδώ, εκτός από το ικαριακό που διάβασα βέβαια στον βιβλίο του Αλέξη Πουλιανού «Λαϊκά τραγούδια της Ικαρίας» (1964), αλλά το άκουσα πρώτη φορά σε απαγγελία (συνοδεία μουσικής «καριώτικου») σε ένα δίσκο βινυλίου του Σίμωνα Καρά με τραγούδια της Ικαρίας και της Σάμου.

24/10/12

Βήχουμε ελεύθερα

Καραβόσταμο, στο γιαλό (φωτό από το ιστολόγιο Τηρίματα).

Τις τελευταίες μέρες βήχω τρισάθλια και προβληματίζομαι κάπως· όχι γιατί κινδυνεύει η υγεία μου ή κάτι τέτοιο αλλά επειδή διάβασα στις ειδήσεις ότι μια βουλευτής αναφέρθηκε σε αυτούς τους ξένους, τους μετανάστες (υπάνθρωποι και τρισάθλιοι, λέει), που κουβαλάνε ποιος ξέρει τι αρρώστιες. Επειδή τυχαίνει να είμαι κι εγώ μετανάστης (έστω και στην Ολλανδία ή στην Πορτογαλία) και έχω εσχάτως και το βηχαλάκι μόνιμο, φοβάμαι ότι εμπίπτω κάπως στην εν λόγω κατηγορία των υπανθρώπων με τις ασθένειες. Ευτυχώς στη Λισσαβώνα δεν φαίνεται να κινδυνεύω από κάτι, αλλά άμα κατέβω στην Αθήνα πρέπει να έχω το νου μου μην τυχόν σκάσουν από καμμιά γωνία τίποτα σφίχτες μαυροντυμένοι, διότι έτσι και πέσουμε μπάτσα φάτσα, άντε να βγάλουμε άκρη τι εθνικότητας είναι τα μικρόβια που μου προκαλούν το βήχα.

Και εκεί που βήχω όλο και χειρότερα, άξαφνα αναθυμάμαι μια σχετική καριώτικη ιστορία που είχα διαβάσει στα σχόλια του ιστολογίου πριν δυο-τρια χρόνια, και είναι τόσο καλή που είναι κρίμα να μένει ξεχασμένη εκεί πέρα. Ψάχνω λοιπόν στο ιστολόγιο και την εντοπίζω:

[...] Ανεβαίνω ένα σοκάκι στο γιαλό στο Καραβόσταμο προχτές το απόγευμα. Ένας κύριος κατεβαίνει βήχοντας κάπως έντονα.

- Βήχεις πάλι, Δημήτρη; τον ρωτάει μια γυναίκα από το μπαλκονάκι της.
- Ναι, κυρία μου, βήχω, απαντά με ...περηφάνια. Βήχω διότι έχω καλή γυναίκα! της λέει και συνεχίζει το δρόμο του.

Περνώντας από δίπλα μου - εγώ έκείνη την ώρα θα πρέπει να είχα ύφος ηλιθίας, το λιγότερο - γυρνά και μου λέει συνομωτικά, αν και δε γνωριζόμαστε καθόλου.

- Ε ναι, λοιπόν, κοπέλα μου, έχω καλή γυναίκα, που λες. Διότι εάν είχα κακή γυναίκα, ‘α μου τον είχε «κόψει το βήχα» μαθές! [...]


Ηθικόν δίδαγμα: βήχουμε ελεύθερα... Διότι εφόσον δε μας τον κόβει το βήχα η καλή γυναίκα, σιγά μη μασήσουμε από τις κάθε λογής τρισαθλιότητες...


Σ.Σ. Δημοσιεύτηκε (με μικροπαραλλαγές) στο ikariamag στις 22/10/2012. Την αυθεντική ιστορία την είχε γράψει κάποτε στα σχόλια του παρόντος ιστολογίου ανώνυμη πλην γνωστή και μη εξαιρετέα σχολιογράφος.

14/10/12

Βεράντα στον ωκεανό

Η θέα από το μπαλκόνι. Ericeira, Οκτώβριος 2012.

Παίρνουμε τα ποτήρια μας και το κρασί που περίσσεψε από το δείπνο και βγαίνουμε στη βεράντα του ξενοδοχείου. Τα κύματα του ωκεανού έρχονται και σβήνουν στην παραλία, ακριβώς από κάτω. Παρέες-παρέες, λίγο ανάκατα ανά εθνότητα και εργαστήριο, άλλοι παλιοί, άλλοι καινούργιοι, άλλοι (όπως εγώ) κάτι ενδιάμεσο, συνάδελφοι «μεταδιδάκτορες» επιστήμονες σε ένα τριήμερο που στην επαγγελματική αργκό λέγεται retreat: μαζεύονται όλοι μαζί κάπου εκτός χώρου εργασίας και συζητούν χαλαρά και ελεύθερα (δηλαδή χωρίς τους περιορισμούς της ιεραρχίας) τα ζητήματα της δουλειάς ή της ευρύτερης κοινότητας. Στα ελληνικά παρότι θα μου άρεσε ο όρος «αναχώρηση» (με την κάπως εκκλησιαστική-μοναστική έννοια του «μακριά από τον κόσμο») πιο πολύ από το «αναδίπλωση» ας πούμε, κατά βάση η λέξη δεν αποδίδεται επαρκώς· ίσως το «αναστοχασμός» που μου είχαν πει πριν από κάποια χρόνια να ταιριάζει κάπως περισσότερο.

Όχι ότι στοχαστήκαμε και τίποτε φοβερό βέβαια, τρεις μέρες μακριά αλλά όχι και τόσο μακριά από το ινστιτούτο, σε αυτό το καλοκαιρινό θέρετρο της Ερισέιρα στην ακτή του Ατλαντικού, λίγο βορειότερα από τη Σίντρα, σαρανταπέντε λεπτά οδήγημα από το κέντρο της Λισσαβώνας. Πιο πολύ ένα τριήμερο επαγγελματικού προσανατολισμού (ή ίσως αναπροσανατολισμού) για postdocs, μια ασαφή αλλά ολοένα διευρυνόμενη κατηγορία ερευνητικού προσωπικού με διδακτορικό αλλά όχι με καρέκλα. Πολλοί μεν οι κλητοί, λίγοι δε οι εκλεκτοί που θα βρουν κάπου να κάτσουν. Και για τα πρώτα χρόνια τουλάχιστον, θα κάθονται στα καρφιά.

Αλλά τούτο το βράδι στην Ερισέιρα καθόμαστε όλοι στις καρεκλίτσες της βεράντας, πάνω από την έρημη πισίνα του ξενοδοχείου και χαζεύουμε τον Ατλαντικό και τα κύματα που έρχονται από τη Δύση και σκάνε στην παραλία, με τα ποτήρια του κρασιού στο χέρι και κουβεντιάζουμε περί ανέμων και υδάτων. Παρατηρώ ότι ο Μεξικάνος συνάδελφος κουβαλάει σε μια θήκη το μικροσκοπικό του γιουκαλίλι, που όταν τον πρωτοείδα να το σέρνει μαζί του νόμισα ότι ήταν παιδικό παιχνίδι, της πεντάχρονης κόρης του ίσως. Μου είχε τότε εξηγήσει σοβαρά-σοβαρά ότι αν και κανονικά παίζει ηλεκτρικό μπάσο, κάποτε κόλλησε με το γιουκαλίλι και έκτοτε το κουβαλάει μαζί του συστηματικά. Προσπαθούσε να ψήσει κι άλλους να μπουν στο τριπάκι, αν και στους περισσότερους φέρνει στο μυαλό κυρίως μια χαβανέζικη διασκευή κάποιων παλιότερων τραγουδιών που είχε γίνει σουξέ πριν χρόνια (και φυσικά μου είχε διαφύγει). Εμένα πάλι μου θύμιζε πρώιμο Σεφέρη, αλλά μάλλον οι συνάδελφοι δεν θα το έχουν ακουστά.

Παίρνω το οργανάκι και προσπαθώ να παίξω κάτι – ανακαλύπτω ότι το κούρδισμα στο συγκεκριμένο όργανο (υπάρχουν κάμποσοι διαφορετικοί τύποι) είναι όπως στις τέσσερις κάτω χορδές της κιθάρας, μόνο που η ρε είναι μια οκτάβα ψηλότερα. Βέβαια αυτό συνεπάγεται ότι τα ακκόρντα είναι τα ίδια, οπότε μετά από λίγο αρχίζει να βγαίνει ένα σχετικό νόημα από τις χορδές, μόνο που δεν ακούγεται σχεδόν καθόλου. Δίνω το όργανο πίσω στο Μεξικάνο ενώ ο ψιλομεθυσμένος Γιαπωνέζος αριστερά ρωτάει αν μπορούμε να παίξουμε κάτι χορευτικό.

Αν και είναι πλέον ή βέβαιον ότι δεν θα χορέψει, η επιμονή του ψήνει και κάνα-δυο Πορτογαλίδες και μια Ισπανίδα από απέναντι που λένε στο Μεξικάνο να παίξει το La Bamba που είναι και της πατρίδας του. Αυτός αντιστέκεται λέγοντας ότι το οργανάκι που παίζουν οι τύποι εκεί δεν είναι γιουκαλίλι, αλλά κάτι άλλο μεξικάνικο και καθώς αυτές επιμένουν βγάζει δεύτερη γραμμή άμυνας ότι το γκρουπ χρειάζεται τον τραγουδιστή του (που είναι ένας ανατολικός Γερμανός που ακόμα μπεκρουλιάζει στην τραπεζαρία) αλλά με συνοπτικές διαδικασίες πάμε και μαζεύουμε το Γερμανό ο οποίος ζητάει να του πούμε στίχους. Εκεί επιστρατεύονται κάτι 3G τηλέφωνα που έχουν πρόσβαση στο διαδίκτυο και βρίσκουμε και τους στίχους, και λίγη ώρα μετά το πηγαδάκι έχει μαζέψει κάμποσους που παλεύουν να ακούσουν τις νότες από το γιουκαλίλι ανάμεσα στις κουβέντες και τον ήχο των κυμάτων.

Πέφτουν διάφορες προτάσεις για αυτό ή εκείνο το τραγούδι, αρκεί βέβαια να το ξέρει ο Μεξικάνος και να μπορούμε να βρούμε τους στίχους για το Γερμανό ή όποιον άλλο ενδιαφέρεται να τραγουδήσει. Είμαι κρυωμένος και δεν ενδιαφέρομαι ιδιαίτερα, αλλά με τη βοήθεια της 3G τεχνολογίας βρίσκουμε ταμπλατούρες για γιουκαλίλι (και όμως...) και στίχους για ένα ευρύτατο μουσικό φάσμα, από ξεχασμένα σουξεδάκια των ‘80ς (οι μεταδιδάκτορες είμαστε και κάποιας ηλικίας) μέχρι ψαγμένα υποτίθεται ακούσματα, κι από διαχρονικούς Μπήτλς (με το αναπόφευκτο Let it be) μέχρι Στιγκ, όπου ο Γερμανός με απαράμιλλο οξφορδιανό αξάν τραγουδάει (αλλά πάντα μέσα από το 3G) το Englishman in New York, εξηγώντας στη συνέχεια ότι χρειάζεται οπωσδήποτε τους στίχους διότι περιέχουν πολλές περίεργες λέξεις. Ας πούμε, modesty, propriety can lead to notoriety. Έτσι δεν είναι, my dear?

Ομολογώ ότι δεν έχω στ’ αλήθεια ποτέ προσέξει τους στίχους επακριβώς, αλλά τώρα που τους βλέπω έχουν κάποιο ενδιαφέρον: It takes a man to suffer ignorance and smile – ομολογουμένως. Takes more than combat gear to make a man, takes more than a license for a gun. Πράγματι. Τώρα πρέπει να το εξηγήσουμε και σε πολλούς βέβαια που νομίζουν το αντίθετο, να τους πούμε ότι ο άντρας ο σωστός δεν είναι υποχρεωτικά αυτός που ζώνεται τα φυσεκλίκια αλλά αυτός που υπομένει την άγνοια (και ενίοτε τη βία) των άλλων, ειδικά σε κάτι δύσκολους καιρούς σαν τους δικούς μας.

Ο Μεξικάνος μου σπρώχνει το γιουκαλίλι στα χέρια αλλά του το δίνω πίσω αβλεπί, επικαλούμενος το κρύωμα και την κούρασή μου. Έχει πάει αργά, οι πιο πολλοί έχουν φύγει για ύπνο, η χαρακτηριστική πορτογαλική υγρασία έχει γεμίσει τον τόπο κι εγώ με τη σειρά μου καληνυχτίζω τους κατά συνθήκη συναδέλφους και βαδίζω αργά προς το δωμάτιο μουρμουρίζοντας κάτι σαν “I’m an alien, I’m a legal alien”.

Που εν προκειμένω alien μπορεί και να σημαίνει εξωγήινος, δεν το αποκλείω και τελείως.



Gentleness, sobriety are rare in this society, at night a candle's brighter than the sun που λέει και το τραγούδι. Για την ιστορία, η «γηραιά κυρία» στο κλιπάκι είναι ο Quentin Crisp, ο αληθινός Englishman in New York. Σοπράνο σαξόφωνο παίζει ο Branford Marsalis.

22/9/12

Το πέρασμα στη φυσιοκρατία (Otinanai)

karkinagri
photo "Karkinagri" by onirorama

Ζώντας στην Ικαρία: Μικρο-κείμενα, χωρίς αξιώσεις, σκόρπια, ασύνδετα και βιωματικά.

Φθινοπωρινή ανατροπή
Λιγοστεύουν οι άνθρωποι,
Μένει η φύση που μοιάζει
Να μεγαλώνει -καθώς
μεγαλώνουν οι νύχτες.

Οι λίγοι που μένουν
Δεν μας αποσπούν
τόσο την προσοχή.
Μόνο την αγάπη μας.

Και μιλάμε μαζί τους
για τον καιρό.
Για την υγεία.
Για τις ελιές.
Ή δεν μιλάμε καθόλου.
Παρά βλέπει ο ένας τον άλλο
-φυσιογνωμίες, φιγούρες-
και καταλαβαινόμαστε.

“Ό,τι κάνεις, είναι καλό.
Όμως, όλα πρόσκαιρα. Νοικάρηδες
ήμαστε σ' αυτόν τον κόσμο”.


Έτσι που λέτε, κάθε χρόνο
τέτοιο καιρό μπαίνει στα φόρα
το περίφημο ερώτημα
-Τι χρειάζεται για να μείνει
κανείς στην Ικαρία το χειμώνα;

Εγώ πάντα απαντώ
-Να αγαπάς τη φύση.
-Να ξυπνάς πρωί.
-Να λες καλημέρα.

Και άλλα, διάφορα τέτοια.

Αλλά καλύτερα να το κόψω εδώ
πριν αρχίσω να γράφω
...

otinanai


Σ.Σ. Πρώτη δημοσίευση 22/9/2012 στο ikariamag από όπου το τσίμπησα μάνι-μάνι. Αν δεν κάνω λάθος, τη στήλη otinanai (υπο)γράφει ο Άγγελος Καλοκαιρινός.

19/9/12

Αποχρώσεις του πορτοκαλί

Ο τροχός των ανθρωπίνων χρωμάτων, κατά τον Neil Harbisson.

Όταν το άκουσα μου φάνηκε εντελώς άνω ποταμών, αλλά ίσως και να τα βλέπω τα πράγματα πιο άσπρα από όσο είναι στην πραγματικότητα, δεν ξέρω σίγουρα. Το θέμα είναι ότι η Κ. πήγε να νοικιάσει ένα σπίτι μέσω ενός μεσιτικού γραφείου, το είδε, της άρεσε, τα μιλήσανε (τηλεφωνικώς), τα συμφωνήσανε, έδωσε προκαταβολή, πήγε να πάρει τα κλειδιά και ξαφνικά της είπανε ότι δεν της το δίνουνε. Ρώτησε για ποιο λόγο, και η απρόσμενη απάντηση ήταν «η κυρία ιδιοκτήτρια είπε ότι δε νοικιάζει σε νέγρους». Αφού συνήλθε από το αρχικό σοκ, η Κ. ζήτησε από το μεσίτη να της το δώσει και γραπτώς· όλως παραδόξως της το έδωσε ακριβώς με την ίδια διατύπωση. Δε νοικιάζουμε σε νέγρους. Τελεία.

Το ιλαροτραγικό της υπόθεσης είναι ότι η Κ. δεν εμπίπτει με κανέναν τρόπο στον ορισμό (οποιοδήποτε ορισμό) της λέξης· αν και η αλήθεια είναι ότι είναι σχετικά μελαχροινή, ίσως ένα κλικ παραπάνω από το μέσο «λευκό» Πορτογάλο, πιθανώς λόγω μιας απώτερης ινδικής καταγωγής της μητέρας της. Ωστόσο όχι τόσο μελαχροινή που να μην τη θεωρήσει κανείς τυπική Πορτογαλίδα, και μάλιστα ομολογουμένως συμπαθέστατη Πορτογαλίδα, λίγο ψηλότερη όντως από το μέσο όρο, λίγο πιο χαμογελαστή, και λίγο πιο ευχάριστη παρουσία εν γένει για μας τους ξενόφερτους, όχι τόσο για τα λουλουδάτα κοκκαλάκια που χρησιμοποιεί για να δένει τα μαλλιά της (μαύρα μαλλιά, οπωσδήποτε) όσο για την προσήνεια και την απροσποίητη καλωσύνη που δείχνει γύρω της, και για τα πολύ καλά αγγλικά της (επίσης πάνω από το μέσο όρο, ακόμα και για «επιστημονικά» περιβάλλοντα σαν το δικό μας).

Ψιλά γράμματα βέβαια για την κυρία ιδιοκτήτρια, σε βαθμό που η συνήθως μειλίχια Κ. έγινε αρκούντως έξαλλη ώστε να διασπείρει την είδηση παντού και να κάνει επίσημη καταγγελία. Δεν είμαι σίγουρος πού ακριβώς απευθύνθηκε, αλλά μας έλεγε ότι τους παραξένεψε κι αυτούς η ιστορία, καθώς έχουν συνηθίσει να δέχονται αντίστοιχες καταγγελίες από κάποιους όντως μαύρους και μερικούς Βραζιλιάνους, αλλά από ιθαγενή Πορτογάλο και μάλιστα αναλογικά κάτασπρο που να τον αποκαλούν «νέγρο» ήτανε λίγο περίεργο. Μετά από κάποιες μέρες που κάπως ηρέμησε (και αφού είχε πάρει πίσω την προκαταβολή και είχε βρει άλλο σπίτι στο μεταξύ), τη ρώτησα αν της έχει ξανασυμβεί κάτι ανάλογο, στην ίδια ή στη μητέρα της (που εικάζω ότι ίσως είναι και ένα ακόμα κλικ πιο μελαχροινή). Μου είπε ότι η ίδια δεν έχει ξανανιώσει έτσι ποτέ, αλλά αφότου το συζήτησε το θέμα με τη μαμά, της είπε εκείνη ότι της έχει ξανασυμβεί κάτι ανάλογο (όχι και γραπτώς όμως) άλλες δύο φορές. Άλλες δύο από το 1974 που εγκαταστάθηκε οριστικά στη χώρα. Μια χώρα που, να το πούμε απλά, βρίθει αληθινών μαύρων, και είναι εκ του φυσικού αρκούντως πολυφυλετική ώστε να μη μπορεί να πει κανείς ότι οι κάτοικοί της δεν έχουν εκτεθεί σε άλλα ανθρώπινα χρώματα πέρα από την άμωμη, άσπιλη λευκότητα.

Ύστερα θυμήθηκα εκείνη την ιστορία με εκείνον τον περίεργο τύπο που περνιέται για cyborg και είχε δώσει μια διάλεξη σε ένα άλλο ερευνητικό κέντρο της Λισσαβώνας. Ο τυπάκος έχει εκ γενετής ολική αχρωματοψία· κάποια στιγμή στη ζωή του φόρεσε μια συσκευή με μια ενσωματωμένη μικροκάμερα που τρέχει ένα λογισμικό το οποίο μετατρέπει τα χρώματα σε ήχους. Με αυτό τον τρόπο, αν και δεν βλέπει τα χρώματα, μπορεί να τα «ακούει», και αφού έχει πλέον εκπαιδεύσει τον εγκέφαλό του σχετικά, η συσκευή του έχει γίνει απαραίτητη τόσο που την αισθάνεται οργανικά τμήμα του εαυτού του (εξ' ου και "cyborg"). Πέρα από την παραξενιά του όμως, ο τύπος έχει τη δυνατότητα μεταξύ άλλων να «ακούει» και το χρώμα του δέρματος των ανθρώπων, και κάποτε που τον ρώτησαν κάτι για λευκούς και μαύρους, είπε:

- Δεν υπάρχουν λευκά δέρματα και δεν υπάρχουν μαύρα δέρματα. Τα ανθρώπινα δέρματα είναι από διαφορετικές αποχρώσεις του πορτοκαλί.

Κοιτάζω την Κ., με μια τεράστια μαργαρίτα στα μαλλιά, τη λεπτή της σιλουέτα να περιφέρεται ανάμεσα στους εργαστηριακούς πάγκους. Σκέφτομαι ότι στην πραγματικότητα η κυρία ιδιοκτήτρια πρέπει να είναι απείρως χαζή (αλλά πόσο πρέπει να αφήνουμε τη βλακεία και την άγνοια να πολλαπλασιάζονται και να προκαλούν κακό στον κόσμο;). Έπειτα κοιτάζω με ανανεωμένο ενδιαφέρον την πολυφυλετική επιστημονική κοινότητά μας, αυτόχθονες και μέτοικοι από τον πλανήτη όλο, χωρίς να παραλείψω και τις αφρικανικής καταγωγής καθαρίστριες και τις σερβιτόρες του κυλικείου.

Δεν ξέρω πώς ακριβώς «ακούγεται» ο καθένας ή η καθεμιά τους, αλλά για κάποιο περίεργο λόγο όλοι τους κάπως μου πορτοκαλοφέρνουν. Κι εγώ, εδώ που τα λέμε, κάπως πορτοκαλής αισθάνομαι τελευταία.

10/9/12

Οι βετεράνοι

82οι Πανικάριοι Αγώνες, screenshot από εδώ.

Λένε ότι τη δεύτερη φορά η ιστορία επαναλαμβάνεται ως κωμωδία, αλλά εδώ το αστειάκι είχε ξεκινήσει ήδη από την πρώτη. Ή τουλάχιστον αυτό θα πίστευε όποιος τους έβλεπε στην αφετηρία. Άλλος με βερμουδίτσα, άλλος με τζηνάκι, άλλος με σορτσάκι. Ένας πήγε να βγάλει το σορτσάκι και να μείνει με το μαγιώ, αλλά τον κράξανε οι υπόλοιποι και το ξανάβαλε. Το συζητάγανε κάμποση ώρα πριν, καθώς αγωνίζονταν στην κολύμβηση τα παιδιά τους, στους 81ους Πανικάριους Αγώνες. Πλάκα-πλάκα το πράγμα κάποια στιγμή σοβάρεψε, και παρά τις απώλειες της τελευταίας στιγμής (ένας που χώθηκε μια στιγμή στο πρακτορείο «να πάρει εφημερίδα» και δεν ξαναβγήκε παρά αφότου είχε διαβάσει όλες τις κυριακάτικες εκδόσεις μαζί με τα ένθετα, κι άλλος ένας που είπε «ναι, έρχομαι τώρα αμέσως» και έκτοτε αναζητείται από τον Ερυθρό Σταυρό) πέντε έφτασαν ως το βατήρα της αφετηρίας. Δηλαδή βατήρα ο Θεός να τον κάνει, το λιμανάκι του Ευδήλου δεν είναι ακριβώς κολυμβητήριο. Με κοιλίτσες και προγούλια μερικοί, με μαλλιά αραιά και κάπως γκρίζα κάποιοι, (ένας-δυο ήτανε ξανθοί βέβαια και μπερδευότανε το πράγμα), άλλοι πιο καλά διατηρημένοι, αλλά όλοι πατημένα σαράντα. Κάποια στιγμή ακούστηκε ένα «πλατς» και πέντε κορμιά έπεσαν στο νερό. Καμιά πενηνταριά μέτρα πιο πέρα, στην απέναντι προκυμαία, η ελλανόδικος επιτροπή περίμενε να τερματίσουν.

Οι τρεις έφτασαν σχεδόν μαζί – οι δυο ξανθοί δευτερότριτοι κι ο άλλος που ανακηρύχθηκε νικητής. Ανεπιβεβαίωτες φήμες που κυκλοφόρησαν αργότερα ισχυρίζοντο ότι δεν ήταν απολύτως σαφές ποιος τερμάτισε πρώτος, αλλά βάρυνε το ότι η ελλανόδικος επιτροπή ήταν κατά βάση η σύζυγος και η αδελφή του ανακηρυχθέντος. Πιο πίσω είχαμε ένα άλλο μεγάλο ντέρμπυ, καθώς ο πέμπτος δήλωνε ότι έφαγε μια υποβρύχια κλωτσιά στα μούτρα σε ανύποπτο χρόνο και αποπροσανατολίστηκε με αποτέλεσμα να τερματίσει τελευταίος. Ο τέταρτος ισχυριζόταν ότι δεν υπήρξε καμμία κλωτσιά. Απλώς κάποια στιγμή προσευχήθηκε στον καλό θεούλη να μην έρθει τελευταίος, οπότε η υποτιθέμενη κλωτσιά μάλλον ήταν θεϊκή παρέμβαση.

- Ρε εγώ έφαγα κλωτσιά, γκρίνιαζε ο πέμπτος.
- Μη βλασφημείς, τέκνον μου, τον αποστόμωνε ο τέταρτος δείχνοντας κατά τον ουρανό.

Βέβαια όλο και κάποιο θαύμα θα υπήρχε, καθότι αν και ισοϋψείς, ο τέταρτος ήταν είκοσι-τριάντα κιλά παχύτερος. Φιλική τιμή.

- Ρε μπας και του ‘χωσες καμιά μουλωχτή στ’ αλήθεια;
- Συκοφαντίες του κιτρίνου τύπου. Εγώ έχω μυϊκή μάζα, έχω αντοχή. Αυτός ρέταρε μετά τα είκοσι μέτρα και προσπαθεί να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα.


Μέχρι να τελεσιδικήσει το ζήτημα το βράδι στο πανηγύρι, είχε μεσολαβήσει και η απονομή στους νικητές (καθότι είχαν περισσέψει κάτι μετάλλια στους απογευματινούς αγώνες στίβου), από το Δήμαρχο Ικαρίας αυτοπροσώπως παρακαλώ. Κανονική απονομή, με βάθρο και ανακοίνωση των ονομάτων και χειροκροτήματα. Κατηγορία «βετεράνων», λέει. Όχι και εντελώς βετεράνων βέβαια, καθώς ο τερματίσας δεύτερος πρόλαβε κι έτρεξε και στα πέντε χιλιάδες μέτρα. Όχι τίποτα βετεράνων, τα κανονικά πέντε χιλιάδες μέτρα. Και πήρε και το ασημένιο μετάλλιο· όχι παίζουμε.

Κατόπιν εορτής βέβαια ήθελαν κι άλλοι να παίξουν.

- Ρε γαμώτο, να μην προλάβω να κατέβω...
- Ε, καλά, του χρόνου.
- Σιγά μην επαναληφθεί τέτοιο σκηνικό του χρόνου.


Αυτό το «του χρόνου» έφτασε κάποτε και ξαναμαζεύτηκαν στην Ικαρία το καλοκαίρι που μόλις πέρασε, συν γυναιξί και τέκνοις (όσοι είχανε). Μεταξύ ποικιλίας και ούζου έπεφτε και καμμιά παραίνεση «με φειδώ παιδιά, έχουμε και αγώνες». Τζίφος βέβαια, αφειδώς πήγαιναν κάτω τα ούζα. Με μια πιθανή εξαίρεση, καθώς ο περσινός δευτεραθλητής, φέτος έκανε υγιεινή ζωή. Οι άλλοι οδηγούσαν από και προς τις παραλίες, κουβαλώντας κουτσούβελα και ομπρέλες και ψάθες, ενώ αυτός πηγαινοερχόταν με ποδήλατο. Και στον ανήφορο. Όταν δεν ποδηλατούσε, έκανε τζόγκιγκ· τον πέτυχα ένα σούρουπο στον Κάμπο.

- Να σε πάω με τ’ αμάξι;
- Άσε μωρέ, πάω με τα πόδια.
- Μιλάμε, εσύ κάνεις φουλ προπόνηση για το χρυσό μετάλλιο, έτσι;
- Ποιο μετάλλιο, πλάκα κάνεις; Έτσι για τη φάση τρέχω.


Φάση στη φάση, οι μέρες περνούσαν και πλησίαζε η μεγάλη μέρα για τους 82ους Πανικάριους Αγώνες. Άρχισα να μαζεύω συμμετοχές: Ο περσινός πρώτος δήλωνε έτοιμος για όλα. Ο δεύτερος όπως είπαμε ποδηλατούσε ακατάπαυστα. Ο τρίτος δεν έκανε δηλώσεις, έκανε ψαροτούφεκο. Ο τέταρτος συνέχιζε τα ούζα δηλώνοντας άμετρη εμπιστοσύνη στα θαύματα του καλού θεούλη. Ο πέμπτος δήλωσε ότι αρνείται να πέσει αν είναι δίπλα στον τέταρτο. Ο «ρε-γαμώτο-να-μην-προλάβω» φέτος θα προλάβαινε. Ο «κρύφτηκα-στο-πρακτορείο», ξεμύτισε πίσω από μια εφημερίδα και δήλωσε έτοιμος να ξεπλύνει τη ντροπή. Ο «σε-λίγο-έρχομαι» ακόμα αγνοείται – φήμες λέγουν ότι πήρε τα βουνά και εθεάθη τελευταία φορά σε ένα καφενείο στην Αρέθουσα.

- Πάντως κι αυτός αδυνατισμένος είναι, σχολίασε ο περσινός πρώτος. Ίσαμε δέκα κιλά έχει χάσει. Λες να κάνει προετοιμασία κρυφά;
- Δεν έχει μυϊκή μάζα, επέμεινε ο τέταρτος τσιμπολογώντας κάτι καλαμαράκια. Άκου με εμένα που ξέρω από μάζα.
- Εγώ δεν τα βλέπω καλά τα πράγματα, είπε ο πρώην-κρυμμένος-και-άρτι-εμφανισθείς κατεβάζοντας την εφημερίδα του. Το πανηγύρι είναι Σάββατο βράδι φέτος, πώς θα πάμε στους αγώνες Κυριακή πρωί; Όλοι σουρωμένοι θα είμαστε.
- Έλα μωρέ, εδώ είμαστε σουρωμένοι τις καθημερινές, στις Κυριακές θα κολλήσουμε; είπε ένας άλλος, άρτι αφιχθείς από το Νεπάλ. Άντε εβίβα!

Σάββατο βράδι, εν μέσω πανηγύρεως, τους τσέκαρα έναν προς έναν. Έτρωγαν, έπιναν, χόρευαν μέχρι τις έξι το πρωί. Ξημέρωσε και χόρευαν ακόμα. «Αποκλείεται να γίνουν αγώνες», σκέφτηκα, «βετεράνων, τουλάχιστον», και πήγα ήσυχος για ύπνο.

Στις δώδεκα το μεσημέρι, χτύπησε το τηλέφωνο του περσινού πρώτου.

- Τι έγινε, πού είσαι; Αργείς; Οι άλλοι περιμένουν.
- Σε πέντε λεπτά είμαι εκεί
, είπε κι έφυγε τρέχοντας.

Ήταν επτά αυτή τη φορά. Ο περσινός τρίτος δεν συμμετείχε, ενώ ο περσινός πέμπτος παρέμεινε πιστός στη δήλωση ότι δεν πέφτει στην ίδια κούρσα με τον τέταρτο. Ήρθε όμως ο «ρε-γαμώτο-να-μην-προλάβω», ο «κρύφτηκα-στο-πρακτορείο», ο «άρτι-αφιχθείς-από-το-Νεπάλ» κι ένας από τις Ράχες που είναι άγνωστο αν είχε ειδοποιηθεί επιτούτου ή αν είδε φως και μπήκε, πάντως έσπασε το Ευδηλιώτικο καρτέλ. Και ο αγώνας είχε τις συγκινήσεις του, παρά το ότι ο προπονημένος ποδηλάτης τους άφησε όλους ένα σώμα πίσω και κέρδισε καθαρά. Πίσω του ο περσινός πρώτος τώρα έμεινε δεύτερος, ενώ ο «πέρσι-δεν-πρόλαβα» φέτος πρόλαβε να βγει τρίτος. Ακολούθησε ο «κρύφτηκα-στο-πρακτορείο» που μετά τον αγώνα μετονομάστηκε σε «ξέπλυνα-τη-ντροπή». Ο από-τις-Ράχες ήρθε πέμπτος, ενώ ο περσινός τέταρτος (με τη μυϊκή μάζα) τώρα ήρθε έκτος, πλην όμως (θαύμα! θαύμα!) πάλι δεν ήταν τελευταίος, θέση που κατέλαβε ο αφιχθείς-απ-το-Νεπάλ, ο οποίος μάλλον ξεμέθυσε άξαφνα λίγη ώρα αφότου έπεσε στο νερό, σταμάτησε να κολυμπάει κι άρχισε να αναρωτιέται τι διάολο γυρεύει μέσα στη θάλασσα και γιατί άραγε κολυμπάνε του σκοτωμού όλοι αυτοί οι σαρανταφευγάτοι τύποι. Σε πιάνει μια αυτογνωσία στο Νεπάλ, όσο να ‘ναι.

Όσο για τα φετινά μεθεόρτια, εγώ ήμουνα στο βαπόρι για Πειραιά και δεν είδα την απονομή και τους απογευματινούς αγώνες, αλλά οι πληροφορίες λένε ότι ο «έτσι-για-τη-φάση-τρεχω» έτρεξε και φέτος στο πεντάρι του στίβου και πήρε πάλι το ασημένιο μετάλλιο. Φημολογείται επίσης ότι στον ακοντισμό υπήρξε ειδική κατηγορία «βετεράνων και εφήβων» όπου αγωνίστηκαν πατεράδες και παιδιά αντάμα, με σημαντικότερη είδηση ότι ο κριτής του αγωνίσματος κατάφερε να επιβιώσει αρτιμελής, χωρίς να του βγάλουν οι αθλητές κάνα μάτι (παρότι προσπάθησαν φιλότιμα).

Αν όλα πάνε καλά και δεν έχουμε καμμιά φύρα (είμαστε και σε κρίσιμη ηλικία οι βετεράνοι, μην ξεχνιόμαστε...) του χρόνου οι συμμετοχές αναμένεται αυξηθούν κι άλλο· μη σας πω ότι θα έχουμε και προκριματικές σειρές στην κατηγορία 40+ (κι όποιος αντέξει...). Στα πλαίσια του ευ αγωνίζεσθαι φημολογείται ότι θα αναζητηθούν εν δυνάμει αθλητές που προς το παρόν βρίσκονται αποκλεισμένοι σε ορεινά καφενεία, καθώς και ότι θα γίνει ειδική πρόσκληση και σε βετεράνους αποσταβέντου, ώστε να συμβάλλουν όλοι να ξαναζήσει ο ικαριακός αθλητισμός τις ιστορικές στιγμές του παρελθόντος.

Πάντως οι φήμες ότι ο περσινός πρώτος (και νυν δεύτερος) αγόρασε ήδη ποδήλατο και ξεκινάει προετοιμασία για του χρόνου, ελέγχονται ως ανακριβείς.


(Δημοσιεύτηκε στο Ikariamag στις 5/9/2012. Μια ενδιαφέρουσα ιστορία για έναν παλιότερο αγώνα καταγράφει ο Νάσος Μπράτσος εδώ. Η φράση με τις συκοφαντίες του κιτρίνου τύπου είναι ατάκα του ηθοποιού Δημήτρη Νικολαΐδη στο ρόλο του ναυχου Γελεβουρδέζου στην παλιά ελληνική ταινία «Δεσποινίς Διευθυντής».)

6/9/12

Καὶ ἡ πατρὶς ἡμῶν εἶνε νῆσος

Το βιβλιαράκι το βρήκα το καλοκαίρι στο φωτογραφείο του Μαλαχία στις Ράχες:

[...] Νῆσος ὀνομάζεται μέρος τῆς ξηρᾶς μικρόν ἢ μέγα, τὸ ὁποῖον ἀπ’ ὅλα τὰ μέρη βρέχεται ὑπὸ τῆς θαλάσσης. Καὶ ἡ πατρὶς ἡμῶν εἶνε νῆσος καὶ ὀνομάζεται Ἰκαρία. [...]

Γεωργίου Σταμ. Λομβαρδά, Ικαρίου Σχολάρχου: Ικαρία, ήτοι γεωγραφική της νήσου περιγραφή προς χρήσιν των δημοτικών σχολείων της νήσου, εν Ερμουπόλει Σύρου, εκ του τυπολιθογραφείου Ν. Φρέρη, 1903.

Ανατύπωση: Βιβλιοπωλείο Διονυσίου Νότη Καραβία, Αθήνα, 2012


Σημείωσα μερικά επίκαιρα αποσπάσματα, 110 χρόνια μετά τη συγγραφή:

[...] Τὸ κλίμα τῆς Ἰκαρίας εἶνε εὔκρατον καὶ ὑγιεινὸν, τὸ ἔδαφος αὐτῆς πετρῶδες ἐκτὸς τοῦ Φάρου, Κάμπου κάτω μερῶν καὶ κάτω Ραχῶν ὅπου ὑπάρχει καλλιεργήσιμος πως γῆ. Οι Ἰκάριοι ὅμως κατώρθωσαν διά τῆς φιλοπονίας αὐτῶν νὰ μεταβάλωσι πολλὰ πετρώδη τῆς νήσου μέρη εἰς ἀμπελῶνας, ἂν καὶ ἔχωσι πολέμιον ἰσχυρὸν τὴν κτηνοτροφίαν. [...]

[...] Ἡ γεωργία ἐν Ἰκαρίᾳ δὲν ἔχει γενικευθῇ ἀρκούντως, ἡ κτηνοτροφία εὑρίσκεται εἰς τὰ σπάργανα, διότι οἱ κτηνοτρόφοι τῆς Ἰκαρίας οὐχὶ ὅλοι ἔχοντες ἐντελῶς ἐλεύθερα τὰ ζῶα αὐτῶν οὐδὲν ὠφελοῦνται ἀφ’ οὗ καὶ οὗτοι ἀγοράζουσι τυρὸν καὶ ἄλλα προϊόντα τῆς κτηνοτροφίας [...]

Και αλλού:

[...] Δύναται τὸ τμῆμα Περαμερίας ἑνούμενον ὡς τὰ ἄλλα δύο τμήματα καὶ τακτοποιοῦν τοὺς πόρους αὐτοῦ νὰ συστηματοποιήσῃ σχολεῖα τελειότερα ἢ τὰ ἄλλα τμήματα, δυστυχῶς ὅμως οἱ προὔχοντες ἀποφεύγουσι σκοπίμως τὴν ἕνωσιν καὶ τοῦτο ἵνα ἕκαστος εἰς τὴν ἐνορίαν του πράττῃ ὅ,τι βούλεται καὶ θέλει. [...]


Σ.Σ. Έχει κι άλλα τέτοια επίκαιρα, αλλά μου έφαγε ώρες να περάσω σωστά όλες τις δασείες και τις βαρείες και τις υπογεγραμμένες οπότε φτάνει ως εδώ προσώρας. Για την ιστορία, το τμήμα Περαμερίας στο κείμενο είναι όλη η περιοχή από την Περαμεριά και δυτικότερα (και Ράχες και Πάπας). Όχι ότι έχει σημασία βέβαια, έκαστος εις την ενορίαν του είμαστε όλοι...