ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο - Γιάννενα


8/5/10

Κοιτάζοντας πίσω

...μα πριν φανεί μέσα απ' το πέλαγο πανί
θα γίνω κύμα και φωτιά
να σ' αγκαλιάσω, ξενητειά
Κι εσύ χαμένη μου πατρίδα μακρινή
θα μείνεις χάδι και πληγή
σαν ξημερώσει σ' άλλη γη...


H Έλενα Μουδίρη-Χασιώτου και η Κατερίνα Σισσίνι τραγουδούν το κομμάτι του Μ.Χατζιδάκι (σε στίχους Νίκου Γκάτσου) στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου κατά τη διάρκεια εκπαιδευτικής εκδρομής του Τμήματος Θεάτρου της Σχολής Καλών Τεχνών του ΑΠΘ (http://www.youtube.com/watch?v=Q269XQuhnnI) Σ.Σ. Κάπως νωρίς με έπιασαν τα συναισθηματικά, ε; Τέλος πάντων, μια χαρά το λένε τα κορίτσια...

6/5/10

Στη ρωγμή του χρόνου (Ν. Ξυδάκης - Μ. Ρασούλης)



Εδώ
στη ρωγμή του χρόνου
κρύβομαι για να γλυτώσω,
απ' του Ηρώδη το μαχαίρι.
Μισολιωμένος
στη Χιροσίμα σου
κάτι προγόνων ξύδι και χολή
σ' αυτήν την άδεια πόλη

Εδώ
στη ρωγμή του χρόνου
θάβομαι για να μεστώσω
μες του Διογένη το πιθάρι.
Στον όγδοο μήνα της
είν' η ελπίδα μου
σχεδόν το βρέφος γύρω περπατά
καθώς εσύ κουρνιάζεις

Εδώ
στη γιορτή του πόνου
ντύνομαι να μην κρυώνω
του Ουλιάνωφ το μειδίαμα.
Σαντάλια του Χριστού
φορώ στα πόδια μου
πραίτορες, βράχοι, πάνω μου σωρό
μα 'γω θα αναστηθώ



Μουσική: Νίκος Ξυδάκης, Στίχοι: Μανώλης Ρασούλης.
Τραγουδάει ο Νίκος Παπάζογλου, από το δίσκο του "Μέσω νεφών" (1986)


Σ.Σ. Στη γιορτή του πόνου...

5/5/10

Μανή, Θεκέλ, Φάρες

Φωτό (c) Associated Press, την εντόπισα στο www.in.gr με τη λεζάντα "Νεαρή διαδηλώτρια προσφέρει βοήθεια σε πεσμένο αστυνομικό". Αθήνα, 5/5/2010.

Κανονικά θα έπρεπε να μιλάω για τη βόλτα στους δρόμους του Άμστερνταμ, τις εικόνες που αποθησαύρισα, τον όποιο ενθουσιασμό του καινούργιου. Θα έπρεπε να λέω για το σπίτι "μου" που απέκτησα σήμερα κανονικά και με το νόμο, μετά από έντεκα μήνες και και πέντε μέρες περιπλάνησης. Θα έπρεπε να εκφράσω την ανησυχία μου για το αν το βηχαλάκι μου οφείλεται στην ύπαρξη μιας γάτας προ επταετίας σε αυτό το ίδιο σπίτι. Να πω για τα κανάλια, για τον κρυπτόμενο ήλιο, τη μυρωδιά έξω από τα coffee-shops, τα ποδήλατα, τα ποδήλατα και τα ποδήλατα. Κανονικά.

Αλλά δεν είναι κανονικά τα πράγματα, ακόμα και από απόσταση δυο χιλιάδων χιλιομέτρων σχεδόν. Δεν είναι κανονικά τα πράγματα, γιατί μετρηθήκαμε και βρεθήκαμε τρεις λιγότεροι. Ακόμα χειρότερα, μετρηθήκαμε, ζυγιστήκαμε και βρεθήκαμε λειψοί, κατώτεροι των περιστάσεων, λίγοι. Από εδώ που βρίσκομαι δεν έχω πλήρη και σαφή εικόνα των πραγμάτων στην Ελλάδα, αλλά φοβάμαι πως είναι μια από κείνες τις φορές που η "μεγάλη" ιστορία παραμερίζει τις μικρές ιστοριούλες μας που βουλιάζουν στην ασημαντότητα. Περιδιαβαίνω τις ιστοσελίδες και τα ιστολόγια, ρίχνω ματιές στο facebook και μιλάω με κόσμο στην Ελλάδα, αλλά πιο πολύ βλέπω (με μια κάποια απελπισία, καιρό τώρα) το θρίαμβο της βλακείας, το αναμάσημα των βεβαιοτήτων και των στερεοτύπων ("όλοι αυτοί που..."), την ολοσχερή οπισθοχώρηση της κριτικής σκέψης, της ανάλυσης, ενίοτε ακόμα και της ανθρώπινης ευαισθησίας ή της απλής ικανότητας να ακούς.

Σαν συντελεστεί η καταστροφή, δεν είναι πολλά πια να πεις. Κοιτάζω τους διαλόγους στη Βουλή με απορία και θλίψη - αν και είμαι εξοικειωμένος με την ειδική γλώσσα της πολιτικής και εθισμένος να διαβάζω "μέσα από τις γραμμές", εδώ σηκώνω τα χέρια. Είτε οι ικανότητές μου με εγκατέλειψαν απότομα και δεν καταλαβαίνω τίποτα, είτε η όλη συζήτηση στερείται παντελώς νοήματος. Μπορεί να φταίει η αποσπασματική εικόνα που έχω λόγω της απόστασης, αλλά από την άλλη δε νομίζω ότι θα γινόμουν και πολύ σοφότερος από τα παράθυρα των καναλιών. Των καναλιών της τηλεόρασης, εννοώ.

Γιατί το κανάλι έξω από το παράθυρό μου συνεχίζει να ρέει αδιόρατα. Κοιτάζω την κοιμισμένη πόλη - περασμένες έντεκα, άρα ήδη πολύ αργά για τα τοπικά ήθη. Σκέφτομαι τη μακρινή Αθήνα που βράζει, τους φίλους και τους ανθρώπους που αγαπώ, εκείνους με τους οποίους αισθάνομαι αλληλέγγυος, τους επαναστατημένους της συγκυρίας. Σκέφτομαι την αήττητη ηλιθιότητα των μπαχαλάκηδων μουτζαχεντίν της "εξέγερσης": σήμερα τρεις, αύριο χίλιοι δεκατρείς (οι νεκροί). Σκέφτομαι την τραγική ανεπάρκεια του πολιτικού προσωπικού, ακόμη και αυτών με τους οποίους κατά κανόνα συμπορεύομαι. Σκέφτομαι την έρημη χώρα μου, στο δοκιμαστικό σωλήνα των κατ' ευφημισμόν "κερδοσκόπων" και του ΔΝΤ για τεστ αντοχής, παιχνιδάκι των "αγορών" και του καπιταλισμού (τζιζ! μη λες κακές λέξεις!). Σκέφτομαι πώς δεν έφερα μαζί μου κάποιο αντίγραφο της Παλαιάς Διαθήκης και πως πρέπει να στηριχτώ στη μνήμη μου για να θυμηθώ την ιστορία από το βιβλίο του προφήτη Δανιήλ με το χέρι που έγραφε στον τοίχο τη φράση του τίτλου (εμετρήθης, εζυγίσθης και ευρέθης ελλιπής) και όριζε την τιμωρία του "λειψού" άρχοντα. Και μετά θυμάμαι από το ίδιο βιβλίο την ιστορία των τριών παίδων εν καμίνω.

Μα στο καμίνι του σήμερα, ποιος άγγελος θα βρεθεί να μας δροσίσει;


ΥΓ. Ο τίτλος της ανάρτησης προέρχεται από μια ιστορία που ανεφέρεται στο 5ο κεφάλαιο του βιβλίου του Δανιήλ (δείτε το εδώ στη μετάφραση των Ο'). Στο ίδιο βιβλίο, στο 3ο κεφάλαιο, περιγράφεται η ιστορία των τριών παίδων, με κάποιες παραλλαγές στους Ο' σε σχέση με το εβραϊκό κείμενο που διασώζεται.

30/4/10

Αμστελόδαμον - Λέυδεν μετ' επιστροφής

Τυπική ολλανδική θέα: παράθυρα χωρίς παντζούρια, ποδήλατα, βροχερή ανοιξιάτικη μέρα. Οι τουλίπες και οι ανεμόμυλοι είναι στην ύπαιθρο, όχι στις πόλεις. Το γκούντα είναι στο ψυγείο.

Αν και δύο ημερών μετανάστης ήδη, ιδιαίτερη πρεμούρα να εμβαθύνω στην έννοια της ολλανδικότητας δεν έχω επιδείξει ακόμα. Κάτι που με φιλοξενεί προσωρινά ένα ελληνικότατο ζεύγος φίλων, κάτι που στο Λέιντεν το εργαστήριο που θα δουλεύω διοικείται από Άγγλους, Γάλλους, Πορτογάλους (εντάξει, χωρίς τους Γάλλους), κάτι που όλοι μιλάνε αγγλικά και συνεννοούμαστε μια χαρά, ιδιαίτερες ολλανδικές παραστάσεις δεν έχω ακόμα. Στην τηλεόραση είδα το Ίντερ-Μπαρτσελόνα προχτές και το ντιμπέιτ των υποψηφίων πρωθυπουργών της Αγγλίας χτες. Λίγα πράγματα.

Μπήκα στο τραίνο, στο τραμ, περπάτησα με ένα χάρτη του Άμστερνταμ ανά χείρας, μπέρδεψα ένα κανάλι με ένα ποτάμι για λίγο, αλλά βρήκα το σωστό σταθμό. Έφτασα στο Λέιντεν μεσημέρι και διαπίστωσα ότι απαξάπαντες ετοιμαζόντουσαν να φύγουν για διακοπές. Τα σχολεία κλείνουν για δύο εβδομάδες το Μάιο και οι περισσότεροι γονείς παίρνουν άδεια τότε για να είναι μαζί με τα παιδιά τους. Η σημερινή Παρασκευή είναι αργία, λόγω των γενεθλίων της βασιλομήτορος: κανονικά θα ήταν της βασίλισσας, αλλά η φουκαριάρα η Μπεατρίξ γεννήθηκε Γενάρη που έχει ψοφόκρυο, οπότε οι υπήκοοι συνέχισαν να τιμούν τη μαμά της που γεννήθηκε 30 Απριλίου και είναι ό,τι πρέπει ως ημερομηνία για να γίνεις φέσι στους δρόμους. Είθισται να τα τσούζουνε από την παραμονή το βράδι, ενώ ανήμερα παραδοσιακά μπορούν "τα πάντα" να πουληθούν και να αγοραστούν. Δεν είμαι βέβαιος ακόμα τι σημαίνει αυτό, φαντάζομαι θα το μάθω σε λίγες ώρες. Την Τετάρτη επίσης είναι αργία, η λήξη του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου (στην Ευρώπη, τουλάχιστον).

Σκέφτομαι με τόσες αργίες μαζεμένες τι θα έλεγαν για μας τα ευρωπαϊκά ΜΜΕ άμα τις είχαμε στην Ελλάδα. Φαντάζομαι έχουμε αρκετά κακή φήμη αυτή την εποχή ως λαός - από τη γραμματεία του πανεπιστημίου ως το εγγλέζικο ντιμπέιτ πρόσεξα ότι είμαστε το κατεξοχήν αντιπαράδειγμα. Η υπεύθυνη "ανθρώπινου δυναμικού" μου έκλεισε ραντεβού να συζητήσουμε στις 17 Μαΐου, τρεις το μεσημέρι "ακριβώς", όπως τόνισε. "Θα τα πούμε όλα αργά αργά, όπως κάνετε στην Ελλάδα". Μετά μου εξήγησε ότι έπρεπε να φύγει, λόγω της επικείμενης αργίας και με προέτρεψε να βγω να διασκεδάσω με τα πλήθη. Της εξήγησα ότι δεν υπάρχει ιδιαίτερος λόγος, διότι "εμείς στην Ελλάδα" δεν περιμένουμε τα γενέθλια της βασιλομήτορος, αλλά διασκεδάζουμε άνετα και τις υπόλοιπες 364 μέρες του χρόνου. Χαμογελάσαμε όσο πιο παγωμένα γινόταν ο ένας στον άλλο.

Στο εργαστήριο, η Πορτογαλίδα εργοδότις μου εξέφρασε την αγανάκτησή της για τα οικονομικά τεκταινόμενα σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης: "Μα ήξερες ότι μας λένε P.I.G.S; Δεν είναι απίστευτα υποτιμητικό;" Το ήξερα, δε μου φαίνεται και τόσο χάλια. Θυμάμαι τα τρία γουρουνάκια και τον κακό το λύκο, την ιστορία που κυκλοφορεί ότι ο οργασμός της γουρούνας κρατάει μισή ώρα περίπου, την έκφραση "γουρούνι στο σακί". Η μικροκαμωμένη εργοδότις δεν παραπέμπει σε γουρουνίτσα, εγώ πάλι, χμμμμ... Αλλά η άθλια σούπα στο κυλικείο με προδιαθέτει ότι μάλλον θα χάσω βάρος εδώ που ήρθα, χώρια που πρέπει να αρχίσω να ψάχνω εκτός από σπίτι και για κανένα ποδήλατο που να με σηκώνει.

Κατά τα λοιπά, κοιμάμαι νωρίς, ξυπνάω νωρίς (κατά τις συνήθειες του τόπου) και ταλαιπωρούμαι από ένα ελληνικότατο κρυολόγημα, το οποίο ανενδοίαστα μετέδωσα μάλλον και στους φιλόξενους οικοδεσπότες μου. Αδειάζω πακέτα χαρτομάντηλα και προσπαθώ να διηγηθώ στον πεντάχρονο γιο τους (η κόρη είναι πολύ μικρή ακόμα) την ιστορία με τα τρία γουρουνάκια, αλλά κάπου μπερδεύονται τα σπρεντ και το πράγμα μένει ανολοκλήρωτο. Αλλά δε βαριέσαι, έχουμε λίγο καιρό ακόμα να περάσουμε εδώ που ήρθαμε.


Σ.Σ.: P.I.G.S.: Portugal, Ireland, Greece, Spain - το μάλλον υποτιμητικό ακρωνύμιο για τις φτωχές χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας, αν μάλιστα αντί Ιρλανδίας μπει η Ιταλία, είναι ακριβώς ο "Νότος" της ευρωζώνης.

24/4/10

Αποχαιρετισμός, μεσοπέλαγα...


"Μεσοπέλαγα αρμενίζω" ή αλλιώς "Αποχαιρετισμός" του Κώστα Μουντάκη, κάποτε αταίριαστο και τώρα κάπως παράξενα προσωπικό. Έχει ο καιρός γυρίσματα.

Ήρθα Γενάρη, τρεις προς τέσσερις του μήνα, πριν τρία χρόνια. Τώρα είναι Απρίλης, αλλά έχω λείψει αρκετούς μήνες τον τελευταίο καιρό, πότε ψάχνοντας για δουλειά, πότε ελαφρώς κυνηγημένος από διάφορα που συνέβαιναν, μέσα στο κεφάλι μου κυρίως. Κόψε κάτι λοιπόν και πες συνολικά τρία χρόνια, στρογγυλά. Έζησα σχεδόν διόμισι χρόνια σε ένα σπίτι - το "σπίτι μου" - και άλλους δεκάμιση μήνες εδώ κι εκεί, πλάνητας, σε νοικιασμένα εξοχικά, δωμάτια ξενοδοχείων, φιλόξενους φίλους και φίλες. Σύνολο οχτώ διαφορετικά σημεία διαμονής. Όχι κι άσχημα.

Τις προάλλες ήρθε η μεταφορική και πήρε τα έπιπλα και τα βιβλία μου. Τα βιβλία πήγανε στην Αθήνα, τα έπιπλα ως επί το πλείστον στην Ικαρία. Θα κρατήσω στην Αθήνα το γραφείο και μια βιβλιοθηκούλα, για μαγιά, ώστε όταν τα ξαναχρειαστώ να βρίσκονται εύκαιρα. Στην Ικαρία τα παλιά μου έπιπλα θα κάνουν τις διακοπές τους, αποστρατεύοντας κάτι ξεχαρβαλωμένους καναπέδες και τραπεζάκια που φυλάνε οι γονείς μου από τις αρχές της δεκαετίας του εξήντα. Αν βρεθώ ξανά στην Αθήνα και χρειαστεί να ξαναστήσω νοικοκυριό εκεί, θα πάρω άλλα. Αλλά για την ώρα δεν προβλέπεται.

Μεταναστεύω. Δεν χρειάστηκε να περιμένω το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο να μου πει τι να πράξω - η κατάσταση ήταν αδιέξοδη από μερικές απόψεις, και η φυγή προς τα εμπρός αναπόδραστη. Έτσι κι αλλιώς το πάλευα χρόνια, και μέσα από μια διαδρομή που υπήρξε ενίοτε τεθλασμένη, βρέθηκα με το υπογεγραμμένο συμβόλαιο, το κάπως άδηλο μέλλον (αλλά συνηθισμένα τα βουνά στα χιόνια) και το εισιτήριο για Άμστερνταμ στο χέρι. Χωρίς επιστροφή, για την ώρα. Θα φυτέψω τη ρεβιθιά μου ανάμεσα στις τουλίπες και τους ανεμόμυλους, θα μάθω ποδήλατο (αλλά μάλλον όχι ολλανδικά), θα γίνω το διαπρεπές μέλος μιας (φανταστικής, μάλλον) επιστημονικής κοινότητας "του εξωτερικού". Ίσως.

Είναι λίγο παράξενο, αλλά αν και ποτέ δεν αισθάνθηκα "σπίτι μου" στην Κρήτη (πράγμα εντελώς φυσιολογικό αν σκεφτεί κανείς ότι είμαι άνθρωπος που έχει και σπίτι και πατρίδα και ισχυρές πολιτισμικές αναφορές), φεύγοντας αισθάνομαι ένα είδος συγκίνησης αρκετά διαφορετικό από αυτό που με διακατείχε όταν άφηνα την Αθήνα πριν λίγα χρόνια. Και στις δύο περιπτώσεις "γύριζα σελίδα", ίσως με κάποια καθυστέρηση σε σχέση με τον πιο πρόσφορο χρόνο, αλλά πάντως καλά έκανα. Αυτή τη φορά όμως υπάρχει ένα μούδιασμα λίγο διαφορετικό. Ξέρω ότι κάνω το σωστό, ξέρω ότι μάλλον δε γίνεται αλλιώς, αλλά κάτι δε μου πάει.

Καθώς το πλοίο απομακρύνεται και τα φώτα του Ηρακλείου αργοσβήνουν στο νότο, σκέφτομαι ότι τουλάχιστον γλυτώνω από τη γύρη της ελιάς που μου προκαλεί ισχυρή αλλεργία. Γλυτώνω κι από μερικά άλλα πράγματα ελάσσονος σημασίας (την παροιμιώδους επιθετικότητας κρητική οδήγηση, έναν αξιοθρήνητο τοπικισμό της κακιάς ώρας, μια αισθητική αντίληψη μεγαλοπρεπούς ασημαντότητας) αλλά παράλληλα στερούμαι άλλα, ίσως σημαντικότερα. Και δεν εννοώ τα φαράγγια, τις παραλίες, τη ντοπιολαλιά, την κουζίνα, τη ρακή, τις μαντινάδες - όλα τους σημαντικά, αλλά κανένα τους μοναδικό στον κόσμο αυτό. Εννοώ την αγάπη των φίλων που έκανα εδώ και που είχα την ευκαιρία να διαπιστώσω την ύπαρξή της περισσότερο τώρα που έφευγα παρά τα τρία προηγούμενα χρόνια που ήμουν καθημερινά ανάμεσά τους.

Αλλά είναι ακόμα νωρίς για απολογισμούς και αποτιμήσεις της κρητικής εμπειρίας. Τον τελευταίο χρόνο η ζωή μου άλλαξε απότομα, και συνεχίζει να αλλάζει - δεν ξέρω πόσο θα χρειαστεί ακόμα για να κατασταλάξει κάπου. Σκέφτομαι πάντως πόσο παράξενο θα μου φαινόταν λίγο μόλις καιρό πριν, ότι θα άκουγα το "Μεσοπέλαγα αρμενίζω" του Μουντάκη όχι πια με τη φιλοπαίγμονα διάθεση που είχα όταν το πρωτοάκουσα από τον Πάριο πριν χρόνια, αλλά σα να με αφορά προσωπικά, κι ας μην είμαι Κρητικός, κι ας μη με περιμένει καμμιά αγαπημένη πίσω, μάλλον. Κι ακόμα κι αν δεν κοιτώ με παράπονο την κορφή του Ψηλορείτη, αναρωτιέμαι πόσο καλύτερα είναι να σε περιμένει μια γυναίκα (ή έστω ένας σκύλος) κάπου σε κάποιο μέρος που ορίζεις ως "δικό σου" κι έχει τη μυρωδιά σου, την αφή των χεριών σου, τις μνήμες σου.

Την παραμονή της αναχώρησης είδα ότι οι μουριές στον Αη-Γιάννη έβγαζαν κανούργια φύλλα. Και τώρα μένει να μάθω αν ανθίζουν οι τουλίπες, ή αν αργεί ακόμα η άνοιξη στο βορρά. Το πλοίο ταξιδεύει αργά μέσα στη νύχτα, κι εγώ "έχω την αγάπη πρύμα" κι άλμπουρο ένας Θεός ξέρει τι.

Αλλά ο κόσμος είναι μεγάλος, και το ταξίδι έχει πολύ δρόμο ακόμα.

16/4/10

Καινούργια ζάλη (Τρύπες)



Ο χρόνος είναι ο χειρότερος γιατρός
σε καίει, σε σκορπάει και σε παγώνει
μα εσύ σε λίγο δε θα βρίσκεσαι εδώ
Κάποιοι άλλοι θα παλεύουν με τη σκόνη

Θέλεις ξανά ν' αποτελειώσεις μοναχός
ένα ταξίδι που ποτέ δεν τελειώνει
κάτω από τα ρούχα σου ξυπνάει ο πιο παλιός θεός
Μεσ' τις βαλίτσες σου στριμώχνονται όλοι οι δρόμοι

Ποιοι χάρτες σου ζεστάνανε ξανά το μυαλό
ποιες θάλασσες στεγνώνουν στο μικρό σου κεφάλι
ποιος άνεμος σε παίρνει πιο μακριά από δω
πες μου ποιο φόβο αγάπησες πάλι

Σε ποιο όνειρο σε ξύπνησαν βρεμένο, λειψό
ποιοι δαίμονες ποτίζουν την καινούργια σου ζάλη
ποιος έρωτας σε σπρώχνει πιο μακριά από δω
πες μου ποιο φόβο αγάπησες πάλι

Το όνειρο που σ' έφερε μια μέρα ως εδώ
σήμερα καίγεται, σκουριάζει και σε διώχνει
μια σε κρατάει στη γη, μια σε ξερνάει στον ουρανό
το ίδιο όνειρο σε τρώει και σε γλιτώνει

Θέλεις ξανά ν' αποτελειώσεις μοναχός
ένα ταξίδι που ποτέ δεν τελειώνει
κάτω απ' τα ρούχα σου ξυπνάει ο πιο παλιός θεός
μεσ' τις βαλίτσες σου στριμώχνονται όλοι οι δρόμοι

Ποια νήματα σ' ενώνουν με μιαν άλλη θηλειά
ποια κύματα σε διώχνουν απ' αυτό το λιμάνι
ποια μοίρα σε φωνάζει από την άλλη μεριά
πες μου ποιο φόβο αγάπησες πάλι

Ποια σύννεφα σκεπάσαν τη στεγνή σου καρδιά
ποια αστέρια τραγουδάνε την καινούργια σου ζάλη
ποιο ψέμα σε κρατάει στην αλήθεια κοντά
πες μου ποιο φόβο αγάπησες πάλι

Ποιες λέξεις μέσα σου σαπίζουν και δε θέλουν να βγουν
ποια ελπίδα σ' οδηγεί στην πιο γλυκιά αυταπάτη
ποια θλίψη σε κλωτσάει πιο μακριά από παντού
πες μου ποιο φόβο αγάπησες πάλι

Ποιοι χάρτες σου ζεστάνανε ξανά το μυαλό
ποιες θάλασσες στεγνώνουν στο μικρό σου κεφάλι
ποιος άνεμος σε παίρνει πιο μακριά από δω
πες μου ποιο φόβο αγάπησες πάλι

Σε ποιο όνειρο σε ξύπνησαν βρεμένο, λειψό
ποιοι δαίμονες ποτίζουν την καινούργια σου ζάλη
ποιος έρωτας σε σπρώχνει πιο μακριά από δω
πες μου ποιο φόβο αγάπησες πάλι

Ποιες λέξεις μέσα σου σαπίζουν και δε θέλουν να βγουν
ποια ελπίδα σ' οδηγεί στην πιο γλυκιά αυταπάτη
ποια θλίψη σε κλωτσάει πιο μακριά από παντού
πες μου ποιος φόβος σε νίκησε πάλι



Μουσική: Τρύπες, Στίχοι: Γιάννης Αγγελάκας, από το δίσκο "Ένα κεφάλι γεμάτο χρυσάφι", 1996.


Σ.Σ. Ποια κύματα σε διώχνουν απ' αυτό το λιμάνι;

13/4/10

Δεν ήξερε κανείς...

Δεν ήξερε κανείς τους ποιος ήταν ο Γιάννης ο Σαλάς.
Μανόλης Αναγνωστάκης - ΥΓ

Φωτογραφία του Γιάννη Σαλά από το αρχείο του Χρήστου Μαλαχία, την οποία λεηλάτησα από το σύνδεσμο που άφησε ο Άγγελος στην προηγούμενη ανάρτηση.

Εγώ τον ήξερα. Δεν κάνω πλάκα - φυσικά όταν γεννήθηκα ο άνθρωπος ήταν είκοσι χρόνια πεθαμένος (σκοτωμένος μάλλον) αλλά υπάρχουν διάφορες διαδρομές από τις οποίες θα μπορούσε να ξέρει κάποιος, ακόμα και κάποιος της γενιάς μου ή νεώτερος.

Θα μπορούσα να το ξέρω από τα κείμενα του Σοφιανού Χρυσοστομίδη στην Αυγή, ο οποίος ως Αιγυπτιώτης αναφέρεται αρκετά συχνά στον Τσίρκα, το "Ανθρωπάκι" και τους άλλους ήρωες της τριλογίας, όπως στο κείμενο που μνημόνευσα στην προηγούμενη ανάρτηση. Σε αυτό αναφέρεται ότι «[...] Ο Γιάννης έφερε τον βαθμό του υποδεκανέα, αλλά ήξεραν (για να θυμηθούμε τον Φάνη του Στρατή Τσίρκα...) ότι ήταν "ο πραγματικός ταξίαρχος". Ο Σαλάς θα εμπιστευθεί στην Αυγή Κασιγόνη και στη δική μας Στέλλα Κρητικού τη δακτυλογράφηση του "Αντιφασίστα" που ήταν το (παράνομο) εκφραστικό όργανο της Αντιφασιστικής Στρατιωτικής Οργάνωσης (ΑΣΟ). Πόση ουσιαστική απόσταση να μας χωρίζει, άραγε, από εκείνη τη μαύρη καταπακτή του εμφυλίου πολέμου; Και πόση ψυχική αντοχή πρέπει να διαθέτει κανείς, ακόμα και σήμερα, όταν διαβάζει κείμενα που αναφέρονται στο τέλος του Γιάννη Σαλά; "...Τον έστησαν, μαζί με τον γιατρό Σαράντο Καρούτσο, στην τοποθεσία Κόκκινα Χώματα, στη Σάμο, και τους εκτέλεσαν χωρίς ανούσιες διαδικασίες, δηλαδή χωρίς δίκη [...]".»

Θα μπορούσα να το ξέρω από το στίχο του Αναγνωστάκη, που μου είναι οικείος όπως όλο το "ΥΓ" και η ποίηση του Αναγνωστάκη γενικότερα. Μάλιστα εντόπισα πρόσφατα στο διαδίκτυο κάποια "Αυτοσχόλια" του ποιητή σε τέσσερα ποιήματα, ένα από τα οποία αφορά το συγκεκριμένο στίχο και προέρχεται από μια συνέντευξη του Μανόλη Αναγνωστάκη στο Μισέλ Φάις (δείτε εδώ). Ο Αναγνωστάκης φωτίζει αντίστοιχα την ιστορία:

«O κόσμος δεν ξέρει ποιος ήταν πραγματικά ο Γιάννης ο Σαλάς. Θλίβομαι γιατί οι νεότεροι τον αγνοούν. Kι άλλοτε το έχω αναφέρει σε κάποια συνέντευξή μου. O Σαλάς είναι ο ήρωας της Mέσης Aνατολής, ο ιδρυτής της AΣO, της Aντιφασιστικής Στρατιωτικής Oργάνωσης, είναι ο Φάνης στις Aκυβέρνητες πολιτείες του Tσίρκα. Oταν διάβασα το βιβλίο, πετάχτηκα πάνω! Tηλεφώνησα στον Tσίρκα και του το λέω. Nαι, μου απαντάει, αλλά τα πρόσωπα του βιβλίου δεν είναι εντελώς ίδια με τα πραγματικά.

Tον Σαλά δεν έτυχε να τον γνωρίσω. Oργάνωσε το αντάρτικο στη Σάμο. Kράτησε βέβαια λίγο καιρό, αλλά, φαντάσου, αντάρτικο στη Σάμο! Mετά τον σκότωσαν και τον έσερναν πίσω από τις ρόδες ενός αυτοκινήτου στους δρόμους της πόλης.

Eγώ έμαθα για τον Σαλά ένα χρόνο μετά, το 1949, από κάτι Iκαριώτες εξορίστους που τους είχαν συλλάβει και τους έφεραν στη φυλακή (σ.σ. Eπταπύργιο). Eλεγαν ένα τραγούδι για τον Σαλά. Eίδα ότι μετά από λίγο είχε γίνει σαν δημοτικό τραγούδι. Hταν πολύ συγκινητικό.

Aυτό το περιστατικό είναι τελείως προσωπικό. Δεν το ξέρει κανείς.»


Θα μπορούσα να το ξέρω από το φυλλάδιο που κυκλοφορεί ακόμα στην Ικαρία για το Σαλά, και μάλλον είναι το ίδιο με αυτό που αναφέρεται στο παραπάνω άρθρο σε μια Yποσημείωση:

«Yποσημείωση: O Xρήστος Mαυρογιώργης, βετεράνος αγωνιστής της Aντίστασης, που ζει σήμερα στην Iκαρία και έχει εκδώσει φυλλάδιο για τον Σαλά, μας είπε σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχαμε μαζί του στις 6/11/05: «Eγώ ήμουν ένας από τους Iκαριώτες που συναντήσαμε τον Mανόλη Aναγνωστάκη στη φυλακή...».

Για να μην αδικήσω κανέναν, θα μπορούσα να το ξέρω από την αρθρογραφία του Ριζοσπάστη για το Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας (αν διάβαζα Ριζοσπάστη), και σίγουρα μπορεί κανείς να εντοπίσει αντίστοιχα άρθρα στο διαδίκτυο σήμερα, που αναφέρονται στις ελάσσονες πτυχές του Εμφυλίου. Θα μπορούσα να το ξέρω από την αρχή της ταινίας του Λεωνίδα Βαρδαρού "Ούλοι εμείς εφέντη", ικαριακής και αριστερής θεματολογίας, στην οποία ο Ρήγας Αξελός κάνει ένα πέρασμα ως Γιάννης Σαλάς.

Όμως το έμαθα από μια πηγή τελείως άσχετη, ένα από τα πολλά μεσημέρια που τρώγαμε γύρω από το οικογενειακό τραπέζι και κάτι λέγαμε που δε θυμάμαι αν ήτανε για το σόι της μάνας μου ή αν από κάπου αναφέρθηκε το επίμαχο όνομα. Τότε η μάνα μου σηκώθηκε, πήγε στο νεροχύτη μαζεύοντας τα πιάτα και είπε:

- Τον ξέρω εγώ. Περαμερίτης ήτανε, από το Φραντάτο θαρρώ. Όταν ήρθε... ο άνθρωπος αυτός...

Δεν είπε το ονομά του. Νομίζω πως δεν ήθελε να το προφέρει.

-...μπορεί να ήτανε το '47, δε θυμάμαι καλά...

Η φωνή της κάπως άλλαξε.

- ...φύγανε μαζί του τα παιδιά και πήγανε στο βουνό. Πήγε κι ο ξάδερφός μου, ο Μέχρης. Δε γύρισε. Πήγανε στη Σάμο, τους σκότωσαν στον Κέρκη, κάτι λίγοι γλύτωσαν.

Έπεσε σιωπή λίγη ώρα.

- Ήταν καλό παιδί ο Μέχρης. Και όμορφος. Γελαστός. Όλοι τον αγαπούσαν.

Άρχισε να πλένει τα πιάτα. Σκέφτηκα πως τότε θα ήταν δεκάξι-δεκαεφτά χρονών, ο ξάδερφος άντε να ήταν είκοσι. Η μάνα μου δεν έχει σχέση με τις αριστερές εφημερίδες, την επανάσταση, τον εμφύλιο, την ποίηση, τα μυθιστορήματα, το διαδίκτυο και τις ιστορικές καταγραφές - καμμία σχέση. Αλλά ποιος ήταν ο Γιάννης ο Σαλάς το ήξερε, εν μέρει τουλάχιστον.

Αργότερα εντόπισα μερικούς από τους "κάτι λίγους" που γλύτωσαν. Συμπτωματικά (ή ίσως όχι και τόσο συμπτωματικά) βρέθηκα να κάνω επί χρόνια παρέα με τα παιδιά τους.

Μικρός ο τόπος άλλωστε, δύσκολο να μη βρεθούν οι ιστορίες σου ανακατεμένες με τις ιστορίες των άλλων.