ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο - Γιάννενα


17/9/08

Όσα δε φτάνει η αλεπού

πιάσατε ἡμῖν ἀλώπεκας μικροὺς ἀφανίζοντας
ἀμπελῶνας, καὶ αἱ ἄμπελοι ἡμῶν κυπρίζουσιν.
Άσμα Ασμάτων 2:15

Ένας φίλος μου έχει ένα χωραφάκι κάπου στην Εύβοια, όπου ο πατέρας του καλλιεργεί ερασιτεχνικά μελιτζάνες. Τις προάλλες τους άκουγα που μιλούσαν στο τηλέφωνο: ο πατέρας ισχυριζόταν ότι έρχονται αλεπούδες και τρώνε τις μελιτζάνες του - ο γιός είχε μερικές αμφιβολίες σχετικά με το αν η δίαιτα του ζώου περιλαμβάνει κηπευτικά, αλλά επειδή γενικά είναι πολύ φιλόζωος και οικολογίζων τύπος, προέτρεψε το μπαμπά να βάλει και μερικά πιατάκια με νερό για να ξεδιψάνε τα ζωάκια μετά το φαγητό. Δεν του έκανε πλάκα, το εννοούσε πολύ σοβαρά, και εικάζω ότι ο καλός μπαμπάς μάλλον θα άκουσε τη συμβουλή του γιού του. Έτσι κι αλλιώς έχουν τεράστια παραγωγή μελιτζάνων αναλογικά με τις ανάγκες της οικογένειας και δίνουν και γύρω-γύρω.

Θυμήθηκα τη σχετική κουβέντα προχτες το βράδι, αφού διάβασα στην Ελευθεροτυπία της 15ης Σεπτεμβρίου, στη (φιλοζωική) στήλη "4 πόδια και ουρά" που επιμελείται ο δημοσιογράφος Π. Διαμαντής, την είδηση με τίτλο "Βρήκε αλεπού στον καναπέ του". Μεταφέρω εδώ το σχετικό κομμάτι, που έχει ως εξής:

Πώς θα νιώθατε αν, γυρίζοντας από μια βόλτα, βλέπατε αραγμένη στον καναπέ σας μιαν αλεπού; Ο 77χρονος Ιαν Γιανγκ, πάντως, καράφλιασε μπροστά στο απροσδόκητο θέαμα. Συνέβη στο Φέλδαμ (Feltham), στη Βρετανία, και η πλάκα δεν σταμάτησε εκεί. Οπως λέει ο κ. Γιάνγκ στη ρεπόρτερ της «Ιβνινγκ Στάνταρντ» (28.08.08), «η αλεπού άνοιξε τα μάτια της, με κοίταξε και... ξανακοιμήθηκε!». Δεν κουνήθηκε ούτε όταν ο ιδιοκτήτης του καναπέ πήρε τη φωτογραφική του μηχανή και άρχισε να παίρνει φωτογραφίες.

Πώς έφυγε; «Μόνον όταν πήρα μια εφημερίδα, την τύλιξα ρολό και της έδωσα μια, μαλακά, στα πόδια. Τότε βγήκε απ' την πόρτα, αλλά περίμενε εκεί, δείχνοντας ότι ευχαρίστως θα ανέβαινε ξανά στον καναπέ, να συνεχίσει τον ύπνο της!».

Οπως είπε κι ένας ειδικός, αυτή η συμπεριφορά είναι σπάνια για τις αλεπούδες των πόλεων, οι οποίες συνήθως είναι «ντροπαλές» και εξαφανίζονται στη θέα ανθρώπων. Πρέπει να φιλοξενήθηκε, από κουτάβι κιόλας, σε κάποιο καταφύγιο ζώων, κι έτσι εξοικειώθηκε με τον άνθρωπο. «Δυστυχώς», είπε ο ειδικός, «πολλοί άνθρωποι φέρονται στις αλεπούδες σαν να 'ναι οικόσιτα ζώα, καθιστώντας ανίκανες να βουν μόνες τους τροφή. Οι αλεπούδες είναι άγρια ζωάκια - αυτό πρέπει πάντα να θυμόμαστε».

Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία, στις περιοχές γύρω απ' το Λονδίνο ζουν περίπου 10 αλεπούδες ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο. Για να περιοριστεί ο πληθυσμός τους, αρμόδιοι υπάλληλοι σκοτώνουν κάθε βδομάδα περίπου 70 αλεπούδες, ενώ περίπου άλλες 40 αιχμαλωτίζονται με παγίδες και αφήνονται ελεύθερες σε δασώδεις περιοχές έξω από την πόλη.

Ως παιδί της πόλης δεν είχα ποτέ καμμιά ιδιαίτερη εξοικείωση με αλεπούδες, εκτός από τις ηθικοπλαστικές ιστορίες της αλεπούς με την κομμένη ουρά, την παροιμία που δίνει τον τίτλο στην ανάρτηση και μια άλλη παροιμία όπου η αλεπού είναι εκατό χρονών και το αλεπουδάκι εκατόν ένα ή εκατόν δέκα. Σε όλες αυτές τις ιστορίες υποδηλώνεται η "πονηριά" της αλεπούς, ιδιότητα ωστόσο εξαιρετικά ανθρωπομορφική για να την πάρει κανείς στα σοβαρά σε κάποια συγκριτική ζωολογική μελέτη. Αληθινή αλεπού πάντως δεν είχα καταφέρει να δω μέσα στον εικοστό αιώνα, αν εξαιρέσουμε ίσως μια βαλσαμωμένη που πρέπει να υπήρχε ως έκθεμα στο μουσείο Ζωολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, αν η μνήμη μου δε με απατάει. Θυμάμαι πάντως αμυδρά κάτι σπαραξικάρδιες ανακοινώσεις που υπέγραφε το οικολογικό σχήμα των φοιτητών του Βιολογικού (κάναμε κάποια παρέα με τα παιδιά) που διεκτραγωδούσαν την εξαφάνιση των αλεπούδων από τον Υμηττό λόγω της κτιριακής επέκτασης της Πανεπιστημιούπολης και του συνακόλουθου θορύβου από τις ανθρώπινες δραστηριότητες.

Με την αλλαγή του αιώνα έμελλε να αλλάξει ελαφρώς η εικόνα μου για το είδος. Πρώτα πρώτα έχω δει κάμποσες φορές αλεπούδες έκτοτε: μερικές να κόβουν βόλτες αργά το βράδι στις εγκαταστάσεις του Δημοκρίτου στην Αγία Παρασκευή, άλλες να διασχίζουν την κατ' ευφημισμόν εθνική οδό Κορίνθου-Πατρών οικογενειακώς σε πείσμα των διερχόμενων αυτοκινήτων, και μία τουλάχιστον να πετάγεται έξω από σκουπιδοντενεκέ της επίμαχης Πανεπιστημιούπολης της Αθήνας ένα ανοιξιάτικο βράδι. Υποθέτω ότι τα σκουπίδια μας αποτελούν μια επιπλέον πηγή τροφής πέρα από τις μελιτζάνες του φίλου μου και τα τυχόν θηράματα, οπότε μια υγιώς σκεπτόμενη πλην όμως πεινασμένη αλεπού ενδέχεται να ρισκάρει να διασχίσει ένα δρόμο ή να πλησιάσει μια επικίνδυνη πόλη αν κρίνει ότι θα τη βρει γεμάτη θρεπτικούς σκουπιδοντενεκέδες. Έτσι, παρά την επέκταση των πόλεων και των θορύβων τους, δεν αποκλείεται τελικά οι αλεπουδίτσες να κερδίζουν κάτι από τις ανθρώπινες δραστηριότητες, όπως πιθανώς γίνεται από αρχαιότάτων χρόνων αν πιστέψουμε το απόσπασμα από το Άσμα Ασμάτων (της Παλαιάς Διαθήκης) που ξεκινάει την ανάρτηση, στο οποίο τα αλεπουδάκια τρώνε τα σταφύλια των αμπελιών.

Το πιο ενδιαφέρον όμως περιστατικό αλληλεπίδρασης με ανθρώπους που έχω υπόψιν (και του οποίου είμαι παρ' ολίγον αυτόπτης) έλαβε χώρα το Σεπτέβρη του 2004 στο χώρο του ερευνητικού κέντρου "Δημόκριτος" στην Αγία Παρασκευή Αττικής, όπου όπως προανέφερα μπορούσε κανείς να δει αλεπούδες (μια αρσενική και δύο θηλυκές) των οποίων η φωλιά πρέπει να ήταν κάπου κοντά στη είσοδο "Νεαπόλεως" της Αττικής Οδού. Ακριβώς απέναντι από το φυλάκιο των διοδίων, εντός του Δημοκρίτου, υπάρχουν κάτι μίζερα καταλύματα όπου φιλοξενούνται ενίοτε κάποιοι αναξιοπαθούντες συνάδελφοι από το εξωτερικό.

Την εποχή εκείνη έμεναν στο χώρο αυτό δυο κοπέλες από την Πορτογαλία, μία εκ των οποίων δούλευε μαζί μου. Ένα βράδι πονηρό χτύπησε το εσωτερικό τηλέφωνο στο εργαστήριο και μια έντρομη φωνή μου είπε σε σπασμένα πορτογαλοαγγλικά ότι μια αλεπού μπήκε στο δωμάτιο και της βούτηξε το κινητό τηλέφωνο. Υπέθεσα ότι ο όρος "αλεπού" ήταν συνθηματικός και υπονοούσε κανέναν αλαφροχέρη διαρρήκτη ή ότι πάνω στη σύγχιση είχε μπλέξει τα λόγια της στις διάφορες γλώσσες, αλλά σε κάθε περίπτωση έσπευσα να δω τι γίνεται.

Βρηκα και τις δύο κοπέλες σε μια κατάσταση μεταξύ υστερίας και νευρικού γέλιου. Μου είπαν ότι μία αλεπού (αληθινή) εθεάθη αρχικά στο ένα δωμάτιο, όπου δάγκωσε το κινητό (!!!) της μιας κοπέλας. Η κοπέλα έντρομη βγήκε να φωνάξει την άλλη, ξαναμπήκαν στο δωμάτιο, αλλά η αλεπού ήταν άφαντη, μέχρι που εθεάθη να βγαίνει από το άλλο δωμάτιο με το κινητό της άλλης κοπέλας στα δόντια (!!!). Μόλις συναπαντήθηκαν, πήραν δρόμο οι μεν κοπέλες κατά την Ανατολή, η δε αλεπού (αφήνοντας κάτω το κινητό) κατά τη Δύση.

Με τα πολλά τους πέρασε η τρομάρα - προσπαθήσαμε να εξορθολογίσουμε το περιστατικό και να ανακαλύψουμε τι ακριβώς έκανε τα κινητά τόσο ελκυστικά (ίσως κανένας ήχος που ακούν τα αυτιά των αλεπούδων αλλά όχι τα δικά μας). Δεν το λύσαμε βέβαια. Λίγες μέρες αργότερα μου είπαν ότι οι αλεπούδες ξαναφάνηκαν έξω από την πόρτα, και αυτή τη φορά τις είχαν φωτογραφήσει κιόλας.

Καλού κακού πάντως, τα κινητά τους τα είχαν κρύψει σε ασφαλές μέρος.


Σ.Σ. Το στίχο από το Άσμα Ασμάτων τον παραθέτω εδώ από τη μετάφραση των εβδομήκοντα που έχω πρόχειρη, αλλά νομίζω πως τον έχω διαβάσει πρώτη φορά σε μια λίγο διαφορετική μεταφραστική εκδοχή, ως μότο σε ένα βιβλίο που δεν είμαι απόλυτα βέβαιος ποιο είναι (μάλλον κάποιο του Στρατή Τσίρκα). Η φωτογραφία της αλεπούς στον καναπέ είναι από το άρθρο της εφημερίδας που αναφέρεται - φαντάζομαι θα πρόκειται για κάποια από τις αυθεντικές φωτογραφίες που τράβηξε ο κύριος Γιάνγκ. Ευχαριστίες οφείλω στη Susana και την Ana (αν και μάλλον δε θα διαβάσουν την ανάρτηση ποτέ) που μοιράστηκαν μαζί μου την ιστορία με τα κινητά τηλέφωνα, καθώς και στο μπαμπά του φίλου που στη θαλερή ηλικία των ογδονταδύο ασχολείται με τα κηπευτικά που απετέλεσαν την αφορμή για το κειμενάκι που διαβάζετε.

10/9/08

Εποχικό (Πατρίτσια Αδαμοπούλου)


Η θλίψη του φθινοπώρου εμφανίζεται όταν ακόμη όλα μοιάζουν καλοκαίρι. Τέλος Αυγούστου με αρχές Σεπτεμβρίου. Κορυφώνεται τον Οκτώβριο και μετά ατονεί βαθμιαία. Όσα στερεότυπα λέγονται, πως αυτή η θλίψη σχετίζεται με τη συννεφιά, τα γυμνά κλαδιά και τα πεσμένα φύλλα, πολύ λίγο ανταποκρίνεται στην αλήθεια.

Γύρω στο θερινό ηλιοστάσιο, ανάμεσα στο θερισμό και στη σπορά, βλέπουμε την έναρξη της νέας χρονιάς. Οι γυαλιστεροί ημεροδείκτες μπορεί να κάνουν άλλες σημειώσεις, όμως το σώμα και η ψυχή μας παραμένουν σταθερά και μυστικά στα αρχέγονα ημερολόγια. Κάπου εκεί, τον Σεπτέμβριο, δημιουργείται μια χαραμάδα ανάμεσα στο παλιό και στο καινούργιο. Το κουλουριασμένο φίδι του χρόνου χαλαρώνει για λίγο τα δόντια και παίρνει μια ανάσα προτού ξαναπιάσει την ουρά του. Η θλίψη του φθινοπώρου είναι κάτι σαν το ταρακούνημα της ψυχής μας από αυτή την ανάσα.

Ο χρόνος μοιάζει με βασιλιά. Και οι άνθρωποι βιώνουν τα γυρίσματα του χρόνου σαν την αρχή και το τέλος μιας βασιλείας. Στην Ανατολή οι μονάρχες παραιτούνταν για μια στιγμή στο τέλος της χρονιάς και ανανέωναν την εξουσία τους με την αρχή της καινούργιας. Και στις ελληνικές πόλεις με την έναρξη κάθε νέου έτους αναδεικνύονταν οι νέοι άρχοντες.

Αλλά υπάρχει και κάτι ακόμη κοινό. Όπως συμβαίνει στη διαδοχή των βασιλιάδων, έτσι και στη διαδοχή των ετών μεσολαβεί ένα μεσοδιάστημα. Ένα μεσοδιάστημα κρίσης και διάλυσης όπου η εξουσία μένει μετέωρη και όλα είναι δυνατά και πιθανά.

Στην αρχή αυτό το μεσοδιάστημα ανταποκρινόταν σε μια πραγματική περίοδο αναταραχής που προκαλούσαν οι αγώνες για τη διεκδίκηση του θρόνου. Αργότερα, όταν επικράτησε ένα σύστημα κανονικότητας στη διαδοχή, το μεσοδιάστημα αυτό παρέμεινε και καθιερώθηκε ως πρακτική που σηματοδοτεί την τομή που επιτελεί κάθε νέα εξουσία. Έτσι οι νέοι ηγεμόνες έδιναν αμνηστία και νομιμοποιούσαν ό,τι είχε προηγηθεί της εκλογής τους, ενώ τον θάνατο του πέρση μονάρχη ακολουθούσαν πέντε ημέρες «ανομίας».

Μια παρόμοια περίοδος παρεμβαλλόταν και πριν από κάθε καινούργια χρονιά. Η γιορτή Σκίρα στην Αθήνα είναι χαρακτηριστική. Πρέπει να ήταν Ιούλιος - Αύγουστος όταν η ιέρεια της Αθηνάς και ο ιερέας του Ποσειδώνα, δηλαδή οι ιερείς των θεών-προστατών της πόλης, εγκατέλειπαν το άστυ μέσα στη ζέστη και στον ήλιο. Κρατώντας άσπρες ομπρέλες όδευαν προς το Σκίρον, έξω από την Ελευσίνα, όπου γινόταν μια γιορτή που σημαδευόταν από τη δική της «ανομία». Η καθιερωμένη τάξη είχε εορταστικά καταλυθεί. Οι άντρες έπαιζαν ζάρια αχαλίνωτα («σκιροφόρος... ο σημαίνει τον ακόλαστον και κυβευτήν»). Και οι γυναίκες βγαίνοντας από την απομόνωση του γυναικωνίτη απείχαν από τα συζυγικά τους καθήκοντα και έτρωγαν σκόρδα για να είναι απωθητικές («εν δε τοις Σκίροις τη εορτή ήσθιον σκόροδα ένεκα του απέχεσθαι αφροδισίων, ως αν μη μύρων αποπνέοιεν»).

Σήμερα δεν υπάρχουν τα Σκίρα, μεσοδιάστημα όμως γητευτικής διάλυσης υπάρχει. Αύγουστο μήνα λαός και κυβέρνηση εγκαταλείπουν την πόλη και πάνε για μπάνια. Η Βουλή συνεδριάζει μόνο με το θερινό της τμήμα. Τα δικαστήρια αργούν και προθεσμίες αναστέλλονται. Ολόκληρη η δημόσια ζωή ακολουθεί το ρυθμό της «ραστώνης». Και στις παραλίες οι άνθρωποι γδύνονται ρούχα και προκαταλήψεις. Ο μήνας Αύγουστος είναι κάτι σαν τη γιορτή Σκίρα και όλες τις γιορτές πριν από την καινούργια χρονιά. Ο Αύγουστος όμως οδηγεί σε ένα φθινόπωρο ίσως πιο πικρό από εκείνο των παλιών εποχών. Γιατί τότε οι άνθρωποι κάθε φθινόπωρο αγωνιούσαν για όσα άγνωστα θα έρχονταν στη ζωή τους. Τώρα, κάθε φθινόπωρο, οι άνθρωποι θλίβονται για τη γνωστή ζωή τους, που δεν άλλαξε. Τον Αύγουστο είχαν ελπίσει. Τον Αύγουστο τον είχαν πιστέψει πιο μαγικό.

Γιατί όπως και να ‘χει κάποια στιγμή θα σου αποκαλυφθεί η αυθεντική μαγεία του καλοκαιριού. Κάτι σαν άνωση των πάντων μέσα στο φως. Τότε αισθάνεσαι υπεράνω, δηλαδή δυνατός. Τον Σεπτέμβριο όμως μένεις αμήχανος και όλα ξαναγίνονται ίδια. Η θλίψη του φθινοπώρου δεν έχει σχέση με δέντρα και πεσμένα φύλλα. Είναι το πένθος για τη ζωή σου που δεν άλλαξες.

Ωστόσο σιγά σιγά θα αρχίσεις να αντιδράς: βάζεις καινούργιες κουρτίνες, εισπνέεις τη μυρωδιά της παρκετίνης στο πάτωμα και στα έπιπλα και μπαίνεις στο μπάνιο με αρωματικό αφρόλουτρο. Που σημαίνει πως σαν τους δερβίσηδες στροβιλίζεσαι στις γνώριμες τροχιές του οικείου και του ασφαλούς. Κάνεις τα ίδια που έκανες χθες και που θα ξανακάνεις αύριο. Και άλλωστε τι είναι η αιωνιότητα; Η ευδαιμονία να παρατηρείς μέσα από μια εκστατική απραξία τον στροβιλισμό του κόσμου.

Ακόμα μπορείς να εξορκίσεις το μέλλον: να αγοράζεις περιοδικά με κολεξιόν και να σχεδιάζεις τι θα φορέσεις, να οργανώνεις εκδρομές, να σχεδιάζεις δουλειές. Δηλαδή να δένεις το μέλλον με γραμμές, σημειώσεις, ημερολόγια.

Κατά τα λοιπά, όσα σχέδια είχες για τη ζωή σου, όσες δυνατότητες έμειναν άπραγες, όλα αυτά μπορείς να τα κάνεις ό,τι παλιά έκανες τις χρυσόμυγες που έπιανες το καλοκαίρι: να τις κλείσεις σε ένα σπιρτόκουτο και να τις βάζεις, πού και πού, στις δύσκολες στιγμές στο αφτί σου, για να ακούς τον βόμβο.

- Τι ακούς στο σπιρτόκουτο; Οι χρυσόμυγες ψόφησαν, σου είχε πει τότε ο διπλανός σου στο θρανίο.
- Το ξέρω, αλλά έτσι θα βγάλω το χειμώνα, είχες απαντήσει.


Πατρίτσια Αδαμοπούλου
ΤΟ ΒΗΜΑ της Κυριακής, 14/11/1999

7/9/08

Αποχαιρετισμός


Την πρώτη φορά που άκουσα να μιλάνε για το Νικήτα πρέπει να ήταν το 1986 ή ίσως το 1987. Το πρώτο αξιοπερίεργο ήταν ότι αν και «Αθηναίος» (ως προς την ανατροφή) είχε επιλέξει να ζήσει εκείνους τους χειμώνες στο νησί της καταγωγής του, δηλαδή στην Ικαρία. Το δεύτερο ήταν ότι χρησιμοποιούσε ένα μέρος του χρόνου του για να διδάσκει στα πιτσιρίκια του Ευδήλου ιστιοπλοΐα – το είδος που μαθαίνουν εύκολα τα παιδάκια με εκείνα τα μικρά σκαφάκια που λέγονται Όπτιμιστ και Λέιζερ. Δεν ξέρω από πού είχε ξετρυπώσει τα σκαφάκια, αλλά για λίγο καιρό υπήρχε μια (ξεχασμένη σήμερα) ταμπέλα στο λιμάνι που έγραφε «Ναυταθλητικός Όμιλος Ευδήλου» ή κάτι τέτοιο. Θυμάμαι αμυδρά ένα-δυο τέτοιες βαρκούλες με τα πανάκια τους να κόβουν βόλτες μέχρι το Φλες και πάλι πίσω, όταν το επέτρεπε ο καιρός και οι διελεύσεις των επιβατικών και των φορτηγών πλοίων.

Τον γνώρισα προσωπικά ένα βράδι του Αυγούστου του ’88 μάλλον, όταν η ικαριακή του περιπέτεια είχε λάβει πλέον τέλος. Η αφορμή δόθηκε από ένα πάρτυ που ετοιμάζαμε (δηλαδή ετοίμαζε ο Πύραυλος δίνοντας διαταγές στους λοιπούς ακούσιους «εθελοντές») με σκοπό τη συγκέντρωση χρημάτων για τη δημιουργία δανειστικής βιβλιοθήκης στον Εύδηλο. Ο φίλος μου ο Χρήστος, μόνιμος εθελοντής ο ίδιος, με αγγάρεψε να πάμε στις Ράχες και τον Αρμενιστή για να κολλήσουμε αφίσες που θα διαφήμιζαν το πάρτυ. Αν και είχα μια εγγενή δυσανεξία προς την αφισοκόλληση, δέχτηκα την πρόσκληση ώστε να κερδίσω σε αντιστάθμισμα τη βόλτα – φημολογείτο ότι υπήρχαν ωραία κορίτσια στις Ράχες. Την κρίσιμη ώρα ωστόσο ο φίλος δεν μπόρεσε να απαλλοτριώσει το οικογενειακό Triumph – σε αντιστάθμισμα βρεθήκαμε στον «Κίτσο», ένα αρχαιοπρεπές Fiat 127 που επιστρατεύτηκε την τελευταία στιγμή και που οδηγούσε ο Νικήτας. Είχε ορίστει εθελοντής κι αυτός χωρίς να το καταλάβει, και βρέθηκε (τριαντάρης ων, άρα «μεγάλος» για τα γούστα μας) να οδηγεί δύο μουτρωμένους ψιλοάγνωστους εικοσάχρονους που κράταγαν δύο μονάκριβες αφίσες και λίγο σελοτέιπ με προορισμό το Χριστό και τον Αρμενιστή. Δεν πτοήθηκε πάντως – μας διηγήθηκε περιστατικά από τη ζωή του με τον Κίτσο στη διάρκεια του αντίξοου ικαριακού χειμώνα, και ειδικά ένα πέρασμα φουσκωμένου χειμάρρου εντός του χωματόδρομου που πήγαινε στο Καρκινάγρι, χάρη στο οποίο ορκίστηκε να μην ξανακάνει ποτέ την ίδια διαδρομή ξεμέθυστος.

Έκτοτε χαιρετιόμασταν, χωρίς ωστόσο να κάνουμε ιδιαίτερη παρέα. Θυμάμαι πάντως ένα περιπετειώδες κοινό ταξίδι προς τον Πειραιά, τον Ιούλιο του ’91. Χώθηκα τελευταία στιγμή στο ΝΑΞΟΣ, του οποίου είχε κολλήσει ο καταπέλτης και δεν άνοιγε. Είχε βρωμόκαιρο για την εποχή – το πλοίο κουνιόταν και έτριζε άσχημα μεταξύ Ικαρίας και Μυκόνου και οι λιγοστοί επιβάτες τα χρειάστηκαν. Έκατσα μαζί με το Νικήτα που ήταν ο μόνος που ήξερα από μια παρέα αγνώστων που περιελάμβανε εκτός από τον ίδιο μια οικογένεια μάλλον. Οι άγνωστοι είχαν πανικοβληθεί παρά τις διαβεβαιώσεις του Νικήτα ότι ο καιρός ήταν τοπικός και μετά τη Μύκονο θα έστρωνε. Όταν φτάσαμε στη Σύρο, η οικογένεια εγκατέλειψε το πλοίο αφήνοντάς του τα κλειδιά του αυτοκινήτου της με την εντολή να το βγάλει στον Πειραιά – μάταια προσπαθούσε να τους πει ότι είχε ήδη να βγάλει το δικό του.

Το δεύτερο μισό του ταξιδιού ήταν σαφώς γαλήνιο και πολύ πιο ενδιαφέρον. Με ρώτησε αν ξέρω να οδηγάω (δεν ήξερα) και τον ρώτησα αν μπορούσε να με πάει σπίτι με ένα από τα δύο του πλέον αυτοκίνητα (μπορούσε). Μιλήσαμε για τα πλεονεκτήματα που είχε το κάπνισμα πίπας έναντι των τσιγάρων, μετά η κουβέντα πέρασε στο γιατί δεν ζαλιζόμασταν από τα κύματα - ο ίδιος δεν ζαλιζόταν ως έμπειρος ιστιοπλόος. Μου ανέφερε τα σχέδιά του να φτιάξει ένα καΐκι για να ψαρεύει τούνες που θα εξήγαγε στην Ιαπωνία για να γίνουν σούσι. Κάπου εκεί μπήκε στην κουβέντα ένας παρατυχών μεσήλιξ που τσίμπησε από την κουβέντα με τα σκάφη και άρχισε μια ιστιοπλοϊκή συζήτηση που κράτησε ώρες και επεκτάθηκε στη βιομηχανία εκτροφής κοτόπουλων, τα χαρίσματα των Γερμανίδων (πολλά) και τα ελαττώματά τους (πιο πολλά), την Ολυμπιακή Αεροπορία επί Ωνάση και άλλα διάφορα, μέχρι που κάπου έξω από το Σούνιο το πλοίο άρχισε να κόβει βόλτες γύρω από ένα μηχανοκίνητο cruiser που η μηχανή του δεν έπαιρνε μπρος και είχε μείνει ακυβέρνητο και προφανώς είχε εκπέμψει mayday. Σε βοήθειά του είχαν σπεύσει δύο ιστιοπλοϊκά και εμείς – ο μεσήλιξ καταφέρθηκε αποφασιστικά εναντίον της ασχετοσύνης διαφόρων νεόπλουτων που παίρνουν τα cruiser για τις γκόμενες (το τόνισε) και δε νιώθουν να βάλουν μπρος τη μηχανή. Κάπου τότε η μηχανή πήρε μπρος και το σκάφος έφυγε υπό τα θυμωμένα βλέμματα (και ορισμένα φάσκελα) των επιβατών του ΝΑΞΟΣ που είχαν χάσει μια-μιάμιση ώρα για το τίποτα. Ο μεσήλιξ κορδώθηκε όλο ικανοποίηση («βλέπετε, σας τα ‘λεγα εγώ») και άρχισαν μια ακόμα ιστιοπλοϊκή συζήτηση που έληξε με θερμό αποχαιρετισμό στον Πειραιά. Ο Νικήτας με πήγε σπίτι όπως μου υποσχέθηκε, με σοβαρό κίνδυνο να μείνει από βενζίνη στη μέση της παραλιακής.

Από όσο ξέρω, τα αλιευτικά του σχέδια δεν ευοδώθηκαν. Κάτι οι προστριβές με το συνεταίρο του στον οποίο κατέληξε το καΐκι, κάτι οι τούνες που εξαφανίστηκαν από το Αιγαίο πρόωρα, κάτι η οικογένεια που είχε φτιάξει στο μεταξύ, το γεγονός ήταν ότι τα σχέδια ναυάγησαν και οι επισκέψεις του πλέον σπάνιζαν ή τέλος πάντων δε συντονιζόμασταν και τόσο και τον έβλεπα αραιά και που. Αρχίσαμε να συμπίπτουμε μόνο σχετικά πρόσφατα – θυμάμαι να επιστρέφουμε ως άσχετες παρέες μισομεθυσμένοι από μια μάζωξη της ευρείας οικογένειας Μαυρογιώργη στο Δρούτσουλα (κανείς μας δεν έχει αυτό το επίθετο, αλλά πάντα υπάρχει μια αφορμή να πιεις καλό κρασί) και να σμίγουμε στην κατηφόρα ψάχνοντας τα παρκαρισμένα μας αυτοκίνητα. Κάπου τότε είπαμε (βοηθούντος και του κρασιού) ότι αφού συμπαθιόμαστε τόσο ώστε να είμαστε «παρ’ ολίγον φίλοι», θα έπρεπε να κάνουμε πιο πολύ παρέα, δεν θα έπρεπε;

Δεν ήταν και πολύ εύκολο τελικά. Βρεθήκαμε μερικές φορές (η φωτογραφία είναι από μία απ’ αυτές), πιο πολύ τυχαία παρά σχεδιασμένα. Θυμάμαι που τον είχα συναντήσει οικογενειακώς στις αντιπολεμικές διαδηλώσεις του 2003, καθώς και κάτι μικροπολιτικές ψευτοκοντρίτσες με τις οποίες τον πείραζα, καθώς υποστηρίζαμε μάλλον τα ίδια πράγματα αλλά από διαφορετικές αφετηρίες. Θυμάμαι τη διαρκή μυρωδιά του καπνού της πίπας του και κάμποσες διάσπαρτες κουβέντες για την Ικαρία, για την ιστιοπλοΐα, για τον πρώτο και το δεύτερο κύκλο του σήριαλ Lost και τον τρίτο που κατέβαζε από το Διαδίκτυο και έβλεπαν οικογενειακώς. Θυμάμαι την περιγραφή ενός ταξιδιού με ένα (παρατημένο) σκάφος που τον έστειλαν να περιμαζέψει (κατά τη διάρκεια της θητείας του στο Ναυτικό το 1981) και πως έφτασε σε έναν ερημωμένο ναύσταθμο την επομένη των εκλογών, καθώς και την υπόσχεσή μου ότι μόλις μάθω ιστιοπλοΐα θα νοικιάσουμε ένα σκάφος μαζί για να κάνουμε βόλτες. Θυμάμαι και μια νύχτα του 2006 μάλλον, όπου συνάντησα την κόρη του στην πλατεία του Ευδήλου κατά τις δυόμιση, η οποία αναφώνησε «α, εδώ είστε;» (ο πληθυντικός με ισοπέδωσε), «θα φωνάξω το μπαμπά, είναι σπίτι και δουλεύει». Αναρωτήθηκα τι δουλειά μπορεί να κάνει κανείς καλοκαιριάτικα, μεταμεσονυκτίως, σπίτι του.

Ο Νικήτας κατέφθασε τρεις παρά τέταρτο και μου εξήγησε ότι τα τελευταία χρόνια έκανε μεταφράσεις. Ρώτησα τι μετέφραζε – μου είπε κάποιους άγνωστους σε εμένα τίτλους και συγγραφείς. Μου διευκρίνησε ότι ήταν Επιστημονική Φαντασία. Το είδος με άφηνε (και με αφήνει) αδιάφορο – ο Νικήτας αφιέρωσε κάμποσο χρόνο και επιχειρήματα στο να με πείσει για τη λογοτεχνική αξία του Ασίμωφ, του Άρθουρ Κλαρκ και της Ούρσουλα Λε Γκεν. Λίγες μέρες αργότερα κατέφθασε στην Ικαρία ο φίλος μου ο Θανάσης, μέγας θαυμαστής των παραπάνω. Τακιμιάσανε με το Νικήτα σε δευτερόλεπτα, αντάλλαξαν απόψεις και email και ο Νικήτας δεσμεύτηκε να του στείλει κάποιες αδημοσίευτες μεταφράσεις του να τις δει.

Ήταν ο Θανάσης που με ψύλλιασε κάτι μήνες αργότερα. Είχαν ανταλλάξει μερικά μηνύματα το φθινόπωρο, αλλά κάποια στιγμή η ροή σταμάτησε μονομερώς – ο Νικήτας δεν απαντούσε. Ο Θανάσης με έβαλε να το ψάξω, και ρώτησα κάποιους κοινούς γνωστούς όταν βρέθηκα στην Αθήνα (είχα αρχίσει πια να ζω στην Κρήτη). Τα νέα ήταν άσχημα – ο Νικήτας ήταν άρρωστος, πολύ άρρωστος. Ρώτησα από τι – πήρα εκείνες τις μπερδεμένες απαντήσεις που δίνουν οι άνθρωποι όταν δε θέλουν να πουν μια απευκταία λέξη.

Μετά δεν έμαθα πολλά νέα - ή τα μάθαινα σαν το «σπασμένο τηλέφωνο», ανάκατα και αποσπασματικά. Πάντως γύρω στο Πάσχα μου είπαν ότι ο Νικήτας είναι καλά και ότι το έχει ξεπεράσει. Έμεναν μόνο κάτι λεπτομέρειες, μια μικρολοίμωξη στο αναπνευστικό από άσχετη αιτία. Μόλις γινόταν καλά και απ’ αυτό θα έκανε μια μεταμόσχευση και θα συνέχιζε τη ζωή του φυσιολογικά. Κάπου τότε έκανα τα μαθήματα ιστιοπλοΐας – σκέφτηκα ότι ίσως εκείνο το παλιό σχέδιο για το ταξίδι να μην ήταν οριστικά ματαιωμένο τελικά. Το καλοκαίρι ξαναρώτησα – μου είπαν τα ίδια πράγματα που μου είχαν πει το Πάσχα. Μόνο που χρόνιζε εκείνη η λοίμωξη.

Σήμερα το πρωί τηλεφώνησε η μάνα μου από τον Εύδηλο. Ανάμεσα στα νέα της οικογένειας, τις ευχές και τις συμβουλές, μου είπε και το μαντάτο. Ο πιο καλός «παρ’ ολίγον φίλος» μου είχε σαλπάρει, οριστικά πια. Ήταν 52 χρονών.

Αντίο, φίλε. Καλό σου ταξίδι.

5/9/08

Του λιμανιού και του σαλονιού

Το μεγαλύτερο μέρος του Αυγούστου το πέρασα στην Ικαρία. Αυτό δεν είναι είδηση (το αντίθετο θα ήταν, μάλλον). Αυτό όμως που σίγουρα ήταν Η είδηση το καλοκαίρι στο νησί μας (και ιδίως στον Εύδηλο) ήταν τα σχέδια για το μπάζωμα (ή κατ' άλλους την επέκταση) του λιμανιού, και - κυρίως - οι αντιδράσεις στα σχέδια αυτά.

Άποψη του Ευδήλου από το πλοίο στο λιμενοβραχίονα (2003). Αριστερά φαίνονται τα εν εξελίξει έργα κατασκευής του υπήνεμου μώλου (σήμερα έχουν σχεδόν ολοκληρωθεί). Τα διάσπαρτα μπλόκια που είναι ποντισμένα δεξιά σήμερα έχουν απομακρυνθεί. Η περιοχή ανάμεσα στον υπήνεμο μώλο και τα μπλόκια προορίζεται για μπάζωμα. (τη φωτογραφία τράβηξε ο Σπύρος Μ.).

Από τότε που θυμάμαι το εαυτό μου (που σημαίνει τριανταπέντε χρόνια και βάλε) το λιμάνι του Ευδήλου είναι διαρκώς υπό κατασκευήν. Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του '70, τα πλοία της εποχής, το ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΣΑ (που δεν το θυμάμαι) και το ΜΑΡΙΛΕΝΑ (που το θυμάμαι αμυδρά και σίγουρα δεν ήταν ferry-boat) δεν έδεναν στο λιμάνι. Από το μικρό όρμο που είναι η σημερινή πλατεία, ξεμύτιζαν κάτι βάρκες παντός καιρού που πλεύριζαν το καράβι και κατέβαζαν τους επιβάτες και τα υπάρχοντά τους (βαλίτσες, μπόγους, καλάθια, κατσίκες ζωντανές), ενίοτε με το στανιό, καθώς οι ατρόμητοι βαρκάρηδες ανταγωνίζονταν λυσσασμένα ποιος θα φορτώσει τους περισσότερους. Η διαδικασία εμπεριείχε μια γερή δόση τυχαιότητας, και έχουν αναφερθεί περιπτώσεις όπου αποσκευές (κάποτε και επιβάτες) πλατσούριζαν εν τέλει στα νερά, ειδικά άμα είχε φουρτούνα. Κάπου στα μέσα της δεκαετίας θυμάμαι το ΜΙΑΟΥΛΗΣ να πλευρίζει σε μια μικρή προβλήτα που βρίσκεται εσωτερικά του σημερινού μώλου, και να ξεφορτώνει αποσκευές με το βίντσι (ενδεχομένως και αυτοκίνητα, αν και μου έχουν πει ότι υπάρχει φωτογραφία που δείχνει φόρτωμα ή ξεφόρτωμα γαϊδάρου που φοράει παντελόνι στα πίσω πόδια και ψαθάκι στο κεφάλι, αλλά αυτό μπορεί να είναι και τυπικό ικαριακό παραμύθι). Στην ίδια προβλήτα ξεφόρτωνε και το ΕΛΛΗ που ήταν νομίζω και οχηματαγωγό.

Φωτογραφία του Ευδήλου της δεκαετίας του '70 που αλιεύθηκε στην ιστοσελίδα http://www.flickr.com/groups/ikaria/pool/ και την έχω χρησιμοποιήσει και σε μια παλιότερη ανάρτηση. Φαίνονται τα μπλόκια γύρω-γύρω στην πλατεία.

Για κάμποσα χρόνια γύρω-γύρω στην πλατεία (όπως φαίνεται στην ασπρόμαυρη φωτογραφία άνωθεν) υπήρχαν τοποθετημένα τα μπλόκια που θα χρησιμοποιούντο για την κατασκευή του κυρίως λιμένα. Κάποτε φτιάχτηκε το μεγαλύτερο μέρος του σημερινού κυματοθραύστη και ο προσήνεμος μώλος που δένουν τα πλοία μέχρι σήμερα - έχει τύχει να αναφέρω εδώ με μια άλλη αφορμή κάτι χαριτωμένα περιστατικά από αυτή την κατασκευή. Θυμάμαι τον πρώτο κατάπλου επιβατηγού-οχηματαγωγού πλοίου στον Εύδηλο μετά από πολύ καιρό που η επικοινωνία ήταν εφικτή μόνο μέσω Αγίου Κυρήκου. Ήταν το ΙΚΑΡΟΣ, που κατέφθασε ένα σημαδιακό απόγευμα σφυρίζοντας διαρκώς από τον Αρμενιστή ακόμα, ανάμεσα σε καμπάνες που χτυπούσαν και αλαλαγμούς του συγκεντρωμένου πλήθους. Οι επιβάτες έτυχαν υποδοχής αντίστοιχης με αυτών που γύριζαν από την εξορία μετά τη χούντα - μόνο στους ώμους δεν τους σήκωσαν. Ήταν το "δικό μας" πλοίο, μαζί με το ΣΑΜΑΙΝΑ, το πλοίο της "δικής μας" εταιρίας λαϊκής βάσης που θα έσπαγε την απομόνωση του νησιού.

Η εταιρία φαλίρισε τάχιστα, αν και το ΙΚΑΡΟΣ μας συντρόφεψε κάμποσα καλοκαίρια μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του '80. Στις αρχές της πάντως προλάβαμε να εξασκηθούμε κάμποσο σε βουτιές από την προβλήτα, καθώς το μόνο άλλο καραβάκι που έκανε αραιά και που την εμφάνισή του ήταν το εμπορικό "ΚΑΛΗ ΑΡΧΗ" που κουβάλαγε τσιμέντα και τούβλα και μπουκάλες υγραερίου. Άλλα πλοία ανέλαβαν δράση και καθώς το νησί γινόταν σιγά σιγά τουριστικός προορισμός και η κίνηση αυξανόταν, γινόταν επίκαιρη η συζήτηση για την πιθανή επέκταση του λιμανιού ώστε να μην το πιάνουν οι βορειανατολικοί άνεμοι (ο γραίγος, για τους τακτικούς αναγνώστες του ιστολογίου) και να μπορούν να παραμένουν προστατευμένα τα πλοία.

Φυσικά, σχέδια υπήρχαν άφθονα, λεφτά δεν υπήρχαν. Όντας τμήμα μιας περιφέρειας (Βορείου Αιγαίου) από τις φτωχότερες της χώρας, και μάλιστα σαφώς το φτωχότερο κομμάτι της (πίσω από Λέσβο, Χίο, Σάμο), με εμφανή ανταγωνισμό για πόρους τόσο με τα άλλα νησιά αλλά όσο και ανάμεσα στη σοφράνο (Βόρεια) και τη σταβέντο (Νότια) πλευρά της, η Ικαρία κατέληγε πάντα με τα ψίχουλα του τραπεζιού των χρηματοδοτήσεων. Έτσι, τα τελευταία είκοσι χρόνια, είδαμε μόνο μια μικρή επέκταση του λιμενοβραχίονα κατά 100 μέτρα (από τα 300 που είχαν σχεδιαστεί αρχικά, λόγω έλλειψης πιστώσεων, βέβαια), την οποία μάλιστα πέρσι το χειμώνα μισοέσπασε εδώ κι εκεί το κύμα ή η αστοχία υλικού, κατά μερικούς (αστοχία μυαλού, κατ' άλλους).

Άποψη της εξωτερικής πλευράς του λιμενοβραχίονα από την άκρη προς τον Κόφινα. Ορισμένα από τα μπλόκια που χρησιμοποιήθηκαν για την πιο πρόσφατη επέκταση έχουν πάρει κλίση και σε ένα δυο σημεία έχουν αποχωριστεί, δημιουργώντας μερικά κενά στην επιφάνεια. Ατυχία, αστοχία υλικού, ή απλώς τσαπατσούλικη δουλειά; (Φωτογραφία Β., 2008)

Η σημαντικότερη μέχρι πριν λίγους μήνες εξέλιξη υπήρξε η (σχεδόν ολοκληρωμένη σήμερα) κατασκευή ενός υπήνεμου μώλου στην απέναντι πλευρά (δεξιά της σημερινής πλατείας, αριστερά στη φωτογραφία στην κορυφή της ανάρτησης), μαζί με έναν υπό κατασκευή ανισόπεδο δρόμο πρόσβασης, που θα επιτρέψει την κυκλοφορία οχημάτων παρακάμπτοντας την πλατεία, χωρίς να απαιτούνται τα σημερινά άθλια μποτιλιαρίσματα τόσο στο στενό δρομάκι που υποτίθεται ότι εξυπηρετεί τώρα την κίνηση όσο και στην ευρύτερη περιοχή, ειδικά τους θερινούς μήνες.

Μέχρι εδώ καλά - όλοι ευχαριστημένοι. Το πρόβλημα δημιουργήθηκε όταν ξαφνικά (ή όχι και τόσο ξαφνικά) έγινε ευρέως γνωστό ότι έχει ενταχθεί στο πρόγραμμα "Αλιεία" του 3ου Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης μια πίστωση για την κατασκευή αλιευτικού καταφυγίου μέσα στο λιμάνι. Τα σχέδια του καταφυγίου (για το οποίο αυτό καθεαυτό επίσης δεν υπάρχει η παραμικρή αντίρρηση) περιελάμβαναν και μια παράμετρο που δεν φαίνεται να είχε αξιολογηθεί και τόσο αρχικά: την επέκταση κατά πλάτος (δηλαδή το μπάζωμα) της σημερινής πλατείας, αλλού κατά δέκα μέτρα, αλλού κατά είκοσι, αλλού κατά τριάντα. Η αιτιολόγηση της επιλογής αυτής υπήρξε κάπως ασαφής: άλλοι έλεγαν ότι είναι απαραίτητη για λόγους αύξησης του βάθους του "καταφυγίου" (ώστε εν τέλει να εξελιχθεί σε μαρίνα για σκάφη αναψυχής), άλλοι για λόγους επέκτασης του δρόμου που οδηγεί στον προσήνεμο μώλο ώστε να γίνει διπλής κατεύθυνσης (παραλείποντας ωστόσο ότι μετά το πέρας του προτεινόμενου μπαζώματος και για κάμποσες δεκάδες μέτρα μέχρι το μώλο ξαναγίνεται το στενό φιδωτό δρομάκι που πάντα ήταν) και άλλοι τέλος αναφέρθηκαν στην ανάγκη δημιουργίας επιπλέον χώρου είτε για τραπεζοκαθίσματα είτε για πάρκιγκ (αξιέπαινες δραστηριότητες, πλην χωρίς ιδιαίτερη σχέση με αλιεία και λιμάνια παρόλα αυτά).

Φυσικά προκλήθηκαν αντιδράσεις, που οργανώθηκαν τελικά γύρω από ένα κοινό κείμενο (μπορείτε να το διαβάσετε εδώ) και μια διαδικασία συλλογής υπογραφών που τον Ιούλιο ήταν περίπου 300 αλλά τέλη Αυγούστου ήταν κάπου 800 - για ένα χωριό με αισθητά λιγότερους μόνιμους κατοίκους τα παραπάνω νούμερα είναι σημαντικά, ακόμα και αν περιλαμβάνουν ικανό αριθμό μη μόνιμων. Δεν είναι το θέμα της ανάρτησης και δεν θα χρησιμοποιήσω το ιστολόγιο για να αναλύσω τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς, που συχνά ήταν σοβαρά και συγκροτημένα εκατέρωθεν (έχοντας φίλους κι από εδώ κι από κεί, πέρασα πολλές ώρες συζητώντας το θέμα ιδιωτικώς). Θα επισημάνω απλώς ότι η αντίδραση φέρνει και κόντρα αντίδραση, και με δεδομένη την παραδοσιακή κουλτούρα διαλόγου που μας χαρακτηρίζει ως Καριώτες και ως Έλληνες, σύντομα όλοι ήτανε μαλλιά-κουβάρια.

Έτσι, σε πολλές συζητήσεις που παρακολούθησα σε σπίτια και καφενεία και πλατείες, αλλά και σε ανοιχτές εκδηλώσεις που οργανώθηκαν, ακούστηκαν διάφορα χαριτωμένα πράγματα ένθεν-κακείθεν, όπως ότι δεν είναι δυνατόν ο Δήμαρχος του Κόμματος (ένα είναι το Κόμμα), να δέχεται λεφτά από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ότι δε χρειάζεται αλιευτικό καταφύγιο διότι δεν υπάρχουν ψαράδες, ότι αυτοί που δεν το θέλουν είναι τρομοκράτες-οικολόγοι, ότι αυτοί που το θέλουν έχουν προσωπικό συμφέρον διότι πουλάνε μπάζα για το μπάζωμα, ότι οι οικολογούντες είναι οι νεκροθάφτες του Ευδήλου, ότι οι μελετητές του έργου είναι οι νεκροθάφτες του Ευδήλου, ότι όσοι αντιδρούν εξυπηρετούν συμφέροντα άλλων χωριών (κατά το άλλων χωρών, μάλλον), ότι οι υποστηρικτές του έργου θα πάρουν μίζες, ότι οι αντίπαλοι του έργου είναι υποκινούμενοι (υπονοείται κόμμα ανταγωνιστικό του ενός Κόμματος), ότι η μελέτη είναι παρωχημένη/ανύπαρκτη/για τα μπάζα, ότι το διακινούμενο κείμενο με τις υπογραφές είναι βλακείες/κωλόχαρτο/για τα μπάζα, ότι δεν ξέρετε τι σας γίνεται (αμφότεροι) κλπ. Το πράγμα σε κάποιες περιπτώσεις έγινε ελαφρώς γραφικό (π.χ. "είμαι ναυτικός και ξέρω πώς γίνονται τα λιμάνια" ή "είστε απόγονοι αυτών που πήραν τις μίζες επί τουρκοκρατίας και δεν άφησαν να γίνει το λιμάνι τότε" ή "άμα δεν γινόντουσαν έργα θα ζούσαμε ακόμα σε σπηλιές") ή εξελίχθηκε σε χοντράδες επί προσωπικού ("εσύ έφτιαξες οικόπεδάκι πάνω στο μπάζωμα, τι μιλάς τώρα", "εσύ είσαι αγράμματος και να σκάσεις", "εσύ έχεις φτιάξει τριώροφο και μας το παίζεις οικολόγος;") ή σε περισπούδαστες ιδεολογικές τοποθετήσεις ("είναι επαναστατικό καθήκον να ...", "όχι στην παντοκρατορία των ειδημόνων").

Ήταν περίπου αδύνατον να βγεις βόλτα χωρίς να αντιμετωπίσεις την ερώτηση "εσύ με ποιους είσαι;" Πέτυχα άπειρους καβγάδες εν μέση οδώ, οικογένειες που τα μέλη τους διαπληκτίζονταν στο οικογενειακό τραπέζι, μια γενικευμένη καχυποψία ανάλογα με την εικαζόμενη τοποθέτησή σου. Προσωπικά δεν κρύβω ότι βλέπω με περισσότερη συμπάθεια τα επιχειρήματα της πλευράς που αντιδρά στο έργο (ωστόσο όχι ΟΛΑ της τα επιχειρήματα, γι' αυτό και η υπογραφή μου δεν περιλαμβάνεται στον κατάλογό τους). Κατανοώ όμως σε κάποιο βαθμό και τη λογική εκείνων που αντιλαμβάνονται το έργο ως έχει (με το μπάζωμα) σαν "πρόοδο" για το ταλαιπωρημένο νησί τους - έτσι έχουμε μάθει επί γενιές να σκεφτόμαστε, και οι ευαισθησίες για το περιβάλλον είναι χαρακτηριστικό περισσότερο των κατοίκων των πόλεων μάλλον παρά της υπαίθρου. Ίσως γι' αυτό το λόγο οι αντιμαχόμενοι το μπάζωμα είναι κυρίως "καλοκαιρινοί" κάτοικοι, ενώ οι υποστηρικτές ίσως λίγο πιο "χειμωνιάτικοι". Ίσως γι' αυτό επίσης η δημοτική πλειοψηφία (βασικοί εισηγητές του μπαζώματος και ένθερμοι υποστηρικτές του) προς το παρόν σιωπά περιμένοντας "να φύγουν οι καλοκαιρινοί" και να υπάρξουν ευνοϊκότεροι συσχετισμοί για να γίνουν τα πράγματα όπως έχουν σχεδιαστεί.

Δεν ξέρω τι θα γίνει τελικά. Κάπου μου αρέσει που ένας κόσμος συζητάει και παθιάζεται για θέματα που αφορούν την ποιότητα ζωής μάλλον παρά την τσέπη του. Βέβαια δε με χαροποιεί πάντα η ποιότητα του διαλόγου - ειδικά όταν όσοι αντιδρούν στο έργο θεωρούνται λιγότερο Καριώτες ή άνθρωποι "του σαλονιού" και αντίστροφα όσοι το υποστηρίζουν "υποψήφιοι μιζαδόροι" ή συλλήβδην "πρωτόγονοι". Χαίρομαι όμως που υπάρχει η κουβέντα - κι ας εκτοξεύονται και κουταμάρες πότε πότε. Υποψιάζομαι βέβαια ότι με βάση τη λαμπρή παράδοση τόσο της κεντρικής εξουσίας όσο και των τοπικών αρχών της νήσου στο να αφουγκράζονται τις ανησυχίες των πολιτών, οι αντιδράσεις θα λάβουν εν τέλει την αρμόζουσα θέση κάπου ανάμεσα στα παλαιότερα των υποδημάτων και τον κάλαθο των αχρήστων. Φυσικά αυτό δεν θα είναι το τέλος της ιστορίας - όπως διδάσκει η ανάλογη εμπειρία της Νάξου και άλλων περιοχών της χώρας, κάποιοι ενδέχεται να κινηθούν νομικά και να μπλοκάρουν το έργο με προσφυγές και ασφαλιστικά μέτρα, αψηφώντας ενδεχόμενες αντιδράσεις ή ακόμα και απειλές (αλλού έχουν γίνει και αυτά και δεν ξέρω γιατί θα τα γλυτώναμε εμείς).

Εύχομαι (αν και δεν το πιστεύω) να βρεθεί μια ενδιάμεση λύση που να επιτρέπει την κατασκευή του καταφυγίου (και την εκταμίευση του συνόλου των χρημάτων) χωρίς να επιβάλλει το μπάζωμα και να θίγει την παραδοσιακή φυσιογνωμία του λιμανιού, εκτονώνοντας την υπάρχουσα αντιπαράθεση. Βέβαια οι ενδιάμεσες, συμβιβαστικές λύσεις, έχουν το μειονέκτημα ότι προϋποθέτουν ανθρώπους έτοιμους να συμβιβαστούν (και να απωλέσουν ένα τμήμα έστω των ωφελημάτων που θα είχαν αν επικρατούσε ολοσχερώς η δική τους άποψη). Αλλά γνωρίζοντας απέξω-απέξω το πώς σκέφτονται οι εμπλεκόμενοι, δεν τρέφω ιδιαίτερες αυταπάτες. Απλά εκφράζω την ελπίδα το θέμα αυτό να μην ανοίξει πληγές που δεν κλείνουν - είμαστε που είμαστε κάτι λίγοι σ' αυτό τον τόπο, μη γίνουμε κι από δυο χωριά στο τέλος.

Στο κάτω κάτω, από την προβλήτα του λιμανιού μάλλον δεν πρόκειται να ξαναβουτήξουμε πια.

3/9/08

Τέλος εποχής


Η φωτογραφία απεικονίζει μια όψη του λιμανιού (ή πλατείας) του Ευδήλου το απόγευμα της 1ης Σεπτεμβρίου 2008. Μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι και οι υπόλοιπες όψεις ήταν παρόμοιες: ψυχή δεν κυκλοφορούσε. Κάτι που τα μεγάλα πλήθη είχαν αναχωρήσει την προηγουμένη, κάτι που είχε βάλει μια ψυχρούλα, κάτι που νυχτώνει νωρίτερα πια, ακόμα και οι λίγοι εναπομείναντες δεν ξεμύτισαν, φαίνεται.

Βρέθηκα με δυο φίλες στο καφενείο - δεν υπήρχαν άλλοι πελάτες. Ήπιαμε δυο ούζα και μιλήσαμε λίγο για τα σχέδια για τον επερχόμενο χειμώνα. Τους είπα να πάμε για μπάνιο - δεν τις ενθουσίασε η ιδέα. Η μία πήγε να ετοιμάσει τα πράγματά της για τη βραδινή αναχώρηση, η άλλη πήγε για φαγητό που είχε μαγειρέψει η μαμά της. Έκανα την ανάγκη φιλοτιμία και περπάτησα μέχρι την κοντινή παραλία του Φλες. Όταν κατέβηκα είδα δύο ακόμα λουόμενους στην άλλη άκρη - η μία με χαιρέτησε απο μακριά αλλά λόγω μυωπίας δεν κατάφερα να ξεχωρίσω ποια ήταν.

Έκανα μια γρήγορη βουτιά. Η θάλασσα ήταν μάλλον ζεστή και εξαιρετικά διαυγής. Κάθησα για λίγο στην πετρωμένη παραλία (η άμμος έχει πήξει και έχει φτιαχτεί ένα ψαμμιτικό πέτρωμα τα τελευταία χρόνια). Σκέφτηκα να διαβάσω λίγο, αλλά δεν είχα και πολύ κέφι τελικά. Περπάτησα πάλι προς το χωριό, και έκανα μια δεύτερη βόλτα στην πλατεία. Βρήκα δυο-τρεις να κάθονται εδώ κι εκεί. Τα μαγαζιά με τα ρούχα στο πλακόστρωτο έγραφαν ακόμα "εκπτώσεις" αλλά ήταν κλειστά. Νύχτωνε σιγά σιγά.

Ξανακατέβηκα κατά τις έντεκα με τα μπαγκάζια μου. Το πλοίο θα ερχόταν να μας πάρει κατά τη μία. Οι τελευταίοι των τελευταίων της παρέας (δηλαδή όσοι δεν βρήκαμε έγκαιρα εισιτήριο για την Κυριακή) υποτίθεται ότι θα φεύγαμε το βράδι της Δευτέρας. Τελικά μαζευτήκαμε τέσσερις - οι δύο μας δήλωσαν ότι θα έμεναν τελικά άλλη μια μέρα γιατί και της Δευτέρας τα εισιτήρια είχαν εξαντληθεί. Άλλο που δε θέλανε... Οι άλλοι δύο έπρεπε να φύγουμε, έτσι κι αλλιώς.

Δεν κοιμήθηκα στο πλοίο - είχε πολύ κόσμο και πολλή φασαρία. Το πρωί άφησα δυο πραγματάκια που κουβάλαγα προς εναπόθεση στο πατρικό μου, έκανα μεταβολή και έφυγα για Ηράκλειο. Έφτασα στη δουλειά μεσημέρι - χαιρέτησα, με χαιρέτησαν, πήρα το αμάξι που είχα παρκάρει εκεί και ξαναγύρισα σπίτι. Μέτρησα ένα πλοίο, ένα αεροπλάνο, ένα τραίνο (του ΗΣΑΠ), δύο "shuttle" λεωφορεία (λιμάνι - αεροδρόμιο), τρία κανονικά λεωφορεία στην Αθήνα και ένα ακόμα στο Ηράκλειο, ένα ταξί και ένα ΙΧ σε περίπου δεκατρείς ώρες. Όχι κι άσχημα για πρώτη μέρα.

Πριν με πάρει ο ύπνος, αναρωτήθηκα αν την ώρα εκείνη οι δύο εναπομείνασες της παρέας ετοίμαζαν τα πράγματά τους για τη δική τους αναχώρηση. Και θυμήθηκα πώς είχαμε πριν λίγες ώρες αποχαιρετιστεί στη μικρή πλατεία του πλακόστρωτου, με εκείνη την ευχή που χρησιμοποιούμε χρόνια τώρα για να ξορκίσουμε τον επερχόμενο χειμώνα:

- Καλό αποκαλόκαιρο.

Καλό αποκαλόκαιρο και σε σας, αναγνώστες μου.

14/8/08

Μέρες Ραδιοφώνου

Όταν πήγαινα ακόμα γυμνάσιο, στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1980, ο πατέρας μου είχε φέρει από το εξωτερικό (ναυτικός γαρ) ένα στερεοφωνικό συγκρότημα που αποτελείτο από πικάπ, κασετόφωνο, ενισχυτή, ραδιόφωνο και ένα ζευγάρι ηχεία, βέβαια. Οι λέξεις «πικάπ» και ενδεχομένως «κασετόφωνο» σήμερα μοιάζουν υπερβολικά παλιομοδίτικες, όπως έμοιαζαν σε εμάς τα μαγνητόφωνα με τις μπομπίνες της δεκαετίας του 1960 και οι δίσκοι 78 στροφών. Τα ραδιόφωνα πάλι εξακολουθούν να υπάρχουν, αν και σε μορφή αρκετά πιο συμπαγή και ελαφριά από το κομμάτι εκείνου του συγκροτήματος. Το πρωτοποριακό για την εποχή ραδιόφωνο είχε ψηφιακή ένδειξη συχνότητας, και δέκα ολόκληρα κουμπάκια μνήμης σε κάθε μπάντα.

Όταν το ξεπακετάραμε και το βάλαμε να δουλέψει, πέρασα στις μνήμες τις διαθέσιμες συχνότητες της εποχής: Πρώτο Πρόγραμμα, Δεύτερο Πρόγραμμα, Τρίτο Πρόγραμμα, ΥΕΝΕΔ. Στα μεσαία έψαξα να βρω και τον «Αμερικάνικο» σταθμό που εξέπεμπε από τη Βάση του Ελληνικού και άκουγαν μερικοί συμμαθητές μου, αλλά δεν τον βρήκα. Μου περίσσεψαν και έξι κουμπάκια, στα οποία προσπαθούσα κατά καιρούς να αποθηκεύσω διάφορους ερασιτέχνες (κατ’ άλλους «πειρατές») που έπαιζαν και κανένα ροκάκι «αφιερωμένο εξαιρετικά» και έπιαναν ατελείωτες κουβέντες στη διάρκεια της νύχτας για το σήμα και τη «διαμόρφωση» και άλλες άγνωστες λέξεις, αλλά έκλειναν αμέσως όποτε έβγαινε βρώμα ότι κυκλοφορούσαν στην περιοχή τα ραδιογωνιόμετρα της αστυνομίας.

Στο δεύτερο μισό της δεκαετίας, τα πράγματα άλλαξαν άρδην. Πρώτα βγήκε το Ράδιο Αντίλαλος του περιοδικού ΑΝΤΙ και έκλεισε, αμέσως μετά το Κανάλι 15 και το κλείσανε και ίσως μερικά ακόμα εδώ κι εκεί, και κάποια στιγμή οι νεοεκλεγέντες δήμαρχοι των τριών μεγάλων δήμων της χώρας που πρόσκειντο στην τότε αντιπολίτευση έβγαλαν στον αέρα τα πρώτα δημοτικά ραδιόφωνα. Λίγο αργότερα εμφανίστηκαν και τα πρώτα ιδιωτικά. Οι μνήμες του ραδιοφώνου γέμισαν, όλοι δόξαζαν την «ελεύθερη» ραδιοφωνία των ακριβών μηχανημάτων και των μεγάλων «έγκυρων» ονομάτων, άλλοι φτιάχτηκαν κι άλλοι χαλάστηκαν και οι μόνοι που την πάτησαν εντελώς ήταν οι άλλοτε ερασιτέχνες (ή πειρατές) που εξοβελίστηκαν από τη μπάντα με συνοπτικές διαδικασίες.

Στην επαρχία τα νέα φτάνουν με λίγη καθυστέρηση και στην Ικαρία με λίγη παραπάνω. Κάποτε όμως φτάνουν, και το 1989 μια ομάδα ανθρώπων έφτιαξε ένα σταθμό υπό την αιγίδα ορισμένων από τις Κοινότητες του νησιού. Με περιορισμένα τεχνικά μέσα και αρκετές αμφιταλαντεύσεις σχετικά με το τι ακριβώς ήθελαν να κάνουν, μια μέρα του καλοκαιριού στα ερτζιανά της νήσου ακούστηκε η εισαγωγή της μουσικής του Καριώτικου χορού, που ήταν το σήμα του σταθμού, και μια στιβαρή φωνή με ίχνη τοπικής προφοράς (δε θυμάμαι πλέον τίνος ήταν) ανακοίνωνε: «ΙΚΑΡΙΑ FM – Διαδημοτικός-διακοινοτικός ραδιοφωνικός σταθμός Ικαρίας και Φούρνων» και μια συχνότητα νομίζω στους 101 και κάτι.

Ο ενθουσιασμός ήταν διάχυτος, αν και όχι καθολικός. Την προσπάθεια στήριζαν μερικές μόνο από τις κοινότητες του νησιού, ενώ άλλες απείχαν επιδεικτικά, και αρκετός κόσμος ήταν δύσπιστος για λόγους μικροτοπικιστικούς ή μικροκομματικούς – άλλωστε την περίοδο εκείνη ήταν στην κυβέρνηση προσωρινά μια συνεργασία Δεξιάς-Αριστεράς και τα πολιτικά πάθη ήταν σχετικά οξυμένα. Πολλοί πάντως άκουγαν το σταθμό με φανατισμό, από την ώρα που ξεκίναγε να εκπέμπει μέχρι που σταματούσε. Δεκάδες έπαιρναν τηλέφωνο για αφιερώσεις κάθε μέρα: «η Τούλα από το Φραντάτο αφιερώνει στο Σταμάτη κι όλα τα παιδιά της Περαμεριάς» ή «ο Γιάννης αφιερώνει στην παρέα που κάθεται τώρα στη Μεσαχτή και στο πιο όμορφο κορίτσι των Ραχών», μετατρέποντας τις αφιερώσεις σε ένα πολύ μεγάλο κομμάτι του προγράμματος.

Το «πρόγραμμα» βέβαια, ήταν πολύ σχετική έννοια. Διάφοροι έκαναν εκπομπές σε εθελοντική βάση, βάζοντας ό,τι μουσική τραβούσε η ψυχούλα τους και λέγοντας ό,τι τους κατέβαινε στο κεφάλι. Αυτό δημιουργούσε μια εκπληκτική ανομοιογένεια στα ακούσματα, τόσο μουσικά όσο και εννοιολογικά. Ωστόσο ο ενθουσιασμός του κοινού παρέμενε αμείωτος και γιαγιάδες μαζί με τα εγγόνια τους άκουγαν διαδοχικά το τελευταίο χιτ της χέβυ μέταλ σκηνής, Καριώτικο με αφιερώσεις, Μαντόνα διανθισμένη με σχόλια για ποδόσφαιρο, Κατερίνα Στανίση, ξανά Καριώτικο, διαφημίσεις τοπικών μπακάλικων, συνεργείων και ταβερνών, Μπομπ Μάρλεϊ και ακολούθως Καριώτικο για αλλαγή.

Κάποτε οι ιθύνοντες αποφάσισαν να βάλουν μια τάξη στο διαρκή εθελοντισμό και να φτιάξουν μια υποψία κανονικού προγράμματος. Στα πλαίσια κάποιων δημοκρατικών διαδικασιών που ενυπήρχαν ακόμα στο πνεύμα της εποχής (θυμίζω ότι ακόμα λέγαμε «ελεύθερη ραδιοφωνία» για τους μη κρατικούς διαύλους), επιχειρήθηκε να συνεννοηθούν οι «παραγωγοί» μεταξύ τους με ανοιχτές διαδικασίες, πράγμα που κατέληξε σύντομα σε χάος γιατί όλοι ήθελαν να κάνουν εκπομπή πρωί (αλλά όχι και πολύ πρωί) ή βράδι, αλλά πάντως όχι απόγευμα που ήταν η ώρα για μπάνιο. Εν τέλει τις «καλές» ώρες τις πήραν κάποιοι εκ των ιθυνόντων, αφήνοντας για την πλέμπα τις υπόλοιπες, που συμπληρώνονταν κατά προτεραιότητα (δηλαδή όποιος προλάβει πρώτος) σε ένα χειρόγραφο πινακάκι αναρτημένο έξω από το υποτυπώδες «στούντιο».

Τον προηγούμενο χειμώνα, ο φίλος μου ο Χρήστος που σπούδαζε στο Ηράκλειο, είχε πάρει το ερτζιανό του βάπτισμα στον (κρατικό) Ραδιοφωνικό Σταθμό Ηρακλείου. Το καλοκαίρι εκείνο η εξεταστική είχε τραβήξει σε μάκρος – ο Χρήστος δεν είχε ακόμα εμφανιστεί στην Ικαρία. Η φήμη του όμως ταξίδευε πριν από αυτόν, καθώς είχε φροντίσει αρμοδίως ο καλός του φίλος, δηλαδή εγώ. Εμφανίστηκα στο «στούντιο» καθ’ οδόν προς το μπακάλικο του Χαρδαλούπα. Κάποιος εκ των ιθυνόντων, σύζυγος μακρινής εξαδέλφης, έκανε εκπομπή την ώρα που μπήκα μέσα. Με κοίταξε ερωτηματικά ενώ έβαζε να παίζει το σήμα (δηλαδή ο Καριώτικος).

- Τι θες;
- Στυλό, του είπα.
- Τι να το κάνεις; Ρώτησε ενώ μου έδινε ένα μολυβάκι που είχε μπροστά του.
- Να δηλώσω ώρα, είπα αδιάφορα και στάθηκα μπροστά στο χιλιομουτζουρωμένο χαρτί.

Εντόπισα με δυσκολία ένα κενό τέσσερις με πέντε το απόγευμα της επόμενης Τρίτης. Έγραψα το όνομα του Χρήστου και το δικό μου. Ο μακρινός εξ’ αγχιστείας ξάδερφος ξεμύτισε απορημένος και περιεργάστηκε τα ονόματα.

- Ο τύπος είναι στο κρατικό, είπα αδιάφορα. Πολύ έμπειρος, φίρμα στο ραδιόφωνο της Κρήτης.

Ο εξ΄ αγχιστείας με κοίταξε καχύποπτα.

- Και τι εκπομπή θα κάνετε;

Σκέφτηκα να πω κάτι εντυπωσιακό.

- Εκπομπή Λόγου και Τέχνης, είπα, και κατέβηκα τις σκάλες με γρήγορο βήμα.

Πριν φτάσω στο μπακάλικο σταμάτησα στον ΟΤΕ και πήρα τηλέφωνο το Χρήστο στην Αθήνα. Του εξήγησα ότι όφειλε να εμφανιστεί στην Ικαρία πριν την ερχόμενη Τρίτη και να φέρει μαζί του και μουσική. Επίσης να προσέχει να μην κρυώσει και χαλάσει η βελούδινη φωνή του που κάνει τα κορίτσια να αναριγούν. Ο Χρήστος αντελήφθη ότι κάποιο λάκκο έχει η φάβα, και ρώτησε προς τι το ενδιαφέρον. Του εξήγησα ότι ήταν πλέον παραγωγός στον ΙΚΑΡΙΑ FM και καλά θα έκανε να μπει στο πετσί του ρόλου του σύντομα. Κόντεψε να του πέσει το ακουστικό από τα χέρια αλλά εγώ δεν είχα άλλα λεφτά για τηλέφωνο αν ήθελα να γυρίσω με τα ψώνια από το μπακάλικο και του το έκλεισα κάπως απότομα.

Εμφανίστηκε Δευτέρα, χωρίς μουσική εκτός από κάτι ψωραλέες κασέτες με μπλουζ και θεωρώντας όλη την ιστορία χοντροκομμένη πλάκα. Όταν άρχισαν να τον πλησιάζουν διάφοροι άσχετοι και να τον ρωτάνε τι ώρα είναι η εκπομπή (που στο μεταξύ είχα διαφημίσει ολονυχτίως στα μπαράκια και τα ουζερί της ευρύτερης περιοχής) και τι ακριβώς θα πει «εκπομπή λόγου και τέχνης», τον ζώσανε τα φίδια και ήρθε και με βρήκε σε έξαλλη κατάσταση. Αλλά ως πολιτισμένος άνθρωπος που είναι, αυτοκυριαρχήθηκε γρήγορα, και σε λίγη ώρα ήμασταν χωμένοι στο στούντιο και ψάχναμε για τραγούδια.

Τρίτη 8 Αυγούστου του '89, τέσσερις παρά πέντε η ώρα, με όλο τον κόσμο στις παραλίες, περνάγαμε ξανά την πόρτα του σταθμού. Οι προηγούμενοι ήταν κάτι πιτσιρικάδες (δηλαδή δεκάξι-δεκαεφτά) που παίζανε μέταλλα. Εμείς οι μεγάλοι (δηλαδή εικοσιένα-εικοσιδύο) μπήκαμε με το σοβαρότερο ύφος του κόσμου, αλλά κάπως μπλαζέ. Σε λίγο ο ένας τους σηκώθηκε από το μικρόφωνο και μας παραχώρησε τη μία καρέκλα. Μετά σηκώθηκε και ο άλλος από την κονσόλα αφήνοντας ένα τραγούδι να παίζει και έκανε να βγει προς τα έξω. Τον τσάκωσα στην πόρτα την πιο κρίσιμη στιγμή.

- Πού είναι ο ηχολήπτης;
- Ποιος;
- Ο τεχνικός ήχου.

Σήκωσε τους ώμους και μου έδειξε την κονσόλα. Μπορούσα να καταλάβω ότι ήταν οχτακάναλη, αλλά μέχρι εκεί. Γύρισα στο Χρήστο – την κοίταζε με το ίδιο έντρομο βλέμμα που είχα κι εγώ. Ο μικρός μας λυπήθηκε μάλλον και ξανάκατσε στην καρέκλα «για πέντε λεπτά μόνο, εντάξει;». Τελικά έκατσε ολη την ώρα.

Στις τέσσερις και δέκα, ακριβώς μετά το σήμα, έβαλα να παίζει από μια κασέτα το «Καλοκαίρι» του Σαββόπουλου. Ο Χρήστος φόρεσε τα ακουστικά, έπιασε το μικρόφωνο και ανακοίνωσε στο κοινό του ΙΚΑΡΙΑ FM ποιο σταθμό άκουγε, το διαδημοτικόν του πράγματος, και το όνομα του ενός εκ των παραγωγών – το δικό μου. Ύστερα μου έκανε νόημα, ο μικρός άνοιξε την ένταση του δικού μου μικροφώνου και εγώ είπα το όνομα του ετέρου εκ των παραγωγών – του Χρήστου. Και συμπλήρωσα:

- Ακούτε την εκπομπή «Καλοκαιρινός Άνεμος»

Ακούστηκε πάλι η μουσική, κι έσκυψα πάνω στα σκονάκια που είχαμε ετοιμάσει για το πρώτο θέμα της εκπομπής, που ήταν (τι άλλο;) «Είμαστε στον αέρα». Μόλις μου είχε περάσει από το μυαλό ότι η εκπομπή θα έπρεπε να λέγεται μάλλον «Μελτέμι», αλλά ήταν πια αργά. Ο «Καλοκαιρινός Άνεμος» είχε ήδη ξεκινήσει να φυσάει στα ραδιοφωνικά πράγματα του τόπου. Ο Χρήστος μιλούσε στο μικρόφωνο με τη βαθειά βελούδινη φωνή που έχουμε ήδη υπονοήσει νωρίτερα στο κείμενο, εγώ έψαχνα στα αυλάκια του πικάπ την έναρξη του επόμενου τραγουδιού, ενώ το τηλέφωνο για την πρώτη αφιέρωση άρχισε να χτυπάει.

Είμασταν στ’ αλήθεια στον αέρα.

(συνεχίζεται)

Σ.Σ. Την εικονογράφηση της ανάρτησης τη δανείστηκα από την ομώνυμη ταινία του Γούντι Άλλεν (1987) και από ένα σχετικό με ραδιόφωνα ιστολόγιο. Από την ομάδα που ξεκίνησε τον ΙΚΑΡΙΑ FM θυμάμαι σήμερα αμυδρά έναν τύπο που ήταν υπάλληλος στο Ταχυδρομείο αλλά μου διαφεύγει το όνομά του, το δάσκαλο και παλιό ραδιοερασιτέχνη (στα βραχέα) Δημήτρη Καρύδα, το Σπύρο Γάκη και τον Αργύρη Πολίτη. Ενεργό ρόλο έπαιζε και ο δημοσιογράφος Νάσος Μπράτσος - πιθανώς να υπήρχαν κι άλλοι που δεν τους θυμάμαι. Υπήρχαν βέβαια αρκετοί κατά συνθήκην παραγωγοί, εξίσου ερασιτέχνες με εμάς, εκείνο το τρελό καλοκαίρι, αλλά θυμάμαι και εκπομπές από λίγο πιο έμπειρους ανθρώπους.

Ο «μικρός» κατά συνθήκη ηχολήπτης, καλή του ώρα, λεγόταν Νίκος Ραντάς.


ΥΓ. 9/2008: Εντόπισα κάπου τις ηχογραφήσεις μερικών εκπομπών, πράγμα που μου επέτρεψε να αποκαταστήσω στο παραπάνω κείμενο τη σωστή μέρα και ώρα - όχι ότι έχει καμιά ιδιαίτερη σημασία. Η συχνότητα του ΙΚΑΡΙΑ FM ήταν στους 101,2 τελικά.

3/8/08

...κι ο πληγωμένος καλλιτέχνης αναστενάζει

(συνέχεια από το προηγούμενο)

Μέσα στο σκοτάδι έλαμψε μια ημερομηνία στην οθόνη: 24 Ιούλη 1975. Κάτι τύποι (ασπρόμαυροι) με παντελόνι καμπάνα, αεροπλανικούς γιακάδες, μαλλιά και μούσια που εμφανώς ανήκαν στο 1975 κάπνιζαν σε μια ταράτσα. Το πλάνο ήταν γενικό - στο βάθος φαινόντουσαν καμιά δεκαριά καρέκλες, διατεταγμένες ανά δύο σε τραπεζάκια. Οι τύποι πήγαν και έκατσαν επίσης ανά δύο, φάτσα στην κάμερα. Ένας από τους μουσάτους, ο κεντρικός, άρχισε να μιλάει προς την κάμερα λέγοντας κάτι σαν "σήμερα κλείνει ένας χρόνος από την καθεστωτική αλλαγή του 1974. Καλέσαμε εκπροσώπους των πολιτικών νεολαιών για να συζητήσουμε τα όρια και τους στόχους της αλλαγής αυτής". Ύστερα μας σύστησε (ανά δύο πάντα) τους εκπροσώπους της ΚΝΕ, της νεολαίας ΠΑΣΟΚ, της ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος και της νεολαίας της Ένωσης Κέντρου - Νέες Δυνάμεις. Υπό αυτή την ιδιότητα, χωρίς ονόματα και διευθύνσεις. Οι νεολαίοι άρχισαν να τοποθετούνται κατά σειρά. Ένας έκανε τοποθέτηση, οι άλλοι άκουγαν.

Ακούγαμε κι εμείς. Όχι για πάρα πολύ. Κάποιοι άρχισαν να ψιλομουρμουράνε από το κοινό, κάποιοι άλλοι τους έκαναν "σσσστ!". Το πλάνο ήταν εντελώς στατικό, η μεταπολίτευση είχε γίνει δέκα χρόνια πριν και η σχετική κουβέντα είχε παλιώσει εμφανώς, σαν τα κουρέματα και τα ρούχα επί της οθόνης. Ορισμένοι θεατές βέβαια το είχαν πάρει ζεστά, και όποτε τελείωνε την τοποθέτησή του ο "δικός τους" άρχιζαν τα χειροκροτήματα, και ίσως και κάνα σύνθημα (ο αγώνας τώρα κλπ.). Μόνο οι κακόμοιροι της Ένωσης Κέντρου που την είχε πάρει ο διάολος στο μεταξύ δεν είχαν οπαδούς στο κοινό και συγκέντρωναν τη γενική χλεύη του 1984 καθώς προσπαθούσαν να απαντήσουν το 1975 γιατί συμμετείχαν στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας του 1974. Σιγά σιγά όμως οι μουρμούρες επανήλθαν και έγιναν σφυρίγματα. Ο κόσμος ίδρωνε και βαρυγκομούσε, κάποιοι απέξω προσπαθούσαν να μπουν μέσα, και οι νεολαίοι της οθόνης αναζητούσαν την πιο συνεπή αντιιμπεριαλιστική στάση. Η κουβέντα τραβούσε σε μάκρος και τα σφυρίγματα πολλαπλασιάζονταν, μέχρι που κάποια στιγμή σταμάτησαν να συζητάνε και σηκώθηκαν από τις καρέκλες. Ένα σούσουρο ανακούφισης διαπέρασε την αίθουσα από άκρου εις άκρον.

Δεν κράτησε πολύ. Οι νεολαίοι πήγαν παρακείθε, άναψαν τσιγάρο, η κάμερα έκανε ένα γενικό πλάνο στις γύρω ταράτσες και στις πίσω πολυκατοικίες καθώς έπεφτε σιγά σιγά η νύχτα της 24ης Ιουλίου (ή μάλλον Ιούλη) του 1975, κάπου πήρε το μάτι μου και το Λυκαβηττό στο βάθος, και μετά το πλάνο επανήλθε στις καρέκλες όπου οι εκπρόσωποι άρχισαν να κάθονται πάλι ένας ένας. Ύστερα ο μεσιανός είπε κάτι σαν "και τώρα ξεκινάει το δεύτερο μέρος της συζήτησης" αλλά η φράση του εντός του σινεμά διακόπηκε βίαια από ένα μακρόσυρτο "ουουουουουου" που δόνησε την αίθουσα. Πάνω στη σύγχιση, ο Π. πετάχτηκε όρθιος απότομα φωνάζοντας:

- Γκολ!

Τον κοίταξα έντρομος, με απορημένο βλέμμα.

- Μητρόπουλος, δύο-ένα.

Κάποιοι τον κοίταξαν κάνοντας γκριμάτσες. Ένας πλησίασε απειλητικά από το πίσω κάθισμα.

- Δύο ένα ποιος;
- Ο Ολυμπιακός.
- Φτου ρε γαμώτη, όλα σκατά πάνε σήμερα, είπε ο τύπος και ξανάκατσε στο κάθισμα.

Η προβολή συνεχιζόταν μέσα σε μια ανάκατη βαβούρα. Τώρα κανένας δε χειροκροτούσε, ούτε φώναζε συνθήματα. Ο κόσμος πέταγε προγράμματα και μπουφάν προς τη μηχανή προβολής, άλλοι έβριζαν μεγαλόφωνα, μερικοί είχαν ανάψει τσιγάρο και οι διπλανοί τους τα έχωναν, όλοι γιούχαραν και κανένας δεν άκουγε τους πάλαι ποτέ νεολαίους. Σκέφτηκα ότι μπορεί ανάμεσα στο κοινό να ήταν και κανένας από αυτούς, κανένας ξυρισμένος τριαντάρης μάλλον, που θα πήγε να δει τον εαυτό του στο πανί. Σκέφτηκα ότι οι δικοί μου θα άρχιζαν να αναρωτιούνται τι απέγινα τόσες ώρες. Αναρωτήθηκα με τη σειρά μου αν θα προλάβαινα το λεωφορείο ή θα έπρεπε να πάρω ταξί και αν είχα λεφτά για ταξί. Μάλλον δεν είχα. Σκέφτηκα να φύγω.

Σηκώθηκα όρθιος. Την ίδια ώρα σηκώθηκαν και μερικοί ακόμα και άρχισαν να φωνάζουν "Τις σφαίρες! Τις σφαίρες!". Κοίταξα γύρω - επικρατούσε χάος. Διάφορα αντικείμενα πετούσαν στον αέρα του σινεμά - κυριακάτικες εφημερίδες, στραγάλια, χαρτομάντηλα. Μερικοί χτυπιόντουσαν μόνοι τους, κάποιοι άλλοι μεταξύ τους. Κοίταξα τον Π. - είχε ακόμα το ακουστικό στο αυτί. Τον ρώτησα αν είχε τελειώσει το ματς - έγνεψε "ναι". Δύο δάχτυλα με το αριστερό, ένα με το δεξί. Ο παναθηναϊκός του πίσω καθίσματος έβγαλε ένα μουγκρητό - "Δικό μας το πρωτάθλημα όμως".

Και ξαφνικά ακούστηκε ένα φοβερό χειροκρότημα ανάκατο με κραυγές. Κοίταξα την οθόνη - έπεφταν τίτλοι τέλους. Έκατσα ξανά. Όταν τα φώτα άναψαν, επικρατούσε ακόμα φοβερή ένταση. Ένας τύπος με άσπρο κουστούμι και κόκκινο κασκολάκι, μαλλιά και γένια και στρογγυλά γιαλιά χειρονομούσε προς το πλήθος και κάτι πήγαινε να πει που δεν ακουγόταν. Με τα πολλά κατάφερε να αυτοσυστηθεί: "είμαι ο Νίκος Αλευράς".

Σιγή έπεσε. Ο Νίκος Αλευράς! Ο σκηνοθέτης της πέτρας του σκανδάλου. Ο άνθρωπος για την ταινία του οποίου ήρθαμε όλοι και φάγαμε την ταλαιπωρία της αρκούδας. Ο ήρωάς μας. Η ώρα που όλοι περιμέναμε ήταν κοντά. Το πλήθος ξέσπασε σε επευφημίες. Κάποιοι άρχισαν να φωνάζουν "Η λογοκρισία δεν θα περάσει". Ο τύπος έκανε νόημα να ησυχάσουν και είπε ότι μετά την προβολή θα ακολουθήσει συζήτηση για την ταινία. Ο κόσμος χειροκρότησε και πάλι. Ύστερα ο τύπος αποπειράθηκε να πει ότι επειδή υπάρχει ακόμα κόσμος απέξω που περιμένει να μπει, αν τυχόν κάποιοι έχουν ήδη δει την ταινία, να βγουν για να μπουν οι άλλοι. "Άντε και γ...." του απήντησαν οι αφοσιωμένοι οπαδοί του. Ο σκηνοθέτης δεν επέμεινε. Τα φώτα έσβησαν πάλι.

Άκουσα τον Π. δίπλα μου να μουρμουρίζει "ελπίζω να αξίζει τον κόπο". Ύστερα έγινε σιωπή. Τώρα άρχιζε στα αλήθεια.

Άπό τα μεγάφωνα ακούστηκε ένας ήχος σαν κλάμα νεογέννητου. Στην οθόνη εμφανίστηκε ένας γυμνός μαντράχαλος με μαλλιά και μούσια και στρογγυλά γιαλιά (έλειπε το άσπρο κουστούμι και το κόκκινο κασκόλ). Μια "μαμά" τον έκανε μπάνιο, του έβαζε ταλκ και πάνες και έκανε ότι τον θήλαζε. Αυτό ήταν όλο - τσόντα τέλος. Το "παιδί" μεγάλωσε, έπεσε στα υπαρξιακά αδιέξοδα που δεν επιλύθηκαν με τη μεταπολίτευση και άρχισε την πλάκα. Έτσι, σε μια φάση εξηγούσε πως μια γενιά κινηματογραφιστών το έριξε σε άλλα επαγγέλματα (δείχνοντας εικόνες από το ανθοπωλείο "Αγγελόπουλος", το μπακάλικο "Μαρκετάκη" και το φούρνο "Αλευρά". Μετά έδειξε πως μια παρέα αποφάσισε να ταξιδέψει αλλά επειδή δεν είχε λεφτά για εισιτήριο πήγε μέχρι το αεροδρόμιο και κοιτούσε τα αεροπλάνα να φεύγουν. Με τα πλάνα από τα αεροπλάνα έφτασε το διάλειμμα.

Γύρισα και κοίταξα τον Π. Είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό.

- Πώς σου φαίνεται; ρώτησα.
- Φεύγω, είπε - κι έφυγε.

Οι περισσότεροι γύρω γύρω κοιτάζονταν αμίλητοι. Περισσότερο αμηχανία παρά οτιδήποτε άλλο. Το δεύτερο μέρος άρχισε και η πλάκα συνεχίστηκε. Ο ήρωάς μας, το παιδί που μέγαλωσε και έγινε φτυστός ο σκηνοθέτης, έπαιρνε συνεντεύξεις από διάφορους τύπους σε παγκάκια της Αθήνας ρωτώντας τη γνώμη τους για τον Αλευρά. Έδειξε και ένα περίπτερο όπου οι εφημερίδες έγραφαν για τον Αλευρά με πηχιαίους τίτλους. Ελλείψει ψηφιακών εφέ την εποχή εκείνη, φαντάζομαι οι εφημερίδες (και οι συνταξιούχοι στα παγκάκια) μιλούσαν για το Γιάννη Αλευρά, νούμερο δύο του κοινοβουλετικού ΠΑΣΟΚ όταν γυριζόταν η ταινία και πρόεδρο της Βουλής την εποχή που περιγράφω. Ύστερα ακολούθησαν κι άλλες πλακίτσες, όχι πολύ πετυχημένες μάλλον. Δε νομίζω να θυμάμαι καμμιά άλλη.

Θυμάμαι ότι τα φώτα άναψαν πέντε λεπτά πριν την ώρα που έφευγε το τελευταίο λεωφορείο. Πετάχτηκα πάνω και έτρεξα προς την έξοδο. Μάζεψα και μια αφίσα που διαφήμιζε τις προβολές και άρχισα να τρέχω στη Σταδίου. Πρόλαβα στο τσακ - έφτασα σπίτι δωδεκάμιση πάνω που οι δικοί μου είχαν αρχίσει να ανησυχούν. Αλλά τους είχα καλά εκπαιδευμένους "πού ήσουνα;" ρώτησαν, "σινεμά" είπα - και τέλος.

Είπα στα παιδιά από το σχολείο ότι είχα δει την πέτρα του σκανδάλου, αλλά μια και δεν είχε τσόντα τελικά δε θεωρήθηκε σοβαρό επίτευγμα. Λίγο καιρό αργότερα διάβασα σε ένα περιοδικό (μάλλον στο ΑΝΤΙ αλλά δεν είμαι σίγουρος) μια αναφορά στα γεγονότα της βραδιάς εκείνης. Η κυρία που υπέγραφε το άρθρο αναφερόταν κυρίως στο γιουχάισμα που, αδίκως μάλλον, έφαγε η προηγούμενη ταινία. Αναρωτιόταν τι απέγιναν οι αγωνίες και οι αναζητήσεις των παιδιών της μεταπολίτευσης, που στο κάτω κάτω ήταν μόλις πριν δέκα χρόνια. Μου φάνηκε τεράστιος χρόνος το "δέκα χρόνια" τότε - σήμερα έχουν περάσει άνω των είκοσι από εκείνη τη βραδιά και μάλλον αρχίζω να την καταλαβαίνω...

Αφού πέρασε κάμποσος καιρός και έφυγα κάποτε από το πατρικό μου, οι επισκέπτες του "δικού μου" σπιτιού έβλεπαν σε ένα σημείο ενός τοίχου τρεις αφίσες κολλημένες: μία από ένα κονσέρτο κιθάρας (της δασκάλας μου), μία από μια έκθεση ζωγραφικής (κάτι φίλων) και την αφίσα που διαφήμιζε τις προβολές για τα 10 χρόνια νέου ελληνικού κινηματογράφου 1974-1984. Υποθέτω θα θεωρούσαν ότι είμαι μέγα ψώνιο της κουλτούρας, αλλά για να λέμε του στραβού το δίκιο, αυτές τις αφίσες είχα, αυτές έβαλα - το βασικό ήταν να μη φαίνονται οι ξυσμένοι σοβάδες και η τρύπα που είχαν ανοίξει οι προηγούμενοι ενοικιαστές για να περνάει ο σωλήνας του πλυντηρίου προς την αποχέτευση.

Κάπου κάποτε άκουσα και ένα τραγουδάκι που νομίζω πως έδωσε τον τίτλο του στην επίμαχη ταινία και σε τούτες τις αναρτήσεις. Σα να θυμάμαι αμυδρά, πως η ταινία τελείωνε με ένα κοριτσάκι που το απήγγειλε. Έψαξα λίγο στο διαδίκτυο αλλά το μόνο σχετικό που βρήκα ήταν ένα του Τσιτσάνη που έλεγε:


Πέφτουν οι σφαίρες σαν το χαλάζι
κι ακουμπισμένος σ' ένα δεντρί
ο τραυματίας αναστενάζει
και τη μανούλα του ζητάει για να δει
Αλλά μάλλον δε θα 'ναι το ίδιο.


Την αφίσα της ταινίας "Πέφτουν οι σφαίρες σαν το χαλάζι κι ο τραυματισμένος σκηνοθέτης αναστενάζει" τη βρήκα σε μια ιστοσελίδα χωρίς πολλές άλλες πληροφορίες και την τοποθέτησα στο πρώτο μισό της ανάρτησης. Τη φωτογραφία του σκηνοθέτη να μασουλάει ένα σπαγγέτι-κορδόνι που δείχνω εδώ την πέτυχα στην ιστοσελίδα του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, αν και είναι σαφώς μεταγενέστερη της περιγραφόμενης προβολής. Ατυχώς δεν βρήκα οπτικό υλικό από την ταινία "24 Ιούλη" του Λευτέρη Χαρωνίτη (την "άλλη ταινία" που προηγήθηκε), που παρά την πλάκα, νομίζω ότι για την εποχή μια χαρά έκανε και τη γύρισε. Άλλωστε τότε έπεφταν ακόμα τα μπάζα του οικοδομήματος της χούντας - άλλο αν με ορισμένα μεταπολιτευτικά μπάζα ακόμα ταλαιπωρούμεθα.

Αν και η ΚΝΕ και νεολαία ΠΑΣΟΚ ακόμα υφίστανται, χωρίς βέβαια μεγάλη πολιτική σχέση με τους προ τριακονταπενταετία προβληματισμούς, η Ελληνική Κομμουνιστική Νεολαία (ΕΚΟΝ) "Ρήγας Φεραίος" που ξεκίνησε ως αντιδικτατορική οργάνωση και μετά τη μεταπολίτευση ήταν η νεολαία του ΚΚΕ Εσωτερικού, διαλύθηκε με την αυτοδιάλυση του κόμματος αυτού στα τέλη της δεκαετίας του '80.