ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


30/12/14

Τα 'χει τετρακόσια

ή περίπου...

Για την ακρίβεια, τα ‘χω τετρακόσια ένα, αλλά το ένα το έχω βάλει δύο φορές απαράλλαχτο οπότε δε μετράει. Τα ‘χω λοιπόν τετρακόσια. Τα ποστ (ή αν προτιμάτε, τις αναρτήσεις). Για να είμαι ακόμα πιο ακριβής, το πλήρες νούμερο είναι 427 αλλά στον αριθμό περιλαμβάνονται 27 ημιτελή ή ανακληθέντα κείμενα και δεν είμαι βέβαιος πόσα από αυτά θα φτάσουν εν τέλει οριστικά στη βιτρίνα. Μερικά δεν είναι καν κείμενα ακόμα, είναι απλώς μια λέξη που θυμίζει κάποια ιδέα που είχα κάποτε, να γράψω ένα κείμενο για αυτό ή για κείνο, για πράγματα που σήμερα μπορεί να μη θεωρώ καθόλου σημαντικά πια ή έστω αξιοσημείωτα.

Έχουν μείνει λοιπόν τετρακόσια. Φυσικά δεν είναι «δικά μου» όλα, κάμποσα είνα δανεικά (και αγύριστα), κείμενα που έχω λεηλατήσει, λόγια μεγάλων ανδρών και γυναικών (και μερικά όχι και τόσο μεγάλων, εντάξει), βάλε κι ένα παρατημένο «σήριαλ» όχι μόνο δικό μου, και μια αυτοπαρουσίαση. Τα περισσότερα όμως είναι δικά μου. Ξαναδιαβάζω μερικά στην τύχη, θυμάμαι τις συγκυρίες που τα γέννησαν, ρίχνω καμιά ματιά στα σχόλια (αν έχουν), χαμογελάω με μερικά πράγματα που έγραφα ή που μου έγραφαν (ενίοτε υπό το φως των, ας πούμε, «ιστορικών εξελίξεων» από την εποχή που γράφτηκε αυτό ή εκείνο). Κείμενα καμιά φορά συμπαθητικά, συχνά άνισα, αρκετές φορές αυτό που λένε αγγλιστί irrelevant πλέον, ιδιότητα που έχουν ακόμα και μερικά πολύ πρόσφατα.

Σε κάνα μήνα θα κλείσω εφτά χρόνια στη μπλογκόσφαιρα. Αν έκανα τη διαίρεση θα έβγαζα περίπου πενηνταπέντε-εξήντα κείμενα το χρόνο, χοντρά ίσως πέντε το μήνα. Φυσικά δεν πάει έτσι ακριβώς ομαλά το πράγμα, καθότι τα πρώτα χρόνια ήμουν πολύ πιο παραγωγικός (καινούργιο κοσκινάκι μου) και όσο περνάει ο καιρός η συχνότητα των αναρτήσεων φθίνει, και υπάρχουν και αρκετά μεγάλα κενά πια, όχι μόνο κάτι καλοκαίρια που ήμουν εκτός δικτύου γενικά, αλλά και εποχές που είμαι μια χαρά δικτυωμένος αλλά χωρίς όρεξη να γράψω, ή με όρεξη να γράψω άλλα πράγματα λιγότερο επικαιρικά ή με μια διάθεση απλώς να βάλω τις φωνές αλλά ποιος κάθεται να διαβάζει ένα διαρκές «αααααααα» αντί για ανάρτηση; Παρακμή, όσο να ‘ναι. Ποσοτικά τουλάχιστον.

Βέβαια δεν έχω τύψεις, καθότι η παρακμή αφορά συνολικά το ιστολογείν, κι εδώ από τα τέσσερις χιλιάδες χτυπήματα το μήνα πριν λίγα χρόνια σε πολύ κάτω από δύο χιλιάδες σήμερα (κι όχι μόνο επειδή άλλαξε αλγόριθμο η google), κι ένα σωρό κόσμος που τα πρώτα χρόνια διάβαζα και με διάβαζε τα ‘χει κλείσει τα ρημάδια εδώ και καιρό, μερικοί είχαν και την πρόνοια να τα σβήσουν ολοσχερώς, άλλοι τα άφησαν να χάσκουν σα βομβαρδισμένα ερείπια τόσο που λες «τι έγινε αυτός, μήπως πέθανε;» και σε τουλάχιστον μία περίπτωση αυτό ακριβώς συνέβη, αλλά γενικά οι πιο πολλοί ενδεχομένως χαίρουν άκρας υγείας σε άλλα format, στο facebook και στο tweeter και άλλες χαριτωμένες πλατφόρμες που δεν απαιτούν και καμμιά φοβερή κούραση και είναι πιο συμβατές με τηλέφωνα-γκάτζετ. Άλλοι πάλι απλώς βαρέθηκαν, είπαν ό,τι είχαν να πουν στη φάση τάδε και πήγαν παρακάτω· ουδείς ψόγος εννοείται.

Θυμάμαι φευγαλέες εντυπώσεις από όλα αυτά τα χρόνια· την παράκληση «μέχρι 300 λέξεις, παρακαλώ» που φυσικά ποτέ σχεδόν δεν υιοθέτησα, αγανακτισμένους σχολιαστές που θεώρησαν ότι τους έθιξα την αγαπημένη τους τραγουδίστρια, κουβέντες παρηγορητικές σε δύσκολες εποχές από ανθρώπους ακριβούς, ανθρώπους που πέρασαν κάποτε κι έφυγαν, άλλους που πάνε κι έρχονται ακόμα, καθώς η ζωή συνεχίζεται και πίσω δε γυρνάει, τα επιχειρήματά μου υπέρ της διαδικτυακής ανωνυμίας (που σιωπηρώς ανέτρεψα αργότερα εκ των πραγμάτων γράφοντας και υπογράφοντας την αυτοπαρουσίαση που λέγαμε, εκνευρισμένος μάλλον από την έκταση του φαινομένου της λογοκλοπής – όχι της αντιγραφής που εννοείται ότι δε με πειράζει καθόλου), τη διαρκή αναβολή ενός εκτεταμένου «αισθητικού» ανασχεδιασμού της σελίδας καθότι αυτό που βλέπετε είναι απλώς το «προσωρινό» φορμάτ στο οποίο άρχισα να ποστάρω και δε με ικανοποιούσε αλλά είπα ότι θα το αλλάξω εν ευθέτω χρόνω όπως τόσα άλλα πράγματα που έχω να κάνω «εν ευθέτω χρόνω» στη ζωή μου και παραμένουν διαρκώς αναβαλλόμενα, όχι όλα βέβαια και όχι πάντα, αλλά αρκετά συχνά ώστε να υπάρχει ένα pattern που λένε και για τους σήριαλ κίλερ στις καθωσπρέπει αστυνομικές ιστορίες, έτσι δεν είναι;

Και καθώς αυτό το οιονεί απολογιστικό κείμενο υπ’ αριθμόν τετρακόσια (ή 401 ή 428) γράφεται ενώ ο χρόνος τελειώνει, συγκυριακά βέβαια, και είναι εποχή απολογισμών γενικότερα και new year resolutions και άλλα ηχηρά παρόμοια, ας το κλείσουμε με το αγαπημένο μου απολογιστικό τραγουδάκι που πρωτοάκουσα ένα βράδυ του 1983 στο Ολυμπιακό Στάδιο από το Σαββόπουλο αλλά είναι μέσες άκρες απόδοση ενός ιταλικού τραγουδιού, του L' anno che verrà του συχωρεμένου του Λούτσιο Ντάλλα.

Κατά τα λοιπά, καλά να είμαστε να τα λέμε πότε πότε· και καλή χρονιά.



26/12/14

Καρυότυπος (Άκης Παπαντώνης)


     Το βράδυ, στο ξενοδοχείο, έπεσε για ύπνο νωρίς. Οι παρουσιάσεις του προκαλούσαν μια νευρικότητα και όταν ένιωθε έτσι ήθελε να κοιμάται. Στον ύπνο του ονειρεύτηκε το κεντρικό αμφιθέατρο του EMBL. Στην πόρτα ήταν αναρτημένη μια αφίσα με το όνομά του και δίπλα η φράση «Μια διάλεξη που δεν δόθηκε». Έξω χιόνι. Στην πρώτη σειρά κάθονταν ο επιβλέπων καθηγητής του στην Οξφόρδη, η επιβλέπουσα του διδακτορικού του, μ’ ένα τσιγάρο στο στόμα, οι δασκάλες του από την πρώτη και τη δευτέρα δημοτικού, οι γονείς του – ο πατέρας με την τρομπέτα ακουμπισμένη στα γόνατα –, η πρώην του φορώντας το πορτοκαλί μαγιό της. Πίσω τους μια σειρά νεκροί νομπελίστες με ραμμένα βλέφαρα και χείλη. Μπαίνοντας στο αμφιθέατρο, τους φιλάει όλους σταυρωτά. Εκτός από την πρώην του που τον αποστρέφεται. Ανεβαίνει στο πόντιουμ. Τον αναγγέλει μια νεαρή φοιτήτρια απαγγέλοντας μερικές αράδες αποστηθισμένες από το βιογραφικό του. Η κοπέλα μοιάζει με τη δικηγόρο του αεροπλάνου και φοράει το ίδιο βαθύ κόκκινο κραγιόν. Κάνει όμως λάθος στο όνομά του. Δικαιολογείται λέγοντας πως είναι ελληνικό – ακούγονται φιμωμένα γέλια από τα ραμμένα στόματα. Τα φώτα χαμηλώνουν. Ο προτζέκτορας ρίχνει φως στο πανί. Το χιόνι ολοένα σκαρφαλώνει ψηλότερα στα παράθυρα. Το πρώτο σλάιντ έχει τον τίτλο της διάλεξης: «Η βιολογία της στοργικότητας: από τα χρωμοσώματα στη συμπεριφορά». Πρώτη του φράση (εξαντλητικά προβαρισμένη): «Είναι η στοργικότητα ένα βιοχημικό λάθος;» Η επιβλέπουσα του διδακτορικού του ανάβει το τσιγάρο της. Εκείνος περνάει τα σλάιντ πολύ γρήγορα. Μηχανικά. Το στόμα του ανοιγοκλείνει, αλλά δεν ακούγεται η φωνή του. Η νεαρή φοιτήτρια έρχεται και καφιτσώνει ένα μικρόφωνο στο πουκάμισό του. Συνεχίζει να μην ακούγεται. Το δυναμώνει. Τίποτα. Ένας ένας οι παριστάμενοι αποκοιμούνται. Κατεβαίνει από το πόντιουμ. Αρχίζει να τρέχει ανάμεσα στους κοιμισμένους. Τους σκουντάει να ξυπνήσουν. Δεν ξυπνάει κανείς. Επιστρέφει στη θέση του ιδρωμένος. Συνεχίζει τη διάλεξη σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Το τσιγάρο της επιβλέπουσας του πέφτει στη μοκέτα και την καίει. Φτάνει στο τελευταίο σλάιντ. Κατακλείδα: «Η μελέτη της βιολογίας της στοργικότητας βραχυκυκλώνει τα ξυπνήματά μου». Το χιόνι έχει καλύψει τα παράθυρα μέχρι επάνω. Σκέφτεται ότι η πρώην του θα κρυώνει (και τον χειροκροτά απλώς και μόνο για να ζεσταθεί).
 
     Ξύπνησε ήρεμος λίγο πριν τις εφτά, να προλάβει το πρωινό στο ισόγειο και να κάνει μια τελευταία πρόβα την ομιλία του. Έξω χιόνιζε.

Άκης Παπαντώνης - Καρυότυπος
Εκδόσεις Κίχλη (2014)

Σ.Σ. Λοιπόν, αυτή την επιβλέπουσα με το τσιγάρο στο στόμα σα να τη βλέπω μπροστά μου...

(Μη σου πω και το πορτοκαλί μαγιώ ολότελα...)


22/12/14

Ο άνθρωπος με τον κατηφέ

Ο άνθρωπος με τον κατηφέ - Στυλό μπικ σε μπλοκάκι καφενείου
© Ν. Στενός (2011)


Ονειρεύτηκε, αναγνωρίζω τώρα, την ημερομηνία πάνω στο δολάριο.
 
Χόρχε Λουίς Μπόρχες – Ο άλλος
Το βιβλίο της άμμου (1975)

Ο άνθρωπος απέναντί μου βαστάει ένα κιτρινωπό λουλουδάκι και ποζάρει μάλλον στα αστεία για τον αυτοσχέδιο σκιτσογράφο στο καφενείο του Αυγά, στον Εύδηλο της Ικαρίας. Είναι καλοκαίρι, δε θυμάμαι ακριβώς ποιας χρονιάς. Φοράει ενδυμασία παραλίας μάλλον, βερμούδα και T-shirt, γυρίζει ανάποδα το τζόκεϊ καθ’ υπόδειξιν του καλλιτέχνη και γελάει μαζί με την υπόλοιπη παρέα όταν μια κοπέλα από το διπλανό τραπέζι σχολιάζει ότι ζούμε τη γέννηση ενός θρύλου: ο άνθρωπος με τον κατηφέ μπορεί να γίνει μια μέρα πιο διάσημος από τον άνθρωπο με το γαρύφαλλο.

Φυσικά υπάρχουν διαφορές ορατές διά γυμνού οφθαλμού, καθότι το ένα έργο το έφτιαξε ο Πικάσο ενώ το άλλο το Νικολάκι το Κλαιρό που δεν έχει τη φήμη του Ισπανού συναδέλφου, τουλάχιστον προς το παρόν. Επίσης ο εικονιζόμενος δεν είναι και κανένας Μπελογιάννης. Στην πραγματικότητα η μόνη ομοιότητα είναι ότι και τα δύο σκίτσα απεικονίζουν κάποιον που κρατάει ένα λουλούδι, και δεν είμαι καν βέβαιος ότι το όνομα του κίτρινου άνθους που κρατάει ο δικός μας είναι όντως «κατηφές»· αν μου έλεγαν ότι είναι «μη με λησμόνει» ή «πού σε πονεί και πού σε σφάζει» πάλι ναι θα έλεγα.

Κοιτάζω τον άνθρωπο με κάποια περιέργεια· ομολογώ ότι κάτι μου θυμίζει. Πρέπει να είναι περασμένα σαράντα αν και με την πρώτη ματιά δεν του φαίνονται όλα, το καταλαβαίνεις πάντως αν είσαι λίγο παρατηρητικός στις λεπτομέρειες. Είναι αρκούντως υπέρβαρος, αλλά με έναν τρόπο ιδιάζοντα, σαν όλο αυτό το βάρος να μην είναι κάτι πρόσθετο και ξένο, αλλά κάτι που κουβαλάει έκπαλαι και είναι κομμάτι του εαυτού του τόσο που να δυσκολεύεσαι να τον φανταστείς χωρίς αυτό. Είναι σχετικά αξύριστος και διακρίνω κάμποσες άσπρες τριχούλες να ξεπροβάλλουν, αν και τα μαλλιά του είναι ως επί το πλείστον μαύρα και κάπως μακριά, και στοιβάζονται σε μπούκλες που τακτοποιεί εκ του προχείρου κάτω από το καπελάκι. Μερικές πετάγονται στο πλάι και τον κάνουν ενίοτε να μοιάζει με κάτι ζηλωτές εβραίους χασιντίμ, αν και το υπόλοιπο λουκ δεν παραπέμπει σε τίποτα παρόμοιο.

Φοράει μεγάλα στρογγυλά γυαλιά ηλίου και μυωπίας μαζί· πιθανώς θα ήθελε να δείχνουν κάπως διανοουμενέ α λα Τζον Λέννον, αν και μάλλον αποτυγχάνουν στην προσπάθεια. Δυσκολεύομαι να διακρίνω τα μάτια του. Κάποια στιγμή πιάνει το βλέμμα μου και με κοιτάζει με απροσποίητη περιέργεια γέρνοντας λίγο το κεφάλι δεξιά. Του χαμογελάω χαζά και μου αντιγυρίζει το χαμόγελο ακόμα χαζότερα, πλήρης αμηχανίας. Για να ξεφύγω από την άβολη κατάσταση τον ρωτάω αν έρχεται συχνά εδώ. Στην Ικαρία; Ναι, στην Ικαρία. «Εξαρτάται πώς εννοείτε το συχνά», μου λέει. «Λιγότερο συχνά από όσο θα ήθελα». Του εξηγώ ότι τον έχω ξαναδεί και κάτι μου θυμίζει, αλλά δεν είμαι βέβαιος. Ίσως τον έχω ξαναδεί εδώ. Δεν το αποκλείει, κι εγώ κάτι του θυμίζω. Αλλά κανονικά ζει στο εξωτερικό.

Σκέφτομαι να αρπαχτώ από αυτό και να αρχίσω να λέω ότι κι εγώ ζούσα έξω παλιά και μάλιστα σε δύο χώρες, αλλά από την άλλη μάλλον δεν είναι καλό να περιαυτολογήσω σαν μερικούς που στα λόγια των άλλων ψάχνουν μια πάσα για να πουν «ναι, κι εγώ λοιπόν...» ή «μα βέβαια, θυμάμαι τότε που...» και αντ’ αυτού αποφασίζω να του δώσω εγώ την πάσα για να μιλήσει εκείνος και ρωτάω με όσο μεγαλύτερη φυσικότητα μπορώ:

- Και γιατί φύγατε;

Προς στιγμήν φαίνεται να απορεί με την ερώτηση. Ύστερα κοιτάζει τον κατηφέ σα να περιμένει την απάντηση από εκεί. Ύστερα λέει χαμηλόφωνα «για δουλειά».

- Μνημόνιο; ρωτάω κάπως προβοκατόρικα.

Μου εξηγεί ελαφρώς απρόθυμα ότι έφυγε εκείνη την εποχή, αλλά όχι γι’ αυτό το λόγο. Πιο πολύ η ανάγκη να κάνει μια νέα αρχή. Όχι ότι έχει σημασία ο τόπος (εδώ παρεμβάλει κάτι στίχους του Καβάφη, η πόλις θα σ’ ακολουθεί και κάτι τέτοια) απλά ήταν η φάση περίεργη, όχι μόνο επαγγελματικά. Κάπως σα να θυμάται κάτι και συνεχίζει με μεγαλύτερη ζωηράδα την αφήγηση: εξηγεί ότι έχει αλλάξει πολλούς τόπους τα τελευταία χρόνια, και πολλές δουλειές. Και ότι όλα ξεκίνησαν μια μέρα πριν πολλά χρόνια, που σκέφτηκε ότι κοντεύει τα σαράντα και δεν έχει ακόμα κάνει στη ζωή του πολλά από όσα είχε κατά καιρούς ονειρευτεί και σχεδιάσει.

Στο τραπέζι έρχεται μια παρτίδα ούζα με μεζέ. Ο άνθρωπός μας αφήνει τον κατηφέ κατά μέρος και πιάνει το ποτήρι· όπως τον κόβω είναι αρκετά γερό ποτήρι κι ακόμα πιο γερό πιρούνι: τσακίζει τα μεζεδάκια σε ελάχιστο χρόνο. Μάλλον του φτιάχνει το κέφι αυτό και συνεχίζει την αφήγηση λέγοντας πώς άφησε την Αθήνα αρχικά και μετά την Ελλάδα, πώς αλλάζει συχνά περιβάλλοντα και παρέες και κάνει καινούργιους φίλους. Σε τελευταία ανάλυση πώς η ζωή του έχει γίνει πιο ενδιαφέρουσα τα τελευταία χρόνια. Αλλά και πιο κουραστική. Ο χρόνος περνάει, κι αυτό έχει κόστος.

Τσουγκρίζουμε τα ποτήρια μας. Τον ρωτάω αν θα γύριζε πίσω, και υπό ποιες προϋποθέσεις. Μου απαντάει πως αν και δεν έχει φριχτά παράπονα από τη ζωή του, πάντα υπάρχει κάτι που τον γαργαλάει και τον τραβάει αλλού. Δεν έχει μετανιώσει που έφυγε, αλλά θα ήθελε ίσως να έχει πιο πολλές ρίζες κάπου. Μου σιγοσφυρίζει το στίχο του Πασχαλίδη που λέει «όλους τους ξέμπαρκους τους τρώει το σαράκι, μα όσοι ταξίδεψαν ζηλεύουν την Ιθάκη». Εν προκειμένω ίσως την Ικαρία. Ρωτάω αν έχει οικογένεια εδώ. Έχει γονείς, έχει αδέλφια, έχει φίλους. Δεν έχει παιδιά. Ίσως θα ήθελε να έχει για κάποιους λόγους, αλλά δεν είναι εντελώς στο χέρι του. Ίσως καθόλου στο χέρι του.

Δε θέλω να ξεστρατίσει η κουβέντα σε πολύ προσωπικές εξομολογήσεις χωρίς νόημα και τον ρωτάω για τα σχέδιά του για το μέλλον. Με κοιτάζει με μια ορισμένη έκπληξη, λέγοντας ότι είναι μάλλον μεγάλος για να κάνει σχέδια για το μέλλον διότι το μέλλον του είναι μικρότερο πλέον από το παρελθόν. Ισχυρίζομαι ότι αυτό είναι εντελώς λανθασμένο και απαισιόδοξο και πάντα μπορείς να κάνεις σχέδια. Με κοιτάζει ελαφρώς ειρωνικά λέγοντάς μου ότι είμαι μικρός ακόμα, μάλλον. Εκνευρίζομαι και του απαντώ ότι είμαστε περίπου συνομήλικοι, ίσως και να τον περνάω δυο-τρία χρόνια. Γελάει, αλλά καταλαβαίνω ότι δεν το κάνει με κακία. «Απλώς είμαστε σε διαφορετική φάση», μου λέει. Συμφωνώ, μάλλον. Ύστερα σκύβει προς το μέρος μου ντροπαλά και σχεδόν ψιθυριστά μου λέει «Δεν είναι αλήθεια, έχω διάφορα σχέδια».

Σκύβω κι εγώ συνωμοτικά να τον ακούσω. Μου ψιθυρίζει στο αυτί ότι σχεδιάζει να πάρει ένα ιστιοπλοϊκό σκάφος και να διασχίσει τη Μεσόγειο, τουλάχιστον. Με φίλους. Τον ακούω έκπληκτος· είναι λοιπόν ιστιοπλόος; Μήπως τελικά τον ξέρω από κανένα σκάφος; Μου απαντά ότι δεν είναι στ’ αλήθεια ιστιοπλόος, αν και είχε κάνει μαθήματα παλιά, απλά του αρέσει να φαντάζεται πράγματα και να ονειροπολεί. Του λέω με κάπως επιτιμητικό τόνο ότι δεν πρέπει να δίνει ψευδείς εντυπώσεις, κι αν του αρέσει να φαντάζεται και να ονειροπολεί καλύτερα να γίνει συγγραφέας μυθιστορημάτων. Σκάει στα γέλια, δυνατά και για ώρα. Οι γύρω μας κοιτάζουν παραξενεμένοι. Όταν σταματάει να γελάει σηκώνει το ποτήρι του και πίνει στη υγειά μου. Παρατηρεί ότι για να γίνεις συγγραφέας δεν χρειάζεται ονειροπόληση και φαντασία, χρειάζεται κυρίως δουλειά, επιμονή και κώλο από βαρίδια, που ο ίδιος δεν διαθέτει. Μπορείς να έχεις φαντασία και να ονειροπολείς φτυαρίζοντας χώματα. Τον ρωτάω ελαφρώς ειρωνικά αν στη δουλειά του φτυαρίζει χώματα. Σηκώνει τους ώμους αδιάφορα· λέει «ναι, κι αυτό καμμιά φορά, ιδίως τις Πέμπτες».

Για λίγη ώρα μένουμε σιωπηλοί· δεν ξέρω πώς να πάρω αυτά που λέει. Προφανώς του αρέσει να μιλάει για τον εαυτό του, αλλά το κάνει με έναν τρόπο λίγο μυστήριο και κρυπτικό που με εκνευρίζει κάπως. Μου βγάζει έναν εξυπνακισμό που δεν κολλάει με το υπόλοιπο image· στο κάτω κάτω δεν είναι παρά ένας κοντόχοντρος μεσήλικας, ένας τύπος λίγο πολύ σαν όλους μας γύρω από αυτό το τραπέζι. Απλώς κρατάει έναν κατηφέ. Ή μάλλον τον κρατούσε, διότι το λουλούδι είναι παρατημένο ανάμεσα σε ούζα και ποικιλίες. Κάποια στιγμή σπάει τη σιωπή ο σκιτσογράφος και μου δίνει το σκίτσο ρωτώντας με πώς μου φαίνεται. Κοιτάζω μία το σκίτσο και μία το μοντέλο του· προφανώς έχει κάποιες δυσαναλογίες στο μέγεθος των χεριών, αλλά έχει πετύχει αρκετές κρίσιμες λεπτομέρειες. Το λακκάκι στο πηγούνι ας πούμε, ή τη μύτη, αρκετά. Δεν έχει πιάσει βέβαια το βλέμμα, που δεν καλοφαίνεται πίσω από τα σκούρα γυαλιά, ούτε το πονηρό γελάκι με το οποίο μας αντιμετωπίζει καθώς ολοκληρώνουμε την αντιπαραβολή.

Αφήνω το σκίτσο δίπλα στον κατηφέ και ξεκινάμε μια άσχετη κουβέντα για σκύλους και λοιπά κατοικίδια. Κάποιος τον ρωτάει αν έχει ο ίδιος κάποιο ζώο· απαντάει ότι κάποτε υπήρχαν ζώα σε ένα σπίτι που ζούσε, αλλά όχι δικά του. Η κουβέντα συνεχίζεται χωρίς να συμμετέχει ιδιαίτερα· μάλλον έχει ψιλοζαλιστεί από τα ούζα και τη μεσημεριανή ζέστη. Κάποια στιγμή σηκώνεται βαριεστημένα και συνειδητοποιώ ότι ο σκιτσογράφος δεν έχει απεικονίσει δυσανάλογα τα μέλη όπως νόμιζα, αλλά ότι ο άνθρωπός μας είναι όντως κάπως δυσανάλογος, με απροσδόκητα κοντά χέρια και πόδια να φύονται σε ένα σώμα αρκούντως ογκώδες. Μας αποχαιρετά και βαδίζει με μικρά χορευτικά βηματάκια προς ένα κόκκινο αμάξι, γυρνώντας το τζόκεϊ κανονικά κόντρα στον ήλιο αυτή τη φορά. Ξαφνικά κοντοστέκεται, επιστρέφει προς το μέρος μας και χαμογελώντας παίρνει τον κατηφέ από το τραπέζι. Ύστερα στρέφει σε εμένα και μου λέει μ’ εκείνο το μισοπόνηρο, εξυπνακίστικο υφάκι του.

- Αν περάσετε από τη γειτονιά μου να με επισκεφτείτε το δίχως άλλο.
- Το δίχως άλλο, φυσικά, αλλά πού είναι η γειτονιά σας;
- Νοικιάζω ένα διαμέρισμα στην οδό Εμπαϊσαδόρ Αουγούστου ντε Κάστρου, νούμερο 5. Δυο βήματα από τον Ωκεανό.
- Στον πρώτο όροφο, να υποθέσω; Το διαμέρισμα δεξιά;
- Ακριβώς,
λέει γελώντας. Πάνω από τον Κινέζο.

Είναι στ’ αλήθεια μεθυσμένος από ό,τι φαίνεται. Βάζει τον κατηφέ στο αυτί, και βαδίζει πάλι με τα μικρά του χορευτικά βηματάκια προς το κόκκινο αμάξι. Ανάβει αριστερό φλας παρότι κανείς δεν είναι γύρω του και φεύγει από την πλατεία μέσω της εναέριας γέφυρας. Σιγά σιγά φεύγουν όλοι κι ετοιμάζομαι να φύγω κι εγώ· πληρώνω και για τους δυο μας. Την τελευταία στιγμή θυμάμαι να πάρω από το τραπέζι το σκίτσο.

Δυο-τρία χρόνια μετά, χειμώνα στο Ηράκλειο, το χαζεύω παρατημένο δίπλα στον εκτυπωτή. Όσο μεγαλώνω του μοιάζω όλο και λιγότερο. Ανεπαίσθητα βέβαια, αλλά αρκετά ώστε να το βλέπω. Ο χρόνος περνάει, κι αυτό έχει κόστος.

Ο άλλος περιμένει να χτυπήσει το τηλέφωνο για να μιλήσει στην αγαπημένη του την ώρα που στεγνώνει νοτισμένα ρούχα στο ηλεκτρικό καλοριφέρ, στην οδό Εμπαϊσαδόρ Αουγούστου ντε Κάστρου, δυο βήματα από τον Ωκεανό. Μέσα του, κρυφά, κάνει σχέδια για το μέλλον.

Το μέλλον του είμαι εγώ, αλλά ακόμα δεν το ξέρει.


Σ.Σ. Τη γενική ιδέα του κειμένου την πήρα από το διήγημα του Μπόρχες «Ο άλλος» από τη συλλογή «Το βιβλίο της άμμου», αν και το θέμα του Doppelgänger που είναι αρκετά κοινό στη μπορχεσιανή μυθολογία φυσικά με υπερβαίνει αφηγηματικώς. Το σκίτσο το έκανε για πλάκα ο Νίκος Στενός (aka Κλαιρό) το καλοκαίρι του 2011, νομίζω (ή ίσως του 2012). Η (ακριβέστατη) ιδέα ότι το συγγραφιλίκι θέλει κώλο από βαρίδια προέρχεται από ένα κείμενο του Αντώνη Σουρούνη που τώρα μου διαφεύγει ποιο ακριβώς είναι, ίσως «Τα τύμπανα της κοιλιάς και του πολέμου» και εν προκειμένω μάλλον της κοιλιάς.

Το άνθος με το ευφάνταστο όνομα «πού σε πονεί και πού σε σφάζει» είναι μια ονοματοδοτική προσφορά του ιστολογίου για τους βοτανικούς και ανθοκόμους του μέλλοντος, κι ας μην το ξέρουν ακόμα.


15/12/14

Ισμαήλ Πιγκαφέττα

http://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/a/ab/Magellan_Elcano_Circumnavigation-en.svg

Λέγε με Ισμαήλ. Πριν από μερικά χρόνια – δεν έχει σημασία πόσο ακριβώς – έχοντας λίγα ή καθόλου χρήματα στο πουγκί μου και τίποτα ιδιαίτερο που να με ενδιαφέρει στη στεριά, σκέφτηκα να ταξιδέψω λίγο στη θάλασσα και να δω το υδάτινο μέρος του κόσμου. Είναι ένας τρόπος που έχω να διώχνω το σπλήνιασμα και και να ρυθμίζω το κυκλοφοριακό. Όταν πιάνω τον εαυτό μου να στραβώνει το στόμα· όταν μες στη ψυχή μου είναι Νοέμβρης υγρός, που ψιλοβρέχει [...] τότε θεωρώ πως ήρθε πια η ώρα να μπαρκάρω, όσο πιο γρήγορα μπορώ. Είναι το δικό μου υποκατάστατο του πιστολιού και της σφαίρας. Με μια φιλοσοφική χειρονομία όλο μεγαλοπρέπεια, ο Κάτων ρίχνεται πάνω στο σπαθί του· εγώ παίρνω ήσυχα το πλοίο. Δεν υπάρχει τίποτα το εκπληκτικό σ’ αυτό. Αν το ήξεραν έφτανε· όλοι σχεδόν οι άνθρωποι, με τον τρόπο τους, αργά ή γρήγορα, θα έτρεφαν πάνω-κάτω τα ίδια αισθήματα με μένα για τον ωκεανό.

Μόμπυ Ντικ ή η Φάλαινα – Χέρμαν Μέλβιλ


I. Υπεράριθμος

Ο πιο γνωστός ήρωας της ιστορίας, στα πορτογαλικά λεγόταν Φερνάο ντε Μαγγαλιάες (με κάποιες μικρές ιδιαιτερότητες στην προφορά). Γεννήθηκε κάπου στο Ντούρο ή στο Τρασ-ο-μόντες, στα βόρεια της χώρας, γύρω στο 1480. Γύρω στο 1505 μπάρκαρε με το στόλο του Φρανσίσκο ντε Αλμέιδα για τις Ινδίες· έμεινε εκεί περίπου οχτώ χρόνια. Συμμετείχε στην πορτογαλική κατάκτηση της Μαλάκκας, υπό τις διαταγές του Αφόνσο της Αλμπουκέρκης. Γύρισε στην Πορτογαλία με δόξες και τιμές, αλλά βρέθηκε κάποια στιγμή σε δυσμένεια και δεν ξαναμπάρκαρε μετά το 1514. Αφού πάλεψε για μερικά χρόνια να πείσει το βασιλιά να του επιτρέψει να οδηγήσει μια αποστολή στα νησιά των μπαχαρικών (τις Μολούκες) πλέοντας προς τα δυτικά, έφυγε για την Ισπανία, όπου γύρω στο 1517 παρουσίασε το σχέδιό του στο βασιλιά Κάρολο τον 1ο, αργότερα αυτοκράτορα Κάρολο Κουίντο της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Αυτός ψήθηκε κάπως περισσότερο, οπότε τα επόμενα δύο χρόνια ναυλώθηκαν τα πέντε σκάφη της εκστρατείας, με συνολικό πλήρωμά 270 ανδρών από κάμποσα έθνη, περίπου σαράντα Πορτογάλοι, κάμποσοι Ισπανοί, κι ακόμα Ιταλοί, Γερμανοί, Βέλγοι, Έλληνες, Άγγλοι και Γάλλοι.

Ο πραγματικός ήρωας της ιστορίας είναι ένας από αυτούς. Ένας Ιταλός από τη Βιτσέντζα, υπήκοος της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας, που είχε προηγουμένως μπαρκάρει σε ένα πλοίο των Ιπποτών της Ρόδου και την περίοδο εκείνη συνόδευε έναν παπικό νούντσιο στην επίσκεψή του στη Σεβίλλη. Εκεί άκουσε για το υπό προετοιμασία ταξίδι του Μαγγαλιάες (που στην ισπανική εκδοχή του ονόματος πρέπει να πούμε ότι λεγόταν Φερνάντο ντε Μαγγελάνες και στα ελληνικά καταχωρήθηκε ως Φερδινάνδος Μαγγελάνος) και έσπευσε να καταταχθεί στο πλήρωμα, με τον αξιοπερίεργο βαθμό του sobrasaliente που όπως και να το μεταφράσεις σημαίνει απλά υπεράριθμος. Αντόνιο Πιγκαφέττα, Υπεράριθμος.

Το ταξίδι ξεκίνησε στις 10 Αυγούστου του 1519, όταν τα πέντε σκάφη έφυγαν από τη Σεβίλλη και κατηφόρισαν τον Γκουανταλκιβίρ προς τη θάλασσα. Έμειναν πέντε βδομάδες στην εκβολή του ποταμού, και ανοίχτηκαν στον Ωκεανό στις 20 του Σεπτέβρη. Σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού, ο Πιγκαφέττα κατέγραφε τα γεγονότα με επιμέλεια και προσοχή: πώς έφτασαν στα Κανάρια Νησιά αποφεύγοντας τις πορτογαλικές παγίδες, πώς πήγαν στο Πράσινο Ακρωτήριο, πώς πέρασαν τον ισημερινό στις 27 Νοεμβρίου και πώς είδαν την ακτή της Νότιας Αμερικής στις 6 Δεκεμβρίου και κρύφτηκαν (η Βραζιλία ήταν πορτογαλική επικράτεια τότε) στο Ρίο ντε λα Πλάτα στις 10 Ιανουαρίου του 1520. Πώς κατηφόρισαν όλη σχεδόν την ήπειρο κι έστησαν έναν καταυλισμό στο Πόρτο Σαν Χουλιάν στην Παταγωνία για να ξεχειμωνιάσουν στις 30 Μαρτίου (στο Νότιο ημισφαίριο ο χειμώνας ξεκινάει κάπου τότε) και πώς την ημέρα του Πάσχα (1 με 2 Απριλίου) ξέσπασε η ανταρσία σε βάρος του Μαγγελάνου που περιελάμβανε τους τρεις από τους πέντε κυβερνήτες. Κατέγραψε με επιμέλεια τη σκληρότητα με την οποία ο Μαγγελάνος κατέστειλε την ανταρσία, σκοτώνοντας εν ψυχρώ όλους τους αναμεμιγμένους (εκτός από μερικούς που του ήταν απαραίτητοι για τη συνέχιση του ταξιδιού) και σκόρπισε τα πτώματά τους στην ακτή (όπου τα υπολείμματά τους θα έβρισκε πολλά χρόνια αργότερα ο Σερ Φράνσις Ντρέηκ).

Ο Πιγκαφέττα εξιστορεί με λεπτομέρειες την άτυχη μοίρα των ιθαγενών Παταγόνων που συνάντησαν οι εξερευνητές, το ναυάγιο ενός από τα σκάφη και την αποστασία ενός ακόμα και πώς τα εναπομείναντα τρία κατόρθωσαν την 1η Νοεμβρίου να χωθούν στο στενό ανάμεσα στην Παταγωνία και τη Γη του Πυρός που σήμερα λέγεται Πορθμός του Μαγγελάνου και να αντικρύσουν στις 28 του μήνα τον άλλο Ωκεανό που τους φάνηκε απρόσμενα γαλήνιος κι έτσι τον ονόμασαν «Ειρηνικό». Συνέχισαν βορειοδυτικά, και στις 13 Φεβρουαρίου του 1521 ξαναπέρασαν τον ισημερινό. Στις 6 Μαρτίου έφτασαν στο Γκουάμ· ο Πιγκαφέττα καταγράφει τα τριγωνικά σα λατίνια πανιά των ιθαγενών και την κακή συνήθειά τους να κλέβουν τα πάντα (καθότι ρήμαξαν εντελώς τα σκάφη που επισκέφτηκαν).

Στις 17 Μαρτίου έφτασαν στις Φιλιππίνες, τρία πλοία με 150 άτομα πλήρωμα. Ο Πιγκαφέττα περιγράφει πώς ο Μαγγελάνος θέλησε να εκχριστιανίσει τους ιθαγενείς στο Σεμπού, πράγμα που πέτυχε αλλά με αντάλλαγμα να πολεμήσει εναντίον των εχθρών τους στο Λάπου-Λάπου. Δεν του φάνηκε πολύ δύσκολο, αλλά είχε την ατυχή έμπνευση να σκοτωθεί στη μάχη με τους Λάπου-Λάπου, όπου και ο ίδιος ο Πιγκαφέττα πληγώθηκε. Τα πληρώματά υπέστησαν επίσης σοβαρές απώλειες, τόσο εκεί όσο και αργότερα σε άλλες ταραχές. Έμειναν πολύ λίγοι για να χειριστούν και τα τρία πλοία· έκαψαν το ένα και αρμάτωσαν τα άλλα δύο για να συνεχίσουν, φορτωμένοι μπαχαρικά, προς το Παλαουάν, το Μπρουνέι και τη Βόρνεο. Ο Πιγκαφέττα περιέγραψε τον αμύθητο πλούτο των Σουλτάνων του Μπρουνέι, μπροστά στον οποίο οι ισπανικοί θησαυροί χλώμιαζαν κάπως.

Χάρτης της Βόρνεο από το βιβλίο του Πιγκαφέττα

Τα δύο εναπομείναντα σκάφη με 115 άτομα πλήρωμα ξεκίνησαν στις 6 Νοεμβρίου 1521 να επιστρέψουν στην Ισπανία, αλλά χωρίστηκαν έξω από τις Μολούκες νήσους, καθώς το μεγαλύτερο άρχισε να βάζει νερά. Προσπάθησε αργότερα να επιστρέψει μέσω του Ειρηνικού Ωκεανού, αλλά αιχμαλωτίστηκε από τους Πορτογάλους και βυθίστηκε. Το μικρότερο, με τον Πιγκαφέττα στο πλήρωμα και με κυβερνήτη έναν από τους πρώην στασιαστές της Παταγωνίας που ο Μαγγελάνος του είχε χαρίσει τη ζωή, συνέχισε τον περίπλου της γης προς τα δυτικά στις 21 Δεκεμβρίου. Στις 6 Μαΐου 1522 περιέπλευσε το ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας, έχοντας μόνο ρύζι στις προμήθειές του. Είκοσι άτομα από το πλήρωμα πέθαναν από την πείνα πριν φτάσουν στο Πράσινο Ακρωτήριο, όπου στις 9 Ιουλίου άφησε άλλους 13 υπό το φόβο των Πορτογάλων. Στις 6 Σεπτεμβρίου του 1522, τρία χρόνια μετά την αναχώρηση, έφτασαν πίσω στην Ισπανία δεκαοχτώ εξαθλιωμένοι ναυτικοί που ήταν οι πρώτοι που έκαναν τον περίπλου της Γης, φορτωμένοι με εικοσιέξι τόνους γαρύφαλλο και κανέλα. Ανάμεσά τους ο Πιγκαφέττα, κάμποσοι Καστιλλιάνοι και Γαλικιανοί, ένας Γενοβέζος, ένας Πορτογάλος, ένας Χανς από το Άαχεν της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (Γερμανός μάλλον), κι ένας Νικόλας από το Ναύπλιο, Έλληνας.

Ο Πιγκαφέττα κατέγραψε κάμποσες γλώσσες ιθαγενών καθ’ οδόν, έθιμα και συνήθειές τους με ασυνήθιστη επιμέλεια. Επεσήμανε διάφορα παράξενα όντα (που αργότερα απεδείχθη ότι ήταν γκουανάκο, λάμα, αλπάκα, ακόμα και πιγκουΐνοι). Έφτιαξε χάρτες πολύτιμους για τους μετέπειτα θαλασσοπόρους. Και φτάνοντας στην Ισπανία ανακάλυψε μαζί τους συνταξιδιώτες του ότι (σε αντίθεση με τον Φιλέα Φογκ σε ένα γνωστό βιβλίο πολλά χρόνια αργότερα) βρισκόντουσαν μια μέρα πίσω από τους υπόλοιπους.

Μετά το ταξίδι, επέστρεψε στη Γαληνοτάτη Δημοκρατία και κατέγραψε τις εμπειρίες του στο Relazione del primo viaggio intorno al mondo (Αναφορά για το πρώτο ταξίδι γύρω από τον κόσμο). Κάποια τμήματα αυτού του βιβλίου δημοσιεύτηκαν στο Παρίσι το 1525, αλλά το κείμενο στην ολότητά του δεν δημοσιεύτηκε πριν το τέλος του 18ου αιώνα. Από τις πληροφορίες που περιέχονται στο κείμενο, φαίνεται ότι ο Πιγκαφέττα χρησιμοποίησε τις προγενέστερες γνωριμίες του για να γίνει τελικά μέλος του τάγματος των Ιπποτών της Ρόδου. Φαίνεται πως πέθανε γύρω στο 1531, σε ηλικία 39-40 ετών.

ΙΙ. Αμυδρές γραμμές στο θαλασσινό ορίζοντα

Το επίμαχο βιβλίο πρωτοκυκλοφόρησε στην Αγγλία στις 18 Οκτωβρίου 1851 και ένα μήνα αργότερα, στις 14 Νοεμβρίου, στην Αμερική. Όταν πρωτοβγήκε δεν έκανε ιδιαίτερη εντύπωση· χρειάστηκε να περάσουν καμιά εβδομηνταριά χρόνια για να ξανα-ανακαλυφθεί κάπου στη δεκαετία του 1920 και να εκτιμηθεί ως πρόδρομο έργο του μοντερνισμού. Στο μεταξύ βέβαια ο συγγραφέας του είχε πεθάνει περίπου λησμονημένος οπότε δεν μάθαμε ποτέ την άποψή του για το μοντερνισμό, αλλά σίγουρα ξέρουμε ότι το magnum opus του σήμερα είναι βασικό συστατικό του «κανόνα» της αμερικανικής λογοτεχνίας, όχι μόνο του 19ου αιώνα.

Διάβασα το «Μόμπυ Ντικ» μεγάλος, από μια έκδοση του οίκου Gutenberg σε μετάφραση Α.Κ. Χριστοδούλου. Ο όγκος του κειμένου ήταν αρκούντως αποτρεπτικός στο να αποπειραθώ να το διαβάσω στο αγγλικό πρωτότυπο, και δεν μπήκα ποτέ στον κόπο να αναρωτηθώ αν η γλώσσα του Χέρμαν Μέλβιλ είναι προσιτή στο μέσο αναγνώστη του 20ου (ή πλέον 21ου) αιώνα. Το βιβλίο ξεκινάει με τον αφηγητή, τον Ισμαήλ, να αυτοσυστήνεται. Μετά χάνεται από τα μάτια μας, και απλώς τον ακούμε να περιγράφει τη ζωή των φαλαινοθήρων στο Ναντάκετ και το επικείμενο ταξίδι του με το Πίκουοντ. Γνωρίζουμε το πλήρωμά του, και τον αλλοπαρμένο καπετάνιο του, τον Αχαάβ.

Το ταξίδι του Pequod κατά Everett Henry (1893-1961)

Στις εκατοντάδες σελίδες του Μόμπυ Ντικ, ο πιο έντονος χαρακτήρας γύρω από τον οποίο πλέκεται η αφήγηση είναι αυτός ο μισότρελος καπετάνιος, με το παράδοξα βιβλικό όνομα (ενός ασεβέστατου βασιλιά του Ισραήλ, καθότι ο πατέρας τού του έδωσε το πρώτο όνομα που συνάντησε ανοίγοντας τη Βίβλο), το κομμένο πόδι, και τη μανία της εκδίκησης ενάντια στη μεγάλη άσπρη φάλαινα, το Μόμπυ Ντικ του τίτλου. Η αφήγηση ξετυλίγεται στις νότιες θάλασσες και στις σκοτεινές ψυχές, στο καλό και στο κακό, στο όριο της ύπαρξης και στα κατάβαθά της. Το ταξίδι είναι πραγματικό και συμβολικό μαζί, με κέντρο αυτό τον «άνθρωπο που δε φοβάται Θεό, που μοιάζει με Θεό, είναι υπέροχος άνθρωπος ο Καπετάν Αχαάβ». Ο Αχαάβ οδηγεί το πλήρωμά του στην τελική σύγκρουση αδιαφορώντας για τους οιωνούς και τη μοίρα, κυριευμένος από τη δύναμη της θέλησης (τη δύναμη της θέλησης που γίνεται Ύβρις), στις εσχατιές του κόσμου και στα όρια της αντοχής. Όπως είναι φυσικό, ηττάται, συντρίβεται, και παρασέρνει μαζί του στον όλεθρο και το πλήρωμά του.

Σε μια παράξενη και εξόχως συμβολική εικόνα, ο αφηγητής Ισμαήλ επανεμφανίζεται ανάμεσα στα συντρίμμια του ναυαγίου, αρπαγμένος από ένα φέρετρο, μέσα στο οποίο τον βρίσκουν εν τέλει οι διασώστες του από ένα άλλο φαλαινοθηρικό. Στις εκατοντάδες σελίδες του Μόμπυ Ντικ μαθαίνουμε ελάχιστα πράγματα για αυτόν τον Ισμαήλ. Στο τέλος μόνο διαβάζουμε την (παράξενη, για τον αναγνώστη του 21ου αιώνα) εικασία του ότι η θεία πρόνοια τον επέλεξε να ζήσει, μόνος αυτός, από το πλήρωμα του Pequod, για ένα και μόνο λόγο: για μπορέσει να διηγηθεί κάποτε την ιστορία.

- . - . -

Αγαπώ τους δευτεραγωνιστές. Το λέω με κάθε ευκαιρία, το έχω ξαναπεί εδώ κι εδώ. Ίσως γι’ αυτό στο ιστιοπλοϊκό role playing game της παρέας επέλεξα να κάνω το λοστρόμο αντί για τον καπετάνιο (άσε που είναι μικρότερος ο ανταγωνισμός). Επίσης αγαπώ τους ταξιδιώτες – όχι απλώς και μόνο τους ναύτες, αλλά και όλους όσοι δεν αφήνονται να μείνουν σε έναν τόπο, σε μια ιδέα, σε μια βολική αυταπάτη. Τέλος, αγαπώ τους ανθρώπους που λένε ιστορίες, που γράφουν ιστορίες, που γεννάνε ιστορίες, όχι απαραίτητα μεγάλες ιστορίες με πολέμους και εκστρατείες, αλλά και μικρές ιστορίες, ιστορίες δικές σου και δικές μου, ιστορίες απλών ανθρώπων και ιστορίες που κάποιος που ταξίδεψε μπορεί να πει σ΄ εκείνους που δεν ταξίδεψαν ποτέ.

Μ’ αρέσουν οι ιστορίες που έλεγε ο (ναυτικός) πατέρας μου στο κυριακάτικο τραπέζι. Μ’ αρέσει η Οδύσσεια, περισσότερο από την Ιλιάδα. Μου άρεσε το ταξίδι του Μάρκο Πόλο που διάβασα έφηβος σε ένα βιβλίο για τους μεγάλους εξερευνητές, ο δρόμος του μεταξιού και τα νησιά των μπαχαρικών, οι ανθρωποφάγοι ιθαγενείς της Χαβάης που μασούλησαν τον κάπτεν Τζέημς Κουκ του αγγλικού ναυαρχείου (υπάρχουν όπως και να το κάνουμε οι κίνδυνοι του επαγγέλματος όπως θα έπρεπε να γνωρίζει και ο Μαγγαλιάες/Μαγγελάνος και ο Αχαάβ), η λέξη «παπαφίγγος» ή «πανιόλα» ή «γραιγολεβάντες», το γιγαντιαίο καλαμάρι Architeuthis που τζάμπα κυνηγούσε το Pequod στο νότιο ωκεανό.

Ίσως γι’ αυτό, με κάπως προχωρημένο πια τον 21ο αιώνα, ψάχνω ένα νόημα στη ζωή μου που διέρχεται ταχέως και έχει μάλλον περάσει πλέον τα σημεία καμπής της, και άλλο νόημα δεν βρίσκω παρά αυτό ίσως που είχε η σύντομη σχετικά ζωή του Πιγκαφέττα ή ακόμα καλύτερα η λογοτεχνική ζωή του κατά Μέλβιλ Ισμαήλ: αυτός που προορίζεται να ζήσει για να διηγηθεί την ιστορία.

Τώρα δε μένει παρά να βρούμε ποια θα είναι η ιστορία αυτή.

4/12/14

Με λίγη βοήθεια


O Μπίλι Σήαρς (ο ένας και μοναδικός) τραγουδάει Μπήτλς στο Sgt Pepper's Lonely Hearts Club Band.

Είμαι κρυωμένος από το Σεπτέβρη περίπου, με ελάχιστα διαλείμματα. Κάθομαι να φτιάξω ένα ζεστό, και διαλέγω ένα μίγμα δίκταμο-μαλοτήρα-τσάι του βουνού που μου είχε δώσει η Έλενα στις αρχές αυτού του ατελείωτου κρυολογήματος. Με πιάνει μια ελαφριά πείνα, και βγάζω από το ψυγείο κάτι υπολείμματα από πιπεριές και κρεμμύδια που πήρε ο Χριστόφορος, μαζί και ένα κομματάκι πανσέτα καπνιστή, τα τσιγαρίζω και ρίχνω δυο αυγουλάκια. Μου φαίνεται κάπως φτωχικό, οπότε παίρνω και μερικά από τα μανιτάρια του, και τα φτιάχνω α λα κρεμ με την κρέμα γάλακτος που μου άφησε η Μίλιτσα. Θυμάμαι και κάτι μπουκίτσες παξιμαδάκι σφακιανό που μου έχει επίσης αφήσει, καλή της ώρα, και τις τσιμπολογάω με λίγη από τη μυζήθρα της. Επιθεωρώ το ψυγείο και σκέφτομαι ότι μάλλον πρέπει κάποια στιγμή να ανοίξω το κρασί που έφερε ο Κωστής και είχα φυλάξει για μια πιο γιορταστική στιγμή που δε γιορτάστηκε ποτέ τελικά, όπως άνοιξα τελικά τη γκράπα που είχε φέρει ο Θανάσης την Πρωτοχρονιά (όχι πολύ παλιά αλλά με κάποιο τρόπο έτη φωτός μακριά).

Ελπίζω τις επόμενες μέρες να τακτοποιηθεί το θέμα με το κρεβάτι που θα μου δώσει η Βαγγελιώ, αν καταφέρουμε να χώσουμε κάπου για μεταφορά το στρώμα. Ίσως θα μπορούσα να πάρω το αμάξι που μου έχει αφήσει ο Αναστάσης και είναι πιο ευρύχωρο από το δικό μου αλλά από την άλλη άντε να το φέρνεις εδώ στο κέντρο που έχουν το σπίτι τους ο Μιχάλης και η Μάουρα που με φιλοξενούν, καθότι παρέλειψα να αναφέρω ότι τίποτα σχεδόν στο σπίτι (τους) που μένω δεν είναι δικό μου, εκτός ίσως από το φωτιστικό δίπλα στο κρεβάτι που μου πήραν παλιότερα ο Νίκος με τη Μπέτυ, το κάδρο με τη ζωγραφιά που μου έδωσε η Λίτσα και κάτι συλλογές από βιβλία, σιντί και φωτογραφίες, άντε και το λάπτοπ όπου γράφω αυτές τις γραμμές.

Φίλοι μου αγαπημένοι, καλή μας όρεξη και περαστικά· wish you were here.

29/11/14

Τάλγκο στα σύρματα


«Θυμάσαι τι γέλια κάναμε; Ίσως γι’ αυτό να γράφω, για να επιζήσει κάτι απ’ όλα αυτά, για να μην τ’ αρπάξει όλα ο χρόνος. Προσπαθώ κάτι να του κλέψω, έστω μερικές στιγμές. Ό,τι θυμάμαι. Στο τέλος θα μας πάρει ως και τις αναμνήσεις μας. Θα είναι σαν να μην έχουμε ζήσει καν.»

(Ελένη, στο Τάλγκο του Βασίλη Αλεξάκη)



Το βιβλίο δεν υπάρχει στην βιβλιοθήκη μου. Το αγόρασα πριν πολλά χρόνια με σκοπό να το χαρίσω στη φίλη μου τη Β. για κάποια γενέθλια ή γιορτή (κοντά πέφτουν άλλωστε) και φυσικά πρώτα το διάβασα και μετά το ξαναδίπλωσα προσεκτικά στη συσκευασία του και της το πήγα. Τα χρόνια εκείνα, φοιτητικά μάλλον ή τα πρώτα μεταφοιτητικά, ζούσα με αρκετή πενία και όπως όλοι ξέρουν πενία τέχνας κατεργάζεται. Επίσης τα χρόνια εκείνα διάβαζα ό,τι μου έπεφτε στα χέρια, οπότε πάντοτε χάριζα τα βιβλία αφού προηγουμένως τα διάβαζα. Φυσικά δεν χάριζα ποτέ χοντρά βιβλία που θα έπαιρνε χρόνο η ανάγνωσή τους (με κίνδυνο να ταλαιπωρηθεί το βιβλίο από την ανάγνωση και να φαίνεται μεταχειρισμένο), χώρια που τα πιο λεπτά βιβλία ήταν και κατά τεκμήριο πιο φτηνά (άρα κατάλληλα για δώρα στο βαθμό που επέτρεπαν τα περιορισμένα οικονομικά μου). Το Τάλγκο ήταν εκατόν εξήντα οκτώ σελίδες· ό,τι ακριβώς έπρεπε.

Τον συγγραφέα, τον κ. Βασίλη Αλεξάκη δεν τον ήξερα καλά (καθότι γράφει συνήθως στα γαλλικά), ήξερα όμως ότι ζούσε στο Παρίσι και έγραφε σενάρια για τις ταινίες του Πανουσόπουλου ή του Τσεμπερόπουλου ή του Περράκη (που στη δεκαετία του ’80 ήταν αυτοκόλλητοι μάλλον, είχαν μια κοινή εταιρία παραγωγής, και στις ταινίες του καθενός οι άλλοι δύο έκαναν τον παραγωγό ή το διευθυντή φωτογραφίας ή κάτι τέλος πάντων). Την εποχή εκείνη εκτός από βιβλιόφιλος ήμουν και κινηματογραφόφιλος, ωστόσο την ταινία που ενέπνευσε το βιβλίο (Ξαφνικός έρωτας, του Τσεμπερόπουλου) δεν την είχα δει στις αίθουσες, παρά μόνο κάμποσα χρόνια αργότερα στην τηλεόραση (αν και είχα ακούσει φυσικά το γκραν σουξέ τραγούδι του Σπανουδάκη από το soundtrack).

Ακόμα και σήμερα δεν έχω καταλήξει αν ο Αλεξάκης είναι με κάποιο τρόπο σημαντικός καλλιτέχνης. Έχω δει άλλες ταινίες που έγραψε το σενάριο ή σκηνοθέτησε και μου φάνηκαν μάλλον αδιάφορες. Πριν λίγα χρόνια η Β. μου έφερε δώρο μετά πολλών επαίνων το βραβευμένο του μυθιστόρημα μ.Χ. που το παράτησα πριν τη μέση (κάτι που πολύ σπάνια κάνω ακόμα και για πασίδηλα κακά βιβλία), αποκαμωμένος μάλλον παρά απλώς απογοητευμένος από το περιεχόμενο. Ωστόσο εκείνη τη μακρινή εποχή το Τάλγκο μου είχε φανεί σα μια μικρή αποκάλυψη. Την ταινία όπως είπαμε δεν την είχα δει ακόμα, οπότε στην αφήγηση της ηρωίδας (της Ελένης) δεν έβλεπα το πρόσωπο της Μπέττυς Λιβανού (μιας γυναίκας που οφείλω να ομολογήσω ότι επί της οθόνης μου προκαλούσε τα χρόνια εκείνα μια ορισμένη αναστάτωση) αλλά φανταζόμουν μια οποιαδήποτε «μεγάλη» γυναίκα (δηλαδή τριανταφεύγα, όπως νόμιζα τότε πως είναι οι μεγάλες).

Η ιστορία είναι σχετικά απλή και συνηθισμένη: η Ελένη ψιλοβαριέται το γάμο της και το σύζυγο (στην ταινία είναι ο Νικήτας Τσακίρογλου) που περνάει ατελείωτες ώρες στο φωτογραφικό του θάλαμο, γνωρίζεται τυχαία με το Γρηγόρη (στην ταινία ο Αντώνης Θεοδωρακόπουλος) που ζει στη Γαλλία, Έλλην του εξωτερικού και τεχνοκράτης της (τότε...) ΕΟΚ, που όμως τον τρώει η νοσταλγία για την Ελλάδα. Στο βιβλίο παρακολουθούμε την πορεία της σχέσης τους από τη σκοπιά της αφηγήτριας Ελένης, η οποία παραδίνεται σε έναν πρωτόγνωρο, βαθύ έρωτα. Πηγαίνει και βρίσκει τον εραστή της στη Βαρκελώνη όπου φτάνει με ένα τραίνο (το Τάλγκο του τίτλου) από το Παρίσι (στην ταινία η συνάντηση γίνεται στη Λισσαβώνα και υπάρχει μια ωραία σκηνή σε ένα σταθμό τραίνου που τον έχω περπατήσει δεκάδες φορές, αλλά τότε βέβαια δεν μπορούσα να υποψιαστώ το ρόλο που θα έπαιζε αυτή η πόλη αργότερα στη ζωή μου). Η ιστορία εξελίσσεται, κορυφώνεται, φθίνει, και στο φινάλε ο μάλλον αδιάφορος Γρηγόρης δίνει ένα τέλος στη σχέση.

«Καταλαβαίνω τους λόγους που σ’ οδήγησαν σ’ αυτή την απόφαση. Πιστεύω όμως ότι υπάρχει ένας ακόμη που δεν τον αναφέρεις, μόλο που είναι ο σοβαρότερος. Θέλω να πω, βρε Γρηγόρη, ότι δε μ’ ερωτεύτηκες όπως σ’ ερωτεύτηκα εγώ. Εγώ ερωτεύτηκα όλες τις πτυχές του εαυτού σου, ο έρωτάς μου, σαν την αγάπη της μάνας, σε περιέβαλλε ολόκληρο, κανένα τμήμα του εαυτού σου δεν άφηνε ακάλυπτο. Ερωτεύτηκα τ’ όνομά σου, ερωτεύτηκα τη φωνή σου, ερωτεύτηκα τα γόνατά σου. Αν με είχες αγαπήσει κι εσύ έτσι, οι λόγοι που σ’ έκαναν να δώσεις τέλος στη σχέση μας θα είχαν μετρήσει λιγότερο, μπορεί να μην είχαν μετρήσει και καθόλου, γιατί απλούστατα δε θα μπορούσες να κάνεις χωρίς εμένα.»

Η Ελένη γυρίζει κάποτε στο σπίτι, όπου (σε μια σκηνή που μου έχει εντυπωθεί βαθιά, αλλά μπορεί και να την έχει ανασυστήσει η φαντασία μου με τα χρόνια πολύ πιο γκράντε και σημαντική από ό,τι στ' αλήθεια είναι στο βιβλίο) διαπράττει μια υπέρβαση και μπαίνει στο άδυτο: στο φωτογραφικό θάλαμο του συζύγου (ο οποίος μέχρι τότε είναι απλά ένα είδος ντεκόρ στο μυθιστόρημα) ίσα ίσα για να ανακαλύψει εκατοντάδες ίσως φωτογραφίες της που ο (ερωτευμένος, τελικά) σύζυγος την έχει τραβήξει σε ανύποπτο χρόνο. Το μυθιστόρημα (νομίζω και η ταινία) κάπου εκεί τελειώνει, αλλά στα χρόνια που μεσολάβησαν εγώ έχω συλλάβει τον εαυτό μου πολλές φορές να σκέφτεται με συμπάθεια έναν μοναξιασμένο τύπο που βλέπει στο αχνό κόκκινο φως την εικόνα της γυναίκας που αγαπάει (κι ενώ εκείνη δεν τον αγαπάει πια) να εμφανίζεται αργά στο φωτογραφικό χαρτί· πιο πολύ τον βλέπω με συμπάθεια επειδή δεν είναι (δεν ήταν ποτέ) ο αληθινός πρωταγωνιστής του ρομάντσου αλλά μάλλον ένας δευτερεύων, συμπληρωματικός χαρακτήρας. Ο Ρόζενκρατς, όχι ο Άμλετ.

Κι εκεί που έλεγα πως εντάξει, τέλειωσε η ανάρτηση, σκέφτηκα να βάλω κι ένα απόσπασμα από το βιβλίο, αλλά όπως είπαμε πιο πάνω, το βιβλίο δεν υπάρχει στη βιβλιοθήκη μου και για να γράψω την ανάρτηση στηρίχτηκα στη μνήμη και η μνήμη όπως όλοι ξέρουμε παίζει παράξενα παιχνίδια (φτιάχνοντας, καμμιά φορά, ακόμα και πράγματα που δεν υπάρχουν). Ψάχνοντας λοιπόν μερικές πληροφορίες από το διαδίκτυο βρήκα ένα άρθρο [Το μυθιστόρημα «Τάλγκο» και η ταινία «Ξαφνικός έρωτας» της Γιόλας Αργυροπούλου-Παπαδοπούλου] στο οποίο εντόπισα πράγματι τα παραπάνω αποσπάσματα, τα αντέγραψα και ετοιμάστηκα χαρούμενος να τελειώσω την ανάρτηση στα γρήγορα. Ωστόσο συνέχισα να διαβάζω και πιο κάτω· στάθηκα στην τελευταία παράγραφο:

«Κοίταξα ψηλά στον ουρανό που ήταν ακόμη φωτεινός. Είδα τα πουλιά που κάθονταν στα σύρματα του ηλεκτρικού. Τόσες και τόσες φορές έχω δει τα πουλιά στα σύρματα του ηλεκτρικού, πρώτη φορά πρόσεξα ότι τα σύρματα ήταν πέντε κι ότι τα πουλιά έμοιαζαν με νότες μουσικής.»

Βέβαια η ιδέα δεν είναι φοβερά πρωτότυπη, ειδικά αν έχει δει κανείς αυτό:



Και μέσα από την εικόνα αυτή, θυμήθηκα ξαφνικά το Bird on the wire του Λέοναρντ Κοέν. Κι άρχισα λίγο να το σκαλίζω. Διαβάζω στη Wikipedia ότι το τραγούδι ηχογραφήθηκε πρώτη φορά το Σεπτέμβριο του 1968 (όταν εγώ ήμουν ακόμα λίγων μηνών). Στη δεκαετία του 1960, ο Κοέν ζούσε στην Ύδρα με μια κοπέλα ονόματι Marianne (για την οποία έχει γράψει κι άλλα τραγούδια όπως το So long, Marianne). Σε μια φάση μάλλον σκοτεινή που περνούσε τότε και τον είχε ρίξει σε κατάθλιψη, η κοπέλα τον βοήθησε να βγει από το πηγάδι δίνοντάς του την κιθάρα του, κι εκείνος άρχισε να συνθέτει το τραγούδι, εμπνευσμένος – λέει – από ένα πουλί που καθόταν σε ένα από τα μόλις εγκατεστημένα τηλεφωνικά σύρματα της Ύδρας κι από αναμνήσεις υγρών νυχτών στο νησί (με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει). Το τραγούδι τελείωσε σε ένα μοτέλ στο Χόλυγουντ, «μαζί με οτιδήποτε άλλο» όπως λέει ο ίδιος. Ακούγοντάς το, βέβαια, νομίζεις ότι θα ήθελε, ίσως, να μην έχουν όλα τελειώσει.



Είδα έναν ζητιάνο που στεκόταν στο ξύλινο δεκανίκι του,
μου είπε, «Δεν πρέπει να ζητάς τόσα πολλά.»
Και μια όμορφη γυναίκα που ακουμπούσε στη σκοτεινιασμένη πόρτα της,
μου φώναξε, «Έι, γιατί να μη ζητήσεις κάτι παραπάνω;»

Ω, σαν πουλί πάνω στο σύρμα,
σα μεθυσμένος σε κάποια παλιά καντάδα* τα μεσάνυχτα
προσπάθησα, με τον τρόπο μου, να είμαι ελεύθερος.


Για κάποιο παράξενο λόγο, αν και το ξέρω ότι δεν κολλάει, σκέφτομαι έναν νεαρό Κοέν να εμφανίζει φωτογραφίες αγαπημένων γυναικών.

Αργά, αχνά σχηματίζονται στο χαρτί τα πρόσωπα.



(*Αν και το midnight choir δεν μεταφράζεται ακριβώς έτσι, οι παρέες των μεθυσμένων που τραγουδούν στο δρόμο τα μεσάνυχτα πιο κοντά σε καντάδα μου φέρνουν, παρά σε χορωδία – ειδικά σε ένα ελληνικό νησί).

25/11/14

Σεξουαλική έλξη και επικοινωνία

Στο επίμαχο μπαλκόνι, με ασορτί τασάκι. Βέβαια το τσιγάρο εν τέλει το έκοψα πριν φθινοπωριάσει καλά.

Πρέπει να την πρωτοείδα σε ένα συνέδριο στο Άμστερνταμ πριν λίγους μήνες. Προΐστατο σε κάποια από τις επιμέρους συνεδρίες και φρόντιζε οι ομιλητές να κρατάνε το χρόνο τους με τη μέγιστη δυνατή ακρίβεια. Επίσης έκανε από μικροφώνου μερικά σχόλια, συνήθως επαινετικά για το πόσο φανταστική, υπέροχη και – κατά λέξη – ερεθιστική (stimulating ) και γονιμοποιητική (inseminating) ήταν η επιστημονική παρουσίαση που προηγήθηκε. Όταν ήρθε η σειρά της να παρουσιάσει αναφέρθηκε αρχικά στη μετακόμιση της ερευνητικής της ομάδας από τη Γερμανία στην πατρογονική Ολλανδία. Μετά άρχισε να μιλάει για τα αποτελέσματά της, αλλά εγώ είχα αφαιρεθεί ήδη σκεπτόμενος τις δουλειές που έπρεπε να τακτοποιήσω πριν φύγω. Με τη σκέψη να ταξιδεύει, επανήλθα διανοητικά στο συνέδριο μόνο από το χειροκρότημα στο τέλος. Την είδα που κοιτούσε το ακροατήριο με εκείνο το μίγμα ανακούφισης και περηφάνιας που έχεις όταν τελειώνεις ένα επίπονο έργο. Ήταν προφανές ότι τη διακατείχε ένα ορισμένο άγχος, που διαλυόταν τώρα που όλα είχαν πάει καλά.

Την ξαναείδα ένα-δυο μήνες αργότερα σε ένα άλλο συνέδριο στην Κρήτη, πιο θεματικό αυτή τη φορά. Έστριβα ένα τσιγάρο με τον ολλανδικό καπνό που είχα αγοράσει στο προηγούμενο ευρωπαϊκό ταξίδι όταν πλησίασε χαρούμενα την ομήγυρη όπου βρισκόμουν, έδειξε το πακέτο και τα χαρτάκια και αναφώνησε:

- Α, επιτέλους ένα τσιγάρο που μπορώ να καπνίσω!

Της πρόσφερα φυσικά. Μου είπε ότι με θυμόταν από το προηγούμενο συνέδριο. Της είπα «παρομοίως». Μου συστήθηκε επισήμως· είχε το μικρό όνομα μιας αρχαίας Σκανδιναβής βασίλισσας που απαντάται σε όλη τη βόρεια Ευρώπη. Το επίθετό της υπέφερε από αυτή την ολλανδική προφορά του G που ακούγεται σαν βαρύ χι, λίγο σα να καθαρίζεις το λαιμό σου. Μου το διευκρίνισε ότι γράφεται μεν έτσι αλλά προφέρεται...

- Ξέρω, ξέρω, ζούσα δυο χρόνια στην Ολλανδία.

Συμπέρανε ότι από εκεί τσίμπησα τη συνήθεια του ολλανδικού καπνού. Της εξήγησα ότι η συνήθεια είναι πολλών δεκαετιών, στη διάρκεια των οποίων σταμάτησα κιόλας να καπνίζω. Απλά με είχε πετύχει σε μια ιδιάζουσα συγκυρία· θα το έκοβα σε λίγο καιρό. Φυσικά δε με ρώτησε παραπάνω (αλίμονο, στην Ολλανδία άλλωστε δε σε ρωτάνε τίποτα προσωπικό δεν πάει να πεθαίνεις δίπλα, σε αντίθεση με κάτι άλλες χώρες που ξέρω όπου πεθαίνουν αυτοί μπας και μάθουν οτιδήποτε προσωπικό σου). Έσβησε το τσιγάρο (κάπνιζε βιαστικά, με γρήγορες ρουφηξιές) και λίγο πριν σηκωθεί να φύγει τη ρώτησα (με ένα είδος αμήχανης περιέργειας μάλλον) με τι ασχολείται ακριβώς.

- Α, το βασικό ενδιαφέρον μου είναι η σεξουαλική έλξη και επικοινωνία...

Δεν ξέρω αν φταίει που την κοίταξα κάπως ασκαρδαμυκτί ή αν της είχε ξανασυμβεί (μάλλον το δεύτερο), πάντως έσπευσε να συμπληρώσει:

- ...στα Λεπιδόπτερα.

Κούνησα το κεφάλι με κατανόηση· άλλωστε σε συνέδριο Λεπιδοπτέρων βρισκόμασταν. Καληνύχτισε κι έφυγε.

Λίγη ώρα αργότερα ανέβηκα κι εγώ στο δωμάτιό μου και καθόμουν στη βεράντα ακούγοντας τον παφλασμό των κυμάτων και καπνίζοντας, ενώ ταυτόχρονα είχα ανοιχτό το λάπτοπ διαβάζοντας επαγγελματικά μέιλ. Η βεράντα ήταν κοινή για όλα τα δωμάτια του ορόφου αλλά κανείς άλλος δεν ήταν έξω, μέχρι που κάποια στιγμή είδα τη χαρακτηριστικά ψηλή φιγούρα της να ξεπροβάλλει από το δωμάτιο αριστερά· με κοίταξε με μια ορισμένη έκπληξη. Της χαμογέλασα και της πρότεινα πάλι τον ολλανδικό καπνό· μου εξήγησε ότι γενικά δεν καπνίζει, απλά νωρίτερα της είχε φανεί ωραία ιδέα, πιο πολύ ως tribute στην πατρίδα, ένα είδος νοσταλγίας. Όχι τίποτα φοβερό βέβαια, ολλανδική νοσταλγία, με δοσομετρητή.

Με ρώτησε μερικά πράγματα για την Κρήτη. Της είπα ότι δεν ξέρω πολλά για τα δυτικά του νησιού καθότι ζω από την άλλη, αλλά εκείνη μου διευκρίνισε ότι είχε ήδη γυρίσει αρκετά, δυτικά και νότια, είχε κολυμπήσει, είχε κάνει κάμπινγκ και καταδύσεις. Φαινόταν βέβαια στο χρώμα της που παραήταν σκούρο, αλλά θα μπορούσε να το έχει αποκτήσει και αλλού. Στο τέλος με ρώτησε αν τυχόν θα πήγαινα προς Ηράκλειο το Σάββατο το πρωί. Η πτήση της ήταν από Ηράκλειο και θα τη βόλευε ίσως αν μπορούσα να την πετάξω ως εκεί, χωρίς όμως να χάσει την «κρητική βραδιά» της Παρασκευής. Της είπα ότι εμένα σχεδόν όλες μου οι βραδιές ήταν κρητικές πλέον, οπότε ο προγραμματισμός μου προέβλεπε αναχώρηση με τη λήξη του συνεδρίου, την Παρασκευή το μεσημέρι, χωρίς τουριστικά events. Είχα και κάποιες υποχρεώσεις στο Ηράκλειο Παρασκευή βράδυ. Μου είπε ότι θα το σκεφτεί. Με χαιρέτησε μάλλον εγκάρδια για τα ολλανδικά δεδομένα και ξαναχώθηκε στο δωμάτιό της.

Την επομένη, μετά το τέλος και της τελευταίας συνεδρίας, έκατσε απέναντί μου στο δείπνο. Μου ανακοίνωσε ότι δεν θα έρθει μαζί μου στο Ηράκλειο την Παρασκευή, διότι θέλει οπωσδήποτε να δει την κρητική βραδιά. Της είπα ότι κατανοώ απολύτως τα κίνητρά της. Ύστερα φάγαμε, ήπιαμε, ξαναήπιαμε, της προσέφερα τσιγάρο (το πήρε), ξαναήπιαμε, και κουβεντιάσαμε για τα λεπιδόπτερα, για τα προτεσταντικής προέλευσης ολλανδικά ήθη, τις ομορφιές της Κρήτης, τις διακρίσεις σε βάρος των γυναικών στον ακαδημαϊκό χώρο, τις πεταλούδες του Μαλάουι, τη μοναδική γυναίκα (και μάλιστα Ελληνίδα) συγκλητικό στους πέντε αιώνες ιστορίας του Πανεπιστημίου του Λέιντεν, τις Ολυμπιάδες Βιολογίας, την κουλτούρα του ανταγωνισμού μέχρις εσχάτων που επικρατεί μεταξύ των φοιτητών ιδιαίτερα με καταγωγή από την περιοχή της νοτιοανατολικής Ασίας και φυσικά κουβεντιάσαμε πολύ για το κυρίως θέμα: για σεξουαλική έλξη και επικοινωνία. Όχι μόνο λεπιδοπτέρων.

Από μια σκοπιά στα λεπιδόπτερα είναι απλά τα πράγματα: το ένα φύλο εκκρίνει φερομόνες, το άλλο τις αναγνωρίζει, ζευγαρώνουν. Λίγο διαφορετικά στις πεταλούδες: πρέπει να υπάρχει ένα οπτικό ερέθισμα, να ακολουθήσουν μια τελετουργία λιγότερο βασισμένη στη μυρωδιά. Στους ανθρώπους όμως είναι πιο μπερδεμένα τα πράγματα. Η συνομιλήτριά μου αποδέχεται φυσικά μια σειρά από πολιτισμικούς παράγοντες, και διαχωρίζει το «απλό» σεξ που βρίσκεται σε υπερπροσφορά, από το «εξελικτικά παραγωγικό» αντίστοιχο που είναι σοβαρά μπλεγμένη υπόθεση. Χρησιμοποιεί αυστηρά επιστημονική, ουδέτερη ορολογία (σα να μιλάει για λεπιδόπτερα). Εκφράζω κάποιες ενστάσεις, ότι σε πολλές ανθρώπινες κοινωνίες το «εξελικτικά παραγωγικό» σεξ δεν υπήρξε πάντα επιλογή των ενδιαφερομένων, ειδικά μάλιστα των γυναικών, καθώς υπεισέρχεται μια σειρά από άλλους παράγοντες που μπορούν να ανακατέψουν γονίδια ανθρώπων που δεν γνωρίζονταν πριν (ακόμα και σήμερα σε εκτεταμένες περιοχές του κόσμου οι γάμοι ενδέχεται να κανονίζονται ερήμην των ενδιαφερομένων). Δεν διαφωνεί, αλλά η συζήτηση είναι πώς λειτουργεί «φυσικά» ο μηχανισμός, δεν είναι;

Αν και δεν την έχουν πάρει τα χρόνια (είναι μάλλον κατά τι πιο νέα από εμένα), απορεί με τη σημερινή γενιά που ψαρεύει τους ερωτικούς της συντρόφους στο διαδίκτυο, στα σόσιαλ μήντια και σε αντίστοιχα σάιτ. Όχι φυσικά για ηθικούς λόγους (είπαμε, έχει μια ουδέτερη, επιστημονική προσέγγιση στο θέμα) αλλά επειδή αρκούνται να κινητοποιούν μόνο οπτικά ερεθίσματα, και όχι ακουστικά ή οσφρητικά. Εξηγεί ότι ο τόνος της φωνής είναι πολύ σημαντικός στη σεξουαλική επικοινωνία. Τη ρωτάω για τις μυρωδιές, αν υπάρχει κάτι αντίστοιχο με τις φερομόνες που να λειτουργεί στους ανθρώπους (αν και νομίζω πως ψιλοξέρω την απάντηση, θεωρώ ότι είναι καλή πάσα για να μιλήσει περισσότερο). Γελάει, οικτίροντας τα θύματα διαφόρων απατεώνων που πουλάνε δήθεν θαυματουργές «φερομόνες» που και καλά φέρνουν όλες τις γυναίκες στα πόδια σου (το πολύ πολύ, λέει, να μαζέψεις τίποτα ξεστρατισμένες νυχτοπεταλούδες). Εξηγεί όμως ότι η μυρωδιά είναι πολύ σημαντική, όχι γιατί σε ελκύει, αλλά επειδή μπορεί να σε απωθήσει. Δεν πας με κάποιον που «μυρίζει ωραία», αλλά συχνά φεύγεις από κάποιον που «μυρίζει άσχημα». Όπου «άσχημα» (κι εδώ είναι το χαριτωμένο) σου μυρίζει κάποιος που έχει παρόμοια μυρωδιά με τη δική σου.

- Ένα εξελικτικά επιτυχημένο ζευγάρωμα απαιτεί διαφορετικά αλληλόμορφα στο μείζον σύμπλεγμα ιστοσυμβατότητας, κατάλαβες; Αν μοιάζεις με τον άλλο, τα παιδιά σας θα είναι αδύναμα από ανοσολογική άποψη, ενώ αν είστε διαφορετικοί τα παιδιά σας θα έχουν μεγαλύτερη ποικιλομορφία, άρα θα είναι πιο ισχυρά.
- Κατάλαβα, είναι αυτό που λέμε ότι τα ετερώνυμα έλκονται.
- Από πλευράς μείζονος συμπλέγματος ιστοσυμβατότητας, σίγουρα.
- Ναι αλλά αν είναι πολύ διαφορετικοί οι άνθρωποι μπορεί να μην κάνουν μαζί και να χωρίζουν.
- Από εξελικτική άποψη, αυτό είναι αδιάφορο. Αρκεί να κάνουν εξελικτικά παραγωγικό σεξ. Δηλαδή παιδιά. Κατάλαβες;


Κατάλαβα. Ήπιαμε και καπνίσαμε λίγο ακόμα μιλώντας για ολλανδικά παράθυρα χωρίς κουρτίνες. Της πρότεινα κάποιες κοντινές παραλίες για μπάνιο, αλλά είχε ήδη πάει. Είπαμε, ήταν κάμποσο καιρό στο νησί.

Λίγες μέρες αργότερα έπινα καφέ παρέα με μια παλιά μου φίλη (χωρίς πτυχίο βιολογίας) στην οποία περιέγραφα με λεπτομέρεια τις συνεδριακές γνωριμίες μου και τις νεοαποκτηθείσες επιστημονικές μου γνώσεις.

- Έμαθα που λες, πως άμα σου μυρίζει κάποιος άσχημα, φεύγεις.
- Σιγά τη γνώση, λες και δεν το ξέρω. Μου 'χει τύχει κιόλας.
- Πω, πω... Άπλυτος ήτανε ο τύπος;
- Όχι ρε, μια χαρά πεντακάθαρος και περιποιημένος. Αλλά κάτι στη φυσική μυρωδιά του ήτανε... Πώς να το πω ρε παιδί μου... Ξενέρωνα. Ξέρεις μωρέ, ο Τάδε.
- Μα με τον Τάδε ήσασταν τόσο καιρό μαζί, πόσο σου πήρε να ξενερώσεις;
- Δυόμισι χρόνια αλλά όχι μαζί. Ο ένας εδώ, ο άλλος εκεί, συνολικά δεν ξέρω αν είμασταν «μαζί» δυο μήνες. Και ξέρεις τώρα, μέχρι να το δεις, να καταλάβεις τι σου φταίει, να το πάρεις απόφαση... Όταν δεν είστε και κοντά δεν τρίβεσαι και πάνω στον άλλο όλη μέρα, μπορεί να πάρει καιρό. Είχα και κάποιες ενοχές, τι να σου λέω τώρα. Αλλά τελικά του εξήγησα ότι δεν γίνεται.
- Και του είπες ότι δε γίνεται επειδή σου μυρίζει
κάπως;
- Όχι, του είπα ότι πρέπει να μείνω λίγο μόνη μου να σκεφτώ, ότι δεν είμαι πολύ καλά, ότι... ξέρεις μωρέ, αυτά που λένε σ’ αυτές τις περιπτώσεις...


Ναι, βέβαια, ξέρω.

Ίσως και να φταίει η μυρωδιά τελικά. Το μείζον σύμπλεγμα ιστοσυμβατότητας, πως το λένε.

Αυτό, αυτό θα φταίει.



Η Πάτι Σμιθ στο Smells like teen spirit των Nirvana. Εγώ βέβαια ήθελα να βάλω το «Τελευταία σκηνή» από το δίσκο «Ψέμματα» των Φατμέ, αλλά αυτά είναι παμπάλαια και δεν τα βρίσκεις στο youtube, οπότε δείτε τώρα αυτό που μυρίζει και πιο ωραία.

Ήθελα να βάλω τίτλο «Όσφρηση και σεξ» αλλά τον έχω ξαναχρησιμοποιήσει εδώ, οπότε έβαλα τα επιστημονικά ενδιαφέροντα της συναδέλφου (όλο και κάποια επιπλέον κλικ θα μαζέψω).


17/11/14

Εφημερόπτερα

Το επίμαχο απόσπασμα του Αριστοτέλη, όπως έχει διασωθεί από σκονάκι συμμαθητή του στο Δημοτικό.

Όταν ο καθηγητής της Ζωολογίας στο δεύτερο έτος μπήκε να κάνει μάθημα για πρώτη φορά, φορούσε μια άσπρη ποδίτσα πάνω από το αψεγάδιαστο κουστούμι του. Στην τσέπη της ποδίτσας είχε τρεις μαρκαδόρους χρώματος μαύρου, μπλε, και κόκκινου. Πίσω του ακολουθούσε ένας σφουκοκωλάριος (υποψήφιος διδάκτωρ, επισήμως) που κουβάλαγε τον άσπρο πίνακα πάνω στον οποίο προορίζονταν να γράψουν οι μαρκαδόροι, καθότι ο επίσημος πίνακας του αμφιθεάτρου ήταν από αυτούς τους παλιούς με την κιμωλία και ο προφέσορ μάλλον δε μπορούσε να τον χρησιμοποιήσει υπό το φόβο ότι η κιμωλία ενδεχομένως να του λέρωνε το αψεγάδιαστο. Έτσι λοιπόν πήρε έναν από τους μαρκαδόρους (νομίζω τον κόκκινο) και έγραψε στον άσπρο πίνακα τη λέξη «Αριστοτέλης». Μετά την υπογράμμισε, για έμφαση.

Την επόμενη ώρα ακούσαμε ότι ο Αριστοτέλης είναι ο πατήρ της Ζωολογίας γύρω στις τριανταδύο φορές και με τριανταδύο εναλλακτικές διατυπώσεις. Το είχαμε εμπεδώσει τόσο πολύ που ο φίλος μου ο Σπύρος έσκυψε κάποια στιγμή και μου ψιθύρισε ότι για να έχει τέτοια εμμονή με τον Αριστοτέλη ο προφέσορ, πρέπει να ήτανε κολλητοί φίλοι, ενδεχομένως συμμαθητές στο σχολείο, κάτι που ο φαινότυπος του καθηγητή μας δεν απέκλειε ολοσχερώς, καθότι με την χαριτωμένη του καθαρεύουσα και την προσφώνηση «αγαπητοί συνάδελφοι» με την οποία αποκαλούσε εμάς τους δευτεροετείς και το όλο αρχαϊκό του στυλάκι έμοιαζε στ’ αλήθεια παμπάλαιος, ένα είδος ζωντανού απολιθώματος, έξω από τα δεσμά του χρόνου. Δεν με εξέπληξε που χρόνια μετά, όταν κάποτε συνταξιοδοτήθηκε δόξη και τιμή, οι λοιποί συνάδελφοι του Τομέα του (κατά μια εκδοχή συγγενείς εξ’ αίματος και αγχιστείας, ανήψια και βαφτιστήρια και λοιποί παρατρεχάμενοι) τον έκαναν αμέσως αίθουσα και διάδρομο και όροφο και άλλες τιμές που ο Αριστοτέλης ο ίδιος αν και πατέρας της Ζωολογίας δεν αξιώθηκε ποτέ να δει εν ζωή.

Όχι ότι ήτανε κακός βέβαια ο προφέσορ, μια χαρά μπροστά από την εποχή του ήτανε το 1955 που τον φέρανε να αναλάβει την έδρα, αλλά το 1986 ήτανε ήδη παρωχημένος μέχρι εξαντλήσεως, τόσο που τη δεύτερη ώρα του μαθήματος δεν αξιωθήκαμε να πάμε να τον παρακολουθήσουμε να μιλάει για τίποτα αμοιβάδες (που προφανώς θα ήταν συμμαθητές του στο δημοτικό - κατά τον Σπύρο πάντα - αλλά από τότε πρόλαβαν να εξελιχθούν τα μετάζωα μέχρι τα σπονδυλωτά ολότελα) και πήγαμε να πάρουμε ένα φραπέ εναλλακτικά και τις υπόλοιπες δώδεκα εβδομάδες του εξαμήνου δεν ξαναπατήσαμε στο μάθημά του αλλά με λίγη καλή διάθεση και βοηθούντων μερικών ανηψιών και βαφτιστηριών μια χαρά τα πήγαμε στις τελικές εξετάσεις και πήραμε ένα εφταράκι-οχταράκι φιλική τιμή διαβάζοντας από κάτι κωλοσημειώσεις εκατό σελίδων που κυκλοφορούσαν από χέρι σε χέρι φωτοτυπία και τζάμπα περιμέναμε το θέμα-ΣΟΣ «ποιος είναι ο πατέρας της Ζωολογίας», αν και είναι βέβαιο ότι άλλοι θα γράφανε ο Αριστοτέλης και άλλοι ο Αριστοτέλης Ωνάσης ή ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης οι πιο παραδοσιακοί, πάντως το θέμα αυτό δεν έπεσε και πέσανε κάτι άλλα για σπόγγους, κνιδόζωα και ακοιλωματικά διπλοβλαστικά μετάζωα, πάντως η δουλειά μας έγινε και πήγε ο κάθε κατεργάρης στον πάγκο του και ο Σπύρος πήγε κάποτε μετανάστης στη Νότια Αμερική κι εγώ πολλά χρόνια αργότερα πήγα μετανάστης στην Ολλανδία και μετά στην Πορτογαλία και για να μορφωθώ για την καινούργια χώρα άρχισα να διαβάζω Σαραμάγκου και μάλιστα την «Ιστορία της πολιορκίας της Λισσαβώνας», ελληνικά εννοείται, μπας και πάρω πρέφα λογοτεχνικώ τω τρόπω τι επίκειται στις ακτές του Ατλαντικού, κι εκεί που διάβαζα ανακαλύπτω ότι ένας οργίλος αφηγητής, διορθωτής λογοτεχνικών κειμένων και alter ego του Σαραμάγκου, καταριέται τον Αριστοτέλη, πατέρα της Ζωολογίας, που έγραψε ότι οι μύγες έχουν λέει τέσσερα πόδια, και επί δεκαπέντε αιώνες πλήθη αντιγραφέων και καθηγητών της Ζωολογίας αναπαράγουν το ανακριβές διότι το είπε η αυθεντία του πατρός της Ζωολογίας, και πιστεύουν τα αυτιά τους μάλλον παρά τα ίδια τους τα μάτια που διαβεβαιώνουν ότι σαν όλα τα έντομα η μύγα έχει έξι πόδια, ούτε ένα παραπάνω ή παρακάτω, αλλά αφού ο Αριστοτέλης είπε ότι είναι τέσσερα κάτι παραπάνω θα ξέρει σου λέει, και ευσυνειδήτως αναπαράγουν το παραδεδομένο και ανακριβές περί τεσσάρων ποδιών που όποιο παιδάκι έχει βαρέσει μύγες στη ζωή του ξέρει εμπειρικά πως είναι λάθος, αλλά μόλις πάει να σπουδάσει π.χ. Ζωολογία του λένε ότι με βάση την αυθεντία του πατρός δεν είναι έξι αλλά μόνον τέσσερα και το παιδάκι σου λέει ποιος είμαι εγώ μπροστά στον Αριστοτέλη και αρχίζει να τα βλέπει τέσσερα κι έτσι περνάνε καμιά δεκαπενταριά αιώνες μέχρι να έρθει δεν ξέρω 'γω η Αναγέννηση ή ο Διαφωτισμός ή κάποιος άλλος πιο βαρύγδουπος και να πει μωρ’ δε με χέζετε, εγώ έξι βλέπω, έξι θα γράψω, κι από δω παν κι άλλοι.

Από μια σκοπιά δε με παραξένεψε και τόσο η επισήμανση του οργίλου Σαραμάγκου, ο οποίος ως γερο-γκρινιάρης κρυπτοκομμουνιστής που ήτο και αυτός και ο ήρωάς του (και όλοι του οι ήρωες, εδώ που τα λέμε) δικαιούται να γκρινιάζει και έχει όλη μου τη συμπάθεια, ειδικά που προς το τέλος του βιβλίου παίρνει και το κορίτσι (σε αντίθεση με κάτι άλλους γερο-γκρινιάρηδες που ξέρω στα καθ’ ημάς που μένουνε με τη γκρίνια και το κορίτσι γυρνάει τα βράδια με κάτι άλλους πιο μοδάτους και αβαν-γκαρντ κάπως, μην πω και πιο ωραίους οπωσδήποτε). Αν σκεφτείς μάλιστα ότι δεν είναι η μοναδική περίπτωση, καθότι όλοι π.χ. ξέρουν τι σημαίνει «στρουθοκαμηλισμός» και κυριολεκτικά και μεταφορικά και είναι έτοιμοι να φωνάξουν στους άλλους «σταμάτα να χώνεις το κεφάλι σου στην άμμο» και καμαρώνουν ότι είπαν κάτι πολύ έξυπνο, μια και φυσικά όλοι μα όλοι ξέρουμε ότι οι στρουθοκάμηλοι χώνουν το κεφάλι στην άμμο και νομίζουν ότι δεν τις βλέπουν, όλοι βέβαια εκτός από τις ίδιες τις στρουθοκαμήλους, που σε αντίθεση με ό,τι νομίζει ο πολύς κόσμος, δεν «στρουθοκαμηλίζουν» ποτέ, δηλαδή ποτέ δε χώνουν κάπου το κεφάλι τους νομίζοντας ότι δεν τις βλέπουν και κανένας ποτέ δεν τις έχει δει να κάνουν κάτι τέτοιο, έλα μου όμως που κάτι σχετικό αναφέρει στη «Φυσική Ιστορία» του ο Πλίνιος ο πρεσβύτερος, φυσιοδίφης (μεταξύ άλλων) της ρωμαϊκής εποχής, και ως εκ τούτου «αυθεντία» σε ανάλογα θέματα για όλους τους λατινοσπουδαγμένους επί πολλούς αιώνες, κι αφού ο Πλίνιος (πριν πάει στην Πομπηία να καταγράψει την έκρηξη του ηφαιστείου και τον καταπιεί εν τέλει η έκρηξη, θύμα κι αυτός της επιστημονικής του περιέργειας) είδε στρουθοκαμήλους να χώνουν το κεφάλι στην άμμο, ποιοι είμαστε εμείς που θα πούμε ότι όχι, δεν χώνουν τίποτα πουθενά, κι έτσι όλοι ξέρουν ότι οι στρουθοκάμηλοι στρουθοκαμηλίζουν, και όχι μόνο οι στρουθοκάμηλοι αλλά και πολλοί άνθρωποι που κάνουν πως δε βλέπουν και ασχολούνται μόνο με τα προσχήματα, οπότε μια χαρά μπορούν να πιστεύουν τα αυτιά τους μάλλον παρά τα μάτια και να λένε ότι οι μύγες έχουν τέσσερα πόδια μόνο.

Κι εκεί που καμαρώνεις προ διετίας και βάλε που διαβάζεις και Σαραμάγκου ταιριαστά σε ένα μοναχικό δωμάτιο στο Οέιρας περιμένοντας το κορίτσι να πάρει τηλέφωνο και βγάζεις και τον Αριστοτέλη αδιάβαστο, σε πιάνει μια απορία πώς είναι δυνατόν κοτζάμ πατέρας της Ζωολογίας να μην έχει προσέξει κάτι τόσο προφανές που βγάζει μάτι, παρόλο που οι οικιακές μύγες αρέσκονται ενίοτε να τρίβουν μεταξύ τους τα μπροστινά τους πόδια, πάντως είναι σαφές ότι όπως και να τα μετρήσεις έξι είναι τα πόδια της μύγας και δε χρειάζεται να είσαι αυθεντία στο evolution of body plans για να καταλάβεις ότι κάποιο λάκκο έχει η φάβα αλλά κάπου εκεί παίρνει το κορίτσι τηλέφωνο και σπεύδεις να μάθεις τα νέα της Ελλάδας και ξεχνάς τα πόδια της μύγας και το πράγμα ξεχνιέται και δεν περνάνε παρά δυο χρόνια ολόκληρα και κάτι ακόμα μέχρι μια μέρα που στο τζάμι σου στην Κρήτη βλέπεις μια μύγα να τρίβει τα μπροστινά της πόδια και θυμάσαι το φουκαρά τον Αριστοτέλη και λες «χο χο χο, τώρα θα τον κατατροπώσω τον πατέρα της Ζωολογίας ο τρισμέγιστος», μπλογκοσφαιρικώς εννοείται, τη ευγενή φροντίδι του συντρόφου Ζοζέ Σαραμάγκου, βραβείον Νόμπελ, Θεός σχωρέστον, και του γερο-γκρινιάρη ήρωά του, και για να μην ψάχνεις στα κιτάπια ψάχνεις στο διαδίκτυο «Αριστοτέλης-μύγα-τέσσερα πόδια» ή κάπως έτσι και κάποια στιγμή σκάει ένα blog κάποιου επιστήμονα που έχει ακριβώς το θέμα που θέλεις και μάλιστα την πρωτογενή πηγή, τι Σαραμάγκου και αηδίες, κατευθείαν μέσα από το έργο «Περὶ τὰ Ζῷα Ἱστορίαι», από τον Αριστοτέλη, και βρίσκεις την αναφορά και ω του δαίμονος ανακαλύπτεις (μέσω του κ. Τζον Σ. Γουίλκινς, Πανεπιστήμιο Σίδνευ ή Κουηνσλανδίας ή κάπου εκεί κάτω στην Αυστραλία τέλος πάντων) ότι ο Αριστοτέλης ΠΟΤΕ δεν έγραψε αυτό για τον οποίο τον κατηγορεί ο οργίλος διορθωτής που αποτελεί το άλτερ έγκο του Σαραμάγκου, διότι δεν μιλάει για μύγες (γενικώς) αλλά για εφημερόπτερα (ειδικώς) που βέβαια πάλι έντομα είναι, αλλά δεν λέει πόσα πόδια έχουν, αλλά με πόσα πόδια περπατάνε, ιδιότητα που σε ότι αφορά τα εφημερόπτερα μια απλή παρατήρηση αρκεί για να επιβεβαιώσει ότι ο πατήρ της Ζωολογίας μια χαρά τα είδε τέσσερα (καθότι τα δύο μπροστινά στα εφημερόπτερα χρησιμεύουν μόνο για να γαντζώνουν τη γκόμενα και πέραν ου), ωστόσο αυτοί που τον διάβασαν και τον μετέφρασαν το φουκαρά τον Αριστοτέλη δέκα-δεκαπέντε αιώνες παρακάτω είχαν μια δυσκολία να ξεχωρίσουν το ειδικό (εφημερόπτερα) από το γενικό (μύγες, έντομα) και τα συμφραζόμενα (περπατάει με...) από τη δήλωση αριθμού ποδιών, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια αθεράπευτη εισέτι βιβλιογραφική σύγχυση που παραπλάνησε εν τέλει και τον διορθωτή-ήρωα του Σαραμάγκου που πήρε μεν το κορίτσι αλλά τζάμπα τσαντίστηκε με τον Αριστοτέλη, όπως συχνά συμβαίνει να τσαντιζόμεθα τζάμπα και βερεσέ ημείς οι γερο-γκρινιάρηδες, οπότε δράττομαι κι εγώ της ευκαιρίας και ανοίγω το παράθυρο ώστε να απελευθερωθεί η μύγα που τρίβει τα μπροστινά της πόδια τόση ώρα πάνω στο τζάμι και όντως πετάει έξω και φεύγει στον εναέριο χώρο του Ηρακλείου, κι εγώ σκέφτομαι ότι πρέπει να ρωτήσω τον ιδιοκτήτη του παραθύρου (και όλου του σπιτιού εννοείται) που είναι σαφώς πιο ειδήμων στο evolution of body plans σε σχέση με εμένα για τα μπροστινά πόδια των εφημεροπτέρων και σκέφτομαι ακόμα ότι ίσως έπρεπε το μακρινό 1986 ή 87 να είχα παρακολουθήσει λίγο περισσότερη συγκριτική Ζωολογία αντί να πίνω φραπέδες με το Σπύρο αλλά από την άλλη ποτέ δεν είναι αργά να μάθεις για τα εφημερόπτερα, ενώ σήμερα άντε να βρεις άνθρωπο να τσακωθείς για την εντελέχεια και άλλες Αριστοτελικές έννοιες· το πολύ πολύ να τσακωθείς για μια λέξη που καθορίζει αν οι σταυροφόροι βοήθησαν ή ΔΕΝ βοήθησαν στην πολιορκία της Λισσαβώνας τελικά και να γίνεις γερο-γκρινιάρης μυθιστορηματικός ήρωας του συχωρεμένου του Σαραμάγκου που παίρνει το κορίτσι ή (χειρότερα, μάλλον) real-life γερο-γκρινιάρης σκέτο που κλείνει το παράθυρο μη μπούνε άλλες μύγες μέσα και ανοίγει ένα Καμπερνέ τριών ευρώ, προσφορά του σουπερμάρκετ τάδε, κι ετοιμάζεται να ποστάρει στο ιστολόγιο ιστορίες για μύγες με τέσσερα πόδια και καθηγητές Ζωολογίας που έγιναν όροφοι όπως ο Αριστοτέλης έγινε οδός, ξέρεις τώρα, Σάββατο κι απόβραδο και ασετυλίνη, ναι, ναι, εκεί που γερνάς.

Πάλι καλά να λες· τα εφημερόπτερα ζουν, λέει, μια μέρα μόνο.


(Σ.Σ. Και για να είμαστε επιστημονικώς ακριβολόγοι, να θεωρηθεί πλέον ή βέβαιον ότι τα εφημερόπτερα ζουν πολλές πολλές μέρες πριν φτάσουν εν τέλει στη μία (;) μέρα που «ζουν» ως ενήλικα, έτσι;

Το είδος υποψηφίου διδάκτορα που εκαλείτο σκωπτικώς «σφουκοκωλάριος» κατά το βυζαντινό έθος, εξέλιπε σιγά σιγά στη δεκαετία του '80 με την παρακμή της "Έδρας" και της καθέδρας οπότε οι σημερινοί φοιτητές μπορεί να μην αναγνωρίσουν το κατάλοιπο του «βοηθού της έδρας» αν και οι παλαιότεροι κάτι θα έχουν να θυμούνται. Τώρα τελευταία που αναβαθμιζόμεθα πανεπιστημιακώς και επικρατεί, λέει, αξιοκρατία και αξιολόγηση και νομιμότητα και άλλα ηχηρά παρόμοια, προβλέπω πλήθη σφουκοκωλάριων να συνωθούνται για να καταλάβουν τις βαθμίδες και τα πόστα, αλλά εγώ είμαι γερο-γκρινιάρης είπαμε, και η γνώμη μου δε μετράει, ξέρουν καλύτερα οι τηλεμαϊντανοί, οι κυβερνητικοί εκπρόσωποι και τα social media.)


12/11/14

Piedra de Sol (Οκτάβιο Πας)



[...]   μια ιτιά κρυστάλλινη, μια υδρόεσσα λεύκα,
ένα ανεμοδαρμένο σιντριβάνι,
ένα δέντρο βαθύ που όμως χορεύει,
το πέρασμα ενός ποταμού που ελίσσεται,
μακραίνει, αναποδίζει, αλλάζει κοίτη
και πάντα εκβάλλει:
μία πορεία γαλήνια
άστρου ή άνοιξης που δεν επείγει,
νερό που με τα βλέφαρα κλεισμένα
όλη τη νύχτα μαντικό αναβλύζει,
μια ομόφωνη ροή κύμα το κύμα
ώσπου να κρύψει η τρικυμία τα πάντα,
μια πράσινη επικράτεια δίχως δύση
όπως η λάμψη η άγρια των φτερούγων
σαν ξεδιπλώνουν στ' ουρανού τη μέση,

μία πορεία ανάμεσα απ' τις λόχμες
των ημερών που θά 'ρθουν κι η μοιραία
λάμψη της δυστυχίας σαν τραγούδι
ενός πουλιού που απολιθώνει δάση
και κείνες οι ευτυχίες απ' το μέλλον
μες στα κλαδιά που ξεθωριάζουν,
ώρες φωτός που ήδη πουλιά ραμφίζουν,
οιωνοί που δραπετεύουν απ' τα χέρια,

μια παρουσία σαν έξαφνο τραγούδι,
σαν άνεμος που τραγουδά στις φλόγες,
δυο μάτια που τον κόσμο μετεωρίζουν
μ' όλα τα πέλαγα και τα βουνά του,
σώμα από φως που φίλτραρε ο αχάτης,
μηροί από φως, κοιλιά από φως, οι κόλποι,
οι βράχοι του ήλιου, ένα κορμί στο χρώμα
του σύννεφου, στο χρώμα άλτριας μέρας,
η ώρα σπινθηρίζει, παίρνει σώμα,
είναι ορατός στο σώμα σου ήδη ο κόσμος,
διάφανος μες στη διαφάνειά σου [...]




γραφή φωτιάς επάνω στον νεφρίτη,
άνασσα των φιδιών, σχισμή στον βράχο,
στήλη του ατμού, πηγή μέσ' απ' την πέτρα,
αυλή του φεγγαριού, αετοράχη,
σπέρμα γλυκάνισου, θανάτου αγκάθι
ελάχιστο που δίνει αθάνατα άλγη,
ποιμένισσα κοιλάδων υποβρύχιων,
επόπτρια μες στην κοιλάδα του Άδη,
λιάνα πιασμένη απ' τους γκρεμούς του ιλίγγου,
φυτό που αναρριχάται όλο φαρμάκι,
λουλούδι ανάστασης, ζωής σταφύλι,
κυρά της αστραπής και της φλογέρας,
βραγιά των γιασεμιών, στο τραύμα αλάτι,
μπουκέτο ρόδα στον τουφεκισμένο,
σελήνη της αγχόνης, χιόνι Αυγούστου,
γραφή θαλάσσης πάνω στον βασάλτη,
πάνω στην έρημο η γραφή του ανέμου,
μια διαθήκη του ήλιου, ρόδι, στάχυ,

όψη καμένη, καταφαγωμένη,
όψη εφηβική, κατατρεγμένη,
χρόνια φαντάσματα, κύκλιες ημέρες
που σ' ίδια αυλή οδηγούν, στον ίδιο τοίχο,
καίει η στιγμή, κι είναι μια όψη μόνο
οι όψεις οι διαδοχικές της φλόγας,
ένα όνομα όλα τα ονόματα είναι,
όλα τα πρόσωπα είναι ένα μόνο,
μονάχα μια στιγμή όλοι οι αιώνες,
και πάντα στους αιώνες των αιώνων
θα φράζουν του αύριο την οδό δυο μάτια,

τίποτα εμπρός μου, μια στιγμή μονάχα
ανακτημένη απόψε, ονειρεμένη
πέρ' απ' του ονείρου τις μεικτές εικόνες,
στ' όνειρο επάνω βίαια λαξεμένη,
απ' το μηδέν βγαλμένη αυτής της νύχτας,
με τα δικά μου χέρια αναστημένη
γράμμα το γράμμα, ενώ έξω επείγει ο χρόνος
και της ψυχής μου κρούει σκαιά τις πόρτες
ο κόσμος με ωράριο σαρκοβόρο  [...]



όλα μεταμορφώνονται, όλα αγιάζουν,
κέντρο του κόσμου κάθε κάμαρα είναι,
κάθε μια πρώτη νύχτα, πρώτη μέρα,
γεννιέται ο κόσμος όταν δυο φιλιούνται,
μια στάλα φως στα διάφανά μας σπλάχνα
η κάμαρα σαν φρούτο μισανοίγει
ή εκρήγνυται σαν σιωπηλό αστέρι
κι οι νόμοι φαγωμένοι απ' τα ποντίκια,
κάγκελλα τραπεζών, δεσμωτηρίων,
συρματοπλέγματα, χάρτινες γρίλιες,
τ' αγκάθια, τα κεντριά και οι σφραγίδες,
το μονόχορδο κήρυγμα των όπλων,
μελίρρυτοι σκορπιοί με πετραχήλι,
ο τίγρης με το ημίψηλο που ηγείται
του Ερυθρού Σταυρού ή των Χορτοφάγων,
όνοι παιδαγωγοί κι εθνοπατέρες,
κροκόδειλοι που κάνουν τους σωτήρες,
ο Ηγέτης, το τσακάλι, ο εργολάβος
του μέλλοντος, το ένστολο γουρούνι,
ο υιός ο εκλεκτός της Εκκλησίας
που πλένει μ' αγιασμό τα μαύρα δόντια
κι ακούει μαθήματα αγγλικών κατ' οίκον
ή και δημοκρατίας, αθέατοι τοίχοι
και σάπιες προσωπίδες που χωρίζουν
τον άνθρωπο απ' τους άλλους τους ανθρώπους,
τον άνθρωπο απ' τον ίδιο,
καταρρέουν
σε μια αχανή στιγμή καθώς για λίγο
νιώθουμε τη χαμένη ενότητά μας,
τη δόξα και την ερημιά του ανθρώπου
που θάνατο, ήλιο και ψωμί μοιράζει,
το ξεχασμένο σάστισμα πως ζούμε  [...]



Από το βιβλίο: ΟΚΤΑΒΙΟ ΠΑΣ, Ηλιόπετρα, μετάφραση-επίμετρο Κώστας Κουτσουρέλης, δίγλωσση έκδοση, Μαΐστρος, Αθήνα 2007


Σ.Σ. Το ποίημα δεν το ήξερα, άκουσα όμως το ομώνυμο τραγούδι του Θανάση Παπακωνσταντίνου που βασίζεται σε αυτούς τους στίχους και αναζήτησα το αρχικό κείμενο. Εκτός από αναφορές στην ημερολογιακή πέτρα των Αζτέκων, βρήκα τη σχετική σελίδα του Κώστα Κουτσουρέλη (http://koutsourelis.gr) την οποία φυσικά λεηλάτησα, και τώρα περιμένω μήπως κάποιο βιβλιοπωλείο του Ηρακλείου φέρει την (εξαντλημένη, μάλλον) δίγλωσση έκδοση του ποιήματος (ισπανικά δεν ξέρω, οπότε θα αρκεστώ στην ποιητικότατη μετάφραση του Κ.Κ.)

Για το τραγούδι του Θανάση ευχαριστίες στη Ρ. που μου άνοιξε τα μάτια. Ξανά.




2/11/14

Της ωραίας τα χείλη

Ικαριακή αυλή, Καλοκαίρι 2014 (Φωτό © Ροβυθέ)

Δεν είμαι καλός με τα φυτά. Στο πρώτο μου σπίτι (στο πρώτο δικό μου σπίτι) βρήκα ένα γεράνι απότιστο για μήνες καθότι το σπίτι ήταν κλειστό για καιρό. Είναι εκπληκτικό πόσο αντέχουν τα γεράνια· το πότισα, του έριξα λίπασμα, το μεταφύτεψα, κάποτε μεγάλωσε τόσο που δε χώραγε πουθενά. Φεύγοντας το πήγα στο πατρικό μου όπου εν τέλει το ξεπάστρεψε μια κακοκαιρία. Δεν πρόκοψε.

Στην Κρήτη την πρώτη φορά φοβήθηκα να βάλω φυτά. Ήξερα φαίνεται ενδομύχως πως είμαι προσωρινός, και το απέφυγα. Γύριζα και από σπίτι σε σπίτι στο τέλος, άντε τώρα να τραβολογάς και γλάστρες. Βέβαια σε ένα από τα σπίτια ένας φίλος μου κουβάλησε μια χαρουπιά, μάλλον δώρο στην οικοδέσποινα. Η κοπέλα μετακόμισε προσφάτως και μου ανακοίνωσε ότι επειδή στο τέλος είχε μεταφυτεύσει τη χαρουπιά στο χώμα, θα παρέμενε εκεί και θα τη χαιρόταν πλέον κάποιος άλλος. Βέβαια πολλά μπορεί κανείς να φυτέψει και να τα χαίρονται άλλοι στο τέλος, έτσι είναι η ζωή, λένε. Άλλωστε κι εγώ το γεράνι που λέγαμε το βρήκα, δεν το φύτεψα.

Στο Λέιντεν είχε πολύ κρύο για φυτά. Δεν έχει και μπαλκόνια γενικά οπότε γύρω γύρω δεν έβλεπα και πολλά φυτεμένα, παρότι οι Ολλανδοί τρελαίνονται για λουλούδια. Μια μέρα πρόσεξα ότι ο από κάτω είχε σε ένα μικροσκοπικό περβάζι ακριβώς πέντε γλαστράκια, δύο μεγάλα και τρία μικρά, όλα με το ίδιο φυτό: τα νομίμως επιτρεπόμενα πέντε φυτά κάνναβης. Δεν τα λες και καλλωπιστικά εδώ που τα λέμε. Φεύγοντας πήρα μαζί μου μια γλάστρα καλαμπόκι· για να λέμε την αλήθεια απλώς και μόνο για να τσιμπολογάνε οι κάμπιες της πεταλούδας που στην πραγματικότητα κουβάλαγα, ίσαμε να φτάσουμε στη Λισσαβώνα. Ούτε αυτό το λες καλλωπιστικό.

Ούτε στη Λισσαβώνα φύτεψα τίποτα. Εκεί έχουν τη συνήθεια να κλείνουν τα μπαλκόνια με κάτι ψευδοκατασκευές που μέχρι και στην Ελλάδα θα ξεσήκωναν κύματα αγανάκτησης ως αυθαίρετα, αλλά για τα πορτογαλικά έθιμα είναι στάνταρ. Τότε βέβαια άλλαξε λίγο το πλάνο και έκανα σχέδια πως όταν γυρίσω στην Ελλάδα θα ριζώσω, λέει, κάπου, και μαζί θα ριζώσουν και διάφορα άνθη του καλού. Φυσικά όταν οι άνθρωποι κάνουν σχέδια, ο Θεός γελάει, λένε (αν και δεν είμαι βέβαιος απολύτως για το χιούμορ Του). Πάντως έκανα σχέδια τότε, και μάλιστα για μια περίοδο που έμεινα στην Αθήνα τα ανέπτυξα έτι περαιτέρω. Στο πιο μεγαλεπήβολο κιόλας. Ας πρόσεχα.

Όταν έφτασα στην Κρήτη για επανεγκατάσταση, το σπίτι ήταν επίσης έρημο για μήνες. Βρήκα ούτε ένα, ούτε δύο, αλλά τρία ολόκληρα μισοξεραμένα γεράνια στο μπαλκόνι. Επίσης βρήκα ένα αναρριχώμενο που είχε ρίξει τα φύλλα του αλλά ξαναέβγαλε φρέσκα μόλις ποτίστηκε. Κάποια στιγμή έπιασα να ποτίζω κάτι γλάστρες με ξερό χώμα, σχεδόν για πλάκα. Οι πιο πολλές έβγαλαν γλιστρίδα, τριφύλλι και κάτι άλλα εποχικά αγριόχορτα. Μία έβγαλε κάτι ροζ κρινάκια· ο ιδιοκτήτης του σπιτιού μου διευκρίνισε ότι φεύγοντας προ μηνών είχε γεμίσει τη συγκεκριμένη γλάστρα με βολβούς, οπότε δεν ήταν παράξενο. Μια άλλη πάλι έβγαλε ένα παχύφυτο με κάτι μικροσκοπικά μωβ ανθάκια. Λίγο καιρό αργότερα, μέσα από τις γλιστρίδες και τα τριφύλλια μιας τρίτης γλάστρας ξεπρόβαλε ένα άλλο φυτό που κάτι μου θύμιζε.

- Αυτό είναι πικροδάφνη; ρώτησα την ειδικό επί βοτανικών θεμάτων που κάναμε τα μεγαλεπήβολα σχέδια παρέα.
- Όχι καλέ, τι πικροδάφνη; Καμμία σχέση, αποφάνθηκε.

Ύστερα μου έδειξε καταχαρούμενη τα καινούργια φυτά που είχε φυτέψει: βασιλικό και λεμονοθύμαρο και ένα-δυο άλλα από το γειτονικό ανθοπωλείο που δε θυμάμαι πια πως τα λέγανε. Ακόμα, κούρεψε μια ρίγανη που πήρε τα πάνω της. Μια φίλη μας έδωσε δυόσμο και αλόη· φυτεύτηκαν και αυτά με τη δέουσα προσοχή.

- Μην αμελείς να κουρεύεις το δυόσμο, καλό του κάνει. Και το βασιλικό.

Αμέλησα φυσικά, αλλά ο δυόσμος δεν έπαθε και τίποτα σοβαρό, ο δε βασιλικός έγινε τεράστιος. Πάντως λίγο αργότερα όλα τα φυτά δέχτηκαν μανιασμένη επίθεση από ακάρεα (ο ιδιοκτήτης με είχε προϊδεάσει ότι υπάρχει τέτοιο ζήτημα στη βεράντα). Ακόμα και η γλιστρίδα. Ύστερα δέχτηκαν επίθεση από το κρύο· ο χειμώνας ήταν κάπως σκληρός. Ο βασιλικός ξεπατώθηκε ολοσχερώς μέσα σε μια νύχτα σχεδόν. Η ρίγανη πνίγηκε από τα πολλά νερά. Το λεμονοθύμαρο επίσης. Μετά ήρθε η άνοιξη και ένα μακρύ, ζεστό καλοκαίρι. Πολλά ξεράθηκαν, παρότι κάποιες φίλες πότιζαν από καιρού εις καιρόν όσο εγώ έλειπα. Λίγα επιβίωσαν. Ο δυόσμος, ας πούμε, που μας προέκυψε παντός καιρού. Η αλόη, που γέννησε και μικρά φυταράκια-παραφυάδες που μετέφερα στις (άφθονες πια) άδειες γλάστρες. Τα τρία γεράνια φυσικά, ανθεκτικά στις κακουχίες. Και το παράξενο φυτό που κάτι μου θύμιζε και δεν ήταν πικροδάφνη. Είχε βγάλει κάτι ανθάκια ροζ-μωβ.

Το ξανασυνάντησα άξαφνα στην αυλή της μάνας μου, στην Ικαρία. Το φωτογράφησα· βλέπετε τη φωτογραφία στην κορυφή. Ρώτησα τη μάνα μου το όνομα του φυτού· δεν το θυμόταν πια. Ύστερα βάλθηκα να ρωτάω όποιον περνούσε από κει.

- Ποιο, ρώτησε η Μαρία, αυτό με τα λουλουδάκια; Το έχει και η θεία σου δίπλα με άσπρα.
- Ναι, αυτό. Πώς το λένε;
- Της ωραίας τ’ αχείλι.
- Της ωραίας τα χείλη τι πράγμα;
- Της ωραίας τ’ αχείλι το λένε το λουλούδι. Αυτό είναι το όνομά του.


Τώρα που ξανάρχεται ο χειμώνας και τα σχέδια όλα στο βρόντο έχουν πάει, κοιτάζω το μπαλκόνι και σκέφτομαι πως όταν φύγω θα αφήσω στον επόμενο τα τρία γεράνια και το αναρριχώμενο που δεν μου ανήκουν. Θα αφήσω ακόμα την αλόη και το δυόσμο, αναγκαστικά βέβαια, καθότι είναι σε παρτέρια και χωνευτές γλάστρες και δεν φεύγουν. Ο βασιλικός πάλι δεν φυτρώνει πια εδώ· σε άλλες αυλές τώρα τον φυτεύουν, άλλοι τον χαίρονται ή τον κουρεύουν (ή μπορεί και να ‘ναι το είδος του τέτοιο, όμορφος μα περαστικός σαν εφήμερη υπόσχεση).

Όμως της ωραίας τ’ αχείλι σκέφτομαι πως πρέπει να βρω έναν τρόπο να το πάρω μαζί μου. Άλλωστε αυτό το λουλουδάκι μόνο του φύτρωσε στο μπαλκόνι μου, κανείς δε μου το φύτεψε. Σε κανέναν δεν το χρωστάω.

- Από δω τον κουβάλησες το σπόρο, πάνω σου, θριαμβολογεί η μάνα μου, για να σου θυμίζει το σπίτι μας.
- Λες να είναι καριωτάκι ξενιτεμένο και το φυτό ρε μάνα;

Μόνο να βγάλει το βαρύ χειμώνα, να ζήσει, σκέφτομαι, της ωραίας τ’ αχείλι.

Όσο για τα φιλιά, θα τα βρούμε άμα έρθει η ώρα.


Κόκκιν' αχείλι σε μια εκδοχή από τις Δυνάμεις του Αιγαίου.

28/10/14

Μαϊντανός

Προδρομικός Αρκάς σε κλίμα εθνικής επετείου.

Κάτι η εθνική επέτειος, κάτι που πήγα χτες βράδυ να ακούσω Σαββόπουλο ο οποίος κάθε τόσο φώναζε κάτι τύπου «Ζήτω το Έθνος» και κάτι άλλα ηθικοπλαστικά και πατριωτικά επιπέδου γυμνασιάρχη του ’70 (ίσως και παλιότερου, αλλά εγώ στα τέλη της δεκαετίας του ’70 πήγα γυμνάσιο οπότε αυτές τις παραστάσεις έχω), μπήκα πάλι σε αυτό το κλίμα εθνικής ανάτασης που με πιάνει στις επετείους και αναπολώ τις μέρες της θητείας μου ως Στρ(ΥΠ) στον ΕΣ (οι ενδιαφερόμενοι μπορούν εύκολα να αποκρυπτογραφήσουν τις συντομογραφίες).

Θυμήθηκα λοιπόν τις μέρες της κατάταξης και της βασικής εκπαίδευσης στο ΚΕΥΠ στη Λαμία όπου είχαμε στριμωχτεί στο παλιό πέτρινο κτίριο του στρατοπέδου που λεγόταν επισήμως 1ος Λόχος και ανεπισήμως απλά «πέτρινο» και στο θάλαμο της διμοιρίας είμασταν καμμιά τριανταριά νομάτοι, άλλοι Αθηναίοι, άλλοι Σαλονικιοί, άλλοι από πόλεις της επαρχίας ή και μικροσκοπικά χωριά, άλλοι πιτσιρικάδες απόφοιτοι δημοτικού (ή ούτε καν), άλλοι μεσήλικες με διδακτορικό (καλή ώρα), μερικοί μειονοτικοί διαφόρων ακατονόμαστων μειονοτήτων και όλοι μα όλοι ψαρωμένοι αγρίως τις πρώτες μέρες. Καθώς δεν είχαμε και πολλά να κάνουμε στην αρχή που δεν είχαμε ορκιστεί και δεν υπήρχαν ακόμα υπηρεσίες, περνάγαμε ώρες κουβεντιάζοντας ο ένας με τον άλλο, και σύντομα ξέραμε πολλά για το υπόβαθρο και τις συνήθειες του καθενός, υπόβαθρο και συνήθειες που ενίοτε δεν ξέραμε ότι υπήρχαν καν στο μωσαϊκό που συνθέτει την ελληνική κοινωνία.

Ο στρατός είναι από αυτή την άποψη μεγάλο σχολείο, τουλάχιστον ο στρατός ξηράς, στον οποίο καταλήγει όλος ο κατιμάς που δεν έχει τη δυνατότητα ή την «τύχη» (φυσικά τίποτα δεν είναι τυχαίο...) να υπηρετήσει στα ευγενή όπλα της αεροπορίας και του ναυτικού. Έτσι θέλοντας και μη έρχονται σε επαφή όλοι με όλους, τουλάχιστον στην αρχή. Η περίοδος είναι ό,τι πρέπει για να γίνουν κοινό κτήμα διάφορες επιμέρους συμπεριφορές, στις οποίες πολλοί δεν είχαν ποτέ πριν την ευκαιρία να εκτεθούν. Ας πούμε (τυχαίο το παράδειγμα, ή «τυχαίο» όπως προαναφέραμε), είναι η περίοδος που πάρα πολύ εύκολα μπορεί να διαδοθεί η χρήση ναρκωτικών: και ζήτηση υπάρχει άφθονη, και νέες παρθένες (ενίοτε εντελώς παρθένες) αγορές ανοίγονται στους επιδέξιους επιχειρηματίες (ή υπεργολάβους) του χώρου που έχουν όραμα και φιλοδοξίες. Στο θάλαμό μας, για παράδειγμα, στην αρχή της βασικής εκπαίδευσης υπήρχαν δύο άτομα με εμφανή ροπή στην κατανάλωση ψυχοτρόπων ουσιών. Την ημέρα της ορκωμοσίας που ήρθαν και μας παρέλαβαν γονείς και κηδεμόνες, πρέπει να είχαμε απομείνει δύο ή τρεις μόνο εμφανώς ξεμαστούρωτοι.

Φυσικά η αυξημένη ζήτηση προσκαλεί (θα έλεγα, κυριολεκτικά ενίοτε, «εκλιπαρεί») αυξημένη προσφορά. Γυρνώντας από το τριήμερο υποχρεωτικής άδειας μετά την ορκωμοσία είχαμε να αντιμετωπίσουμε ως διμοιρία (εικάζω και ως λόχος, ή ως ΕΣΣΟ μάλλον) δύο καινοφανή προβλήματα. Το πρώτο ήταν η ανάθεση για πρώτη φορά υπηρεσίας, και δη ένοπλης, στη σειρά μας. Το δεύτερο ήταν η αιφνίδια υπερπροσφορά σταφ δια πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν. Ένα τρίτο πρόβλημα, συνδυασμός των παραπάνω, ήταν η εμφάνιση διαφόρων φαντάρων οπλισμένων μεν, εμφανώς υπό την επήρεια δε, πράγμα που είχε μερικές συχνά απρόσμενες συνέπειες όπως εκείνη με το σκοπό που πήρε στο κυνήγι την έφοδο ή την περίπολο και παραλίγο να αρχίσει να ρίχνει κατά ριπάς πριν σκοντάψει, η άλλη με τον τύπο που λόγω υπερβολικής μαστούρας δε σηκωνόταν να κάνει το νούμερό του και κατέληξε να τον κυνηγάει ο «χωμένος» σκοπός με την ξιφολόγχη ή η τρίτη με τον τύπο που αφού θεώρησε ότι αρκετά έπαιξε με τα χορταρικά ήρθε η στιγμή να ανέβει σε άλλο επίπεδο και χτύπησε ένα τριπάκι που εν τέλει κόντεψε να τον στείλει αδιάβαστο καθώς σηκώθηκε στη μέση της νύχτας και έτρεχε να κρυφτεί από το τέρας που τον κυνηγούσε (κακό τριπάκι εδώ που τα λέμε), και μάλιστα υπό τους γέλωτες όλου του θαλάμου καθώς το τέρας ήταν μαύρο και δικέφαλο, λέει, οπότε κάποιος σαλονικιός σχολίασε από το βάθος «μη φοβάσαι σειρούλα, ο μΠΑΟΚ είναι» και μετά άντε να σου μείνει άντερο από τα γέλια.

Βέβαια η κατάσταση δεν ήταν ακριβώς για γέλια, καθότι αφενός υπήρχε μια αρκούντως διαταραγμένη πειθαρχία αλλά με μια λογική «ο καθένας για την πάρτη του» που θα μπορούσε να έχει ιδιαίτερα σοβαρές συνέπειες, και αφετέρου υπήρχε μια ικανή μεταφορά εισοδήματος από την καινούργια πελατεία στα βαποράκια κι από κει σε άγνωστους και πάντως πιο επιτήδειους ντήλερ που όλως παραδόξως ήτανε φαίνεται καλά καβατζωμένοι από άκρες εντός και εκτός στρατοπέδου και η ιδέα να τους καταγγείλει κάποιος που πιθανώς θα ήξερε πιο πολλά ήταν εκτός συζήτησης (τη ρουφιανιά άλλωστε πολλοί ηγάπησαν, το ρουφιάνο ουδείς). Live and let live λοιπόν, με εξαίρεση το θλιβερό φαινόμενο του «κατοσταρικάκια» εντός στρατοπέδου, από διάφορους φτωχομπατίρηδες που έψαχναν τίποτα ψιλά να κάνουνε κάνα μπάφο στα μουλωχτά, και μέτρημα των ημερών ανάποδα να τελειώσει η βασική και να βγουν οι μεταθέσεις να πάει ο κάθε κατεργάρης στον πάγκο του.

Όπως έλεγα λοιπόν, είχαμε μείνει δυο-τρεις εκτός παιχνιδιού προς το τέλος, άλλοι από φόβο ή δισταγμό, άλλοι από άποψη, άλλοι (καλή ώρα) από σιχασιά (διατί να το κρύψωμεν άλλωστε) προς το νταλαβέρι που γρήγορα και εύκολα τροποποιούσε συμπεριφορές και έκανε πτωχούς πλην τίμιους βοσκούς από την Κρήτη να άγονται και να φέρονται από κουτοπόνηρους κομοτηναίους που με τη σειρά τους γίνονταν παρατρεχάμενοι ενός τουλάχιστον λούμπεν τύπου που καμάρωνε για το μήκος του τσιγαριλικίου του («μαλάκες, οχτάφυλλο θα στρίψω, μπουρί») και για το γεγονός ότι κάποτε τον είχανε πάει στη Μύκονο να παίξει τον επιβήτορα σε ένα gay event με κάτι διασημότητες.

Φυσικά το να μένεις έξω από το μέσο όρο στο στρατό δεν είναι και πολύ συνηθισμένο και αργά η γρήγορα η μοίρα σου χτυπάει την πόρτα να ζητήσει τα ρέστα. Μια μέρα βλέπω από μακριά να μου γνέφει να πλησιάσω ένας από τους λοιπούς «έξω απ’ το χορό» που είχε αράξει στα χορταράκια με έναν άλλο (υποψιασμένο, οπωσδήποτε). Έκατσα δίπλα τους και άναψα τσιγάρο, είπαμε τις συνήθεις φανταρικές μαλακίες (που τώρα πια δε θυμάμαι πλέον να αναπαραγάγω) και κάποια στιγμή σκύβει συνωμοτικά ο «απέξω» και μου λέει:

- Καλά, δε φαντάζεσαι τι βρήκαμε...
- Τι βρήκαμε; ρωτάω κι εγώ στον πληθυντικό της μεγαλοπρεπείας.
- Αυτό, μου λέει περήφανα, και μου επιδεικνύει κάτι χαρτάκια στριψίματος χρώματος ροζ.

Δε φάνηκα να εντυπωσιάζομαι, οπότε σκύβει πιο συνωμοτικά και μου λέει:

- Ξέρεις τι είναι αυτό;
- Ξέρω, του λέω. Χαρτάκια.
- Ναι, αλλά τι χαρτάκια! Ξέρεις γιατί είναι ροζ;


Ήξερα, διότι είχα ξαναδεί, αλλά περίμενα να δω τι θα μου πει. Σκύβει ακόμα πιο συνωμοτικά και μου λέει:

- Γιατί είναι ποτισμένα με χασισέλαιο.
- Άντε ρε μαλάκα, σοβαρά;
- Ναι, αμέ. Οπότε ξέρεις τι κάνεις;
- Τι κάνεις;
- Βάζεις μέσα κανονικό καπνό, τα καπνίζεις, την ακούς κανονικά, κι άμα σε πιάσουνε, τι έχεις απάνω σου; Καπνό, μόνο. Κανένας κίνδυνος.


Ο άλλος επιδοκίμασε από δίπλα. Έβγαλε ένα χαρτάκι από τα εν λόγω ροζ και ένα πακετάκι καπνό. Έστριψε ένα στραβοχυμένο τσιγάρο (ήτανε και θεόχοντρα τα χαρτάκια) και το άναψε ρουφώντας ηδονικά. Το έδωσε το διπλανό να τραβήξει κι αυτός.

- Καύλα μαλάκα.
- Είσαι βέβαιος;
ρώτησα μάλλον ρητορικά.
- Δοκίμασε να δεις κι εσύ.

Δεν είχα αυταπάτες διότι όπως είπαμε το είχα ξαναδεί το έργο προ θητείας, αλλά δεν του χάλασα το χατίρι. Φυσικά ήταν όπως τα περίμενα. Καπνός. Και μόνο.

- Πώς σου φαίνεται;
- Να σε ρωτήσω, ο Αγρινιώτης σας την έδωσε αυτή τη μαλακία;


Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και με κοίταξαν αποσβολωμένοι.

- Πού το ξέρεις;
- Διότι τι χασισέλαιο και μαλακίες, αυτό είναι ροζ χαρτάκι παραγωγού. Παλιότερα που δεν κυκλοφορούσαν χαρτάκια, οι καπνοπαραγωγοί είχαν ειδικά χαρτάκια χρώματος ροζ με τα οποία έστριβαν νομίμως τσιγάρα. Ο Αγρινιώτης έχει καπνοχώραφα, άρα πρέπει να του έχουν μείνει τόνοι χαρτί παρακαταθήκη. Δε φαντάζομαι να του το πληρώσατε κιόλας;


Ο ένας πετάχτηκε πάνω μουρμουρίζοντας «θα τον εγαμήσω το πούστη» κι έτρεξε προς το θάλαμο. Ο άλλος έμεινε να κοιτάει περίλυπος τη ροζ γόπα. Δεν αντιστάθηκα στον πειρασμό.

- Καύλα μαλάκα, ε;
- Άντε γαμήσου ρε ξερόλα, μας κατέστρεψες τη φαντασίωση
, είπε αηδιασμένος σβήνοντας τη γόπα στα χορταράκια.

Η σειρούλα άναψε άλλο τσιγάρο, φυσιολογικό αυτή τη φορά. Άναψα κι εγώ. Τράβηξε μερικές τζούρες, και μουρμούρισε:

- Κι όμως, θα μπορούσε, δε θα μπορούσε; Δε θα ήταν καλή ιδέα;

Κι ύστερα από λίγο:

- Έχεις ακούσει τίποτα για τις μεταθέσεις;

Νύχτωνε σιγά σιγά στο ΚΕΥΠ.


Μια παραπλήσια ιστορία με άλλους πρωταγωνιστές, που δίνει το όνομα στην ανάρτηση.

26/10/14

Δαίδαλος

Η σημαία της Ελευθέρας Πολιτείας Ικαρίας ανεμίζει στα ξάρτια.

Μέχρι την τελευταία στιγμή ψάχναμε για πλήρωμα· ο ένας δεν ευκαιρούσε επειδή μπάρκαρε αιφνιδίως για τη Νότια Αφρική, ο άλλος ανάρρωνε από έκτακτο τριπλό μπαϊπάς, μερικοί άλλοι υποψήφιοι δεν ευκαιρούσαν τις συγκεκριμένες ημερομηνίες, κάποια στιγμή είχαμε απελπιστεί ότι θα πηγαίναμε μόνοι μας, ο – ας τον πούμε – κυβερνήτης (και ιδιοκτήτης του σκάφους, εννοείται) και φυσικά ο λοστρόμος. Δηλαδή εγώ. Τελευταία στιγμή εμφανίστηκαν άλλοι δύο, ένας σχετικά πιο έμπειρος από ιστιοπλοϊκής απόψεως που θα αναλάμβανε αυτοδικαίως «δεύτερος», και ο κουνιάδος ή γαμπρός ή μπατζανάκης του (όπως μπορούσε να μεταφραστεί το “brother-in-law” που μου μετέφερε ο κυβερνήτης) που δεν είχε ξαναμπεί σε σκάφος μάλλον, και θα είχε καθήκοντα ναύτη ή καμαρότου ή κατά την σχετική αργκό «φερερέ».

- Φέρε ρε συ καμιά μπύρα πάνω.
- Α, και μια και πας κάτω, φέρε ρε και το καπέλο μου.


Συναντηθήκαμε στο Βόλο μεσημεράκι Σαββάτου. Είχα φύγει από το Ηράκλειο βράδυ Παρασκευής και μετά από μια αρκούντως δύσκολη νύχτα κατάφερα να χωθώ εγκαίρως στο ΚΤΕΛ Μαγνησίας εφοδιασμένος με την αχρησιμοποίητη από ετών νιτσεράδα μου, δυο αλλαξιές ρούχα, καπελάκι με κορδόνι περαστό, άλλα κορδονάκια για γυαλιά (ηλίου και μυωπίας), φορτισμένο κινητό και φωτογραφική μηχανή, και ένα βιβλίο του φρεσκονομπελισμένου Μοντιανό που τσίμπησα από ένα σταντ στο σταθμό της Λιοσίων μπας και καταλάβω σε ποιους δίνουν Νόμπελ και γιατί (ξέρετε, με την κρυφή ελπίδα ότι κι εγώ μια μέρα θα βγάλω λόγο στη σουηδική ακαδημία κλπ., και μια και για τα επιστημονικά βραβεία το έχουμε χάσει πλέον το τραίνο, ποντάρουμε στο λογοτεχνίας μάλλον παρά στο ειρήνης).

Ο κυβερνήτης με παρέλαβε μαζί με ένα πακέτο ντοματοκεφτέδες (παραγγελία) και μερικά ψώνια από το σουπερμάρκετ που έφερνε ο ναύτης. Ξεφορτώσαμε στο «Δαίδαλο» που γέμιζε με καύσιμα λίγο παραπέρα· μέχρι να τακτοποιήσω τα πράγματά μου στην καμπίνα και να φορέσω φόρμα εργασίας είχαμε αποπλεύσει. Ανέβηκα ίσα ίσα για να παραστώ στην τελετή έπαρσης της σημαίας. Όχι όποιας κι όποιας σημαίας, αλλά του γνωστού λαβάρου της Ελευθέρας Πολιτείας της Ικαρίας του 1912 που τελευταία έχει γίνει της μοδός κάπως. Διότι παραλείψαμε να αναφέρουμε ότι ο Δαίδαλος είναι ικαριακής πλοιοκτησίας, εξ’ ου και έχει την πολυτέλεια να περιλαμβάνει στο τσούρμο του καριώτες λοστρόμους της προσκολλήσεως.

Ο Δαίδαλος είναι 45 πόδια και στρουμπουλός κάπως (σχεδιασμένος για σχετικά άνετη διαβίωση και διακοπούλες, όχι για ταχύτητες και αγώνες) αλλά με τα πανιά υπό τις δεδομένες συνθήκες έπιανε άνετα πεντέμισι-έξι κόμβους. Βέβαια ο κυβερνήτης μας ήθελε να φτάσουμε στο Παλαιό Τρίκερι πριν νυχτώσει οπότε άφησε τις ευγένειες και έβαλε τη μηχανή ενώ εγώ με τον δεύτερο ακόμα ψιλοδιαφωνούσαμε κάπως για το τριμάρισμα και τις πλεύσεις. Ο Παγασητικός είναι ό,τι πρέπει για ιστιοπλοϊκές εξορμήσεις· καθότι κλειστός κόλπος δεν έχει σχεδόν καθόλου κύμα, αλλά μπορεί ανέτως να έχει αέρα. Καλή ώρα όπως είχε εκείνες τις μέρες.

Το δελτίο προέβλεπε ένα σίγουρο πεντάρι με τάσεις εξαριού για το Σάββατο, αλλά την Κυριακή θα γέμιζε έτι περαιτέρω και στο Κάβο Ντόρο θα είχαμε εφτάρι σίγουρο και για λίγες ώρες μπορεί και κάτι παραπάνω. Αυτός δεν είναι καιρός για ιστιοπλοΐα φυσικά (εκτός αν είσαι πάρα πολύ άρρωστος), ειδικά αν είσαι ο ιδιοκτήτης του σκάφους και δε θέλεις να ψάχνεις το άλμπουρό σου (ή και το πλήρωμά σου) εδώ κι εκεί μετά το πρώτο broach. Αποφασίσαμε λοιπόν να ακολουθούμε τον καιρό με μερικές ώρες απόσταση, ώστε να δώσουμε στο εφτάρι τη δυνατότητα να ξαναγίνει εξάρι ή πεντάρι πριν περάσουμε στο Νότιο Ευβοϊκό. Το πρόβλημα ήταν ότι ο λοστρόμος (yours truly) έπρεπε να είναι στο Ηράκλειο Τρίτη πρωί, οπότε έπρεπε το ταξίδι να έχει ολοκληρωθεί Δευτέρα βράδυ κατά προτίμηση. Δεν είχαμε και πολλά περιθώρια.

Κυριακή πρωί σηκωθήκαμε με βροχή. Περιμέναμε να ανοίξει το μοναδικό μπακάλικο στο νησί για να πάρουμε μέλι και βούτυρο για να αλείψουμε το ψωμάκι που συνόδευε τον καφέ μας. Φύγαμε περασμένες δέκα· μάλλον αργά για την περίσταση. Ξεμυτίσαμε από τον Παγασητικό σε ένα Αιγαίο που έβραζε, με γεμάτο εξάρι. Γρήγορα παραιτηθήκαμε από την ιδέα των ανοιχτών πανιών παρόλο που είχαμε τον καιρό δευτερόπρυμα, και αρκεστήκαμε σε μια τραβηγμένη, μουδαρισμένη μαΐστρα για λόγους ισορροπίας. Κατευθυνθήκαμε μηχανάδα νοτίως των Σποράδων. Τα νησιά έκοβαν το πολύ κύμα και μας κρατούσαν σε αποδεκτά επίπεδα κουνήματος (ειδικά αν δεν οδηγούσε ο αυτόματος αλλά ο κυβερνήτης ή ο δεύτερος που μπορούσαν κάπως να καβαλάνε το κύμα και να φέρνουν το σκάφος να σερφάρει πιο γλυκά). Πάντως ο κυβερνήτης προειδοποίησε ότι από ιστιοπλοϊκής απόψεως ο Θεός μέχρι το Σκάτζουρα ζωγράφιζε, αλλά από κει κάτω προφανώς πήγε προς νερού του.

Δεν αργήσαμε να διαπιστώσουμε την αλήθεια του ισχυρισμού. Αν και υποτίθεται ότι όσο περνούσε η ώρα ο καιρός έφτιαχνε σιγά σιγά, το δεύτερο μισό της διαδρομής προς τη Σκύρο ήταν αρκούντως βασανιστικό για όλους. Ένας ένας βγαίναμε εκτός μάχης, κάτι το κρύο που θέριζε, κάτι το κύμα που τράνταζε το Δαίδαλο διαρκώς, κάτι η μακαρονάδα με τόνο που ταΐστηκε άσπλαχνα στα ψάρια (παρότι την είχαμε καταβροχθίσει κανονικά προγενέστερα), κάτι η κούραση μετά από τόσες ώρες, στο τέλος μέχρι και ο κυβερνήτης μας δήλωσε ότι δεν περνάει τη Βαλάξα νύχτα, διότι το πέρασμα είναι θεόστενο και θέλει φως. Αποφασίσαμε εν τέλει να αγκυροβολήσουμε αρόδου στον όρμο του Αγίου Φωκά, με την ελπίδα να μην είναι μέσα κανένας άλλος. Ευτυχώς δεν ήταν κανείς, εκτός από κάτι σκυλιά που μας γαύγιζαν από μια στάνη στην παραλία όπως μπαίναμε στον όρμο κατά τις δέκα το βράδυ. Είμασταν εξαντλημένοι πια, μασουλήσαμε όπως-όπως κάτι κράκερ και κάτι πατατάκια για αναπλήρωση αλάτων και υγρών. Χαζέψαμε για λίγο τον ουράνιο θόλο με τα χιλιάδες αστέρια που σπίθιζαν μέσα στο απόλυτο σκότος, και δεν αργήσαμε να πέσουμε ξεροί στα κρεβάτια μας μέχρι το πρώτο φως.

Δευτέρα πρωί ξεμυτίσαμε από τον όρμο πριν βγει ο ήλιος. Περάσαμε το στενό πέρασμα της Βαλάξας με όλη μας την άνεση και είδαμε τον ήλιο να βγαίνει πίσω από τη Λιναριά. Έπεσε μια σκέψη να κατευθυνθούμε προς Κύμη και να ξεφορτώσουμε εκεί τους βιαστικούς λοστρόμους, αλλά ο κυβερνήτης διαβεβαίωσε ότι θα είμαστε στο Λαύριο ως τις οχτώ το βράδυ, και στο Καλαμάκι ως τα μεσάνυχτα ή και νωρίτερα. Σημαδέψαμε λοιπόν το Κάβο Ντόρο, με τον καιρό ενοχλητικά πρύμο (τα πανιά κρεμόντουσαν ψόφια καθώς δε φύσαγε πάνω από δέκα κόμβους). Κάναμε μερικές προσπάθειες να παραλλάξουμε λίγο την πορεία μπας και φυσήξει, ανοίγαμε και κλείναμε τζένοες και μαΐστρες, πιο πολύ για να περνάει η ώρα, προσπαθήσαμε λίγο να βάλουμε το κύμα να μας σπρώξει. Με τούτα και μ’ εκείνα φτάσαμε στο στενό του Καφηρέα απόγευμα, με τον καιρό κατάπρυμα και χαμηλό κυματάκι πια. Αφήσαμε δεξιά την Κάρυστο και σημαδέψαμε την κάτω πλευρά της Μακρονήσου. Ύστερα μας ήρθε η καταπληκτική ιδέα να κάνουμε πλαγιοδρομία και αλλάξαμε πορεία σημαδεύοντας την πάνω πλευρά. Κάναμε δυο-τρεις τσίμες παλεύοντας να βρούμε καλό αέρα και να εκμεταλλευτούμε τη μπουκαδούρα από το Νότιο Ευβοϊκό. Με λίγη καλή διάθεση (και τη μηχανή πάντα ανοιχτή καλού κακού) φτάσαμε κάποια στιγμή να γράφουμε εννιά-δέκα κόμβους. Όχι για πολλή ώρα, αλλά αρκετή για να μας δώσει θάρρος ότι θα φτάσουμε την ίδια μέρα στο Καλαμάκι.

Ηλιοβασίλεμα στο Νότιο Ευβοϊκό. Αριστερά η Τζιά, στο βάθος η Μακρόνησος και η Αττική.

Αφήσαμε αριστερά τη Γυάρο και τη Τζιά και χωθήκαμε στο στενό ανάμεσα στη Μακρόνησο και την Αττική λίγη ώρα μετά τη δύση του ήλιου. Περάσαμε δίπλα από κατάφωτα αγκυροβολημένα πλοία και από άλλα θεοσκότεινα, περάσαμε δίπλα από τις φωτισμένες κολώνες στο Σούνιο, σημαδέψαμε το φανάρι στον Πάτροκλο, περάσαμε εσωτερικά και βγήκαμε στο Σαρωνικό όπου επιτέλους μπορέσαμε να κάνουμε όρτσα με πλήρη ιστιοφορία και να ευχαριστηθούμε ταχύτητα και φουσκωμένα πανιά έστω και την τελευταία ώρα δίπλα στο Δίαυλο, σημαδεύοντας τις Φλέβες. Αποφύγαμε την τελευταία στιγμή τη σύγκρουση με κάτι υπερφωτισμένα παραγάδια που ενδημούν στα νερά του Σαρωνικού, και είδαμε δεξιά μας τα ανάποδα φανάρια της μαρίνας (ανάποδα καθότι η είσοδος κοιτάει προς τον Πειραιά οπότε όπως έρχεσαι από νότο μπερδεύεσαι).

Κατεβάσαμε πανιά και χωθήκαμε όπως-όπως στη μαρίνα ακριβώς τα μεσάνυχτα, μετά από δεκάξι ώρες ταξίδι. Δέσαμε βιαστικά, χώσαμε στις τσάντες τα πράγματα στα γρήγορα, και φωνάξαμε ταξί να μας μαζέψουν. Αποχαιρετιστήκαμε με υποσχέσεις για το επόμενο ταξίδι, θεωρητικά από την Τουλόν μέχρι το Καλαμάκι, πέντε-έξι μέρες χειμωνιάτικες. Ο ναύτης δε θα μπορέσει, φεύγει μετανάστης στην Αμερική στο μεταξύ. Οι υπόλοιποι τρεις λέμε να προσλάβουμε άλλους δύο εύκαιρους και να το δοκιμάσουμε (αλλά χειμώνα καιρό, με μόνη στάση στο Λίπαρι για ανεφοδιασμό, θα πρέπει να είναι μεγάλο αγγούρι). Ο καθένας πρέπει να γνωρίζει τα όριά του κάποτε.

Το πρωί το λεωφορείο άργησε να έρθει και έπεσε και σε κίνηση στο δρόμο (μια και το μποτιλιάρισμα φαίνεται να επανακάμπτει μαζί με τους ρυθμούς ανάπτυξης όπως λένε σαρκαστικά ορισμένοι) με αποτέλεσμα να φτάσω αεροδρόμιο στο τσακ. Ο συγκάτοικος με περίμενε στην πύλη με το αχρείαστο boarding pass που του είχα ζητήσει να μου τυπώσει καλού κακού.

- Πώς περάσαμε; Κατακόκκινο σε βλέπω.

Είχα πάρει αυτό το περίεργο οιονεί μαύρισμα που έχουν καμμιά φορά οι σκιέρ: περιμετρικά του προσώπου (εκεί που δεν σκεπάζει η κουκούλα) και με καθαρό το αποτύπωμα των γυαλιών.

Από το παράθυρο του αεροπλάνου έριξα μια ματιά στη θάλασσα μετά την απογείωση: περνάγαμε πάνω από τη Μακρόνησο πάλι. Από εδώ πάνω φαινόταν ένα μικρό βηματάκι μόνο μέχρι το Λαύριο. Το προηγούμενο βράδυ θυμάμαι πως κοίταζα από τη μια τη Γυάρο κι από την άλλη τη Μακρόνησο: απόηχοι ενός άδοξου παρελθόντος.

Ή ίσως, σκέφτομαι τώρα, προεικονίσεις εξίσου άδοξες, μιας άλλου τύπου εξορίας που φοβάμαι καμιά φορά πως μας μέλλεται.


Η Νένα Βενετσάνου σε στίχους Στέλλας Χρυσουλάκη με έναν προβληματισμό που τέμνεται κάπως με τα παραπάνω.


(Σ.Σ. Και από αυτή τη θέση δράττομαι της ευκαιρίας να ευχαριστήσω τους φίλους και κουμπάρους που προ ετών με προίκισαν εν είδει δώρου με νιτσεράδες, αδιάβροχα, σκουφιά και θερμοεσώρουχα, ώστε να δύναμαι να ανταπεξέλθω σήμερα πλέον στις απαιτήσεις του ταξιδιού. Αγόρια μου, ενόψει Τουλόν θα χρειαστώ ακόμα κάνα-δυο φλισάκια χοντρά, ατομικό σωσίβιο-γιλεκάκι με κάψουλα, ένα ζευγάρι γαλοτσάκια ασορτί με τη νιτσεράδα και γαντάκια ιστιοπλοΐας με το μισό δαχτυλάκι έξω, ξέρετε εσείς, εντάξει; Περιμένω...)