ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


22/2/13

Ψηφίδες



Το σπίτι είναι λίγο πιο μεγάλο από τις τωρινές ανάγκες μου, και δεν έχω αρκετά έπιπλα για να το γεμίσω. Αυτό αφήνει πολλούς χώρους ελεύθερους, αλλά ο ελεύθερος χώρος είναι ένα είδος πολυτέλειας που απολαμβάνω πάντα με εξαιρετική ευχαρίστηση, καθώς έχω μεγαλώσει σε ένα σπίτι γεμάτο ανθρώπους και πράγματα, χιλιάδες πράγματα που πετάγονται μπροστά σου όταν δεν τα θες και εξαφανίζονται ακριβώς τη στιγμή που τα ψάχνεις, λες και τα χαρχαλεύουν τίποτα οικιακοί καλικάνζαροι παντός καιρού, όχι μόνο του δωδεκαημέρου.

Βέβαια η αλήθεια είναι ότι αυτή τη στιγμή δεν ψάχνω στ’ αλήθεια κάτι συγκεκριμένο. Απλώς αρκούμαι να φτιάχνω μικρούς σωρούς με πραγματάκια ποικίλης προέλευσης που σιγά σιγά θα βρουν τη θέση τους στις άδειες ντουλάπες και στο γραφείο, στο ένα ή στο άλλο δωμάτιο ή ίσως στο τεράστιο, για τα δεδομένα μου, άδειο σαλόνι. Από τα υπάρχοντά μου πριν δραπετεύσω στην Ολλανδία, κάμποσα έχουν καταφύγει στην Ικαρία όπου και θα παραμείνουν εσαεί φαντάζομαι: το παλιό μου κρεβάτι, ένας καναπές, δυο πολυθρονίτσες σκηνοθέτη, ένα φωτιστικό δαπέδου, ένα τραπεζάκι ας πούμε σαλονιού.

Εδώ που βρίσκομαι, οι καλοί άνθρωποι που μου διαθέτουν το χώρο τους, μου έχουν αφήσει ένα γλυκύτατο μεταλλικό κρεβάτι (τύπου «γιαγιάς» θα έλεγα αν υπήρχε τέτοιος τύπος, πάντως μου θυμίζει τα κρεβάτια στο πατρικό της μάνας μου στη Ροβυθέ). Υπάρχει κι ένας καναπές στο σαλόνι και μερικές ηλεκτρικές συσκευές. Στρώσαμε στον καναπέ μια κουβερτούλα που μου έραψε κάποτε η Μανταλένα και μου την έστειλε μέσω Μαρίστρας στο Λέιντεν – μια χαρά του πάει. Φέραμε το ψυγειάκι μου και το παλιό μου γραφείο, κάτι στρωσίδια και παπλώματα, ένα χαλάκι μεγαλύτερης ηλικίας από εμένα, μια μοκέτα, κι ένα κιλίμι της άλλης γιαγιάς.

Κουβάλησα ακόμα κάμποσες από τις κλειστές κούτες (εκτός βιβλίων, για την ώρα) που είχαν αποθηκευτεί στο υπόγειο του πατρικού μου και βάλθηκα να βγάζω από μέσα τα απομεινάρια του παρελθόντος. Κουζινικά και σκεύη αγορασμένα σε προσφορές σουπερμάρκετ και λαϊκές, μια μεταχειρισμένη τοστιέρα, ένα μίνι-μουλινέτ, έναν αχρησιμοποίητο μάλλον αποχυμωτή. Πιατικά και μαχαιροπήρουνα και θήκες για μπαχαρικά και λαδόξυδα, ξεχασμένα τάπερ, μαγνητάκια για το ψυγείο, μεταλλικά κουτάκια από τσάι ή ρίγανη, φλυτζάνια και κούπες αναμνηστικές. Πρόσθεσα στη συλλογή τα πιο πρόφατα αποκτήματα, κούπες από το μουσείο Βαν Γκογκ του Άμστερνταμ, επιστημονικά φλυτζάνια του Ιδρύματος Γκουλμπένκιαν, ένα μακρύ κουταλάκι που οι Πορτογάλοι βάζουν στο galão αλλά εγώ προορίζω για ελληνικό καφέ, κάτι πολυταξιδεμένα μπρίκια και σέικερ για φραπέ.

Πάνω στο επανασυναρμολογημένο γραφείο αδειάζω άλλα μικροπράγματα που αναζητούν ή επαναδιεκδικούν τη θέση τους. Σημειώσεις για τις ουδέποτε συγγραφείσες επιστημονικές εργασίες που χρωστάω (στον εαυτό μου κυρίως), το αστείο καπελάκι που φόραγα στην ιστιοπλοΐα δεμένο με ένα κορδόνι παπουτσιού, ψαλιδάκια ανατομίας από τον καιρό που ήμουνα φοιτητής, πένσες που έχω βουτήξει από τον πατέρα μου προ ετών αντάμα με κατσαβίδια που αγόρασα από τον Κινέζο κάτω από το σπίτι μου στο Οέιρας, το βιβλίο που παράτησε στο σπίτι μου το παπί όταν ήρθε από το Παρίσι, ένα ολλανδο-αγγλικό κι ένα πορτογαλο-αγγλικό λεξικό, κάτι εργαστηριακά μικροπράγματα που χρόνια περιφέρω από εργαστήριο σε εργαστήριο (άστεγα προσώρας), χιλιάδες στυλό που τα περισσότερα μάλλον δε θα γράφουν πια, κάτι ολλανδικά χαρτομάντηλα και μια πορτογαλική ομπρέλα.

Ανοίγω κι άλλες κούτες και ξεθάβω χριστουγεννιάτικα στολίδια ηλικίας τουλάχιστον οκτώ ετών ή και παραπάνω, κι ακόμα κάτι καδράκια με ρεπλίκες πινάκων από επισκέψεις σε μουσεία στο Παρίσι και στο Μιλάνο, ένας ψευδο-παλαιωμένος χάρτης της Μεσογείου που αγόρασα μιάμισι λίρα στο Γιορκ τον περασμένο αιώνα, το σκίτσο του πατέρα μου που έκανε κάποιος πλανόδιος το 1944, κάτι ζωγραφιές φίλων εδώ κι εκεί, άλλες με καλλιτεχνική φιλοδοξία άλλες απλές ασκήσεις αλλά με κάποιο προσωπικό νόημα, ίσως. Την πιατέλα-βάζο που μου έκανε δώρο η Μαρίνα μια πρωτοχρονιά που δεν έβρισκε τίποτα ανοιχτό εκτός από ανθοπωλεία, ένα ρολόι Κάμα-Σούτρα κι ένα άλλο διακοσμητικό ρολόι τοίχου (θέλουν μπαταρία φυσικά και τα δύο), κάτι κεριά που είχα στην Κρήτη, μια τρίλιζα με χελώνες και βατραχάκια, κάτι πανέμορφα σουβέρ που μου χάρισε η Κατερίνα, ένα σπιρτόκουτο από τη Σεβίλλη ή τη Γρανάδα (σουβενίρ της Άννας μάλλον γύρω στο 1994), το μεταλλικό τασάκι της Νάντιας, ένα πρες-παπιέ με τη στήλη της Ροζέτας δώρο από τη Δήμητρα.

Κι ακόμα, ένα CD με την Αμπελοκουτσούρα που άκουγα στο Οέιρας καμιά φορά, κάτι άλλα με τζαζ που αγόρασα στο Άμστερνταμ και δεν πρόλαβα ποτέ να ακούσω, το βιβλίο που επιμελήθηκε ο Θανάσης και μου χάρισε τις προάλλες, ένα λικέρ βατόμουρο Ικαρίας κι ένα σαπούνι χαμομηλιού Ικαρίας που αγόρασα από το Ikariastore πριν καμιά βδομάδα (ήταν κι ένα γλυκό περγαμόντο αλλά το ρούφηξα όλο πριν βγει η βδομάδα), δυο-τρεις εφημερίδες λίγο περασμένης ημερομηνίας, το ατμοσίδερο που μου χάρισε ο Νίκος χάριν παιδειάς όταν μετακόμισα πρώτη φορά εκτός Αθηνών και μερικά ρούχα να κρέμονται στην απλώστρα στη μέση του άδειου σαλονιού.

- Μα πώς ζεις εδώ μέσα; απορεί ειλικρινώς η Δ. κοιτάζοντας έντρομη γύρω-γύρω τους σωρούς των πραγμάτων που στα μάτια της μοιάζουν με ανατιναγμένο σπίτι παρατημένο στη μοίρα του. Γιατί δεν τα βάζεις στη θέση τους όλα αυτά τα πράγματα;

Γιατί ψάχνω ακόμα να τη βρω τη θέση τους, καλή μου. Ή μάλλον, περιμένω να μου πουν τα ίδια τα αντικείμενα ποια είναι η θέση τους, καθώς τα ψάχνω ένα-ένα και προσπαθώ να θυμηθώ τις ιδιαίτερες περιστάσεις κάτω από τις οποίες περιήλθαν στην κατοχή μου. Περιμένω να ακούσω την ιστορία του καθενός και να βρω πώς ταιριάζουν με τα διπλανά τους, σαν ψηφίδες που συνθέτουν μια εικόνα που θα μπορούσε να είναι κάτι από το δικό μου, προσωπικό σύμπαν.

Ή απλά και μόνο η αίσθηση της οικειότητας που βγάζει αυτό που λέμε «σπίτι». Το σπίτι μου. Το σπίτι μας.

Μην ανησυχείς, υπάρχει άφθονος χώρος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: