ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


31/12/08

Πλίνθοι και κέραμοι στην έξοδο του οκτώ

Αυτός δεν θα προλάβει να πάει στον ΟΑΕΔ

Όντας τυπικά άνεργος τον τελευταίο μήνα (και άγνωστο για πόσο ακόμα) βρίσκομαι σε μια κάπως ασταθή κατάσταση. Όχι άγχους, ούτε απελπισίας (προς Θεού), αλλά πάντως ασταθή. Αρκετά ώστε να μην κάνω σχέδια για το άμεσο μέλλον, και να μην έχω και τίποτα τρελά κέφια. Επιπλέον, έχει αραιώσει και το γρήγορο internet τώρα που ηρθα στην Αθήνα για τις γιορτές, με προφανείς επιπτώσεις στις επιδόσεις μου ως blogger – κυρίως ως προς τη δυνατότητά μου να διαβάζω μάλλον, παρά να γράφω.

Δεν ξέρω αν έχει τύχει να βρεθείτε ποτέ σε υποκατάστημα του ΟΑΕΔ. Εμένα είναι η δεύτερη φορά μου και είμαι λίγο πιο έμπειρος τώρα, πάντως η όλη ιστορία έχει πολλά διδακτικά στοιχεία. Όχι τόσο για το επίπεδο οργάνωσης των υπηρεσιών ή την προσήνεια και ευγένεια των υπαλλήλων (ισχύει ο ελληνικός μέσος όρος, φαντάζομαι). Περισσότερο για την ανθρωπογεωγραφία της «πελατείας». Στις ουκ ολίγες ώρες που πέρασα σε ουρές, είδα ανθρώπους που εμφανώς ντρεπόντουσαν για την ανεργία τους (γιατί άραγε;) και τη βίωναν ως φαίνεται κάπως δραματικά (χαμηλή φωνή, κόμπιασμα, αναψοκοκκίνισμα στις ερωτήσεις των υπαλλήλων). Αλλά και ανθρώπους (κυρίως γυναίκες) εξαιρετικά εξοικειωμένους με το χώρο και τη διαδικασία, που μοίραζαν καλημέρες δεξιά κι αριστερά ως παλιοί γνώριμοι, είχαν τα χαρτιά τους έτοιμα μέχρι τελευταίας σφραγίδας και ξεπέταγαν τη γραφειοκρατία τάχιστα, προλαβαίνοντας ακόμα να περάσουν από το φούρνο, να πάρουν το παιδί από το σχολείο και να βάλουν κατσαρόλα για μαγείρεμα πριν κλείσει τις πόρτες του το κτίριο στη μιάμιση. Φαίνεται πως οι γυναίκες μένουν πιο συχνά άνεργες. Αλλά και εργαζόμενες, πάντα έχουν πιο πολλά να κάνουν εκτός από τη κυρίως δουλειά τους, σε σχέση με τους πιο πολλούς άντρες.

Γενικά με εντυπωσιάζουν όσοι κάνουν πολλά πράγματα - ειδικά μάλιστα αν καταφέρουν και να τα κάνουν στην ώρα τους. Μάταιος κόπος βέβαια για έναν αμιγή Καριώτη με φυσική αποστροφή για τη γραφειοκρατία και τις σφραγίδες. Παρόλη την προγενέστερη εμπειρία επιδοτούμενης ανεργίας, χρειάστηκα μια μέρα για να πάρω κάρτα ανεργίας, μια δεύτερη να υποβάλλω δικαιολογητικά για επίδομα, και μια τρίτη να τα ξαναϋποβάλλω διότι φυσικά έλειψαν δυο σφραγίδες από ένα ανθυποέγγραφο και έπρεπε να περάσω ένα πρωινό στο ΙΚΑ για να μου τις βάλουν. Ας είναι, εν τέλει τα κατάφερα και οι επίμονες προσπάθειές μου θα ανταμοιφθούν στις 12 Ιανουαρίου με 430 ευρώ και 75 λεπτά. Θα πληρώσω το νοίκι και θα μου μείνει και μαγιά. Αν κάπνιζα θα τη μέτραγα σε τσιγάρα, αλλά πάει καιρός που τό έκοψα οπότε θα τη μετράω σε εφημερίδες: περισσεύουν 62 φύλλα περίπου (καμιά πενηνταριά αν είναι και κυριακάτικες μέσα, ακόμα λιγότερα με προσφορές DVD). Και πάλι είναι παραπάνω από όσες χρειάζομαι το μήνα, οπότε ίσως πάρω και πασατέμπο να περνάει η ώρα της σχόλης.

Πάντως όλη αυτή τη μεταφυσική πληροφορία τη μεταλαμπάδευσα στο σύντροφο μιας φίλης που είναι εξίσου άνεργος τυπικά (να διευκρινίσω ότι ουσιαστικά και οι δύο δουλεύουμε σα σκυλιά, με την ελπίδα να ξεμπερδέψουμε από τα projects μια ώρα αρχύτερα και να βρούμε μια αληθινή δουλειά χωρίς projects και άλλες μυστήριες λέξεις όπως deliverables, deadlines και άλλα ηχηρά παρόμοια). Ο άνθρωπος χτύπησε το κεφάλι του στον τοίχο διότι είχε ήδη χάσει δυο μηνών επιδόματα τζάμπα και βερεσέ, και έτρεξε και συμπλήρωσε όλη τη χαρτούρα την ίδια μέρα. Αξιοθαύμαστος – φυσικά δεν είναι Καριώτης, αλλά από τη διπλανή Σάμο, πράγμα που εξηγεί εν μέρει γιατί κατά την κοινή ικαριακή πεποίθηση όλα τα προνόμια του νομού τα χαίρονται οι αντιπαθείς διπλανοί κι όλη τη γκρίνα την έχουμε εμείς. Τοπικιστικές κακίες...

Θυμήθηκα πάντως έναν παλιό μου εργοδότη που έλεγε κοιτάζοντάς με σημασία προς το μέρος μου «το πρωινό πουλί πιάνει το σκουλήκι». Καμμία αντίρρηση, αλλά πρέπει να σου αρέσουν και τα σκουλήκια – ξέρω ένα σωρό είδη πτηνών που δεν τα γουστάρουν καθόλου, χώρια το υμενόπτερο της εικόνας. Τις προάλλες τον ξανασυνάντησα μετά από ένα αμφιλεγόμενο job interview. Αφού του εξιστόρησα τα καθέκαστα, μου είπε ότι πρώτον δεν θα με προσλάβουν και δεύτερον ότι αν με προσλάβουν καλύτερα να μην πάω. Σκέφτηκα προς στιγμήν να τον ακούσω και αντί να ψάχνω για δουλειά να επενδύσω τον πασατέμπο σε ομόλογα του ελληνικού δημοσίου τώρα που είναι πεσμένες οι μετοχές με την οικονομική κρίση, αλλά πάλι το σκέφτομαι. Ίσως πάρω στραγάλια, εναλλακτικά.

Γενικά δεν πιστεύω στην τύχη, οπότε δεν πήρα και πρωτοχρονιάτικο λαχείο. Ούτε η τύχη πιστεύει σε εμένα πάντως. Το πρωί πήρα ένα δανεικό αμάξι (είμαι Αθήνα αυτές τις μέρες και το δικό μου είναι ακόμα στην Κρήτη – ελπίζω) και στο δρόμο σκέφτηκα να πάρω μερικά δώρα για φίλους. Είπα να κατέβω στο κέντρο και για να μη μειώσω το απόθεμά μου σε στραγάλια πληρώνωντας το πάρκιγκ του Μετρό στο σταθμό Συγγρού-Φίξ, είπα να πάω στο τζάμπα στο σταθμό του ΗΣΑΠ στον Ταύρο. Την ίδια ιδέα είχαν μερικές χιλιάδες άλλοι κι ενώ περιφερόμουν σε απόγνωση ψάχνοντας θέση εμφανίστηκε απέναντι μια μπουλντόζα με φόρα κιόλας. Έστριψα ενστικτωδώς δεξιά – ατυχώς το βλαμμένο το δανεικό είναι αρκετά φαρδύτερο από το δικό μου και η πίσω δεξιά πόρτα και το φτερό χάιδεψαν τον προφυλακτήρα ενός παρκαρισμένου, πράγμα που το δικό μου αμαξάκι δεν θα έκανε ποτέ και θα περίσσευαν και είκοσι πόντοι. Το χάδι οδήγησε σε μια ανηλεή ανταλλαγή χρωμάτων – τώρα πλέον είχα μια μπλε λωρίδα στην πόρτα και ο άλλος ένα κόκκινο πουά στον προφυλακτήρα. Παρασυρμένος από μια μεγαλοπρεπή παρόρμηση, άφησα ένα σημείωμα στους υαλοκαθαριστήρες του με τηλέφωνα επικοινωνίας κλπ. Κατέβηκα στο κέντρο κοιτάζοντας κάθε τρία λεπτά το κινητό και γνωρίζοντας ότι τα στραγάλια και οι εφημερίδες (ίσως και το νοίκι) θα έπρεπε να επενδυθούν σε φαναρτζίδικα – και ούτε καν για το δικό μου σαραβαλάκι. Ήταν το αποκορύφωμα της «ασταθούς» κατάστασης που λέγαμε στην αρχή.

Κάπου στη Ακαδημίας συνάντησα έναν τύπο απροσδιορίστως γνωστό. Με χαιρέτησε εγκάρδια φωνάζοντας και το όνομά μου. Τον χαιρέτησα κι εγώ εγκάρδια, χωρίς ονόματα πάντως. Μου ευχήθηκε καλή κι ευτυχισμένη χρονιά – κι εγώ ομοίως. Ακόμα δε θυμάμαι ποιος είναι. Αλλά ήταν οι πρώτες ευχές που άκουγα.

Ξαναγύρισα μετά από τρεις-τέσσερις ώρες στο πάρκιγκ του σταθμού – το αμάξι και το χαρτάκι ήταν στη θέση τους. Πήγα σπίτι και περίμενα. Τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές έχουν περάσει δέκα ώρες και βάλε. Περιμένω - ακόμα δεν έχει χτυπήσει το τηλέφωνο. Ο χρόνος θα αλλάξει σε μερικές ώρες.

Αντί για κάλαντα, ο χαιρετισμός μια φίλης στο Skype:

Ο νέος Χρόνος που ‘ρχεται χαρές πολλές να δώσει
κι αν ήταν λίγες του παλιού να σας τις συμπληρώσει!
Καλή χρονιά σε όλους μας, παιδιά.

18/12/08

Άνεμοι μεταβλητοί ασθενείς


Οι τελευταίες ιστιοδρομίες για το Christmas Cup, το μικρό χειμερινό πρωταθληματάκι ανοιχτής θάλασσας και κλάσης J24 που οργανώνει κάθε χρόνο ο Ιστιοπλοϊκός Όμιλος Ηρακλείου, πραγματοποιήθηκαν το διήμερο 6-7 Δεκεμβρίου. Χρονολογικά συνέπεσαν με σαφώς πιο επείγοντα και σημαντικά γεγονότα, οπότε όταν ο κόσμος καίγεται (κυριολεκτικά ενίοτε), πού καιρός και διάθεση να μιλήσεις για αγώνες και βαθμολογίες και παραλειπόμενα. Άλλωστε μικρή σημασία έχουν όλα αυτά, η καθημερινότητα του καθενός μας και οι εμπειρίες του, έξω από έναν κύκλο - συχνά πολύ μικρό - συγγενών και φίλων.

Από την άλλη, σκέφτομαι μήπως τελικά η Ιστορία (με κεφαλαίο) δεν είναι παρά μια συνισταμένη μικρών προσωπικών ιστοριών. Όχι βέβαια ένα "άθροισμα" ακατέργαστων αφηγήσεων, αλλά τα μικρά νήματα που συσχετίζουν τη ζωή του καθενός με τους γύρω του και μαζεμένα φτιάχνουν αυτά τα κάπως αφηρημένα σύνολα που ονομάζουμε π.χ. νεολαία, αστική τάξη, ελληνικό έθνος. Κάπου η "μεγάλη" ιστορία επηρεάζει και ενίοτε επικαθορίζει σε μεγάλο βαθμό τις "μικρές" - η καθημερινότητα όλων μεταβάλλεται από έναν πόλεμο, μια επανάσταση, ακόμα ακόμα κατά πως φαίνεται κι από έναν μόνο πυροβολισμό που ρίχτηκε κάπου μακριά σε ένα άγνωστο μέρος. Για να μην πάει το μυαλό σας σε κανέναν λάθος συνειρμό, θυμάμαι σε ένα βιβλίο του Βενέζη (την "Αιολική Γη" νομίζω) τον παππού του αφηγητή κάπου στη Μικρασία να αναρωτιέται πού να βρίσκεται αυτό το "Σεράγεβο", όπου η δολοφονία του διαδόχου του Αυστριακού θρόνου ήταν η αφορμή για το ξέσπασμα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου: ο αντίλαλος αυτού του πυροβολισμού έφτασε εν τέλει πολύ μακρύτερα, μέσα στις προσωπικές ιστορίες των παππούδων και των γιαγιάδων της γενιάς μου.

Αλλά τούτο το ιστολόγιο δεν φιλοδοξεί να καταγράψει τη "μεγάλη" ιστορία. Σχεδίαζα λοιπόν να γράψω απλώς για την ομάδα "Χύμα στο κύμα" και τη συμμετοχή μας στις ιστιοδρομίες που έγιναν, και λίγο περισσότερο σε αυτές που δεν έγιναν. Τη μια φορά γιατί δε φυσούσε καθόλου και μέσα στην απόλυτη άπνοια φύγαμε με τη μηχανή για τη Δία και στο δρόμο πέσαμε σε ένα κοπάδι δελφίνια (που για λίγο μας παρακολούθησαν και έπαιξαν στην πλώρη μας όπως δείχνουν οι φωτογραφίες που τράβηξε η Μανταλένα). Την άλλη γιατί φυσούσε υπερβολικά και το κύμα ήταν τόσο που δε μπορούσες με κανέναν τρόπο να μείνεις στεγνός πάνω στο σκάφος παρά τις νιτσεράδες και τις ζώνες ασφαλείας. Την τρίτη γιατί φυσούσαν άνεμοι μεταβλητοί ασθενείς, και η επιτροπή αγώνα δε μπορούσε να στήσει σωστά το στίβο για όρτσα-πρύμα καθώς μόλις έβαζε τις σημαδούρες στις 340 μοίρες (βορειοδυτικά), ο άνεμος ξαφνικά γύριζε στις 60 (ανατολικά, σχεδόν κάθετα με πριν) και έπρεπε να τις αλλάξουν πάλι. Ακόμα κι έτσι, πρόλαβαν να γίνουν τρεις αγώνες - ήρθαμε δεύτεροι και στους τρεις, όπως και στη γενική κατάταξη. Μας έδωσαν κάτι αναμνηστικά διπλώματα κι ένα συμπαθητικό κυπελλάκι - είχε την πλάκα του, δε λέω.


Την άλλη μέρα πήγαμε για μάθημα θεωρίας και η "μεγάλη" ιστορία χτύπησε διακριτικά την πόρτα των "μικρών" ιστοριών μας, με τη μορφή μιας διάχυτης οσμής δακρυγόνου πάνω από το κέντρο της πόλης. Μιλήσαμε για τη δολοφονία και την αστυνομία, τους κουκουλουφόρους και τα σπασίματα, τις τράπεζες και την οικονομική κρίση. Δεν συμφωνήσαμε σε πολλά. Ύστερα είπαμε για αγκυροβολία σε κλειστό όρμο, ξεκόλλημα της καρίνας από αβαθή, για το Christmas Cup και τους μεταβλητούς ανέμους. Βγαίνοντας από το μάθημα είδαμε ότι έβρεχε καταρρακτωδώς και ότι οι Λιμενικοί είχαν κόψει την κυκλοφορία στην παραλιακή, καθώς στο κέντρο γίνονταν επεισόδια. Εγώ έφυγα αριστερά και ανηφόρισα έξω από τα τείχη - δε συνάντησα τίποτα ασύνήθιστο. Ο κακομοίρης ο Ίμερος (νέος, μακρυμάλλης, ποδηλάτης) συναπαντήθηκε με μια διμοιρία ΜΑΤ που τον θεώρησαν ύποπτο - ευτυχώς ακολουθούσαν με αυτοκίνητο δυο-τρεις άλλοι από την ομάδα που κατέβηκαν να εξηγήσουν στα όργανα ότι ο άνθρωπος δεν είχε σχέση. Θα ήταν μάταιος ο κόπος τους αν ο Λάζαρος δεν ξετρύπωνε τη δικηγορική του ταυτότητα που ως επιχείρημα λειτούργησε πολύ αποτελεσματικότερα από τις μαρτυρίες και τις διαβεβαιώσεις.

Η βροχή κάποια στιγμή σταμάτησε - σκέφτηκα ότι την ίδια ώρα κάπου αλλού, σε κάποιο πέλαγος, τα δελφίνια θα ταξίδευαν ακόμα.

17/12/08

Ένα κείμενο του Νίκου Δήμου

«Ολοι είχαμε ακούσει πως η βία φέρνει βία – αλλά αυτές τις μέρες το ζήσαμε. Καταλάβαμε πώς μπορεί ένας πυροβολισμός να φέρει μιαν εξέγερση. Παράξενοι οι δρόμοι της βίας. Από τους αλλοτριωμένους στους ελεύθερους. Από την εξουσία προς την αντιεξουσία. Γι' αυτό μια επανάσταση δεν είναι δράση. Είναι αντίδραση. Και οι εφημερίδες σκέτη ναυτία: "Σκότωσαν 15χρονο αναρχικό". Τι πλεονασμός! Κάθε δεκαπεντάχρονος είναι αναρχικός (αλίμονο αν δεν είναι!). Αυθόρμητη, καθαρή φύση. Αλλά και κανένας δεκαπεντάχρονος δεν είναι συνειδητός και υπεύθυνος οπαδός του Μπλανκί ή του Μπακούνιν. Ενα παιδί! Καθαρή φύση.

Ομως η βία δεν ξεχωρίζει ποιότητες. Σκοτώνει. Ερχεται από το μηδέν και θέλει να μηδενίσει. Η βία μισεί το Είναι. Ο "νόμος και η τάξη" οδηγούν τελικά στους πιο εύτακτους, ασφαλείς και ήσυχους χώρους: τα κοιμητήρια. Προσέξτε, προσέξτε καλά τους αναρχικούς. Είναι το θερμόμετρο της κοινωνίας. Οταν αγανακτούν, σημαίνει πως η "νόμιμη" βία έχει ξεπεράσει τα όρια επιφυλακής. Βέβαια οι περισσότεροι αναγνώστες μου, άνθρωποι σοβαροί και ευπρεπείς, δεν θα δέχονταν υποδείξεις από έναν αναρχικό.

Ομως, στο βάθος, ο αναρχικός έχει πιο πολλά να πει από τον μικροαστό. Οσο κι αν δεν σας είναι συμπαθής, αξίζει να τον ακούτε από καιρό σε καιρό. Γιατί δείχνει προς τη σωστή κατεύθυνση. Κάθε οργανωμένη κοινωνία προϋποθέτει –δυστυχώς– ένα ποσοστό ανελευθερίας. Οσο μικρότερο αυτό το ποσοστό τόσο υψηλότερο το επίπεδο της οργάνωσης. (έως εδώ συμφωνούμε όλοι: προτιμότερη η πιο ελεύθερη Αγγλία από την καταπιεστική π.χ. Ουγκάντα).

Ε, λοιπόν, ο αναρχικός είναι αυτός που ζητάει να ελαχιστοποιήσει το ποσοστό ανελευθερίας (Περισσότερο να το μηδενίσει –ο ουτοπικός αναρχισμός!). Στην επιδίωξή του αυτή συμπίπτει και με τα πιο σοβαρά κόμματα (Μόνο που αυτός το εννοεί). Και βλέπει την ανελευθερία, την κατάχρηση εξουσίας, εκεί που ελάχιστοι τις αντιλαμβάνονται. Οι αναρχικοί είναι τα πιο ευαίσθητα μέλη της κοινωνίας μας. Οταν αντιδρούν έχουν πάντα κάποιο δίκιο.

Οπως οι καλλιτέχνες σηματοδοτούν το αόρατο, έτσι και οι αναρχικοί διαμαρτύρονται για μορφές βίας που εμείς (στην αλλοτρίωσή μας) δεν τις βλέπουμε. Τις έχουμε συνηθίσει. Αλλά δεν παύουν να είναι αυθαίρετες και ίσως περιττές. Π.χ., σίγουρα θεωρείτε αυτονόητη την ύπαρξη της αστυνομικής ταυτότητας. Ξέρετε πως σε άλλα κράτη είναι άγνωστη; Και πως θα το θεωρούσαν προσβολή της προσωπικότητας αν έπρεπε να αποδείξουν ποιοι είναι; Και ξέρετε ακόμα πως, όταν πριν από μερικά χρόνια η κυβέρνηση της Δυτικής Γερμανίας θέλησε να εφοδιάσει όλους τους πολίτες με αριθμημένες ηλεκτρονικές ταυτότητες, ξεσηκώθηκε τέτοιος σάλος για το "φακέλωμα", που τελικά αποσύρθηκε το νομοσχέδιο; Εμείς όμως αποκαλούμε τη Δυτική Γερμανία αστυνομικό κράτος (το έχω διαβάσει συχνά!), ενώ υποδεχόμαστε με αδιαφορία ένα παρόμοιο νομοσχέδιο, το οποίο θα μας φακελώσει όλους ενάριθμα. Να σε τι χρειάζονται οι αναρχικοί. Αποτελούν τη ζωντανή συνείδηση της κοινωνίας μας. Υπενθυμίζουν συνεχώς, με την παρουσία και τη δράση τους, ότι ο δρόμος οφείλει να οδηγεί προς την περισσότερη ελευθερία!

• Μα προκαλούν! (Είναι μέσα στον ρόλο τους).

• Μα υπερβάλλουν ! (Μήπως η άλλη πλευρά;).

• Μα επιτίθενται! (Σχεδόν ποτέ. Είναι μόνιμα σε άμυνα. Αλλά δεν μαθαίνουμε τη δική τους άποψη!).

• Μα βάζουν βόμβες! Προσοχή: μίλησα για αναρχικούς –όχι για τρομοκράτες (ή προβοκάτορες!). Οποιος τους συγχέει, πάσχει από νοητική μυωπία. Διότι είναι πόλοι αντίθετοι. Αυτός που ζητάει ελευθερία, δεν μπορεί να χρησιμοποιεί βία –έστω και ως μέσο. Η βία φέρνει μόνο καταπίεση –ποτέ αυτονομία. Οι αναρχικοί βλέπουν μακριά. Το ζητούμενο είναι μια κοινωνία ελευθερίας –από την αλλοτρίωση, την ανάγκη, την καταπίεση κάθε μορφής. Η εξουσία, όποια κι αν είναι, πρέπει να συρρικνωθεί στο ελάχιστο. Γιατί από τη φύση της είναι απάνθρωπη. "Εξουσιάζω" σημαίνει "δυναστεύω". Καλή εξουσία δεν υπάρχει. Είναι ένα αναγκαίο κακό, που θα εξαφανισθεί όταν περάσουμε σε άλλες, ανώτερες μορφές οργάνωσης. (Σε χίλια χρόνια; Εστω. Αλλά αρχίζουν σήμερα!). Προσέξτε λοιπόν καλά τους αναρχικούς. Είναι οι αλαφροΐσκιωτοι, οι ποιητές της κοινωνικής δράσης. Είναι οι άνθρωποι του μέλλοντος. (Αλίμονό μας και αν δεν είναι!). Δείχνουν τον δρόμο. Ατσαλα, βάρβαρα, φανατικά. Είναι νέοι, δεν έχουν καλούς τρόπους (ευτυχώς!). Κάποια μέρα, όμως, γι' αυτούς θα μιλάνε τα βιβλία μας –κι όχι για τους διάφορους μεγαλοσχήμονες κυβερνήτες, κατακτητές, εξουσιαστές. Αν συμφωνούμε για την ελευθερία πρέπει να συμφωνήσουμε και για τους αναρχικούς. Πως είναι όχι μόνο χρήσιμοι, αλλά αναγκαίοι. Ακούστε το μήνυμά τους: έρχεται από το μέλλον. Που το θυσιάζουν καμιά φορά στα δεκαπέντε τους χρόνια...».

Νίκος Δήμου
ΤΟ ΒΗΜΑ - 24/11/1985


Σ.Σ. Ο κ. Νίκος Δήμου είναι ένας άνθρωπος με τις απόψεις του οποίου κατά κανόνα διαφωνώ - από την εποχή του "Η δυστυχία του να είσαι Έλληνας" μέχρι πολύ πρόσφατες αναρτήσεις στο ιστολόγιό του. Το παραπάνω κείμενο, γραμμένο τη μετά Καλτεζά περίοδο, είναι μια ενδιαφέρουσα εξαίρεση - την ανακάλυψή του οφείλω στο Χρίστο Χαραλαμπόπουλο από το σημερινό φύλλο της (αθλητικής...) εφημερίδας Sportday. Το αντιγράφω για τυχόν αναγνώστες που δεν διαβάζουν αθλητικές εφημερίδες.

11/12/08

Ένα κείμενο του Μάνου Χατζιδάκι

«...Μια μωβ σκιά Μαΐου ξάπλωσε στον τόπο. Όσα συνέβησαν στα Εξάρχεια και στη Νομική Σχολή. Και στην οδό Σκουφά και Σόλωνος, Μαυρομιχάλη και Ιπποκράτους, ενόχλησαν τους Έλληνες πολίτες και αγανάκτησαν τον Τύπο ολόκληρο. Γιατί δεν τους εξολοθρεύουν και δεν τους σπάνε το κεφάλι. Γιατί δεν ρίχνουν δακρυγόνα. Και η Σύγκλητος και οι φοιτητές όλων των παρατάξεων, όλοι αγανακτισμένοι με τα τριάντα - εκατό παιδιά που δεν το βάζουν κάτω, δεν εννοούνε να παραδεχτούν πως η όποια ελευθερία ανήκει μόνο στους αστυνομικούς και τους ηλικιωμένους. Που δεν μπορούν να αντιληφθούν γιατί καταδιώκονται αδιάκοπα, προπηλακίζονται ατελείωτα και συνεχώς υποχρεούνται να δέχονται εξευτελισμούς. Κι ο προπηλακισμός αρχίζει από τον δάσκαλο, τον επιστάτη του σχολείου, από τον οδηγό και τον εισπράκτορα του λεωφορείου, απ' τον καθηγητή και τον δημόσιο λειτουργό ως τον δημόσιο υπάλληλο, από τους αξιωματικούς κι εκπαιδευτές στο κέντρο κατατάξεως ως τον τυχαίο μοτοσικλετιστή της τροχαίας που θα του ζητήσει άδειες, ταυτότητες και πιστοποιητικά. Ως τον γιατρό του νοσοκομείου που θα τον πάνε σηκωτό, ύστερα από τη γροθιά του οργάνου της τάξεως. Και το γνωρίζουμε πολύ καλά.

Εξύβριση αρχής - έτσι ονομάζεται η απαίτηση εξηγήσεων. Χειροδικία κατά της αρχής - έτσι είθισται ν' αποκαλείται η ενστικτώδης κίνηση του αμυνόμενου νέου. Και η ιστορία δεν έχει τέλος. Η ανωνυμία και η εισαγγελική αρχή θα του προσφέρει ή μια τραυματική αγανάκτηση ισόβια ή τον επιζητούμενο από την πολιτεία ευνουχισμό του. Αυτή είναι μια καθημερινή πραγματικότητα και δυστυχώς γνησίως ελληνική τα πρόσφατα και τελευταία σαράντα χρόνια - όσα είχα δηλαδή την ευτυχία να ζήσω σαν επώνυμος πολίτης εις τούτον τον ένδοξον κατά τα άλλα τόπον μας.

Μια μωβ σκιά Μαΐου σκέπασε την Αθήνα. Κι όμως δεν βρέθηκε ένας δημοσιογράφος, μια εφημερίδα ν' αγανακτήσει και να διαμαρτυρηθεί, να καταγγείλει την αλήθεια για αυτό το τρίγωνο του αίσχους. Σκουφά, Μαυρομιχάλη και Ιπποκράτους. Κι άρχισε μια σκόπιμη, ύποπτη κι έντεχνη σύγχυση τριών ασχέτων μεταξύ των περιπτώσεων. Οι νεαροί των Εξαρχείων να παρουσιάζονται ίδιοι με τους αλήτες των γηπέδων, τους επονομαζόμενους χούλιγκανς, και επιπλέον να καλλιεργείται η εντύπωση στην κοινή γνώμη, με στήλες ολόκληρες των θλιβερών εφημερίδων μας, ότι οι νέοι αυτοί, οι αναρχικοί, είναι οι βομβιστές και ίσως οι πιθανοί δράστες των δολοφονιών ή εμπρησμών. Και φυσικά, όταν με το καλό τελειώσει η δίωξη των εκατό, σαράντα ή είκοσι παιδιών και η όλη επιχείρηση στεφθεί μ' «επιτυχία», να πάρει τις διαστάσεις ενός πραγματικού θριάμβου... κατά του εγκλήματος. Την ίδια ώρα που δολοφονούνται εκδότες και οι δολοφόνοι δεν ανευρίσκονται. Δολοφονούνται πολίτες και οι δολοφόνοι δεν αποκαλύπτονται. Πεθαίνουν νέοι από ξυλοδαρμούς και οι δράστες κυκλοφορούν ανενόχλητοι και, τέλος, δεν ...ανακαλύπτονται.

Την ίδια ώρα η πολιτεία αγανακτεί διότι υπάρχουν μερικά ζωντανά της κύτταρα που αντιδρούν άτεχνα, ανοργάνωτα, ίσως μ' αφέλεια, σ' όλην αυτή την οργανωμένη κρατική ασχήμια, αντί να βλογάμε τον Θεό που βρίσκονται ακόμη μερικοί που δεν συνήθισαν στην «παρουσία του τέρατος». (...) Κορίτσια κι αγόρια με γυαλιά, έτσι καθώς κοιτάτε με απορία κι αγανάκτηση για ό,τι συμβαίνει γύρω σας, είμαι μαζί σας. Και σας αγαπώ.»


Άρθρο του Μάνου Χατζιδάκι για τα επεισόδια που έγιναν τον Μάιο του 1986….
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Το Τέταρτο".



Σ.Σ. Ευχαριστώ τον Κώστα Σ. που μου το έστειλε.

9/12/08

Οι παλιοί μας φίλοι

Μη μου το πεις
οι παλιοί μας φίλοι, μην το πεις
για πάντα φύγαν

Μη, το 'μαθα πια
τα παλιά βιβλία, τα παλιά τραγούδια
για πάντα φύγαν

Πέρασαν οι μέρες που μας πλήγωσαν
οι μέρες που μας πλήγωσαν γίνανε
παιχνίδι, στα χέρια των παιδιών

Η ζωή αλλάζει
δίχως να κοιτάζει τη δικιά σου
μελαγχολία

Κι έρχεται η στιγμή
για ν' αποφασίσεις με ποιους θα πας
και ποιους θ' αφήσεις

Πέρασαν για πάντα οι παλιές ιδέες,
οι παλιές αγάπες, οι κραυγές γίνανε
παιχνίδι, στα χέρια των παιδιών

Όμορφη είν' αυτή η στιγμή
να το ξαναπώ, όμορφη,
να σας μιλήσω

Βλέπω πυρκαγιές,
πάνω από λιμάνια, πάνω από σταθμούς
κι είμαι μαζί σας

Όταν ο κόσμος μας θα καίγεται
όταν τα γιοφύρια πίσω μας θα κόβονται, εγώ
θα είμαι εκεί να σας θυμίζω
τις μέρες τις παλιές


Διονύσης Σαββόπουλος
Φορτηγό (1966)

7/12/08

Ανάθεμα τη Γένοβα

Η είσοδος του μεσαιωνικού κάστρου του Κοσκινά

Το καλοκαίρι του 1991, ένας φίλος "ξένος" (η λέξη με την τοπική νοηματοδότηση δηλώνει οποιονδήποτε δεν είναι Καριώτης), είχε έρθει στην Ικαρία φιλοξενούμενός μου. Το πρόγραμμα περιελάμβανε και κάποιες εκπαιδευτικού χαρακτήρα εκδρομές με νοικιασμένο αυτοκίνητο. Εγώ δεν ήξερα οδήγηση και ο φίλος που υποτίθεται πως ήξερε, επέμενε να νοικιάσουμε τζιπάκι, ιδέα που βρήκα λίαν δελεαστική. Κατά τη διάρκεια μιας περιπετειώδους ανάβασης στα ορεινά αποκαλύφθηκε ότι είχε πάρει δίπλωμα στο στρατό και μάλιστα είχε εκπαιδευθεί ακριβώς σε τζιπάκι (πολύ ωραία μέχρι εδώ) αλλά πριν και μετά τη θητεία του (λήξασα από τριετίας) δεν είχε πιάσει τιμόνι. Η εκ των υστέρων γνώση των συγκεκριμένων λεπτομερειών δε με είχε προβληματίσει και τόσο, μέχρι που αναζητώντας το δρόμο για το κάστρο του Κοσκινά προσγειωθήκαμε μέσα σε ένα αμπέλι (ατυχώς με τον αμπελουργό παρόντα). Οφείλω να παραδεχθώ ότι έφταιγα κι εγώ που επέμενα ότι από δω είναι ο δρόμος, όπως με είχαν διαβεβαιώσει στην Ακαμάτρα οι σοφοί γέροντες που λιάζονταν στο καφενείο του Παμεινώντα. Πάντως, μετά από μισή ώρα διαρκούς μανούβρας υπό αυστηρή επιτήρηση για να μην πατήσουμε κανένα κλήμα, το τζιπ έστριψε 180 μοίρες και ο φίλος απεφάνθη ότι δεν υπάρχει λόγος να δούμε το κάστρο και καλύτερα να κατηφορίσουμε κατά τις παραλίες με τις γκόμενες και τις ντισκοτέκ. Σοφή απόφαση - ειδικά αν ληφθεί υπόψιν ότι, όπως έμαθα αργότερα, ο δρόμος που αναζητούσαμε δεν είχε κατασκευαστεί ακόμα. Ωστόσο η επίσκεψη στη συγκεκριμένη τοποθεσία μου είχε στοιχειώσει τη φαντασία για χρόνια.

Κάποτε φτάνει το πλήρωμα του χρόνου, και μετά παρέλευση δεκαετίας (αφού είχε πλέον ανοιχτεί ο δρόμος και εγώ είχα μάθει οδήγηση) βρέθηκα μια μέρα στους πρόποδες του κάστρου. Κουτσοκατάφερα να περπατήσω τα τελευταία διακόσια μέτρα, από ένα σημαδεμένο ανηφορικό μονοπάτι ανάμεσα στις πέτρες. Το κάστρο ήταν σαν την Ιθάκη του Καβάφη - κι αν φτωχική τη βρεις, σου έδωσε το ωραίο ταξίδι και λοιπά. Αν κάποιος έχει στο μυαλό του τα Σατώ της κοιλάδας του Λίγηρα ή το Λαλούδι της Μονεμβασιάς και Κάστρο της Λαμίας και Παλαμήδι τ' Αναπλιού, θα απογητευτεί σφόδρα, καθώς θα βρεί απλώς μια υποτυπώδη οχύρωση με κάτι καχεκτικές πολεμίστρες γύρω από το άρτι ανακαινισθέν (κάπως τσαπατσούλικα, φοβάμαι) εκκλησάκι του Αη-Γιώργη του Δοργανά. Θα βρει επίσης ενδεχομένως και μερικούς new age γκρούβαλους που ισχυρίζονται ότι κάπου εκεί γύρω υπάρχουν συσσωρεύσεις ενεργειακών πεδίων και ψάχνουνε να τις βρούνε, αλλά η συγκεκριμένη κατηγορία γκρούβαλων είναι γενικώς άκακη και δεν ενοχλεί (εξαιρουμένης της πιθανότητας να βρουν όντως ενεργειακά πεδία, οπότε δεν ξέρεις τι μπορεί να γίνει).

Αντιγράφω (copy/paste) μερικές τουριστικές πληροφορίες από το http://www.nikaria.gr/:

"Φρούριο Βυζαντινής εποχής που σώζεται σήμερα σε καλή κατάσταση. Βρίσκεται στο βόρειο τμήμα του νησιού, στην περιοχή της Μεσαριάς πάνω στο όρος Κοσκινάς. Το κάστρο του Κοσκινά, όπως φαίνεται, έπαιξε σημαντικό αμυντικό ρόλο στο νησί. Ήταν το επικρατέστερο και σημαντικότερο από τα υπόλοιπα φρούρια της Ικαρίας και για αυτό πήρε και το όνομα Κάστρο της Νικαριάς. Κατά την παράδοση, το κάστρο αυτό υπήρξε ένα από τα βασικά αμυντήρια τον καιρό του Βυζαντίου, κάτι που συνεχίστηκε και επί Φραγκοκρατίας. Όπως λέει η παράδοση, μάλιστα, το φρούριο ήταν απάτητα και κατακτήθηκε μονάχα μια φορά, από προδοσία. Για το περιστατικό αυτό υπάρχει σχετικό κείμενο δημοτικής ποίησης, η "Ρήμα της αλώσεως". Μάλλον συνέβηκε τον καιρό της πολιορκίας του από Γενουήνσιους πειρατές, και μάλλον από τον Βιγνιόζη. Υπολογίζεται πως έγινε μεταξύ των ετών 1346 και 1566. Και πράγματι, η φυσική του θέση, που επιβλέπει όλη τη γύρω περιοχή μέχρι τη θάλασσα, και η κατασκευή του, μαζί με τον απαράμμιλο ηρωισμό των μαχητών του, το κράτησε, όπως φαίνεται, απόρθητο για αιώνες. Στο πλευρό των αντρών, για να υπερασπιστούν τον τόπο τους, πολεμούσαν με το ίδιο θάρρος και ηρωισμό και οι γυναίκες. Μέσα στα τείχη του κάστρου υπάρχει από τον καιρό εκείνο εκκλησάκι αφιερωμένο στον Άγιο Γεώργιο."

Το εκκλησάκι του Αη-Γιώργη στο Κάστρο

Αν εξαιρέσουμε ότι είναι ρίμα (ρίβα στα καριώτικα) και όχι ρήμα, και επισημάνουμε πέραν της ορθογραφίας και κάποιον υπερτονισμό της γενναιότητας των υπερασπιστών (απαράμιλλος ηρωισμός κλπ.), ο οποίος δεν προκύπτει από ανεξάρτητες πηγές, οι πληροφορίες είναι σχετικά ακριβείς. Υπάρχει μια αβεβαιότητα ως προς τη χρονολογία - μία από τις παραλλαγές της ρίβας που διασώζωνται αναφέρει το 1283, ενώ οι πληροφορίες της ιστοσελίδας αναπαράγουν μια εκτίμηση που έκανε μάλλον ο Ε. Σταματιάδης στα "Ικαριακά", στις αρχές του 20ου αιώνα. Παραθέτω εδώ τους στίχους περίπου όπως τους μεταφέρει ο Αλέξης Πουλιανός στο βιβλίο του "Λαϊκά τραγούδια της Ικαρίας" (Αθήνα, 1964), καταγράφοντας την προφορική αφήγηση της κ. Μαριγώς Γλαρού, ετών 90 (Εύδηλος, 1947). Έχω πειράξει λίγο την κάπως "φωνητική" ορθογραφία του κειμένου και έχω "επιδιορθώσει" κάποιες λέξεις ώστε να βγαίνει νόημα (ελπίζω να μην έχω κάνει σοβαρά λάθη):
Ανάθεμα τη Γένοβα με τονε Κρυφοράφτη
που ήρταν να πατήσωσι της Νικαριάς το κάστρι
οπου 'ταν κάστρο ξακουστό, παντού εξακουσμένο,
στην Πόλη και στη Βενετιά ήτο ζωγραφισμένο.
Σαν ήρτασιν ηράξασι μπροστά εις το Φανάρι
ζερβά ρίχνουν τις άγκουρες, πίσω τα παλαμάρια
και πάνω εις την όστρια ρίχνουν τις σιγουράντζες,
εκεί ήβρασιν τον 'πο δα να όπου καλά γνωρίζει
Τη νύχτα το σκοπεύγανε κι ολονυχτίς ηζάλλαν
και σαν ηγλυκοχάρασσεν ηπήξαν οι Ατσίδες
και όταν ηνεφάνασι στον κάμπον του Φιλίππου
εκεί φωνήν ηβγάλασιν ν' ακούσουν αφ' το Κάστρο.
Κανένας εν ηυρέθηκεν απόκριση να πέψει,
μονάχα ο κακόβουλος ο γέρων ο Ατζίδης:
-Μπας και θαρρείς, ω Γένοβα, και συ, ω Κρυφοράφτη,
πως ειν' τα Δώδεκα Νησιά όπου τα 'χμαλωτίζεις;
Κι ούλλα τα κάστρα πολεμάς, κι ούλλες τις χώρες παίρνεις;
Εδώ ‘ναι κάστρο φοβερό, παντού εξακουσμένο,
στου βασιγιά τες κάμαρες τό 'χουν σταμπαρισμένο.
Για να 'ρτουν οι εννιά αερφοί οι καστροπολεμίτες,
τότες να πολεμήσετε, ν’ αντιπαραταχτήτε.
-Και πού 'ν' τους οι εννιά αερφοί ν’ αντιπαραταχτούμε;
-Μιαν αδερφήν παντρεύγουσιν επάνω στη Λαγκάδα.
Τότες αυτοί σιμώσασι με τόση γληγοράδα,
γυρίζουν, τριγυρίζουν το, παραδομόν δεν έχει
κι ένας μικρός απ' όλους των π’ αναθεματισμένος
ήτον περίσσα απ΄ αυτούς πολλά δασκαλεμένος
και βγάλλει τα μαχαίριαν του και κάμει τα σκαλάκια
κι όλοι του κουλουθήσασι να κάμουσι ρισάλτα
Ένα κορίτσιν κάθεται απανωδιό του κάστρου
και στέκει και παρακαλεί εξ’ όλης της καρδιάς του:
-Άγιε μου Γιώργη Δοργανά, μεγάλο τ' όνομά σου,
μεγάλη που 'ν' η χάρη σου και το προσκύνημά σου.
Να σύρω την πλακίτσαν μου, να πάρω δέκα κάτω.
Και ξαναδευτερώνει την κι ησκότωσεν πενήντα
και πάλι ξανατρίτωσεν και πάσιν ενενήντα.
Ένας από τ' ανάθεμαν από τους Χαλικάδες
αυτήν την κόρην αγαπά μα εκείνη δεν τον δέχει.
-Ένα κορίτσιν κάθεται απανωδιό του κάστρου
αυτό να μου χαρίσετε κι εγώ να σας διδάξω.
Κι αυτοί του υπεσχέθηκαν πως θα του το χαρίσουν
κι άλλα πολλά δωρήματα, ώστε να των ανοίξει.
Και τα κλειδιά των ήριξε όξω αφ’ το μπεντένι,
τότες αυτοί εμπήκασιν ούλλοι αρματωμένοι.
Οι πέντε γιοι της Κώσταινας, οι καστροπολεμίτες
Αρπάξαν τη μαννούλαν τους, μεσ’ στο πριόνιν πάσιν.

Το "πριόνι" στο Κάστρο, στενή κορυφογραμμή με βάραθρο και από τις δύο πλευρές

Από τότε που κατάφερα πρώτη φορά να ανέβω στο κάστρο, συνηθίζω να κάνω την ίδια βόλτα κάθε χρόνο, συνήθως παρέα με διάφορους φίλους επισκέπτες. Δεν διασκεδάζουν όλοι με την εμπειρία (άλλος έχει υψοφοβία, άλλη φοράει ξώφτερνο, άλλος έχει άσθμα), αλλά κουτσά-στραβά σχεδόν όλοι φτάνουν απάνω και τότε συνήθως τους διηγούμαι την ιστορία, περιλαμβάνοντας απαραιτήτως έναν αναθεματισμό της Γένοβας. Συνήθως οι επισκέπτες κουνάνε το κεφάλι όλο ευγένεια και λένε κάτι σαν "αχά" ή "χμ" ή "μάλιστα", όμως η φετινή μου παρέα για πρώτη φορά εξέφρασε λογικές αντιρρήσεις:

- Δηλαδή σαν πόσοι χώραγαν εδώ πάνω;
- Ορίστε;
- Οι υπερασπιστές. Πόσοι ήτανε; Εδώ είναι μια σταλιά τόπος και ξεραΐλα. Σιγά μη χώραγαν εκατοντάδες - χώρια τα γυναικόπαιδα. Πώς θα ζούσαν όλοι αυτοί; Σε τρεις μέρες θα παραδίνονταν από την πείνα και τη δίψα.
- Ε, αν ήταν λίγοι μπορεί να άντεχαν παραπάνω.
- Πόσοι λίγοι, δηλαδή;


Έκατσα και τους μέτρησα.

- Είκοσι, ανακοίνωσα στην ομήγυρη.
- Πώς είκοσι; με ρώτησαν.

Κατά σειρά εμφανίσεως: ένας ο κακόβουλος ο γέρων ο Ατζίδης και εννιά οι αδελφοί οι καστροπολεμίτες - αν αναφέρεται σε αυτούς το "σιμώσανε με τόση γληγοράδα" και όχι στους πολιορκητές - μας κάνουν δέκα (την αδελφή τους την αφήνουμε στη Λαγκάδα, μαζί με το γαμπρό και όλο το σόι). Το κορίτσι-αντικείμενο του πόθου, έντεκα. Ο Αη-Γιώργης που οπλίζει την πλακίτσα της κοπέλας, δώδεκα (εδώ ακούγονται γέλια από το ακροατήριο αλλά εγώ συνεχίζω την καταμέτρηση), ο Εφιάλτης της ιστορίας, δεκατρείς, οι πέντε γιοι της Κώσταινας, δεκαοχτώ, συν η ίδια η Κώσταινα, δεκαεννιά...

- Και εικοστός;
- ... ο ποιητής - αυτός που επέζησε για να διηγηθεί την ιστορία.




Σ.Σ. Την ιδέα αυτής της ανάρτησης μου την υπέβαλαν τα σχόλια του Idom στην ανάρτηση Η νεκρή πριγκίπισσα στο Μεσαιωνικό Κάστρο της Λεμεσού που δημοσίευσε παλιότερα στο ιστολόγιό της η Πόλυ Χατζημανωλάκη. Αν και το περιστατικό που αναφέρει ο σχολιαστής είναι φυσικά παντελώς άσχετο με αυτά που σας γράφω παραπάνω, είναι εκπληκτικό τι παιχνίδια συμπτώσεων παίζει η μοίρα καμιά φορά... ;-)

Στη ρίβα πρόσθεσα το στίχο "στην Πόλη και στη Βενετιά ήτο ζωγραφισμένο" που αποκαθιστά την ομοιοκαταληξία, προερχόμενος όμως από άλλη παραλλαγή. Επίσης ο "'πο δα να" είναι καριώτικα ο "από-εδώ-να", ο εντόπιος - υπέθεσα ότι αυτός είναι ο μυστηριώδης "Ποδατα" που γράφει ο Πουλιανός ότι οδηγεί τους πολιορκητές, εισάγοντας μια άγνωστη λέξη ως κύριο όνομα. Ελπίζω πάντως ο Κρυφοράφτης να είναι όντως όνομα και όχι ιδιότητα (ο εξυφαίνων δόλια σχέδια, κατά μία εκδοχή που μεταφέρει επίσης ο Πουλιανός). Για τους μη εξοικειωμένους με τον τόπο και τη ντοπιολαλιά να εξηγήσω ότι Φανάρι, Ατσίδες, κάμπος του Φιλίππου, Λαγκάδα, είναι τοπωνύμια (έως και σήμερα) και ακόμη ότι το ρήμα "ζάλλω" (αόριστος "ήζαλλα") σημαίνει τριγυρίζω, περιφέρομαι, στους παρελθοντικούς χρόνους τα ρήματα παίρνουν ήτα όπως στα αρχαία και όχι έψιλον (π.χ. "ηνεφάνασι" σημαίνει "εμφανίστηκαν") και ο βασιλιάς ακολουθεί τον ικαριακό κανόνα και προφέρεται βασιγιάς (κατά το ήγιος, χίγια, κλπ.).

Οι φωτογραφίες τραβήχτηκαν Αύγουστο του 2008.

2/12/08

Συνοδός υποψηφίου διδάκτορος

Φωτογραφία καφενείου στα Ανώγεια από εδώ.

Στα Ανώγεια έχω πάει κάνα-δυο φορές ως εκδρομούλα - σήμερα ήταν η πρώτη φορά που ανέβηκα για κάτι σαν "δουλειά". Όχι δική μου δουλειά, ενός ξαδέρφου μου που στα σαρανταφεύγα του, οικογενειάρχης άνθρωπος, αποφάσισε να ξεκινήσει ένα διδακτορικό στα Παιδαγωγικά και βρέθηκε από την αθηναϊκή παραζάλη στις υπώρειες του Ψηλορείτη να ψάχνει ένα δείγμα μαθητών "ημιαστικών περιοχών" για να του συμπληρώσουν κάτι ερωτηματολόγια για τις ανάγκες της διατριβής του. Βρήκε το δείγμα του στην έκτη τάξη του Δημοτικού Σχολείου Ανωγείων, συμφώνησε με τη διευθύντρια να εμφανιστεί στο πρώτο διάλειμμα, κι έτσι βρεθήκαμε (εγώ ως συνοδός) νωρίς νωρίς στο δρόμο για να προλάβουμε.

Προλάβαμε - η διευθύντρια μας καλωσώρισε ευγενώς, παρέλαβε τις συνοδευτικές επιστολές και άδειες του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, μας κέρασε καφέ και νερό και μια καλή κουβέντα, και μας ρώτησε από πού ερχόμαστε. Λογικά θα περίμενε να της απαντήσουμε "Ρέθυμνο" ή "Ηράκλειο", αλλά σαν συνεννοημένοι απαντήσαμε "Ικαρία". Την εντυπωσιάσαμε, μάλλον. Η συζήτηση περιστράφηκε λίγο στις ομοιότητες και διαφορές Ικαρίας και Ανωγείων, ο ξάδερφος της είπε εν είδει φιλοφρόνησης ότι η περιοχή τους είναι "ευλογημένος τόπος", γεμάτος πλουτοπαραγωγικές πηγές (πράγμα που μάλλον δεν ισχύει και τόσο, εκτός αν πλούτος θεωρηθούν τα πρόβατα) και η διευθύντρια μας διευκρίνισε ότι η ίδια δεν κατάγεται από εκεί. Ύστερα συγκρίναμε τους πληθυσμούς των χωριών (διόμισι χιλιάδες οι χειμωνιάτικοι Ανωγειανοί, εκατόν πενήντα οι Ακαματριώτες) και ακολούθως και των νησιών (εξακόσιες κάτι χιλιάδες οι Κρητικοί, έξι-εφτά εμείς) και κάπου τότε χτύπησε το κουδούνι και οι μαθητές μαζεύτηκαν στην τάξη.

Χάζεψα λίγο τον ξάδερφο που εξηγούσε στα παιδάκια πώς πρέπει να συμπληρώσουν το ερωτηματολόγιο και ότι καλύτερα να κάνουν ένα Χ πάνω στα τετραγωνάκια παρά να τα ζωγραφίζουν με το μολύβι όπως το κοριτσάκι χτες στο Ρέθυμνο που της πήρε κάνα πεντάλεπτο ίσα για να απαντήσει ότι είναι κοριτσάκι. Μετά βγήκα έξω διότι ένας ακόμα αμίλητος ξένος στην τάξη μάλλον περίσσευε, και άρχισα να περιφέρομαι στο σχολείο. Είχα να μπω σε δημοτικό από το 1979 που αποφοίτησα από ένα - στα εικοσιεννέα χρόνια που μεσολάβησαν μερικά πράγματα είχαν αλλάξει, αλλά κάποια άλλα έμειναν εντελώς ίδια. Σε ένα αμφιθέατρο με σκηνή (ναι, είχε αμφιθέατρο με σκηνή) κάποια παιδάκια πρόβαραν τη γιορτή των Χριστουγέννων: άλλοι έκαναν τους αγγέλους, άλλοι τον Ιωσήφ και τη Μαρία, άλλοι τους βοσκούς. Σκέφτηκα ότι η εικόνα μάλλον θα τους ήταν οικεία, καθώς οι τοίχοι του σχολείου ήταν διακοσμημένοι με βουκολικές εικόνες, κοπάδια, την κουρά των προβάτων, τέτοια. Εδώ κι εκεί υπήρχαν εικόνες των ισοπεδωμένων Ανωγείων της Κατοχής και κάπου η σχετική διαταγή ισοπέδωσης και εκτελέσεων της γερμανικής διοίκησης.

Τη διαταγή του Στρατηγού Μίλλερ αλίευσα σε ένα άρθρο του Λεωνίδα Αντωνόπουλου από την ιστοσελίδα world-music.gr, το οποίο αναφέρεται στη μουσική της περιοχής.

Χάζεψα σημαιούλες και ποιηματάκια, ζωγραφιές και κολάζ, ένα αντίγραφο του Συντάγματος της Επιδαύρου, προσφορά της Βουλής των Ελλήνων, και εργασίες μαθητών με θέμα το χωριό που περιείχαν από τυροκομεία και αρνί οφτό μέχρι την ομάδα του Αετού Ανωγείων και το Νίκο Ξυλούρη. Κάποια στιγμή η ησυχία διακόπηκε βίαια από ιαχές παιδιών - ο ξάδελφος είχε τη φαεινή ιδέα να επιβραβεύσει τη συμπλήρωση του ερωτηματολογίου με ένα σοκολατάκι, πράγμα που προκάλεσε έκρηξη στο μαθητόκοσμο. Μέσα στη χλαπαταγή ο ξαδερφος φάνηκε στην πόρτα αγκαλιά με μια στοίβα ερωτηματολόγια ενώ ξωπίσω του τα αφιονισμένα πλήθη προσπαθούσαν να βάλουν χέρι στη σακούλα με τα σοκολατάκια και η δασκάλα (εις μάτην) να επιβάλλει τάξη στην τάξη. Ευχαριστήσαμε τη δασκάλα, τη διευθύντρια, την κυρία του κυλικείου και την καθαρίστρια και βγήκαμε με το τρόπαιό μας ανά χείρας. Ύστερα αρχίσαμε να κατηφορίζουμε προς το Ηράκλειο για να προλάβουμε πριν το τελευταίο διάλειμμα το δείγμα των αστικών περιοχών.

Από την όλη εμπειρία πάντως, ένα πράγμα θα θυμάμαι περισσότερο (και αυτό είναι ουσιαστικά που ήθελα να διηγηθώ ξεκινώντας αυτή την ανάρτηση). Ανηφορίζοντας το πρωί, σταμάτησα κάποια στιγμή στη Γωνιά μπροστά σε έναν μεγαλούτσικο κύριο για να ρωτήσω αν πηγαίναμε καλά για Ανώγεια. Ο κύριος μας διαβεβαίωσε ότι μια χαρά πάμε, και μας ρώτησε - βέβαια - από πού είμαστε. Όπως ήταν φυσικό απαντήσαμε ομοθυμαδόν "από την Ικαρία". Τότε ο κύριος Μανόλης (όπως μας συστήθηκε) μας χαμογέλασε, έβγαλε από τον κόρφο του ένα αυτοσχέδιο κομπολογάκι (από φελλό και πετονιά) και το έδωσε στον ξάδερφο, κι άλλο ένα σε εμένα, και μας ευχήθηκε καλό δρόμο.

Ήτανε καλός ο δρόμος. Να 'σαι καλά, κύριε Μανόλη.