ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο - Γιάννενα


25/4/14

Ἂρατε πύλας

Επιτάφιος στη Μονή Μουντέ, Ράχες Ικαρίας, ιστορηθείς στη Σμύρνη στις αρχές του 20ου αιώνα.

Έχουνε που έχουνε μια ορισμένη θεατρικότητα οι ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδας από μόνες τους, ήτανε κι ο συχωρεμένος ο παπα-Νικόλας κάπως επιρρεπής στη σκηνοθεσία, οπότε στα χρόνια της εφημερίας του στον Εύδηλο, το Πάσχα είχε μερικά στοιχεία λίγο πιο θεαματικά από ό,τι αλλού. Μπορεί βέβαια να φταίει και που εγώ τα χρόνια εκείνα ήμουνα πιο νέος και τα αντιλαμβανόμουν όλα λίγο πιο ανάλαφρα, πάντως θυμάμαι χαρακτηριστικά το γέλιο που κάναμε μια Ανάσταση, όπου μέσα στον πάταγο που ακολουθούσε το Χριστός Ανέστη, τσιμπάει ο παπάς έναν και του λέει «Νικολάκη, έλα που α κάμωμε το άρατε πύλας». Ο Νίκος ήτανε διαβασμένος στα εκκλησιαστικά πράγματα, οπότε ήξερε ότι στον 23ο Ψαλμό υπάρχει ένας διάλογος που θεατρικοποιείται μετά την Ανάσταση όταν ο ιερουργός κληρικός επιστρέφει για να μπει στο ναό όπου και ακολουθεί η στιχομυθία:

- Ἂρατε πύλας, οἱ ἄρχοντες ὑμῶν, καὶ ἐπάρθητε, πύλαι αἰώνιοι, καὶ εἰσελεύσεται ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης.
- Τίς ἐστιν οὗτος ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης;
- Κύριος τῶν δυνάμεων αὐτός ἐστιν ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης.


Οι πύλες εν προκειμένω συμβολίζουν τις πύλες του κάτω κόσμου που με την Ανάσταση καταργούνται, αλλά στη συγκεκριμένη οπτικοποίηση ήταν η πόρτα του Αη-Χαράλαμπου, μια σιδερένια τζαμόπορτα που βγάζει στο προαύλιο προς τον αμαξωτό. Πάει μέσα από την πόρτα ο Νικολάκης και την κλείνει, πάει απόξω ο παπάς με το λάβαρο της Ανάστασης ανά χείρας, κι αρχίζει να βροντάει με μανία. Τρίζανε τα τζάμια και οι σιδεριές από τους βρόντους, έβγαζε και φωνές μεγάλες και γοερές ο παπάς «ἄρατε πύλας», γυρίζουν οι (κάπως ακατήχητοι, να λέγεται...) καριώτες που μέχρι τότε φιλιόντουσαν σταυρωτά για το Χριστός Ανέστη να δουν τι γίνεται και εκφράζουν την αποδοκιμασία τους:

- Σα δε ντρέπονται, πάλι αφήκανε τον παπά απόξω από την εκκλησά και βροντάει νά‘μπει...
- Βρε όχι, κάθε χρόνο το κάνουνε.
- Μα κάθε χρόνο, ‘εν τονε βλέπεις που φωνάζει «Κύριε των δυνάμεων»;
- Βρε ανοίχτε του παπά να ‘μπει π’ ανάγκασμά σας!


Ανοίγει κάποια στιγμή η πόρτα μες στην οχλοβοή και μπουκάρει ο βασιλεύς της δόξης με το λάβαρο, μπουκάρουν και μερικοί έξαλλοι από πίσω και κάνουνε τον κακόμοιρο το Νικολάκη καταστόλιστο:

- Μπα κακό χρόνο να ‘χεις, δε ντρέπεσαι;
- Κι είσαι και μορφωμένος άθρωπος...


Βέβαια τα πιο θεαματικά στοιχεία τα φύλαγε ο παπάς για τον Επιτάφιο, όπου επί χρόνια οργάνωνε ένα event με αφανή πρωταγωνιστή το συχωρεμένο το Γιώργη το Λαζαρέτο. Ο Λαζαρέτος έκανε διάφορες δουλειές «γενικών καθηκόντων» στο χωριό, από υδραυλικός μέχρι νεκροθάφτης, και αν και δεν τον έλεγες ακριβώς άνθρωπο της εκκλησίας, βοηθούσε πάντα τον παπά, καθώς από ό,τι λεγόταν είχε και προγενέστερη εμπειρία ως φροντιστής σκηνής σε θέατρα. Έτσι, κάθε Μεγάλη Παρασκευή ανέβαινε στον τρούλο (απόξω, εννοείται) και άνοιγε ένα μικρό παραθυράκι από όπου, την ώρα που έψελναν απόκάτω στα εγκώμια «Ἔῤῥαναν τὸν τάφον, αἱ Μυροφόροι μύρα, λίαν πρωῒ ἐλθοῦσαι», έριχνε ροδοπέταλα χούφτες-χούφτες που έπεφταν μέσα στην εκκλησία σα χιόνι από τον ουρανό και προσγειωνόντουσαν πάνω στον Επιτάφιο υπό τα θαυμάζοντα βλέμματα του εκκλησιάσματος.

Χρόνο με το χρόνο, βέβαια, το είχε μάθει το σκηνικό ο κόσμος και κάπου το περίμενε, οπότε ακόμα κι όταν απεδήμησε ο παπα-Νικόλας, το ακολούθησε το συνήθειο κι ο παπα-Σταύρος που τον αντικατέστησε, υπό την επίνευση του Λαζαρέτου που με το θάρρος της συσσωρευμένης εμπειρίας, περίπου επέβαλε στον καινούργιο τα έθιμα της ενορίας.

Κάποια χρονιά αποφράδα όμως, ανεβαίνει ως συνήθως στον τρούλο ο Λαζαρέτος, κάνει να ανοίξει το παραθυράκι, και το βρίσκει σφηνωμένο. Αρχίζει να παλεύει να το ξεσφηνώσει, διακριτικά στην αρχή, πιο έντονα μετά, ακόμα πιο έντονα πιο μετά, με χτυπήματα και κλωτσίδια στο φινάλε, αλλά έλα που είχε μουλαρώσει το παραθύρι και δεν άνοιγε, κι από κάτω να ψέλνουν «Ἔῤῥαναν τὸν τάφον» και τον ξαναέρραιναν και τον ξαναματαέρραιναν και να κοιτάνε όλοι τον τρούλο με προσμονή, αλλά αντί για λουλούδια και ροδοπέταλα να πέφτουν ξεφτίδια από μπογιά και σκουριές και λίγος σοβάς ενίοτε, και να ακούγονται βρόντοι και χτυπήματα και τριξίματα και οι φωνές του αγαναχτισμένου Λαζαρέτου που απειλούσε θεούς και δαίμονες, κι όταν πια άρχισε να λέει ο παπάς από κάτω (εκτός κειμένου Επιταφίου Θρήνου, οπωσδήποτε) «άστο βρε Γιωργάκη, εν πειράζει», ακούγεται ένα μεγαλειώδες μπαμ και το παράθυρο υποχωρεί επιτέλους στις μανιασμένες κλωτσιές του Λαζαρέτου, που σε έξαλλη κατάσταση πετάει με τη μία όλο το πανεράκι με τα ροδοπέταλα συνοδεύοντάς το με ένα υψηλόφωνο και ουρανομήκες και επίσης εκτός κειμένου «το Χριστό σου, την Παναγία σου μέσα, με έσκασες» που έμεινε να αντιλαλεί στην εκκλησία υπό τις ιλαρές επευφημίες του πλήθους.


Σ.Σ. Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 16/4/2014.

24/4/14

Λέξη κλειδί


- Τι έγινε ρε, έχασες το πάσγουορντ;
- Ποιο πάσγουορντ;
- Στο μπλογκ. Μήνες τώρα το ‘χεις κλειστό. Κλείστηκες απέξω;


Το κοιτάω με κάποια αμηχανία. Βάζω το όνομα χρήστη. Τη λέξη κλειδί. Πατάω το «Νέα ανάρτηση». Λευκή σελίδα. Κέρσορας που αναβοσβήνει.

- Στέρεψες;

Όχι, μάλλον. Καμιά εικοσαριά μισοδουλεμένα ποστ περιμένουν τη σειρά τους για την επιφάνεια. Προσθέτω άλλους πέντε-έξι-εφτά τίτλους που έχουν ανακύψει στο μεταξύ ως work in progress. Εργασία σε εξέλιξη.

Εργασία: άραγε το γεγονός ότι αυτή την περίοδο δουλεύω (ευτυχώς...) ενώ σε άλλες περιόδους ζωής του ιστολογίου ήμουν άνεργος ή άεργος παίζει κάποιο ρόλο; Καταλήγω πως όχι – στις παραγωγικότερες περιόδους του ιστολογίου δούλευα, και μάλιστα μάλλον πιο εντατικά από ό,τι σήμερα. Εξέλιξη: φάση ζωής με άλλα λόγια. Μήπως σε πιο παλιές εποχές που ήμουνα όλο άγχη και αγωνίες διάφορες είχα την ανάγκη να γράψω ενώ τώρα που τα πράγματα είναι κάπως πιο στρωτά και «πλαισιωμένα» σε μια ορισμένη ρουτίνα δε νιώθω πια την ανάγκη;

Κοιτάζω τους τίτλους των αναρτήσεων σε αναμονή. Μερικές έρχονται από πολύ παλιά, άλλες αντανακλούν ερεθίσματα μιας πολύ πρόσφατης εμπειρίας ή σκέψης. Δεν έχουν κάποιο θεματικό άξονα, τα γνωστά: προσωπική μυθολογία, κουβέντα να γίνεται, κάποια κείμενα μισοπαρατημένα αλλά άξια λόγου, κάποια μόνο δυο-τρεις λέξεις για να αναπτυχθούν κάποια στιγμή όταν θα υπάρχει χρόνος και διάθεση.

Σκέφτομαι ότι τον τελευταίο καιρό όποτε είχα χρόνο δεν είχα διάθεση, κι όποτε είχα διάθεση δεν είχα χρόνο. Ή τέλος πάντων είχα άλλες προτεραιότητες και υποχρεώσεις (που μισό πραγματικές, μισό γυρνάμενες μες στο μυαλό μου ήσαν). Όμως η γραφή δεν είναι υποχρέωση· είναι κάτι σα διάθεση ερωτική που καμμιά φορά η παρουσία της δεν κάνει τόση εντύπωση, η απουσία της όμως μπορεί να γίνει πολύ πιο αισθητή.

Βγαίνω από τη διαχείριση και ξαναμπαίνω. Πληκτρολογώ τη λέξη-κλειδί με μια ορισμένη αμφιβολία. Η πόρτα ανοίγει αργά. Τα πάντα μοιάζουν ίδια, αν και μπορεί να μην είναι εντελώς. Θα μάθω· το βασικό είναι ότι η λέξη κλειδί δουλεύει, δεν κλείστηκα απέξω.

Για την ώρα.

17/1/14

Ψαρανέκδοτα

Γκράφιτι κάπου πίσω από την Πλατεία Κάνιγγος, Αθήνα (φωτό Δ.Σ.)

Σύμφωνα με μια διαδεδομένη εκδοχή, όπως υπάρχουν γενικώς στην Ελλάδα τα ποντιακά ανέκδοτα, υπάρχουν στην Κρήτη τα ανωγειανά. Η αλήθεια είναι ότι όσα χρόνια είμαι εδώ έχω ακούσει κάμποσα ανωγειανά ανέκδοτα (αλλά όντως κανένα π.χ. λασιθιώτικο), ωστόσο δεν θεωρώ ότι η σύγκριση είναι απόλυτα σωστή: οι Κρητικοί σαρκάζουν την υποτιθέμενη απλοϊκότητα των Ανωγειανών, αλλά δεν τους προσάπτουν το είδος της συμπεριφοράς που θρυλείται για τους Πόντιους των ανεκδότων (που με τη σειρά τους μάλλον είναι παρεμφερή με αντίστοιχα ανέκδοτα Γάλλων για Βέλγους, Άγγλων για Σκωτσέζους, διαφόρων για Πολωνούς και ούτω καθεξής). Το λέω αυτό επειδή δεν μπορείς να κατασκευάσεις ανωγειανό ανέκδοτο απλά αντικαθιστώντας τον Πόντιο ενός ανεκδότου με Aνωγειανό (ή τον κεμεντζέ με λύρα)· απαιτείται ένα ιδιαίτερο χρώμα, όχι απλό φολκλόρ αλλά μια βαθύτερη γνώση του ψυχισμού που καλλιεργείται στις υπώρειες του Ψηλορείτη.

Μια ειδική υποκατηγορία ανεκδότων με Aνωγειανό πρωταγωνιστή αποτελούν οι ιστορίες του Ψαραντώνη. Λέω επίτηδες «ανέκδοτα» διότι αρνούμαι να δεχτώ ότι ο – ιδιότυπος ομολογουμένως – μουσικός με την αρχετυπικά κρητική, όπως λένε, ιδιοσυγκρασία έχει υπάρξει όντως πρωταγωνιστής τόσων πολλών ιστοριών, που περιστρέφονται κατά κύριο λόγο γύρω από την παροιμιωδώς ερμητική σιωπή του. Ερμητική σε βαθμό παρεξηγήσιμο ενίοτε, όπως λέει εκείνο το ανέκδοτο σύμφωνα με το οποίο μετά από μια συναυλία που έδωσε στην Αθήνα, ο Ψαραντώνης μπαίνει σε ένα ταξί με κατεύθυνση το αεροδρόμιο. Στις πάμπολλες προσπάθειες του ταξιτζή να πιάσει κουβέντα κατά τη διαδρομή, ο Ψαραντώνης δεν ανταποκρίνεται ούτε κατ’ ελάχιστον. Ακόμα κι όταν παρεξηγημένος πια ο ταξιτζής τον εξορκίζει να πει κάτι («Μα τι σου έκανα και δε μιλάς, πες μου») ο Αντώνης δεν παίζει βλέφαρο. Κάποτε φτάνουν στο αεροδρόμιο, χολοσκασμένος ο ταρίφας πάει να ξεφορτώσει βαλίτσες και μουσικά όργανα, όταν άξαφνα σκύβει από πάνω του ο (χιουμορίστας, οπωσδήποτε) Ανωγειανός και του λέει:

- Κι ό,τι είπαμε, νερό κι αλάτι.

Που θα μπορούσε να σημαίνει «κουβέντα μη σου σου ξεφύγει».

Κάπως έτυχε μια φορά και κάτσαμε στην ίδια παρέα με ένα γιο του Αντώνη, τον Λάμπη (που παίζει ειρήσθω εν παρόδω εξαιρετικό ούτι), από τον οποίο για κάνα δίωρο ξεκολλήσαμε τρεις κουβέντες τύπου «Ώρα καλή», «Ναι», «Καληνύχτα», και δε νομίζω να μου διαφεύγει κάτι. Ρώτησα αργότερα τους κρητικούς συνδαιτυμόνες αν η τόση πολυλογία είναι οικογενειακό τους χαρακτηριστικό· με διαβεβαίωσαν ότι ο Λάμπης ήταν εκείνο το βράδυ κοινωνικότατος αναλογικά και ότι από τον πατέρα του δεν θα παίρναμε ούτε αυτές τις τρεις κουβέντες. Δεν το πίστεψα, καθώς είχα αρχίσει να συνειδητοποιώ ότι ο μύθος του ανδρός ξεπερνούσε σε πολλά την πραγματικότητα, ωστόσο κάποτε η Μαρίστρα μου διηγήθηκε μια ιστορία (δεύτερο χέρι βέβαια) που με προβλημάτισε αρκετά.

Συναντάει τυχαία μια μέρα στο Ηράκλειο ο Ψαραντώνης τον αδελφό ενός γνωστού μουσικού της περιοχής. Σε μια έξαρση ομιλητικότητας, του λέει «Κάτσε Μανόλη να τα πούμε που έχω να σε δω καιρό». Ο Μανόλης είναι λίγο βιαστικός και διστάζει, αλλά ο Αντώνης επιμένει και εν τέλει καταλήγουν στον Ηριδανό μπροστά από δύο καφέδες, όπου κάθονται για κάνα σαραντάλεπτο.

- Ε, και;
- Τι και; Δεν άνοιξε το στόμα του να πει κουβέντα.
- Και μετά;
- Τίποτα, σηκώθηκε μετά από σαράντα λεπτά σιωπής, του λέει «χάρηκα που τα είπαμε, Μανολιό, χαιρετισμούς στον αδελφό σου», κι έφυγε.


Γελάω λιγάκι, και διερωτώμαι μεγαλοφώνως αν αυτός ο Ψαραντώνης είναι τόσο αμίλητος πια όσο λένε και πόση δόση υπερβολής υπάρχει στη σχετική φιλολογία. Η Μαρίστρα με επαναφέρει στην τάξη:

- Κοίτα, βαρύς τύπος είναι, δεν υπάρχει αμφιβολία, αλλά πάλι εμένα μια φορά μου μιλούσε συνέχεια πάνω από μισή ώρα.


Η δήλωση προκαλεί το ενδιαφέρον της παρέας και επιφωνήματα έκπληξης. Η Μαρίστρα συνεχίζει:

- Κάπου είμασταν ένα βράδι και καταλήξαμε στο Γάζι σε ένα καφενείο, όπου ήταν κι ο Ψαραντώνης κι έπινε ρακές. Οι φίλοι μου ήταν γνωστοί του και κάτσαμε μια παρέα όλοι μαζί, οπότε βρέθηκε κάποια στιγμή δίπλα μου. Γυρίζει τότε κι αρχίζει να λέει. Έλεγε, έλεγε, γλώσσα δεν έβαλε μέσα. Εγώ δεν πρόλαβα να πω κουβέντα, μόνο κάτι «ναι» και «α» προλάβαινα να αρθρώσω που και που. Πάνω από μισή ώρα μιλούσε.
- Και τι σου έλεγε;
- Τι να σας πω ρε παιδιά, έλεγε αυτός, αλλά εγώ λέξη δεν κατάλαβα.


(Πάντως μην ακούς τι λένε, Αντώνη μου, εμείς σε καταλαβαίνουμε μια χαρά, έτσι να τα λες πάντα. Άντε και πολύχρονος, να χαίρεσαι το όνομά σου).



Σε μια κάπως απροσδόκητη εκτέλεση του «Όσο βαρούν τα σίδερα» με την ορχήστρα της Nederlands Blazers Ensemble την πρωτοχρονιά του 2013 στο Concertgebouw του Άμστερνταμ.


(Σ.Σ. Κατόπιν παρέμβασης της Μαρίστρας διεγράφησαν ορισμένες κάπως ανακριβείς λεπτομέρειες).


31/12/13

Σοφοὶ δὲ προσιόντων (Κ. Π. Καβάφης)


Θεοὶ μὲν γὰρ μελλόντων, ἄνθρωποι δὲ γιγνο-
μένων, σοφοὶ δὲ προσιόντων αἰσθάνονται.
 
Φιλόστρατος, Τὰ ἐς τὸν Τυανέα
Ἀπολλώνιον, VIII, 7.


Οἱ ἄνθρωποι γνωρίζουν τὰ γινόμενα.
Τὰ μέλλοντα γνωρίζουν οἱ θεοί,
πλήρεις καὶ μόνοι κάτοχοι πάντων τῶν φώτων.
Ἐκ τῶν μελλόντων οἱ σοφοὶ τὰ προσερχόμενα
ἀντιλαμβάνονται. Ἡ ἀκοὴ

αὐτῶν κάποτε ἐν ὥραις σοβαρῶν σπουδῶν
ταράττεται. Ἡ μυστικὴ βοὴ
τοὺς ἔρχεται τῶν πλησιαζόντων γεγονότων.
Καὶ τὴν προσέχουν εὐλαβεῖς. Ἐνῶ εἰς τὴν ὁδὸν
ἔξω, οὐδὲν ἀκούουν οἱ λαοί.

19/12/13

Mantiq al-Tayr

Φωτογραφία: Χρύσα Γκάγκωση, από την έκθεση «Ελεύθερη Πτήση» της Στέλλας Κυριακού στο àrtεις; 2013 | Ημέρες Σύγχρονης Ικαριακής Δημιουργίας στην Αθήνα.

Όταν ο Κωνσταντίνος μου ζήτησε πρώτη φορά να γράψω κάτι για τις Ελεύθερες Πτήσεις ζούσα ακόμα στην Ολλανδία και βρισκόμουν σε μια κάπως γκρίζα φάση ζωής. Από μια σκοπιά η πρόσκλησή του ήταν τότε για μένα σαν ενώ είσαι κάπου ξενιτεμένος, να βρίσκεσαι άξαφνα ανάμεσα σε φίλους – κι αυτό χωρίς να ξέρω προσωπικά ούτε τον ίδιο ούτε κανέναν άλλον από τους ανθρώπους του Ikariamag και των Πτήσεων. Από την εποχή εκείνη πέρασε κάμποσος καιρός και κάμποσα κείμενα. Η φάση ζωής άλλαξε παραπάνω από μία φορά, και στο μεταξύ είχαμε την ευκαιρία να γνωριστούμε και δια ζώσης (όσο τέλος πάντων επέτρεψαν οι διαφορετικές γεωγραφικές ζώνες που ζούμε), να ανταλλάξουμε απόψεις (συχνά διαφωνώντας) και να δούμε την παρέα να μεγαλώνει.

Είχαμε επίσης και την ευκαιρία με κάποια αφορμή να κάνουμε σαφές ότι η κάθε «πτήση» εκφράζει αυτήν ή αυτόν που την υπογράφει, ενώ η υπογραφή Ikariamag αφορά (ή δεσμεύει) τους ανθρώπους της συντακτικής επιτροπής. Η διάκριση δεν είναι χωρίς σημασία, καθώς επιτρέπει σε πρόσωπα με διαφορετικές, συχνά αποκλίνουσες αντιλήψεις να συνυπάρχουν κάτω από την ίδια στέγη, καθένας με την ευθύνη της υπογραφής του. Δεν κρύβω ότι αυτό με ανακουφίζει κάπως· όντας ένας άνθρωπος που συχνά αισθάνεται «ελαφρώς λοξός ως προς το υπόλοιπο σύμπαν» όπως έλεγε – αν θυμάμαι καλά – ο E.M. Forster για τον Καβάφη, δεν θα ήθελα τις δικές μου ενυπόγραφες λόξες να τις χρεώνεται το περιοδικό. Ούτε το αντίστροφο φυσικά θα ήταν καλή ιδέα.

Με τούτα και με κείνα, παρακολουθώ εξ ανάγκης το εγχείρημα Ikariamag από μια ορισμένη απόσταση. Όποτε μπορώ ωστόσο, πηγαίνω στις εκδηλώσεις που διοργανώνει στην Ικαρία ή στην Αθήνα, κι αν συντονιστούμε βρισκόμαστε σε μπαράκια και χώρους εκθέσεων και υπόγεια κουτούκια· ό,τι κάτσει. Εκεί έχω την ευκαιρία συχνά να επαναβεβαιώνω τη διαφορετικότητα και την πολυμορφία των ανθρώπων που ο «εκδότης» μας αρέσκεται να ονομάζει «τα πετούμενα». Την είχα και τις προάλλες, στο Àrtεις· μια σειρά εκδηλώσεων που λόγω εργασιακών περιορισμών και πονεμένης μέσης μπόρεσα ελάχιστα να παρακολουθήσω.

Δεν κρύβω ότι ο όρος «πετούμενα» μου προκαλεί ένα μικρό άγχος: όσοι έχουμε το μικρόβιο της εμμονής με τις λεπτομέρειες θυμόμαστε ότι πτηνό είναι και ο αετός, πτηνό και η φραγκόκοτα. Όντας λόγω σωματοδομής πιο όμοιος με γαλοπούλα ορνιθοτροφείου μάλλον, παρά με κατακτητή των αιθέρων, είχα ανέκαθεν κάποιες αναστολές για την παρομοίωση. Έτσι όταν ο Κωνσταντίνος ανέφερε από μικροφώνου ότι στις ελεύθερες πτήσεις είμαστε περίπου τριάντα πετούμενα ετοιμάστηκα να γκρινιάξω από μέσα μου, σκεπτόμενος ένα θίασο από τριάντα άσχετα πτηνά (μπεκάτσες, τσίχλες, περιστέρια, αηδόνια, τσαλαπετεινούς και παγώνια που έλεγε παλιά ο Σαββόπουλος) να τραγουδάνε το καθένα το δικό του κελάηδισμα ή ίσως κρώξιμο...

Και τότε (άξαφνα...) θυμήθηκα ότι αυτή η εικόνα δεν μου ήταν εντελώς ανοίκεια. Θυμήθηκα μια μικρή παράγραφο του Μπόρχες, θαμμένη σε μια υποσημείωση ενός φανταστικού δοκιμίου με τον τίτλο «Η αναζήτηση του Αλ Μουτάσιμ» που είχα διαβάσει πριν πολλά χρόνια. Γυρίζοντας σπίτι για να ξεκουράσω την πονεμένη μέση, βρήκα το σχετικό κείμενο σε μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη, σε ένα βιβλίο ταλαιπωρημένο από το χρόνο και τις μετακομίσεις. Λέει τα εξής:

[...] Στο Σημείωμά μου αυτό, αναφερθηκα αρκετές φορές στο “Mantiq al-Tayr” («Συνέδριο των Πουλιών») του μυστικιστή Πέρση Φαρίντ αλ-Ντιν Ταλίμπ Μουχάμαντ μπεν Ιμπραχίμ Αττάρ, που σκοτώθηκε από τους στρατιώτες του Τούλε, γιου του Τζένγκινς Χαν, στη διάρκεια της λεηλασίας του Νισαπούρ. Νομίζω πως αξίζει να δώσω μια περίληψη του ποιήματος: Από τον αρχαίο βασιλιά των πουλιών, τον Σιμούργκ, πέφτει μια μέρα στο κέντρο της Κίνας ένα εξαίσιο φτερό· κουρασμένα απ’ την αιώνια αναρχία τους, τα πουλιά αποφασίζουν να κινήσουν για να βρουν τον βασιλιά. Ξέρουν πως τ’ όνομά του σημαίνει «τριάντα πουλιά»· ξέρουν πως το κάστρο του είναι πάνω στο Καφ, το κυκλικό βουνό που ζώνει τη γη. Ξεκινούν λοιπόν αυτή τη σχεδόν ατέλειωτη περιπέτεια· διασχίζουν εφτά κοιλάδες ή εφτά θάλασσες: το όνομα της προτελευταίας είναι Ίλιγγος, η τελευταία ονομάζεται Εκμηδένιση. Πολλοί προσκυνητές εγκαταλείπουν, άλλοι εξοντώνονται. Τριάντα πουλιά, εξαγνισμένα απ’ αυτές τις δοκιμασίες, κατεβαίνουν στο βουνό του Σιμούργκ. Επιτέλους τον αντικρύζουν και αντιλαμβάνονται πως ο Σιμούργκ είναι αυτά τα ίδια, πως ο Σιμούργκ είναι καθένα από αυτά κι όλα μαζί. [...]

«Καθένα από αυτά και όλα μαζί», σκέφτομαι, και ρίχνω μια καινούργια, διαφορετική ματιά στις «Ελεύθερες Πτήσεις 2» καθ’ οδόν για το αεροδρόμιο.


(Σ.Σ. Δημοσιεύτηκε στο Ikariamag στις 16/12/2013 με τον τίτλο «Το Συνέδριο των πουλιών» και την εικονογράφηση από το έργο της Στέλλας Κυριακού που παρουσιάστηκε στο àrtεις 2013. Το απόσπασμα του Μπόρχες το πήρα από της συλλογή δοκιμίων (ενίοτε φανταστικών) με τίτλο «Ιστορία της αιωνιότητας»).

15/12/13

Απρόσμενη ανάγνωση



Η Μάγια Τσόκλη διαβάζει Ροβυθέ (δηλαδή διαβάζει θεία Ιωάννα, καλή της ώρα) στο Àrtεις 2013 | Ημέρες Σύγχρονης Ικαριακής Δημιουργίας που οργάνωσε το Ikariamag 4-8 Δεκεμβρίου 2013 στο metamatic:taf.


Οι αναγνώστες μπορούν να βρουν το ακριβές κείμενο στις ελεύθερες πτήσεις (εδώ) και στο ιστολόγιο (εδώ). Εγώ με την κ. Τσόκλη δεν γνωρίζομαι, οπότε μάλλον την ευθύνη της ανάγνωσης φέρει ο Κωνσταντίνος-Ikariamag-Βατούγιος, ενώ το βιντεάκι τράβηξε νομίζω η Ηλέκτρα-DIY-Πάστη. Ευχαριστώ από καρδιάς εκ μέρους της θείας Ιωάννας (Τσαγκά, το γένος Ξηρού, για να είμαστε πλήρεις).

30/11/13

Uma dúzia

Η ατμομηχανή-φουφού εκτός λειτουργίας (καθότι άνοιξη όταν τραβήχτηκε η φωτό). Οέιρας, Πορτογαλία, Απρίλιος 2011.

Τελευταία έβαλε λίγο κρυάκι. Ρώτησα το διαχειριστή πότε περίπου θα ανάψουν τα καλοριφέρ. Με κοίταξε παραξενεμένος· προφανώς κάτι του θύμιζε η λέξη «καλοριφέρ» αλλά αυτό το κάτι ήταν μακρινό και ξεχασμένο, ολότελα αταίριαστο ίσως για τους καιρούς που ζούμε. Μου διευκρίνισε ότι αν η θερμοκρασία δεν πέσει σε μονοψήφιο νούμερο δεν υπάρχει κανένας λόγος να κάνουμε σπατάλες. Κούνησα το κεφάλι με κατανόηση, και δεν μπήκα στον πειρασμό να ρωτήσω αν η μονοψήφια θερμοκρασία θα είναι για έξω από το σπίτι ή για μέσα.

Έχοντας την εμπειρία της Λισσαβώνας όπου η κεντρική θέρμανση δεν έχει εφευρεθεί ακόμα και είναι εισέτι ασύλληπτη έννοια στο μυαλό των περισσοτέρων, και έχοντας επιπλέον περάσει παιδική ηλικία σε σπίτι με μόνη πηγή θέρμανσης μια σόμπα πετρελαίου όχι και φοβερά αποδοτική, είμαι αρκετά σκληραγωγημένος. Καλού κακού πάντως είπα να εξετάσω κάποιες εναλλακτικές, καθότι πλέον στην ηλικία μου με πιάνουν κάτι πόνοι στα κόκκαλα μόλις σφίξουν τα κρύα που δεν παλεύονται και πολύ. Αν προσθέσουμε και τη δισκοκήλη που μου υπενθυμίζει την ύπαρξή της κάθε τόσο, ιδιαίτερα στα κρύα, έχουμε μια σχεδόν πλήρη εικόνα.

Ανασκάλεψα την αποθήκη για να εντοπίσω το ηλεκτρικό καλοριφέρ που οι ιδιοκτήτες μου είχαν υποδείξει ότι υπάρχει. Εντόπισα παράλληλα και ένα τυλιγμένο χαλί που σκέφτηκα ότι θα βοηθούσε κάπως. Βέβαια για να στρώσω το χαλί καλό θα ήταν να καθαρίσω κάπως το πάτωμα πρώτα, κάτι που ομολογουμένως δεν κάνω σε ιδιαίτερα τακτική βάση. Ανασκαλεύοντας εντόπισα και μια ηλεκτρική σκούπα, οπότε σκέφτηκα ότι μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια. Έβαλα μπρος τη σκούπα και περιμάζεψα το χώρο ανάμεσα στους καναπέδες, μπροστά στο αιωνίως σβηστό τζάκι (οι ιδιοκτήτες με προειδοποίησαν ότι είναι διακοσμητικό και μόνον). Μετά από λίγο ηλεκτρικό σκούπισμα παρατήρησα ότι η διαφορά με το ασκούπιστο ήταν οφθαλμοφανής, οπότε άρχισα να επεκτείνω τη σκουπισμένη περιοχή προς το γραφείο και την κουζίνα.

Ωραία τα μεγάλα σπίτια (ειδικά των αλλωνών) αλλά όχι και πολύ βολικά στο καθάρισμα: δεν τελειώνει ποτέ. Δυο ώρες αργότερα ακόμα πάσχιζα να συμμαζέψω, πότε με την ηλεκτρική και πότε χειροκίνητα, χώρια ένα τμηματικό (αναγκαστικά, μέχρι να στεγνώσει κατά τόπους) σφουγγάρισμα. Με τα πολλά κατάφερα να ολοκληρώσω όλο το σύμπλεγμα σαλόνι-τραπεζαρία-κουζίνα, αφού προηγουμένως κόντεψα να διαλύσω ό,τι είχε απομείνει στη θέση του από τη σπονδυλική μου στήλη. Έβαλα πλυντήριο, έστρωσα το χαλάκι (που τελικά δεν πιάνει και τόσο χώρο, εδώ που τα λέμε) μπροστά στον καναπέ, έσπρωξα το καλοριφεράκι δίπλα στο γραφείο και το άναψα. «Επιτέλους», σκέφτηκα, «θα ζεσταθεί το κοκκαλάκι μας», ενώ παράλληλα επιθεωρούσα το απαστράπτον σαλονάκι.

Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα απάστραπτε μόνο το φωτάκι του πλυντηρίου, ενώ το υπόλοιπο δωμάτιο είχε βυθιστεί στο σκοτάδι. Μια ακόμα πορτογαλέζικη ανάμνηση με πλημμύρισε, κι έτσι πήγα κατευθείαν στον ηλεκτρικό πίνακα που υπέθεσα (ορθώς) ότι ήταν η αφορμή του κακού. Σήκωσα τις πεσμένες ασφάλειες που σε δευτερόλεπτα ξανάπεσαν (όχι ο γενικός πάντως, εξ ου και το πλυντήριο συνέχιζε να λειτουργεί). Με έναν αναστεναγμό πήγα και έκλεισα τους διακόπτες του καλοριφέρ και στη συνέχεια ξανασήκωσα τις πεσμένες ασφάλειες. Αυτή τη φορά στάθηκαν στο ύψος τους. Έκανα μερικές δοκιμές εδώ κι εκεί· σε μια πλήρη σχεδόν υπενθύμιση της ζωής στη Πορτογαλία συνειδητοποίησα ότι αν θέλεις να έχεις αναμμένο το ηλεκτρικό καλοριφέρ δεν πρέπει να έχεις τίποτα άλλο αναμμένο: ούτε κουζίνα, ούτε πλυντήριο, ούτε – θεός φυλάξοι – πλυντήριο πιάτων. Το πολύ κανένα φωτάκι και το λάπτοπ.

Έμεινα λίγο να χαζεύω το εν λόγω λάπτοπ χουχουλιάζοντας μέσα στο φλις όταν από την οθόνη ξεπήδησε ένα μηνυματάκι από κάτι συναδέλφους να πάμε για κάνα κρασί. Ποτέ δε λέω όχι στο καλό κρασί, οπότε έσβησα οριστικά το θερμαντικό σώμα, έκανα ένα θερμαντικότερο μπανάκι, ντύθηκα και βγήκα αρματωμένος στο κρύο νυχτερινό Ηράκλειο. Φάγαμε και ήπιαμε και γελάσαμε σε ένα καινούργιο μαγαζί από τα υποτίθεται ψαγμένα, με αυθεντικό sommelier να προτείνει ετικέτες και να κάνει σχόλια (εντάξει, γνωστός ήτανε). «Νιώθεις το άρωμα από ψημένο κάστανο όπως έρχεται πίσω από το καπνιστό;». Οι συνδαιτημόνες το ένιωθαν κατά δήλωσίν τους, εμένα πάλι μου μύριζε μάλλον απλό κρασί, αλλά μια και είπε κάστανο μου ήρθε μια ακόμα πορτογαλέζικη ανάμνηση:

Έξω από το σιδηροδρομικό σταθμό του Οέιρας, μπροστά στην πιάτσα των ταξί, υπήρχε μια ατμομηχανή-μινιατούρα που έκρυβε μέσα της μια φουφού. Τα βράδια μια γριούλα (ή τέλος πάντων μια μεγάλη γυναίκα) έψηνε κάστανα στη φουφού, ένα ευρώ η εξάδα, δύο ευρώ η ντουζίνα. Κάποια κρύα βράδια που έφευγα από το Ινστιτούτο φορτωμένος και παγωμένος και βαριόμουνα να σκαρφαλώσω σπίτι με τα πόδια, επέλεγα να κατηφορίσω προς το σταθμό. Δεν ήξερα πώς λένε το «μισή ντουζίνα» στα πορτογαλικά (δηλαδή ήξερα, αλλά το ξέχναγα κάθε φορά) οπότε ζήταγα μία ντουζίνα, δώδεκα ωραιότατα καλοψημένα ζεστά κάστανα, τυλιγμένα σε χωνάκι από εφημερίδα. Χάζευα τους επιβάτες των τραίνων που έβγαιναν με φόρα κι εξαφανίζονταν στην κρύα νύχτα, κι όταν βαριόμουνα τσίμπαγα ένα ταξί από την πιάτσα λέγοντας απλώς τη διεύθυνσή μου με όσο πιο πορτογαλική προφορά γινόταν και ακούγοντας το ποδόσφαιρο που εννιά στις δέκα φορές θα άκουγε ο ταξιτζής από το ραδιόφωνο (μία στις δέκα θα άκουγε το σταθμό Amalia που έπαιζε αποκλειστικά φάδο).

Ύστερα θα έφτανα στα σπίτι με τα μισά περίπου κάστανα ακέραια (τα άλλα μισά τα μασούλαγα δρόμο-δρόμο) να μου κρατάνε συντροφιά μέχρι να ανάψω το ηλεκτρικό καλοριφέρ και το λάπτοπ με το σκάιπ για να με κρατάει σε επαφή με τα αγαπημένα πρόσωπα. Μπορεί και να άνοιγα κανένα μπουκάλι κόκκινο κρασί του Αλεντέζου, που θα αποκτούσε βέβαια οπωσδήποτε μια επίγευση κάστανο καθώς θα μου ξέπλενε το στόμα, ακόμα κι αν δεν υπήρχε τέτοιο πράγμα στην οινοποίησή του.

Αδειάσαμε τα ποτήρια μας και δραπετεύσαμε πάνω στην ώρα που οι μουσικοί του μαγαζιού σταμάτησαν την εντεχνίλα που έπαιζαν ως τότε και το ρίξανε στον Παντελίδη, ενώ η διπλανή παρέα εορταζόντων αντήλασσε γαρύφαλλα (που δεν ήταν ντεκόρ του μαγαζιού, τα είχαν φέρει επιτούτου για την περίσταση). Τριγυρίσαμε λίγο στους δρόμους, αλλά κάτι οι πόνοι στη μέση που δε με άφηναν, κάτι που γερνάω και δεν είμαι πλέον για πολλά πολλά, παράτησα τους φίλους σε ένα μπαράκι και συνέχισα για το σπίτι.

Mύριζε παρκετίνη. Άνοιξα το ηλεκτρικό σώμα και το ξανάσβησα, άνοιξα το λαπτοπ και το έσβησα κι αυτό. Σηκώθηκα με κόπο για να συρθώ προς το κρεβάτι· πρόσεξα με μια στιγμιαία ικανοποίηση ότι το πάτωμα ήταν καθαρό και γιαλισμένο και το σπίτι έμοιαζε περιποιημένο και έτοιμο να δεχτεί κόσμο. Σκέφτηκα ότι μια από αυτές τις μέρες πρέπει να ξαναφωνάξω φίλους να δούμε καμμιά ταινία.

Ύστερα αποκοιμήθηκα κι ονειρεύτηκα κάτι με μυρωδιά παρκετίνης και γεύση από ψημένο κάστανο.