Μια φορά κι έναν καιρό, ο λαγός καθόταν κάτω από ένα δέντρο και σημείωνε κάτι σε ένα τετράδιο. Περνάει η αλεπού από δίπλα, τον παρατηρεί με απροσποίητο ενδιαφέρον, και τον ρωτάει:
- Τι γράφεις ρε λαγέ εκεί πέρα;
- Κρατάω σημειώσεις για τη διατριβή μου, απάντησε ο λαγός.
- Σοβαρά; ρώτησε ειρωνικά η αλεπού. Και σαν τι θέμα έχεις αν επιτρέπεται;
- Η υπεροχή των φυτοφάγων ζώων έναντι των σαρκοφάγων.
Η αλεπού δεν κρατήθηκε και έβαλε τα γέλια. Τότε ο λαγός της είπε:
- Δε με πιστεύεις; Έλα μέχρι τη σπηλιά στο ξέφωτο παραδίπλα να σου δείξω το υλικό που έχω συγκεντρώσει.
Η αλεπού τσίμπησε, μπήκε μαζί με το λαγό στη σπηλιά και μετά από λίγο ακούστηκαν ήχοι φριχτής βίας. Μετά έπεσε σιωπή, μέχρι που η αλεπού σύρθηκε έξω από τη σπηλιά σε άθλια κατάσταση, ενώ ο λαγός ατσαλάκωτος ξαναπήγε κάτω από το δέντρο του και συνέχισε να κρατάει σημειώσεις.
Μετά από λίγο, πέρασε ο λύκος. Είδε το λαγό και ρώτησε όλο ενδιαφέρον:
- Τι νέα, λαγέ;
- Τα ίδια, απάντησε ο λαγός, ετοιμάζω το διδακτορικό μου.
- Το ποιο;
- Το διδακτορικό μου, με θέμα την υπεροχή των φυτοφάγων ζώων έναντι των σαρκοφάγων.
Ο λύκος χασκογέλασε, και τότε ο λαγός προσφέρθηκε να του δείξει το υλικο που είχε συγκεντρώσει. Ο λύκος τον ακολούθησε χαχανίζοντας στη σπηλιά, όπου διαδραματίστηκαν σκηνές φριχτής βίας μέχρι που ο λύκος σύρθηκε καταματωμένος έξω από τη σπηλιά και ο λάγός ατσαλάκωτος έπιασε τη συνηθισμένη του θέση κάτω από το δέντρο, κρατώντας σημειώσεις.
Μετά από λίγο, πέρασε και η αρκούδα. Χαιρέτησε το λαγό, αλλά μετά κοντοστάθηκε και εξέφρασε την απορία της για την απασχόλησή του. Ο λαγός, με κάπως μπλαζέ ύφος, εξήγησε ότι κάνει διδακτορικό με θέμα την υπεροχή των φυτοφάγων κλπ. Η αρκούδα αντέδρασε κάπως υποτιμητικά και ο λαγός προσφέρθηκε να της δείξει το υλικό του στη σπηλιά. Ακολούθησαν σκηνές φριχτής βίας, μέχρι που αρκούδα σύρθηκε έξω από τη σπηλιά σε άθλια κατάσταση. Πίσω της βγήκε ο γνωστός ατσαλάκωτος λαγός, ακολουθούμενος αυτή τη φορά από το λιοντάρι.
Το λιοντάρι έριξε μια αφηρημένη ματιά στα λιπόθυμα ζώα που κοίτονταν στο ξέφωτο. Ύστερα στράφηκε στο λαγό πιάνοντάς τον προστατευτικά από τους ώμους, και του είπε:
- Και όπως σου έλεγα λοιπόν λαγέ, δεν έχει και τόση σημασία το θέμα της διδακτορικής σου διατριβής. Αυτό που έχει σημασία είναι ο επιβλέπων καθηγητής.
Το ανεκδοτάκι αφηγήθηκε προ ετών ο συνάδελφος Παναγιώτης Π. κατά την παρουσίαση της διατριβής του. Τις εικόνες αλίευσα από μια άλλη ανάρτηση με τους ίδιους πρωταγωνιστές στο ιστολόγιο του γεροντάκου Sting (http://gerontakos.blogspot.com/)
20/10/08
Ανώτατες σπουδές
9/10/08
Αυτό το φθινόπωρο... (Άννα Δαμιανίδη)
Αυτό το φθινόπωρο ήρθαν να με βρουν όλα τα πράγματα καινούργια. Ένιωσα μεγάλη και δυνατή και είπα, θα τα δοκιμάσω και θα προχωρήσω. Εκείνα με κράτησαν και αποδείχτηκαν πιο δυνατά από μένα. Ξανάγινα πρωτάρα και ανώριμη. Η πείρα μου μόνο ένα πράγμα μου επέτρεψε. Να παραδεχτώ ήρεμα την ανωτερότητά μου.
Αυτό το φθινόπωρο άλλαξα ονόματα σ' όλα τα φυτά του μπαλκονιού μου. Άλλαξα χώμα και άλλαξα βλέμμα. Κατάλαβα πως ήταν αλλιώς η ζωή τους απ' ότι νόμισα. Σεβάστηκα εκείνα που πέθαναν και λυπήθηκα όσα επέζησαν. Παρατήρησα τα άλλα, που 'χει φυτέψει στην Αθήνα ένας φίλος μου παλιός και είδα ότι μεγάλωσαν και μάθανε να περνάνε το φως του απογεύματος από τα φυλλαράκια τους, όπως κάνανε οι μακρινοί τους πρόγονοι με κείνο το φως το άλλο.
Αυτό το φθινόπωρο πέρασα τα φράγματα. Είδα πως είναι πολύ απλό να το κάνεις και πως δε χρησιμεύει σε τίποτα. Ωστόσο δε μετάνοιωσα και δε γύρισα πίσω.
Αυτό το φθινόπωρο εγκατέλειψα και τα τελευταία μου μπαγκάζια, τις τελευταίες μου σημαίες, τα τελευταία μου σύμβολα. Πέταξα τα όπλα μου όλα. Στην άκρη ξαναβρήκα τη γλώσσα μου, αλλά δε με κράτησε, δε μου άνοιξε την αγκαλιά της, δε μου δείχνει το δρόμο. Παραπαίει σα μικρό καντηλάκι. Ώρες ώρες σβήνει εντελώς. Ισως κάποτε γίνει μια τρανή φωτιά. Όμως τώρα οδηγώ δε θέλω.
Αυτό το ωραίο φθινόπωρο όλα τα εγκατέλειψα. Θησαυρούς μαζεμένους με κόπο, τους σκόρπισα. Κράτησα μόνο το βλέμμα. Ίσως γιατί τα μάτια ξέρουν να κλείνουν μόνα τους τις πιο ωραίες στιγμές.
Αυτό το φθινόπωρο κοίταξα τα ρούχα μου και είδα ότι δε μου κάνουν. Όμως για πρώτη φορά πρόσεξα το ύφασμά τους. Είδα μέσα από τις κλωστές τα φυτά της Αιγύπτου που βγάλανε τις πρώτες ίνες του κόσμου. Ταξίδεψα νοερά στα ποτάμια και τα πόδια μου γέμισαν λάσπη.
Αυτό το φθινόπωρο η πραγματικότητα δεν κατάφερε να με βρει. Τόσο μου έλειψε που την ονειρεύομαι. Βλέπω στον ύπνο μου τη βαθιά ουσία της ασφάλτου, τα μόρια της ανόργανης ύλης σε μεγέθυνση και το θάνατο των κυττάρων.
Ξυπνάω και τυλίγομαι στα όνειρα. Δεν έχει τρέξει ούτε σταγόνα αίμα πάνω στην πόλη που με φιλάει. Δεν έχει ακουστεί ούτε μια κραυγή. Βουβά αναβοσβήνουν τα φώτα, κυλούν οι λεωφόροι, περπατούν οι άνθρωποι κι ο πόνος είναι σα γλυκό λικέρ που χωρίς φωνή χτυπά τις φλέβες.
Αυτό το φθινόπωρο έχω μόνο δάχτυλα και καθώς ανοίγουν κατάπληκτα, πέφτει και το μολύβι που κρατούν και χάνεται. Μένει εδώ λευκό κενό στο χαρτί, το κείμενο δεν ολοκληρώνεται. Αυτό το φθινόπωρο δε θα τελειώσουν τα κείμενα. Θα μένουν όλα λίγο αμήχανα σαν απορημένα παιδιά. Γιατί πρέπει να κοιτάνε. Πρέπει να μπορούν να κοιτάνε.
Αυτό το φθινόπωρο η Αθήνα είναι αλλιώτικη. Κάτι υπόσχεται τα δειλινά το αεράκι αλλά τι είναι; Σταθείτε σταθείτε και μη βιάζεστε να μάθετε. Αν φύγετε θα ξαναγυρίσετε. Αν προσπεράσετε, θα κρατηθείτε, ανύποπτοι στα δίχτυα του. Πού πάτε; Πού νομίζετε ότι μπορείτε να πάτε;
Αυτό το φθινόπωρο η νύχτα και η μέρα, η άσφαλτος και τα πλακάκια, το πράσινο (που το πατάμε πια) το μπλε (που το 'χουμε καταπατήσει) τα χρήματα και οι μπογιές, τα ξύλα, το γυαλί και τσιμέντο, τα περίπτερα και οι βιτρίνες, οι λακούβες, τα δενδρύλια, τα πρωινά καταβρέγματα, οι μικρές μπόρες, ο ακούραστος ήλιος, οι λαμπερές λαμαρίνες των αυτοκινήτων, οι τροχοί τους που σε μεταφέρουν μαγικά, οι κινητήρες τους που καταπίνουν βενζίνη, οι αίθουσες του σινεμά, οι είσοδοι των αιθουσών, οι στοές, οι φωτεινές επιγραφές, το χαμόγελο που έχουν οι κούκλες στις βιτρίνες, όλα, όλα κάτι υπόσχονται.
Τι υπόσχονται; Θα μου το δώσουν; Θα το πάρω αυτό το καινούργιο δώρο που η πόλη μου ετοίμασε;
Η υπόσχεση δεν έχει τίποτα πέρα από τον εαυτό της. Θέλω αυτή να κρατήσω μόνο, αλλά είναι σαν το αεράκι που τη φέρνει και ολοένα ξεγλιστρά.
ΑΥΓΗ της Κυριακής, 9/10/1988
6/10/08
Του Κα-Γληγόρη
Η φωτογραφία τραβήχτηκε στο Δρούτσουλα της Ικαρίας το καλοκαίρι του 2006. Το βράδι εκείνο γινόταν ένα ανεπίσημο "αντάμωμα" των μελών της οικογένειας Μαυρογιώργη (ή Μαυρογεώργη, ή Μαυρογεωργίου, ή κάτι άλλο παραπλήσιο), στο προγονικό τους χωριό που πλέον έχει μείνει σχεδόν ακατοίκητο. Αυτό που φαίνεται στη φωτογραφία είναι ένα οικογενειακό δέντρο που έχει σχεδιάσει ένα μέλος της οικογένειας, το οποίο φιλοδοξεί να περιλάβει όλους τους προγόνους και απογόνους εδώ και δυο-τρεις αιώνες. Κατάφερα το βράδι εκείνο να εντοπίσω στο δέντρο την προγιαγιά μου την Καλή (το βαφτιστικό είναι Καλλιόπη αλλά στα Καριώτικα είναι Καλή ή Καλίτσα), παρότι αναφέρεται λανθασμένα ως "Πόπη" στο δέντρο και παρότι το δέντρο καταγράφει τους απογόνους μόνο των αρρένων, που είναι οι φορείς του ονόματος της οικογένειας.
Η μάνα μου πάντα ανέφερε με καμάρι τη γιαγιά της και την καταγωγή της από εκείνο τον κλάδο της οικογένειας Μαυρογιώργη που ήταν γνωστοί ως τα "Κατσιμετάκια". Για κάποιο λόγο οι παλιοί φαίνεται πως πίστευαν ότι η καλωσύνη στους ανθρώπους μεταβιβάζεται μέσω κάποιου γονιδίου ("άνθρωπον από γενιά και σκύλον από μάντρα", έλεγε παροιμιακώς ο παππούς σύμφωνα με τη μάνα μου). Τα Κατσιμετάκια φαίνεται πως το είχαν το γονίδιο - όλα τα μέλη της οικογένειας θεωρούντο συλλήβδην "καλά". Διάφοροι άνθρωποι μου έχουν αφηγηθεί χαρακτηριστικές ιστορίες για κάποια "Σοφκιά" (Σοφία) που ήταν τόσο συμπαθής στα παιδάκια της γειτονιάς ώστε ήθελαν όλη μέρα να είναι σπίτι της και να παίζουν μέχρι αργά το βράδι. Εκείνη, αντί να στείλει το καθένα στη μάνα του, τα τάιζε όλα μοιράζοντας τις (περιορισμένες) μερίδες της δικής της οικογένειας και μετά τα κοίμιζε μαζί με τα δικά της παιδιά (όχι και λίγα) πάνω σε κάτι κουρελούδες ή καμπάδες τρίχινους. Αργά τη νύχτα ερχόντουσαν οι μανάδες με κάτι κλεφτοφάναρα ψάχνοντας καθεμιά το παιδί της, κι η Σοφκιά τους έλεγε "αφήκετέ τα βρε, εμ' με πειράζουν εμένα". Την άλλη μέρα τα μικρά ξαναμαζευόντουσαν πρωί πρωί.
Αν διαβάζω σωστά το δέντρο, αυτά πρέπει να συνέβαιναν στις αρχές του εικοστού αιώνα, και η επίμαχη Σοφία (σύζυγος ενός συνεπώνυμου Ν. Μαυρογιώργη που έχει ημερομηνία γέννησης 1874) είναι ένα από τα παιδιά μιας θρυλικής μορφής της εποχής, του Κα-Γληγόρη. Για τους μη εισηγμένους στην ικαριακή ντοπιολαλιά να διευκρινίσουμε ότι στην Ικαρία δεν υπάρχει Γρηγόρης αλλά Γληγόρης - με κάπως παχύ λάμδα. Επίσης, το πρόθεμα "Κα" δεν δηλώνει ούτε καλοσύνη ούτε κακοσύνη, απλά ειρωνεύεται (ως παρατσούκλι) το τρόπο που μιλούσε ο άνθρωπος αυτός, προσθέτοντας εμβόλιμα το συγκεριμένο φθόγγο στην ομιλία του. Όσες ιστορίες του αφηγούνται οι νεώτεροι (και δεν είναι λίγες), διανθίζονται με άφθονα "κα" όποτε ο Γληγόρης παίρνει το λόγο.
Το Γληγοράκι ήταν αδελφός της προγιαγιάς μου της Καλής. Σύμφωνα με τη μάνα μου, που μεταφέρει έναν αιώνα μετά της αφηγήσεις της γιαγιάς της, είχε χηρέψει πολύ νέος, εικοσιτεσσάρων-εικοσιπέντε χρονών. Η γυναίκα του πρέπει να ήταν περίπου συνομίληκη, όμως σύμφωνα με τα ήθη της εποχής είχαν μικροπαντρευτεί και είχαν πέντε παιδιά. Στην κτηνοτροφική κατά βάση τότε κοινωνία της Ικαρίας, το μεγάλο κοπάδι που είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του (το γέρο-Κατσιμέτη) θα εθεωρείτο επαρκής πόρος για να ζήσει άνετα. Ωστόσο ο Γληγόρης δεν είχε το μυαλό του στα ζώα - το είχε στα γλέντια και τα τραγούδια (και μάλλον στους έρωτες, λένε...). Τα ζώα έμεναν αφημένα στην τύχη τους, που ήταν βέβαια κακή, καθώς το αφύλακτο κοπάδι ήταν συχνά στόχος ζωοκλοπής, και σε ορισμένες περιπτώσεις οι κλέφτες καλούσαν και τον ίδιο τον ιδιοκτήτη να του κάνουν το τραπέζι. Αφού έτρωγαν, του ανακοίνωναν ότι ήταν δικό του, κλεμμένο. Ατάραχος ο Κα-Γληγόρης, σχολίαζε:
-Κα, γι' αυτό ήταν και νόστιμο.
Έτσι, το κοπάδι αραίωνε μέχρι που έφτασε σε ένα σημείο ευσταθούς ισορροπίας όπου περίπου όσα ζώα γεννιόντουσαν τόσα χάνονταν από διάφορες αιτίες. Ο γέρο-Κατσιμέτης κόντευε να τρελαθεί, αλλά ψύχραιμος ο Γληγόρης σχολίαζε το γεγονός τραγουδιστά:
Όρτσα-λα-μπάντα το 'φερε Γληγόρης το κοπάδιΤο παραπάνω δίστιχο αναφέρει, μαζί με τη συνοδευτική ιστοριούλα, και ο Αλέξης Πουλιανός στο βιβλίο του "Λαογραφικά Ικαρίας". Πριν λίγα χρόνια, σε ένα εκπαιδευτικού χαρακτήρα CD ("Τα τραγούδια της Ικαρίας") που επιμελήθηκε για το Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ο καθηγητής Δημήτρης Θέμελης, έβαλε κάποιους γερόντους (συμπτωματικά ή όχι Μαυρογιώργηδες ως επί το πλείστον) να το τραγουδήσουν ως "το τραγούδι του Κα-Γληγόρη" (δείτε τη μελωδία στην εικόνα παρακάτω, από το πληροφοριακό υλικό του δίσκου). Ωστόσο, νομίζω ότι το πιο γνωστό τραγούδι του είναι άλλο, τελικά.
Να το πληθύνει δε μπορεί, μήτε να το ξεκάμει

Ο θρύλος λέει ότι αφότου χήρεψε, το Γληγοράκι γλήγορα παρηγορήθηκε σε αγκαλιές διάφορες - παρά τα αυστηρά ήθη της εποχής - εκμεταλλευόμενο την παροιμιώδη του ευφράδεια, το γενναιόδωρο χαρακτήρα του και το ταλέντο του στη στιχοπλοκή και το τραγούδι. Ο μεγάλος του έρωτας φαίνεται πως ήταν κάποια για την οποία όσα ξέρουμε προέρχονται μάλλον από το τραγούδι που της έγραψε, παραλλαγή πάνω σε παραδοσιακά μοτίβα, που είναι γνωστά με τον τίτλο "Η Μαυρομάτα". Δεν είμαι σίγουρος ποιο κομμάτι ανήκει στην παράδοση και ποιο στον ήρωά μας, φαντάζομαι όπως πως αυτή η εκδοχή του τραγουδιού θα ξεκινούσε ίσως με το στίχο:
Παίξε τη λύρα δυνατά και το βιολί γεμάταΚαι μετά θα έμπαινε στο επαναλαμβανόμενο:
μήπως και την πλανέψωμε κι αυτή τη μαυρομάτα
Όρτσα μια-και-δυο γεμάταΚαι μια και η κόπέλα ήταν από το Καραβόσταμο, θα της παίνευε και τον τόπο της
για τα σένα μαυρομάτα
όρτσα μια και δυο σου λέω
μη με τυραννείς και κλαίω
Στον Εύδηλο ψιλή βροχή και στο Φανάρι μπόραΔιότι φώτιζε σαν ήλιος και τον έκανε να λέει
μα μες στο Καραβόσταμο ήλιος επαρηγόρα
Έλα έλα περδικά μουΤο πρόβλημα βέβαια ήταν ότι το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου είχε και σύζυγο
στα αγκαλάκια τα δικά μου
έλα έλα που σου λέω
μη με τυραννείς και κλαίω
Και η φτωχή μου η καρδιά είναι σαϊτεμένηΑν και μπορεί να κακοπερνούσε τελικά, αν δεχτούμε ως ειρωνικό το
που μου την εσαΐτεψε μια μικροπαντρεμένη
Έλα-έλα με τα μέναΚαι ίσως γι' αυτό να είχε και μια ορισμένη ανοχή στις επιθυμίες του άλλου φύλου
να περνάς χαριτωμένα
(το ψωμί να σου κλειδώνω
και στο ξύλο να σε στρώνω)
Έρχομαί σε τοίχο-τοίχο
δε μπορώ να σε πετύχω
έρχομαί σε φράχτη-φράχτη
και σε βρίσκω μ' ένα ναύτη
Με τούτα και μ' εκείνα, με τραγούδια κι έρωτες, το Γληγοράκι έμεινε στην ιστορία του τόπου και στη μνήμη των ανθρώπων. Πέθανε, όπως ήταν φυσικό, φτωχός - δεν ξέρω ακριβώς πότε. Πάντως, ο πατέρας μιας φίλης μου (γεννημένος στη δεκαετία του '20) μου έχει πει ότι τον θυμάται, γέρο και μισοπαράλυτο, να βόσκει τα απομεινάρια του άλλοτε κραταιού κοπαδιού του. Με έναν φίλο του εξίσου πιτσιρικά είχαν σκεφτεί να του κλέψουν κανένα ζώο (για εκπαιδευτικούς λόγους, μάλλον), καθώς σκέφτηκαν ότι δεν θα μπορούσε να τους κυνηγήσει, αλλά ο γνωστικός Γληγόρης κατάλαβε τις προθέσεις τους και τους αποθάρρυνε λέγοντας γελαστά:
- Κα, έχω και ντουφεκάκι.
Κυκλοφορούν διάφορες ιστορίες, καθώς και διάφορες παραλλαγές στίχων που αποδίδονται σε αυτόν. Από στόμα σε στόμα τροποποιούνται, ανακυκλώνονται, μεταβάλλονται και καταλήγουν σε μια τελείως διαφορετική εκδοχή που κανείς δεν ξέρει πόσο αντικατοπτρίζει τα πραγματικά περιστατικά. Αλλά τι σημασία έχει; Άλλωστε κάπως έτσι λειτουργεί η παράδοση της οποίας το Γληγοράκι υπήρξε τμήμα - άλλο αν σήμερα φθίνει ή εξαφανίζεται εντελώς, καθώς η ζωή του χωριού έχει αλλάξει και οι μνήμες των ανθρώπων ξεθωριάζουν σιγά σιγά. Φαντάζομαι όμως ότι ακόμα κι αν τελικά δεν τους έχει γράψει ο ίδιος, θα του άρεσε αν άκουγε κάποιες παρέες να τραγουδάνε κάπου στον εικοστό πρώτο αιώνα τους στίχους:
Ελιές-ελιές μαζεύγετε, κουκούτσια μην πετάτεΆμα τα κορίτσια είναι και μαυρομάτες, ακόμα καλύτερα...
κορίτσια των παλληκαριών χατίρια μη χαλάτε
Σ.Σ.: Η αστήρικτη βιολογικώς ιδέα ότι οι άνθρωποι κληρονομούν μαζί με το επώνυμο και κάποια κοινά χαρακτηριστικά υποβόσκει μάλλον και στο ετήσιο αντάμωμα της οικογένειας Μαυρογιώργη στο Δρούτσουλα, είναι όμως μια καλή αφορμή να ζωντανέψει λίγο το χωριό και να πιούμε κάνα κρασί και εμείς οι απόξω, εξ' αιτίας της προγιαγιάς μου. Η ραθυμία του Γληγορακιού σε σχέση με τα κτηνοτροφικά του καθήκοντα έχει μείνει παροιμιώδης - η μάνα μου ισχυρίζεται ότι η ρήση "με τον ήλιο τα βγάζω, με τον ήλιο τα βάζω, τι έχουν τα έρμα και ψοφούν" είναι δική του και μάταια έχω προσπαθήσει να την πείσω ότι είναι διάσημη ρήση και εκτός Ικαρίας. Πάντως όταν ανέφερα την ιστορία με το κλεμμένο ζώο κάπου στην Κρήτη, οι Ανωγειανοί της παρέας άρχισαν να με κερνάνε ρακές μόλις αντιλήφθηκαν την ικαριακή παράδοση στη ζωοκλοπή (που έχει εκλείψει σήμερα, σε αντιθεση με την Κρήτη, βέβαια).
Η φράση "όρτσα-α-λα-μπάντα" ιστιοπλοϊκώς είναι η στροφή ενενήντα μοιρών της πλώρης στην αντίθετη κατεύθυνση ως προς τον άνεμο (Tack στην αργκό), αλλά στο τραγούδι του Κα-Γληγόρη σημαίνει περίπου "ίσα βάρκα-ίσα νερά". Ο δίσκος βέβαια γράφει "Ως-a-la-banda" που είναι άνευ νοήματος, ο Πουλιανός πάντως το γράφει σωστά. Ο καθηγητής Θέμελης είναι εκ μητρός Καριώτης και αν και δεν τον γνωρίζω, έχει παίξει κάποιο ρόλο σε μια οικογενειακή ιστορία που σχεδιάζω να αφηγηθώ με κάποια άλλη αφορμή. Η "Μαυρομάτα" όπως και όλα τα παραδοσιακά δίστιχα από τα οποία προέρχεται τραγουδιέται σε έναν κλασικό ρυθμό που διασώζεται δισκογραφικώς (εκτός από το αναφερόμενο CD και μερικές νεώτερες εκτελέσεις), στο δίσκο "Ελληνικά Κάλαντα" της Δόμνας Σαμίου, σε μια (ταχύτερη) εκδοχή από τους Φούρνους. Αυτή την εκδοχή έχει πάρει ο Διονύσης Σαββόπουλος και την έχει χρησιμοποιήσει στο έργο "Αχαρνής", στο σημείο ("Κήρυκες") που τραγουδάνε:
Έχουμε κρασί καινούργιοΓια κάποιο λόγο, έχω την αίσθηση ότι του Γληγορακιού θα του άρεσε κι αυτή η εκδοχή.
και γιουβέτσι μες στο φούρνο
ξεχασμένα τραγουδάκια
και φρεσκότατα ψωμάκια
ΥΓ. 20/10/2008: Διόρθωσα μια-δυο ανακρίβειες και άλλαξα την εικόνα του εξωφύλλου του δίσκου με μια κατάλληλη σελίδα από το πρόσθετο πληροφοριακό υλικό - ελπίζω ο καλός κ. Θέμελης να μου συγχωρήσει το κλοπυράιτ. Από το δίσκο θυμήθηκα και ένα ακόμα δίστιχο που ίσως εκφράζει καλύτερα τις αντιλήψεις του συγκεκριμένου ανθρώπου:
Σαν αποθάνω και χρωστώ, χρωστούσαν μου κι εμένα
χαλάλιν να 'ναι κι αυτωνών, χαλάλι μου κι εμένα
Κι επειδή αυτό μου θύμισε λίγο το Πάτερ Ημών (άφες ημείς τα οφειλήματα ημών ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέτες ημών), διατηρώ την ελπίδα ότι, μακρόθυμος ων και πολυέλεος ο Κύριος, θα έχει βάλει το Γληγοράκι κάπου που να μπορεί να τραγουδάει...
30/9/08
Καλοκαιρινός άνεμος
(συνέχεια από το προηγούμενο)
Παραγωγός του ΙΚΑΡΙΑ FM με άσπρο μπλουζάκι, γνωστός για τη βαθιά βελούδινη φωνή του, ενώ χαϊδεύει την οχτακάναλη κονσόλα μιλώντας ταυτόχρονα στο μικρόφωνο (Αύγουστος 1989).
Ο "Καλοκαιρινός Άνεμος" φύσηξε πέντε φορές όλες κι όλες στα ερτζιανά της Ικαρίας το μακρινό καλοκαίρι του '89. Σιγά σιγά μάθαμε να χειριζόμαστε την κονσόλα, που βλέπετε στις φωτογραφίες. Μάθαμε ακόμα να αντιμετωπίζουμε με ψυχραιμία τα σαρδάμ, να βγάζουμε στην ώρα τους τα διαλείμματα με το σήμα του σταθμού, να κάνουμε σχετικά σωστές εναλλαγές ομιλίας και μουσικής. Στην αρχή είχαμε προσπαθήσει τα τραγούδια να "σχολιάζουν" με τον τρόπο τους τα κείμενα, αλλά σύντομα είδαμε ότι δε γινόταν, καθώς το ρεπερτόριό μας ήταν περιορισμένο στους λίγους δίσκους του σταθμού και μερικές κασέτες από το σπίτι. Άσε που πολλά από αυτά που λέγαμε στα κείμενα δεν σήκωναν και κανένα ιδιαίτερο σχόλιο τελικά...
Ο ένας μας προτιμούσε την ξένη μουσική, ο άλλος πάλι ελληνική με ροπή προς το έντεχνο. Συμφωνήσαμε ότι το μίγμα θα ήταν δύο ξένη προς ένα ελληνική, με δικαίωμα βέτο και στους δύο αν κάτι χτύπαγε άσχημα στο αυτί. Με αυτό τον τρόπο ελληνικά έβγαιναν τέσσερα με πέντε τραγουδάκια στην ώρα, τα οποία συνήθως ήταν αυτό που άνοιγε και αυτό που έκλεινε την ώρα μας, με δυο-τρία ακόμα στο ημίωρο που έμπαινε το σήμα του σταθμού. Αυτό άφηνε περίπου δύο σερί εικοσάλεπτα και κάτι ενδιάμεσα με ξένα τραγούδια. Πολλά από αυτά είναι σήμερα "κλασικά", ορισμένα άλλα όμως δεν άντεξαν και πολύ στο χρόνο. Αυτά πάντως που σίγουρα ακούγονται παράταιρα σήμερα είναι τα σχόλιά μας. Πέρα από κάποιες επικαιρικές αναφορές στην πολιτική κατάσταση, όπου τα σκάγια έπαιρναν σχεδόν τους πάντες και μας στοίχισαν τη δεδηλωμένη αντιπάθεια αρκετών εκ των ιθυνόντων του σταθμού, είχαμε μια εμμονή με θέματα οικολογίας και κοινωνικού προβληματισμού (όπως τα αντιλαμβανόμαστε), με το ρόλο των μέσων ενημέρωσης και τη "συμμετοχή" του κοινού. Ψιλά γράμματα τότε, ακόμα πιο ψιλά στους χαλεπούς καιρούς μας. Αλλά το μέσο ήταν καινούργιο, εμείς εικοσάχρονοι, και τα μικρόφωνα δικά μας.

Παραγωγός του ΙΚΑΡΙΑ FM με μαύρο μπλουζάκι, γνωστός σήμερα blogger, ενώ χαϊδεύει την οχτακάναλη κονσόλα χωρίς να μιλάει ταυτόχρονα στο μικρόφωνο (άλλωστε η φωτό είναι σκηνοθετημένη, αρκετή ώρα μετά το πέρας της εκπομπής).
Μετά την εκπομπή υπ' αριθμόν δύο, προστέθηκε στη ραδιοφωνική παρέα και ο έτερος Καππαδόκης της (πραγματικής) παρέας. Ο Νίκος δεν αισθανόταν ιδιαιτέρως ραδιοφωνικός τύπος, και αρχικά απλώς παρέμενε σιωπηλός στο "στούντιο", αλλά ως άνθρωπος με ιδεολογία και άποψη (με ό,τι σημαίνει αυτό) μπορούσε να καταπιαστεί με οτιδήποτε και να του δώσει μια χροιά που οι άλλοι δύο δεν είχαμε σκεφτεί ως τότε. Έτσι, ήταν αυτός που πρώτος επιχείρησε να βάλει ένα γενικό σκεπτικό πίσω από την εκπομπή, αναφέροντας χαρακτηριστικά τη φράση "όπως λέει και ο Χανς Μάγκνους Ετσενμπέργκερ", και ήταν ο πρώτος που κατάλαβε ότι μάλλον πολύ σοβαρά το είχαμε πάρει και επιχείρησε να απομυθοποιήσει την όλη φάση, κατεβάζοντας στη διάρκεια μιας βόλτας με τα πόδια από τον Αρμενιστή στο Να (με απαρχές Πανσελήνου καθώς νύχτωνε), την ιδέα να κάνουμε μια εκπομπή όπου θα παρωδούσαμε τους εαυτούς μας.
Αμ' έπος, αμ' έργον - διαλέξαμε την πιο κεφάτη soul που μπορούσαμε να βρούμε, μαζί με ανάλογα ελληνικά, βάλαμε διάφορους φίλους να παραστήσουν τους ανταποκριτές από το εξωτερικό, κάναμε "γκάλοπ" στο δρόμο, στο στούντιο και στις παραλίες, ετοιμάσαμε κείμενα που πέρναγαν γενεές δεκατέσσερις τη ραδιοφωνία ως εφεύρεση και τους ραδιοφωνικούς παραγωγούς ως είδος (κάπου χώσαμε και έναν Χανς Μάγκνους Ετσενμπέργκερ να βρίσκεται) και κάναμε την πιο κεφάτη και χαβαλέδικη εκπομπή που θα μπορούσαμε να κάνουμε - με "συνεντεύξεις" από ακροατές μας στη Γαλλία, την Αμερική, την Αγγλία, τη Ρουμανία, την Ιταλία και την Ολλανδία. Μόνο από την Ικαρία δεν τσίμπησε κανείς να πάρει κάνα τηλέφωνο - κι αυτό ήταν το μεγάλο μας παράπονο από την αρχή.
Μηδένα προ του τέλους μακάριζε. Καθώς τέλειωνε πια ο Αύγουστος και μετά από μια τάχα μου δήθεν "παρεξήγηση" με μερικούς ιθύνοντες που έδωσαν την ώρα μας σε άλλους (όχι θα μας άφηναν...), ο Νίκος είχε πάει πια στην εξεταστική του στη Θεσσαλονίκη, και οι δύο εναπομείναντες πρωτεργάτες κάναμε μία αποχαιρετιστήρια εκπομπή μεγαλύτερης διάρκειας με ό,τι τραγουδάκι δεν είχαμε προλάβει να παίξουμε από το λιγοστό μας ρεπερτόριο. Κάποια στιγμή γκρινιάξαμε για το χάλι που εμφάνιζε η Λαγκάδα μετά το χτίσιμο με τσιμεντόλιθους κάποιων πάγκων για το πανηγύρι: η εικόνα θύμιζε νεκροταφείο με τόσες τσιμεντόπλακες δίπλα στο εκκλησάκι. Λίγο μετά χτύπησε το τηλέφωνο - για πρώτη φορά δεν ήταν κάποιος που ήθελε να κάνει αφιέρωση, αλλά ήταν κάποια που ήθελε να σχολιάσει: "ναι, έχετε δίκιο, είναι χάλια, και έχουν κάνει το ίδιο και στον Άγιο Ισίδωρο στο Πέζι".
Ένα ξέσπασμα χαράς ακολούθησε στο στούντιο. Ναι, υπήρχε κάποιος που ά κ ο υ γ ε, κάποιος που επικοινωνούσε μαζί μας. Κάποια, για να ακριβολογούμε, που φυσικά τη βγάλαμε επιτόπου στον αέρα και που στο τέλος ζήτησε το Manish boy του Muddy Waters (σουξέ την εποχή εκείνη από μια διαφήμιση). Δεν το είχαμε πρόχειρο διότι το είχαμε παίξει σε άλλη εκπομπή, όμως η χαρά μας ήταν τέτοια που δε μασήσαμε καθόλου: εγώ ανέλαβα τα μικρόφωνα και τα τηλέφωνα και την κονσόλα και τα πικάπ και όλα για όσο χρόνο χρειάστηκε ο Χρήστος να φτάσει τρέχοντας στο σπίτι του, να βουτήξει από τη φρουτιέρα πάνω στο ψυγείο την αντίστοιχη κασέτα, να βρει το τραγούδι και να το παίξουμε προς τιμήν της εκλεκτής ακροάτριας.
Ευτυχείς, δικαιωμένοι και γεμάτοι ελπίδα αφήσαμε το στούντιο και την Ικαρία για να πάει ο καθένας στην εξεταστική του, και δώσαμε ραντεβού μεταξύ μας στα μικρόφωνα και με το "πολυπληθές" κοινό μας στα ραδιόφωνα. Δεν προλάβαμε όμως - ταλαιπωρημένος από τις διενέξεις μεταξύ ιθυνόντων, "εθελοντών", τοπικής αυτοδιοίκησης και μικροκομματισμού και χτυπημένος από τη χειμωνιάτικη ερήμωση, ο ΙΚΑΡΙΑ FM εξεμέτρησε το ζην λίγους μήνες αργότερα.
Το 1991 κάποιοι από τους παλιούς πρωταγωνιστές της ιστορίας αυτής έστησαν έναν ιδιωτικό σταθμό που λεγόταν "Ικαριακή Ραδιοφωνία" σε λιγότερο εθελοντική βάση. Δεν μας φώναξαν να συμμετάσχουμε ως παραγωγοί - μάλλον δεν ταίριαζαν τα χνώτα μας και πάρα πολύ. Μια φορά με φώναξε κάποιος να μιλήσω ως ειδήμων για κάποιο θέμα (στο οποίο μόνο ειδικός δεν ήμουν). Έγραψα και κείμενα, έβαλα και μουσική - είχε πλάκα, αλλά δεν ήταν το ίδιο. Λίγο καιρό αργότερα και αυτός ο σταθμός έκλεισε.
Φέτος πήρε το αυτί μου ότι έχει ανοίξει ένας άλλος σταθμός στον Άγιο. Ωστόσο όλο το καλοκαίρι δεν άνοιξα ραδιόφωνο ούτε μια φορά. Δεν πρέπει να είμαι ο μόνος - το μακρινό '89 άκουγες το ράδιο να παίζει από κάθε παράθυρο, σήμερα δεν το ακούς σχεδόν πουθενά. Οι καιροί έχουν αλλάξει πλέον.
Κι εμείς, βέβαια, ούτε λόγος να γίνεται.
Σ.Σ. Πάντως ακόμα αναρωτιέμαι ποια να ήταν η ακροάτρια που μας "δικαίωσε". Βρήκα πρόσφατα τις κασέτες στις οποίες ηχογραφούσα τις εκπομπές μας. Τις έχω όλες εκτός από μία, αυτήν της "χαβαλέδικης" εκπομπής που χάθηκε (δανεική και αγύριστη) αμέσως σχεδόν. Έχω όμως ακόμα τις ντεμέκ "συνεντεύξεις" με τους ανταποκριτές, και το αυτοσχέδιο "γκάλοπ".
Πρόσεξα ότι συνήθως την εκπομπή μας ακολουθούσε μια πιο "σοβαρή" εκπομπή που είχε τίτλο "Καλοκαίριασμα στην Ικαριά" και την επιμελείτο ένας κάπως γνωστός Καριώτης τραγουδοποιός (μακαρίτης σήμερα) , ο Περικλής Χαρβάς - ο τίτλος της προέρχεται από το ομώνυμο νεοκυματικού ύφους τραγούδι του που είχε κυκλοφορήσει το 1969 σε σαρανταπεντάρι και που ακουγόταν κάθε φορά αμέσως μόλις τέλειωνε ο "Καλοκαιρινός Άνεμος".
Πρόσεξα ακόμα ότι το ύφος των σχολίων μας ήταν κάπως περιπαθές και υπερβολικό για τα σημερινά μου γούστα, αλλά οι άνθρωποι αλλάζουν - δεν είναι τυχαίο ότι στη φωτογραφία είμαι περίπου εικοσιπέντε κιλά ελαφρύτερος από σήμερα...
28/9/08
Zero comments
Ο τίτλος είναι βέβαια κλεμμένος - είναι τίτλος ενός βιβλίου του κυρίου Χερτ Λόβινκ, που παρουσιάζει η Κατερίνα Οικονομάκου στη σχετική στήλη της στη Ελευθεροτυπία του Σαββάτου 27/9/08. Ο τίτλος του άρθρου της εφημερίδας είναι "Η υπερεκτιμημένη κουλτούρα του μπλόγκινγκ", και ο συγγραφέας του βιβλίου μιλάει μεταξύ άλλων για το φαινόμενο "μηδέν σχόλια" που εμφανίζουν οι περισσότερες αναρτήσεις (όχι στη Ροβιθέ, βέβαια, χάρη στη αφοσίωση μερικών ιστοσυναδέλφων).
Αν και επισημαίνεται ότι μπορεί κάποιος να γεμίσει σχόλια αν πιάσει ένα αμφιλεγόμενο θέμα (π.χ. αν υπάρχει Θεός, αν είναι σωστό να γίνονται γκέι γάμοι και εκτός Τήλου, αν δικαίως παίρνει το πρωτάθλημα ο Ολυμπιακός κλπ.), η βασική ιδέα του συγγραφέα είναι τα ιστολόγια υπάρχουν κυρίως για να μιλάς, όχι για να συζητάς. Με άλλα λόγια ότι εγγενώς (από τον προγραμματισμό τους) τα ιστολόγια δεν ευνοούν τη συζήτηση. Κάπου τα συσχετίζει με τους χώρους κοινωνικής δικτύωσης τύπου facebook ή Myspace που εμφανίστηκαν παράλληλα.
Επειδή δεν είμαι φαν των τελευταίων και δεν παρακολουθώ τα τεκταινόμενα, δε μπορώ να είμαι βέβαιος για το δίκαιο ή όχι της άποψης αυτής. Σκέφτομαι όμως ότι ξέρω πολλούς που αγωνιούν για το πρώτο σχόλιο που θα γραφτεί, ειδικά αν είναι από κάποιον άγνωστο επισκέπτη. Είναι κάπως σαν ένα σημάδι ότι κάποιος διάβασε το μήνυμα στη μποτίλια που έριξες κάποτε στο πέλαγος του διαδικτύου.
Η αλήθεια είναι ότι κάπως αντιπαθώ τα βιβλία που μιλάνε για συγγραφείς που γράφουν βιβλία, τις ταινίες που μιλάνε για σκηνοθέτες με κρίση δημιουργικότητας. Τότε γιατί γράφω στο ιστολόγιο μια ανάρτηση που μιλάει για ιστολογούντες χωρίς σχόλια; Ίσως γιατί όλα τα λεφτά στο άρθρο της εφημερίδας είναι κρυμμένα στην εικονογράφησή του που μεταφέρω πάνω αριστερά (γελοιογραφία δημοσιευμένη σε παλιότερο τεύχος του «The New Yorker»).
Λέει ο ένας σκύλος στον άλλο: «Είχα δικό μου μπλογκ για ένα διάστημα, αλλά μετά αποφάσισα να επιστρέψω στο άσκοπο, αδιάκοπο γάβγισμα».
Κάπως έτσι...
ΥΓ. (μετά τα πρώτα σχόλια) Όχι, δεν υπονοώ ότι θα τα παρατήσω, τουλάχιστον για όσο καιρό ακομα μπορεί να εμπλουτίζεται η προσωπική μυθολογία. Μάλλον σκέφτομαι ότι πολλά κείμενα εδώ και αλλού εν τέλει μοιάζουν με άσκοπο, αδιάκοπο γάβγισμα.
Αλλά υπάρχει για όλους χώρος - και για σκύλους, βέβαια.
24/9/08
Φθινοπωρινή ισημερία

Θυμάμαι κάπως θολά την εποχή που πήγαινα στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού σχολείου. Ίσως να φταίει βέβαια και η μυωπία που ανέπτυσσα ήδη τότε, αλλά δεν είχα συνειδητοποιήσει μέχρι που μου ήταν αδύνατον να δω τι έγραφε ο πίνακας αν και καθόμουν πρώτο θρανίο. Θυμάμαι πάντως αρκετά καθαρά ένα πόστερ που ήταν αναρτημένο στα αριστερά του εν λόγω πίνακα: παρίστανε τις τέσσερις εποχές, κάθεμιά με τους μήνες της και τους καρπούς της και τις δουλειές της. Το καλοκαίρι, ας πούμε, είχε θερισμό και αργότερα τρύγο, το φθινόπωρο όργωμα και σπορά. Βέβαια το σχολείο ήταν σε ένα βιομηχανικό προάστιο της δυτικής όχθης της Αθήνας και δεν υπήρχε η παραμικρή υπόνοια αγροτικής εργασίας γύρω γύρω. Οι τυχεροί που κάναμε διακοπές στα χωριά μας παίρναμε μια αχνή ιδέα αλλαγής των εποχών στη φύση μέχρι να ανοίξουν τα σχολεία, όμως και πάλι οι εμπειρίες μας δεν ταίριαζαν και πολύ με αυτές που απεικόνιζε το πόστερ. Εκτός ίσως από τα πρωτοβρόχια.
Θυμάμαι χαρακτηριστικά ένα Σεπτέμβριο με άφθονες βροχές - πρέπει να ήταν το '77 ή το '78 διότι μέναμε στο σπίτι της γιαγιάς μου στην Ακαμάτρα. Ήταν λίγες μέρες πριν γυρίσουμε για το σχολείο, καθώς κάναμε τις τελευταίες "αγροτικές" ετοιμασίες μας για το χειμώνα (άπλωμα τραχανά, αποφλοίωση αμυγδάλων, πλέξιμο κρεμμυδιών που θα μεταφέρονταν στην Αθήνα). Θυμάμαι την πρώτη μέρα βροχής, όπου όλοι οι μεγάλοι είχαν ξαμοληθεί για να μαζέψουν "καριβόλους" να τους μαγειρέψουν. Δεδομένου ότι αγνοούσα σε μεγάλο βαθμό την ικαριακή ντοπιολαλιά τότε, υπέθεσα αρχικά ότι οι καρίβολοι ήταν κάτι μεγάλες κοκκινοπορτοκαλί κολοκύθες που εντόπισα στην κουζίνα - μου πήρε αρκετή ώρα να καταλάβω ότι η λέξη σήμαινε σαλιγκάρια (οι κολοκύθες λέγονταν εν τέλει "ταμπουράδες").
Πάντως ανεξάρτητα από τα σαλιγκάρια (που αρνήθηκα να φάω, έχοντας ίσως μια ενόραση των στενών σχέσεων που έμελλε να αναπτύξω μαζί τους πολλά χρόνια αργότερα), οι επίμονες βροχές είχαν και άλλες συνέπειες στην καθημερινότητά μας, καθώς μας έκλειναν μέσα στο σπίτι (ούτε μπάνιο στη θάλασσα, ούτε βόλτα στην πλατεία). Ίσως από εκεί να πηγάζει για μερικούς η έννοια της "θλίψης του φθινοπώρου", αλλά για τα παιδιά που ήμασταν τότε δεν υπήρχε καμμία θλίψη καθώς ακόμα και εντός οικίας υπήρχαν πολλά πράγματα να γίνουν και να ανακαλυφθούν, όπως η κατασκευή οικιακού πράσινου σαπουνιού από λάδι και ποτάσσα (ναι, τόσο απλό είναι), το σβήσιμο του ασβέστη και η δυνατότητα να ακούει κανείς ραδιοφωνάκι με μπαταρίες χαμηλοφώνως κάτω από τα σκεπάσματα για να ακούσει την περιγραφή του ποδοσφαιρικού αγώνα που τον ενδιαφέρει ενώ οι μεγάλοι νομίζουν ότι κοιμάται υπό τον ήχο της βροχής στις πλάκες της σκεπής.
Είμαι σίγουρος πως όσοι έχουν πάει Δημοτικό στη δεκαετία του '70 (για πιο μετά δεν ξέρω) έχουν γράψει έκθεση με θέμα "τα πρωτοβρόχια" ή "ήρθε το φθινόπωρο" ή κάτι τέτοιο. Γενικά υπήρχε μια διαδοχή μετά από το πώς πέρασα τις διακοπές μου και πριν από τον αγαπημένο μας φίλο (που δε μπορούσε παρά να ήταν το βιβλίο), το έπος του 1940 και την αποταμίευση που ακολουθούσε τέλος Οκτώβρη. Υποθέτω ότι με τα χρόνια η σειρά θα έχει αλλάξει - ο εκσυγχρονισμός των παιδαγωγικών μεθόδων, απ' ό,τι ακούω παραγκωνίζει σιγά σιγά την έκθεση. Επιπλέον, το φαινόμενο του θερμοκηπίου μετατρέπει σε ζωντανή πραγματικότητα την παροιμία "από Μάρτη καλοκαίρι κι από Αύγουστο χειμώνα" και το κλίμα από εύκρατο σε υποτροπικό. Εικάζω λοιπόν ότι μάλλον δεν θα βάζουν πλέον θέμα έκθεσης τις πρώτες φθινοπωρινές βροχές: θα είναι μάλλον άγνωστες στους σημερινούς μαθητές όσο ήταν σε εμάς τότε το όργωμα και η σπορά.
Φέτος βέβαια έγινε η έκπληξη και παραδόξως εμφανίστηκαν πρωτοβρόχια. Αληθινά πρωτοβρόχια, Σεπτέβρη μήνα, πριν καν τη φθινοπωρινή ισημερία. Τυπικά, καλοκαίρι ακόμα. Το θέμα δε θα ήταν άξιο λόγου αν δεν ήταν πλέον κάπως σπάνιο - πήρα δύο τουλάχιστον email από φίλους που επισήμαιναν το γεγονός. Ο ένας το ανέφερε παρεμπιπτόντως, αλλά ο άλλος το είχε στείλει επί τούτου. Απευθυνόταν κυρίως σε αποδέκτες στο εξωτερικό, αλλά επειδή μάλλον θεωρεί ότι και η Κρήτη στο εξωτερικό ανήκει, το έστειλε και σε μένα, που ήμουν ήδη ενήμερος κοιτώντας έξω απ' το παράθυρο. Ο φίλος μου αναφερόταν στη χαρακτηριστική μυρωδιά του βρεγμένου χώματος.
Χάρη σε ένα περίεργο μίγμα επιστημονικού βίτσιου και συγκυριών προσωπικής ζωής, βρέθηκα κάποτε σε μια παρουσίαση μιας διατριβής από την οποία το μόνο που θυμάμαι πλέον (τα υπόλοιπα ξεγλίστρισαν γρήγορα) είναι η προέλευση της συγκεκριμένης μυρωδιάς του βρεγμένου χώματος, που οφείλεται σε μια ουσία που ονομάζεται (ταιριαστά) γεωσμίνη και παράγεται από κάτι βακτήρια που ονομάζονται (αταίριαστα) Στρεπτομύκητες. Ατυχώς, από τότε που το άκουσα αυτό, έχει κλειδώσει στη μνήμη μου ο λάθος συνειρμός. Όλος ο κόσμος μυρίζει βρεγμένο χώμα και σκέφτεται φθινοπωρινά φύλλα να πέφτουν, κίτρινα χωράφια, σύννεφα και βροχούλες, μια ψυχρούλα, τη μέρα να μικραίνει. Εγώ πάλι σκέφτομαι Στρεπτομύκητες και αίθουσες σεμιναρίων - άστα να πάνε.
Πάντως τις προάλλες, όλη η Κρήτη μύριζε γεωσμίνη. Η Κυριακή ειδικά ξεκίνησε με συννεφιά, συνεχίστηκε με κατακλυσμό και κατέληξε με ξαστεριά. Σκέφτηκα ότι ήταν η μέρα της φθινοπωρινής ισημερίας (δώδεκα ώρες μέρα κι άλλες τόσες νύχτα με τάσεις αύξησης). Για κάποιο λόγο, ενώ το χειμερινό και το θερινό ηλιοστάσιο συσχετίστηκαν από αρχαιοτάτων χρόνων με διάφορες παγανιστικές γιορτούλες που κληρονόμησε εν τέλει και η Εκκλησία (όπως το Δωδεκαήμερο Χριστουγέννων-Φώτων και η καλοκαιρινές φωτιές του Αη-Γιάννη), οι αντίστοιχες ισημερίες μάλλον ήταν πιο ήπιες και πέρναγαν λιγάκι στο ντούκου (τουλάχιστον κάποια μεγάλη χριστιανική γιορτή στον περίγυρο δεν κατάφερα να εντοπίσω). Το μόνο σίγουρο πάντως, είναι ότι η γη γυρίζει - αν και ο καιρός "έφτιαξε" κάπως τις τελευταίες μέρες, οι παραλίες είναι άδειες και όλοι κουβαλάνε κι από ένα ζακετάκι να βρίσκεται.
Ε, σχεδόν όλοι. Ξεκινώντας σήμερα για τη δουλειά, μουρμούριζα ένα παλιό τραγουδάκι του Phil Ochs που μου έχει κολλήσει από χρόνια:
Green leaves of summer, turn red in the fall,
To brown and to yellow they fade,
And then they have to die,
Trapped within the circle time parade, of changes.
Κάπου τότε πήρε το αυτί μου τον ήχο από ένα ξεχασμένο τζιτζίκι που φαίνεται πως επιβίωσε από τα πρωτοβρόχια. Στάθηκα λίγο να το ακούσω - ύστερα γύρισα και άφησα πίσω το αδιάβροχο μπουφανάκι που κρατούσα.
Ελπίζω να ακούγεται και αύριο.
Η φωτογραφία με τα βρεγμένα από τη βροχή τριαντάφυλλα τραβήχτηκε στις 21 Σεπτεμβρίου 2008 στη Μονή Αρκαδίου. Την ίδια μέρα τραβήχτηκε η μυρμηγκοφωλιά στο βρεγμένο χώμα, κάπου στον Κουλουκώνα Ρεθύμνου. Το τραγούδι του μακαρίτη Phil Ochs λέγεται Changes και προέρχεται από το δίσκο Phil Ochs in Concert του 1966, αλλά δε μιλάει για φθινόπωρα αλλά για χωρισμούς, μάλλον, πράγμα ασύνηθες για το συγκεκριμένο - στρατευμένο - τραγουδοποιό. Το πόστερ των τεσσάρων εποχών και των αντίστοιχων εργασιών το πέτυχα αναρτημένο στο καφενείο "Ο Πόντιος" στο Ηράκλειο - ελπίζω μια μέρα να θυμηθώ να το φωτογραφήσω και να το αναρτήσω και στο ιστολόγιο.
17/9/08
Όσα δε φτάνει η αλεπού
ἀμπελῶνας, καὶ αἱ ἄμπελοι ἡμῶν κυπρίζουσιν.
Άσμα Ασμάτων 2:15
Ένας φίλος μου έχει ένα χωραφάκι κάπου στην Εύβοια, όπου ο πατέρας του καλλιεργεί ερασιτεχνικά μελιτζάνες. Τις προάλλες τους άκουγα που μιλούσαν στο τηλέφωνο: ο πατέρας ισχυριζόταν ότι έρχονται αλεπούδες και τρώνε τις μελιτζάνες του - ο γιός είχε μερικές αμφιβολίες σχετικά με το αν η δίαιτα του ζώου περιλαμβάνει κηπευτικά, αλλά επειδή γενικά είναι πολύ φιλόζωος και οικολογίζων τύπος, προέτρεψε το μπαμπά να βάλει και μερικά πιατάκια με νερό για να ξεδιψάνε τα ζωάκια μετά το φαγητό. Δεν του έκανε πλάκα, το εννοούσε πολύ σοβαρά, και εικάζω ότι ο καλός μπαμπάς μάλλον θα άκουσε τη συμβουλή του γιού του. Έτσι κι αλλιώς έχουν τεράστια παραγωγή μελιτζάνων αναλογικά με τις ανάγκες της οικογένειας και δίνουν και γύρω-γύρω.Θυμήθηκα τη σχετική κουβέντα προχτες το βράδι, αφού διάβασα στην Ελευθεροτυπία της 15ης Σεπτεμβρίου, στη (φιλοζωική) στήλη "4 πόδια και ουρά" που επιμελείται ο δημοσιογράφος Π. Διαμαντής, την είδηση με τίτλο "Βρήκε αλεπού στον καναπέ του". Μεταφέρω εδώ το σχετικό κομμάτι, που έχει ως εξής:
Πώς θα νιώθατε αν, γυρίζοντας από μια βόλτα, βλέπατε αραγμένη στον καναπέ σας μιαν αλεπού; Ο 77χρονος Ιαν Γιανγκ, πάντως, καράφλιασε μπροστά στο απροσδόκητο θέαμα. Συνέβη στο Φέλδαμ (Feltham), στη Βρετανία, και η πλάκα δεν σταμάτησε εκεί. Οπως λέει ο κ. Γιάνγκ στη ρεπόρτερ της «Ιβνινγκ Στάνταρντ» (28.08.08), «η αλεπού άνοιξε τα μάτια της, με κοίταξε και... ξανακοιμήθηκε!». Δεν κουνήθηκε ούτε όταν ο ιδιοκτήτης του καναπέ πήρε τη φωτογραφική του μηχανή και άρχισε να παίρνει φωτογραφίες.
Πώς έφυγε; «Μόνον όταν πήρα μια εφημερίδα, την τύλιξα ρολό και της έδωσα μια, μαλακά, στα πόδια. Τότε βγήκε απ' την πόρτα, αλλά περίμενε εκεί, δείχνοντας ότι ευχαρίστως θα ανέβαινε ξανά στον καναπέ, να συνεχίσει τον ύπνο της!».
Οπως είπε κι ένας ειδικός, αυτή η συμπεριφορά είναι σπάνια για τις αλεπούδες των πόλεων, οι οποίες συνήθως είναι «ντροπαλές» και εξαφανίζονται στη θέα ανθρώπων. Πρέπει να φιλοξενήθηκε, από κουτάβι κιόλας, σε κάποιο καταφύγιο ζώων, κι έτσι εξοικειώθηκε με τον άνθρωπο. «Δυστυχώς», είπε ο ειδικός, «πολλοί άνθρωποι φέρονται στις αλεπούδες σαν να 'ναι οικόσιτα ζώα, καθιστώντας ανίκανες να βουν μόνες τους τροφή. Οι αλεπούδες είναι άγρια ζωάκια - αυτό πρέπει πάντα να θυμόμαστε».
Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία, στις περιοχές γύρω απ' το Λονδίνο ζουν περίπου 10 αλεπούδες ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο. Για να περιοριστεί ο πληθυσμός τους, αρμόδιοι υπάλληλοι σκοτώνουν κάθε βδομάδα περίπου 70 αλεπούδες, ενώ περίπου άλλες 40 αιχμαλωτίζονται με παγίδες και αφήνονται ελεύθερες σε δασώδεις περιοχές έξω από την πόλη.
Ως παιδί της πόλης δεν είχα ποτέ καμμιά ιδιαίτερη εξοικείωση με αλεπούδες, εκτός από τις ηθικοπλαστικές ιστορίες της αλεπούς με την κομμένη ουρά, την παροιμία που δίνει τον τίτλο στην ανάρτηση και μια άλλη παροιμία όπου η αλεπού είναι εκατό χρονών και το αλεπουδάκι εκατόν ένα ή εκατόν δέκα. Σε όλες αυτές τις ιστορίες υποδηλώνεται η "πονηριά" της αλεπούς, ιδιότητα ωστόσο εξαιρετικά ανθρωπομορφική για να την πάρει κανείς στα σοβαρά σε κάποια συγκριτική ζωολογική μελέτη. Αληθινή αλεπού πάντως δεν είχα καταφέρει να δω μέσα στον εικοστό αιώνα, αν εξαιρέσουμε ίσως μια βαλσαμωμένη που πρέπει να υπήρχε ως έκθεμα στο μουσείο Ζωολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, αν η μνήμη μου δε με απατάει. Θυμάμαι πάντως αμυδρά κάτι σπαραξικάρδιες ανακοινώσεις που υπέγραφε το οικολογικό σχήμα των φοιτητών του Βιολογικού (κάναμε κάποια παρέα με τα παιδιά) που διεκτραγωδούσαν την εξαφάνιση των αλεπούδων από τον Υμηττό λόγω της κτιριακής επέκτασης της Πανεπιστημιούπολης και του συνακόλουθου θορύβου από τις ανθρώπινες δραστηριότητες.
Με την αλλαγή του αιώνα έμελλε να αλλάξει ελαφρώς η εικόνα μου για το είδος. Πρώτα πρώτα έχω δει κάμποσες φορές αλεπούδες έκτοτε: μερικές να κόβουν βόλτες αργά το βράδι στις εγκαταστάσεις του Δημοκρίτου στην Αγία Παρασκευή, άλλες να διασχίζουν την κατ' ευφημισμόν εθνική οδό Κορίνθου-Πατρών οικογενειακώς σε πείσμα των διερχόμενων αυτοκινήτων, και μία τουλάχιστον να πετάγεται έξω από σκουπιδοντενεκέ της επίμαχης Πανεπιστημιούπολης της Αθήνας ένα ανοιξιάτικο βράδι. Υποθέτω ότι τα σκουπίδια μας αποτελούν μια επιπλέον πηγή τροφής πέρα από τις μελιτζάνες του φίλου μου και τα τυχόν θηράματα, οπότε μια υγιώς σκεπτόμενη πλην όμως πεινασμένη αλεπού ενδέχεται να ρισκάρει να διασχίσει ένα δρόμο ή να πλησιάσει μια επικίνδυνη πόλη αν κρίνει ότι θα τη βρει γεμάτη θρεπτικούς σκουπιδοντενεκέδες. Έτσι, παρά την επέκταση των πόλεων και των θορύβων τους, δεν αποκλείεται τελικά οι αλεπουδίτσες να κερδίζουν κάτι από τις ανθρώπινες δραστηριότητες, όπως πιθανώς γίνεται από αρχαιότάτων χρόνων αν πιστέψουμε το απόσπασμα από το Άσμα Ασμάτων (της Παλαιάς Διαθήκης) που ξεκινάει την ανάρτηση, στο οποίο τα αλεπουδάκια τρώνε τα σταφύλια των αμπελιών.
Το πιο ενδιαφέρον όμως περιστατικό αλληλεπίδρασης με ανθρώπους που έχω υπόψιν (και του οποίου είμαι παρ' ολίγον αυτόπτης) έλαβε χώρα το Σεπτέβρη του 2004 στο χώρο του ερευνητικού κέντρου "Δημόκριτος" στην Αγία Παρασκευή Αττικής, όπου όπως προανέφερα μπορούσε κανείς να δει αλεπούδες (μια αρσενική και δύο θηλυκές) των οποίων η φωλιά πρέπει να ήταν κάπου κοντά στη είσοδο "Νεαπόλεως" της Αττικής Οδού. Ακριβώς απέναντι από το φυλάκιο των διοδίων, εντός του Δημοκρίτου, υπάρχουν κάτι μίζερα καταλύματα όπου φιλοξενούνται ενίοτε κάποιοι αναξιοπαθούντες συνάδελφοι από το εξωτερικό.
Την εποχή εκείνη έμεναν στο χώρο αυτό δυο κοπέλες από την Πορτογαλία, μία εκ των οποίων δούλευε μαζί μου. Ένα βράδι πονηρό χτύπησε το εσωτερικό τηλέφωνο στο εργαστήριο και μια έντρομη φωνή μου είπε σε σπασμένα πορτογαλοαγγλικά ότι μια αλεπού μπήκε στο δωμάτιο και της βούτηξε το κινητό τηλέφωνο. Υπέθεσα ότι ο όρος "αλεπού" ήταν συνθηματικός και υπονοούσε κανέναν αλαφροχέρη διαρρήκτη ή ότι πάνω στη σύγχιση είχε μπλέξει τα λόγια της στις διάφορες γλώσσες, αλλά σε κάθε περίπτωση έσπευσα να δω τι γίνεται.
Βρηκα και τις δύο κοπέλες σε μια κατάσταση μεταξύ υστερίας και νευρικού γέλιου. Μου είπαν ότι μία αλεπού (αληθινή) εθεάθη αρχικά στο ένα δωμάτιο, όπου δάγκωσε το κινητό (!!!) της μιας κοπέλας. Η κοπέλα έντρομη βγήκε να φωνάξει την άλλη, ξαναμπήκαν στο δωμάτιο, αλλά η αλεπού ήταν άφαντη, μέχρι που εθεάθη να βγαίνει από το άλλο δωμάτιο με το κινητό της άλλης κοπέλας στα δόντια (!!!). Μόλις συναπαντήθηκαν, πήραν δρόμο οι μεν κοπέλες κατά την Ανατολή, η δε αλεπού (αφήνοντας κάτω το κινητό) κατά τη Δύση.
Με τα πολλά τους πέρασε η τρομάρα - προσπαθήσαμε να εξορθολογίσουμε το περιστατικό και να ανακαλύψουμε τι ακριβώς έκανε τα κινητά τόσο ελκυστικά (ίσως κανένας ήχος που ακούν τα αυτιά των αλεπούδων αλλά όχι τα δικά μας). Δεν το λύσαμε βέβαια. Λίγες μέρες αργότερα μου είπαν ότι οι αλεπούδες ξαναφάνηκαν έξω από την πόρτα, και αυτή τη φορά τις είχαν φωτογραφήσει κιόλας.
Καλού κακού πάντως, τα κινητά τους τα είχαν κρύψει σε ασφαλές μέρος.
Σ.Σ. Το στίχο από το Άσμα Ασμάτων τον παραθέτω εδώ από τη μετάφραση των εβδομήκοντα που έχω πρόχειρη, αλλά νομίζω πως τον έχω διαβάσει πρώτη φορά σε μια λίγο διαφορετική μεταφραστική εκδοχή, ως μότο σε ένα βιβλίο που δεν είμαι απόλυτα βέβαιος ποιο είναι (μάλλον κάποιο του Στρατή Τσίρκα). Η φωτογραφία της αλεπούς στον καναπέ είναι από το άρθρο της εφημερίδας που αναφέρεται - φαντάζομαι θα πρόκειται για κάποια από τις αυθεντικές φωτογραφίες που τράβηξε ο κύριος Γιάνγκ. Ευχαριστίες οφείλω στη Susana και την Ana (αν και μάλλον δε θα διαβάσουν την ανάρτηση ποτέ) που μοιράστηκαν μαζί μου την ιστορία με τα κινητά τηλέφωνα, καθώς και στο μπαμπά του φίλου που στη θαλερή ηλικία των ογδονταδύο ασχολείται με τα κηπευτικά που απετέλεσαν την αφορμή για το κειμενάκι που διαβάζετε.