ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο - Γιάννενα


19/5/10

Και τώρα, η μνήμη επέστρεψε (από μια ιστορία του Τ. Α.)

Όταν ήταν κοριτσάκι, το παιχνίδι της Νέας γυναίκας γινόταν ξέφρενο. Τη μάλωναν για τα σχισμένα της ρούχα. Την επόμενη ημέρα επέστρεφε ικανοποιημένη με γδαρμένα γόνατα: είχε σηκώσει το φόρεμά της για να μην το χαλάσει. Τη μάλωναν ακόμα περισσότερο και εκείνη ξεφώνιζε και τότε έτριζαν πολλά πράγματα στο σπίτι, έτσι οι γείτονες έμεναν πάντα ενήμεροι για τη διάθεσή της.

Όταν τα άλλα παιδιά εγκατέλειπαν εξαντλημένα το τρεχαλητό, συνέχιζε μονάχη της. Γυρνούσε ώρες πολλές στις παρυφές τού δάσους – σπάνια με την άδεια των γονιών της – αλλά ποτέ δεν χάθηκε. Κάποιες φορές την έβρισκε ο Ανταίος, ξεχασμένη. Εκείνη καμωνόταν τη στεναχωρεμένη.


- «Είμαι πολύ κουρασμένη», τού έλεγε. «Πώς θα γυρίσω στο σπίτι;»
- «Θα σε βοηθήσω εγώ.»

Τη σήκωνε και την έριχνε στην πλάτη του, κρατώντας την από τα πόδια. Εκείνη, τον κτυπούσε και ξεφώνιζε, τού έλεγε «είσαι κακός, κακός!» και συνάμα γελούσε, γελούσε…

Πλησίαζε τα ζώα και τους έλεγε ιστορίες, παραμύθια, τα νέα τού Χωριού και τα νέα που νόμιζε ότι συνέβησαν στην άλλη άκρη τού δάσους. Την άκουγαν χωρίς να ενοχλούνται ή δεν την άκουγαν καθόλου· μερικά τη διέκοπταν αγενέστατα και συζητούσαν μεταξύ τους ενόσω αυτή μιλούσε. Μόνη της έμαθε να μιμείται τις φωνές τους και έγινε πρωταθλήτρια σε αυτό· ξεγέλασε πολλές φορές τους ιχνηλάτες.

[…] Ημέρωσε και μέτρησε τον εαυτό της, ίσως για πρώτη φορά όταν αντίκρισε τη θάλασσα· έγινε από τότε συνεσταλμένη. Έγινε μαθήτρια τής Γυναίκας που τραγουδούσε[…]. Όμως η ίδια δεν τραγουδούσε. Πίστευε ότι δεν τραγουδάει όμορφα, φυλούσε λίγες μελωδίες μόνο για το σύντροφό της.

[…] Όταν όμως τής διηγούνταν τις σκανταλιές που έκανε μικρή, ευχαριστιόταν. Και κάποιες φορές που τα παιδιά ξεχνιόμασταν στην ύπαιθρο και μας αναζητούσαν, έβγαινε στις άκριες τού χωριού και φώναζε και ήταν όλοι σίγουροι ότι το κάλεσμα της θα έφτανε στους ορίζοντες.


. . .


Επιθυμώ τώρα να μιλήσω για την A.

Ήταν όμορφη. Όμορφη. Ήταν λεπτή μα υπαρκτή. Είχε μαλλιά μαύρα, στάχινα χρώματα, το δέρμα της ήταν απαλό όσο αυτό στις πατούσες των νεογέννητων κουταβιών. Είχε απέραντα μάτια και ευωδίαζε σαν λουλούδι. Γελούσε και ξημέρωνε ο κόσμος... Για μένα. Θα την ονόμαζα σήμερα, μυρόβλυτη, θα την ονόμαζα ηλιόφαντη. Τραγουδούσε στους αγρούς ανέμελη και όταν τα αγόρια ζητούσαν την εύνοιά της, γελούσε και τα καλούσε να παραβγούν στο τρέξιμο μαζί της.

Δεν ήξερα τότε πόσο την αγαπούσα, πόσο τρομακτικά θα μου έλειπε αργότερα, πόσο θα εξαρτούσα την ζωή μου από το χαμό της. Γνωρίζω ότι ιδανικεύουμε τους νεκρούς, ότι πολύ, εκ τού ασφαλούς, φορτώνουμε επάνω τους όσα δεν τολμούμε να αποτίσουμε στους ζώντες, όμως η ανάγκη της ξύπνησε αυτόβουλη μέσα μου κι αν τώρα - σε αυτή μου τη ζωή - συνδέθηκα με τη ζωή στο Χωριό, είναι επειδή η δική της μνήμη πρώτη αφυπνίσθηκε.

[…] Την είδα ένα βράδυ στο όνειρό μου. Όμορφη. Πανώρια. Καλή - έχει τόσο μεγάλη σημασία αυτό για μένα: καλή! Την A. Την θυμήθηκα σε ένα ηλιόλουστο τοπίο, η ζέστη έσκαζε στο λιθόστρωτο και εκείνη, λίγο χαυνωμένη στο πύρωμα τής μέρας διέσχιζε το δρόμο. Από τότε και μετά οι μνήμες με κατέκλυσαν, απανωτά σπίθιζαν μέρα και νύχτα, σε ανύποπτους χρόνους, από απρόσμενες αφορμές. Είναι οι πιο κρυφές, από τις αισθήσεις των ανθρώπων, που συδαυλίζουν βαθύτερα τη μνήμη του. Ταξίδεψα πολλές φορές πίσω στο χρόνο, οδηγημένος από ίχνη τής όσφρησης ή τής ακοής, νύξεις που έκαναν το σώμα μου να σκιρτά καθώς αναγεννιόταν το τότε στο σήμερα.

[…] Συνέχισα να μεγαλώνω και αναζήτησα τη φύση τού Άντρα και τής Γυναίκας στη φύση μου. Και καθώς γνώριζα γυναίκες και άγγιζα, η μνήμη της, ψηφίδα–ψηφίδα, αναστήθηκε και μαζί η πίστη, ζοφερή μέσα στη ματαιότητά της, ότι αυτή ήταν η δική μου γυναίκα, το ταίρι μου, ο άνθρωπος που θα είχα αγαπήσει αν είχαμε προλάβει μαζί να μεγαλώσουμε, αν ο … δεν είχε έρθει κόβοντας το νήμα, προκαλώντας να τον ερωτευθεί παράφορα και λυτρώνοντάς την από κάθε τι πιο ελάχιστο από το Όμορφο, που ίσως έπραττε στη μετέπειτα ζωή της.

Δεν έχω δικαίωμα να πιστεύω ότι θα έσμιγα μαζί της. Αν εκείνη θα με αναγνώριζε κάποτε δικό της ταίρι; Γιατί λέω «ναι»; Πόσο θλιβερά χαμένος ακούγεται ένας άνθρωπος που εγγυάται για την αγάπη κάποιου άλλου που πριν χιλιάδες χρόνια, σαν παιδί τον γνώρισε; Λέω «ναι».

[…] Μερικές φορές έκλαιγα. Μού έλειπε.

[…] Και τώρα, σε αυτή τη ζωή μου, η μνήμη επέστρεψε.


Σ.Σ.: Η Νέα γυναίκα και η Α. είναι δύο από τα πιο ενδιαφέροντα πρόσωπα μιας ατιτλοφόρητης νουβέλας της λογοτεχνίας του Φανταστικού που έγραψε ο Τ. Α., παλιός γνώριμος (ένα άλλο απόσπασμα είχε εμφανιστεί πριν λίγο καιρό εδώ). Όπως και τότε, έχει πέσει κάποιο ψαλίδι, με την άδεια πάντα του συγγραφέα.

17/5/10

Χάρισμα

Εγώ έλεγα, βρυσούλα μου, πως τρέχεις για τα 'μένα
Μα συ 'τρεχες και πότιζες όλα τα διψασμένα

Η καταγωγή του κόσμου (L' Origine du monde), Gustave Courbet, 1866, Λάδι σε μουσαμά 46 x 55 cm, Μουσείο Orsay, Παρίσι. Η εικόνα είναι από την αντίστοιχη σελίδα στη wikipedia.

Το περιστατικό το πρωτοάκουσα χρόνια πριν από τη μάνα μου γύρω από ένα οικογενειακό τραπέζι, σε μια από τις σπάνιες φορές που διηγείται η ίδια ιστορίες, και τις ακόμα σπανιότερες που οι ιστορίες αυτές άπτονται του «ιδιωτικού» μάλλον βίου. Πρέπει να συνέβη όταν η ίδια ήταν παιδί ή πριν γεννηθεί ακόμα, κάπου στη δεκαετία του 1920 ή 1930. Αυτή την κάπως παλιά ιστορία τη θυμήθηκα λόγω μιας πρόσφατης υποβόσκουσας αντιζηλίας μεταξύ δύο γνωστών μου προσώπων εξ’ αφορμής ενός τρίτου προσώπου του άλλου φύλου.

Ως προς τις αντιζηλίες αυτού του τύπου μάλλον δεν έχουν και πολλή σημασία τα φύλα, αν και φαντάζομαι άλλες είναι οι προσδοκίες από τους άντρες και άλλες – δυσανάλογα μάλλον – από τις γυναίκες, ανάλογα με την εποχή και τα κοινωνικά συμφραζόμενα. Ακόμα κι έτσι πάντως, η παλιά ιστορία διατηρεί ακέραιο το διδακτικό της χαρακτήρα νομίζω, και ως τέτοια την διηγήθηκα και στα δύο γνωστά μου πρόσωπα, σε διαφορετική βέβαια συγκυρία (με το τρίτο πρόσωπο δεν έχουμε πάρε-δώσε και μάλλον δεν πρόκειται να αποκτήσουμε κιόλας).

Λοιπόν, σε κάποιο μη κατονομαζόμενο ικαριακό χωριό, υπήρχε κάποια κυρία, ενδεχομένως ανύπανδρη ή ίσως χήρα, η οποία είχε μια έντονη (για τα ήθη της εποχής) «δεκτικότητα» σε επισκέψεις κατ’ οίκον που της έκαναν πλείστοι όσοι εκ των ανδρών του χωριού. Η εν λόγω δεκτικότητα φυσικά δεν πέρασε απαρατήρητη από τις άλλες γυναίκες, κυρίως δε από τις συζύγους των εν λόγω ανδρών, οι οποίες έφεραν το ζήτημα στις τοπικές αρχές και απαίτησαν την ποινική δίωξη, ου μην αλλά και καταδίκη, της δεκτικής συγχωριανής.

Η υπόθεση έφτασε στο δικαστήριο, όπου η εναγόμενη απολογήθηκε ισχυριζόμενη ότι ήταν καθήκον των εναγουσών να ρυθμίζουν τα του οίκου τους μετά των συζύγων τους και όχι δική της δουλειά να τους βάζει στον ίσιο δρόμο – όταν δε εκλήθη να εκθέσει τους λόγους για τους οποίους εμφανίζετο εν γένει τόσον δεκτική, απήντησε το έκτοτε παροιμιακώς λεγόμενον:
«Πράμα μου είναι και τ’ ορίζω
κι όπου θέλω το χαρίζω.»
Και σε μια όντως προχωρημένη για τα ήθη της εποχής απόφαση, αθωώθηκε.

14/5/10

Χώρος εργασίας

Άποψη του κτιρίου Sylvius που μας φιλοξενεί επαγγελματικώς στο Πανεπιστήμιο του Λέιντεν (η φωτογραφία είναι από την ιστοσελίδα του Πανεπιστημίου).

H Μάικε, δεξιά μου, είναι η μόνη γυναίκα στο δωμάτιο. Προσωρινή όμως, φεύγει εντός των ημερών και τώρα μαζεύει τα πράγματά της από το γραφείο. Το σκηνικό μοιάζει οικείο – μου συνέβη πριν από λίγες βδομάδες μόλις. Κανονικά θα καθόταν εδώ και η Άνα, αλλά προτίμησε να στριμωχτεί στο δίπλα δωμάτιο μαζί με τους υπόλοιπους Πορτογάλους. Έτσι το δωμάτιο μετετράπη σε ανδρώνα – πίσω μου ο Βιτσένσιο και δίπλα του ο Γιόστ (για την ακρίβεια: Γιόοστ, όπως Μάαικε, αλλά γραπτώς μoυ φαίνονται λίγο αστεία τα συνήθη στα ολλανδικά διπλά φωνήεντα). Στη γωνία ο Όσκαρ, συλλέκτης πεταλούδων στη Μαδαγασκάρη προσφάτως. Κάποτε τον εμπόδισαν να μπει στις ΗΠΑ επειδή δεν πίστεψαν ότι οι εννέα νιγηριανές βίζες στο διαβατήριό του είχαν ως μόνο σκοπό τη συλλογή αφρικανικών πεταλούδων. Εν τέλει βέβαια μπήκε – ένας δίμετρος κατάλευκος Σουηδός με μια απόχη στο χέρι δεν είναι ο πιο χαρακτηριστικός υποψήφιος για μέλος της Αλ Κάιντα.

Τους δίπλα δεν έχω προλάβει να τους γνωρίσω όλους. Με την Άνα βέβαια θα δουλέψουμε υποτίθεται μαζί, η Ρίτα φεύγει κι αυτή (αύριο κιόλας), ο Αντρέ θα κάτσει μέχρι το καλοκαίρι μόνο – η πορτογαλική παροικία θα μικρύνει απότομα. Από τους λοιπούς Ολλανδούς ξέρω ότι την άλλη ξανθιά τη λένε επίσης Μάικε, και παλιότερα είχα μιλήσει με τον Μαρίν (Μαουράιν, αλλά στα ελληνικά ακούγεται σα νιαούρισμα) που έχει ζήσει κάνα χρόνο στην Κρήτη και θυμάται και σκόρπιες λέξεις. Σήμερα στο τραπέζι γνώρισα την Ανιέσκα, Πολωνέζα μεν, εξολλανδισμένη δε. Ομοίως και η Σουζάν, Ρωσίδα αλλά πολιτογραφημένη εδώ.

Αν έχω καταλάβει καλά, στο ενδιάμεσο γραφείο στεγάζονται οι τεχνικοί – η Μαρλέν (Μαρλέεν...) έχει ένα μόνιμο χαμόγελο αλλά δεν της παίρνεις κουβέντα, ο Κες (Κέες) σε κοιτάει με κάτι σαν δυσπιστία. Στα τρία «σεπαρέ» γραφεία, οι Καθηγητές: η Πατρίτσια, βασική υπεύθυνη για την πορτογαλική εισβολή (εσχάτως και για την ελληνική παρουσία), ο Βας (και όμως, Βασίλη τον λένε τον άνθρωπο, αν και Ολλανδός 205 εκατοστά, με μαλλούρα και σκουλαρίκι) και εδώ δίπλα μας ο άρχων του διαδρόμου, ο Πωλ, Άγγλος μετανάστης στην Ολλανδία επί 25 χρόνια, τα οποία όμως λαμβάνουν τέλος οσονούπω.

Στον ανδρώνα μας πάντως επικρατεί παραδειγματική ησυχία. Τα αγόρια είναι σκυμμένα στις οθόνες τους, αν και οι κλεφτές ματιές που ρίχνω εκτός από τα διαγράμματα, τους πίνακες και τις δημοσιεύσεις περιλαμβάνουν και λίγο facebook, καμμιά wikipedia... Ωστόσο εξωεπιστημονική κουβέντα δεν έχω ακούσει αυτές τις μέρες, εκτός από μια μεγαλόφωνη απορία του Σουηδού πεταλουδοσυλλέκτη για το ποια είναι επιτέλους αυτή η Lady Gaga. Η αλήθεια είναι ότι θα μπορούσα να έχω κι εγώ την απορία (στην ηλικία μου έχω διάφορες τέτοιες απορίες) αλλά τα παιδιά των φίλων μου που φτάνουν στην εφηβεία μου έχουν υποβάλλει την ιδέα ότι είναι κάτι σε ποπ για δωδεκάχρονα. Μάλλον.

Παρατηρώ με ενδιαφέρον τα εργασιακά ήθη. Οι πάντες καταφθάνουν γύρω στις εννιά, εικάζω (δεδομένου ότι δεν έχω καταφέρει ποτέ να έρθω και πολύ πριν τις δέκα και τους βρίσκω όλους εκεί). Γύρω στις έντεκα, χωρίς κάποια προηγούμενη δήλωση ή συνεννόηση, βρίσκονται σύσσωμοι γύρω από το τραπέζι του διαδρόμου με την κούπα του καφέ στο χέρι. Η συζήτηση είναι ενίοτε επιστημονική, άλλοτε ξεφεύγει. Κάποιες φορές γίνεται στα ολλανδικά, και τότε εγώ στρέφομαι στον εξίσου αμήχανο Σουηδό και ρωτάω για τις αφρικανικές του εμπειρίες. Εντεκάμιση το πολύ όλοι είναι στα γραφεία τους και πάλι. Γύρω στη μία ξαναμαζεύονται στο κυλικείο για ένα άθλιο ολλανδικό γεύμα με σούπα και σάντουιτς και κάνα λίτρο γάλα (μα πολύ γάλα!). Μιάμιση όλοι πίσω στο γραφείο. Η φήμη για ένα δεύτερο coffee-break στις τρισήμιση αποδεικνύεται ψευδής – μόνο εγώ και κάνας περαστικός Πορτογάλος συντροφεύουμε την καφετιέρα. Πέντε και λίγο αρχίζει μια ανησυχία, πέντε και είκοσι οι μισοί έχουν ήδη καβαλήσει τα ποδήλατα, έξι η ώρα δεν υπάρχει ψυχή εκτός από όσους περιμένουν υπομονετικά τις κάμπιες να γίνουν χρυσαλλίδες. Αύριο πάλι.

Κάθομαι κάπως αργόσχολος αυτές τις μέρες, περιμένοντας να τακτοποιηθούν τα γραφειοκρατικά, να επιστρέψουν οι καθηγητές από τις εξωολλανδικές υποχρεώσεις τους, να λάβω «οδηγίες – παύλα – κατευθύνσεις» και να μάθω να εμφανίζομαι στις εννιά σαν τους υπόλοιπους. Με κόπους και βάσανα κατάφερα να αποσπάσω μια κάρτα εισόδου στο κτίριο υπεξαιρώντας την υπογραφή ενός καθηγητή από το διπλανό τομέα, με την τρίτη προσπάθεια. «Ήρθα να σε δω και δεν ήσουν στο γραφείο σου» μου λέει όλο καχυποψία, εντεκάτη πρωινή και ενώ εγώ μόλις έχω καταφτάσει. Του λέω ψευδοδολίως ότι η έννοια «γραφείο μου» δεν υφίσταται ακόμα και προφανώς δεν με εντόπισε διότι δεν ήξερε πού να κοιτάξει. Κουνάει το κεφάλι με περίσκεψη και αφήνει το υπογεγραμμένο χαρτί – τον ευχαριστώ με ένα πλατύ χαμόγελο που δεν ανταποδίδεται. Αλλά το βασικό είναι να γίνει η δουλειά μας.

Η ολλανδική γραφειοκρατία δεν είναι λιγότερο παράλογη από την ελληνική, είναι όμως σαφώς πιο άκαμπτη: εφόσον η αρμόδια υπάλληλος είναι σε άδεια και το συμβόλαιό μου δεν έχει διαβιβαστεί στο αρμόδιο γραφείο, όχι ΔΕΝ θα μου δώσουν πρόσβαση στους υπολογιστές που χρειάζομαι για να δουλέψω επειδή δεν ξέρουν ακόμα αν ΟΝΤΩΣ εργάζομαι εκεί, τουλάχιστον επισήμως. Δεν υπάρχει παρακαμπτήριος - η κάρτα εισόδου στο κτίριο δε σημαίνει κάτι για το κέντρο υπολογιστών καθότι εκδίδεται από άσχετο τμήμα του μηχανισμού, οπότε εξακολουθώ να κάθομαι αργός μέχρι να λήξει η άδεια της αρμοδίας υπαλλήλου, και κουβαλάω το λάπτοπ (που ΔΕΝ έχω δικαίωμα να συνδέσω στο δίκτυο του Πανεπιστημίου όσο το συμβόλαιό μου δεν έχει διαβιβαστεί κλπ.) και γράφω περισπούδαστες ιστορίες για το μπλογκ στα ελληνικά για να περνάει η ώρα.

Εξηγώ την κατάσταση στη Μάικε που γεμίζει κούτες με βιβλία. Με κοιτάει με ένα ολλανδικό βλέμμα που αν μεταφραστεί σε μεσογειακότερη σημειολογία θα μπορούσε να υποδηλώνει κατανόηση ή και συμπόνοια, και με αφήνει να χρησιμοποιήσω το Mac που είναι πάνω στο γραφείο της, εξηγώντας μου όμως πως εφόσον θα φύγει, το υπολογιστικό κέντρο ΑΜΕΣΩΣ θα ακυρώσει τα password της οπότε μόνο πρόσβαση στο διαδίκτυο θα έχω, τίποτα άλλο – ούτε να κατεβάσω, ούτε να εκτυπώσω. Μου φτάνει όμως για την ώρα. Πιάνουμε λίγη κουβέντα και απορώ λιγάκι με αυτή τη μικροκαμωμένη (για τα ολλανδικά δεδομένα πάντα) λεπτή ξανθιά, που δεν σου δίνει ακριβώς την εντύπωση ότι έχει φάει τη Αφρική με το κουτάλι, κι όμως έτσι είναι. Ολοκλήρωσε τη διατριβή της πάνω σε τροπικά είδη πεταλούδων (κατά προτίμηση στη σαβάνα), έχοντας κάνει ουκ ολίγα ταξίδια πέριξ του ισημερινού. Τώρα πάει να δει και τους πόλους, καθώς η επόμενη στάση της είναι στο Ελσίνκι.

Τη φαντάζομαι λίγο πιο ταιριαστή στους φινλανδικούς πάγους από ότι στις αφρικανικές σαβάνες, με το ξανθό μαλλί, το κατάλευκο δέρμα και τις αδιόρατες φακίδες της. Σηκώνει την κούτα με τα βιβλία και σπεύδω να τη βοηθήσω αλλά μου εξηγεί ότι δεν χρειάζεται (και όντως...). Ύστερα δίνουμε ραντεβού στο βραδινό (κατά τις 7...) αποχαιρετιστήριο δείπνο που οργανώνουν μαζί με τη Ρίτα και είμαστε όλοι καλεσμένοι. Είναι περασμένες πέντε, μια ανησυχία αρχίζει να επικρατεί στον ανδρώνα μας, και αρχίζω κι εγώ να αναρωτιέμαι μήπως είναι η ώρα να κοιτάξω στα σοβαρά για κείνο το ποδήλατάκι σε καλή τιμή που λέγαμε.

10/5/10

Cicer arietinum

Χαρακτηριστικά στυλιζαρισμένη φωτογραφία έξω από το σπίτι, κάπου στα τέλη της δεκαετίας του 1950, μάλλον. Η κληματαριά θάλλει, για τυχόν ρεβύθια δεν ξέρω.

Από τον Εύδηλο παίρνεις τον αμαξωτό δρόμο για τη Μεσαριά - περίπου σε πέντε χιλιόμετρα φτάνεις στην Ακαμάτρα. Λίγο μετά τα πρώτα σπίτια, υπάρχει μια αριστερή στροφή σχεδόν ορθή γωνία, δίπλα σε ένα εκκλησάκι που μερικοί λένε Αη-Βασίλη κι άλλοι Αη-Γιάννη (το Χρυσόστομο) και που μάλλον είναι Τρεις Ιεράρχες, δηλαδή περιλαμβάνει και τους δύο προαναφερθέντες αγίους. Αν αντί να στρίψεις αριστερά πας δεξιά, ο δρόμος σύντομα εκφυλίζεται σε ένα κατηφορικό χωματόδρομο που οδηγεί στο νεκροταφείο της Υπαπαντής και μετά μετατρέπεται στο παλιό μονοπάτι που όταν ήμουν παιδί οδηγούσε από τη Μεσαριά στο Φύτεμα και τον Εύδηλο και λεγόταν "Καρυδάκι".

Φαντάζομαι θα οδηγεί ακόμα, δεν ξέρω, γιατί την τελευταία φορά που το κατέβηκα ποδαράτο πρέπει να ήταν 1977 ή 1978. Την εποχή εκείνη ξεκαλοκαιριάζαμε στην Ακαμάτρα, μια προβιομηχανική νησίδα μακριά ακόμα από το σημερινό ικαριακό φολκλόρ (γκρούβαλοι, ξενύχτι, μηχανάκια). Βγαίναμε για να πάμε στην πλατεία για λουκουμάδες, παίζαμε στα χωράφια μαζί με τα παιδιά του χωριού διάφορα αυτοσχέδια παιχνίδια, κάναμε αγώνες με φανταστικά αυτοκίνητα, χτίζαμε σπιτάκια από καλάμια και υπολογίζαμε να βγάλουμε το χειμώνα μέσα σε αυτά.

Εμείς οι «πρωτευουσιάνοι» είχαμε την πολυτέλεια να είμαστε σε διακοπές – το να αρμέγουμε και να ταΐζουμε τα κατσίκια δεν ήταν η καθημερινότητα αλλά η διασκέδασή μας, το ίδιο και να κυνηγάμε τα άμοιρα κοτόπουλα της γειτονιάς δήθεν για να τα ξαναβάλουμε μέσα στο κοτέτσι. Τα πρωινά η μάνα μου απήγαγε όλα τα πιτσιρίκια του σογιού, τα έχωνε στο λεωφορείο του Λεσέ και τα πήγαινε για μπάνιο στη θάλασσα. Το λεωφορείο περνούσε κανονικά στις δεκάμιση και μετά ξανά στις εντεκάμιση, και ξανανέβαινε στη μία και μετά πάλι στις δύο. «Κανονικά» για τα ικαριακά δεδομένα βέβαια, μια και δεν ήταν λίγες οι φορές που ο Γιώργης ο Λεσές παρέλειπε να περάσει διότι κάπου αλλού είχε να πάει. Συνήθως όμως ακουγόταν από μακριά η κόρνα του που έπαιζε «τα παιδιά του Πειραιά» αρκετά δυνατά ώστε να ακούγεται στην Ακαμάτρα ενώ ήταν ακόμα στη Δάφνη, ένα-δυό χιλιόμετρα πιο πέρα.

Το παιδομάνι σκιζόταν να κατέβει με το πρώτο λεωφορείο στις δέκα και μισή και να γυρίσει με το δεύτερο στις δύο ώστε να έχει ένα γεμάτο δίωρο στη θάλασσα. Αυτό ήταν κάπως παράδοξο, δεδομένου ότι οι Καριώτες γενικά φοβούνται το νερό – η Ικαρία είναι περισσότερο ένα βουνό στο πέλαγος, παρά ένα νησί που ζει από τη θάλασσα. Για πολλά χρόνια η χειρότερη κατάρα που μπορούσαν να σου απευθύνουν ήταν το «άμε θαλάσσωσε» ή «μπα που να πας στη θάλασσα». Για λόγους αυτοπροστασίας βέβαια ουδέποτε πηγαίναμε σε φουρτουνιασμένες θάλασσες – ή μέσα στο λιμανάκι του Ευδήλου ή στα Σπάσματα δίπλα. Άμα είχε μπουνάτσα πηγαίναμε και σε μια μικρή παραλιούλα που σήμερα δεν υπάρχει πια έξω από το λιμάνι, στον Κόφινα, απέναντι από το νησάκι με το φάρο.

Το απομεσήμερο γυρίζαμε στο χωριό, η μάνα μου έκανε διανομή το κάθε παιδί σπίτι του κι ύστερα μάζευε τα δικά της και γυρίζαμε σπίτι. Το σπίτι ήταν το πατρικό της – τα χρόνια εκείνα τα είχαμε βγάλει εκεί, περισσότερο ελλείψει άλλων επιλογών παρά γιατί μας άρεσε (δηλαδή των μεγάλων, διότι εμάς των παιδιών φυσικά και μας άρεσε). Το σπίτι ήταν άδειο από κατοίκους κάμποσα χρόνια, από τότε που η γιαγιά μου είχε πεθάνει το 1970. Ο παππούς είχε «φύγει» κι αυτός λίγα χρόνια νωρίτερα, τα αδέλφια της μάνας μου ζούσαν αλλού. Αν και τυπικά το σπίτι ανήκε στο μικρό αδελφό τη μάνας μου, δεν υπήρχε καμμιά αντίρρηση να μείνουμε εκεί. Όμως μετά από εφτά χρόνια κλεισίματος και εγκατάλειψης, υπήρχαν διάφορα ζητήματα προς αντιμετώπιση.

Κατ' αρχήν, το σπίτι δεν είχε ρεύμα. Αυτό δεν ήταν πολύ περίεργο για το 1977 στην Ικαρία, αν και η χρήση του ηλεκτρικού είχε αρχίσει πλέον να γενικεύεται. Έπειτα, το νερό έφτανε μέχρι δίπλα, αλλά μέσα στο σπίτι δεν έμπαινε. Φυσικά είμασταν συνηθισμένοι και στις λάμπες πετρελαίου και στο μπάνιο στη σκάφη με νερό που είχε ζεσταθεί στον ήλιο. Ένα μικρό πρόβλημα ήταν η τουαλέτα, με μια ημιυπαίθρια λεκάνη σε ικανή απόσταση από την αυλή μας. Ένα λίγο σοβαρότερο ήταν τα ποντίκια που μπαινόβγαιναν από τα φαγωμένα ξύλα του πατώματος, και δεν έλεγαν να λιγοστέψουν όσο κι αν πιάναμε ένα την ημέρα σε μια μεγάλη φάκα. Στο τέλος μας υιοθέτησε μια από τις γάτες τις γειτονιάς, που αν και ήταν θηλυκή τη φωνάζαμε «μπαρμπα-Λιά». Μας συνόδευε σχεδόν μέχρι την πλατεία τα βράδια, καραδοκούσε πότε θα γυρίζαμε, κοιμόταν κάτω από τα κρεβάτια μας και η παρουσία της τρομοκρατούσε τα ποντίκια για καιρό.

Η εκ πατρός γιαγιά μου που ζούσε μαζί μας δυσκολευόταν από τη μια να μένει στο σπίτι των πεθαμένων συμπέθερων, και από την άλλη να στερείται τις μικρές ανέσεις που απολάμβανε ζώντας στην Αθήνα επί χρόνια. Το πάλευε όμως φιλότιμα, να μαγειρέψει στο γκάζι ή στην εξωτερική εστία της αυλής με τη φωτιά στα ξύλα, να πλύνει τα κατσαρολικά με νερό από τον κουβά στο νεροχύτη της αυλής, να σκαρφαλώσει τα πέτρινα σκαλοπάτια για να συμμαζέψει τα εγγόνια της που έκαναν ακροβατικά δίπλα στο πατητήρι και σκαρφάλωναν από την αποθήκη στις πλάκες της σκεπής.

Το σπίτι είχε αρχίζει να χτίζεται μάλλον λίγο μετά τις αρχές του εικοστού αιώνα, κατά την ικαριακή συνήθεια με δύο συνεχόμενα δωμάτια σε μια αυλή. Μια και δεν ακουμπούσε σε ψηλή αναβαθμίδα, η σκεπή του ήταν δίριχτη και όχι η κλασική μονόριχτη, το «χυτό». Αυτό επέτρεψε όταν μεγάλωσε η οικογένεια και προστέθηκε ένα τρίτο δωμάτιο, σαν «πυργάρι» που λένε, αυτό να γίνει συνεχόμενο με τα υπόλοιπα και απλώς να προεκταθεί η σκεπή, αν και κάτω από αυτό ήταν ένα κελλάρι για τα κρασιά και μεσοτοιχία το πατητήρι. Η αυλή γύριζε στις δύο πλευρές του σπιτιού, σκεπασμένη με μια κληματαριά (μια περιπατίνα, όπως λένε) και άφηνε χώμα ελεύθερο όπου φύτρωνε μια μεγάλη τριανταφυλλιά κι ένα γιασεμί. Τον καιρό της ακμής του σπιτιού η σκαλίτσα που οδηγούσε στο πυργάρι είχε σε κάθε σκαλοπάτι κι ένα γλαστράκι με βασιλικό, νομίζω.

Η τελευταία προσθήκη στο οικοδόμημα ήταν μια τσιμεντένια αποθήκη μεσοτοιχία με την κουζίνα. Αυτή είχε χτιστεί μεταπολεμικά, με εντελώς άλλη λογική από το υπόλοιπο σπίτι που ήταν πέτρινο. Κάποιοι του ευρύτερου σογιού που είχαν μάθει μπετατζήδες, καλούπωσαν εν τάχει τον κενό χώρο ανάμεσα στον τοίχο της κουζίνας και την ξερολιθιά, και μάλιστα έστρωσαν πάνω στα ξύλα εφημερίδες πριν ρίξουν την πλάκα (δεν πολυπίστευαν ότι το υγρό μπετόν δεν θα τρέξει ανάμεσα από τα ξύλα). Πολλά χρόνια μετά, τα κείμενα ακόμα διαβάζονται – οι ημερομηνίες είναι του 1956 νομίζω. Η αποθήκη είχε διάφορα γεωργικά εργαλεία, άχρηστα ήδη το 1977, καθώς και κάτι ξεχασμένα συμπράγκαλα που χρησίμευαν μάλλον για να ζεύονται τα υποζύγια.

Αλλά δεν υπήρχαν πια ζώα στο νοικοκυριό, ούτε καν νοικοκυριό. Είμασταν ο τελευταίοι που έζησαν σε αυτό το σπίτι – πολλά χρόνια μετά έβρισκα το θείο μου εκεί πότε πότε τα πρωινά, καθώς τα χωράφια του ήταν εκεί γύρω. Είχε ένα μπρίκι και κάτι φλυτζανάκια για τον καφέ του, κάτι παλιές φωτογραφίες που μούχλιαζαν πάνω σε ένα σαρακοφαγωμένο καθρέφτη και απεικόνιζαν εμάς και τα ξαδέλφια μας ως μωρά κάπου στη δεκαετία του '60. Τώρα ο θείος μου έχει πεθάνει επίσης, κανονικά το σπίτι το νέμονται κάτι ξαδέλφες μου που έχουν πολλά χρόνια να φανούν στην Ακαμάτρα. Κι εγώ έχω πολλά χρόνια να πάω πια.

Την παλιά εποχή, πριν ακόμα από το χτίσιμο του σπιτιού, ήταν τριγύρω κάτι χωράφια που καλλιεργούσαν όσπρια – λίγο κουκί, λίγα φασολάκια, κάτι ρεβύθια. Όσο ήμουν εγώ εκεί ρεβύθια δεν είδα ποτέ (κουκιά είδα κάμποσα), αλλά τα ονόματα έχουν τη δική τους ιστορία. Όποιος αναφερόταν στο σπίτι αυτό και την τοποθεσία του, το έλεγε «Ροβυθέ» κι ας μην εντοπιζόντουσαν πια ρεβυθιές τριγύρω. Αλλά το σποράκια τους αυτών των επίμονων ψυχανθών όπου βρουν χώμα φυτρώνουν, πότε στην Κρήτη, πότε στην Αθήνα και πότε στο Λέιντεν – φαίνεται πως ο κόσμος έχει ακόμα κρυφές γωνιές, ανεξερεύνητες.


Σ.Σ. Cicer arietinum είναι η λατινική "επίσημη" ονομασία του φυτού της ρεβυθιάς. Για την κατασκευή των παραδοσιακών ικαριακών σπιτιών (αν και η Ροβυθέ δεν είναι εντελώς τυπικό παράδειγμα) ο φιλομαθής αναγνώστης μπορεί να συμβουλευτεί το εξαιρετικό βιβλίο του Γιώργου Κόκκινου "Η παραδοσιακή κατοικία της Ικαρίας και το ιδιόμορφο κτιστό περιβάλλον του νησιού", εκδόσεις Εταιρίας Ικαριακών Μελετών (2005). Η βασική αρχή που διέπει αυτή την αρχιτεκτονική μπορεί να συνοψιστεί στο απόφθεγμα "Σπίτιν όσο να χωρείς, και τόπον όσο να θωρείς" ή κάπως έτσι...

8/5/10

Κοιτάζοντας πίσω

...μα πριν φανεί μέσα απ' το πέλαγο πανί
θα γίνω κύμα και φωτιά
να σ' αγκαλιάσω, ξενητειά
Κι εσύ χαμένη μου πατρίδα μακρινή
θα μείνεις χάδι και πληγή
σαν ξημερώσει σ' άλλη γη...


H Έλενα Μουδίρη-Χασιώτου και η Κατερίνα Σισσίνι τραγουδούν το κομμάτι του Μ.Χατζιδάκι (σε στίχους Νίκου Γκάτσου) στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου κατά τη διάρκεια εκπαιδευτικής εκδρομής του Τμήματος Θεάτρου της Σχολής Καλών Τεχνών του ΑΠΘ (http://www.youtube.com/watch?v=Q269XQuhnnI) Σ.Σ. Κάπως νωρίς με έπιασαν τα συναισθηματικά, ε; Τέλος πάντων, μια χαρά το λένε τα κορίτσια...

6/5/10

Στη ρωγμή του χρόνου (Ν. Ξυδάκης - Μ. Ρασούλης)



Εδώ
στη ρωγμή του χρόνου
κρύβομαι για να γλυτώσω,
απ' του Ηρώδη το μαχαίρι.
Μισολιωμένος
στη Χιροσίμα σου
κάτι προγόνων ξύδι και χολή
σ' αυτήν την άδεια πόλη

Εδώ
στη ρωγμή του χρόνου
θάβομαι για να μεστώσω
μες του Διογένη το πιθάρι.
Στον όγδοο μήνα της
είν' η ελπίδα μου
σχεδόν το βρέφος γύρω περπατά
καθώς εσύ κουρνιάζεις

Εδώ
στη γιορτή του πόνου
ντύνομαι να μην κρυώνω
του Ουλιάνωφ το μειδίαμα.
Σαντάλια του Χριστού
φορώ στα πόδια μου
πραίτορες, βράχοι, πάνω μου σωρό
μα 'γω θα αναστηθώ



Μουσική: Νίκος Ξυδάκης, Στίχοι: Μανώλης Ρασούλης.
Τραγουδάει ο Νίκος Παπάζογλου, από το δίσκο του "Μέσω νεφών" (1986)


Σ.Σ. Στη γιορτή του πόνου...

5/5/10

Μανή, Θεκέλ, Φάρες

Φωτό (c) Associated Press, την εντόπισα στο www.in.gr με τη λεζάντα "Νεαρή διαδηλώτρια προσφέρει βοήθεια σε πεσμένο αστυνομικό". Αθήνα, 5/5/2010.

Κανονικά θα έπρεπε να μιλάω για τη βόλτα στους δρόμους του Άμστερνταμ, τις εικόνες που αποθησαύρισα, τον όποιο ενθουσιασμό του καινούργιου. Θα έπρεπε να λέω για το σπίτι "μου" που απέκτησα σήμερα κανονικά και με το νόμο, μετά από έντεκα μήνες και και πέντε μέρες περιπλάνησης. Θα έπρεπε να εκφράσω την ανησυχία μου για το αν το βηχαλάκι μου οφείλεται στην ύπαρξη μιας γάτας προ επταετίας σε αυτό το ίδιο σπίτι. Να πω για τα κανάλια, για τον κρυπτόμενο ήλιο, τη μυρωδιά έξω από τα coffee-shops, τα ποδήλατα, τα ποδήλατα και τα ποδήλατα. Κανονικά.

Αλλά δεν είναι κανονικά τα πράγματα, ακόμα και από απόσταση δυο χιλιάδων χιλιομέτρων σχεδόν. Δεν είναι κανονικά τα πράγματα, γιατί μετρηθήκαμε και βρεθήκαμε τρεις λιγότεροι. Ακόμα χειρότερα, μετρηθήκαμε, ζυγιστήκαμε και βρεθήκαμε λειψοί, κατώτεροι των περιστάσεων, λίγοι. Από εδώ που βρίσκομαι δεν έχω πλήρη και σαφή εικόνα των πραγμάτων στην Ελλάδα, αλλά φοβάμαι πως είναι μια από κείνες τις φορές που η "μεγάλη" ιστορία παραμερίζει τις μικρές ιστοριούλες μας που βουλιάζουν στην ασημαντότητα. Περιδιαβαίνω τις ιστοσελίδες και τα ιστολόγια, ρίχνω ματιές στο facebook και μιλάω με κόσμο στην Ελλάδα, αλλά πιο πολύ βλέπω (με μια κάποια απελπισία, καιρό τώρα) το θρίαμβο της βλακείας, το αναμάσημα των βεβαιοτήτων και των στερεοτύπων ("όλοι αυτοί που..."), την ολοσχερή οπισθοχώρηση της κριτικής σκέψης, της ανάλυσης, ενίοτε ακόμα και της ανθρώπινης ευαισθησίας ή της απλής ικανότητας να ακούς.

Σαν συντελεστεί η καταστροφή, δεν είναι πολλά πια να πεις. Κοιτάζω τους διαλόγους στη Βουλή με απορία και θλίψη - αν και είμαι εξοικειωμένος με την ειδική γλώσσα της πολιτικής και εθισμένος να διαβάζω "μέσα από τις γραμμές", εδώ σηκώνω τα χέρια. Είτε οι ικανότητές μου με εγκατέλειψαν απότομα και δεν καταλαβαίνω τίποτα, είτε η όλη συζήτηση στερείται παντελώς νοήματος. Μπορεί να φταίει η αποσπασματική εικόνα που έχω λόγω της απόστασης, αλλά από την άλλη δε νομίζω ότι θα γινόμουν και πολύ σοφότερος από τα παράθυρα των καναλιών. Των καναλιών της τηλεόρασης, εννοώ.

Γιατί το κανάλι έξω από το παράθυρό μου συνεχίζει να ρέει αδιόρατα. Κοιτάζω την κοιμισμένη πόλη - περασμένες έντεκα, άρα ήδη πολύ αργά για τα τοπικά ήθη. Σκέφτομαι τη μακρινή Αθήνα που βράζει, τους φίλους και τους ανθρώπους που αγαπώ, εκείνους με τους οποίους αισθάνομαι αλληλέγγυος, τους επαναστατημένους της συγκυρίας. Σκέφτομαι την αήττητη ηλιθιότητα των μπαχαλάκηδων μουτζαχεντίν της "εξέγερσης": σήμερα τρεις, αύριο χίλιοι δεκατρείς (οι νεκροί). Σκέφτομαι την τραγική ανεπάρκεια του πολιτικού προσωπικού, ακόμη και αυτών με τους οποίους κατά κανόνα συμπορεύομαι. Σκέφτομαι την έρημη χώρα μου, στο δοκιμαστικό σωλήνα των κατ' ευφημισμόν "κερδοσκόπων" και του ΔΝΤ για τεστ αντοχής, παιχνιδάκι των "αγορών" και του καπιταλισμού (τζιζ! μη λες κακές λέξεις!). Σκέφτομαι πώς δεν έφερα μαζί μου κάποιο αντίγραφο της Παλαιάς Διαθήκης και πως πρέπει να στηριχτώ στη μνήμη μου για να θυμηθώ την ιστορία από το βιβλίο του προφήτη Δανιήλ με το χέρι που έγραφε στον τοίχο τη φράση του τίτλου (εμετρήθης, εζυγίσθης και ευρέθης ελλιπής) και όριζε την τιμωρία του "λειψού" άρχοντα. Και μετά θυμάμαι από το ίδιο βιβλίο την ιστορία των τριών παίδων εν καμίνω.

Μα στο καμίνι του σήμερα, ποιος άγγελος θα βρεθεί να μας δροσίσει;


ΥΓ. Ο τίτλος της ανάρτησης προέρχεται από μια ιστορία που ανεφέρεται στο 5ο κεφάλαιο του βιβλίου του Δανιήλ (δείτε το εδώ στη μετάφραση των Ο'). Στο ίδιο βιβλίο, στο 3ο κεφάλαιο, περιγράφεται η ιστορία των τριών παίδων, με κάποιες παραλλαγές στους Ο' σε σχέση με το εβραϊκό κείμενο που διασώζεται.