
Οι νεώτεροι προφανώς δεν θα το θυμούνται, αλλά οι πιο παλιοί ίσως έχουν ακούσει ένα "ανέκδοτο" που έκανε στράκες στις αρχές της δεκαετίας του 1980:
- Ποια είναι η πιο κουφή γκόμενα;
- Του Σαλαμπάση.
Ο λόγος είχε να κάνει με την τεράστια επιτυχία του άσματος "Σ' αγαπάω, μ' ακούς;" που τραγουδούσε ο συμπαθής λαϊκός βάρδος με το κάπως νυσταλέο βλέμμα, Γιώργος Σαλαμπάσης, ο δίσκος του οποίου με τίτλο "Παράπονο" έκανε εκπληκτικές πωλήσεις εκείνη τη χρονιά (γύρω στο 1982 πρέπει να ήταν). Το σουξέ, σε μουσική Νίκου Μπαξεβάνη και στίχους Θόδωρου Άγγελου, βρισκόταν στα χείλη όλων, και το σλόγκαν του τίτλου φιγουράριζε σε μπλουζάκια, τοίχους (ειδικά απέναντι από παράθυρα σκοτεινών αντικειμένων του πόθου), αφίσες και πειρατικά ραδιόφωνα (το κρατικό δεν έπαιζε μπουζούκια, παρά μόνο η ΥΕΝΕΔ που είχε παραχωρήσει κάμποσες ώρες πρόγραμμα σε εταιρίες δίσκων, ακόμα και σε αυτές που έβγαζαν κασέτες περιξ της Ομόνοιας). Η φράση-κλειδί επαναλαμβανόταν αενάως σε κουβέντες της παρέας και θεατρικές επιθεωρήσεις, με μικροπαραλλαγές ίσως αλλά πάντα με ένα "μ' ακούς;" στο τέλος, και η άγνωστη πλην ατυχής γκόμενα του τραγουδιστή πλήρωνε ορισμένα από τα σπασμένα σε αστεία σαν το παραπάνω.
Όλη η Ελλάδα έλεγε "Σ' αγαπάω, μ' ακούς;" - ακόμα και ημείς οι wannabe κουλτουριάρηδες (εγώ ήμουνα 14-15 χρονών τότε, αλλά τις αποφάσεις μου τις είχα πάρει) αν και σνομπάραμε φυσικά το "σκυλοτράγουδο" και σαρκάζαμε ανεκδοτολογικώς τους υποτίθεται γελοίους στίχους του ρεφραίν (σ' αγαπάω, μ' ακούς; σ' αγαπάω, μ' ακούς; σ' αγαπάω σου λέω / είμαι μόνος, μ' ακούς; είμαι μόνος, μ' ακούς; σ' έχω ανάγκη, πεθαίνω). Ορισμένοι μεγαλόσχημοι της κουλτούρας (μεταξύ των οποίων και αρκετοί σοβαροί άνθρωποι) δήλωναν τη βδελυγμία τους για το έκτρωμα που δηλητηριάζει το αισθητήριο του λαού (για κάποιο λόγο ο λαός ήταν οιονεί αλάθητος, οπότε όταν βγαίνανε σουξέ σαν το προαναφερθέν ή σαν το "Παντρεμένοι κι οι δυο" λίγο νωρίτερα, όφειλε να υπάρχει κάποια συνομωσία από πίσω). Ιδιαίτερη μήνιν ξεσήκωναν οι στίχοι, η απλοϊκότητα των οποίων (κατά την κρίση των ταγών της κουλτούρας) έβγαζε μάτι.
Ετέθη όμως το ερώτημα, αφού ήταν τόσο χάλια το άσμα, πώς γίνεται ο σοφός, κατά τα λοιπά, λαός να το επιβραβεύει με τόσο τρελές πωλήσεις. Το ερώτημα διερεύνησε, ενθυμούμαι, ένα ντοκυμανταίρ της τηλεοπτικής εκπομπής "Παρασκήνιο" (δεν θυμάμαι αν ήταν σε σκηνοθεσία Λάκη Παπαστάθη εκείνη την εποχή, ή κάποιου άλλου από την ομάδα CINETIC που είχε την παραγωγή). Παρακολούθησα την εκπομπή με τεράστιο ενδιαφέρον, καθώς υπέθετα ότι θα ήταν η συντριπτική απάντηση των καθ' ημάς κουλτουριάρηδων στο βδελυρό αίσχος.
Αναμφίβολα, στο ντοκυμανταίρ βασίλευε η ψυχραιμία: λογοτέχνες, μουσικοί, στιχουργοί και σκυλάδες, λαϊκοί τύποι και καθηγητές πανεπιστημίου έλεγαν την άποψή τους on camera με χαμηλή φωνή και συγκροτημένα επιχειρήματα. Το θέμα αναλύθηκε σε βάθος και πλάτος, ζυγίστηκε, ιδώθηκε σφαιρικά, εξετέθησαν οι ιδεολογικές παράμετροι (όπως απαιτούσε η εποχή) και προς το τέλος της εκπομπής, λίγο πριν εμφανιστεί ο αοιδός επί σκηνής στο μαγαζί που υπηρετούσε την τέχνη του (επί της Λεωφόρου Συγγρού, αν θυμάμαι καλά) για να χαρίσει στην εκπομπή ένα live σπάνιας ομορφιάς, βγήκε ένας εκ των καθηγητών πανεπιστημίου και έβαλε τα πράγματα στη θέση τους, διαβάζοντας μέσα από ένα λεπτό βιβλιαράκι:
Ποιος μιλεί στα νερά και ποιος κλαίει –ακούς;
Ποιος γυρεύει τον άλλο, ποιος φωνάζει –ακούς;
Είμ' εγώ που φωνάζω κι είμ' εγώ που κλαίω, μ' ακούς;
Σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, μ' ακούς;
Ύστερα, κοιτάζοντας την κάμερα, συμπλήρωσε: "Οδυσσέας Ελύτης, Το μονόγραμμα. Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας 1979."
Θυμάμαι που σκέφτηκα ότι ίσως και να μην ήταν τόσο χάλια οι στίχοι, τελικά.
Σ.Σ.: Έχω εξηγήσει και στο παρελθόν ότι δεν είμαι καθόλου νοσταλγός της δεκαετίας του 1980, οπότε παρακαλώ να μην ερμηνευτεί η ανάρτηση υπό αυτό το πρίσμα. Το άσμα μπορείτε να δείτε σε τηλεοπτική πλέι-μπακ εκτέλεση στο σύνδεσμο http://www.youtube.com/watch?v=uf5xHphXIrA (δεν το ενσωμάτωσα στην ανάρτηση διότι στην πραγματικότητα δεν μου αρέσει ως τραγούδι, αλλά όποιος έχει την περιέργεια ας το δει εκεί). Ατυχώς δεν θυμάμαι και δεν αναζήτησα ιδιαίτερα άλλα στοιχεία για το ντοκυμανταίρ, πάντως η εκπομπή "Παρασκήνιο" που νομίζω υφίσταται ακόμα, είναι εξαιρετική απεικόνιση των πνευματικών πραγμάτων της χώρας. Δεν είμαι απόλυτα σίγουρος ποιο ήταν το απόσπασμα από τον Ελύτη που διάβασε ο καθηγητής, θυμάμαι όμως πολύ καλά ποιος είναι, αλλά δεν τον αναφέρω διότι η μεταγενέστερη πολιτεία του με έχει εξοργίσει τα μέγιστα και σιγά μην του κάνω και διαφήμιση.
Πάνε κοντά δέκα χρόνια που άκουσα το Σωκράτη Μάλαμα να τραγουδάει ή να απαγγέλλει επί σκηνής τους στίχους
Στον Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στη θάλασσα
με κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μες στ' άπατα μιαν ηχώ
να κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ,
να σε βλέπω μισή να περνάς στο νερό
και μισή να σε κλαίω μες στον Παράδεισο.
με τους οποίους τελειώνει το Μονόγραμμα. Ήμουν πολύ ερωτευμένος εκείνες τις μέρες: την επομένη πήγα και πήρα το ποίημα και το απήγγειλλα στην αγαπημένη μου, ευκαιρίας δοθείσης. Φυσικά ο Παράδεισος άδειασε γρήγορα και χάθηκε (το έχουν αυτό οι παράδεισοι...) και από τότε τις όποιες ερωτικές εξομολογήσεις μου τις κάνω με τα δικά μου λόγια, καλού κακού.
Το νησί υπάρχει ακόμα, κάπου στον κόσμο.
4/3/10
Σ' αγαπάω, μ' ακούς;
1/3/10
Εις το βουνό ψηλά εκεί
Το φεγγάρι πάνω από τα καταφύγιο Ασκύφου, λίγο πριν νυχτώσει στο κέντρο του κόσμου.
Η τρέλα δεν πάει στα βουνά, λέει η παροιμία, και με αφήνει με την απορία τι να εννοεί άραγε. Εμείς οι ιστιοπλόοι πάντως και στα βουνά πάμε άμα λάχει, τώρα που τα σκάφη είναι τραβηγμένα στα καρνάγια και οι ιστιοπλοϊκές δραστηριότητες περιορίζονται στο διαδίκτυο μάλλον παρά στην πραγματική ζωή. Τα μέλη του σκληρού πυρήνα της Συντρίμ τημ, ο μαλακός μανδύας που τα περιβάλλει (δηλαδή εγώ) καθώς και κάποιοι φίλοι, αφήσαμε για την ώρα τη θάλασσα και τη μαγευτική διαδρομή Ηράκλειο-Δία και τανάπαλιν προς αναζήτηση της περιπέτειας στο αφιλόξενο έδαφος των Λευκών Ορέων, και συγκεκριμένα του οροπεδίου Ασκύφου. Αφιλόξενο για τους Ηρακλειώτες της παρέας, εννοείται, καθώς η περιοχή ανήκει στο νομό Χανίων - εμείς οι ξενομπάτες ουδεμία σκασίλα έχουμε.
Το ραντεβού ήταν Σάββατο πρωί στο Αμουδάρι - φυσικά τα ικαριακά γονίδια του γράφοντος εύκολα μετέτρεψαν το πρωί σε απομεσήμερο οπότε το ραντεβού μετετέθη για το καταφύγιο που βρίσκεται σε υψόμετρο 1200 μέτρα. Για να μην υπάρχει παρεξήγηση, εννοείται ότι η ανάβαση έγινε σε 4x4 με οδηγό, οπότε από την ευχάριστη θέση του συνοδηγού είχα την ευκαιρία να σέρνω τα εξ' αμάξης (κυριολεκτικά) με αφορμή διάφορα αρχιτεκτονήματα ή συμπεριφορές που συναντούσαμε δρόμο-δρόμο. Ατυχώς κάποτε η απόλαυση τελείωσε όταν φτάσαμε στο καταφύγιο και συναντήσαμε τους καμιά τριανταριά και βάλε νομάτους που γέμιζαν τα δωμάτια και το χώρο εστίασης, με τα ωραία μπουφάν και τα ωραιότερα φλις τους. Θα ταίριαζαν πολύ καλύτερα με ασορτί αρβυλάκια, αλλά ο κανονισμός προέβλεπε ότι τα άρβυλα βγαίνουν στον προθάλαμο και αντικαθίστανται από λαστιχένια σαγιονάρα σαν αυτές που δίνουνε στο στρατό, πράγμα που αφαιρεί ένα μέρος της κομψότητας που προσδίδει η ορειβατική εξάρτυση, αλλά είναι αναμφίβολα πολύ πρακτικότερο.
Για την περίσταση είχα βάλει κι εγώ το φλισάκι μου, επιτέλους για τη χρήση που προορίζεται κανονικά και όχι για μούρη στο γραφείο. Τα υπόλοιπα συμπράγκαλα που κουβάλαγα ήταν μάλλον ιστιοπλοϊκού ενδιαφέροντος, καθώς το υποτίθεται hiking πατούμενο ήταν λίγο μόλις καλύτερο από ένα κοινό αθλητικό παπούτσι, το αντιανεμικό, ο σκούφος και το κασκώλ ήταν εμφανώς για βαπορίσια χρήση, και το τζηνάκι απλό τζηνάκι. Ο καιρός ήταν μαζί μου βέβαια, καθώς είχε ήλιο άφθονο, μηδέν χιόνι γύρω γύρω, ελάχιστο ακόμα και στις βουνοκορφές που μας περιτριγύριζαν στο μικρό οροπέδιο της Ταύρης. Άλλοι, πιο προχωρημένοι, γκρίνιαζαν - θα προτιμούσαν κανέναν καραχιονιά, μάλλον. Αλλά οι περισσότεροι φαινόντουσαν ευχαριστημένοι, και κρίνοντας από το ότι ήξερα τους μισούς περίπου υπό ιστιοπλοϊκή ιδιότητα, δεν ανησύχησα για το ενδεχόμενο να μείνω χωρίς παρέα το πρωί της επομένης που οι ορειβάτες θα σηκωνόντουσαν χαράματα να κατακτήσουν τις κορφές.
Οφείλω να ξεκαθαρίσω στους αναγνώστες τους ιστολογίου ότι δεν είμαι καθόλου άνθρωπος των κάμπων: λατρεύω τα βουνά - ειδικά να κάθομαι στην παραλία και να τα κοιτάω από μακριά. Όταν αρχίζει η ανηφόρα όμως, αρχίζω να θυμάμαι ότι (για να το πω αποφατικά) ΔΕΝ είμαι ακριβώς νέος, λεπτός και γυμνασμένος, χώρια το άσθμα. Επειδή όμως τα τελευταία δυο-τρία χρόνια έχω αρχίσει και κάνω πράγματα που τα προηγούμενα τριανταεννιά είτε ανέβαλλα διαρκώς είτε δεν είχα διανοηθεί ότι θα μπορούσαν να με αφορούν, κάποια στιγμή θα έφτανε και η ώρα της ανάβασης. Φυσικά ο καθένας έχει κάποια όρια - τα δικά μου σίγουρα δεν φτάνουν πολύ ψηλότερα από τα 1200 μέτρα. Όμως κάπου βρίσκονται, και είπα να σπεύσω να τα συναντήσω.
Η συνάντηση ήταν λίγο απότομη. Μετά από μια νύχτα με φαγητό, πολύ κρασί και τραγούδι, καθώς και μια απόπειρα εκμάθησης Χανιώτη (χορός είναι αυτό) σε ανεπίδεκτους Καριώτες (ευχαριστώ, κορίτσια), οι ορειβάτες ξύπνησαν χαράματα κι έφυγαν για ψηλά. Τα συντρίμμια της νύχτας και άλλοι θαλασσινοί ξεμείναμε στα πέριξ του καταφυγίου, με αργό και τελετουργικό ξύπνημα, λουκούλλειο πρωινό, καφέ και τσιγάρο χωρίς την αστυνόμευση του οδηγού από τον ΕΟΣ Χανίων που ήταν ο άρχων του χώρου. Με κάποια έκπληξη είδα ότι "ορειβάτες" ήταν μετά βίας οι μισοί, κι από τους άλλους μισούς εγώ ήμουν ο πιο πρωινός. Κάποτε όμως και οι άλλοι μισοί αποφασίσαμε να πάμε κάπου, αρχικά προς το οροπέδιο Νιάτου και μετά στο μονοπάτι Ε4 που οδηγεί εν τέλει στη Χώρα Σφακίων. Ο σκληρός πυρήνας και οι φίλοι τους επέλεξαν αυτή τη διαδρομή, με σκοπό να κάνουν περίπου τη μισή απόσταση, γύρω στις διόμιση ώρες (κι άλλο τόσο πίσω). Ο μαλακός μανδύας δυστυχώς σφήνωσε στο σαραντάλεπτο σε μια κατηφορική χαράδρα, και αναλογιζόμενος ότι στην επιστροφή θα ήταν ανήφορος είδε τα όριά του να πλησιάζουν απειλητικά, και πριν συναντηθούν βίαια είχε ήδη κάνει μεταβολή για την επιστροφή.
Ο σοφός Νέτος το είχε προβλέψει από την παραμονή, λέγοντας ότι η "Συντριμιών ανάβαση" θα εξελισσόταν εν τέλει σε "Κάθοδο των κακο-μοιρίων" (και στο τέλος θα φωνάζουμε "θάλαττα-θάλαττα"). Με συνόδεψε μέχρι το καταφύγιο, παρηγορώντας με ενόψει του ψησίματος πανσέτας που θα ακολουθούσε. Η Μανταλένα ήρθε μαζί μας - ξεπέρασα την επαπειλούμενη κρίση άσθματος συζητώντας με τους φίλους μου για το αν είναι προτιμότερο να γίνεσαι πρώτα φίλος και ύστερα εραστής κάποιου ή το αντίστροφο (στην περίπτωση που τα κάνεις και τα δύο διαδοχικά), ένα θέμα ύψιστου ορειβατικού ενδιαφέροντος. Κουβέντα στην κουβέντα η ανάσα μου επέστρεψε, και μετά από λίγο επέστρεψαν και οι κατακτητές της κορυφής. Τσιμπήσαμε και ήπιαμε, σβήσαμε το ακοίμητο τζάκι, μαζέψαμε και σκουπίσαμε μέχρι να επιστρέψουν τα υπόλοιπα συντρίμμια. Όταν έφτασαν ρωτήσαμε μέχρι πού πήγαν.
- Μέχρι να δούμε τη θάλασσα, είπε η Κάντυ, και η προφητεία του Νέτου εκπληρώθηκε.
Φορτώσαμε τα αμάξια και αποχωρήσαμε σε φάλαγγα, εμείς μπροστά και η Μαρίστρα πίσω. Στο Αμουδάρι χωριστήκαμε, ο σκληρός πυρήνας έμεινε για ρακές κι εμείς πήραμε το δρόμο για τη Χώρα Σφακίων, περάσαμε το φαράγγι της Ίμπρου και χαζέψαμε τη Γαύδο από απέναντι. Ύστερα, όσο ήταν ακόμα μέρα περάσαμε από το Φραγκοκάστελλο, αλλά είναι νωρίς ακόμα για Δροσουλίτες. Φτάσαμε στο Ροδάκινο και είδαμε τα βράχια που κοκκίνιζαν από τον ήλιο. Λίγο πριν σουρουπώσει περάσαμε το φαράγγι Κοτσυφού (τα φαράγγια που περνάς εποχούμενος είναι πολύ ευχάριστα) κι ύστερα βγήκε ένα τεράστιο, πανέμορφο φεγγάρι που μας πήγε μέχρι το Ηράκλειο και μας άφησε απαλά στην πόρτα.
Πριν κοιμηθώ, θυμήθηκα μια ιστορία που είχα διαβάσει παλιά, για ένα γέρο Σφακιανό που έλεγε:
"Όλος ο κόσμος, είναι η Ευρώπη,
κι όλη η Ευρώπη είναι η Ελλάδα,
κι όλη η Ελλάδα είναι η Κρήτη,
κι όλη η Κρήτη είν' τα Σφακιά,
κι όλα τα Σφακιά είν' τ' Ασκύφου,
κι όλο το Ασκύφου είμαι εγώ".
Δεν συμφωνώ βέβαια, κι άλλα έξι-εφτά δισεκατομμύρια κόσμος επίσης, φαντάζομαι. Αλλά όπως έγραψα σε κάτι (αληθινούς) ορειβάτες φίλους μου από το καταφύγιο, "πλάκα έχει". Όσο έχει πλάκα και μια παρέα ιστιοπλόων σε ένα ορειβατικό καταφύγιο, κι ένας ξενομπάτης που τους ακούει μαζί με τις παγωμένες ριπές του αέρα, ρίχνοντας και μια κλεφτή ματιά στις μισοχιονισμένες πλαγιές που λάμπουν ήρεμα στο φως της πανσελήνου.Δεν είναι το φως της πανσελήνου, αλλά είναι το λίγο χιόνι δίπλα στην κορυφογραμμή σε μια φωτογραφία που τράβηξε η Ε., (μια πραγματική ορειβάτισσα - "σκυλί", κατά τον οδηγό του ΕΟΣ Χανίων που ηγείτο της ανάβασης) όση ώρα τα συντρίμμια κάπνιζαν δίπλα στο τζάκι.
Σ.Σ.: Την ιστορία με το γέρο-Κρητικό που είναι το κέντρο του κόσμου, την πρωτοδιάβασα σε ένα βιβλίο ενός κυρίου Τ. Καλονάρου που λέγόταν "Η ευτυχία του να είσαι Έλληνας" και αντέγραφε ή παρωδούσε το βιβλίο του (γνωστού) Νίκου Δήμου "Η δυστυχία του να είσαι Έλληνας" κάπου στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Κανένα από τα δύο βιβλία δεν είναι του γούστου μου. Στην Κρήτη η ιστορία αυτή είναι νομίζω γενικά γνωστή, με διάφορες παραλλαγές κατά τόπους.
24/2/10
Ακαμάτρα
Ξημέρωμα μετά το πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου (2009). Αριστερά η εκκλησία της Παναγίας της Λέφαινας, στο βάθος κατά την ανατολή το Δράκανο από τη βόρεια πλευρά.
Το χωριό δε λεγόταν πάντα έτσι, νομίζω αρχικά λεγόταν απλώς "Κάτω χωριό", καθώς είναι το πρώτο από τα χωριά της Μεσαριάς που συναντάς ανεβαίνοντας. Όταν η ευρύτερη περιοχή στη βόρεια πλαγιά της Κεφάλας αρχισε να κατοικείται, ήταν ακόμα η εποχή που τα παιδιά έχτιζαν τα σπίτια τους δίπλα στο πατρικό και φτιάχνονταν γειτονιές ολόκληρες που ως και σήμερα έχουν το όνομα συγκεκριμένων οικογενειών: ο Καρναβάδος, ο Ξερέδος, ο Λουριδάτος, ο Καλαφατάτος, ο Ντουρέδος, ο Ξενιάδος, ο Πετράτος, ο Κουντουπάτος, ο...
Το πιο καλό νερό στο χωριό ερχόταν από την Αλάμα, μια πηγή πάνω στην Κεφάλα. Κάτι λίγοι είχαν στέρνες, όπως αυτή που ακόμα υπάρχει στου Βαγιανού, ή πηγάδια, αλλά οι πιο πολλοί (ακόμα κι αυτοί που είχαν νερό κοντά τους) προτιμούσαν για πόσιμο το νερό της Αλάμας. Έτσι πήγαιναν συχνά με τις στάμνες να γεμίσουν ψηλά στην πηγή, και κατηφορίζοντας έφταναν στο σταυροδρόμι που πήγαινε για τα Κάτω Μέρη, από όπου ο καθένας θα πήγαινε κατά το σπίτι του. Εκεί υπήρχε μια μεγάλη πέτρα, ένας οριζόντιος βράχος (κοντά στα σπίτια των Σταυρινάδων σήμερα), όπου ακουμπούσαν τις στάμνες και ξαπόσταιναν λίγο. Άλλοι περνούσαν από το σταυροδρόμι είτε προς τα πάνω είτε προς τα κάτω, και ήταν ένα σταθερό σημείο συνάντησης για τον κόσμο του χωριού, όπου κουβέντιαζαν και χασομερούσαν λίγο.
Όταν γύριζαν πια σπίτι, οι νοικοκυρές που περίμεναν πώς και πώς το νερό τους έλεγαν "πάλι στην ακαμάτρα ήσουνα;", εννοώντας την πέτρα που χασομερούσαν "τεμπελιάζοντας" αντί να φέρουν γρήγορα το νερό σπίτι. Εκεί ανοίχτηκε η πλατεία που είναι σήμερα, δίπλα στη δρυ που επί τουρκοκρατίας γίνονταν οι εκτελέσεις (δι' απαγχονισμού) στη βραχύβια περίοδο που η έδρα του Τούρκου διοικητή ήταν στο χωριό. Η πλατεία λεγόταν (και λέγεται ακόμα) Ακαμάτρα, κι ύστερα όλο το χωριό ονομάστηκε έτσι.
Μερικοί λένε (κακεντρεχώς) ότι το χωριό πήρε το όνομά του από την παροιμιώδη εργατικότητα των κατοίκων του και μάλιστα ότι τους το κόλλησαν οι λοιποί Μεσαρίτες (σκωπτικά, δηλαδή τους έλεγαν "ακαμάτες"). Αυτό δεν ισχύει - για την ακρίβεια οι Ακαματριώτες πάντα δούλευαν διότι είχαν χωράφια να καλλιεργήσουν και ζώα δίπλα τους, σε αντίθεση με τους "απ' έσω" (δηλ. αυτούς από τη εξωτερική πλευρά της Κεφάλας που βλέπει στην Πέρα-Μεριά) που ήταν σε κακοτράχαλο μέρος και ήταν κυρίως βοσκοί στο βουνό. Μάλιστα ο Χρήστος Μακκάς, δικηγόρος από την Ακαμάτρα, είχε διατυπώσει την άποψη ότι το όνομα βγαίνει από το "ακάματος" (δηλαδή ακούραστος) και όχι από το ακαμάτης, καθώς οι κάτοικοι δούλευαν συνεχώς. Την ίδια άποψη διάβασα και στο γκρουπ περί Ακαμάτρας στο facebook, το οποίο όμως έχει ξεκινήσει ένας δισέγγονος του Μακκά οπότε η πληροφορία που διακινεί δεν επιβεβαιώνεται από ανεξάρτητες πηγές.
Σήμερα ο τρόπος ζωής των ανθρώπων έχει αλλάξει κατά πολύ, το νερό τρέχει από τη βρύση της κουζίνας και όσο σκληρά και να δουλεύεις, στην Ικαρία ψωμί δεν τρως. Ο πατέρας μου πήγε Δημοτικό στην Ακαμάτρα πριν τον πόλεμο - το σχολείο είχε εβδομήντα παιδιά. Εδώ και λίγα χρόνια έχει κλείσει λόγω έλλειψης παιδιών, και δυο-τρία που είχαν ξεμείνει πηγαίνουν στο εξατάξιο στον Εύδηλο και καλά κάνουν. Η ακαμάτρα πέτρα στο σταυροδρόμι προφανώς δεν εντοπίζεται πια - ούτε καν το ίδιο το σταυροδρόμι. Το καλοκαίρι το χωριό ξαναγεμίζει λίγο (έχω περάσει κι εγώ κάποια παιδικά καλοκαίρια εκεί) αλλά τον πιο πολύ χρόνο τα σπίτια είναι κλειστά, και κάτι λίγοι μόνο έχουν μείνει να την παλεύουν, όπως άλλωστε σε όλο το νησί.
Τι είναι η πατρίδα μας; Μην είναι τ' άπαρτα ψηλά βουνά; Ή ίσως εκείνες οι εικόνες της παιδικής ηλικίας που αρνούνται να ξεθωριάσουν και να παρασυρθούν από το ρεύμα της καθημερινότητας. Το σκέφτομαι καθώς σε λίγο καιρό θα είμαι πάλι μετανάστης, αληθινός αυτή τη φορά. Οι φίλοι που έκανα στην Κρήτη με ρωτάνε αν θα στεναχωρηθώ που θα φύγω μακριά από την πατρίδα, και τους απαντάω "όπου γης και πατρίς". Μέσα μου όμως ξέρω πως δεν είναι αλήθεια, κι αν έπρεπε να το ορίσω κάπως, τότε για μένα πατρίδα είναι ένας τόπος συγκεκριμένος, ένα σταυροδρόμι ανάμεσα στις πηγές και τα κάτω μέρη, που ξαποσταίνουν λίγο οι άνθρωποι χασομερώντας πριν κουβαλήσουν τα φορτία τους - τα βαριά και απαραίτητα φορτία τους - εκεί που κάποιος τους περιμένει.
Δίπλα υπάρχει μια παμπάλαια δρυς - οι κρίκοι από τους οποίους κάποτε κρεμάγαν τα σχοινιά έχουν από χρόνια ενσωματωθεί στο φλοιό του δέντρου.Στη μια άκρη της πλατείας, δίπλα στη δρυ, ο δρόμος που πάει στον Ξερέδο και πιο πάνω στο Ντουρέδο πριν καταλήξει στην Αλάμα. Από δω ξεκινάει σήμερα και ο φοβερός "ποδηλατόδρομος" στη μέση του πουθενά που καταλήγει στο Δρούτσουλα (άμα οι μελετητές έχουν έμπνευση και η Ευρωπαϊκή Ένωση κονδύλια...).
22/2/10
Η γυναίκα του Σωκράτη
Αν και η Ξανθίππη (εδώ περιλούζοντας το σύζυγο) είναι μεγάλη φίρμα του μπλογκ (για ιστιοπλοϊκούς, κυρίως, λόγους) δεν είναι αυτή το θέμα μας. Reyer van Blommendael c. 1655, Oil on canvas, 210 x 198 cm Musee des Beaux-Arts, Strasbourg.
Πρέπει να ήταν δυο-τρεις μέρες μετά την Πρωτοχρονιά του 1999. Είχαμε ξεμείνει στην Ικαρία, μια ετερογενής αλλά πολύ καλή παρέα, κάνοντας αρμένικη βίζιτα στο σπίτι της Μαίρης (εγώ μόνο για ύπνο πήγαινα στο δικό μου). Ο Γιάννης, εξωικαριακής προέλευσης φλερτ της Μαιρούλας (και μετέπειτα σύζυγος έως της σήμερον) είχε κατενθουσιαστεί με τα ικαριακά δρώμενα που δεν είχε ματασυναντήσει ως τότε. Μεθυσμένος από κρασί και έρωτα, γυρνούσε στα καφενεία και κέρναγε τον κόσμο. Εκεί πέτυχε το Σωκράτη, εξίσου μεθυσμένο (από κρασί, κατά κύριο λόγο) και αφού κολλήσανε λέγοντας διάφορα ακατάληπτα που κανείς τρίτος δεν κατάλαβε και κανένας από τους δύο δε θυμόταν μετά, αποδέχτηκε για λογαριασμό όλης της παρέας την πρόσκληση να πάμε στο μετόχι του Σωκράτη στο Κεραμέ να κάνουμε ζεύκι.
Οι φήμη που ακολουθούσε το Σωκράτη έλεγε ότι ήταν τόσο γλεντζές ώστε κάποτε, μες στη σούρα του, είχε χτίσει την πόρτα του δωματίου που τρωγόπιναν οι φιλοξενούμενοί του μην τυχόν και φύγουν και σταματήσει η διασκέδαση. Όπως ήταν φυσικό, με αυτές τις προδιαγραφές η παρέα ενθουσιάστηκε και βρέθηκε σούμπιτη στο μετόχι δια τα περαιτέρω.
Ο οικοδεσπότης ήταν μες στη χαρά, κερνούσε κρασί και έλεγε πικάντικες (ελαφρώς σόκιν) ιστορίες, κυρίως απευθυνόμενος στις νέες (κατά τεκμήριο μη ικαριακής προέλευσης και μη συνοδευόμενες) της συντροφιάς. Μία εξ' αυτών σκανδαλίστηκε ελαφρώς και θεώρησε σκόπιμο να τον επαναφέρει διακριτικά στην τάξη:
- Κύριε Σωκράτη, να σας ρωτήσω κάτι;
- Ε, αρώτησέ με, χρυσό μου, πε μου είντα θες;
- Είστε παντρεμένος;
- Ε, είμαι, μαθέ.
- Και την αγαπάτε τη γυναίκα σας;
Και τότε ο Σωκράτης γύρισε απορημένος στην υπόλοιπη παρέα, και με το ύφος του απόλυτα αυτονόητου, είπε:
- Αμέ την αγαπώ, μαθέ, γιατί άμα 'εν την αγαπήσω 'γω, 'α μου την αγαπήσει κάνας άλλος...
Η παρέα έβαλε τα γέλια. Η κοπέλα δεν ξαναφάνηκε στα μέρη μας, απ' όσο ξέρω.
17/2/10
Πρόσεχε (Κική Δημουλά)
Όταν στρώνεις το τραπέζι
πριν καθίσεις
να ελέγχεις σχολαστικά
την αντικρινή σου καρέκλα
αν είναι γερή μήπως τρίζει
μήπως χαλάρωσαν οι εγκοπές
μήπως φαγώθηκαν οι αρμοί
αν υποσκάπτει το σκελετό
σκουλήκι
γιατί εκείνος που δεν κάθεται
γίνεται κάθε μέρα όλο και πιο βαρύς.
Κική Δημουλά, "Πρόσεχε"
(από τη συλλογή "Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως", 2007)
Σ.Σ. Εντάξει, το "σελέμισα" από της Γωγώς...
13/2/10
Όλα θα πάνε καλά

Δεν την ξέρω - με την έννοια ότι δεν έχουμε ποτέ μιλήσει, αν και σαφώς έχουμε ανταλλάξει σχόλια στο ιστολόγιο ο ένας του άλλου. Δεν ξέρω καν πώς τη λένε, καθώς από άλλα σχόλια έχει προκύψει μόνο ένα "Γεωργία". Την αποκαλώ Γωγώ, όπως αρκετοί από τους διαδικτυακούς φίλους της, αν και ορισμένοι προτιμούν να τη φωνάζουν Μπάμπη. Ως Μπάμπης θα γιόρταζε τις προάλλες, ως Γωγώ έχει γενέθλια σήμερα. Μας είχε προϊδεάσει για την επέτειο προ ημερών, ίσως είναι σημαντική γι' αυτήν. Ίσως γι' αυτό έβγαλε ήδη από χτες ένα επετειακό κείμενο (συνοδεία του "Let it be") όπου μιλάει αρκετά για τον εαυτό της, και δημοσιεύει τη φωτογραφία (της) που δεν απέφυγα βέβαια να σελεμιάσω και να τοποθετήσω στην κορυφή της ανάρτησης.
Το κοριτσάκι στη φωτογραφία μας κοιτάζει παιχνιδιάρικα μάλλον από τα μέσα της δεκαετίας του '70. Διαβάζοντας τα κείμενά της ήταν σαφές ότι μιλάμε για ένα κορίτσι της γενιάς μου - χτες έμαθα ότι την περνάω δέκα μήνες περίπου. Μια τάξη σχολείου - πρέπει να τέλειωσε το Λύκειο το 1986. Έχει ζήσει στο Παρίσι, εικάζω στις αρχές της δεκαετίας του '90. Κάποιο DEA, ίσως, ή κάτι περισσότερο. Στο ιστολόγιό της υπάρχει ένα λινκ που δείχνει τον καιρό του Παρισιού, καθημερινά. Προφανώς θα έχει αφήσει ένα κομμάτι της εκεί. Καλό κομμάτι, εννοείται, μάλλον το νοσταλγεί. Αλλά δε μου φαίνεται να περνάει άσχημα κι εδώ.
Υποψιάζομαι ότι λατρεύει τις γάτες, το ιστολόγιό της είναι γεμάτο από δαύτες. Αν δεν ήμουν αλλεργικός μπορεί να τις λάτρευα κι εγώ, αλλά μόνο οι διαδικτυακές γάτες δε μου προκαλούν άσθμα πλέον. Όποτε επισκέπτομαι το γατοκρατούμενο ιστολόγιό της δεν μπορώ παρά να σκεφτώ μερικά καλά του διαδικτύου - αν την επισκεπτόμουν σπίτι της δε θα άντεχα πάνω από ένα τέταρτο. Αναρωτιέμαι όμως μερικές φορές πώς να είναι αυτό το σπίτι πραγματικά. Τα σπίτια συχνά μιλάνε πολύ περισσότερο για εμάς από όσο νομίζουμε και λένε πράγματα που δεν είναι πάντα υπό τον έλεγχό μας. Τα ιστολόγια όχι και τόσο, νομίζω.
Δεν είμαι βέβαιος αν θα ήθελα να ξέρω περισσότερα πράγματα για κείνην - το επίθετό της ας πούμε, πώς βιοπορίζεται, αν φοβάται το σκοτάδι, αν αγαπάει και την αγαπούν. Δεν είμαι βέβαιος αν θα ήθελα να τη συναντήσω κάποτε, να δω πώς είναι σήμερα και πως μοιάζει. Γράφει συχνά ότι δεν είναι πρώτο μπόι, σα να το λέει με ένα μικρό παράπονο. Γράφει κι ένα σωρό άλλα πράγματα που μου αρέσουν, κι ας μην είναι της μόδας, σαν τη Φιλοκαλία ας πούμε ή την κλινοφιλία της. Όχι όλα, όχι πάντα, αλλά αισθάνομαι συχνά ότι μιλάμε την ίδια γλώσσα. Μου βάζει δέκα με τόνο για το κείμενά μου, αλλά είναι πολύ επιεικής, φοβούμαι. Με κάποια ζήλεια, αναγνωρίζω ότι τα περισσότερα δικά της κείμενα είναι ανώτερα των δικών μου. Σα να είναι κάπως πιο προικισμένη, πιο καλλιεργημένη, πιο ευαίσθητη από όσο εγώ θα μπορούσα ποτέ να γίνω.
Ίσως γι' αυτό ενώ έχω μισοπαρατήσει την περιδιάβαση στα ιστολόγια, το δικό της το διαβάζω μετά μανίας. Ίσως γι' αυτό τα δικά της σχόλια - που δεν την ξέρω - στις αναρτήσεις μου έχω την αίσθηση ότι είναι πιο πολύτιμα από αυτά των φίλων μου. Αναρωτιέμαι αν είναι καλά στη ζωή της, γιατί επέλεξε να γιορτάσει διαδικτυακώς τα γενέθλιά της, τι της είναι όλες αυτές οι δεκάδες των ιστολόγων και μη που κατακλύζουν τον τόπο με σχόλια κάθε φορά που γράφει κάτι.
Αλλά αφού γιορτάζει που γιορτάζει, ας μου επιτρέψει αντί άλλου δώρου να της στείλω μια εικόνα που βρήκα πρόχειρη στις φωτογραφίες μου (δεν είναι δικιά μου φωτογραφία, ο κουμπάρος μου την τράβηξε το 2007 στη Μήλο), κι ελπίζω να την εκτιμήσει.
Ελπίζω ακόμα ότι όλα θα πάνε καλά.
Να είσαι καλά Γωγώ - χαίρομαι που είσαι εκεί.
10/2/10
Στιγμές "πειρατικής" ραδιοφωνίας
Πομπός στα μεσαία από το ιστολόγιο του Radio Marconi - αν διαβάσετε τις σχετικές με αυτό το θέμα αναρτήσεις του θα μπείτε για τα καλά στο κλίμα.
Σήμερα που η μπάντα των FM είναι γεμάτη "επαγγελματικούς" σταθμούς (για τα μεσαία ας μην το συζητάμε καθόλου), το να αναπολεί κανείς τις εποχές του ερασιτεχνικού (ή "πειρατικού") ραδιοφώνου των αρχών της δεκαετίας του '80 είναι εμφανώς παλιομοδίτικο και ξεπερασμένο. Επειδή όμως το παρόν ιστολόγιο διακρίνεται ακριβώς για την ενασχόλησή του με παλιομοδίτικα και ξεπερασμένα πράγματα μάλλον παρά με τις τάσεις του συρμού, μόλις έπεσα στο ιστολόγιο του Radio Marconi (με τον τίτλο "Βασικά καλησπέρα σας" από μια βιντεοταινία εποχής με το Στάθη Ψάλτη) δεν άντεξα τον πειρασμό να ανασκαλέψω τις αντίστοιχες εμπειρίες μου της εποχής εκείνης. Προς αποφυγήν παρεξηγήσεων, δεν έχω καμμία ιδιαίτερη νοσταλγία για τη δεκαετία του '80 παρότι συμπίπτει χρονικά με την εφηβεία μου - και τις δύο τις θεωρώ μάλλον άχαρες περιόδους από πολλές απόψεις. Ήταν όμως κάπου στις αρχές της δεκαετίας (και τις εφηβείας μου) που ο Κώστας Ζ., φίλος του αδελφού μου (αμφότεροι τρία χρόνια μεγαλύτεροι, δηλαδή γύρω στα δεκαπέντε-δεκάξι τότε), άρχισε να κατασκευάζει τον πρώτο του πομπό.
Η ιστορία είχε ξεκινήσει από τα ηλεκτρονικά - και δεν εννοώ τα "ούφο" που κατέκλυσαν αργότερα τον κόσμο. Εννοώ τα παιχνίδια εκείνα που συνέδεες πυκνωτές και αντιστάσεις, πηνία ηλεκτρομαγνήτες και διόδους, τρανζίστορ και λυχνίες (χα!) για να φτιάξεις κυκλώματα που έκαναν από απλά "μπιπ" μέχρι μίνι ραδιοφωνάκια. Η ενασχόληση στην οικογένεια είχε ξεκινήσει από παιδικά παιχνιδάκια, είχε εξελιχθεί σε πιο προχωρημένα κιτ που έφερνε ο ναυτικός μπαμπάς από το εξωτερικό, και αφού διαδόθηκε στους στενούς φίλους και την ευρύτερη παρέα, επεκτάθηκε σε ειδικά περιοδικά που δημοσίευαν τυπωμένα κυκλώματα, και εσύ πήγαινες μετά στο Ράδιο Κατουμά και αγόραζες αντιστασούλες και πυκνωτάκια και βυσματάκια περίεργα, και τα συνέδεες κατά το δοκούν παρατώντας προσωρινά τη μπάλα και τις καφετέριες προς μεγάλη χαρά των κηδεμόνων σου, αλλά και το διάβασμα άλλων μαθημάτων πλην της φυσικής προς μεγάλη τους απελπισία.
Η φάση βέβαια δεν κράταγε πολύ, καθώς τόσο η μπάλα και η καφετέρια όσο και ενίοτε (για κάτι λίγους) η ιστορία και η λογοτεχνία έπαιρναν την εκδίκησή τους, και οι αντιστάσεις με τις χρωματιστές τους λωριδίτσες που δήλωναν σε έναν ξεχασμένο πια κώδικα τα Ωμ και τα Κιλωμ της καθεμιάς παρέμεναν σε αχρηστία. Όχι για όλους όμως, και σίγουρα όχι για τον Κώστα που με ιερό πάθος κλεινόταν στο δωματιάκι της ταράτσας που χρησιμοποιούσε για ηλεκτρολογείο, και μαστόρευε το φοβερό κύκλωμα που θα γινόταν ο μέγιστος των πομπών. Ύστερα, με κάποιο μυστηριώδη τρόπο, άπλωσε κρυφά ένα σύρμα από την ταράτσα του σπιτιού του ως αυτήν του ξαδέλφου του, σε μια απόσταση που όφειλε να είναι ακριβώς 75 μέτρα, ούτε ένα πάνω ή κάτω.
- Γιατί, ρε Κώστα, εβδομηνταπέντε ακριβώς;
- Γιατί θα χαλάσει η διαμόρφωση.
- Ποια θα χαλάσει;
- Η διαμόρφωση, ρε, ντιπ άσχετος είσαι;
Όχι βέβαια - μπορούσες να είσαι ό,τι χειρότερο, από κίναιδος και αυνάνας ως μεταχειρισμένη σερβιέτα και μυγόχεσμα, αλλά άσχετος δε μπορούσες να είσαι. Γενιές "πειρατών" κουβέντιαζαν όλη νύχτα ο ένας με τον άλλο, κάνοντας αναμετάδοση, για τη διαμόρφωση και τα σχετικά, όφειλες λοιπόν να ξέρεις καθώς περνούσες ατέλειωτες ώρες δίπλα στο δέκτη σου περιμένοντας να ακουστεί η αφιέρωση που είχες στείλει νωρίτερα. Επειδή όμως δεν έπαιζε τηλέφωνο (καθώς θα καρφωνόντουσαν στην αστυνομία) ούτε καν περιοχή (λόγω φόβου ραδιογωνιομέτρων), οι αφιερώσεις μπορεί και να πήγαιναν μέσω κοινών γνωστών, φίλων κοινών γνωστών, φίλων φίλων κοινών γνωστών κλπ.
Όμως ο σταθμός του Κώστα ήταν και δικός μας, και είμασταν εμείς στην επίζηλη θέση να μαζεύουμε αφιερώσεις, και να αφήνουμε τους άλλους να προσπαθούν να καταλάβουν τι ειπώθηκε στο μικρόφωνο και τι τραγούδι παίζει μέσα σε μια θάλασσα παρασίτων (ειδικά το βράδι στα μεσαία) και έναν που διαφήμιζε οικόπεδα στην Ανάβυσσο και μας τάπωνε με τις αρμονικές του, και σε μια τρομερή παραμόρφωση του ίδιου μας του σήματος, που ο Κώστας ισχυριζόταν ότι δεν είχε καμμία σχέση με τον υπέροχο πομπό του και το πώς τον είχε φτιάξει, αλλά μόνο με την κακή συνήθεια της θείας του να περνάει την κεραία για απλώστρα και να την καταστρέφει με βρεγμένα βρακάκια και πετσέτες.
Πάντως ο σταθμός δεν έζησε πολύ, καθώς από τη μια η οχλαγωγία των μεσαίων ήταν αφόρητη τα βράδια που δεν είχαμε σχολείο, με αποτέλεσμα να μη μας ακούει πρακτικά κανείς, και από την άλλη η θεία που αγχωνώταν στην ιδέα της "παράνομης" κεραίας έβαλε λόγια στην αδελφή της και η κεραία κατέβηκε κακήν κακώς - με νύχια και με δόντια ο Κώστας διέσωσε τις πολύτιμες λυχνίες του από τη μητρική σκούπα. Αλλά μετά το φύσαγε και δεν κρύωνε.
- Θα τον ξαναφτιάξω. Στα FM. Θα μας ακούνε όλοι καμπάνα και η κεραία θα είναι μόνο εβδομηνταπέντε πόντοι, όχι μέτρα.
- Και γιατί δεν το φτιάχνεις τώρα;
- Θέλει άλλες λυχνίες. Δεν έχω λεφτά να τις πάρω.
- Να τσοντάρουμε όλοι.
- Θέλει πολλά. Ούτε ένα τετράγωνο δε θα μας ακούνε.
Μετά όμως επένδυσε τα λεφτά από τα επόμενα κάλαντα σε ένα κιτ για φωτορυθμικά για να κάνουμε πάρτυ (που εξερράγη θεαματικά εν μέσω ενός πάρτυ σπίτι μου το 1982 μάλλον) και ο σταθμός στα FM ξεθώριασε καθώς πλησίαζαν οι Πανελλήνιες. Μου έμεινε ένα μικρό απωθημένο καθώς έψαχνα αργά τις νύχτες τη μπάντα ακούγοντας τους ερασιτέχνες να λένε για κυκλώματα και διαμόρφωση, αραιά και που να βάζουν στο πικάπ και καμμιά ροκιά. Αλλά στο άμεσο περιβάλλον δεν υπήρχε άλλος τρελλαμένος, κι όταν αλλάξαμε γειτονιά και βρεθήκαμε στα νότια αντί για τα δυτικά, οι νέοι μου συμμαθητές δεν άκουγαν ερασιτέχνες (ούτε τα κρατικά βέβαια) αλλά τον "Αμερικάνικο" σταθμό της βάσης του Ελληνικού που έπαιζε τα νέα σουξέ πριν από το "Μουσικόραμα" στην τηλεόραση.
Ήταν ένα καλοκαίρι στην Ικαρία που ακούσαμε ότι ο Τάδε (δε λέμε ονόματα) έχει έναν πειρατικό σταθμό εμβέλειας Ευδήλου (ακριβώς όσο χρειαζόταν), στα FM κιόλας που δεν υπήρχε σοβαρός ανταγωνισμός (εκτός από τρία-τέσσερα κρατικά της Τουρκίας που ακούγονταν καμπάνα κι ένα λυμφατικό Πρώτο Πρόγραμμα της ΕΡΤ). Αν και δεν είμασταν ιδιαιτέρως φίλοι με τον Τάδε, βάλαμε έναν ξάδελφό του να μεσολαβήσει για να ακουστούν οι δέουσες αφιερώσεις, ενημερώσαμε τις αντίστοιχες γκόμενες στις οποίες θα αφιερώναμε να έχουν το νου τους, και ξεκινήσαμε τη μεγάλη περιπέτεια της ακρόασης με γεμάτες μπαταρίες στο ραδιόφωνο-κασετόφωνο που είχαμε κουβαλήσει στο σκοτεινό (τότε) μώλο του λιμανιού (σημείο συνάντησης της νεολαίας μακριά από αδιάκριτα βλέμματα γονέων και κηδεμόνων).
Ο Τάδε όμως είχε άλλες προτεραιότητες και τραβούσε σε μάκρος μια εκπομπή που διάφοροι πονεμένοι λυράρηδες λέγανε μαντινάδες και παίζανε λεβέντικους χορούς της Κρήτης. Επειδή στην Ικαρία δεν ευδοκιμεί το είδος (κι εμένα ακόμα και τώρα δε μου χαϊδεύει τ' αυτιά ακριβώς) η αναμονή έγινε αδημονία μέχρι που ο Τάδε βγήκε στο μικρόφωνο για να πει εν μέσω φοβερών παρασίτων ότι αφιερώνει το επόμενο άσμα "στην παρέα που είναι στο μώλο και ακούει" κι έβαλε το "Πότε θα κάνει ξαστεριά". Το πράγμα ήταν ελαφρώς παράλογο διότι υποτίθεται ότι είμασταν διαλεχτοί ροκάδες (χμ...), χώρια οι αναμένουσες γκόμενες που θα τις έπαιρνε ο ύπνος, οπότε κατόπιν λαϊκής απαίτησης εστάλη αντιπρόσωπος στο σταθμό (δηλαδή στο σπίτι του Τάδε) για να γίνει διευκρινιστική δήλωση. Ο Τάδε έλαβε το μήνυμα αλλά δεν το αφομοίωσε πλήρως, καθώς στην επόμενη αφιέρωση η παρέα είχε γίνει τάληρα και δίφραγκα (αφιερώνω στο Ζαχαρία, τους δυο Νίκηδες, το Βασίλη, τον Αντώνη και τον Τάκη - αν θυμαμαι καλά τη σύνθεση) αλλά η μουσική παρέμεινε στο ίδιο κλίμα.
Αναθαρρημένοι πάντως από το άκουσμα των ονομάτων μας (οι δύο Νίκοι όχι και τόσο, καθώς εμφανιζόντουσαν σιαμαίοι) αποφασίσαμε να πάμε προς την πλατεία που εικάζαμε ότι θα ακουγόταν καλύτερα και να περιμένουμε τις ροκιές που είχαμε παραγγείλει για τα κορίτσια. Κάτσαμε γύρω από το ηρώο - τότε δεν υπήρχε περίπτερο δίπλα - περιμένοντας, αλλά η επόμενη αφιέρωση ήταν πανομοιότυπη με την προηγούμενη (οι δύο Νίκοι πόνεσαν αρκούντως) και οι λυράρηδες λυράρηδες, πάντα με πολλά παράσιτα. Στείλαμε άλλη αποστολή να δώσει διευκρινιστικές οδηγίες, και αποφασίσαμε να ανεβούμε στου Τράκα για να ακούμε καλύτερα.
Εκεί η αφιέρωση ακούστηκε ίδια κι απαράλλαχτη με πολλά ακόμα παράσιτα και ο απεσταλμένος μας ήρθε και μας εξήγησε ότι το ρεπερτόριο του σταθμού δεν είχε ροκιές κι άμα θέλαμε κανένα Τόλη Βοσκόπουλο κάτι γινότανε, αλλιώς να του δίναμε εμείς τα τραγούδια που θέλαμε. Αποφασίσαμε λοιπόν να μετακινηθούμε λίγο ψηλότερα για να ακούμε καλύτερα και καθήσαμε έξω από τη μεγάλη εκκλησία του Αγίου Χαραλάμπου, στέλνοντας τον απεσταλμένο με μια κασέτα με Ντορς ή Λεντ Ζέππελιν ή Μπλου Όϋστερ Καλτ (δε θυμάμαι ακριβώς), και ο απεσταλμένος έκανε περίπου είκοσι βήματα και χτύπησε την πόρτα του Τάδε που βγήκε έξω, μας χαιρέτησε, τον χαιρετήσαμε κι εμείς, ευχαρίστησε για την κασέτα, και μετά μπήκε μέσα και είπε με φωνή καμπάνα (επιτέλους, δέκα μέτρα έξω από το σταθμό είμασταν) με χαλί τις πρώτες νότες από το "Στέιργουεϊ του Χέβεν" (τελικά Λεντ Ζέππελιν θα ήταν μάλλον).
- Ευχαριστούμε τους ακροατές και ειδικά το Ζαχαρία, τους δύο Νίκηδες, το Βασίλη, τον Αντώνη και τον Τάκη, και αύριο θα κάνουμε το ροκ πρόγραμμα και τις αφιερώσεις που μας ζήτησαν, αλλά απόψε έχει πάει αργά πια, καλή σας νύχτα.
Κι έπειτα έμειναν μόνο τα παράσιτα στο ραδιόφωνο.
Το "αύριο" εκείνης της νύχτας ακόμα εκκρεμεί.
Σ.Σ.: Είναι λίγο δύσκολο να περιγράψω το κλίμα της περιόδου σε παιδιά που μεγάλωσαν με τη μπάντα γεμάτη σταθμούς και την τηλεόραση με σαράντα κανάλια. Είχα κάνει μια απόπειρα να περιγράψω το κλίμα της "μετάβασης" σε δυο παλιότερες διαδοχικές αναρτήσεις (δείτε εδώ), μάλλον ανεπιτυχή για όσους δεν έζησαν από κοντά την εποχή.
Ως μαθητής Λυκείου είχα διαβάσει ένα βιβλίο (Βαγγέλης Ραπτόπουλος, "Διόδια") που απεικόνιζε εξαιρετικά το κλίμα, τη γλώσσα, τα ήθη και τις συνήθειες μια γενιάς που κοιτούσε την Αθήνα από τα δυτικά την εποχή εκείνη. Υπήρχαν μέσα όλα - πειρατικά ραδιόφωνα, πανελλήνιες εξετάσεις, κόμματα, αδιέξοδες σχέσεις, διόδια και βουλκανιζατέρ. Το λάτρεψα - να είναι καλά ο καθηγητής κ. Δ.Τ. που μου το σύστησε. Επί χρόνια το αγόραζα ως δώρο σε φίλους και φίλες, μέχρι που κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι στους κάπως νεώτερους δεν έκανε καμμία αίσθηση, χώρια που ο συγγραφέας του σε μεταγενέστερα κείμενα σπαταλούσε αδίκως το όποιο ταλέντο του σε διάφορα μεγαλόστομα και πομπώδη χωρίς πολύ νόημα.
Οι εποχές αλλάζουν, μαζί και τα γούστα μας. Λίγα πράγματα μένουν πίσω, όπως ο συχωρεμένος ο Κώστας Ζ. που ένα βράδι κοιμήθηκε και δεν ξύπνησε πια. Είχαμε χάσει επαφή, μου το είπε ο αδελφός μου πολλά χρόνια μετά. Η παρέα στο μώλο πάντως χαίρει άκρας υγείας, απ' όσο ξέρω, όπως και τα κορίτσια που κοιμήθηκαν νωρίς βέβαια και δεν άκουσαν την εκπομπή, οπότε ακόμα νομίζουν ότι στ' αλήθεια ακούστηκαν αφιερώσεις και για χάρη τους όπως τις παραμυθιάσαμε την επομένη.
Αλλά χωρίς λίγο παραμύθι δεν πάνε μπροστά αυτά τα πράγματα, έτσι δεν είναι;