ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


18/2/15

Μην πιστεύετε τους απατεώνες


Τώρα υποτίθεται ότι είμαστε σε φάση που κινδυνεύουμε να βγούμε από την Ευρώπη, αλλά εγώ θυμάμαι τουλάχιστον τρεις φορές στο παρελθόν που μπαίναμε. Η πιο παλιά πρέπει να ήταν το 1979 ή 80 ή κάπου εκεί γύρω που σύμφωνα με τις θρυλικές αφηγήσεις της εποχής η λεωφόρος Συγγρού δενδροφυτεύτηκε μέσα σε ένα βράδυ ώστε να περάσει ο Ζισκάρ ντ’ Εσταίν να πάει στο Ζάππειο να υπογράψει την προσχώρησή μας στην (τότε) ΕΟΚ αλαμπρατσέτα με τον Καραμανλή τον πρεσβύτερο. Η πιο πρόσφατη ήταν η ΟΝΕ όπου μπήκαμε το 2002 με το Σημίτη να βγάζει κάτι ευρώ από το ΑΤΜ κι εκείνη την αλήστου μνήμης εμπειρία του διαρκούς πολλαπλασιασμού επί 340,75 που ήταν η ισοτιμία σε δραχμές (σε αντίθεση με πιο πονηρούς λαούς όπως οι Γερμανοί που είχαν ισοτιμία ένα ευρώ = δυο μάρκα και δεν μπερδευόντουσαν και τόσο).

Στο ενδιάμεσο πάντως υπήρξε μια άλλη κομβική χρονολογία, αν θυμάμαι καλά το 1992 που τέθηκε σε ισχύ η Συνθήκη του Μάαστριχτ, και για την οποία είχε νωρίτερα αναπτυχθεί επίσης μια ορισμένη μεταφυσική τύπου «το ’92 που θα αλλάξουν όλα» και «αυτά θα λέμε στους εταίρους μας το ’92;» και κάτι τέτοια χαριτωμένα. Την εποχή εκείνη μπαίναμε ξανά μανά σε μια ορισμένη Ευρώπη, ωστόσο δεν ήταν πολύ σαφές τι ακριβώς θα άλλαζε στην καθημερινότητα, τουλάχιστον για όσους δεν ασχολούνταν με κινήσεις κεφαλαίων και υπηρεσιών που θα «άνοιγαν» και θα υπερέβαιναν τα εθνικά σύνορα με κάποιο τρόπο απροσδιόριστο στους κοινούς θνητούς. Σαφήνεια δεν υπήρχε, υπήρχε όμως προσδοκία, χώρια η χαρούμενη αίσθηση ότι είμαστε προχώ Ευρωπαίοι και θα ταξιδεύουμε κυριλέ χωρίς βίζες και διαβατήρια, τουλάχιστον στην κοινή μας ευρωπαϊκή πατρίδα (εντάξει, εκτός από κάτι κρυόκωλους Άγγλους που θα ζήταγαν διαβατήρια).

Λίγους μήνες πριν το μαγικό ’92 ασχολούμουν με τα πρώτα στάδια της διατριβής μου και ζούσα μια αθώα μεταφοιτητική περίοδο που χαρακτηριζόταν από μια γενικώς αδρανή εργαστηριακή καθημερινότητα με μερικές εκλάμψεις συλλογής σαλιγκαριών και κάπως εκτεταμένες καλοκαιρινές διακοπές. Ήταν σε μια από αυτές τις περιόδους που με επισκέφτηκε κάπως απρογραμμάτιστα στην Ικαρία ο φίλος μου ο Χ., παλαιός συμμαθητής και αργότερα μαθητευόμενος οικονομολόγος που προσώρας βιοποριζόταν ως βοηθός λογιστή. Δεν είχα ιδέα σε τι ακριβώς χρησιμεύει ένας βοηθός λογιστή, αλλά και ο Χ. δεν είχε ιδέα σε τι χρησιμεύει ένας μοριακός βιολόγος που ερευνά τα σαλιγκάρια, οπότε από αυτή τη σκοπιά είμασταν πάτσι. Πάντως ενώ εκείνος δεν εξεδήλωσε κανένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη μοριακή μαλακιολογία, εγώ δεν έχανα ευκαιρία να μυηθώ στα επαγγελματικά του, ειδικά όταν άρχισε κάτι μισόλογα ότι έπιασε δουλειά σε μια εταιρία που κάνουνε μπιγκ μπίζνες.

- Δηλαδή τι μπιγκ μπίζνες; Τι παράγετε;
- Δεν παράγουμε προϊόντα. Εμπορευόμαστε. Προϊόντα και υπηρεσίες.
- Δηλαδή τι προϊόντα και τι υπηρεσίες;
- Γενικής φύσεως.
- Τι φύσεως ακριβώς;
- Δε μπορώ να σου πω.


Βέβαια η allure μυστηρίου που έβαζε στα λόγια του δεν κόλλαγε πάρα πολύ με το υπόλοιπο image καθότι κατά τα λοιπά έμοιαζε με φοιτητή σε καλοκαιρινές διακοπές, δηλαδή αυτό ακριβώς που ήταν την εποχή εκείνη κατά κύριο λόγο. Τελικά βέβαια με τη βοήθεια λίγης αλκοόλης στα κατάλληλα σημεία, η γλώσσα του λύθηκε και μου εξιστόρησε τις δραστηριότητες της εταιρίας με το νι και με το σίγμα. Ίσως και με υπερβολική λεπτομέρεια ενίοτε, αλλά καθώς ο φίλος ήταν σαφώς επιρρεπής στο φιδεμπόριο εκείνη την περίοδο, δεν παίρνω και όρκο για τις πιο σκαμπρόζικες λεπτομέρειες. Τη βασική δραστηριότητα της εταιρίας πάντως την είχα δει με τα μάτια μου λίγο καιρό πριν.

Ήταν μια Κυριακή του Μάη αν θυμάμαι καλά, που είδα μια ολοσέλιδη διαφήμιση σε τρεις τουλάχιστον κυριακάτικες εφημερίδες (Καθημερινή, Βήμα, Ελευθεροτυπία) και υποψιάζομαι ότι θα υπήρχε και αλλού. Η διαφήμιση έδειχνε ένα πολυτελές αυτοκίνητο, νομίζω μια Μερσεντές, και έγραφε από πάνω με μεγάλα γράμματα: «ΣΑΣ ΑΡΕΣΕΙ; ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΔΙΚΟ ΣΑΣ ΤΩΡΑ». Εμένα δε μου άρεσε και φυσικά δε θα γινόταν ποτέ δικό μου, θυμάμαι πάντως ότι το διαφημιζόμενο προϊόν δεν ήταν το ίδιο το αμάξι, αλλά ένα καταναλωτικό δάνειο με το οποίο θα μπορούσες να αποκτήσεις το αμάξι ή ό,τι άλλο γούσταρες. Την εποχή εκείνη τα τραπεζικά επιτόκια στη χώρα ήταν της τάξης του 15-20% (εποχή στασιμοπληθωρισμού γαρ). Πλην όμως η διαφήμιση υποσχόταν ότι η εταιρία θα μεσολαβούσε μέσω κάποια απροσδιόριστης διαδικασίας να πάρει κανείς δάνειο από γερμανική τράπεζα με γερμανικά επιτόκια – της τάξης του 3% ας πούμε. Μόλις θα μπαίναμε στην Ευρώπη (ξανά...) το ’92, ο συναλλαγματικός κίνδυνος και καλά θα εξαλειφόταν και οι ροές κεφαλαίων (και δανείων) θα ήταν ελεύθερες. Αυτό που έκανε η εταιρία ήταν να φέρνει το ’92 μερικούς μήνες πιο μπροστά. Ζητούσε μόνο ένα ευτελές ποσό για έξοδα φακέλου – χίλιες δραχμές. Σε ταχυδρομική θυρίδα.

- Κατάλαβες;
- Όχι. Δε θέλω Μερσεντές.
- Είσαι ηλίθιος. Δεν υπάρχει Μερσεντές.
- Και τι δείχνετε εκεί πέρα;
- Δεν «δείχνουμε». Αυτός δείχνει. Εγώ υπάλληλος είμαι, κρατάω απλώς κάποια βιβλία και όχι τα κανονικά. Τα δεύτερα.
- Ποια δεύτερα;
- Είσαι τελείως βλάκας. Δεν υπάρχει σοβαρή επιχείρηση χωρίς διπλά βιβλία. Ένα κανονικό κι ένα για την εφορία.


Έξυσα το κεφάλι μου.

- Δηλαδή είναι κάποια μορφή απάτης;
- Κάποια μορφή; Κομπίνα κανονική είναι. Αεριτζίδικο. Βρωμάει από χιλιόμετρα.
- Κι αφού βρωμάει από χιλιόμετρα γιατί να τσιμπήσει ο πελάτης;

Ο Χ. άρχισε να φυσάει και να ξεφυσάει, δήθεν αγανακτισμένος. Κάποια στιγμή μου λέει επιτακτικά:

- Δώσε ένα χιλιάρικο.

Έβγαλα ένα χιλιάρικο και το ακούμπησα στο τραπέζι. Δεν το πήρε.

- Τώρα δώσε ένα πεντοχίλιαρο.
- Ε, όχι και πεντοχίλιαρο!
- Αυτό ακριβώς, μπουμπούνα. Μου ακουμπάς άνετα ένα χιλιάρικο διότι είναι σχετικά ευτελές. Αν ήταν πεντοχίλιαρο θα κόλωνες. Αυτό κάνει και ο τύπος. Πληρώνει ολοσέλιδες καταχωρήσεις σε σοβαρές εφημερίδες, τάχα. Δείχνει γυαλιστερή Μερσεντέ, που μην κοιτάς εσύ που είσαι κουλτουριάρης και δε σκαμπάζεις από αμάξια, πολλοί τη ζαχαρώνουνε για μόστρα. Τους πουλάει φούμαρα ότι μπορούν να την αγοράσουν με γερμανικές τιμές και γερμανικό δάνειο με χαμηλά επιτόκια. Δεν είναι πολύ ρεαλιστικό, αλλά τους κλείνει το μάτι με το ’92 και τους ευρωπαίους και τα κεφάλαια κι έτσι. Εκατό θα το δουν, πέντε θα τσιμπήσουν κάπως, αν και θα σκεφτούν ότι ίσως είναι κομπίνα.
- Και πώς κερδίζει ο τύπος;
- Ζητάει ένα μικροποσό. Σου λέει ο άλλος
«άμα ισχύει, παίζει να βγάλω φτηνά δάνειο, άμα δεν ισχύει έχω χάσει μόνο ένα χιλιάρικο». Και στέλνει το χιλιαρικάκι στη θυρίδα. Έρανος κανονικός.
- Καλά ρε, και πόσοι να την πατήσουν έτσι;


Ο Χ. έκανε μια κίνηση «έτσι κι έτσι» με το χέρι και παρίστανε ότι το σκέφτεται λίγο. Στο τέλος αποφάνθηκε:

- Τέσσερις – πέντε χιλιάδες.
- Παρντόν; Δηλαδή ο τύπος μάζεψε...
- Τέσσερα – πέντε μύρια, μείον τα έξοδα δημοσίευσης. Σε μια βδομάδα – δέκα μέρες. Δε σε χάλασε, ε;


Παραδέχτηκα ότι για δέκα ημερών δουλειά ήταν σημαντικό ποσό, αν σκεφτεί κανείς ότι η μηνιαία υποτροφία μου (που την ξόδευα μέχρι κεραίας σε καφέδες, τσιγάρα και εφημερίδες) ήταν πενήντα χιλιάρικα της εποχής.

- Και ολόκληρη εταιρία αυτό κάνει μόνο;
- Όχι ρε, κάνει κι άλλα. Αλλά σιγά την εταιρία, αυτός είναι μόνο, ένας Αλβανός στην αποθήκη, κι εγώ παιδί για τα θελήματα. Δηλαδή βοηθός λογιστή.
- Και η αποθήκη τι έχει μέσα, γυαλιστερές Μερσεντέ σε φωτογραφία;
- Όχι ρε, βιντεοκασέτες. Τσόντες κυρίως. Από αυτές που πουλάνε στην Ομόνοια.
- Α, αυτά είναι τα προϊόντα που εμπορεύεστε;
- Δεν είμαι βέβαιος. Αυτά έχω δει πάντως.


Ήπιε δυο γουλιές ακόμα από το ποτό του και έσκυψε προς εμένα, δήθεν εμπιστευτικά.

- Τώρα όμως θα κάνει μια ακόμα πιο μεγάλη μπίζνα.
- Δηλαδή τι μπίζνα;
- Δε μπορώ να σου πω.
- Ε, άντε και γα..., με έσκασες, λέγε.
- Καλά. Λέω. Λοιπόν, θα τους τάξει γυαλιστερή Μερσεντέ με γερμανικό δάνειο.


Τον έβρισα χυδαιότατα· εκείνος έβαλε τα γέλια. Είχε προφανώς μεθύσει. Επέμεινε όμως ότι υπάρχει ένα μεγαλοφυές σχέδιο του αφεντικού να επαναλάβει την κομπίνα. Του επεσήμανα ότι αυτό κάηκε πια διότι εξέλιπαν τα κορόιδα, καθότι όποιος κάηκε στο χυλό φυσάει και το γιαούρτι. Μου εξήγησε υπομονετικά, αν και ψευδίζοντας πότε πότε, ότι αυτή τη φορά θα δούλευε πολύ καλύτερα το σχήμα. Αυτή τη φορά δε θα υπήρχε θυρίδα. Θα υπήρχε κανονικά κτίριο, γραφεία, υπολογιστές, γραμματείς... Σοβαρή εταιρία κι έτσι. Θα έβρισκαν μια εταιρία από αυτές που κλείνουν τον Αύγουστο και στέλνουν τους εργαζόμενους διακοπές. Θα υπενοικίαζαν το χώρο, θα κρεμάγανε άλλη ταμπέλα, θα βάζανε δυο τρεις γκομενίτσες να κάνουν τις γραμματείς και θα δέχονταν το κοινό κανονικά, εισπράττοντας ένα πεντοχίλιαρο για έξοδα φακέλου και κλείνοντας ραντεβού για αρχές Σεπτέβρη. Το Σεπτέβρη που θα έρχονταν να κανονίσουν το δάνειο το αφεντικό θα είχε γίνει μπουχός με τα πεντοχίλιαρα.

- Μαλακία. Ποιος θα το φάει αυτό, ειδικά άμα έχει καεί προηγουμένως με το χιλιάρικο.
- Μα γι’ αυτό ακριβώς. Θα ξανακάνει διαφημιστική εκστρατεία με παρόμοια γυαλιστερή Μερσεντέ και φοβερά πιασάρικο τίτλο:
«ΜΗΝ ΠΙΣΤΕΥΕΤΕ ΤΟΥΣ ΑΠΑΤΕΩΝΕΣ». Και από κάτω «Μην αφήνετε να σας εξαπατούν – Ελάτε σε εμάς να γνωριστούμε από κοντά». Δεν είναι γαμώ; Ο κάθε καμένος από την προηγούμενη κομπίνα θα έρχεται να πάρει το αίμα του πίσω. Σαν τον τύπο που χάνει στην πόκα και παίζει τα ρέστα του για να ρεφάρει κατάλαβες;
- Καλά, δεν είπαμε ότι το πεντοχίλιαρο είναι κάμποσα λεφτά και θα το σκεφτεί ο άλλος;
- Μα θα το σκεφτεί, δε θα τα δώσουν όλοι. Αλλά χίλιοι «ξύπνιοι» να βρεθούνε, να άλλα πέντε μύρια μάνι μάνι.
- Κι εσύ τι θα κάνεις εκεί πέρα;
- Επίβλεψη στις γκομενίτσες ρε, τι άλλο να κάνω;
είπε κι έβαλε τα γέλια. Απλά αύριο θα πάρω τηλέφωνο να δω πότε πρέπει να γυρίσω Αθήνα να αρχίσω την επίβλεψη.

Κάπου εκεί τον πήρε ο ύπνος πάνω στην καρέκλα. Τον έσυρα με τα χίλια ζόρια σπίτι λίγο πριν ξημερώσει ή ίσως λίγο μετά. Ξυπνήσαμε περασμένο μεσημέρι, κατεβήκαμε για καφέ και τάβλι στου Αυγά πριν πάμε για μπάνιο. Κάποια στιγμή σηκώθηκε να πάει στο περίπτερο για τηλεφώνημα (μιλάμε για 1991, που ακόμα πήγαινες στο περίπτερο). Γύρισε μετά από λίγο προβληματισμένος μάλλον.

- Τι έγινε; Πότε φεύγεις τελικά.
- Δε φεύγω. Όπως τα κόβω μπορώ να κάτσω εδώ καιρό, ακόμα και τον Αύγουστο.
- Τι, δεν θα γυρίσεις να επιβλέψεις γκομενίτσες;
- Δεν υπάρχουν γκομενίτσες.
- Πώς όχι; Και το μεγαλοφυές σχέδιο;
- Δεν έχει σχέδιο. Αναβάλλεται. Και με βλέπω να ψάχνω για δουλειά σύντομα.
- Γιατί ρε, τι παίχτηκε;
- Διότι ο μπος είναι εκτάκτως στη μπουζού...


Άρχισα να χαχανίζω κρατώντας την κοιλιά μου. Ο Χ. έπιασε τα ζάρια και ετοιμάστηκε να ξεκινήσει το πλακωτό.

- ...καθότι τον μάγκωσαν για τις τσόντες.
- Τι, το τμήμα Ηθών;
- Όχι ρε, το τελωνείο. Ξέχασα να σου πω ότι οι τσόντες ήτανε λαθραίες, χωρίς ταινία γνησιότητας. Κάπως τις εντόπισαν και βρήκαν την πηγή. Τώρα δε βλέπω να ξεμπλέκει σύντομα, έχει και χρέη και ακάλυπτες επιταγές και πάλι καλά να λες που εγώ δε φαίνομαι πουθενά. Αλλά θα πρέπει να ψάχνω για καμιά δουλειά λιγότερο μπιγκ μπίζνες, μου φαίνεται. Σκατά, ασόδυο... Παίξε... Παίξε ρε μαλάκα, μη γελάς.


Δεν υπάρχουν σχόλια: