ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


10/1/13

Τι κακό έκανα ο καημένος


Ζωντανή εκτέλεση του επίμκαχου άσματος από διάφορα πολυφωνικά σχήματα μαζί.

Η ιστορία έλαβε χώρα ένα βράδυ παραμονής (ή καλύτερα ένα ξημέρωμα) πρωτοχρονιάς, κάπου στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 2000· ίσως να έμπαινε το τρία ή το τέσσερα, δε θυμάμαι πια ακριβώς. Την εποχή εκείνη δεν είχα ακόμα πάρει τους δρόμους και κατοικούσα σε ένα πυκνοκατοικημένο αθηναϊκό προάστιο όπου μοιραζόμουν το μπαλκόνι με κάτι όχι πολύ διακριτικά περιστέρια. Ακριβώς κάτω από το μπαλκόνι βρισκόταν το γαλακτοπωλείο «Η ωραία Ήπειρος» της κυρά-Λεύκως, μαγαζί που έμοιαζε περισσότερο με παρακμιακό ψιλικατζίδικο παρά με γαλακτοπωλείο, αν και στην πραγματικότητα λειτουργούσε στη ζούλα ως ταβέρνα.

Απέξω (ή μέσα αν δεν είχε πολύ καλό καιρό) αράζανε μερικοί μάλλον αργόσχολοι μεσήλικες που πιάνανε στασίδι από νωρίς σε κάτι κασόνια και κάτι μισοσπασμένες καρέκλες πάνω στο πεζοδρόμιο. Η κυρα-Λεύκω (πάντα μαυροντυμένη, σε αντίθεση με το όνομα) μπαινόβγαινε με μπύρες και αυτοσχέδια μεζεδάκια που ετοίμαζε σε ένα κρυφό κουζινάκι στα ενδότερα. Οι μυρωδιές από το κουζινάκι ανέβαιναν από το φωταγωγό στο σπίτι μου, καθώς και ο απόηχος από τις σπάνιες συζητήσεις της πελατείας, ειδικά τις Κυριακές που έβλεπαν μπάλα. «Η ωραία Ήπειρος» ήταν στέκι Ηπειρωτών, που μιλούσαν μεταξύ τους όσο μιλάνε οι Ηπειρώτες μεταξύ τους· δηλαδή σχεδόν καθόλου.

Εγώ ως νησιώτης προφανώς είχα άλλα χούγια, αλλά η αλήθεια είναι ότι αισθανόμουν μια οικειότητα με τους από κάτω, καθώς τύχαινε να πέφτω να κοιμηθώ κι από το φωταγωγό να ακούγονται ακόμα οι ήχοι της ψευδο-ταβέρνας μαζί με το γουργούρισμα των περιστεριών από τη βεράντα και τα περαστικά μηχανάκια με τις επίτηδες χαλασμένες εξατμίσεις. Αν και κουβέντες πολλές δεν είχαμε, οι φάτσες της πελατείας ήταν αναμφίβολα χαρακτηριστικές και οικείες. Φανταζόμουν ότι όλοι τους έμεναν εκεί γύρω, αν όχι στην ίδια πολυκατοικία που παρά τα έξι χρόνια που έζησα εκεί δεν κατάφερα ποτέ να μάθω τους ενοίκους της. Άλλωστε η δουλειά μου και οι παρέες μου ήταν αλλού, και τον καιρό μου αλλού τον περνούσα συνήθως.

Την παραμονή εκείνης της Πρωτοχρονιάς εγκατέλειψα το πυκνοκατοικημένο προάστιο και πήγα στην οπωσδήποτε πιο αραιοκατοικημένη συνοικία που βρίσκεται το πατρικό μου. Είχαμε συνεννοηθεί με κάτι καριώτες φίλους να πάμε μετά την αλλαγή του χρόνου σε ένα μαγαζί που κάποιοι μουσικοί θα έπαιζαν κάποια μουσική. Δεν ήταν πολύ σαφές περί τι μουσικής επρόκειτο, καθώς η πληροφορία δεν είχε φτάσει πλήρης, αλλά επειδή ο σύνδεσμός μας ήταν μια φίλη μιας φίλης που έκαναν παρέα από κάτι μουσικοχορευτικές εκδηλώσεις του Λυκείου Ελληνίδων ή κάτι τέτοιο, συμπεράναμε αβίαστα ότι η μουσική θα ήταν μάλλον παραδοσιακή, ίσως με κάποια στοιχεία έθνικ. Λέμε τώρα...

Ρώτησα αν οι καλλιτέχνες θα ήταν γνωστοί, αλλά η απάντηση που πήρα ήταν ότι θα είναι «κάτι παιδιά». Είπα να ψήσω και την αδελφή μου να έρθει μαζί, αλλά προτίμησε έναν all time classic Βαγγέλη Κορακάκη, που δεν τον λες και παιδί, αλλά ξέρεις τι να περιμένεις. Μετά την αλλαγή του χρόνου και αφού σταυροφιληθήκαμε με τους γονέους, με οδήγησε κάπου στο Νέο Κόσμο που ήταν το μαγαζί και συνέχισε για την Καισαριανή. Ψιλόβρεχε κι έκανε κρύο· μπήκα στην «Άλλη όχθη» και αναζήτησα με τα μάτια την παρέα.

Είχε μάλλον λίγο κόσμο για την ώρα. Από τα μεγάφωνα ακουγόταν κάποιο CD με παραδοσιακά άσματα της νησιωτικής Ελλάδας. Βρήκα τους φίλους μου σε ένα τραπέζι με μάλλον ετερόκλητη σύνθεση παρέας, καθώς η κοπέλα από το Λύκειο Ελληνίδων που είχε ρίξει την ιδέα είχε προφανώς φωνάξει όποιον ήξερε και δεν ήξερε. Κάναμε κάτι αμήχανες συστάσεις αλλά πολύ γρήγορα το ικαριακό κλιμάκιο αυτονομήθηκε και το έριξε σε κάτι κακαριστά γέλια λέγοντας ιστορίες με «εσωτερικές» ικαριακές αναφορές που οι λοιποί δύσκολα θα αντιλαμβάνονταν. Κάποια στιγμή το CD έπαιξε και καριώτικο, οπότε ευκαιρίας δοθείσης το ρίξαμε στο χορό. Οι λοιποί θαμώνες μας κοίταζαν με ενδιαφέρον.

Ξανακαθήσαμε και περιμέναμε να γίνει κάτι, αλλά δε γινόταν τίποτα. Το πράγμα δεν κυλούσε· αν και κάπως πύκνωνε ο κόσμος η ώρα πέρναγε και ζωντανή μουσική δεν ακουγόταν. Πήγε δύο, μετά δυόμισι, μετά τρεις παρά. Κάποιοι βαρέθηκαν κι έφυγαν γι’ αλλού. Εμείς μείναμε, καθώς σε μια γωνιά εντοπίσαμε κάτι νεαρούς με κάτι σα γκάιντες και κάποια κρουστά. Κάποιος ρώτησε «δε θα παίξετε;». Είπαν ότι περίμεναν κι άλλους. Δεν κατάλαβα αν εννοούσαν πελάτες ή μουσικούς. Μάλλον μουσικούς. Πάντως κάποια στιγμή ο ένας ανέβηκε στη σκηνή, άρχισε να φουσκώνει τον ασκό, κι έβγαλε έναν παρατεταμένο ήχο.

Ακολούθησε ένα εικοσάλεπτο γκάιντας. Μόνο. Θεσσαλικής προέλευσης ήχος, μας διευκρίνισε αφού τελείωσε και του δώσαμε ένα χλιαρό χειροκρότημα. Μας ευχαρίστησε και έπαιξε απνευστί άλλα είκοσι λεπτά. Δε μου φάνηκε πολύ διαφορετικό από το προηγούμενο. Κοιταχτήκαμε μεταξύ μας οι νησιώτες με μια αμηχανία.

- Λέτε να πάει όλο έτσι;
- Ε, δε μπορεί, υπάρχουν διάφοροι με όργανα γύρω γύρω.
- Κάνα τραγουδάκι δε θα παίξουν;
- Εγώ λέω άμα συνεχίσει έτσι να την κάνουμε με ελαφρά πηδηματάκια.
- Εσύ πάντα λες να την κάνουμε με ελαφρά πηδηματάκια.
- Σώπα, ανεβαίνει κι άλλος.


Ένας μουσάτος με ένα κρουστό ανέβηκε κι έκατσε δίπλα στον άλλον. Άρχισε να παίζει το υπερμεγέθες ντέφι του (ταπ-ταπ, ταπ-ταπ) σε ένα ρυθμό που αλληλοσυμπληρωνόταν με τη γκάιντα του διπλανού για άλλο ένα εικοσάλεπτο. Συμπληρώναμε μία ώρα διαρκούς γκάιντας με ολίγον ταπ-ταπ. Κόντευε να πάει τέσσερις.

- Δε φεύγουμε; γκρίνιαξε ο φίλος με τα ελαφρά πηδηματάκια.
- Λίγο υπομονή, θα αλλάξει το βιολί.
- Πού το είδες το βιολί; Κάτι τσαμπουνοφυλάκες έχει.
- Τσαμπουνο-τί;
- Ασκομαντούρα το λένε στην Κρήτη. Στην Ικαρία τσαμπουνοφυλάκα. Στη Σκωτία γκάιντα.
- «Βιολί» είναι σχήμα λόγου, ρε. Πώς λέμε «το βιολί του αυτός»;
- Σωπάτε ρε, ανεβαίνει και τραγουδίστρια.


Ο γκαϊτατζής μας σύστησε από μικροφώνου την κοπέλα. Δεν πρέπει να ήταν πάνω από είκοσι χρονών, ωστόσο ήταν ντυμένη στα κατάμαυρα σα χαροκαμένη και είχε επίσης κατάμαυρο ύφος.

- Θα σας πω ένα νησιώτικο a capella, είπε η πένθιμη νεαρά.

Αναθαρρήσαμε. Τουλάχιστον τέρμα η γκάιντα. Και νησιώτικο, άρα επιτέλους λίγο μπρίο, κέφι, χορός, τραγούδι. Ατυχώς η κοπέλα είχε άλλα σχέδια και είπε το «Βάρκα μου μπογιατισμένη», ένα μάλλον θλιμμένο δωδεκανησιακό άσμα. Με ιδιαίτερη έμφαση στο ρεφραιν. Παναγιά μου, Παναγιά μου, παρηγόρα την καρδιά μου. Την έβλεπες με το περίλυπο ύφος και τα μαύρα κι έλεγες «το κακόμοιρο το κορίτσι». Βλέπω τον κάμπο πράσινο και την καρδιά μου μαύρη...

- Γαμώ τις κεφάτες πρωτοχρονιές κάνουμε, ακούστηκε ο γκρινιάρης από δίπλα.

Αυτή τη φορά δεν τον αποπήρε κανείς. Εναποθέσαμε τις ελπίδες μας σε έναν γεματούλη κυριούλη που ανέβηκε μετά στη σκηνή δίπλα στη μαυροφορούσα. Μου φάνηκε απροσδιόριστα γνωστός. Κι αυτός μαύρα φόραγε αλλά η εντύπωση που έδινε ήταν σαφώς λιγότερο του θανατά. Από την άλλη μεριά της κοπέλας κάθησαν ο ταπ-ταπ και ο γκάιντας. Μετά των οργάνων τους. Ο γεματούλης κυριούλης πήρε το λόγο.

- Εμείς είμαστε από την Ήπειρο, δήλωσε.

Ενδιαφέρουσα πληροφορία, προφανώς σε αντιδιαστολή με τα θεσσαλικά προηγούμενα.

- ...και στην Ήπειρο, συνέχισε, τα γλέντια μας τα ξεκινάμε με ένα μοιριολόι.
- Με τι τα ξεκινάνε; ρώτησα ψιθυριστά την παρακαθήμενη φιλενάδα μου, θεωρώντας ότι δεν είχα ακούσει καλά, ένεκα και του ανεβασμένου παρένθετου ι μεταξύ μοίρας και λόγου. Δε χρειάστηκε να μου απαντήσει.
- ...είτε γάμος είναι, είτε κηδεία είναι, είτε πρωτοχρονιά είναι, εμείς μοιριολόι θα πούμε, εξήγησε ο κυριούλης. Οπότε τώρα θα σας πούμε ένα.

Ακούστηκαν ταπ-ταπ και γκάιντες, και φωνές πολυφωνικού άσματος. Φαντάζομαι αν είχαν κι άλλους τραγουδιστές να κάνουν τις άλλες φωνές το πράγμα θα ήταν ακόμα πιο περίπλοκο, αλλά ακόμα κι έτσι ήταν αρκετά στριφογυριστό ώστε στο επόμενο εικοσάλεπτο να έχουν ολοκληρώσει περίπου το εξής δίστιχο:

Τι κακό έκανα ο καημένος και με λένε όλοι φονιά;
Μήτε σκότωσα κανένα μήτε φίλησα καμιά.
Κρατούσε ώρα. Πολύ ώρα. Πάρα πολύ ώρα. Υπερβολικά πολύ ώρα. Το ‘φερναν και το ξανάφερναν και το γύριζαν και ποτέ δεν τέλειωναν. Κάποια στιγμή πάντως τέλειωσαν. Ανακουφίστηκα, μέχρι που ο κυριούλης είπε «άμα σας άρεσε να σας πούμε άλλο ένα». Κάποιος από το βάθος φώναξε «ναι, ναι, πες κι άλλο, πες». Γούρλωσα τα μάτια έντρομος. Το βλέμμα μου συναντήθηκε με τη λοιπή ικαριακή παρέα που ήταν σε αντίστοιχη κατάσταση. Η γκάιντα ακούστηκε ως σύνθημα και πεταχτήκαμε επάνω να φύγουμε τρέχοντας πριν αρχίσουν να μας μοιρολογούν κι εμάς.

Βγήκαμε την ώρα που έμπαιναν κάτι νεαροί με ηλεκτρικές κιθάρες. Πολύ αργά για μας πάντως· χωθήκαμε σε ένα αμάξι παρότι ο φίλος που το οδηγούσε μας προειδοποίησε ότι το όχημα είχε πάρει νερά. Καλύτερα μουλιασμένοι παρά μοιρολογημένοι, είπαμε. Έφτασα σπίτι κατά τις έξι το πρωί, με βρεγμένα παπούτσια (και πόδια) και έναν αδιάκοπο ήχο γκάιντας στ’ αυτιά. Λίγες μέρες αργότερα που γύρισα στη δουλειά διηγόμουν την ιστορία στους συναδέλφους· ο Χρήστος και η Γιώτα που είναι από τα Γιάννενα μου επιβεβαίωσαν ότι ένα μοιριολόι πάει σετάκι με όλες τις στιγμές του βίου, και μάλιστα ότι το συγκεκριμένο είναι και πολύ ωραίο και πολύ διάσημο και κατά βάσιν ερωτικού ενδιαφέροντος, αν έχεις την υπομονή να παρακολουθήσεις τους στίχους ως το τέλος.
Κάπου εδώ στη γειτονιά μας αγαπώ κι εγώ μια νια
Τ’ όνομά της δεν το ξέρω, Τούρκα αν είναι για Ρωμιά.
Λίγες μέρες αργότερα αναγνώρισα το γεματούλη κυριούλη να πίνει τη μπύρα του καθισμένος σε μια από τις σπασμένες καρέκλες κάτω από το μπαλκόνι μου, έξω από το γαλακτοπωλείο «Η ωραία Ήπειρος». Μου πήρε μερικά χρόνια ακόμα να τον ξανα-ανακαλύψω (όπως και τη μαυροντυμένη νεαρά, νομίζω) ως μέλος του πολυφωνικού συγκροτήματος «Χαονία» που τραγουδάει ηπειρώτικα. Τους έψαξα λίγο στο youtube – δε βρήκα το συγκεκριμένο μοιριολόι τραγουδισμένο από αυτούς. Άκουσα πάντως με περισσότερη προσοχή τα πολυφωνικά τους· μια ορισμένη παραδοξότητα στο πέλαγος της μονοφωνίας της παραδοσιακής μας μουσικής.

Εξακολουθεί να μη με ενθουσιάζει, αλλά η αλήθεια είναι ότι την εκτιμώ πολύ περισσότερο τώρα. Μπορεί να φταίει η ξενητειά ή ο χρόνος που περνάει και το γήρας που ου γαρ έρχεται μόνον και φέρνει μια διάθεση πιο σκοτεινή. Ή πάλι μπορεί μεγαλώνοντας να εκτιμάς περισσότερο την παράδοση ή την αισθητική στην οποία δεν είχες εκτεθεί και τόσο νεώτερος. Ή τέλος μπορεί να αγαπάς κι εσύ μια νια κάπου σε κάποια γειτονιά, ποιος ξέρει.

Τι κακό έκανες δηλαδή, ο καημένος;



Το συγκρότημα πολυφωνικής μουσικής της Ηπείρου «Χαονία» σε μια εκτέλεση του «Ένα πουλί θαλασσινό, ένα πουλί βουνίσιο» που μπορεί και να λέει κάτι και για μας τους νησιώτες. Με κάποιους μπορεί και να έχουμε συμπέσει παλιότερα.

8 σχόλια:

δύτης των νιπτήρων είπε...

Ήξερα κι εγώ δύο της Χαονίας, αλλά πρέπει να έχουν φύγει πια. Η μία, φαντάσου, ήταν μισή Γερμανίδα.

Idom είπε...


Καλώς επέστρεψες Ροβυθέ!

Είχα τόσο καιρό να δω ανάρτησή σου που ανησύχησα μήπως γύρισες στην πατρίδα και έκλεισες το ιστολόγιο.

Πριν πολλά πολλά χρόνια είχε οργανωθεί στην Αθήνα, στο Παλλάς, μία παρουσίαση πολυφωνικών σχημάτων - νομίζω όχι μόνο από την Ήπειρο αλλά και από όμορα κράτη. Μεταξύ των διοργανωτών ήταν και η Δωδώνη, το βιβλιοπωλείο που τότε βρισκόταν ακόμα στην Ασκληπιού.
Είχα πάει με μία καλή φίλη (τώρα blogger και μητέρα). Υπήρχαν πολλά συγκροτήματα και όλα θέλαν να παίξουν ότι ήξεραν και δεν ήξεραν - φαινόταν να μην είχε γίνει καθόλου προεπιλογή. Όσο προχωρούσε η βραδιά έβγαιναν όλο και πιο "αυθεντικά" (αλλά ταυτόχρονα ερασιτεχνικά) συγκροτήματα, που όσο να 'ναι δεν μαστίζονταν από τεχνική αρτιότητα.
Οι θεατές σιγά σιγά αραίωναν, οι παρουσιαστές "χαλάρωναν", η εντροπία αυξανόταν. Το σύνολο κράτησε πάνω από 3 ώρες, ίσως και 5, δεν θυμάμαι πια. Η φίλη και εγώ κόβαμε φλέβες, αρτηρίες, λεμφικά αγγεία, αλλά είχαμε πάθει και νεύρωση και θέλαμε να δούμε τι θα γίνει στο τέλος. (Πάντως αρκετοί από τους καλλιτέχενες ήταν καλοί και το σύνολο πολύ ενδιαφέρον αλλά κουραστικό.)
Προς το τέλος, ανακοινώθηκε ότι θα μάς τραγουδήσει (σόλο και α καπέλα) μία "γιαγιά" που την έφεραν από τις κατσίκες της στο βουνό, μόνο και μόνο για να συμμετέχει στο πρόγραμμα.
Εμφανίστηκε μία σκυφτή, μικροκαμωμένη, ηλικιωμένη γυναίκα. Ήταν ντυμένη με μαύρα ρούχα που φαίνονταν τής καθημερινής της δουλειάς και έδινε την εντύπωση ότι, όντως, θα μπορούσε να είχε φέρει μαζί μία κατσίκα της, δεμένη από το σκοινί.
Συνήθως όταν εξωτικοί τύποι εμφανίζονται στις μεγάλες δυτικές σκηνές "χάνονται" και δείχνουν γραφικοί.
Να όμως που η γιαγια μάς επιβλήθηκε. Σχεδόν απόλυτα. Δεν τραγούδησε ιδιαίτερα έντεχνα και βέβαια όχι πολυφωνικά, αλλά ήταν τόσο προσηλωμένη και στραμμένη σε αυτό που γνώριζε, αδιαφορούσε τόσο πολύ για το πού βρισκόταν (ψάρωμα μηδέν), έτσι ωστέ οι μόνοι που μπορούσαν να ψαρώσουν στην αίθουσα ήμασταν εμείς, οι ακροατές/θεατές.

Η επόμενη μουσκή συνάντηση (στην οποία δεν πήγα) απ' όσο έμαθα ήταν πιο καλά οργανωμένη και διήρκησε λογικότερο χρόνο.

Αργότερα έγιναν τής μοδός τα... σχεδόν πολυφωνικά τής Καλαβρίας (όλος ο κόσμος μία Μεγάλη Ελλάδα είναι) και πια το θέμα δεν μάς εντυπωσιάζει.

http://www.youtube.com/watch?v=eIw4GKqGU7I&playnext=1&list=PLFC5ED9571F1BAF78&feature=results_video

Idom

Idom είπε...


Πάντως, οι αμίλητοι Ηπειρώτες στο παράνομο ταβερνείο μού θύμισαν τους στίχους τού Ρίτσου:

"
Κάθε τόσο μάς έρχονται καινούργιες καραβιές γερόντοι απ' το Μωριά...
...
Μιλάνε λίγο,
δε μιλάνε καθόλου,
ωστόσο πότε και πότε το βλέπεις
που 'χουν συμπεθεριάσει με τα ελάτια...
"

http://www.anatolikos.net/fileupload/store/Oi_Gerontoi.mp3

http://www.youtube.com/watch?v=uLgJWpaP9f8

Idom

Ανώνυμος είπε...

Υπάρχουν πληροφορίες για τον τόπο και χρόνο δημιουργίας του τραγουδιού για τον "καημένο Μάρκο Μπότζαρη"; Ευχαριστώ εκ των προτέρων.

Β. είπε...

Για να είμαι ειλικρινής δε γνωρίζω - βρήκα διάφορες εκτελέσεις στο youtube (μία τουλάχιστον εκδοχή από τη Δερβίτσανη τραγουδήθηκε στη κηδεία του σκηνοθέτη Θόδωρου Αγγελόπουλου πριν κάνα χρόνο). Εικάζω ότι θα πρέπει να έχει τη ρίζα του πίσω στο 1823, έτος θανάτου του Μάρκου Μπότσαρη, και φυσικά υπάρχουν κι άλλες παραλλαγές εκτός Ηπείρου (ο Μάρκος σκοτώθηκε στη μάχη του Καρπενησίου).

Κάποιος μελετητής της Ηπειρώτικης μουσικής μπορεί να ξέρει κάτι παραπάνω, εγώ όπως διαβάσατε πέρασα και δεν ακούμπησα.

Ανώνυμος είπε...

Σας ευχαριστώ πολύ για την απάντηση --και πολλά συγχαρητήρια για το ιστολόγιό σας, παρεμπιπτόντως.

Μία εκτέλεση του τραγουδιού είχα βρει και εγώ τυχαία στο youtube (αυτήν: http://www.youtube.com/watch?v=AwJ9CCgywtw) και είχα βρει γοητευτική τη σκέψη ότι ένα τραγούδι δεν είχε χαθεί τόσον καιρό μετά τη δημιουργία του, αλλά στα σχόλια διάβασα ότι "ΤΟ τραγούδι αυτό το έγραψε η μεγάλη μας στιχουργός Αθηνά Καμπέση", από το οποίο συμπεραίνω μια πολύ πιο πρόσφατη χρονολογία σύνθεσης. Έκανα την ερώτηση με την ελπίδα ότι θα είχατε πληροφορίες που το διέψευδαν.

Να είστε καλά και καλή συνέχεια.

ΔΑΝΑΗ είπε...

Μια απάντηση στην ανάρτησή σας:

http://educandus.blogspot.gr/2013/02/blog-post.html

Απάντηση από μια Ηπειρώτισσα σε έναν Ικαριώτη.

Β. είπε...

"Ίδια που κι εσύ επέλεξες να διασκεδάσεις τους φίλους σου μιλώντας για μια χαροκαμένη νεαρά. Ειρωνευόμενος ακόμη και το μαύρο της φουστάνι. Ωραία λοιπόν. Τις επόμενες Πρωτοχρονιές σου να επιλέγεις μαγαζιά που τραγουδούν πολύχρωμες κοκότες. Που πετάνε και ολίγον μπουτάκι έξω προς τέρψιν των θαμώνων. Κι όχι χώρους που αληθινοί άνθρωποι καταθέτουν την ίδια τους την ψυχή."

Πόσο λίγο ξέρουμε τον εαυτό μας...