ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


27/10/12

Έπαιζε μπάσκετ ο Διγενής Ακρίτας;

Αμφισβητούμενης ελληνικότητας ήρως ενώ σουτάρει τρίποντο (εικόνα από εδώ).

Μερικοί λένε ότι πρόκειται για φανταστικό πρόσωπο, για ένα μυθιστορηματικό ήρωα που πέρασε αργότερα στη λαϊκή αφήγηση. Άλλοι πάλι υποστηρίζουν ότι υπήρξε ιστορικό πρόσωπο, ή ίσως ότι διάφορα ιστορικά πρόσωπα έπαιξαν ρόλο στη διαμόρφωση του χαρακτήρα τόσο στη λόγια όσο και στη λαϊκή ποιητική δημιουργία. Σε κάθε περίπτωση, του αποδίδεται μια μικτή καταγωγή, από πατέρα Άραβα (εμίρη της Συρίας) και μητέρα Ρωμιά (δηλ. Βυζαντινή με τη σημερινή ορολογία). Σε μια εκδοχή του μύθου ο πατέρας κλέβει τη μητέρα και ακολουθούν διάφορα επεισόδια με αντεκδικήσεις του πεθερού και των κουνιάδων (έτσι δε λέγονται οι αδελφοί της μητέρας;) μέχρι που ο πατέρας βαπτίζεται εν τέλει Χριστιανός και την παντρεύεται δόξη και τιμή.

Σε μια άλλη εκδοχή που μου αρέσει κάπως περισσότερο παρά τα υπερφυσικά στοιχεία, ο μελλοντικός πατέρας κυνηγάει τη μελλοντική μητέρα να την πιάσει αιχμάλωτη κατά τη διάρκεια μιας επιδρομής Αγαρηνών, κι εκείνη φτάνοντας μπροστά σε ένα μεγάλο βράχο προσεύχεται στον Αη-Γιώργη (νομίζω...) ο οποίος ανοίγει το βράχο, η κοπέλα μπαίνει μέσα και ο βράχος ξανακλείνει αφήνοντας τον Αγαρηνό μπουκάλα. Σοκαρισμένος από το θαύμα ο εμίρης θα αλλαξοπιστήσει, θα παντρευτεί εν τέλει την κοπέλα, και θα αποκτήσουν ένα γιο, που θα γίνει γνωστός έως της σήμερον λιγότερο με το όνομά του (Βασίλειος, ίσως) και περισσότερο με το παρατσούκλι που απέκτησε χάρη στη διαφορετική καταγωγή των γονιών του: Διγενής.

Ο Διγενής άσκησε το επάγγελμα (ή λειτούργημα) του Ακρίτα, δηλαδή του υπερασπιστή των συνόρων (άκρων) των ανατολικών επαρχιών της αυτοκρατορίας από τις αραβικές επιδρομές. Εκτός από το λόγιο «Έπος του Βασιλείου Διγενή Ακρίτη» υπάρχει ένα πλήθος δημοτικών τραγουδιών που οι ρίζες τους φτάνουν στην εποχή και στο μύθο του. Άλλα αναφέρονται στα κατορθώματά του, άλλα στο θάνατό του.

[...]Τῆς Ἀραβίνας τὰ βουνά, τῆς Σύρας τὰ λαγκάδια,
ποὺ ἐκεῖ συνδυὸ δὲν περπατοῦν, συντρεῖς δὲν κουβεντιάζουν,
παρὰ πενήντα κι ἑκατό, καὶ πάλε φόβον ἔχουν,
κι ἐγὼ μονάχος πέρασα, πεζὸς κι ἀρματωμένος,
μὲ τετραπίθαμο σπαθί, μὲ τρεῖς ὀργιὲς κοντάρι.
Βουνὰ καὶ κάμπους ἔδειρα, βουνὰ καὶ καταράχια,
νυχτιὲς χωρὶς ἀστροφεγγιά, νυχτιὲς χωρὶς φεγγάρι.
Καὶ τόσα χρόνια ποὔζησα δῶ στὸν ἀπάνω κόσμο,
κανέναν δὲν φοβήθηκα ἀπὸ τοὺς ἀντρειωμένους.[...]


Μέχρι και στην ουδόλως ακριτική (τότε...) Ικαρία έχει καταγραφεί από τον Αλέξη Πουλιανό μια παραλλαγή ενός ακριτικού τραγουδιού, από αυτές στις οποίες κάποιοι κλέβουν τη γυναίκα του Διγενή ενόσω αυτός σπέρνει όσπρια στο χωράφι του (κουκίν και ρόβυν, δηλαδή ρεβύθι, άρα ιστολογικώς ενδιαφέρον δια τα καθ’ ημάς...). Ένα πουλάκι του φέρνει τα νέα, αυτός ζεύγει τον μαύρο του (όπου μαύρος είναι το άλογο) και τους προλαβαίνει. Κατά ενδιαφέρονται τρόπο, αντί να τους ξεπαστρέψει με συνοπτικές διαδικασίες, παριστάνει το συμπέθερο και βάζει τη σύζυγο να τον τρατάρει ένα κατιτί («από δεξιά μου πήγαινε να μ’ αργυροκεράσεις») και ευκαιρίας δοθείσης τη βουτάει και γίνεται μπουχός σε χρόνο dt (κι ως που να πούνε «πού ‘ναι τον» σαράντα μίλια πάει / κι ως που να πούνε «πιάστε τον» μητ’ ήτον μήτ’ εφάνη).

Βέβαια οι πιο γνωστές αφηγήσεις αφορούν τη (χαμένη, εν τέλει) μονομαχία με το Χάροντα στα μαρμαρένια αλώνια:

[...] Τώρα εἶδα ἕναν ξιπόλητο καὶ λαμπροφορεμένο,
ποὔχει τοῦ ρίσου τὰ πλουμιά, τῆς ἀστραπῆς τὰ μάτια,
μὲ κράζει νὰ παλέψουμε σὲ μαρμαρένια ἁλώνια,
κι ὅποιος νικήσει ἀπὸ τοὺς δυὸ νὰ παίρνει τὴν ψυχή του.

Κι ἐπῆγαν καὶ παλέψανε στὰ μαρμαρένια ἁλώνια,
κι ὅθε χτυπάει ὁ Διγενής, τὸ αἷμα αὐλάκι κάνει,
κι ὅθε χτυπάει ὁ Χάροντας, τὸ αἷμα τράφο κάνει.


Σε μια άλλη, κρητική παραλλαγή, ο Χάρος δεν είναι τόσο γενναίος και του στήνει μια ενέδρα (χωσιά).

Ὁ Διγενὴς ψυχομαχεῖ κι ἡ γῆ τονε τρομάσσει.
Βροντᾶ κι ἀστράφτει ὁ οὐρανὸς καὶ σείετ’ ὁ ἀπάνω κόσμος,
κι ὁ κάτω κόσμος ἄνοιξε καὶ τρίζουν τὰ θεμέλια,
κι ἡ πλάκα τὸν ἀνατριχιᾶ, πὼς θὰ τονε σκεπάσει,
πὼς θὰ σκεπάσει τὸν ἀιτό, τσῆ γῆς τὸν ἀντρειωμένο.
Σπίτι δὲν τὸν ἐσκέπαζε, σπηλιὸ δὲν τὸν ἐχώρει,
τὰ ὄρη ἐδιασκέλιζε, βουνοῦ κορφὲς ἐπήδα,
χαρὰ κι’ ἀμαδολόγανε καὶ ριζιμιὰ ξεκούνειε.
Στὸ βίτσιμα 'πιανε πουλιά, στὸ πέταμα γεράκια,
στὸ γλάκιο καὶ στὸ πήδημα τὰ λάφια καὶ τ' ἀγρίμια.
Ζηλεύει ὁ Χάρος, μὲ χωσιὰ μακρὰ τονε βιγλίζει,
κι ἐλάβωσέ του τὴν καρδιὰ καὶ τὴν ψυχὴ τοῦ πῆρε.


Ο θάνατος του Διγενή έχει λειτουργήσει συμβολικά και στη μεταγενέστερη ελληνική ποίηση· θυμάμαι μάλιστα μέσες άκρες κι ένα ομώνυμο νομίζω ποίημα του Παλαμά, που αναφέρεται στο aftermath (μην το γράψω «μεθεόρτια», ε;) της μονομαχίας: στο εν λόγω ποίημα, καβάλα πάει ο Χάροντας το Διγενή στον Άδη, αλλά σε σχέση με τους άλλους πεθαμένους, ο Διγενής είναι κάπως μπλαζέ: Και σα να μην τον πάτησε του Χάρου το ποδάρι / ο Ακρίτας μόνο ατάραχα κοιτάει τον καβαλάρη. Και μάλιστα, στην επόμενη στροφή του ρίχνει και μια ξήγα τρισχιλιετούς ελληνισμού:

«Ο Ακρίτας είμαι, Χάροντα δεν περνώ με τα χρόνια.
Μ' άγγιξες και δε μ' ένοιωσες στα μαρμαρένια αλώνια;
Εγώ είμαι η ακατάλυτη ψυχή των Σαλαμίνων,
στην Εφτάλοφην έφερα το σπαθί των Ελλήνων.
Δε χάνομαι στα Τάρταρα, μονάχα ξαποσταίνω,
στη ζωή ξαναφαίνομαι και λαούς ανασταίνω!».


Ατυχώς όμως, καίτοι εθνικόφρων εν γένει, ο Παλαμάς έκανε ένα σοβαρό λάθος: δεν συμβουλεύτηκε προηγουμένως το λάλον ύδωρ της πηγής του ελληνικού εθνικισμού (δηλαδή το βουλευτή Παναγιώταρο της Χρυσής Αυγής) πριν βάλει στο στόμα του Διγενή αυτές τις κουβέντες. Θα μου πείτε τώρα, υπήρχε Παναγιώταρος το 19ο αιώνα; Θα σας απαντήσω ότι και Παναγιώταρος να μην υπήρχε, ένα σωρό φάροι του εθνικισμού υπήρχαν και τότε (ο ίδιος ο Παλαμάς αναφέρει μερικούς εδώ), χώρια που ο λόγος της Χρυσής Αυγής δεν είναι του 19ου αιώνος αλλά πολύ προγενέστερος (πιθανώς της παλαιολιθικής εποχής ή και του καιρού που ζούσαν οι Νεάντερνταλ και οι Ντενισόβαν). Ευτυχώς τώρα υπάρχει Παναγιώταρος και ξέρουμε ότι με βάση τον ορισμό της Χρυσής Αυγής, ο σωστός ο Έλλην πρέπει να είναι Έλλην και από τους δύο γονείς και μάλιστα της ευρωπαϊκής φυλής.

Με αυτό τον τρόπο βέβαια απαιτούνται ορισμένες ιστορικές αναθεωρήσεις. Έτσι, μαζί με το Σοφοκλη Σχορτσιανίτη (που δεν του κάνει του Παναγιώταρου) και το Γιωργάκη Α. Παπανδρέου που είναι κατά Κασιδιάρη μόνο 25% Έλληνας (εικάζω λόγω Αμερικανίδας μητέρας και Πολωνικής καταγωγής γιαγιάς), θα πρέπει να ξεφορτωθούμε και το Διγενή Ακρίτα (που ο πατέρας του όχι μόνο Έλληνας δεν ήταν αλλά ούτε καν της «ευρωπαϊκής φυλής»), τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο (κι αυτός του 25%, με μητέρα Σέρβα και εκ πατρός προγιαγιάδες από τη Σαβοΐα και τη Βουλγαρία όπως εξηγεί στον παραπάνω σύνδεσμο ο Ν. Σαραντάκος), το Θεμιστοκλή (το γνωστό, αυτόν της Σαλαμίνας, που η μάνα του ήταν «ξένη») κι ένα σωρό άλλους αμφισβητούμενης καθαρότητας τύπους που μπερδεύουν την ελληνική ιστορία με αχρείαστες επιμειξίες.

Στη θέση τους μπορούμε να βάλουμε κάποιες 100% ελληνικής καταγωγής αλλά παραγνωρισμένες προσωπικότητες, όπως ο Ιμπραήμ Πασά Παργαλί, μεγάλος βεζύρης του σουλτάνου Σουλεϊμαν του Μεγαλοπρεπή (του οποίου ο πατέρας ήταν επίσης 75% Έλληνας αλλά μην τα θέλουμε κι όλα δικά μας), ο Τουργκούτ Ρεΐς, διάσημος κουρσάρος της Μπαρμπαριάς και μπεϋλέρ-μπεης της Μεσογείου την ίδια εποχή, και ο στρατηγός του Ιμπραήμ και γνωστός ήρωας της κ. Ρέας Γαλανάκη, Μανόλης ή Γιάννης Παπαδάκης, πιο γνωστός ως Ισμαήλ Φερίκ Πασάς. Ατυχώς κάποιες μικρές επιμειξίες μας αποτρέπουν από το να προσθέσουμε στην ίδια λίστα το Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσσα και τον ίδιο τον Ιμπραήμ, αλλά μπορούμε να τσοντάρουμε με τον Αθηναίο τύρρανο Ιππία (100% Έλλην) που στα γεράματα έκανε το σύμβουλο του Δαρείου πριν τη μάχη του Μαραθώνα, κι αν οι Αθηναίοι δεν είναι του γούστου των Χρυσαυγιτών βάζουμε ένα βασιλιά της αρχαίας Σπάρτης, το Δημάρατο, παραβλέποντας τη λεπτομέρεια ότι υπήρξε σύμβουλος του Ξέρξη. Στην ίδια ρότα, μπορούμε να επαινέσουμε την 100% ελληνικότητα του Εφιάλτη του Ευρυδήμου, όπως και πλήθους αγνώστων (μα γιατί άραγε;) κουκουλοφόρων συνεργατών των Ναζί στην κατοχή.

Θα χρειαστεί βέβαια ένα μικρό ξαναγράψιμο της ιστορίας, και μιας ορισμένης λογοτεχνίας ενδεχομένως, αλλά άμα έχεις τέτοιες κορυφές σαν τους Παναγιώταρους, τους Κασιδιάρηδες και τους Μιχαλολιάκους, τι να τους κάνεις τους Ακρίτες και τους Παλαιολόγους και τους Παλαμάδες ακόμα;

Βέβαια απο μπάσκετ δεν ξέρω τι ψάρια πιάνει ο εθνοπατέρας, αλλά σάμπως έπαιζε μπάσκετ ο Διγενής Ακρίτας δηλαδή;


Σ.Σ. Άντλησα πολλές πληροφορίες από κάποια σχόλια στο ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου. Τα ακριτικά τραγούδια τα τσίμπησα από εδώ, εκτός από το ικαριακό που διάβασα βέβαια στον βιβλίο του Αλέξη Πουλιανού «Λαϊκά τραγούδια της Ικαρίας» (1964), αλλά το άκουσα πρώτη φορά σε απαγγελία (συνοδεία μουσικής «καριώτικου») σε ένα δίσκο βινυλίου του Σίμωνα Καρά με τραγούδια της Ικαρίας και της Σάμου.

4 σχόλια:

δύτης των νιπτήρων είπε...

Σχολαστικά για τον Σελίμ Α΄, τον πατέρα του Σουλεϊμάν: δεν είναι και τόσο σίγουρο πως ήταν 75% ομοεθνής μας. Πιθανότατα ήταν η μητέρα του (αν ήταν αυτή και όχι αυτή). Όμως η μητέρα του πατέρα του δεν μοιάζει να ήταν, και για τη γιαγιά του πατέρα του τα είπαμε...

Όχι πως έχει σημασία, είπα να γράψω το μακρύ μου και το κοντό μου μια και πάντα σε διαβάζω μεν, σπάνια σε σχολιάζω δε!

Αββαδών είπε...

Οι Νεάντερταλ απίθανο να είχαν φασιστικές ιδέες ... παλιοχαρακτήρες με αναρχοαυτονομη αυτοδιάθεση μάλλον ... χειρότεροι και απο κρυπτο-Συριζαιοι ...

Β. είπε...

Ποσώς μας απασχολούν οι ιδέες τους - είναι άλλο είδος biologically speaking. Αλλά ευρωπαϊκής φυλής οπωσδήποτε (όχι σαν το δικό μας είδος που είμαστε όλοι Αφρικανοί).

Idom είπε...


Εεεεε!

Διαμαρτύρομαι και εγώ για την χρήση των Νεάτερνταλ (και λοιπών ξαδέρφων μας) ως πνευματικών ή βιολογικών προγόνων των ΧΑ.
Τους Νεάντερταλ μάλλον τους ξεπαστρέψαμε "εμείς" - και μείναμε πολύ μα πολύ μόνοι. Δεν είναι σωστό να τους φορτώνουμε τώρα και αμαρτίες (μας).

Όμοια, μού κακοφαίνεται η παρομοίαση με ζώα για να στηλιτευτούν χαρακτηριστικά των παλιανθρώπων.
Η παρακάτω γελοιογραφία, βέβαια, είναι πολύ καλή στο μήνυμά της:
http://www.hantzopoulos.gr/caricature.php?mid=10&year=2012

Τα άλλα, σωστά, σωστότατα τα λέγεις... :-(


Δεν θυμόμουν αυτή την αναπαράσταση τού Διγενή που χρησιμοποίησες. "Καλέ, ο Άη Γιώργης δεν είναι αυτός;", σκέφτηκα.
Οι μυθιστορίες μας, γενικώς, είναι λιγάκι τουρλουμπούκι, πρέπει να ομολοήσουμε. :-)

Idom