ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


14/10/12

Βεράντα στον ωκεανό

Η θέα από το μπαλκόνι. Ericeira, Οκτώβριος 2012.

Παίρνουμε τα ποτήρια μας και το κρασί που περίσσεψε από το δείπνο και βγαίνουμε στη βεράντα του ξενοδοχείου. Τα κύματα του ωκεανού έρχονται και σβήνουν στην παραλία, ακριβώς από κάτω. Παρέες-παρέες, λίγο ανάκατα ανά εθνότητα και εργαστήριο, άλλοι παλιοί, άλλοι καινούργιοι, άλλοι (όπως εγώ) κάτι ενδιάμεσο, συνάδελφοι «μεταδιδάκτορες» επιστήμονες σε ένα τριήμερο που στην επαγγελματική αργκό λέγεται retreat: μαζεύονται όλοι μαζί κάπου εκτός χώρου εργασίας και συζητούν χαλαρά και ελεύθερα (δηλαδή χωρίς τους περιορισμούς της ιεραρχίας) τα ζητήματα της δουλειάς ή της ευρύτερης κοινότητας. Στα ελληνικά παρότι θα μου άρεσε ο όρος «αναχώρηση» (με την κάπως εκκλησιαστική-μοναστική έννοια του «μακριά από τον κόσμο») πιο πολύ από το «αναδίπλωση» ας πούμε, κατά βάση η λέξη δεν αποδίδεται επαρκώς· ίσως το «αναστοχασμός» που μου είχαν πει πριν από κάποια χρόνια να ταιριάζει κάπως περισσότερο.

Όχι ότι στοχαστήκαμε και τίποτε φοβερό βέβαια, τρεις μέρες μακριά αλλά όχι και τόσο μακριά από το ινστιτούτο, σε αυτό το καλοκαιρινό θέρετρο της Ερισέιρα στην ακτή του Ατλαντικού, λίγο βορειότερα από τη Σίντρα, σαρανταπέντε λεπτά οδήγημα από το κέντρο της Λισσαβώνας. Πιο πολύ ένα τριήμερο επαγγελματικού προσανατολισμού (ή ίσως αναπροσανατολισμού) για postdocs, μια ασαφή αλλά ολοένα διευρυνόμενη κατηγορία ερευνητικού προσωπικού με διδακτορικό αλλά όχι με καρέκλα. Πολλοί μεν οι κλητοί, λίγοι δε οι εκλεκτοί που θα βρουν κάπου να κάτσουν. Και για τα πρώτα χρόνια τουλάχιστον, θα κάθονται στα καρφιά.

Αλλά τούτο το βράδι στην Ερισέιρα καθόμαστε όλοι στις καρεκλίτσες της βεράντας, πάνω από την έρημη πισίνα του ξενοδοχείου και χαζεύουμε τον Ατλαντικό και τα κύματα που έρχονται από τη Δύση και σκάνε στην παραλία, με τα ποτήρια του κρασιού στο χέρι και κουβεντιάζουμε περί ανέμων και υδάτων. Παρατηρώ ότι ο Μεξικάνος συνάδελφος κουβαλάει σε μια θήκη το μικροσκοπικό του γιουκαλίλι, που όταν τον πρωτοείδα να το σέρνει μαζί του νόμισα ότι ήταν παιδικό παιχνίδι, της πεντάχρονης κόρης του ίσως. Μου είχε τότε εξηγήσει σοβαρά-σοβαρά ότι αν και κανονικά παίζει ηλεκτρικό μπάσο, κάποτε κόλλησε με το γιουκαλίλι και έκτοτε το κουβαλάει μαζί του συστηματικά. Προσπαθούσε να ψήσει κι άλλους να μπουν στο τριπάκι, αν και στους περισσότερους φέρνει στο μυαλό κυρίως μια χαβανέζικη διασκευή κάποιων παλιότερων τραγουδιών που είχε γίνει σουξέ πριν χρόνια (και φυσικά μου είχε διαφύγει). Εμένα πάλι μου θύμιζε πρώιμο Σεφέρη, αλλά μάλλον οι συνάδελφοι δεν θα το έχουν ακουστά.

Παίρνω το οργανάκι και προσπαθώ να παίξω κάτι – ανακαλύπτω ότι το κούρδισμα στο συγκεκριμένο όργανο (υπάρχουν κάμποσοι διαφορετικοί τύποι) είναι όπως στις τέσσερις κάτω χορδές της κιθάρας, μόνο που η ρε είναι μια οκτάβα ψηλότερα. Βέβαια αυτό συνεπάγεται ότι τα ακκόρντα είναι τα ίδια, οπότε μετά από λίγο αρχίζει να βγαίνει ένα σχετικό νόημα από τις χορδές, μόνο που δεν ακούγεται σχεδόν καθόλου. Δίνω το όργανο πίσω στο Μεξικάνο ενώ ο ψιλομεθυσμένος Γιαπωνέζος αριστερά ρωτάει αν μπορούμε να παίξουμε κάτι χορευτικό.

Αν και είναι πλέον ή βέβαιον ότι δεν θα χορέψει, η επιμονή του ψήνει και κάνα-δυο Πορτογαλίδες και μια Ισπανίδα από απέναντι που λένε στο Μεξικάνο να παίξει το La Bamba που είναι και της πατρίδας του. Αυτός αντιστέκεται λέγοντας ότι το οργανάκι που παίζουν οι τύποι εκεί δεν είναι γιουκαλίλι, αλλά κάτι άλλο μεξικάνικο και καθώς αυτές επιμένουν βγάζει δεύτερη γραμμή άμυνας ότι το γκρουπ χρειάζεται τον τραγουδιστή του (που είναι ένας ανατολικός Γερμανός που ακόμα μπεκρουλιάζει στην τραπεζαρία) αλλά με συνοπτικές διαδικασίες πάμε και μαζεύουμε το Γερμανό ο οποίος ζητάει να του πούμε στίχους. Εκεί επιστρατεύονται κάτι 3G τηλέφωνα που έχουν πρόσβαση στο διαδίκτυο και βρίσκουμε και τους στίχους, και λίγη ώρα μετά το πηγαδάκι έχει μαζέψει κάμποσους που παλεύουν να ακούσουν τις νότες από το γιουκαλίλι ανάμεσα στις κουβέντες και τον ήχο των κυμάτων.

Πέφτουν διάφορες προτάσεις για αυτό ή εκείνο το τραγούδι, αρκεί βέβαια να το ξέρει ο Μεξικάνος και να μπορούμε να βρούμε τους στίχους για το Γερμανό ή όποιον άλλο ενδιαφέρεται να τραγουδήσει. Είμαι κρυωμένος και δεν ενδιαφέρομαι ιδιαίτερα, αλλά με τη βοήθεια της 3G τεχνολογίας βρίσκουμε ταμπλατούρες για γιουκαλίλι (και όμως...) και στίχους για ένα ευρύτατο μουσικό φάσμα, από ξεχασμένα σουξεδάκια των ‘80ς (οι μεταδιδάκτορες είμαστε και κάποιας ηλικίας) μέχρι ψαγμένα υποτίθεται ακούσματα, κι από διαχρονικούς Μπήτλς (με το αναπόφευκτο Let it be) μέχρι Στιγκ, όπου ο Γερμανός με απαράμιλλο οξφορδιανό αξάν τραγουδάει (αλλά πάντα μέσα από το 3G) το Englishman in New York, εξηγώντας στη συνέχεια ότι χρειάζεται οπωσδήποτε τους στίχους διότι περιέχουν πολλές περίεργες λέξεις. Ας πούμε, modesty, propriety can lead to notoriety. Έτσι δεν είναι, my dear?

Ομολογώ ότι δεν έχω στ’ αλήθεια ποτέ προσέξει τους στίχους επακριβώς, αλλά τώρα που τους βλέπω έχουν κάποιο ενδιαφέρον: It takes a man to suffer ignorance and smile – ομολογουμένως. Takes more than combat gear to make a man, takes more than a license for a gun. Πράγματι. Τώρα πρέπει να το εξηγήσουμε και σε πολλούς βέβαια που νομίζουν το αντίθετο, να τους πούμε ότι ο άντρας ο σωστός δεν είναι υποχρεωτικά αυτός που ζώνεται τα φυσεκλίκια αλλά αυτός που υπομένει την άγνοια (και ενίοτε τη βία) των άλλων, ειδικά σε κάτι δύσκολους καιρούς σαν τους δικούς μας.

Ο Μεξικάνος μου σπρώχνει το γιουκαλίλι στα χέρια αλλά του το δίνω πίσω αβλεπί, επικαλούμενος το κρύωμα και την κούρασή μου. Έχει πάει αργά, οι πιο πολλοί έχουν φύγει για ύπνο, η χαρακτηριστική πορτογαλική υγρασία έχει γεμίσει τον τόπο κι εγώ με τη σειρά μου καληνυχτίζω τους κατά συνθήκη συναδέλφους και βαδίζω αργά προς το δωμάτιο μουρμουρίζοντας κάτι σαν “I’m an alien, I’m a legal alien”.

Που εν προκειμένω alien μπορεί και να σημαίνει εξωγήινος, δεν το αποκλείω και τελείως.



Gentleness, sobriety are rare in this society, at night a candle's brighter than the sun που λέει και το τραγούδι. Για την ιστορία, η «γηραιά κυρία» στο κλιπάκι είναι ο Quentin Crisp, ο αληθινός Englishman in New York. Σοπράνο σαξόφωνο παίζει ο Branford Marsalis.

2 σχόλια:

αράπης είπε...

Χάλια περνάτε οι εξωγήινοι, εκεί στα ανατολικά όρια του Ατλαντικού...
;-)

Idom είπε...


Όταν μεγαλώσω και εγώ εξωγήινος θέλω να γίνω!...

:-))

Idom