ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


21/12/11

Φωτάκια στην πλατεία

Εδώ είναι μέρα ανοιξιάτικη, αλλά τις χειμωνιάτικες νύχτες γύρω από το άγαλμα του Καμόες ανάβουν φωτάκια...

Η Σ. με έχει στην καρδιά της από ό,τι φαίνεται, από εκείνη την αθηναϊκή νύχτα του 2004 που μια αλεπού αποπειράθηκε να της φάει το κινητό. Προφανώς επρόκειτο για σημαδιακή νύχτα, καθώς εφτά χρόνια μετά, σχεδόν ό,τι έχω κάνει στην Πορτογαλία (από τουρισμό και διασκέδαση μέχρι εξεύρεση σπιτιού και επίλυση προβλημάτων καθημερινότητας) οφείλεται σε εκείνην πολύ περισσότερο από ό,τι π.χ. στις συναδέλφους ή την εργοδοσία μου. Πέμπτη έφτασα, Παρασκευή είχε τηλεφωνήσει σε δέκα μεσίτες, Σάββατο απόγευμα κουβαλήθηκε στην άλλη όχθη του ποταμού (καμιά ώρα οδήγημα και βάλε) να μου κάνει την οδηγό και τη μεταφράστρια καθώς γυρίζαμε τις ανηφόρες του Οέιρας κοιτάζοντας σπίτια.

Δεν ξέρω αν πρόκειται για τυπικό δείγμα, αλλά η αλήθεια είναι ότι η εικόνα που έχω κατ' αρχήν από τους Πορτογάλους είναι ότι πρόκειται για εξαιρετικά πρόθυμους και ευγενείς ανθρώπους· αν αρέσκεται κανείς στις γενικεύσεις θα μπορούσε να τους αντιδιαστείλει ίσως με τους σχετικά αδιάφορους Ολλανδούς ή τους ενδεχομένως υστερόβουλους Έλληνες. Ωστόσο εγώ είμαι πολύ επιφυλακτικός ως προς αυτές τις «εθνικές» κατηγοριοποιήσεις, καθώς θεωρώ ότι σε κάθε λαό υπάρχει τόση ποικιλομορφία που το εύρος της υπερβαίνει τις υποτιθέμενες διαφορές μεταξύ των διαφορετικών λαών. Αυτό δεν συνεπάγεται ότι δεν υφίστανται διαφορές στην αντίληψη, τον πολιτισμό, και τις συνήθειες. Συμβαίνει όμως συχνά να είναι πολύ λιγότερο σημαντικές ή καθοριστικές από όσο νομίζουμε.

Πάντως όταν μου είπε η Σ. ότι μέχρι να περιμένουμε να πάει η ώρα για το καθορισμένο ραντεβού για να δούμε κάποιο σπίτι, καλύτερα να ψάχναμε και αλλού, δεν κατάλαβα πώς ακριβώς το εννοούσε, μέχρι που μπήκε σε ένα καφενείο και ρώτησε κάτι. Ένας νεαρός και δυο κοπέλες απάντησαν κάτι άλλο και μόνο όταν άκουσα το όνομα του ερευνητικού ιδρύματος όπου (θα) εργάζομαι αντελήφθην ότι η κουβέντα αφορούσε ακριβώς την αναζήτηση της μελλοντικής μου κατοικίας. Ο νεαρός προσεκόμισε έναν τηλεφωνικό αριθμό, και η Σ. έκανε μια κλήση (ανεπιτυχή πάντως, διότι ο συνομιλητής της είχε μόνο κενά διαμερίσματα και όχι επιπλωμένα). Για λόγους ευγενείας κάτσαμε να πιούμε καφέ εκεί· λίγα λεπτά αργότερα η μία από τις κοπέλες εμφανίστηκε με μια εφημερίδα με αγγελίες. Σημειώσαμε δύο που μας ενδιέφεραν· η μικρή ομήγυρη που είχε σχηματιστεί γύρω από το τραπέζι ξέσπασε σε επιφωνήματα χαράς όταν η Σ. μετά από μια σύντομη συνδιάλεξη ανακοίνωσε ότι είχαμε κλείσει επιπλέον δύο ραντεβού για να δούμε και άλλα διαμερίσματα. Οι κοπέλες έφυγαν δίνοντάς μου ευχές για το καλύτερο, κι εγώ πλήρωσα τους καφέδες στην εκπληκτική τιμή του ένα ευρώ και σαράντα λεπτά και οι δύο μαζί στον χαμογελαστό νεαρό.

Το βράδυ η Σ. με έβγαλε βόλτα στο κέντρο της Λισσαβώνας. Παρκάραμε μετά κόπων στο Chiado, σε ένα υπόγειο γκαράζ, και πήγαμε να συναντήσουμε ένα φιλικό της ζευγάρι για φαγητό. Η Τερέζα και ο Νούνο μου έσφιξαν το χέρι με θέρμη και με ευχαρίστησαν που τους είχα βοηθήσει να περάσουν τόσο καλά στην Ελλάδα. Δε θυμόμουν να είχα βοηθήσει κανέναν και μου εξήγησαν ότι είναι εκείνοι οι φίλοι της Σ. για τους οποίους της είχα πει κάποια στιγμή το καλοκαίρι κάτι σαν «ε, άμα θέλουνε να πάνε στα ελληνικά νησιά και τους αρέσει ο κόσμος, ας πάνε στη Σαντορίνη». Πήγανε, λοιπόν, και περάσανε καταπληκτικά (εγώ αμυδρά μόνο θυμόμουνα ότι είχε προηγηθεί αυτή η συζήτηση με τη Σ.), και κατά τη διάρκεια του φαγητού περιέγραφαν την ελληνική εμπειρία τους με ευχαρίστηση και κάποια νοσταλγία.

Μάλιστα κάποια στιγμή μου είπαν ότι έδωσαν και συνέντευξη στην ελληνική τηλεόραση. Όχι ακριβώς συνέντευξη, ένα ρεπορτάζ ενός καναλιού για κάποια απεργία των ταξιτζήδων που είχε λάβει χώρα τις μέρες εκείνες. Από την περιγραφή του λογοτύπου του καναλιού υπέθεσα ότι επρόκειτο για το Σταρ τσάνελ· τους είπα ότι από όσο ξέρω το δελτίο ειδήσεων του συγκεκριμένου διαύλου εστιάζει στο λάιφτστάιλ και όχι στις απεργίες εν γένει. Ο Νούνο γέλασε και είπε ότι ίσως αυτό εξηγεί μερικά πράγματα: η ρεπόρτερ του καναλιού ήταν μια νεαρά εμφανίσεως κάπως μπάρμπι, η οποία αφού ρώτησε χαρούμενα αν ταλαιπωρήθηκαν κατά την άφιξή τους στη χώρα από την απεργία των ταξί, μάλλον στεναχωρήθηκε όταν ο Νούνο απάντησε κάτι σαν «όχι, διότι πήραμε το λεωφορείο». Τόσο πολύ στεναχωρήθηκε μάλιστα, που ξαναρώτησε επιμένοντας, κι όταν ο Νούνο επέμεινε κι αυτός ότι δεν ταλαιπωρήθηκαν λόγω των ταξί, η νεαρά το επαναδιατύπωσε λέγοντας «ναι, αλλά αν δεν υπήρχαν ούτε λεωφορεία δεν θα είχατε ταλαιπωρηθεί χωρίς ταξί;».

Ο Νούνο αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι σε αυτή την περίπτωση θα είχαν όντως ταλαιπωρηθεί. Η Τερέζα συμπλήρωσε ότι τυχαία, το ίδιο βράδι, κάνοντας ζάπιγκ έπεσε πάνω στο εν λόγω δελτίο ειδήσεων, όπου για μερικά δευτερόλεπτα έπαιξε και η απάντηση του συντρόφου της. Παραδόξως όμως (χμ...) όχι στο κομμάτι που απαντούσε ότι δεν ταλαιπωρήθηκε, αλλά σε εκείνο που έλεγε ότι θα μπορούσε και να είχε ταλαιπωρηθεί - αυτό ήθελαν να ακούσουν οι άνθρωποι του καναλιού, αυτό έπαιξαν, το άλλο δεν τους ενδιέφερε. Κουβεντιάσαμε λίγο για τα μήντια και και το είδος των ρεπορτάζ με το μικρόφωνο στο χέρι που υποτίθεται αναπαράγουν «τι πιστεύει ο κόσμος», και συμφωνήσαμε ότι δεν είναι ελληνική πατέντα αλλά παίζει παντού. Μετά αρχίσαμε να λέμε κάτι για το ενδυματολογικό στυλ της δεκαετίας του '80 και ξεχάστηκε το θέμα.

Τους συνοδεύσαμε μέχρι το σπίτι τους, λίγο παραπέρα στο κέντρο. Η Σ. μου είπε περίλυπη ότι ήθελε να μου δείξει τη στολισμένη με φωτάκια κεντρική λεωφόρο, ωστόσο φέτος λόγω κρίσης δεν άναψαν φωτάκια διότι ο δήμος δεν είχε (ή δεν ήθελε) να ξοδέψει για στολισμούς. Διαβάζω ότι και στην Αθήνα γίνεται κάτι αντίστοιχο: πόλεις της κρίσης, αφώτιστες και μελαγχολικές. Ε, όχι και εντελώς μελαγχολικές: ξαναγυρίσαμε στο Chiado όπου γύρω από το άγαλμα του Καμόες ένα πλήθος νεολαίας τριγυρνούσε με ένα ποτήρι στο χέρι από το παρακείμενο κιόσκι (ας πούμε κάτι σαν περίπτερο, χωρίς έντυπα αλλά με αλκοόλ εξτρά). Η πλατεία ήταν σκοτεινή σχετικά, αλλά πολλοί από το πλήθος είχαν φωτάκια που αναβόσβηναν στο πέτο ή στις τσάντες ή στο πανοφώρι τους, σαν διερχόμενοι ποδηλάτες. Μείναμε λίγο να τους κοιτάμε μέχρι που ένας νεαρός ήρθε και μας πρότεινε δυο φωτάκια να τα φορέσουμε κι εμείς: αφού η πόλη δε στολίζει δέντρο, είπε, αποφασίσαμε να γίνουμε εμείς το δέντρο και να φωτίσουμε την πλατεία.

Η Σ. τον ευχαρίστησε και είπε ότι εμείς ήμασταν περαστικοί και καλύτερα να έδινε τα φωτάκια σε κάποιον που θα παρέμενε στην πλατεία, να πιάσουν πιο πολύ τόπο. Ο νεαρός δεν επέμεινε. Είχε όντως πολύ λίγα πια στην τσάντα του. Πήρα ένα μπουκάλι νερό από το κιόσκι και χάζεψα λίγο το πλήθος: ένα είδος λαϊκής πλατείας με έναν ετερόκλητο κόσμο: πορτογαλική νεολαία, μαύροι από τις πρώην αποικίες, καλοντυμένες κυρίες καθ' οδόν ίσως για κάπου αλλού, με το φωτάκι να αναβοσβήνει.

Κι εμείς, βέβαια, καθ' οδόν. Για κάπου αλλού.

4 σχόλια:

karagiozaki είπε...

Όμορφη αρχή στους δρόμους της πόλης... ζεστοί άνθρωποι και ευγένεια σχεδόν "παλιομοδίτικη". Και φτηνός καφές, αυτό που το πας... !! Στις νέες σου περιπέτειες λοιπόν! :)

couldi είπε...

Κάτι αντίστοιχο είχε μια φίλη στο ίδιο κανάλι ίσως με την ίδια ρεπόρτερ...

"Είστε φοιτήτρια;"
"Ναι..."
"Εργάζεστε; Ή... Σας στέλνουν χρήματα οι γονείς σας;"
"Εργάζομαι, δεν χρειάζομαι έξτρα χρήματα"
"Υπάρχουν φοιτητές που παίρνουν χρήματα απ' τους γονείς τους;"
"Ε φυσικά..."

Το ρεπορτάζ έγινε στην TV...

"Είστε φοιτήτρια;"
"Ναι..."
"Σας στέλνουν χρήματα οι γονείς σας;"
"Ε φυσικά..."

Καλή διαμονή, κι εγώ σε μετακόμιση είμαι αλλά στο κέντρο της Αθήνας...

Idom είπε...

Γεια σου Ροβυθέ και καλό ξεκίνημα!

Σχετικά με το αν η ποικιλομορφία μέσα στους πληθυσμούς υπερκαλύπτει τις διαφορές των μέσων όρων, πρέπει να κάνεις μία στατιστική ανάλυση ANOVA. Ίσως μπορεί να συνδράμει ο/ή Αράπης.

Ο παλλαϊκός ξεσηκωμός που περιγράφεις για να σε βοηθήσουν να βρεις κατάλυμα, είναι συγκινητικός από μία μέριά, από την άλλη - για μένα - έχει την ανησυχαστική παράμετρο: σε μέρη με μικρό πληθυσμό συνήθως, η αλληλεγγύη έχει το βαρύ τίμημα, να χώσουν οι πολλοί τη μύτη τους στα εσωτερικιά σου - αρχικά - και μετά να σού ασκούν αφόρητη ομοιόσταση.

Και σε κάποιες ακραίες περιπτώσεις, είναι η τοπική μαφία που υπόγεια κανονίζει ποιο σπίτι θα "βρεις", ποιο εστιατόριο θα "επιλέξεις" κ.λπ..
(Εντάξει, υπερβάλλω, αλλά λιγουλάκι το 'χω ζήσει, οπότε τώρα μάλλον προτιμώ την απροσωπίλα των μητροπόλεων.)

Idom είπε...

...
Καλέ, τι ωραίο κόλπο αυτό με την αλεπού!
Ο Βασιλικός σε ένα βιβλίο του περιγράφει κάτι αντίστοιχο με τζιτζίκι (ή ακρίδα).
Οπωσδήποτε η αλεπού αποτελεί φανταστική αναβάθμιση τής μεθόδου.
:-))
Πού νοικιάζουν αλεπούδες;

Με αυτά και με αυτά, ΠΑΛΙ δεν μάς είπες τι έγινε στο τέλος.
Βρήκες σπίτι; Με θέα στον Ατλαντικό; (Θα σκάσει από ζήλεια η Λαίδη Α.)

Idom