ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


7/12/11

Προτεινόμενος

Από κάπου ερχόμαστε, κάπου πάμε. Αποστάσεις από την είσοδο του σιδηροδρομικού σταθμού της Ουτρέχτης. (φωτό Ροβυθέ).

Είκοσι μήνες κοντεύω στο Λέιντεν, αλλά από τη μέρα που έσκασα μύτη όλο και σε κάποια διαδικασία αποχαιρετισμού βρισκόμαστε. Καθώς εγώ έψαχνα ακόμα να δω πού θα βάλω τα πράγματά μου, η Μάικε μάζευε τα δικά της από το δίπλα γραφείο και τα πακετάριζε για Ελσίνκι. Λίγο αργότερα την αποχαιρετούσαμε σε μια σεμνή τελετή ολλανδικής γαστριμαργίας μαζί με τη Ρίτα, την Πορτογαλίδα υποψήφια διδάκτορα που γύριζε Λισσαβώνα, άλλο βέβαια αν έχει ξανάρθει και ξαναφύγει έκτοτε κάνα-δυο φορές. Δεν πρόλαβε να κλείσει βδομάδα και τα μάζευε από το πιο δίπλα γραφείο ο Χουμπέρτους, με προορισμό το διπλανό Ντελφτ. Ο αποχαιρετισμός ήταν κάπως πιο χαμηλών τόνων, με μπύρες δίπλα στις όχθες του Neuwe Rijn (δηλαδή ενός από τα κανάλια της πόλης, μην πάει το μυαλό σας σε τίποτα μεγαλειώδες). Μέσα στο καλοκαίρι εξαφανίστηκε σιωπηλά και ο Αντρέ, αλλά επειδή για τους μεταπτυχιακούς φοιτητές μάλλον δεν προβλέπονται ιδιαίτερες αποχαιρετιστήριες τελετές, μόνο οι ομοεθνείς Πορτογάλοι πήραν επαρκώς είδηση ότι γύρισε στο Οπόρτο.

Πέρασαν λίγοι ήσυχοι μήνες, αλλά το φθινόπωρο είχαμε τη δίδυμη αποχώρηση των προφέσορ, και σε μια λίγο πιο φραμπαλάτη τελετή με λόγους, ανταλλαγές δώρων, μπαλόνια, ποδήλατα και τραγούδια, ξαποστείλαμε τον Πωλ στο μαγευτικό Κέμπριτζ και τον Μπας στο εδώ παραδίπλα Βαχενίνγκεν. Καθώς πλησίαζε ο περσινός χειμώνας ήρθε η σειρά της Σουζάνα να συνεχίσει το ταξίδι που ξεκίνησε από τις ρωσικές πεδιάδες, κατευθυνόμενη προς τα ελβετικά βουνά. Την αποχαιρετήσαμε με ένα παρτάκι, κάπως ήσυχο είναι η αλήθεια, αλλά όχι τόσο ήσυχο όσο ο αποχαιρετισμός του Μαουράιν που μας ανακοίνωσε μια Παρασκευή ότι από Δευτέρα θα δουλεύει στην Ουτρέχτη τρεις μέρες τη βδομάδα, οπότε ανοίξαμε δυο μπύρες στο εργαστήριο προς τιμήν του (κι ένα κρασί για κάτι μεσογειακούς τύπους, παρεμπιπτόντως).

Εξίσου ήσυχα εξαφανίστηκε η Άνα, η έτερη Πορτογαλίς που κανείς δεν κατάλαβε πότε αποφάσισε να τα μαζέψει, πλην των φίλων της, δηλαδή της προσωρινά επανακάμψασας Ρίτας και του Έλληνος (της προσκολλήσεως αυτός), που ήπιαν τις μπύρες τους (κρασί ο Έλλην, είπαμε) στο νεανικό στέκι με το όνομα Οδησσός (είναι απίστευτο τι πάει και γουστάρει ως στέκι η νεολαία, αλλά μην τα θέλουμε κι όλα δικά μας). Ύστερα ήταν η σειρά του Όσκαρ να αδειάσει το άλλο γραφείο. Τον αποχαιρετήσαμε σε ένα δείπνο που μαγείρεψε ο ίδιος αυτοπροσώπως ως Σουηδός σεφ (και ήταν ομολογουμένως εξαιρετικό). Μάλιστα προς μεγάλη χαρά του Έλληνος, το σπίτι ήταν γεμάτο κρασιά, τα οποία δεν παρέλειψε να τιμήσει. Ο Όσκαρ πακέταρε την επομένη τα πράγματά του, συμπεριλαμβανομένων και μερικών πάκων αφρικανικών χαρτονομισμάτων μηδαμινής αξίας, έβαλε τις πεταλούδες του σε βαλίτσες, και ακολούθησε τον Πωλ στο Κέμπριτζ πριν βγει ο χειμώνας.

Μια μέρα η Μαρλήν μας ανακοίνωσε ότι είναι καιρός να θέσει τη ζωή της σε άλλες βάσεις, (εις γάμου κοινωνίαν δηλαδή), οπότε θα πήγαινε με τον καλό της κάπου νοτιότερα και ως εκ τούτου είχε βρει δουλειά αλλού. Ο αποχαιρετισμός ξεκίνησε με κέικ στην ώρα του coffee break, αλλά συνεχίστηκε με ποτάκια στις εξοχές, καθώς είχε μπει πια η άνοιξη. Κατά το Μάη εξαφανίστηκε και η Πατρίτσια, με προορισμό την πατρογονική Λισσαβώνα μετά από χρόνια περιπλάνησης σε Ευρώπες και Αμερικές. Δεν την αποχαιρέτησε κανείς οργανωμένα, πλην του Έλληνος υφισταμένου της που πήγαν παρέα για καφέ πριν επιστρέψει το δανεικό της ποδήλατο στον ιδιοκτήτη του. Αυτός ισχυρίζεται ότι την είδε συγκινημένη, αλλά λόγω της ιεραρχικής μεταξύ τους σχέσης, καλύτερα να αποφεύγονται οι ερμηνείες από δεύτερο χέρι.

Καθώς έμπαινε το φθινόπωρο, ο Έρικ ολοκλήρωσε τη δουλειά που έκανε και τα μάζεψε κι αυτός για το Κέμπριτζ. Τον αποχαιρετήσαμε με ένα μεγάλο παιχνίδι μπιλιάρδου, συνοδευόμενο από άφθονες μπύρες (δε χρειάζεται να σας πω τι ήπιε ο Έλληνας). Στο ίδιο παιχνίδι αποχαιρετήσαμε και τις εναπομείνασες μεταπτυχιακές φοιτήτριες, την Κάριν και την Τόκε, που συνεχίζουν αλλού την καριέρα τους. Λίγο καιρό αργότερα, η Μάριελ μας ανακοίνωσε ότι επειδή δεν είχε κάνει χρήση της άδειάς της εδώ και καιρό, έπρεπε να πάρει όσες μέρες είχε μαζέψει (που συμπτωματικά έκαναν σχεδόν δυο μήνες, μετά το πέρας των οποίων ο Τομέας μας δεν θα υφίσταται πλέον).

Καθώς πλησίαζε το τέλος του χρόνου, έληγαν και τα υπόλοιπα συμβόλαια: η Νικολίν μάζεψε τα υπολείμματα του εργαστηρίου σε κούτες και τα απέστειλε στους νόμιμους δικαιούχους, μας φίλησε σταυρωτά τρεις φορές κατά το ολλανδικό έθος, και έφυγε για διακοπές στις Φιλιππίνες. Ο Βιτσέντσιο έφερε προχτές τους γονείς του να τους δείξει το χώρο που δούλευε πριν αναχωρήσει κι αυτός οριστικά εντός των ημερών. Η Ζοάνα εξαφανίστηκε μια μέρα (μανία αυτοί οι Πορτογάλοι να μην αφήνουν ίχνη...), αν και οι φήμες λένε ότι θα ξανάρθει για λίγο του χρόνου. Η Ανιέσκα μετράει μέρες μέχρι τα Χριστούγεννα και μάλλον θα πάει πίσω στο Βαχενίνγκεν προσωρινά, ενώ ο Ντάβιντ που έτσι κι αλλιώς ήταν σε ελαστική μορφή απασχόλησης, έχει μείνει άνευ αντικειμένου και εξαντλεί κι αυτός την άδειά του ψάχνοντας την επόμενη δουλειά του.

Κοιτάζω τι έχει απομείνει. Ο Κέες, ως υπάλληλος του Πανεπιστημίου, αναζητεί έργο παίζοντας μαχ-τζογκ στον υπολογιστή. Ο Κρις περιμένει να γυρίσει ο Μαουράιν από την Ουτρέχτη, κάπου το Φεβρουάριο. Η άλλη Μάικε ήδη έχει αλλάξει γραφείο και απασχόληση και στήνει ένα πρότζεκτ στα πατατοχώραφα. Ο Γιοστ είναι ο μόνος που έχει μείνει στο γραφείο, μιλώντας ατελείωτες ώρες στο Skype με διάφορους μακρινούς επιστήμονες που ίσως θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην ανάλυση των αποτελεσμάτων εξ' αποστάσεως. Από τη διοίκηση ήρθε μια εντολή ότι πρέπει οι χώροι να έχουν αδειάσει από πεταλούδες και άλλα ζουζούνια μέχρι το τέλος του χρόνου, διότι θα μπουν συνεργεία να κάνουν αλλαγές στη διαρρύθμιση.

Θυμάμαι πριν λίγα χρόνια όταν είχαν πρωτομπεί στη ζωή μας τα ριάλιτυ σόου τύπου «Μεγάλου Αδελφού», οπότε και εμφανίστηκαν νέες ορολογίες στην καθημερινή γλώσσα. Τηλεόραση δεν έχω, αλλά έχουν όλοι οι υπόλοιποι οπότε τα σλόγκαν και οι νεολογισμοί που επιβάλλει η τιβί δεν με αφήνουν αλώβητο· κάπως έτσι μου κόλλησε η λέξη «προτεινόμενος». Κοιτάζομαι με το Γιοστ δίπλα στα έρημα γραφεία· αναρωτιόμαστε ποιος έχει σειρά τώρα. Πάνω στην ώρα εμφανίζεται ένα μήνυμα από την Πατρίτσια που με ρωτάει γιατί καθυστερώ και δεν έχω εμφανιστεί ακόμα στις όχθες του Τάγου. Οπότε ξέρω πως ήρθε η σειρά μου, είμαι πλέον «προτεινόμενος» για αποχώρηση.

Αύριο έχουμε αποχαιρετιστήριο δείπνο· κλείνω ένα τραπέζι για δεκατέσσερα άτομα. Το νούμερο είναι βέβαια παραπειστικό, καθώς αφαιρώντας συζύγους/συντρόφους και παλιούς αποχωρήσαντες που ακόμα ζουν στα πέριξ, μένουν ακόμα πέντε άτομα με κάποια σχέση με το Πανεπιστήμιο. Το Γενάρη θα είναι δύο, το Φλεβάρη ίσως γίνουν τρεις. Εγώ βέβαια θα είμαι αλλού· από βδομάδα λέω να πάω να ξεχειμωνιάσω στο Νότο.

Φαντάζομαι θα φυτρώνουν κι εκεί ρεβυθιές.

5 σχόλια:

ολα θα πανε καλα... είπε...

Εκεί στο νότο;;;Εκεί που τρίζει ο έρωτας κι η αγάπη κάνει κρότο; - που λέει και το τραγούδι.
:)
Να σαι καλά και να πας όπου νιώθεις καλύτερα.
Χαιρετισμούς!

Το Φαουδι είπε...

Διάβαζα την ανάρτηση σου και είχα στο μυαλό μου μια εικόνα από λεπτές κλωστές που απλώνουν και μπερδεύονται.

Καλή συνέχεια και ελπίζω να βρει κι εκεί ρεβυθιές. Κι αν δεν βρεις, να πιάσουν αυτές που θα βάλεις.

Sofia K. είπε...

Κρίμα που ανακάλυψα το blog σου τώρα που φεύγεις από το Λέιντεν...μένω εδώ πάνω από δύο χρόνια και νιώθω ότι μόλις τώρα μαθαίνω την πόλη, μέσα από τις όμορφες περιγραφές σου. Καλή τύχη σου εύχομαι εκεί στα νότια, καλή απόλαυση του ήλιου που λείπει από την Ολλανδία και σου εύχομαι να βρεις πολλές πεταλούδες :)

αράπης είπε...

Καλές αποχωρήσεις και καλές καινούργιες αρχές ;-)

...και καλή αντάμωση !
Πότε με το καλό θα σε δούμε ?

karagiozaki είπε...

Πάνε δηλαδή οι τουλίπες και οι ανεμόμυλοι... νέος κύκλος εργασιών ξεκινά, νέος κύκλος ζωής, άντε να δούμε τι έχει να φέρει. Εύχομαι τα καλύτερα. :)