ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


17/9/11

Η κιθάρα σκεβρώνει


Το σχέδιο καταστρώθηκε την προηγούμενη μέρα, καθώς γύριζαν από τον πανηγύρι της Ακαμάτρας - δεκαπενταύγουστος ήτανε. Μια παρέα δεκαπεντάχρονα πες, άντε λίγο παραπάνω. Το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου (μια νόστιμη μελαχροινή, σχετικά καινούργια προσθήκη στην παρέα), προχωρούσε με ένα πλήθος άλλα κορίτσια μερικά βήματα μπροστά. Τα αγόρια ακολουθούσαν πιο πίσω, και στην ουρά η τριάδα. Ο Ένας (ο ενδιαφερόμενος) κι ο Άλλος (ο κολλητός του), κι ο Τρίτος (λίγο της προσκολλήσεως αυτός, πιο μεγάλος, δεν ήταν σταθερό μέλος της παρέας αλλά για την περίσταση είχε βάλει το λιθαράκι του). Κουβέντιαζαν χαμηλόφωνα, και ο Τρίτος τους εξηγούσε τις λεπτομέρειες του σχεδίου. Έτσι, έτσι, και μετά έτσι. Αλλά πρώτα θα πρέπει να κάνουμε πρόβα.

Ο Ένας κοίταζε τον Άλλο, και οι δύο μαζί τον Τρίτο. Δε γίνεται αλλιώς; Κάπως να μην εκτεθούμε; Αν δε βρέξεις κώλο, ψάρι δεν τρώς, επέμενε ο Τρίτος. Στο τέλος τους έψησε· ήταν και μεγαλύτερος, είπαμε, Σ' αυτές τις ηλικίες μετράνε αυτά. Πριν φτάσουν στον Εύδηλο, πλησίασαν το σκοτεινό αντικείμενο που λέγαμε και άρχισαν να της λένε κάτι ασυνάρτητα, ότι αύριο κάτι θα γίνει, και να έχει το νου της και τέτοια. Δε φάνηκε να προβληματίζεται και τόσο, δεν πήγε το μυαλό της.

Το άλλο βράδι μαζεύτηκαν στο λιμάνι, όπως πάντα. Οι γονείς δεν ήθελαν και πολλά πολλά ξεμοναχιάσματα στο μώλο, διότι ήταν υπόπτως σκοτεινά και τα παιδιά μπορούσαν να κάνουν διάφορα αίσχη στο μισοσκόταδο. Να ανάψουν τσιγάρο, ας πούμε. Ο Άλλος έκανε το συνηθισμένο κολπάκι, άναψε το τσιγάρο, το κάπνισε, και πέταξε τη γόπα αναμμένη κατακόρυφα προς τα πάνω. Μια από τις νυχτερίδες που περιφέρονταν γύρω από τις λάμπες στις κολώνες (και μάζευαν τα έντομα που ξεστράτιζαν τυφλωμένα) άρπαξε τη γόπα στον αέρα και την παράτησε μόλις κατάλαβε ότι δεν τρώγεται. Τα παιδιά δεν είδαν το ζώο, είδαν ωστόσο τη γόπα να διαγράφει μια περίεργη παραβολική τροχιά πριν πέσει στο έδαφος κάμποσα μέτρα παραπέρα. Ο Άλλος έβαλε τα γέλια.

Χαζολόγησαν κάμποση ώρα, μέχρι που κάποια στιγμή εμφανίστηκε ο Τρίτος με μια κιθάρα. Έβγαλε την κιθάρα και άρχισε να γρατσουνάει, λίγο παράμερα. Δεν έπαιζε κάτι συγκεκριμένο, κούρδιζε μάλλον. Στην παρέα κάποιοι τον ήξεραν καλά, κάποιοι όχι, αλλά δεν ήταν ώρα για συστάσεις. Τα περισσότερα κορίτσια (και αγόρια, και αγόρια...) είχαν περιορισμούς στην ώρα επιστροφής, και το πολύ κατά τα μεσάνυχτα έπρεπε να είναι σπίτι, ή και νωρίτερα, λες και θα μεταμορφωνόντουσαν σε Σταχτοπούτες μόλις χτυπούσε το ρολόι. Η παρέα αραίωσε μέχρι διαλύσεως· πριν εξαφανιστεί το σκοτεινό αντικείμενο, ο Ένας πρόλαβε και της είπε ψυθιστά στο αυτί «Μην κοιμηθείς αμέσως». Εκείνη ρώτησε γιατί. «Δε σου είπα ότι κάτι θα γίνει;» είπε αυτός, λίγο μυστηριωδώς. «Με τρομάζεις!» απάντησε εκείνη γελώντας· στα αστεία πάντως, δεν την τρόμαζε. Έφυγε. Στο τέλος ξέμεινε η τριάδα να ακούει το κύμα στον κυματοθραύστη. Ο Τρίτος έκανε μια προσπάθεια να παίξει αρκετά δυνατά ώστε να ακούγεται, αλλά λίγο μάταια. Ύστερα έβαλε τους άλλους δύο να επαναλάβουν τους στίχους που τους είχε ψευτοδιδάξει το απόγευμα.

- Ρε λες να το αφήναμε; είπε ο Ένας.
- Τώρα δε γίνεται, είπε ο Άλλος. Τώρα της είπαμε να περιμένει κάτι.
- Κι αν δε δουλέψει;
- Θα δουλέψει, είπε ο Τρίτος αποφασιστικά - άλλωστε δική του ήταν η ιδέα και έπρεπε να την υπερασπιστεί. Άντε, πάμε.

Περπάτησαν στο μισοσκόταδο (ο φωτισμός του λιμανιού ήταν από τότε σε κακό χάλι, όπως και σήμερα) μέχρι το αμμουδάκι, κι ύστερα σφυρίζοντας αδιάφορα πέρασαν (με την κιθάρα υπό μάλης) μπροστά από τα τραπεζάκια των εστιατορίων που έκλειναν. Πλησίασαν το έρημο πλακόστρωτο με προφυλάξεις, και χώθηκαν αριστερά σε ένα μονοπατάκι. Ανέβηκαν τριάντα-σαράντα μέτρα ακροποδητί. Κιχ δεν ακουγόταν.

- Εδώ είναι, είπε ψιθυριστά ο Ένας.

Έδειξε ένα μπαλκόνι που έβλεπε σε μια αυλή, το μονοπάτι ήταν στο πλάι. Από πάνω τους ήταν ένα παράθυρο, μισάνοιχτο. Το σπίτι ήταν σκοτεινό. Ο Τρίτος έβγαλε αργά την κιθάρα, παρέδωσε τη θήκη στον Άλλο και έψαξε μια βολική θέση. Στο τέλος βολεύτηκε στο κεφαλόσκαλο του απέναντι σπιτιού, στην άλλη πλευρά του μονοπατιού, που ήταν ευτυχώς ακατοίκητο. Ο Ένας κι ο Άλλος παρατάχθηκαν απέναντί του, δεξιά και αριστερά από το υπερυψωμένο παράθυρο. Για μια στιγμή κράτησαν όλοι την αναπνοή τους. Ύστερα ο κιθαρίστας έφερε τον παράμεσο του δεξιού στη μι καντίνι και με το αριστερό γλίστρισε πάνω στα τάστα, παίζοντας τις πρώτες νότες από τη Ρομάντζα.

Δεν έπαιζε χάλια, αλλά δεν ακουγόταν σχεδόν καθόλου. Το καταλάβαινε και μόνος του, χωρίς να χρειάζεται τα νοήματα «πιο δυνατά» που του έκαναν ο Ένας κι ο Άλλος. Έπαιξε όλο το πρώτο μέρος χωρίς να σταματήσει όμως, με την κρυφή ελπίδα ότι το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου θα έχει στήσει αυτί ακριβώς πίσω από τα κουφωμένα παντζούρια και δε θα χάνει νότα. Μάταιη ελπίδα· τίποτα ζωντανό δεν ακούστηκε από το στοιχειωμένο σπίτι. Ο Ένας κι ο Άλλος τον κοίταζαν με απελπισία. Έβαλε τα δυνατά του· το δεύτερο μέρος το έπαιξε λίγο πιο τσάτρα πάτρα, αλλά χτυπώντας τις χορδές με δύναμη. Αισθητικά δεν ήταν τέλειο, αλλά ακουγόταν λίγο περισσότερο. Και πάλι όμως, ψυχή ζώσα δεν ακούστηκε από το σπίτι. Ο κιθαρίστας δεν πτοήθηκε, και έπαιξε όσο πιο δυνατά του επέτρεπαν τα νύχια του κάτι που έμοιαζε πάλι με το πρώτο μέρος, υπό το έντρομο βλέμμα των παραστατών του. Αυτή τη φορά κάτι σάλεψε μέσα στο σπίτι· σαν κάποιος να βημάτισε, χωρίς όμως να ανάψει φως. Οι τρεις καμπαλέρος κοιτάχτηκαν αναθαρρημένοι. Ο κιθαρίστας έκανε νόημα στους άλλους δύο· είχε φτάσει η ώρα να αλλάξουν τροπάριο.

Άρχισε να παίζει ένα μπερδεμένο αρπέζ σε ρε μινόρε, που το συμμάζεψε καθ' οδόν για να το φέρει πιο ρυθμικά, καθώς έμπαιναν και οι τρεις μαζί τραγουδιστά. Δηλαδή τι τραγουδιστά, ξεψυχισμένα όσο δεν πάει, αλλά επειδή ήταν τρεις μαζί κάπως ακούστηκε, μια ελαφρώς παράφωνη μελωδία στην ησυχία της ικαριακής νύχτας:

Ξύπνα, μικρό μου, κι άκουσε
κάποιο μινόρε της αυγής
για σένανε είναι γραμμένο
από το κλάμα κάποιας ψυχής...
Ένα φως άναψε μέσα στο σπίτι, αλλά όχι στο παράθυρο που τραγουδούσαν. Στο δωμάτιο που έβλεπε στο μπαλκονάκι· πρέπει να ήταν η κουζίνα. Η αναθαρρημένη παρέα (η ψυχούλα τους το ήξερε βέβαια...) συνέχισαν πιο δυνατά:
Το παραθύρι σου άνοιξε
ρίξε μου μια γλυκειά ματιά...
Το παραθύρι όντως άνοιξε, αλλά αντί για τη γλυκειά ματιά εμφανίστηκε ένα χέρι με μια κατσαρόλα που αναποδογυρίστηκε απότομα. Τα νερά περιέλουσαν (όχι πολύ) τον κιθαρίστα, που πάνω στη σύγχιση πρόλαβε απλώς να πει:

- Μη, η κιθάρα σκεβρώνει!

Αλλά ήταν αργά πια· κι ο Ένας κι ο Άλλος είχαν βγάλει φτερά στα πόδια κι ακόμα τρέχουν. Ο κιθαρίστας έμεινε να στάζει (όχι πολύ, είπαμε...) πάνω στο βουβαμένο μουσικό όργανο. Ένα μελαχροινό κεφάλι, σκασμένο στα γέλια, εμφανίστηκε στο παραθύρι. Αντί να δει όμως αυτούς που περίμενε, είδε τον μαραμένο Τρίτο να την κοιτάει με ύφος απελπισίας. Δίπλα εμφανίστηκε ένα άλλο μελαχροινό κεφάλι (της μεγαλύτερης αδελφής, που είχε και την ιδέα του μπουγέλου άλλωστε). Κοίταξε τον κιθαρίστα με απορία.

- Αυτός πάλι ποιος είναι;

Το σκοτεινό αντικείμενο (του πόθου των άλλων...) κατέβηκε με κάτι πετσέτες. Ο κιθαρίστας καθόταν στην ίδια θέση, στο κεφαλόσκαλο του απέναντι έρημου σπιτιού. Δόθηκαν κάτι στοιχειώδεις εξηγήσεις (συγγνώμη, δεν ήθελα να σε βρέξω, δεν ήξερα ότι η κιθάρα σκεβρώνει, μα πώς βρέθηκες εσύ εδώ - ναι, βασικά έκανα μια εξυπηρέτηση σε κάτι παλληκάρια που μάλλον θα αργήσουν να ξαναφανούν, ναι καλά δεν πειράζει τέλος πάντων - βασικά δεν ξέρω από καντάδες, δε μου έχουν ξανακάνει, αλλά η αδελφή μου μου είπε ότι το σωστό είναι να σας μπουγελώσουμε, έτσι λέει η παράδοση - κοίτα, ούτε εγώ έχω ξανακάνει, αλλά δεν ήταν ανάγκη να ρίξεις κι έναν κουβά - μα δε σου έριξα κουβά, ένα ποτηράκι ήτανε, μας έχουν κόψει το νερό κι έβαλα από το ψυγείο). Και μετά σαν κάτι να θυμήθηκε, τη ρώτησε:

- Πώς σε λένε είπαμε;

Του είπε. Ύστερα γέλασε με ένα πνιχτό γελάκι. Τον κοίταξε λίγο λοξά.

- Εσένα;

Της είπε κι αυτός. Είπαν χαίρω πολύ· μίλαγαν για κάμποση ώρα περί ανέμων και υδάτων, πώς βρέθηκε να κάνει διακοπές στο νησί ο καθένας τους, πώς ήταν το πανηγύρι χτες, (η μεγάλη αδελφή βγήκε κάποια στιγμή στο παράθυρο και είπε «μην αργήσεις πολύ» και η μικρή συγκατένευσε), αν ακούστηκε η Ρομάντζα (όχι, καθόλου, μόνο το τραγούδι), μα καθόλου; όχι, καθόλου. Θες να την ξαναπαίξω τώρα που ακούς;

Και άρχισε πάλι να παίζει τη Ρομάντζα («ωραίο είναι, ποιανού είναι;» και της είπε ότι είναι ανώνυμου, έτσι λέγεται, η Ρομάντζα του ανώνυμου) και πάνω που θα έπαιζε, καλά ίσως, το δεύτερο μέρος, εμφανίστηκαν ο Ένας κι Άλλος με τη θήκη παραμάσχαλα σα να μη συμβαίνει τίποτα και είπανε «ρε συ, ξέχασες τη θήκη στο μώλο και πήγαμε να στη φέρουμε», και ο Ένας είπε στην κοπέλα κάτι σαν «Γεια σου» και κάπως σα να κοκκίνησε, κι εκείνη είπε επίσης «Γεια» αλλά μέ ένα ύφος σα να του έλεγε «άλλος έπρεπε να φάει το μπουγέλο κι άλλος το έφαγε», κι ύστερα έκατσαν και οι τέσσερις και είπανε διάφορα άλλα τραγουδάκια, ξανά το «Μινόρε» και το «Μη μιλάς άλλο γι' αγάπη» και γενικά διάφορα που ήτανε απλές συγχορδίες μι-ρε-λα, διότι ο κιθαρίστας δεν ήτανε και πολλής περιωπής και δεν ήξερε πολλά, άσε που από την άλλη η κοπέλα δεν τα ήξερε τα κομμάτια γιατί είχε μεγαλώσει στο εξωτερικό και δεν τα είχε ξανακούσει, χώρια που η αλήθεια είναι ότι και τα παλληκάρια κάτι σε Duran-Duran θα προτιμούσανε (δεκαετία '80 ήτανε άλλωστε) αλλά ο κιθαρίστας που είχε και την ιδέα αδυνατούσε να τους βοηθήσει σε αυτό, και μείνανε και λέγανε διάφορα ξανά περί ανέμων και υδάτων μέχρι που ο Άλλος πήρε κάποια στιγμή τον κιθαρίστα και φύγανε, κι έμεινε ο Ένας και η κοπέλα (και η μεγάλη αδελφή να ελέγχει την κατάσταση από ψηλά, καλού κακού).

Αλλά δεν έμειναν πολύ γιατί δυο-τρία λεπτά αργότερα άρχισε - παράξενο πράγμα, Αύγουστο μήνα! - να ψιχαλίζει, κι η κοπέλα καληνύχτισε και ξαναμπήκε στο σπίτι, κι ό Ένας πήγε και βρήκε τον Άλλο και τον κιθαρίστα στη έρημη πλατεία, περασμένες δύο η ώρα, και τον ρώταγαν «τι έγινε, τι έγινε;» και τους είπε «έβρεξε», κι ύστερα τράβηξε ο καθένας για το σπίτι του διότι θα είχανε πρόβλημα τέτοια ώρα με τους γονείς και τους κηδεμόνες, εκτός από τον κιθαρίστα που είχε τελειώσει το σχολείο μόλις και περίμενε να βγουν οι βαθμοί από τις Πανελλήνιες (που τώρα τις έλεγαν Πανελλαδικές, καλοκαίρι '85 πρέπει να ήτανε) και είχε μια ελευθερία παραπάνω από τους μικρούς, αλλά τι να έκανες στον έρημο Εύδηλο δύο η ώρα τη νύχτα, στις δεκάξι Αυγούστου, κι έτσι πήρε να ανηφορίζει το πλακόστρωτο με την κιθάρα υπό μάλης, και συνέχισε να ψιχαλίζει, κι όλο μουρμούραγε δρόμο-δρόμο «η κιθάρα σκεβρώνει, λέμε» και πρόλαβε και χώθηκε στο στενάκι του λίγο πριν αρχίσει να πέφτει πραγματική δυνατή καλοκαιρινή βροχή, χοντρές σταγόνες που έσκαγαν πάνω στη θήκη της κιθάρας και το μακώ μπλουζάκι που φορούσε, κι ύστερα έπεσε και κοιμήθηκε προσπαθώντας να θυμηθεί πώς είπαμε ότι τη λέγανε την κοπέλα, α, ναι, έτσι, και τελικά δεν της έπαιξα το δεύτερο μέρος της Ρομάντζας, να θυμηθώ να της το παίξω αύριο.

- . - . -


Εικοσικάμποσα χρόνια μετά, το εν λόγω αύριο εκκρεμεί βέβαια, και θα δυσκολευτεί να άρει την εκκρεμότητα καθώς μόνο αραιά και πού συναντάει σε κάποια άκρη του κόσμου το πάλαι ποτέ σκοτεινό αντικείμενο, που μια χαρά φωτεινότατη είναι βέβαια στην πραγματικότητα, πάντα όμορφη (όχι ότι έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία αυτό), τον Έναν και τον Άλλο πάλι δεν τους βλέπει, αν και καμμιά φορά ανταλάσσουν καμμιά σαχλαμάρα στο facebook, τα καλοκαίρια κατεβαίνει σταθερά στον Εύδηλο, αλλά οι παρέες του είναι άλλες, κι έχει κόψει τα νύχια πλέον και την κιθάρα έχει πάψει να την κουβαλάει από δω κι από κει, ποτέ δεν έμαθε παραπάνω συγχορδίες ή κάτι περισσότερο από την ύλη της πρώτης κατωτέρας και τη Ρομάντζα που ήταν το κομμάτι που έπαιξε στις εξετάσεις, απλά τυχαίνει πότε πότε να περνάει από το ίδιο μονοπάτι που τώρα έχει βέβαια πλακοστρωθεί, και κάτω από το σπίτι και το μισάνοιχτο παράθυρο (που φυσικά άλλοι μένουν τώρα, περιστασιακά έμενε η οικογένεια της κοπέλας το καλοκαίρι εκείνο) κοντοστέκεται στο κεφαλόσκαλο του ακατοίκητου απέναντι σπιτιού (που έμαθε χρόνια μετά ότι ανήκε σε έναν προπάππου του, για φαντάσου!) και για λίγο σκέφτεται το Μινόρε και τη Ρομάντζα κι ότι δε θυμάται από πότε έχει να βρέξει Αύγουστο μήνα (ψέμματα, μια χαρά θυμάται, αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία).

Σκέφτεται ακόμα ότι εκείνη η κιθάρα πρέπει να έχει πια για τα καλά σκεβρώσει.



Η Ρομάντζα (ανωνύμου), ισπανικής προέλευσης μάλλον, από τα πιο κλασικά κομμάτια για του κιθαρίστες. Εννοείται ότι ο οργανοπαίκτης της ιστορίας μας δεν έπαιζε τόσο καλά όσο ο συμπαθής κύριος στο youtube, και φυσικά τα τρέμολα και οι λοιπές ομορφιές στο φινάλε δεν υπήρχαν στην υπαίθρια ικαριακή παράσταση.

Το «Μινόρε της αυγής» είναι γνωστό κανταδόρικο ρεμπετοειδές του Σπ. Περιστέρη, που ήταν σχετικά διάσημο στη δεκαετία του '80 χάρη σε ένα σήριαλ της εποχής.

Η εικόνα στην κορυφή είναι από το μπλογκ kantades.blogspot.com


6 σχόλια:

στα χαμηλα και στα ψηλα είπε...

ωραία πράγματα. Μονο που σήμερα εμείς αυτά δεν θα τα ζήσουμε ποτέ κι ούτε καντάδα θα μας κάνουν κι ούτε θα τους μπουγελώσουμε... Μόνο τις σαχλαμάρες απ το fb μπορούμε ν' ανταλάξουμε,δυστυχώς.

Β. είπε...

Μην απελπίζεσαι - και τότε εκτός εποχής ήτανε. Κι όσο για τις σαχλαμάρες, ο καθείς και τα όπλα του, δε χρειάζεται να σε πιάνει ...χαρμολύπη ;-)

στα χαμηλα και στα ψηλα είπε...

Μέσα σ έναν κόσμο που δεν κάνει κάτι για σένα, δεν απελπίζεσαι, κάνεις εσύ κάτι για εκείνον. Μένεις αθεράπευτος κι ασυμβιβαστος, ακόμα κι οι γύρω σου ζουν με αντικαταθλιπτικά μπροστά στις οθόνες. προσπαθείς να τους βγάλεις απ το βούρκο, αλλά όταν βλέπεις πως κι εκείνοι δεν προσπαθούν, ε όσο να πεις, σε πιάνουν τα μελαγχολικα σου. :)

Ανώνυμος είπε...

Ααααχ ... Τι τρυφερή ιστορία ... :-)

(την ήξερα βέβαια αλλά, αφηγείσαι πολύ ωραία κυρ-Μπαγάσα...)

Συγκινήθηκα (γαμώ τα γεράματά μας) !

Περαστικός είπε...

"τι να έκανες στον έρημο Εύδηλο δύο η ώρα τη νύχτα, στις δεκάξι Αυγούστου" - Πω, πω, πρέπει να έχουν αλλάξει πολύ τα πράγματα, εγώ ξέρω ότι δύο τη νύχτα στην Ικαρία πίνουνε φραπεδάκι πλήθη ατελείωτα.

Τελικά από πότε έχει να βρέξει Αύγουστο;

Β. είπε...

@Ανώνυμο: ναι, τρυφερή... μούσκεμα γίναμε οι μπαγάσες...

@Περαστικό: όντως έχουν αλλάξει μερικές συνήθειες... Θυμάμαι και μεταγενέστερες αυγουστιάτικες μπόρες, ίσως επανέλθω...