ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


29/7/10

Ο Ιπτάμενος Ολλανδός και η Φάτα Μοργκάνα

Δεν είναι ακριβώς ο Ιπτάμενος Ολλανδός, αλλά ποτέ δεν ξέρεις...

Σύμφωνα με μια εκδοχή του θρύλου, ο καπετάνιος λεγόταν Φάλκενμπουργκ. Έπαιξε στα ζάρια την ψυχή του με το διάβολο (έχασε, φυσικά) και καταδικάστηκε να περιφέρεται στη Βόρεια Θάλασσα μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία. Κατ' άλλους, το όνομά του ήταν Φόκκε - ταξίδευε τόσο γρήγορα από το Άμστερνταμ μέχρι την Ιάβα, που πολλοί έλεγαν ότι δε μπορεί, κάτι διαβολικό θα υπήρχε πίσω του. Άλλοι λένε ότι λεγόταν Βαν ντερ Ντέκεν, και ότι ορκίστηκε να περάσει το ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας με ενάντιους ανέμους, ακόμα κι αν ξέμενε εκεί μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία. Σε κάθε περίπτωση, το πλοίο συνέχισε να ταξιδεύει αιώνια, και πολλοί ναυτικοί το έβλεπαν σε ώρες θαλασσοταραχής να ίπταται κυριολεκτικά - να αιωρείται ανάμεσα σε γη και ουρανό. Καμμιά φορά με τα κατάρτια ανάποδα.

Η περιγραφή είναι υπερβολικά τραβηγμένη για να είναι αληθινή, σκεφτόμουν, μέχρι που πήγα παρακάτω στο σχετικό άρθρο της wikipedia για να ανακαλύψω με τεράστια έκπληξη ότι είναι όντως αληθινή. Όχι ίσως στο κομμάτι του καταραμένου καπετάνιου (ατυχώς και του πληρώματος) που διασχίζει τα πέλαγα αιωνίως λόγω της Ύβρεως που διέπραξε, αλλά σίγουρα στο κομμάτι του αιωρούμενου πλοίου - ακόμα και με τα κατάρτια ανάποδα. Αν ο κάπτεν-Νέτος ήταν πραγματικός θα έλεγε ότι ακόμα και με τα κατάρτια ανάποδα, ένα πλοίο μπορεί να κυβερνηθεί (εξ' ου και κυβερ-νέτος), αλλά η σωφροσύνη επιτάσσει οι καρίνες να κοιτάνε θάλασσα και τα κατάρτια ουρανό, οπότε σύμφωνα με τη φυσική τάξη των πραγμάτων οι ερμηνείες που υπάρχουν είναι λίγο πιο πεζές. Είναι απλώς μια θαλάσσια μορφή αντικατοπτρισμού.

Στην εικόνα που έχω κλέψει και έχω βάλει στην κορυφή της ανάρτησης, φαίνονται (αχνά) τρία σκάφη. Το πιο "κάτω" είναι το αληθινό. Ακριβώς από πάνω του, αλλά αντεστραμμένο, είναι το κατοπτρικό του είδωλο (στους υδρατμούς του ορίζοντα). Ακόμα πιο πάνω είναι το είδωλο του ειδώλου, που έχει επανέλθει στη "φυσιολογική" θέση. Τέτοιες εικόνες είναι σπάνιες - πιο πιθανό είναι να δεις μόνο ένα αντεστραμμένο είδωλο. Καμμιά φορά όμως συναντάς το εξής παράδοξο: το "αληθινό" σκάφος είναι (οριακά) κάτω από τη γραμμή του ορίζοντα, άρα άορατο στον παρατηρητή. Ορατές είναι μόνο οι πάνω από τον ορίζοντα αντανακλάσεις του - και τότε ο Ιπτάμενος Ολλανδός όχι μόνο ίπταται, αλλά ενίοτε με τα κατάρτια προς τα κάτω. Μόνο που στη σύγχρονη εκδοχή μπορεί να είναι γκαζάδικο ή εμπορικό, και όχι αναγκαστικά clipper ή σκούνα του 18ου αιώνα.

Το πιο ενδιαφέρον όμως για το φαινόμενο αυτό του αντικατοπτρισμού είναι ότι έχει ένα διάσημο όνομα: λέγεται "Φάτα Μοργκάνα". Διαβάζω με κατάπληξη ότι η ονομασία Φάτα Μοργκάνα αποτελεί ιταλική μετάφραση του ονόματος της Μόργκαν λε Φέι, της μάγισσας και ετεροθαλούς αδελφής του Βασιλιά Αρθούρου, και χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει αυτό το είδος αντικατοπτρισμού στη Σικελία (και από εκεί στα καθ' ημάς μέσω της ποίησης του Νίκου Καββαδία). Αν ο κάπτεν Νέτος ήταν πραγματικός, δεν θα αρνιόταν ότι έχει δει τη μάγισσα, που αφού διέπραξε την ανόσια αιμομιξία της διέφυγε από την Αγγλία του Αρθούρου και κατοίκησε ως φάντασμα μάλλον στο στενό της Μεσσήνης ή κάπου εκεί κοντά. Αλλά το πιο πιθανό είναι ότι θα πρωτοάκουσε γι' αυτήν από εκείνο το πανέμορφο τραγούδι της Μαρίζας Κωχ που εκχυλίζει τους καλύτερους στίχους τους ποιήματος:

Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό
στάλα τη στάλα συναγμένο απ' το κορμί σου
Βοήθειά σας, καπεταναίοι, λοστρόμοι και ναυτάκια μου. Καλά ταξίδια.





Σ.Σ. Λένε ότι μια μέρα του 1983 ή 1984 η Μαρίζα Κωχ πήγε σινεμά να δει την ταινία του Μάρκο Φερέρι "Η ιστορία της Πιερά". Σε μια σκηνή, ο Μαστρογιάννι διασταυρώνεται στο σταθμό με Έλληνες μετανάστες ή πρόσφυγες - μια κοπέλα καθισμένη πάνω σε μια βαλίτσα τραγουδάει το "Φάτα Μοργκάνα". Τόσα χρόνια μετά ελπίζω η καλή κυρία Μαρίζα να έχει συνέλθει από το σοκ (και να έχει πάρει τουλάχιστον μια συγγνώμη για την κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας). Το ποίημα του Νίκου Καββαδία στην πλήρη του μορφή μπορεί να το βρει κανείς στη συλλογή "Τραβέρσο".

Το πιο αστείο σχετικό (αν μπορεί να το πει κανείς έτσι) που είδα στη wikipedia, αναφερόταν στον Ολλανδό ποδοσφαιριστή Ντένις Μπέργκαμπ, που μόλις έχασε μια πτήση στην οποία είχε κλείσει θέση είδε το αεροπλάνο να συντρίβεται μπροστά στα μάτια του αμέσως μετά την απογείωση. Δεν ξαναμπήκε ποτέ σε αεροπλάνο, γεγονός που αφενός είχε κάποιες επιπτώσεις στην καριέρα του, και αφετέρου του στοίχισε το παρατσούκλι "The non-flying Dutchman" που τον ακολουθούσε έκτοτε όσο έπαιζε μπάλα.

26/7/10

Το καλοκαίρι το μυρίζεις (Νίκος Γ. Ξυδάκης)

Το καλοκαίρι το αισθάνεσαι στο σώμα· το μυρίζεις. Αναδίδεται ορμητικά μέσ’ απ’ την αισθαντική μνήμη, υλικό, σωματικό, κυρίαρχο.

Το καλοκαίρι μυρίζει κολόνια, τη μία και μοναδική κολόνια, με το μπουκέτο εσπεριδοειδών, το μπουκέτο μεσογειακού περιβολιού, ανοίγει τα ρουθούνια, εισβάλλει στον οσφρητικό εγκέφαλο και τον ημερώνει, λεμονανθοί, περγαμόντο, κίτρο, φράπα, νεράντζι, πορτοκαλανθοί· η κολόνια που τρίβουν τους ασθενείς και τους υπερήλικους στους καρπούς χέρια και στα στήθια, να τους δροσίσουν· η κολόνια που μοσχοβολούν οι καλοντυμένες κυρίες στους εσπερινούς, ιδρωμένες κυρίες που αερίζονται με βεντάλιες και φορούν στο πέτο του κεντητού πουκάμισου κόσμημα από γιασεμί ή γαρδένια, μείξη δροσιάς και μέθης· η κολόνια καθαρίζει το εικόνισμα του εορτάζοντος αγίου στον Μέγα Εσπερινό, δροσίζει το γυαλί από τα φιλήματα, το άρωμά της ανακατεύεται με το άρωμα ανθόνερου της Μεγάλης Αρτοκλασίας, ανακατεύεται με ήχους, καμπανίσματα, χαιρετούρες, παιδικά παιχνίδια, το φως του δειλινού που γέρνει στα ιώδη, σε αστικούς ναούς λαμπρούς και εξωκλήσια ξασπρισμένα, με σημαιάκια στο προαύλιο και ποδιές κεντητές μέσα, με άρτο γλυκανισάτο στο πάλλευκο μαντίλι· αυτό το φως κι αυτή η μυρωδιά είναι το καλοκαίρι.

(Eau de Cologne, Υδωρ Κολωνίας, κατά τη φαρμακοποιία Δαμβέργη: Αιθερίου ελαίου κίτρου του περγαμηνού 10 μέρη, αιθερίου ελαίου φλοιών κίτρων 10 μέρη, αιθερίου ελαίου φλοιών χρυσομήλων 10 μέρη, αιθερίου ελαίου ανθέων πορτοκαλέας 12 μέρη, αιθερίου ελαίου τιφύου 2 μέρη, οινοπνεύματος 90% 1.000 μέρη. Παρεσκευάσθη το πρώτον υπό Ιωάννου Μαρία Φαρίνα εν Κολωνία τω 1709, κατόπιν υπό την επωνυμίαν «4711», εν Ελλάδι υπό του οίκου Μενούνου ως Κολώνια Εσπερίδων, μεταγενεστέρα η Μυρτώ-Λεμόνι του Οίκου Μαρινόπουλου.)

Το καλοκαίρι έχει κι άλλες μυρωδιές. Ο γλυκάνισος του άρτου συναντά τον γλυκάνισο του ούζου, εναλλάξ με τη μαστίχα, ηδύποτα κεράσματα σε τραπεζάκια θαλάσσης, το γλυκάνισο του ούζου δεμένο με δριμύ χταπόδι λιαστό, πλάι στο καρνάγιο, με τα βαπόρια νυσταγμένα στο μώλο.

Σε ποτηράκια, σε μπολ και σε πιατάκια με νερό, γαρδένιες υπόλευκες σκορπούν τη μέθη τους· φούλια λεπταίσθητα· γιασεμιά περασμένα σε κλωστή ή καρφωμένα σε πευκοβελόνες, φέγγουν καθώς δροσερό απλώνει το σκοτάδι, και οι έφηβοι τιτιβίζουν ξεπνοϊσμένοι απ’ το φλερτ, κορίτσια τρυγόνες τινάζουν τα αρωματισμένα μέλη τους και τρέχουν κελαρυστά σε μοσχομυριστές πλατείες και αποβάθρες με αβληχρά οσμή πίσσας, το πλησίασμα και το σμίξιμο τελείται υπό τη σκέπη μυρωδιών: Eau de Cologne, γαρδένια, φούλι, γιασεμί...

Και κλωνάρια σγουρού βασιλικού, πράσινο και βαθύ μοβ το άρωμά του, διαπερνά το διαυγές πρωινό της λειτουργίας σε θαλασσινό ξωκλήσι, καλοκαιρινό τάμα νοικοκυραίων της διασποράς, εκεί όπου αναπαύονται οστά κεκοιμημένων 18ου αιώνος: Μαρουσώ, Δομένεγος, Μαργαρώ. Ο γλυκύς και αψύς βασιλικός σημαίνει την έναρξη του πρωινού μαζί με το τραγούδι του κορυδαλλού· λιβάνι, κερί, ελαιόλαδο, κρασί μοσχάτο Σάμου· καθώς ο ήλιος ανεβαίνει, η θέρμη αρχίζει να θαμπώνει τον ουρανό· μια άλλη μυρωδιά σημαίνει νέα ώρα: ο καφές ψήνεται σε χάλκινο καμινέτο οινοπνεύματος, κερνιέται μαζί με παξιμαδάκια γλυκανισάτα αφράτα, μ’ ένα ποτηράκι μαστίχα από τη Χίο, για συχώρεση εκλιπόντων και παρόντων, κοπιώντων και καμνόντων. Η τελετουργία συνεχίζεται στα βραχάκια, με αχινούς και πατελίδες και καβούρια, με μυρωδιά από θάλασσα φρέσκια σαν νιόκοπο καρπούζι, με μυρωδιές από ούζο, ξινότυρο κατσικίσιο, αίσθηση αλατιού στεγνωμένου στον βράχο. Η θάλασσα περιλαβαίνει όλες τις μυρωδιές, αυτή είναι το καλοκαίρι.

Βράδιασε. Απ’ την καλαμένια ντισκοτέκ σκορπούν μυρωδιές αντηλιακού και ίμερου και τζιν. Αργά, μόνος ενώπιον των άστρων που μπαίνουν στην ασβεστωμένη κάμαρα με άρωμα νυχτολούλουδου, τσακίζει μια σελίδα:

«Φίλε συ που ακούς, ακούς της ευωδιάς των κίτρων / Tις μακρινές καμπάνες; Ξέρεις τις γωνιές του κήπου όπου / Eναποθέτει τα νεογνά του δειλινός ο αέρας; Oνειρεύτηκες / Ποτέ σου ένα καλοκαίρι απέραντο που να το τρέχεις / Mη γνωρίζοντας πια Eρινύες; Οχι. Nα γιατί καταρκυθμεύω / Που οι βαριές υποχωρούν αμπάρες τρίζοντας κι οι μεγάλες θύρες ανοίγονται / Στο φως του Ηλιου του Kρυπτού μια στιγμούλα, η φύση μας η τρίτη να φανερωθεί / Εχει συνέχεια. Δε θα την πω. Kανείς δεν παίρνει τα δωρεάν / Στον κακόν αγέρα ή που χάνεσαι ή που επακολουθεί γαλήνη // Aυτά στη γλώσσα τη δική μου. Kι άλλοι άλλα σ’ άλλες. Aλλ’ / H αλήθεια μόνον έναντι θανάτου δίδεται.»


Nίκος Γ. Ξυδάκης - ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 18/7/2010


Σ.Σ. Το εντός εισαγωγικών παράθεμα είναι από τα "Ελεγεία της Οξώπετρας" του Οδυσσέα Ελύτη

24/7/10

Μια φορά κι έναν καιρό, ένας πεχλιβάνης συνάντησε μια πριγκηπέσσα

Φαίνεται σίγουρη για τον εαυτό της και αρκετά ανεξάρτητη η Πακίτα Γκαλιέγο. Ακούστε τι απάντησε όταν τη ρωτήσαμε αν γνώρισε ποτέ... τον φόβο! Να η απάντηση: "Δεν τον γνώρισα. Και μη με ρωτάτε γι' αυτό παρακαλώ, είμαι... ευαίσθητη σ' αυτό το θέμα".

Η πρώτη φορά πρέπει να ήταν πριν κάποια χρόνια σε ένα πανηγύρι της Ακαμάτρας, όταν μια μισοκρουβαλίτσα φίλη με παρέσυρε στην πίστα κάποια στιγμή που ο Σκάτζακας είχε σταματήσει να παίζει. Προς μεγάλη μου έκπληξη (διότι ως τότε δεν είχα ξανακούσει "έντεχνο" σε πανηγύρι) βρέθηκα σε ένα ανάμικτο μισο-καριώτικο, μισο-κρουβαλιώτικο πλήθος που στροβιλιζόταν υπό την υπόκρουση του "Πεχλιβάνη" του Θανάση Παπακωνσταντίνου, σε μια μινιμαλιστική εκδοχή α-λα-Σχέδιο (ευτυχώς ο Γιάννης, ο λεγόμενος και "Σχέδιο", έπαιζε ακουστική κιθάρα και δεν είχε τεχνικά τη δυνατότητα να παίξει το "ροκάδικο" ηλεκτρικό τελείωμα του τραγουδιού). Θυμάμαι ότι μου είχε φανεί πάρα πολύ παράξενο πράγμα, σχεδόν κωμικό, σε ένα "παραδοσιακό" υποτίθεται πανηγύρι, τα εκστασιασμένα πλήθη να τραγουδούν για το νερό το κρύσταλλο που ρέει απ' τις οθόνες και να κοιτάνε από ψηλά του κόσμου τη ραστώνη.

Βέβαια υπό κανονικές συνθήκες μια χαρά το βρίσκω το κομμάτι και τους στίχους του. Υπάρχουν πάρα πολλά τραγούδια του Θανάση Παπακωνσταντίνου που μου αρέσουν - υποψιάζομαι ότι ο βασικός λόγος είναι ότι η θεματολογία τους σπανίως περιστρέφεται γύρω από τα κλασικά ερωτικά θέματα τύπου "έλα κοντά μου - φύγε μακριά μου - πόσο μου λείπεις - ξαναέλα πίσω" κλπ. που στοιχειώνουν έντεχνους και λαϊκούς αντάμα. Επειδή όμως ακριβώς γι' αυτό το λόγο σπάνια απευθύνονται στο συναίσθημα (αλλά μάλλον πολύ περισσότερο στη σκέψη), συχνά παραξενεύομαι όταν πέφτω πάνω σε διονυσιακές εξάρσεις με αφορμή τη μουσική του.

Όχι ότι έχω κάνα πρόβλημα με τις διονυσιακές εξάρσεις εν γένει - άλλωστε οι φίλοι μου ξέρουν καλά ότι συχνά συμπεριφέρομαι σαν το (υπό την επήρεια αποτυχημένου βουντού) πτώμα του Μπέρνι στο "Τρελό γουήκεντ στου Μπέρνι No 2": άμα μου βάλεις μουσική, σηκώνομαι και χορεύω, καμμιά φορά και υποφερτά. Όχι οποιαδήποτε μουσική βεβαια - άλλωστε και ο νεκρός Μπέρνι μόνο ρέγκε χόρευε. Πόσο μάλλον εγώ που είμαι και ζωντανός και διατηρώ ως εκ τούτου μια ορισμένη ελευθερία επιλογής, για να μην αναφέρω και μια προτίμηση σε διάφορα οριεντάλ ακούσματα τύπου απτάλικου και καρσιλαμά.

Νεώτερος χόρευα πότε πότε και κάνα συνοδευτικό τσιφτετέλι αντάμα με διάφορες συμπαθείς κυρίες, αλλά τα τελευταία χρόνια που το πλάτος μου έχει αυξηθεί αισθητά λέω να μην τους κλέβω την παράσταση και το έχω περιορίσει. Ίσως να φταίει γι' αυτό και η πρόσφατη κρητική μου εμπειρία, όπου η τοπική παράδοση θέλει τους άντρες κάπως βαρείς, μην πω εντελώς μασίφ, οπότε το να χορεύεις (ειδικώς τα ανατολίτικα που είναι και ολίγον κουνιστά) μπορεί και να εγείρει αμφιβολίες για ορισμένες κρίσιμες πτυχές του χαρακτήρα σου. Ευτυχώς, λόγω και ικαριακής (δηλ. μη κρητικής) καταγωγής ενδεχομένως, η προσωπική μου βαρύτητα ουδέποτε ετέθη σοβαρά υπό αμφισβήτηση - χώρια που εκατό κιλά βαρύτητα δεν είναι και λίγα.

Από την άλλη μεριά, έχω σοβαρές αναστολές να χορέψω κλασικό "βαρύ" ζεϊμπέκικο. Πρέπει να είμαι σε αντίστοιχη ψυχολογική φάση (σπάνιο), και να συντρέχουν οι κατάλληλες προϋποθέσεις: δύσκολα ας πούμε μπορώ να ταυτιστώ με το λοχία της "Ευδοκίας" και να χορέψω το αντίστοιχο ζεϊμπέκικο (αν και το είχα κάνει άπαξ στο στρατό), ούτε μου βγαίνει εύκολα να παραστήσω το Μάρκο Βαμβακάρη εν έτει 2010, ακόμα κι αν τα χέρια σου με κάψανε που άλλον αγκαλιάσανε και δε με λογαριάσανε. Βέβαια και την Ευδοκία και τις Βεργούλες και άλλα πολλά έχω τα χορέψει κατά καιρούς - αυτό στο οποίο αντιστεκόμουν μέχρι πριν λίγες μέρες με νύχια και με δόντια ήταν η "Πριγκηπέσσα" του Μάλαμα.

Όχι ότι δεν συμπαθώ το κομμάτι ή το δημιουργό του - κάθε άλλο. Αλλά καμμιά φορά ακόμα και τα πιο ωραία πράγματα φθείρονται με τη χρήση, πόσο μάλλον την κατάχρηση. Δε νομίζω ότι θα πέσω πολύ έξω αν πω ότι στους 10 Πεχλιβάνηδες αντιστοιχούν περίπου 100 Πριγκηπέσσες. Ίσως φταίει το ότι το τραγούδι το λένε και άλλοι πολλοί, από το Μπάμπη Τσέρτο και την Πίτσα Παπαδοπούλου μέχρι το Βασίλη Καρρά, οπότε έχει κάνει σουξέ σε ένα ακροατήριο που τον Μάλαμα δεν τον έχει καν ακουστά. Ίσως πάλι να με χαλάει εμένα προσωπικά το γεγονός ότι μου το έχουν υμνήσει κατά καιρούς ως τραγουδάρα άνθρωποι κενοί περιεχομένου ή και εντελώς σκατιάδες - μάλλον τους αρέσει το "είναι δώρον άδωρον ν' αλλάξεις χαρακτήρα [...] τζάμπα σωστός με το στανιό" ως δικαιολογία για να παραμείνουν αιωνίως στα σκατά. Ίσως ακόμα να με ενοχλεί λίγο η υστερία που επικρατεί όποτε παίζεται το κομμάτι, που ανεβάζει στην πίστα διάφορους ντεμέκ καραμερακλωμένους που βγάζουν βόλτα το υπερφυσικό εγώ τους, (όχι ότι φταίει ο Μάλαμας σ' αυτό, βέβαια). Σε κάθε περίπτωση, όπως ο Μπέρνι ζωντανεύει και πετάγεται στην πίστα μόλις ακούσει ρέγκε, έτσι κι εγώ αυτομάτως ψοφάω και κατεβαίνω κάτω (με ψιλοξυνισμένα μούτρα) μόλις ακούσω πριγκηπέσσα.

Ευτυχώς ή δυστυχώς, οι μικρές βεβαιότητες και προκαταλήψεις που γεμίζουν τη ζωή μας, ενίοτε συντρίβονται θορυβωδώς καθώς συγκρούονται με την πραγματικότητα. Αυτό σκεφτόμουν προ ημερών, κατά τη διάρκεια μια βάφτισης στον ορεινό Δρούτσουλα της Ικαρίας, χορεύοντας (δεύτερη φορά...) μαζί με τους κολλητούς μου απτάλικο τον "Πεχλιβάνη". Η συγκεκριμένη μορφή ζεϊμπέκικου είναι μάλλον "αντικριστός" χορός, απαιτεί δύο συμπληρωματικούς χορευτές. Δεδομένου όμως του νεωτερικού χαρακτήρα του άσματος (και της ροκιάς στην οποία καταλήγει), το κατά μείζονα λόγο νεανικό και αρκούντως εναλλακτικό κοινό του τραγουδοποιού το χορεύει όχι εντελώς παραδοσιακά αλλά κάπως χύμα (και καλά κάνει, βέβαια, ούτε λόγος). Κάπως χύμα το χορέψαμε κι εμείς στο Δρούτσουλα, λίγο αστείοι βέβαια με τα λινά πουκαμισάκια μας και τα μαρτυρικά της βάφτισης, χώρια οι κοπέλες με τα λουλουδάτα φουστανάκια και το παιδομάνι που έτρεχε γύρω γύρω.

Εκείνη την ώρα αναλογιζόμουν ότι ζω μια στιγμή μικρής μαγείας από αυτές που κάνουν τη ζωή μας αληθινά όμορφη πότε πότε. Είχα χάσει τον τελικό του Μουντιάλ αλλά καθόλου δε με πείραζε, γιατί βρισκόμουν σε ένα αγαπημένο μέρος, ανάμεσα σε αγαπημένους ανθρώπους, και μοιραζόμουν μαζί τους πέρα από το φαγητό και το κρασί, και μια σπάνια στιγμή προσωπικής χαράς. Ένας λόγος παραπάνω, που οι δύο κολλητοί μου φίλοι (που σε αντίθεση με εμένα δεν χορεύουν σχεδόν ποτέ) είχαν σηκωθεί και οι δύο σε αυτόν τον κάπως χύμα και αβέβαιο χορό, κι ήμουν για λίγο σχεδόν ευτυχής αναπνέοντας έναν αέρα που να μη μπορείς να κοιμηθείς μόλις τον ανασάνεις. Όμως η μουσική άλλαξε κάπως απότομα κι από πεχλιβάνης εξελίχθηκε σε πριγκηπέσσα πριν προλάβω να σκεφτώ και να ξενερώσω. Οι φίλοι μου συνέχισαν να χορεύουν (με τα λινά πουκάμισα, τα μαρτυρικά, το μωρό που κοιμόταν στο καρότσι του, τα λουλουδάτα φουστανάκια να μαζεύονται γύρω από την πίστα χτυπώντας παλαμάκια) κι ενώ εγώ θα έπρεπε κανονικά να σωριαστώ στην καρέκλα σα νεκρός Μπέρνι, συνέχισα να χορεύω (υποφερτά πάντα...) γιατί μέσα μου εκείνη η στιγμή της μικρής μαγείας συνεχιζόταν και δεν τέλειωνε - και στ' αλήθεια άργησε πολύ να τελειώσει.

Γιατί άλλα θέλω κι άλλα κάνω, πώς να σου το πω...


Σ.Σ. Η Πακίτα Γκαλιέγο πρέπει να είναι η πιο διάσημη ηρωίδα σαπουνόπερας στον χώρο της καθ' ημάς εναλλακτικής νεολαίας. Η εισαγωγική στο τραγούδι ατάκα εξηγείται σε μια ιστοσελίδα των θαυμαστών του Θ.Π. που λέγεται "Στην κοιλάδα των Τεμπών". Ο Σκάτζακας είναι γνωστός (στην Ικαρία...) βιολιτζής, το κανονικό όνομα του οποίου είναι Λευτέρης Πουλής. Το Σχέδιο (κατά κόσμον Γιάννης Λούκος) είναι κατά κανόνα ο κιθαρίστας του, και μαζί με κάποιους άλλους είναι η συνήθης μουσική κομπανία στο πανηγύρι της Ακαμάτρας το Δεκαπενταύγουστο, όπου τα ζεϊμπέκικα που παίζονται συχνότερα είναι το διάσημο "ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας" του Μάνου Λοΐζου και οι Βεργούλες (Τα δυο σου χέρια πήρανε) του Βαμβακάρη.

Έβαλα το βιντεάκι με τον Πεχλιβάνη ως ντεκόρ - σκέφτηκα να βάλω και την Πριγκηπέσσα, αλλά είναι τόσο πολύ παιγμένη που έχει κατακλύσει το διαδίκτυο, όλο και κάπου θα τη βρείτε άμα τη θέλετε. Προχτές έψαχνα το "Εγώ θέλω πριγκηπέσσα από το Μαρόκο μέσα" του Παναγιώτη Τούντα και δεινοπάθησα για να το βρω από τα χιλιάδες βίντεο του μαλαματένιου άσματος με την όμοια λέξη στον τίτλο. Έχει πλάκα πάντως ότι ο Μάλαμας στην πρώτη ηχογράφηση έχει παραμορφώσει ηλεκτρονικά τη φωνή του ώστε να ακούγεται πιο "βρώμικη" από όσο είναι στα αλήθεια, μέσω ενός παραμορφωτή που έκτοτε ονομάστηκε στην ηχοληπτική πιάτσα "μαλαμάιζερ".

Γράφοντας την ανάρτηση ήρθε στο μυαλό μου ένας άνθρωπος, φίλος φίλων περισσότερο παρά δικός μου, ο οποίος θα μπορούσε να είναι μια θετική εκδοχή του αφηγητή της πριγηπέσσας, με λάθη, στραβά και πάθη που θα τον έβγαζαν σωστό αν... ή ίσως αν δεν... Πάντως του χρωστάω αφενός την επανανακάλυψη του Θ.Π. (που αρχικά τον είχα πάρει λίγο από φόβο) και αφετέρου τη διάσωση στη μνήμη των στίχων από το ακυκλοφόρητο τραγούδι του "Οι μαγγανείες" που ξεκινάει με τους στίχους:

Στα μοναστήρια προσευχές, στα καπηλειά κουβέντες
και στα βαμμένα βλέφαρα γκρεμός για τους λεβέντες


και τελειώνει λέγοντας:

...κι αυτό που χτες περίσσευε, αύριο δε θα φτάνει.

Ώρα καλή, όπου κι αν βρίσκεται.

18/7/10

Στιγμιότυπα ατάκτως ερριμμένα

Ολλανδικό δικάταρτο στον Εύδηλο, καλοκαίρι 2009. Δεν έχει καμμία σχέση με την υπόλοιπη ανάρτηση, αλλά μ' αρέσει ως εικόνα και πάντα ήθελα να την ανεβάσω.

Δύο παλιότερες και δύο πρόσφατες ιστοριούλες σε ικαριακό ντεκόρ:

Η αστυνομία κάνει μπλόκο στη διασταύρωση από Μεσαχτή για Ράχες. Εμφανίζεται Καριώτης με αγροτικό σε ημιάθλια κατάσταση. Στο σχετικό έλεγχο προσκομίζει (προς απογοήτευση του οργάνου) έγκυρη άδεια και δίπλωμα. Το όργανο όμως δεν καταθέτει τα όπλα και συνεχίζοντας τον έλεγχο εντοπίζει λαβράκι:

- Το ξέρεις ότι η ασφάλεια έχει λήξει; ρωτάει τον οδηγό.
- Ε, και; απαντάει ατάραχος ο άλλος. Σάμπως θα τη φάω;

-.-.-


Η παραγγελία είναι για μια ιδιαιτέρως ευμεγέθη πίτσα κάπου αρκετά έξω από τον Εύδηλο. Ο ντελιβεράς αισθάνεται μια πείνα στο δρόμο και χτυπάει ένα-δυο τεμάχια. Στη συνέχεια τακτοποιεί τα υπόλοιπα μοιράζοντας το κενό σε όμοια διαστήματα ανάμεσά τους. Φτάνει στον προορισμό του και δίνει την παραγγελία.

- Μα πώς είναι έτσι; απορεί η πελάτισσα ανοίγοντας το κουτί.
- Είναι καινούργιο σχέδιο, απαντάει ψύχραιμα ο τύπος. Με το αστέρι της Βεργίνας.

-.-.-


Νέος ικαριογαμβρός, οπαδός του Άρεως Θεσσαλονίκης, εξηγεί σε ομήγυρη στο ουζερί του Τσακωνίτη τη διαφορά μεταξύ ΠΑΣΟΚ και Νέας Δημοκρατίας, εν καιρώ ΔΝΤ.

- Είναι σα να κάθεσαι στη στάση του λεωφορείου και έρχεται και παρκάρει μπροστά σου ένας τύπος με ένα τεράστιο Τσερόκι, κατάλαβες;
- Όχι, ομολογεί ο συνομιλητής του.
- Διαμαρτύρεσαι λοιπόν και γίνεται το εξής: ο ΝΔ γυρίζει και σε βρίζει. Ο ΠΑΣΟΚ σου λέει «Μισό λεπτό, φιλαράκι, έρχομαι αμέσως».
- Και;
- Τι και; Κι οι δυο παρατάνε το τζιπ και φεύγουνε.


-.-.-


Η βάφτιση έχει ολοκληρωθεί και ο κάπως ευτραφής και κοντά μεσήλιξ νονός παρατηρεί από πάνω μέχρι κάτω την εντυπωσιακή νεαρά με τα κάπως εξωτικά χαρακτηριστικά που συγκεντρώνει τόσο τα βλέμματα θαυμασμού των ανδρών όσο και ζήλειας (ή ίσως και μίσους) ορισμένων γυναικών. Ρωτάει τον κοσμογυρισμένο του ξάδελφο για πληροφορίες περί του σκοτεινού αντικειμένου του πόθου, αλλά ο ξάδελφος αντί άλλης απαντήσεως αρχίζει να διηγείται μια ιστορία από το νότιο ημισφαίριο και ένα φίλο του που είχε φέρει κάποτε κάτι περίεργα άγνωστα φρούτα που δεν ήξεραν πώς τρώγονται. Δοκίμασαν διάφορα κόλπα – να τα ξεφλουδίσουν, να τα κόψουν, να τα στίψουν αλλά στο τέλος το μόνο που κατάφεραν ήταν να γίνουν μες στα ζουμιά, με τα ρούχα χάλια και να μην ευχαριστηθούν καθόλου φρούτο.

- Μα τι σχέση έχει αυτό που μου λες με αυτό που σε ρώτησα; απορεί ο νονός.
- Ξέρεις πώς το τρώνε αυτό; ρωτάει ο ξάδελφος δείχνοντας τη νεαρά.
- Όχι, ομολογεί ο νονός.
- Ε, άστο καλύτερα γι' αυτούς που ξέρουν.

8/7/10

Διαδηλωσίες

Πανεπιστημίου και Βουκουρεστίου, 8 Ιουλίου 2010, απομεσήμερο. Για λόγους ευσπλαχνίας παραλείπονται οι ήχοι των σειρήνων και των μηχανών (ναι, έχω και βιντεάκι).

Εκ πρώτης όψεως ήταν τρεις κοπέλες κι ένας νεαρός. Άμα παρατηρούσες όμως λίγο καλύτερα καταλάβαινες ότι η φράση θα τους ταίριαζε περισσότερο πριν καμμιά δεκαετία, καθώς η νεανική εμφάνιση δεν πολυέκρυβε τις πρώτες ρυτίδες και κάποια γκρίζα μαλλιά εδώ κι εκεί. Κατέβαιναν βιαστικοί το στενό στην Πλάκα, αλλά κοντοστάθηκαν έξω από ένα μαγαζί κοιτάζοντας το εμπόρευμα: δερμάτινα σανδάλια, τσάντες, τουριστικά. Ο μαγαζάτορας βγήκε στην πόρτα, «Περάστε», είπε. «Δεν προλαβαίνουμε τώρα, μετά», του απάντησαν, και συνέχισαν να κατηφορίζουν προς το κέντρο.

Το κέντρο ήταν κλειστό – η διαδήλωση είχε σταματήσει μπροστά στη Βουλή. Η παρέα των τεσσάρων διασπάστηκε στη Φιλελλήνων – οι δύο κοπέλες ακολούθησαν για λίγο τους διαδηλωτές του ΠΑΜΕ, οι άλλοι δύο διέσχισαν τον κόσμο και βγήκαν στην Αμαλίας. Ενώθηκαν με το κάπως αραιό πλήθος των υπολοίπων πίσω από τα πανώ. Έκανε ζέστη αποπνικτική – ο κόσμος φαινόταν μάλλον να βαριέται, ακόμα και οι αστυνομικοί με τα κράνη και τις μάσκες που είχαν παραταχθεί μπροστά στον Άγνωστο Στρατιώτη. Ο αρσενικός της παρέας έπιασε ψιλοκουβέντα με κάτι άλλους, προφανώς γνωστούς του, η κοπέλα εντόπισε τις άλλες δύο που ερχόντουσαν με το πάσο τους από τη μεριά του Κήπου. Προφανώς ο άλλος κλάδος της διαδήλωσης είχε σκορπίσει πλέον.

Ανάκατες κουβέντες από τα πηγαδάκια. Η έλλειψη μαζικότητας. Κούραση, ζέστη... Ναι, αλλά και η στάση εργασίας στα μέσα μεταφοράς... Το κίνημα... Διασκορπισμένοι... Αλλά την 5η Μάη... Αποστράτευση. Πολλή ζέστη. Η αδυναμία της Αριστεράς... Έχεις λίγο νερό; Τα Μέσα χειραγωγούν τους πολίτες... Οι τρεις νεκροί... Άκουσες τον Πάγκαλο; Άστα, άστα... Έχει κανείς Μααλόξ; Τι να κάνουμε; Όχι ο Λένιν, εμείς, τώρα τι να κάνουμε... Ένα βήμα μπρος, δυο βήματα πίσω... Ναι, καλά τώρα...

Τα πανώ ανασηκώθηκαν και το αραιό πλήθος άρχισε να κατηφορίζει την Πανεπιστημίου. Οι τρεις κοπέλες ακολούθησαν, ενώ ο πρώην νεαρός έμεινε να χαζεύει τους αστυνομικούς που έσερναν κράνη και ασπίδες προς τις κλούβες. Ένα σμήνος δίκυκλα εμφανίστηκε – όλοι με στολή και άσπρα κράνη. Μπήκε στην Πανεπιστημίου και σταμάτησε στο ύψος της Βουκουρεστίου, σα να περίμεναν το πράσινο στο φανάρι. Κάποια στιγμή άρχισαν να μαρσάρουν όλοι μαζί, ρίχνοντας απότομες γκαζιές αλλά χωρίς να κινούνται. Κάποιοι από τα πεζοδρόμια μουρμούραγαν, ένας παππούς φώναξε «Ξέρετε πόσο έχει πάει η βενζίνη;» αλλά μετά είπε μόνος του «Σάματις αυτοί την πληρώνουν;» και συνεχισε να βηματίζει. Οι εποχούμενοι έβαλαν μπροστά τις σειρήνες και κάτι γαλάζια φώτα που αναβόσβηναν. Ο πρώην νεαρός έβγαλε μια φωτογραφική μηχανή και άρχισε να τραβάει φωτογραφίες τους ένστολους δικυκλιστές στο φόντο των μαγαζιών με τα κατεβασμένα ρολά. Ύστερα βαρέθηκε κι αυτός και τράβηξε για τα Προπύλαια όπου η διαδήλωση διαλυόταν ησύχως.

Όχι εντελώς ησύχως. Στη Σίνα είδε ένα συγκεντρωμένο πλήθος δίπλα σε μια διμοιρία με μάσκες που παρακολουθούσε. Κάποιος κοίτονταν ανάσκελα. Ο πρώην νεαρός δεν πλησίασε, βρήκε όμως τις τρεις κοπέλες στο πεζοδρόμιο δίπλα στην είσοδο του Μετρό. Του είπαν ότι ο χτυπημένος είχε δεχτεί επίθεση από κάποιους αυτόνομους. Κουκουλοφόρους; Όχι, με ακάλυπτα πρόσωπα. Πιτσιρικάδες μάλλον. Ήταν, λέει, ασφαλίτης. Και οι μπάτσοι τι έκαναν; Τίποτα, κοίταζαν. Ακόμα να έρθει ασθενοφόρο. Τρέχει αίμα από το κεφάλι του. Ζει; Ελπίζω, το κίνημα δε μπορεί να χρεωθεί νεκρό, ακόμα και ασφαλίτη. Ποιο κίνημα τώρα; Το βασικό είναι να ζει. Αν είναι ασφαλίτης, καλά να πάθει, πετάγεται ένας μεσήλιξ τύπος που ακούει την κουβέντα. Όχι, δεν... Ανάκατες φωνές, επιχειρήματα στον αέρα, μέχρι που έρχεται το ασθενοφόρο και τον παίρνει. Ζει μάλλον, λένε.

Οι εναπομείναντες διαλύονται μετά από λίγο, η πομπή των δικυκλιστών με τα άσπρα κράνη κατηφορίζει την Πανεπιστημίου με τις σειρήνες να ουρλιάζουν και τους φάρους αναμένους. Μερικοί από τα πεζοδρόμια χειροκροτούν, ειρωνικά μάλλον. Δειλά δειλά κάποια ρολά ανοίγουν, από τη μισάνοιχτη πόρτα ενός εμπορικού κέντρου ξεμυτίζουν κάποιοι σεκιούριτι. Ένας πρεζάκιας ζητιανεύει στα σκαλιά. Κάνει πολλή ζέστη.

Στην Πλάκα ο μαγαζάτορας εντοπίζει την παρέα που ξανάρχεται. Είναι πλέον τρεις, η μία κοπέλα έχει φύγει. «Σας περίμενα», λέει. «Ετοιμάζεστε να κλείσετε;» ρωτάει η μία, αλλά από τα λόγια του καταλαβαίνει ότι περίμενε ακριβώς αυτούς διότι δεν είχε εμφανιστεί κανένας άλλος πελάτης. Τις προτρέπει να πάρουν ό,τι θέλουν, όσο θέλουν. Ο αρσενικός έχει μείνει απέξω και διαβάζει εφημερίδα, οι κοπέλες δοκιμάζουν διαφορα σανδαλάκια που ο μαγαζάτορας προσπαθεί να πουλήσει όλο και φτηνότερα. Στο τέλος παίρνουν τρία ζευγάρια, δέκα ευρώ το ένα.

Ο άνθρωπος μοιάζει ανακουφισμένος. Κάποια στιγμή τις αποκαλεί «αγωνίστριες». Κοιτάζουν η μία την άλλη για να καταλάβουν αν η ιδιότητα του διαδηλωτή είναι γραμμένη κάπου στο μέτωπό τους, τα ρούχα τους, τις τσάντες. Ο άνθρωπος εξηγεί ότι κανείς δεν κατεβαίνει στο κέντρο εν ώρα διαδήλωσης αν δεν είναι διαδηλωτής – ξέρει ότι τα μαγαζιά θα είναι κλειστά. Τους λέει ακόμα ότι είναι μαζί τους, αλλά να μην το πουν πουθενά. «Υποφέρει ο κόσμος», λέει, «αλλά δε μιλάει, δεν ξέρεις ποτέ τι γίνεται». Φεύγοντας οι κοπέλες συζητάνε ότι προφανώς οι μεγάλοι άνθρωποι έχουν ακόμα μνήμες μετεμφυλιακού κράτους, χούντας... Χαφιέδες και ρουφιάνοι.

Στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου ένα πούλμαν ξεφορτώνει τουρίστες με προορισμό την Ακρόπολη. Κάποιοι πλανόδιοι παίζουν μουσική. Η παρέα προχωράει προς του Φιλοπάππου και το παρκαρισμένο αυτοκίνητο, κρατώντας τις τσαντες με τα σανδάλια. Μηχανάκια με δυάδες ένστολων περνάνε συνεχώς. Η μια κοπέλα ρωτάει τον πρώην νεαρό αν έχει τόση αστυνομία και στο Άμστερνταμ. Αυτός εξηγεί ότι δε μένει στο Άμστερνταμ, αλλά εν πάσει περιπτώσει δυο μήνες στην Ολλανδία έχει δει συνολικά μια αστυνομικίνα με βέσπα και δύο με άλογο – μάλλον διακριτική παρουσία εν τέλει. Ύστερα η κουβέντα έρχεται στο ασφαλιστικό σύστημα και το κοινωνικό κράτος, ή μάλλον στην έλλειψή τους.

Μπαίνουν στο αμάξι και φεύγουν. Σε δευτερόλεπτα ένα άλλο αυτοκίνητο έχει καταλάβει την κενή θέση. Από το λόφο φαίνεται στο βάθος η θάλασσα. Ο Βράχος αιωρείται για λίγο σα νησί σε εκείνη την άλλη θάλασσα του μπετόν κι ύστερα χάνεται από το καθρεφτάκι καθώς το αμάξι στρίβει προς τα νοτιοανατολικά. Η ζέστη πυκνώνει πάνω από την πυρωμένη άσφαλτο.

Κάπου στα στενά κάτω από την πλατεία Συντάγματος, ο πρεζάκιας εξακολουθεί να ζητιανεύει.


Σ.Σ. Για τυχόν αμύητους στα της Αριστεράς και του συνδικαλισμού, ΠΑΜΕ είναι το σχήμα που έχει στήσει το ΚΚΕ στη ΓΣΕΕ (ή μάλλον κάπως ανταγωνιστικά με αυτήν) και προτιμά να διαδηλώνει χωριστά από τους υπόλοιπους σε κάθε περίπτωση, στάση που εμένα μου θυμίζει την παροιμία "όλοι μαζί κι ο ψωριάρης χώρια" αλλά όπως όλοι ξέρουν το Κόμμα έχει πάντα δίκιο οπότε ποιοι είμαστε εμείς να τους πούμε τι να κάνουν. Με την ευκαιρία, το Τι να κάνουμε και το Ένα βήμα μπρος, δυο βήματα πίσω είναι μπροσούρες που είχε γράψει ο Λένιν κάπου στη δεκαετία του 1910 - δεν είμαι σίγουρος αν είναι πριν ή μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση.

Δεν ξέρω πώς ακριβώς ορισμένοι "αντιεξουσιαστές" ξεχωρίζουν τους ασφαλίτες μέσα στο πλήθος - διάβασα σε κάποια μπλογκ ότι ο άνθρωπος που είχε την ατυχία να "αναγνωριστεί" ως τέτοιος στην πραγματικότητα ήταν διαδηλωτής, εργαζόμενος στον Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας. Ελπίζω να είναι καλά ο άνθρωπος, κι ας είναι όποιος θέλει, αυτό έλειπε τώρα. Κάποτε το λυντσάρισμα ήταν προνόμιο της Κου-Κλουξ-Κλαν και των ναζιστικών ταγμάτων εφόδου - φαίνεται πως τώρα τελευταία ο έρωτας της βίας έχει συνεπάρει και ορισμένους κατ' όνομα εραστές της ελευθερίας.

Αλλά δε χωράνε όλες οι αγάπες στην ίδια καρδιά, φοβούμαι...

6/7/10

Σαν εξομολόγηση (Γιάννης Βαρβέρης)



Έχει ο καθένας μας, πέρα απ’ το φθόνο
έναν άνθρωπο, για τον εαυτό του και μόνο
άυλον άνθρωπο – που του απλώνει φυλλωσιά
χωρίς να ’ναι δέντρο ή ομπρέλα, μοναχά δροσιά.

Τον κρατάει κρυφόν από τον κόσμο, αλλά
ο ίδιος τις νύχτες τον αγγίζει απαλά
κι ας είναι άυλος· όμως μεσουρανεί
στα χαρούμενα όνειρα, σε χρώμα ουρανί.

Γιατί ο άυλος στ’ όνειρο γίνεται υπαρκτός
πιάνεις το σώμα του, τα στήθη, εκτός
αν χάσεις ποτέ το αόρατο νήμα·
θα μείνεις μόνος, με τα δάκρυα και τη ρίμα.


Γιάννης Βαρβέρης, Πεταμένα Λεφτά, Κέδρος 2005


Σ.Σ. Το ποίημα είναι εμφανώς ανώτερο από τη μελοποίηση του Αργύρη Μπακιρτζή εκ των Χειμερινών Κολυμβητών, αλλά επειδή τους αγαπάω, τη βάζω να υπάρχει (άλλωστε επό το δίσκο τους "Το πέρασμά σου" το γνώρισα).