ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


6/10/08

Του Κα-Γληγόρη


Η φωτογραφία τραβήχτηκε στο Δρούτσουλα της Ικαρίας το καλοκαίρι του 2006. Το βράδι εκείνο γινόταν ένα ανεπίσημο "αντάμωμα" των μελών της οικογένειας Μαυρογιώργη (ή Μαυρογεώργη, ή Μαυρογεωργίου, ή κάτι άλλο παραπλήσιο), στο προγονικό τους χωριό που πλέον έχει μείνει σχεδόν ακατοίκητο. Αυτό που φαίνεται στη φωτογραφία είναι ένα οικογενειακό δέντρο που έχει σχεδιάσει ένα μέλος της οικογένειας, το οποίο φιλοδοξεί να περιλάβει όλους τους προγόνους και απογόνους εδώ και δυο-τρεις αιώνες. Κατάφερα το βράδι εκείνο να εντοπίσω στο δέντρο την προγιαγιά μου την Καλή (το βαφτιστικό είναι Καλλιόπη αλλά στα Καριώτικα είναι Καλή ή Καλίτσα), παρότι αναφέρεται λανθασμένα ως "Πόπη" στο δέντρο και παρότι το δέντρο καταγράφει τους απογόνους μόνο των αρρένων, που είναι οι φορείς του ονόματος της οικογένειας.

Η μάνα μου πάντα ανέφερε με καμάρι τη γιαγιά της και την καταγωγή της από εκείνο τον κλάδο της οικογένειας Μαυρογιώργη που ήταν γνωστοί ως τα "Κατσιμετάκια". Για κάποιο λόγο οι παλιοί φαίνεται πως πίστευαν ότι η καλωσύνη στους ανθρώπους μεταβιβάζεται μέσω κάποιου γονιδίου ("άνθρωπον από γενιά και σκύλον από μάντρα", έλεγε παροιμιακώς ο παππούς σύμφωνα με τη μάνα μου). Τα Κατσιμετάκια φαίνεται πως το είχαν το γονίδιο - όλα τα μέλη της οικογένειας θεωρούντο συλλήβδην "καλά". Διάφοροι άνθρωποι μου έχουν αφηγηθεί χαρακτηριστικές ιστορίες για κάποια "Σοφκιά" (Σοφία) που ήταν τόσο συμπαθής στα παιδάκια της γειτονιάς ώστε ήθελαν όλη μέρα να είναι σπίτι της και να παίζουν μέχρι αργά το βράδι. Εκείνη, αντί να στείλει το καθένα στη μάνα του, τα τάιζε όλα μοιράζοντας τις (περιορισμένες) μερίδες της δικής της οικογένειας και μετά τα κοίμιζε μαζί με τα δικά της παιδιά (όχι και λίγα) πάνω σε κάτι κουρελούδες ή καμπάδες τρίχινους. Αργά τη νύχτα ερχόντουσαν οι μανάδες με κάτι κλεφτοφάναρα ψάχνοντας καθεμιά το παιδί της, κι η Σοφκιά τους έλεγε "αφήκετέ τα βρε, εμ' με πειράζουν εμένα". Την άλλη μέρα τα μικρά ξαναμαζευόντουσαν πρωί πρωί.

Αν διαβάζω σωστά το δέντρο, αυτά πρέπει να συνέβαιναν στις αρχές του εικοστού αιώνα, και η επίμαχη Σοφία (σύζυγος ενός συνεπώνυμου Ν. Μαυρογιώργη που έχει ημερομηνία γέννησης 1874) είναι ένα από τα παιδιά μιας θρυλικής μορφής της εποχής, του Κα-Γληγόρη. Για τους μη εισηγμένους στην ικαριακή ντοπιολαλιά να διευκρινίσουμε ότι στην Ικαρία δεν υπάρχει Γρηγόρης αλλά Γληγόρης - με κάπως παχύ λάμδα. Επίσης, το πρόθεμα "Κα" δεν δηλώνει ούτε καλοσύνη ούτε κακοσύνη, απλά ειρωνεύεται (ως παρατσούκλι) το τρόπο που μιλούσε ο άνθρωπος αυτός, προσθέτοντας εμβόλιμα το συγκεριμένο φθόγγο στην ομιλία του. Όσες ιστορίες του αφηγούνται οι νεώτεροι (και δεν είναι λίγες), διανθίζονται με άφθονα "κα" όποτε ο Γληγόρης παίρνει το λόγο.

Το Γληγοράκι ήταν αδελφός της προγιαγιάς μου της Καλής. Σύμφωνα με τη μάνα μου, που μεταφέρει έναν αιώνα μετά της αφηγήσεις της γιαγιάς της, είχε χηρέψει πολύ νέος, εικοσιτεσσάρων-εικοσιπέντε χρονών. Η γυναίκα του πρέπει να ήταν περίπου συνομίληκη, όμως σύμφωνα με τα ήθη της εποχής είχαν μικροπαντρευτεί και είχαν πέντε παιδιά. Στην κτηνοτροφική κατά βάση τότε κοινωνία της Ικαρίας, το μεγάλο κοπάδι που είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του (το γέρο-Κατσιμέτη) θα εθεωρείτο επαρκής πόρος για να ζήσει άνετα. Ωστόσο ο Γληγόρης δεν είχε το μυαλό του στα ζώα - το είχε στα γλέντια και τα τραγούδια (και μάλλον στους έρωτες, λένε...). Τα ζώα έμεναν αφημένα στην τύχη τους, που ήταν βέβαια κακή, καθώς το αφύλακτο κοπάδι ήταν συχνά στόχος ζωοκλοπής, και σε ορισμένες περιπτώσεις οι κλέφτες καλούσαν και τον ίδιο τον ιδιοκτήτη να του κάνουν το τραπέζι. Αφού έτρωγαν, του ανακοίνωναν ότι ήταν δικό του, κλεμμένο. Ατάραχος ο Κα-Γληγόρης, σχολίαζε:

-Κα, γι' αυτό ήταν και νόστιμο.

Έτσι, το κοπάδι αραίωνε μέχρι που έφτασε σε ένα σημείο ευσταθούς ισορροπίας όπου περίπου όσα ζώα γεννιόντουσαν τόσα χάνονταν από διάφορες αιτίες. Ο γέρο-Κατσιμέτης κόντευε να τρελαθεί, αλλά ψύχραιμος ο Γληγόρης σχολίαζε το γεγονός τραγουδιστά:

Όρτσα-λα-μπάντα το 'φερε Γληγόρης το κοπάδι
Να το πληθύνει δε μπορεί, μήτε να το ξεκάμει
Το παραπάνω δίστιχο αναφέρει, μαζί με τη συνοδευτική ιστοριούλα, και ο Αλέξης Πουλιανός στο βιβλίο του "Λαογραφικά Ικαρίας". Πριν λίγα χρόνια, σε ένα εκπαιδευτικού χαρακτήρα CD ("Τα τραγούδια της Ικαρίας") που επιμελήθηκε για το Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ο καθηγητής Δημήτρης Θέμελης, έβαλε κάποιους γερόντους (συμπτωματικά ή όχι Μαυρογιώργηδες ως επί το πλείστον) να το τραγουδήσουν ως "το τραγούδι του Κα-Γληγόρη" (δείτε τη μελωδία στην εικόνα παρακάτω, από το πληροφοριακό υλικό του δίσκου). Ωστόσο, νομίζω ότι το πιο γνωστό τραγούδι του είναι άλλο, τελικά.


Ο θρύλος λέει ότι αφότου χήρεψε, το Γληγοράκι γλήγορα παρηγορήθηκε σε αγκαλιές διάφορες - παρά τα αυστηρά ήθη της εποχής - εκμεταλλευόμενο την παροιμιώδη του ευφράδεια, το γενναιόδωρο χαρακτήρα του και το ταλέντο του στη στιχοπλοκή και το τραγούδι. Ο μεγάλος του έρωτας φαίνεται πως ήταν κάποια για την οποία όσα ξέρουμε προέρχονται μάλλον από το τραγούδι που της έγραψε, παραλλαγή πάνω σε παραδοσιακά μοτίβα, που είναι γνωστά με τον τίτλο "Η Μαυρομάτα". Δεν είμαι σίγουρος ποιο κομμάτι ανήκει στην παράδοση και ποιο στον ήρωά μας, φαντάζομαι όπως πως αυτή η εκδοχή του τραγουδιού θα ξεκινούσε ίσως με το στίχο:

Παίξε τη λύρα δυνατά και το βιολί γεμάτα
μήπως και την πλανέψωμε κι αυτή τη μαυρομάτα
Και μετά θα έμπαινε στο επαναλαμβανόμενο:

Όρτσα μια-και-δυο γεμάτα
για τα σένα μαυρομάτα
όρτσα μια και δυο σου λέω
μη με τυραννείς και κλαίω
Και μια και η κόπέλα ήταν από το Καραβόσταμο, θα της παίνευε και τον τόπο της

Στον Εύδηλο ψιλή βροχή και στο Φανάρι μπόρα
μα μες στο Καραβόσταμο ήλιος επαρηγόρα

Διότι φώτιζε σαν ήλιος και τον έκανε να λέει

Έλα έλα περδικά μου
στα αγκαλάκια τα δικά μου
έλα έλα που σου λέω
μη με τυραννείς και κλαίω
Το πρόβλημα βέβαια ήταν ότι το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου είχε και σύζυγο

Και η φτωχή μου η καρδιά είναι σαϊτεμένη
που μου την εσαΐτεψε μια μικροπαντρεμένη
Αν και μπορεί να κακοπερνούσε τελικά, αν δεχτούμε ως ειρωνικό το

Έλα-έλα με τα μένα
να περνάς χαριτωμένα
(το ψωμί να σου κλειδώνω
και στο ξύλο να σε στρώνω)
Και ίσως γι' αυτό να είχε και μια ορισμένη ανοχή στις επιθυμίες του άλλου φύλου

Έρχομαί σε τοίχο-τοίχο
δε μπορώ να σε πετύχω
έρχομαί σε φράχτη-φράχτη
και σε βρίσκω μ' ένα ναύτη


Με τούτα και μ' εκείνα, με τραγούδια κι έρωτες, το Γληγοράκι έμεινε στην ιστορία του τόπου και στη μνήμη των ανθρώπων. Πέθανε, όπως ήταν φυσικό, φτωχός - δεν ξέρω ακριβώς πότε. Πάντως, ο πατέρας μιας φίλης μου (γεννημένος στη δεκαετία του '20) μου έχει πει ότι τον θυμάται, γέρο και μισοπαράλυτο, να βόσκει τα απομεινάρια του άλλοτε κραταιού κοπαδιού του. Με έναν φίλο του εξίσου πιτσιρικά είχαν σκεφτεί να του κλέψουν κανένα ζώο (για εκπαιδευτικούς λόγους, μάλλον), καθώς σκέφτηκαν ότι δεν θα μπορούσε να τους κυνηγήσει, αλλά ο γνωστικός Γληγόρης κατάλαβε τις προθέσεις τους και τους αποθάρρυνε λέγοντας γελαστά:

- Κα, έχω και ντουφεκάκι.

Κυκλοφορούν διάφορες ιστορίες, καθώς και διάφορες παραλλαγές στίχων που αποδίδονται σε αυτόν. Από στόμα σε στόμα τροποποιούνται, ανακυκλώνονται, μεταβάλλονται και καταλήγουν σε μια τελείως διαφορετική εκδοχή που κανείς δεν ξέρει πόσο αντικατοπτρίζει τα πραγματικά περιστατικά. Αλλά τι σημασία έχει; Άλλωστε κάπως έτσι λειτουργεί η παράδοση της οποίας το Γληγοράκι υπήρξε τμήμα - άλλο αν σήμερα φθίνει ή εξαφανίζεται εντελώς, καθώς η ζωή του χωριού έχει αλλάξει και οι μνήμες των ανθρώπων ξεθωριάζουν σιγά σιγά. Φαντάζομαι όμως ότι ακόμα κι αν τελικά δεν τους έχει γράψει ο ίδιος, θα του άρεσε αν άκουγε κάποιες παρέες να τραγουδάνε κάπου στον εικοστό πρώτο αιώνα τους στίχους:

Ελιές-ελιές μαζεύγετε, κουκούτσια μην πετάτε
κορίτσια των παλληκαριών χατίρια μη χαλάτε
Άμα τα κορίτσια είναι και μαυρομάτες, ακόμα καλύτερα...


Σ.Σ.: Η αστήρικτη βιολογικώς ιδέα ότι οι άνθρωποι κληρονομούν μαζί με το επώνυμο και κάποια κοινά χαρακτηριστικά υποβόσκει μάλλον και στο ετήσιο αντάμωμα της οικογένειας Μαυρογιώργη στο Δρούτσουλα, είναι όμως μια καλή αφορμή να ζωντανέψει λίγο το χωριό και να πιούμε κάνα κρασί και εμείς οι απόξω, εξ' αιτίας της προγιαγιάς μου. Η ραθυμία του Γληγορακιού σε σχέση με τα κτηνοτροφικά του καθήκοντα έχει μείνει παροιμιώδης - η μάνα μου ισχυρίζεται ότι η ρήση "με τον ήλιο τα βγάζω, με τον ήλιο τα βάζω, τι έχουν τα έρμα και ψοφούν" είναι δική του και μάταια έχω προσπαθήσει να την πείσω ότι είναι διάσημη ρήση και εκτός Ικαρίας. Πάντως όταν ανέφερα την ιστορία με το κλεμμένο ζώο κάπου στην Κρήτη, οι Ανωγειανοί της παρέας άρχισαν να με κερνάνε ρακές μόλις αντιλήφθηκαν την ικαριακή παράδοση στη ζωοκλοπή (που έχει εκλείψει σήμερα, σε αντιθεση με την Κρήτη, βέβαια).

Η φράση "όρτσα-α-λα-μπάντα" ιστιοπλοϊκώς είναι η στροφή ενενήντα μοιρών της πλώρης στην αντίθετη κατεύθυνση ως προς τον άνεμο (Tack στην αργκό), αλλά στο τραγούδι του Κα-Γληγόρη σημαίνει περίπου "ίσα βάρκα-ίσα νερά". Ο δίσκος βέβαια γράφει "Ως-a-la-banda" που είναι άνευ νοήματος, ο Πουλιανός πάντως το γράφει σωστά. Ο καθηγητής Θέμελης είναι εκ μητρός Καριώτης και αν και δεν τον γνωρίζω, έχει παίξει κάποιο ρόλο σε μια οικογενειακή ιστορία που σχεδιάζω να αφηγηθώ με κάποια άλλη αφορμή. Η "Μαυρομάτα" όπως και όλα τα παραδοσιακά δίστιχα από τα οποία προέρχεται τραγουδιέται σε έναν κλασικό ρυθμό που διασώζεται δισκογραφικώς (εκτός από το αναφερόμενο CD και μερικές νεώτερες εκτελέσεις), στο δίσκο "Ελληνικά Κάλαντα" της Δόμνας Σαμίου, σε μια (ταχύτερη) εκδοχή από τους Φούρνους. Αυτή την εκδοχή έχει πάρει ο Διονύσης Σαββόπουλος και την έχει χρησιμοποιήσει στο έργο "Αχαρνής", στο σημείο ("Κήρυκες") που τραγουδάνε:

Έχουμε κρασί καινούργιο
και γιουβέτσι μες στο φούρνο
ξεχασμένα τραγουδάκια
και φρεσκότατα ψωμάκια
Για κάποιο λόγο, έχω την αίσθηση ότι του Γληγορακιού θα του άρεσε κι αυτή η εκδοχή.

ΥΓ. 20/10/2008: Διόρθωσα μια-δυο ανακρίβειες και άλλαξα την εικόνα του εξωφύλλου του δίσκου με μια κατάλληλη σελίδα από το πρόσθετο πληροφοριακό υλικό - ελπίζω ο καλός κ. Θέμελης να μου συγχωρήσει το κλοπυράιτ. Από το δίσκο θυμήθηκα και ένα ακόμα δίστιχο που ίσως εκφράζει καλύτερα τις αντιλήψεις του συγκεκριμένου ανθρώπου:

Σαν αποθάνω και χρωστώ, χρωστούσαν μου κι εμένα
χαλάλιν να 'ναι κι αυτωνών, χαλάλι μου κι εμένα


Κι επειδή αυτό μου θύμισε λίγο το Πάτερ Ημών (άφες ημείς τα οφειλήματα ημών ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέτες ημών), διατηρώ την ελπίδα ότι, μακρόθυμος ων και πολυέλεος ο Κύριος, θα έχει βάλει το Γληγοράκι κάπου που να μπορεί να τραγουδάει...

7 σχόλια:

caramela είπε...

Οι συμπατριώτες σου θα ήταν πολύ περήφανοι αν ήξεραν ότι μέσα από αυτό το blog προσπαθείς να διατηρήσεις την παράδοση του τόπου σου - με τον δικό σου τρόπο.Δεν ξεχνάς....δεν προσπερνάς...δεν απαξιώνεις...δεν τα θεωρείς όλα αυτά γραφικά.
Σε ευχαριστώ για την φιλοξενία, είμαι περήφανη που βρίσκομαι εδώ:)

Ανώνυμος είπε...

ωραιος και ποσα θυμασαι!!!!
ρλ

αράπης είπε...

Ευτυχώς (ή δυστυχώς... :P), δεν προσπαθεί μόνο μέσω του blog για τη διάσωση της μνήμης. Μας ζαλίζει κι όποτε τον βλέπουμε ! :p

Και ΝΑΙ είμαστε περήφανοι γι'αυτόν-ευτυχώς για αρκετούς άλλους λόγους εκτός από το αναμάσημα ιστοριών. :p

(Πάντα με συγκινούν αυτές οι ιστορίες κι ας τις ακούω για 385η φορά ! Ζμμμουτς !)

fractal είπε...

Πολοί από τους στίχους που αναφέρεις ακούγονται σε χιώτικα τραγούδια. Ο στίχος πχ. "έλα έλα περδικά μου στ' άγγαλάκια τα δικά μου έλα έλα σα σου λέω μη με τυρανείς και κλαίω" συνοδεύται από τσαμπόυνα και τουμπάκι και ακούγεται κυρίως τις απόκριες. Χορεύται σε ένα είδος σούστας και λέγεται σούστα τσαμπουνιστή. Γενικά όμως η Ικαρία έχει πολλά κοινα στοιχεία με τη Χίο σε αντίθεση με τη Σάμο.

fractal είπε...

Αφού είσαι Ικαριώτης δεν ήταν ανάγκη να το δηλώσεις. Είναι επόμενο να κατοικείς προσωρινά στην Κρήτη.
Μπήκα τυχαία στο blogg σου και δεν θα θυμηθώ μάλλον να ξαναμπώ. Αν θέλεις κάτι απάντησέ μου στο δικό μου blogg
καλή νύχτα φίλε Αιγαιοπελαγίτη..

Ανώνυμος είπε...

χείμαρρος μικρέ μου, χείμαρρος

δεν περίμενα τίποτα λιγότερο.

άκης

Β. είπε...

Καθυστερημένες απαντήσεις λόγω ταξιδιού εκτός εμβέλειας Διαδικτύου (ναι, υπάρχει αυτό):

Caramela, ευχαριστώ αλλά δεν κατάλαβα γιατί ακριβώς είσαι περήφανη. Και δεν προσπαθώ να διατηρήσω τίποτα, απλά καταγράφω πράγματα που μου αρέσουν - τίποτα παραπάνω.

ρλ, ναι πόσα θυμάμαι... τα σκονάκια να 'ναι καλά...

αράπη, ντροπή. Βάλε τη γλώσσα μέσα. Ζμμμούτς.

fractal, έχεις δίκιο. Το έψαξα και λίγο ακόμα, υπάρχει και στη Λήμνο επίσης. Φυσικά οι "λαϊκοί" μουσικοί αντλούν από παραδοσιακά μοτίβα, και οι ιθαγενείς παραδόσεις επικοινωνούν. Η Σάμος έχει ερημωθεί κάποια στιγμή το 16ο αιώνα και έχει επανεποικιστεί με ηπειρωτικούς πληθυσμούς (ορισμένα χωριά μιλούσαν και αρβανίτικα πριν μια-δυο γενιές), πράγμα που εξηγεί γιατί δεν κολλάει πολύ καλά με τα άλλα νησιά.

@άκης
σώωωωωπα... και πού είσαι ακόμα!
(Δεν κόβουμε την πλάκα μερικοί μερικοί; Άκου λέει "μικρέ μου"... Μην ανοίξω το στόμα μου λέω γω...)