Οι Ακυβέρνητες Πολιτείες του Τσίρκα (Η Λέσχη - Αριάγνη - Η Nυχτερίδα) με τα καινούργια εξώφυλλα στις εκδόσεις Κέδρος.
Πρέπει να ήταν κάποιο Πάσχα αρχές δεκαετίας του 1990, δε θυμάμαι ακριβώς τη χρονιά. Στο σπίτι ενός φίλου που είναι εκ μητρός Καριώτης και εκ πατρός Αιγυπτιώτης, φιλοξενείτο ένας θείος του Αιγυπτιώτη πατέρα ο οποίος κόντευε τα ογδόντα. Ο άνθρωπος ερχόταν για πρώτη φορά στην Ικαρία, ήταν ευγενέστατος αλλά προφανώς ένιωθε κάπως αμήχανος ανάμεσα στο μεγάλο καριωτόσογο, θείοι, ξαδέλφια και ανήψια, που μπαινόβγαινε στο σπίτι και ειδικά στα παιδιά του ανηψιού που θορυβούσαν ασυστόλως μαζί με τους φίλους τους (π.χ. εμένα) πετώντας δυναμιτάκια στα δύσμοιρα ζώα της αυλής. Όσο περνούσαν οι μέρες πάντως εξοικειώνονταν κάπως, και το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου εξέφρασε δειλά μια επιθυμία προς τα μικρανήψια και την παρέα τους.
- Τι θέλεις, θείε;
- Ψάχνω να βρω έναν παλιό μου γνωστό... από τη Μέση Ανατολή... έναν Μ.
- Στην Ικαρία τον ψάχνεις;
- Ικαριώτης είναι. Δεν ξέρω αν ζει ακόμα, τελευταία φορά τον είδα το '43. Αν ζει θα κοντεύει τα ογδόντα, σαν εμένα.
Στην Ικαρία το να κοντεύεις τα ογδόντα δεν είναι πολύ σπουδαίο επίτευγμα, αλλά το να έχεις περάσει πολέμους και εμφυλίους και μεταναστεύσεις αλώβητος είναι οπωσδήποτε κάτι. Άρχισα να ψάχνω στον τηλεφωνικό κατάλογο να βρω τον εν λόγω κύριο Μ. ρωτώντας πώς γνωρίστηκαν.
- Στα σύρματα, απαντάει ο θείος.
Κοιταχτήκαμε λίγο αμήχανα με το μικρανηψιό φίλο μου ενώ ο μεγαλοθείος αναπολεί τη δράση του στην 1η Ελληνική Ταξιαρχία:
Τον γνώρισα στα χρόνια του πολέμου, ίσως στην Αλεξάνδρεια ή στο Κάιρο. Οι καιροί, φυσικά, ήταν δύσκολοι, οι Άγγλοι κατέστρωναν από τότε τα σχέδιά τους για τη "μεταπολεμική Ελλάδα", ο ελληνικός στρατός Μέσης Ανατολής, με το υψηλό αντιφασιστικό του φρόνημα, ανησυχούσε, κάπου, "ανεπαισθήτως", γράφτηκε "η πρώτη πράξη της ελληνικής τραγωδίας". Οι Άγγλοι αποφαίνονται ότι ένας στρατός μη πραιτωριανών μάλλον δεν τους κάνει, διαλύουν την 1η Ελληνική Ταξιαρχία (ήταν "ταξιαρχία στασιαστών" -- έτσι είπαν...) και ανοίγουν στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Αίγυπτο, στο Σουδάν, στην Αβησσυνία...
Λέω στο θείο ότι έχω διαβάσει μια σχετική ιστορία στις "Ακυβέρνητες Πολιτείες" του Τσίρκα. Ο θείος χαμογελάει στο άκουσμα του ονόματος του συγγραφέα.
- Ο Γιάννης... λέει. Τα 'χει γράψει...
- Στρατής, τον διορθώνω.
- Γιάννης, επιμένει. Γιάννης Χατζηανδρέου, ο καθοδηγητής μας. Το Τσίρκας είναι φιλολογικό ψευδώνυμο.
Τον θείο τον πήγαν στο Σουδάν. Μόλις έφτασαν εκεί, ξεθεωμένοι, διψασμένοι, άρρωστοι, οι Άγγλοι τους έστειλαν για γυμνάσια. Εκεί κόλλησε με τον Μ., το συναγωνιστή. Αυτοί οι δύο πρώτευσαν στα γυμνάσια, γνωστοί κομμουνιστές και καρφί στο μάτι των Εγγλέζων.
Βρίσκω στον κατάλογο το όνομα του συναγωνιστή - δεν ήταν βέβαιο ότι είναι το ίδιο πρόσωπο όμως. Το επίθετο παραπέμπει σε κάποιο από τα χωριά πέριξ του Αγίου Κηρύκου. Ο θείος ενθουσιάζεται, σπεύδω να πάρω το νούμερο και του δίνω το ακουστικό. Το σηκώνει κάποια γυναίκα, ο θείος ζητάει να μάθει αν το τηλέφωνο ανήκει στον τάδε. Μιλάει για τη Μέση Ανατολή και τον πόλεμο, η απάντηση μάλλον τον χαροποιεί. Ζητάει να μιλήσει στον ίδιο, αλλά μια απορία ζωγραφίζεται στο πρόσωπό του. Μιλάει λίγο ακόμα με την απορία να μεγαλώνει. Ρωτάει "πού;" και ξαναρωτάει "είστε σίγουρη;". Κλείνει το τηλέφωνο ευχαριστώντας, λίγο ψυχρά.
- Δεν ήταν αυτός; ρωτάμε.
- Αυτός ήταν, απάντάει με το πρόσωπο συννεφιασμένο.
Σκεφτόμαστε τα χειρότερα.
- Ζει;
- Ζει, μια χαρά είναι.
- Δε μιλήσατε;
- Δεν ήταν εκεί, έλειπε, θα έρθει σε λίγο.
Ο θείος σηκώνεται ακόμα πιο συννεφιασμένος. Μιλάει σα να απευθύνεται στον εαυτό του.
- Είναι στην εκκλησία. Και τι κάνει στην εκκλησία;
Ρίχνω ένα βλέμμα συνενοχής στο φίλο μου καθώς στις άκρες των χειλιών του ζωγραφίζεται ένα χαμογελάκι.
- Ε, Μεγάλη Εβδομάδα είναι, λέω δειλά.
- Είναι επίτροπος. Ο συναγωνιστής μου, από τα σύρματα, είναι στην εκκλησία επίτροπος, μουρμουράει ο θείος.
Ύστερα βγαίνει βαρύθυμος από το δωμάτιο μουρμουρίζοντας "μα στην εκκλησία;" ενώ τα μικρανίψια και οι φίλοι τους με κόπο συγκρατούν τα γέλια τους να μην ξεσπάσουν.
Σ.Σ. Η ιστορία είναι πραγματική αλλά επειδή δε θυμάμαι ακριβώς τα ντεσού της 1ης Ελληνικής Ταξιαρχίας, αντέγραψα ένα εντός εισαγωγικών κομμάτι "αναμνήσεων" του θείου από ένα κείμενο του Σοφιανού Χρυσοστομίδη στην Αυγή (8/11/2009) - κι αυτός είχε τον Τσίρκα καθοδηγητή στην Αίγυπτο άλλωστε. Την ιστορία τη φρέσκαρα το Πάσχα λόγω των ημερών, αλλά πιο πριν την είχα θυμηθεί λόγω της γνωριμίας μου με την εγγονή του εν λόγω θείου το καλοκαίρι του 2009. Η κοπέλα δεν είχε ιδέα για αγωνιστές και αγώνες, εκτός από ιστιοπλοϊκούς τέτοιους, και λόγω αντίστοιχης αφορμής μιλήσαμε. Ανάμεσα σε ρεγκάτες και τακ πάντως, μου είπε ότι ο παππούς της είχε πεθάνει πολλά χρόνια τώρα.
8/4/10
Ο συναγωνιστής
2/4/10
Επιτάφιος θρήνος
Τῇ Δευτέρᾳ, Τρίτῃ τε Τετράδι ψάλω, τῇ μακρᾷ Πέμπτῃ μακρὸν ὕμνον ἐξᾴδῳ, Προσάββατόν τε καὶ σήμερον δὲ Σάββατον μέλπω Μέγα (Ακροστιχίδα των Κανόνων της Μεγάλης Εβδομάδας)
Από το 1984 και μετά, εκτός από μια χρονιά στο στρατό, το Πάσχα το περνάω στην Ικαρία. Κάποιες φορές με την ευρύτερη οικογένεια, κάποιες ακόμα και μόνος μου ή με φίλους, όλα αυτά τα χρόνια έχω πέσει σε βρωμόκρυα και καταιγίδες, σε συννεφιές και ήλιους και αποπνικτικές ζέστες, έχω τυλιχτεί με διπλές κουβέρτες, έχω ανάψει τζάκια και έχω κάνει μπάνια σε χλιαρές θάλασσες. Άλλοτε είναι νωρίς, όπως φέτος, άλλοτε Μάης ολότελα, άλλοτε διέρχομαι κρίσεις βαριάς αλλεργίας από τη γύρη που εκλύουν τα ανθισμένα φυτά, άλλοτε δεν παίρνω είδηση καθώς αυτά που με ενοχλούν δεν έχουν αρχίσει ακόμα ή έχουν ολοκληρώσει την ανθοφορία τους.
Βέβαια το πρώτο μου Ικαριακό Πάσχα ήταν κάπου στη δεκαετία του εβδομήντα (πιθανώς το 1978), κι ήταν μια περίοδος παρατεταμένων παιδικών διακοπών στην Ακαμάτρα από Σάββατο του Λαζάρου μέχρι Κυριακή του Θωμά. Ξαναπήγαμε αρκετά χρόνια μετά, κι έχω διάφορες ανακατεμένες αναμνήσεις από τα πρώτα μέχρι τα πιο πρόσφατα χρόνια, με λίγες πιο ξεχωριστές χρονιές όπως τότε με το Τσέρνομπιλ (το 1986), ή με μια μεγάλη πυρκαγιά που κατέστρεψε (οριστικά μάλλον, βοηθούντων και των κατσικιών) το πευκοδάσος ανάμεσα στο Αυλάκι και το Γιαλισκάρι (το 1994). Θυμάμαι ακόμα τις πρώτες χρονιές που οι φίλοι μου και οι φίλοι των φίλων και διάφοροι περαστικοί άρχισαν να μαζεύονται σπίτι μου το μεσημέρι ή το απόγευμα της Κυριακής του Πάσχα (μια συνήθεια που με ελάχιστες διακοπές τηρείται ως σήμερα) για φαγητό και κρασί και ζεύκι, και ενίοτε χορό μέχρι αργά.
Θυμάμαι χρονιές κατανυκτικών (ή «κατανυκτικών») ακολουθιών στην εκκλησία του Αγίου Χαραλάμπου στον Εύδηλο, όταν ο συχωρεμένος ο παπά-Νικόλας ο Μάζαρης, εφημέριος του ναού επί πολλά χρόνια, είχε καταφέρει να οργανώσει μια υποτυπωδώς σοβαρή ψαλμωδία, αν και ο ομολογουμένως ταλαντούχος δεξιός ψάλτης είχε μια τάση να «τραγουδάει» το «Εξέδυσάν με τα ιμάτιά μου» όπως ο Νταλάρας, αντί να το ψέλνει, και χρονιές όπου ξεμέναμε είτε κατ’ επιλογήν είτε αναγκαστικά (λόγω καιρού ή «εκρηκτικής» κατάστασης στα πέριξ) για ώρα πολλή στην εκκλησία ακούγοντας την αναστάσιμη λειτουργία, πριν ορμήξουμε στη μαγειρίτσα δια τα περαιτέρω. Με τα χρόνια βέβαια, κάτι η προϊούσα αποϊεροποίηση της γιορτής λόγω της μάλλον ελλιπούς χριστιανικής διαπαιδαγώγησης του ποιμνίου, κάτι ότι οι διάδοχοι του παπα-Νικόλα δεν ήταν εξίσου προικισμένοι ίσως, η κατάνυξη εξέλιπε ολοσχερώς μάλλον από τις ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδας στον Εύδηλο – και κατ’ επέκταση και στα δικά μου βιώματα.
Ωστόσο, από τα πρώτα χρόνια και τη συνεπή ανάγνωση της Σύνοψης κάτι είχα καταφέρει να ξεκολλήσω, κι έτσι όχι μόνο θυμάμαι ότι τα ευαγγέλια της Μεγάλης Πέμπτης (ή για τη ακρίβεια, του όρθρου της Μεγάλης Παρασκευής) είναι δώδεκα και οι στάσεις στα εγκώμια του Επιταφίου τρεις, αλλά θυμάμαι ακόμα ότι τα τροπάρια των κανόνων (οι «Ωδές») όλων των ημερών της Μεγάλης Εβδομάδας σχηματίζουν μια ακροστιχίδα (που την έβαλα πάνω πάνω στην ανάρτηση, αλλά όποιος μπορεί να βάλει σωστά στις οξείες, τις βαρείες και τις υπογεγραμμένες να μου πει κι εμένα – ψιλές, δασείες και περισπωμένες πρόλαβα κι έμαθα στο Δημοτικό). Η πιο «κατανυκτική» εμπειρία μου όμως ήταν ακούσια, και έλαβε χώρα κάπου στα τέλη της δεκαετίας του ογδόντα.
Ήταν Μεγάλη Παρασκευή, στον Επιτάφιο, και ως συνήθως είχα πιάσει στασίδι δεξιά, μελετώντας εμβριθώς τη Σύνοψη για να καταλάβω σε ποιο σημείο είμασταν, καθώς είθισται άλλα εγκώμια να ψέλνει ο κάθε ναός, παραλλαγές πάνω σε ένα βασικό καμβά, ανάλογα με τα κέφια του ψάλτη ή του τοπικού μητροπολίτη. Διάβασμα στο διάβασμα, και χαλβαδιάζοντας με δυο κολλητούς που δεν είχαν και πολύ καλό βαθμό στα θρησκευτικά πέρασε η ώρα και δεν πήρα είδηση ότι αριστερά μου εκτυλισσόταν ένα παράλληλο δράμα αναζήτησης «παλληκαριών» που θα σήκωναν τον Επιτάφιο. Για την ακρίβεια, τρία παλληκάρια νταβραντισμένα είχαν βρεθεί ήδη, αλλά ανεζητείτο αγωνιωδώς ο τέταρτος. Κάποια στιγμή πήρε το μάτι μου τη μάνα μου να δείχνει προς την κατεύθυνσή μας, χωρίς να καταλάβω το υπονοούμενο. Οι άλλοι δύο, σαφώς πιο νταβραντισμένοι από μένα τω καιρώ εκείνω, πήραν είδηση εγκαίρως (άλλωστε δεν ήταν η δικιά τους η μαμά με το προτεταμένο δάχτυλο) και εξαφανίστηκαν σε κλάσματα δευτερολέπτου. Εγώ ξέμεινα με τη Σύνοψη στο χέρι και την απορία στο πρόσωπο, και ως παλληκάρι (καθόλου νταβραντισμένο, αλλά πάντως παλληκάρι) βρέθηκα να σηκώνω τον Επιτάφιο από τα εκατον εξηνταπέντε (με στρογγυλοποίηση) εκατοστά μου, μαζί με άλλους τρεις τύπους που ο κοντύτερος ήταν εκατόν ογδόντα.
Ως καλός χριστιανός, οφείλει κανείς να συσταυρώνεται με το Χριστό και να υπομένει τα πάθη Του – αν και βέβαια λίγη προετοιμασία δε βλάπτει. Σκέφτηκα ότι αφού δεν βλαστήμησα τα θεία το βράδι εκείνο μάλλον δε θα πολυχρειαστεί να το κάνω αργότερα. Ειδικά καθώς βρισκόμουν υπό τη διπλή συμπαράσταση τόσο της επαγρυπνούσας μάνας μου που με έρραινε ευλογίες («βοήθειά σου, παιδάκι μου») όσο και των κολλητών μου που παρόλες τις ικεσίες μου να κρατήσουν «για μια στιγμή» δεν την έπαθαν σαν τον Άνταίο με τον Ηρακλή και αρκέστηκαν σε επιφωνήματα και ενθαρρύνσεις τύπου «Μπράβο αγόρι μου», «Κάτσε κάτω απ’ τη μπάρα» και “Yes, we can”. Πήρα μια αμυδρή γεύση μαρτυρίου, καθώς ο παπά-Νικόλας είχε πολλά κέφια και αποφάσισε να κάνει δέηση σε κάθε ραχούλα και δρομάκι του Ευδήλου, σταματώντας κάθε τόσο. Χρειάστηκε πάνω από μισή ώρα να φτάσει στην κάτω πλατεία, με όλα τα μαγαζιά κλειστά και σκοτεινά (αλλά με μια έντονη τσίκνα από σουβλάκια στην ατμόσφαιρα, παραδόξως...), όπου έκανε μια ακόμα δέηση στο μνημείο των πεσόντων, και μετά αντί να ανηφορίσει το πλακόστρωτο προς τη μικρή εκκλησία αποφάσισε να τραβήξει κατά το λιμάνι.
Ο Επιτάφιος έφτασε στο μώλο με μια μικροσκοπική πομπή (οι πολλοί είχαν ξεμείνει στην πλατεία), και με διαρκή σχόλια ότι «γέρνει μονόπαντα», τα οποία πυροδοτούντο κυρίως από τα δύο ηθικώς συμπαραστεκόμενα παλληκάρια. Ο παπάς έκανε τη δέηση (για ναυτικούς και πλεούμενα και δεν ξέρω τι άλλο) ενώ το κύμα έσκαγε στον κυματοθραύστη και πιτσίλαγε τους πιστούς (και μερικούς ολιγόπιστους). Ύστερα έκανε μεταβολή και αργά αργά (γέρνοντας μονόπαντα, πάντοτε) κατευθύνθηκε πάλι προς την πλατεία, όπου αφού μάζεψε τα υπόλοιπα του εκκλησιάσματος ανηφόρισε το πλακόστρωτο (παραδόξως τα φώτα στα σουβλατζήδικα ήταν ολάνοιχτα πια) και προσγειώθηκε στη μικρή εκκλησία. Ο Κύριος όσους αγαπάει τους παιδεύει – όπως ακούμπησε κάτω ο επιτάφιος έκλεισε το πέρασμα και με απέκλεισε στο μπροστινό τμήμα του ναού, μπροστά στο ιερό, ενώ οι αγαπημένοι μου φίλοι που τόσο ήθελα να προσεγγίσω (με καλούς σκοπούς πάντα) συνέχιζαν να χαριτολογούν δίπλα στο παγκάρι. Ο παπά-Νικόλας επέβαλε ησυχία και ο ψάλτης άρχισε να διαβάζει την προφητεία του Ιεζεκιήλ. Μη έχοντας κάτι καλύτερο να κάνω, ξανάνοιξα τη Σύνοψη και άρχισα να διαβάζω μαζί του. Η τσαντίλα μου έφυγε σχεδόν αμέσως, μαζί με το βάρος στους ώμους.
Σκέφτηκα ότι η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται κρύο – δε χρειάστηκε να καταστρώσω κανένα ιδιαίτερο σχέδιο: τον έναν τον πάντρεψα το 1995, τον άλλον το 2002, κι ενώ αυτοί έχουν φορτωθεί του κόσμου τα βάρη και τρέχουν πανικόβλητοι πίσω από γυναίκες και παιδιά, εγώ εν έτει 2010 κουβαλάω μόνο το (αυξημένο, οπωσδήποτε) προσωπικό μου βάρος και χαλαρός και ωραίος στο μέτρο του δυνατού (πάντα είναι καλύτερα με παρέα, ομολογουμένως) ταξιδεύω ανά τον κόσμο προσέχοντας μόνο την κρίσιμη ώρα που τελειώνουν τα εγκώμια να είμαι εκτός οπτικού πεδίου της μάνας μου καλού κακού – ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να σε βρει στα καλά του καθουμένου.
Σ.Σ. Το ανάγνωσμα της προφητείας του Ιεζεκιήλ (Κεφ. ΛΖ’ 1-14) που διαβάζεται μετά την επιστροφή του Επιταφίου στους ναούς, περιέχει μερικές εντυπωσιακές εικόνες «ανάστασης» και ως κείμενο είναι νομίζω πραγματικά σημαντικό. Ίσως λίγο πιο σημαντικό τις μέρες αυτές θεωρώ ότι είναι ένα κομμάτι από το «Ασματικό» που ψέλνεται κανονικά την ώρα της περιφοράς και φυσικά κανείς δεν ακούει ποτέ, ειδικά εκεί που λέει:
[...]δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, τὸν ἐκ βρέφους ὡς ξένον ξενωθέντα ἐν κόσμῳ, δός μοι τοῦτον τόν ξένον, ὃν ὁμόφυλοι μισοῦντες θανατοῦσιν ὡς ξένον, δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ξενίζομαι βλέπειν τοῦ θανάτου τὸν ξένον, δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὅστις οἶδε ξενίζειν τοὺς πτωχοὺς τε καὶ ξένους [...] δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ἵνα κρύψω ἐν τάφῳ, ὃς ὡς ξένος οὐκ ἔχει τὴν κεφαλὴν ποῦ κλίνῃ, δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ἡ μήτηρ ὁρῶσα νεκρωθέντα, ἐβόα [...]
(Στη μνήμη του Χαμιντουλάν Ναζαφί, που σκοτώθηκε τις προάλλες από έκρηξη στα Πατήσια. Γιατί ξένος στη Γη δεν είναι κανείς - ή ίσως είμαστε όλοι.)
26/3/10
Κι άλλες επέτειοι
Μια φρέσκια ελληνική σημαία έχει αναρτηθεί στον ιστό δίπλα στη σκισμένη παλιά, από εν ευθυμία τελούντες (οπωσδήποτε...) ιστιοπλόους, όχι όλους εκ γενετής Έλληνες αλλά σαφώς εξ' επιλογής. Αναμένονται οι αντιδράσεις του Λιμενικού Σώματος.
Θα μπορούσε να είναι μια οποιαδήποτε μέρα αλλά ήταν 25η Μαρτίου, και μάλιστα η χτεσινή. Μια μέρα στην οποία εορτάζεται ο Ευαγγελισμός και μαζί η επέτειος της επανάστασης του 1821 (το τονίζω, γιατί μερικοί μπορεί να μην το ξέρουν, δείτε λεπτομέρειες εδώ). Θα αντιπαρέλθω τη σημερινή συζήτηση για τα ρατσιστικά συνθήματα στην παρέλαση, καθώς με μερικές εξαιρέσεις που προανέφερα δυο αναρτήσεις παρακάτω (δείτε εδώ) δεν έχω σε τεράστια υπόληψη τους ένστολους, ακόμα και του σχετικά ανώδυνου Λιμενικού Σώματος.
Μου φαίνεται βέβαια λίγο αστείο το σκηνικό, την ώρα που πλείστοι όσοι εκ των ηρώων του 1821 ήταν αρβανίτικης (δηλαδή εν τέλει αλβανικής) καταγωγής μάλλον, αλλά έτσι κι αλλιώς ούτε τις καταγωγές έχω σε υπόληψη ιδιαίτερη, ειδικά όταν αναφερόμαστε σε μια εποχή όπου το πού ανήκεις ήταν θέμα θρησκείας μάλλον παρά οτιδήποτε άλλο: οι άνθρωποι μπορούσαν ακόμα να "τουρκέψουν" ή να "φραγκέψουν" ανάλογα με το Θεό τους και όχι τα γονίδια. Έχουν αναφερθεί πλήθη διαλόγων του Τζαβέλλα ή του Ανδρούτσου με (τουρκ-)αλβανούς αντιπάλους εις άπταιστον αλβανικήν χωρίς διερμηνέα, χώρια η θητεία του Καραϊσκάκη και άλλων πολλών στην αυλή του Αλή Πασά. Όλα αυτά είναι γνωστά, και διατηρήθηκαν ακόμα και χρόνια μετά, όταν ο ναύαρχος Κουντουριώτης έδινε το παράγγελμα "βρας" (πυρ στα αρβανίτικα) στους Υδραίους ναύτες του στη ναυμαχία της Έλλης, όπως μαρτυρά ο ποιητής Νίκος Εγγονόπουλος στο ποίημα "Μπολιβάρ" - αναφερόμενος έστω και συμβολικά σε ένα παράδειγμα ανθρώπου που δεν εγεννήθη αλλά θα μπορούσε να είναι "ωραίος σαν Έλληνας".
Αυτά όλα βέβαια δεν τα σκεφτόμουν χτες, γιατί ούτε παρελάσεις παρακολουθώ ούτε με τα ΜΜΕ έχω πολύ στενή σχέση τελευταία. Χτες μάλιστα ειδικά, γιορτή του Ευαγγελισμού και επέτειο της επανάστασης, παράτησα τις στεριές και το βροχερό Ηράκλειο και ξανοίχτηκα στα ανοιχτά πελάγη (άλλωστε η επανάσταση είχε και ναυτικές δυνάμεις). Δηλαδή όχι πολύ ανοιχτά, εδώ παραπέρα μέχρι τη Δία πήγαμε, πέντε συντρίμμια και μια φίλη, χωρίς σκίπερ παρακαλώ και χωρίς δασκάλους και καθοδηγητές, μόνοι μας. Για να νοικιάσεις σκάφος απαιτούνται δύο διπλώματα ιστιοπλοΐας, εμείς είχαμε έξι. Προφανώς με τόσα διπλώματα αναμένεται να υπάρχει σύγκρουση για το καπετανιλίκι, οπότε αντί να στριμώχνομαι με τους άλλους καπεταναίους είπα να κάνω το λοστρόμο για πολλοστή φορά. Ατυχώς δεν υπήρχε κατώτερο πλήρωμα, ούτε ναύτες, ούτε μούτσοι, οπότε σε κανέναν δε μπορούσα να κάνω τον έξυπνο.
Δε βαριέσαι πάντως, αν και πολυκέφαλο, το σκάφος επέπλευσε, και έτσι καταφέραμε και να λύσουμε χωρίς ατυχήματα, και να βγούμε από το λιμάνι, και να ανοίξουμε πανιά, και να βρούμε τη Δία (εντάξει, απέναντι είναι, αλλά και οι άλλοι που ψάχνανε τη Μάλτα και δεν τη βρήκανε ποτέ, εξ' ου και "Μάλτα γιοκ", δεν ήτανε λαμπροί ναυτικοί νομίζετε;). Εκεί εντοπίσαμε ντόκο για δέσιμο (υπό διάλυση βέβαια) στον κόλπο του Αη-Γιώργη, και μετά από πληθώρα ακριβών χειρισμών πρυμνοδέτησης που κράτησαν γύρω στη μιάμιση ώρα (μη βασκαθούμε...) καταφέραμε να δέσουμε με ασφάλεια. Δίπλα ήρθαν και έδεσαν δύο με ένα ταχύπλοο που άκουγαν σκυλάδικα στη διαπασών και μας πληροφόρησαν ότι στο Ηράκλειο έβρεχε καρεκλοπόδαρα. Ευτυχώς πήγαν σύντομα σχετικά να τσεκάρουν αν σταμάτησε να βρέχει, κι έτσι μείναμε στην ησυχία μας και τον αχνό ήλιο, μέχρι που μερικοί βούτηξαν κιόλας (και πάγωσαν) ενώ μερικοί σοφότεροι βουτήξαμε απλά στο κρασί από τη Γαρίπα (γεια σου Μαρίστρα!) και τους μεζέδες.
Τιμήσαμε τη εθνική επέτειο ανεβάζοντας μια ολόκληρη σημαία στο σκάφος στη θέση της μισής σκισμένης από τον άνεμο σημαίας που υπήρχε (δείτε τη φωτογραφία στην κορυφή), μερικοί τίμησαν και τον Ευαγγελισμό ανάβοντας το καντήλι στο εκκλησάκι της Ανάληψης που δεσπόζει στον κόλπο. Σαλπάραμε το σούρουπο αφού φέραμε κάμποσες βόλτες πάνω από τη σκαλωμένη άγκυρα (άμα κάνουμε αγκυροβολία την κάνουμε καλά...) και βγήκαμε στο γεμάτο πεντάρι με κάμποση μηχανάδα βέβαια καλού κακού. Φτάσαμε νύχτα στο Ηράκλειο και δέσαμε χωρίς να προκαλέσουμε ατύχημα και μάλιστα με τη μία, πράγμα που για τις επιδόσεις μας ως συντρίμμια ήταν εξαιρετικό επίτευγμα και μας συγχαίρω (ειδικά αυτούς που το έκαναν διότι εγώ απλώς κοίταζα). Ήπιαμε το υπόλοιπο κρασί μασουλώντας τα ψωμοτύρια που απέμειναν, και αποχαιρέτησα τους φίλους της ιστιοπλοΐας με μια ενδόμυχη απορία αν θα ξαναβρεθούμε μαζί σε τέτοια φάση και πόσο σύντομα.
Σήμερα τους έστειλα τα βιντεάκια που τράβηξα χτες και τις ευχές μου, σερφάρισα λίγο στο διαδίκτυο όπου είδα τις βλακείες της παρέλασης με καθυστέρηση φάσης, και σκέφτηκα αντί για τις συνηθισμένες στρατιωτικές ιστορίες που ανεβάζω σε κάθε εθνική επέτειο να πω μια έστω "χαλαρή" ιστορία χωρίς φοβερές προεκτάσεις και εκπληκτικά σημαινόμενα.
Σκέφτηκα ακόμα να πάρω τηλέφωνο τους γονείς μου - σήμερα κλείνουν 49 χρόνια γάμου και αναρωτιέμαι αν το θυμούνται. Αλλά κόντεψα να το ξεχάσω ξαναδιαβάζοντας το "Μπολιβάρ" στο διαδίκτυο.
Περνάει γρήγορα η ώρα, τι νομίζετε;
23/3/10
ΤΡΩΕΣ (1905) - Κ.Π. Καβάφης
Εἶν’ ἡ προσπάθειές μας, τῶν συφοριασμένων˙
εἶν’ ἡ προσπάθειές μας σάν τῶν Τρώων.
Κομμάτι κατορθώνουμε˙ κομμάτι
παίρνουμ’ ἐπάνω μας˙ κι ἀρχίζουμε
νἄχουμε θάρρος καί καλές ἐλπίδες.
Μά πάντα κάτι βγαίνει καί μᾶς σταματᾶ.
Ὁ Ἀχιλλεύς στήν τάφρον ἐμπροστά μας
βγαίνει καί μέ φωνές μεγάλες μᾶς τρομάζει.–
Εἶν’ ἡ προσπάθειές μας σάν τῶν Τρώων.
Θαρροῦμε πώς μέ ἀπόφασι καί τόλμη
θ' ἀλλάξουμε τῆς τύχης τήν καταφορά,
κ’ ἔξω στεκόμεθα ν’ ἀγωνισθοῦμε.
Ἀλλ’ ὅταν ἡ μεγάλη κρίσις ἔλθει,
ἡ τόλμη κ’ ἡ ἀπόφασίς μας χάνονται˙
ταράττεται ἡ ψυχή μας, παραλύει˙
κι ὁλόγυρα ἀπ’ τά τείχη τρέχουμε
ζητῶντας νά γλυτώσουμε μέ τή φυγή.
Ὅμως ἡ πτῶσις μας εἶναι βεβαία. Ἐπάνω,
στά τείχη, ἄρχισεν ἤδη ὁ θρῆνος.
Τῶν ἡμερῶν μας ἀναμνήσεις κλαῖν κ’ αἰσθήματα.
Πικρά γιά μᾶς ὁ Πρίαμος κ’ ἡ Ἑκάβη κλαῖνε.
Σ.Σ. Όχι, δεν έχει να κάνει με τα spread και τις χρεωκοπίες...
18/3/10
Λιμενικός σταθμός παραλιακής λεωφόρου

Το περιστατικό έχει ηλικία κάμποσων χρόνων πια. Ζούσα τότε στην Αθήνα ακόμα, και αν και είχα φύγει από το πατρικό μου πολύ καιρό, υπήρχαν κάποιες λίγες μέρες που για κάποιους λόγους ξέμενα εκεί το βράδυ, και κοιμόμουν στο παιδικό μου κρεβάτι (ο τριαντάχρονος και βάλε) προς μεγάλη χαρά της μάνας μου, βέβαια, η οποία δε νομίζω να θεώρησε ποτέ ότι κάποιο από τα παιδιά της (αθροιστικά εκατό ετών τότε και τα τρία μαζί) ήταν αρκετά μεγάλο για να αντιμετωπίσει τον κόσμο χωρίς μητρικές φροντίδες.
Κάποιo τέτοιο βράδυ βρέθηκα αντιμέτωπος με μια οροφή που έσταζε από παντού - είχε βρέξει βέβαια, αλλά άλλο να βρέχει έξω κι άλλο μέσα στο σπίτι. Χτύπησα την πόρτα της από πάνω (έχει πεθάνει τώρα πια) που ζούσε μαζί με μια αλβανίδα που την πρόσεχε και την περιποιόταν. Ήταν αργά το βράδι, οι γυναίκες είχαν κοιμηθεί χωρίς να προσέξουν ότι το διαμέρισμά τους είχε πλημμυρίσει από τα νερά της βροχής που λίμναζαν στις βεράντες. Ξεβούλωσα τους αγωγούς ομβρίων που είχαν σκεπαστεί με φύλλα από τις απεριποίητες γλάστρες, το νερό έτρεξε ορμητικά μέχρι τις πλάκες της αυλής και το διαμέρισμα (και ακολούθως το ταβάνι μας) άδειασε. Τότε είδα την ξένη γυναίκα για πρώτη φορά, μου τη σύστησαν ως "Έφη".
Αν και εργένης σε μεταφοιτητικό στάδιο, είχα αποφασίσει ότι μου αξίζει να ζω σε ένα σπίτι λιγότερο ύποπτης καθαριότητας από όση μπορούσα να εξασφαλίσω ο ίδιος χωρίς να μου προκαλεί βαριεστημάρα η όλη διαδικασία. Αναζήτησα κάποια στιγμή μια κυρία για να καθαρίζει περιοδικά - η μάνα μου προσφέρθηκε να φωνάξει την Έφη "που έχει και παιδιά να θρέψει η καημένη". Η Έφη ήρθε ένα πρωί Σαββάτου, κοίταξε το σπίτι μου με μια ορισμένη απελπισία, χώθηκε σε σκούπες, φαράσια, ξεσκονόπανα και σφουγγαρίστρες και μετά από μία ώρα ακριβώς έβγαλε το κεφάλι πίσω από μια πόρτα (εγώ κάτι χαρχάλευα στον υπολογιστή) να με ρωτήσει αν μπορεί να κάνει τσιγάρο. Φυσικά και μπορούσε - κι εγώ κάπνιζα τότε. Της έφτιαξα ένα στριφτό, της έκανα και καφέ μερακλίδικο "ελληνικό". Πιάσαμε κουβέντα, ξεκινώντας από τον καφέ που συμφωνήσαμε αβίαστα ότι είναι τούρκικος μάλλον, και περνώντας από το ένα θέμα στο άλλο φτάσαμε στο όνομά της (που δεν ήταν βέβαια Έφη αλλά Τέφτα) και στην οικογένειά της.
Ήταν χωρισμένη πολλά χρόνια. Ο ένας της γιος ζούσε στην Αλβανία, ο άλλος ήταν εδώ. Δούλευε σε ένα σουβλατζήδικο στη γειτονιά της μάνας μου, ερχόταν πότε πότε και στο σπίτι. Για κάποιο λόγο ήταν πολύ περήφανη για αυτό της το γιό - κατά κάποιο τρόπο ήταν ο άντρας της ζωής της. Στα πενήντα της θεωρούσε ότι είναι γριά πια (μια άποψη που όσο πλησιάζω σε αυτή την ηλικία όλο και πιο παράξενη μου φαίνεται). Της είπα ότι γριά είναι η κυρία που πρόσεχε, που κόντευε τα ενενήντα και δεν είχε να περιμένει τίποτα πια από τη ζωή. Εκείνη πάλι είπε ότι περίμενε να μαζέψει κάποια λεφτά για να γυρίσει στην Αλβανία, "αφού πρώτα παντρευτεί ο Έντι μου και μου κάνει εγγονάκια".
Σκέφτηκα τη μάνα μου και τις εμμονές της στο θέμα, και ότι όλες οι μαμάδες κάπου μοιάζουν. Κάναμε κάμποσα τσιγάρα παρέα, κάποτε σουλούπωσε το σπίτι και χάρηκε που αφενός την πλήρωσα μάλλον γενναιόδωρα και αφετέρου την πήγα σπίτι όπου η μάνα μου είχε ετοιμάσει ένα μάλλον πλούσιο τραπέζι, μαγειρεύοντας κατά παράβαση των αρχών της μοσχαράκι μέσα στη Σαρακοστή για την Τέφτα-Έφη που δεν είχε τις ίδιες με εμάς θρησκευτικές πεποιθήσεις (αν είχε κάποιες).
Λίγο καιρό μετά, κοιμόμουν πάλι στο πατρικό μου ένα βράδι, όταν χτύπησε το τηλέφωνο γύρω στις τρεις το πρωί. Αυτά τα χτυπήματα μόνο για καλό δεν είναι - ήταν η από πάνω που ζητούσε τη βοήθειά μας. Η αστυνομία είχε πιάσει τον Έντι χωρίς χαρτιά και η Έφη ζητούσε κάποιον να την πάει μέχρι το τμήμα για να του πάει τη (ληγμένη) άδεια παραμονής. Σηκώθηκα παραπατώντας υπό τις ευλογίες της μάνας μου (βοήθησέ την παιδάκι μου την καημένη τη μανούλα), πήρα τα κλειδιά του αμαξιού και σύρθηκα προς την πόρτα. Η Τέφτα με περίμενε κρατώντας μια ζελατίνα με κάτι χαρτιά. Έτρεμε από το κρύο - ίσως όχι μόνο από το κρύο.
Έλειπα καιρό από τη γειτονιά, η αστυνομία δεν ήταν πια εκεί που την είχα αφήσει. Έκοβα άσκοπες βόλτες στην παραλιακή λεωφόρο, κάποια στιγμή σταμάτησα σε ένα περίπτερο να ρωτήσω που είναι το τμήμα. Ο περιπτεράς μου είπε ότι αν ήμουν από δω θα έπρεπε να ξέρω ότι το τμήμα είχε καταργηθεί και το πολυδύναμο ήταν ένα προάστιο παραπέρα. Μετά μου είπε ότι έχει γεμίσει ο τόπος ξένους και έχει βρωμίσει και ώρα να τα μαζεύουμε και να γυρνάμε στην πατρίδα μας να ξεβρωμίσει. Το τελευταίο το είπε φωνάζοντας μάλλον, και συμπλήρωσε με ένα "κατάλαβες;" μες στα μούτρα μου. Σκέφτηκα να του απαντήσω κάτι για το επάγγελμα της μάνας του ή να του περιγράψω μια σκηνή ανασκολοπισμού με πρωταγωνιστή τον ίδιο αλλά με τράβηξε η Τέφτα πίσω και περιορίστηκα σε ένα "ευχαριστώ, είστε εξαιρετικά ευγενής" με ύφος δήμιου πριν αποκεφαλίσει το θύμα του.
Έβραζα ενώ οδηγούσα προς το δίπλα προάστιο, ενώ η Τέφτα μου έλεγε "σε παρακαλώ, σε παρακαλώ, μην τσακώνεσαι, πάμε γρήγορα στον Έντι". Εντόπισα το "πολυδύναμο" από τη σκοπιά στην είσοδο, είπα στον καχύποπτο φρουρό τι θέλαμε. Κάποιος μας πήγε στο γραφείο του αξιωματικού υπηρεσίας, που δεν ήταν μέσα. Μας ρώτησαν πάντως τι θέλαμε, αλλά μας κοίταξαν με απορία, εξηγώντας ότι δεν είχαν πιάσει κανέναν και δεν κρατούσαν κανέναν απόψε. Ο Έντι δεν ήταν εκεί. Ναι, αλλά πού ήταν; Η Τέφτα άρχισε να λέει ότι της είπαν ότι ήταν στο τμήμα της παραλιακής. Ένας ήχος από καζανάκι τουαλέτας ακούστηκε, και ο αξιωματικός υπηρεσίας βγήκε από μια πόρτα. Μας κοίταξε ερωτηματικά, ο άλλος αστυνομικός άρχισε να λέει την ιστορία. Ο αξιωματικός σα να θυμήθηκε κάτι, είπε: "α, ναι, μας πήραν τηλέφωνο. Στο Λιμενικό είναι."
Μου είπαν ότι ο σταθμός του Λιμενικού ήταν στο Τροκαντερό, δίπλα στο θωρηκτό "Αβέρωφ". Οδήγησα προς τα εκεί ανάμεσα στο πλήθος των ξενύχτηδων που γύριζαν από τα μαγαζιά, περασμένες τέσσερις. Με είχανε ζώσει τα φίδια, αναρωτιώμουν αν θα έπρεπε να επικοινωνήσω με κανένα δικηγόρο, με καμμιά επιτροπή για τα δικαιώματα των μεταναστών. Έστριψα προς το σταθμό και σταμάτησα μπροστά σε κάτι τζιπάκια, από τα οποία πετάχτηκαν κάτι οπλισμένοι με στολές παραλλαγής. Τους είπα τι θέλαμε καθώς μας κοιτούσαν καχύποπτα. Σκέφτηκα ότι αν τον είχαν κακομεταχειριστεί θα έπρεπε να ειδοποιήσω τη Διεθνή Αμνηστία ή κάτι τέτοιο. Ήρθε ένας τύπος και μας είπε "ελάτε, εδώ είναι". Μια φωνή ακούστηκε από το βάθος "α, να η μαμά μου".
Τον αναγνώρισα από την ομοιότητα με την Τέφτα - ήταν σαν αρσενικός κλώνος της. Είχε το πιο μωρουδίστικο πρόσωπο που έχω δει σε ενήλικο άτομο. Καθόταν ανάμεσα σε δύο γυναίκες λιμενικούς - αριστερά του μια ξανθιά της ηλικίας μου ή λίγο παραπάνω με άσπρη στολή και δεξιά του μια μελαχροινή πιτσιρίκα με παραλλαγή. Η ξανθιά τον κρατούσε απαλά από το ένα χέρι, και με το άλλο τον χάιδευε στην πλάτη, όπως θα χάιδευε το γιό της. Η μελαχροινή τον κρατούσε απαλά από το άλλο χέρι. Την κοίταξα στο πρόσωπο - η ομορφιά της με ανατρίχιασε. Γύρω τους ήταν αφημένα απομεινάρια από ντελίβερι, πίτσες και αναψυκτικά. Ο Έντι χάθηκε στην αγκαλιά της μαμάς του - παρατήρησα όμως ότι η ξανθιά εξακολουθούσε να τον χαϊδεύει κρατώντας του το χέρι απαλά. Ύστερα έριξε μια φευγαλέα ματιά στη ζελατίνα που της έδειξε η Τέφτα και του είπε:
- Να προσέχεις! Να τα έχεις πάντα πάνω σου!
- Ναι, ναι, είπε εκείνος. Έσκυψε πάνω της (την περνούσε ένα κεφάλι) και τη φίλησε σταυρωτά. Εκείνη τον αγκάλιασε μητρικά και μετά τον παρέδωσε στην πραγματική του μαμά.
- Ο γιος σας είναι πολύ γλυκό πλάσμα, είπε.
- Το ξέρω, είπε η Τέφτα, φουσκώνοντας από χαρά.
Το γλυκό πλάσμα ήρθε προς το αυτοκίνητο, και συστηθήκαμε και επισήμως. Τον ρώτησα αν του φέρθηκαν καλά - μάλλον δεν κατάλαβε την ερώτηση. Μου είπε ότι αργήσαμε να έρθουμε και παρήγγειλαν πίτσες να φάνε. Επίσης ότι οι κυρίες ήταν πολύ καλές, ειδικά η ξανθιά που πλήρωσε τις πίτσες. Δεν αμφέβαλλα - άφησα τη Διεθνή Αμνηστία και τους δικηγόρους κατά μέρος, και οδήγησα ανάμεσα στους βλοσυρούς οπλοφόρους και τα τζιπάκια για να ξαναβγώ στην παραλιακή. Κάποια στιγμή αναρωτήθηκα αν όπως με πέρασε για ξένο ο περιπτεράς θα μπορούσαν να με περάσουν και οι λιμενικοί και να με φέρουν κι εμένα για πίτσες, με τη μελαχροινή κατά προτίμηση. Αλλά με το που θυμήθηκα τον περιπτερά κάτι χάλασε μέσα μου και με έπιασε ένας επίμονος τσιγαρόβηχας, κι ύστερα σκέφτηκα για πολλοστή φορά ότι μάλλον ήταν πια καιρός να το κόψω.
11/3/10
Σκουίκ, σκουίκ...
Η κοπέλα, φίλη και συνάδελφος, μου ζήτησε ως χάρη τη συνοδέψω οδικώς μέχρι το συνεργείο όπου θα άφηνε το αυτοκίνητό της για να το δουν και από κει να την πετάξω μέχρι τη δουλειά με το δικό μου. Της χρωστάω χάριτες πολλές, έτσι κι αλλιώς, οπότε με χαρά πήγα μαζί της. Το συνεργείο της βρίσκεται στο δρόμο που πάει για το Γάζι, λίγο έξω από την πόλη του Ηρακλείου. Δεν ήμουν σίγουρος πού έπρεπε να στρίψω κι έτσι μου πήρε λίγη ώρα μέχρι να το βρω. Όταν έφτασα, εκείνη ήταν ήδη έξω από το αμάξι και μιλούσε με κάποιον του συνεργείου.
- Δηλαδή τι ακριβώς κάνει;
- Έκανε ένα θόρυβο κάποια στιγμή, κάτι σαν περίεργο τρίξιμο, και από τότε έχει χαλάσει ο συναγερμός.
- Πώς έχει χαλάσει; Δεν ανοίγει; Δεν κλείνει;
- Κάνει έναν περίεργο ήχο. Να, ακούστε.
Η κοπέλα πάτησε ένα κουμπάκι στο τηλεκοντρόλ του συναγερμού. Το αμάξι κλείδωσε μεν, ακούστηκε όμως ένα ψόφιο μπιπ σαν παραπονεμένος βάτραχος. Σίγουρα όχι ό,τι περίμενες να ακούσεις από συναγερμό αυτοκινήτου.
- Για άνοιξέ το τώρα.
Η κοπέλα ξαναπάτησε το κουμπί και ακούστηκε ένα υπόκωφο "χριτς". Το αμάξι ξεκλείδωσε με ένα "πρρρρτ" που και πάλι δεν παρέπεμπε σε ήχο συναγερμού.
Ο τύπος κοιτούσε το αμάξι σκεφτικός. Άνοιξε το καπώ και έριξε μια προσεκτική ματιά στη μηχανή. Ύστερα φώναξε στο εσωτερικό του συνεργείου να του φέρουν μια πένσα.
- Τι πένσα; ρώτησε κάποιος από μέσα.
- Ό,τι να 'ναι, απάντησε ο τύπος, δεν έχει σημασία.
Συνέχισε να κοιτάζει σκεφτικός τη μηχανή μέχρι που η πένσα έφτασε στα χέρια του. Τότε γύρισε στην κοπέλα και ρώτησε:
- Πού το παρκάρεις;
- Στην αυλή, απάντησε η κοπέλα απορημένη.
- Δε μένεις στο κέντρο, ε; Έχει χωράφια γύρω γύρω;
- Πράγματι, είπε η κοπέλα. Πού το ξέρεις;
Αντί άλλης απάντησης, ο τύπος άπλωσε το χέρι προς τη μηχανή και έβγαλε, κρατώντας τον με την πένσα, έναν μουμιοποιημένο αλλά ευμεγέθη αρουραίο. Η κοπέλα κοκκίνησε ανεπαίσθητα, οι υπόλοιποι γελάσαμε μάλλον.
- Τους αρέσουν τα καλώδια, είπε ο τύπος. Ξέρεις, έξω κάνουν έρευνα για το πώς δεν θα έχουν ωραία γεύση τα καλώδια ώστε να μην τα τρώνε. Αυτές είναι έρευνες...
"... κι όχι αυτές που κάνουμε εδώ" σκέφτηκα, αλλά δεν το είπα. Η κοπέλα πάτησε ξανά το κουμπάκι, και ο γνώριμος, συνηθισμένος ήχος του συναγερμού αντήχησε στους αιθέρες. Δυο-τρεις περαστικοί έστριψαν φευγαλέα τα κεφάλι, κι ύστερα το κουμπί πατήθηκε πάλι κι έμειναν μόνο οι γνώριμοι θόρυβοι της πόλης.
Σ.Σ. Αν και η ιστορία είναι λίγο μπαγιάτικη πλέον, μου τη θύμισε το διήγημα του Γιώργου Σκαμπαρδώνη "Το ποντίκι συνοδηγός" από τη συλλογή "Μεταξύ σφύρας και Αλιάκμονος", Ελληνικά Γράμματα, 2009.
7/3/10
Εκειά που θέλω δε μπορώ
Αν και ζω στην Κρήτη τα τελευταία χρόνια, δεν αισθάνθηκα ποτέ την ανάγκη να ενσωματωθώ "πολιτισμικά" στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα - μεγάλο παιδί είμαι πια, με επαρκή συγκρότηση μέσες-άκρες ώστε να μη με πιάνει κανένα ιδιαίτερο δέος. Ως "ξενομπάτης" με έναν ορισμένο αυτοσεβασμό, κρατάω μια ικανή απόσταση από τα παραφερνάλια του τοπικού "φολκλόρ", κι έτσι όπως είναι μάλλον δύσκολο να με δείτε ποτέ με μαύρα πουκάμισα και στιβάλια (θα ήταν αστείο...) είναι παρομοίως δύσκολο να με ακούσετε να μιμούμαι την τοπική προφορά, να λέω "κατέχω" αντί για το ικαριακό "νιώθω" (και τα δύο σημαίνουν "ξέρω" κατά μία έννοια), να χορεύω μαλεβυζιώτη και να απαγγέλλω μαντινάδες.
Από την άλλη μεριά, οι μαντινάδες ("ρίβες" στην Ικαρία, λιανοτράγουδα αλλού) και γενικότερα η λαϊκή ποίηση είναι μια γλώσσα που συχνά ξεφεύγει από το επιχώριο και ενίοτε εκφράζει πράγματα μεγάλου βάθους, χρησιμοποιώντας λίγες μόνο "απλές" κουβέντες, που με δυο στιχάκια τα λένε όλα, χωρίς να χρειάζεται να γράψει κανείς δυο σεντόνια αναλύσεων.
Τον τελευταίο καιρό κουβεντιάζω αρκετά με ένα φίλο που τον απασχολούν διάφορα πράγματα και μου δίνει αφορμές να γράψω κείμενα επί κειμένων, αλλά ίσως δε χρειάζεται και τόσο. Τυχαία ακούσαμε προχτές ένα τραγούδι του Ψαραντώνη (του οποίου δεν είμαι θαυμαστής - ούτε ο φίλος μου), το οποίο "κάλυψε" απόλυτα το μεγαλύτερο μέρος της κουβέντας μας. Οι στίχοι είναι του συχωρεμένου Γιώργη Σταυρακάκη (Μιχαλόμπας) και η μουσική του Βασίλη Ξυλούρη (Ντουντούλιος).
Εκειά που θέλω δε μπορώ κι όπου δε θέλω φτάνω
ό,τι μισώ το συναντώ, ό,τι αγαπώ το χάνω.
Άμα πονείς όπου κι αν πας ο πόνος είναι πόνος
κι άμα σε δέρνει η μοναξιά σε χίλιους νοιώθεις μόνος
Κάπως έτσι.