ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


12/2/18

(Εν)δεκαετία

Καράβια στη στεριά, Βενετικό Λιμάνι, Ηράκλειο (Φωτό Ροβυθέ, 2008). Δέκα χρόνια μετά είναι ακόμα εκεί, παραδομένο στη φθορά.

Πριν κάνα χρόνο ξεκίνησα να γράφω αυτό:

Δεν είχα προγραμματίσει να γράψω τίποτα. Οι πιο παρατηρητικοί αναγνώστες ή καλύτερα όλοι οι αναγνώστες (δηλαδή ο Θανάσης, πάνω-κάτω) θα πρόσεξαν ότι έχω να ποστάρω κάτι από το 2015, που για τη μπλογκόσφαιρα ή ό,τι έχει πλέον απομείνει απ’ αυτήν, βρίσκεται κάπου στον ύστερο Μεσαίωνα. Στην πραγματικότητα δεν «έκλεισα» ποτέ τυπικά το ιστολόγιο, απλά έκανα ένα μικρό διάλειμμα, από κείνα που μέρα με τη μέρα μεγαλώνουν βέβαια, κι έχεις μια απροσδιόριστη αίσθηση ότι θα ξαναγυρίσεις κάποτε, αλλά αυτό το κάποτε είναι μια διαρκώς αναβαλλόμενη εκκρεμότητα που διαρκώς σπρώχνεται πίσω από μια λίστα με άλλα πιο επείγοντα πράγματα που διεκδικούν το χρόνο σου ή τη διάθεσή σου ή την αφοσίωσή σου. Κι έτσι πέρασαν μέρες και μήνες κι ένας χρόνος γεμάτος, ώσπου πριν λίγες μέρες συνέβη κάτι.

Το
κάτι αυτό δεν ήταν καθόλου μεγαλοπρεπές ή ασυνήθιστο· συμβαίνει συνεχώς σε πολύ κόσμο: απλώς ξύπνησα στη μέση της νύχτας. Υπό κανονικές συνθήκες, γυρίζεις από την άλλη και ξανακοιμάσαι (εγώ τουλάχιστον αυτό κάνω συνήθως), όμως τη νύχτα εκείνη κάπως έγινε και είχα μια παράξενη αίσθηση déjà vu και δε μου ξανακόλλαγε ύπνος, και θυμήθηκα ένα άλλο απότομο ξύπνημα πριν μερικά χρόνια, στην ίδια πόλη αλλά σε άλλο σπίτι. Κι ύστερα άρχισα να μετράω τα χρόνια που έχουν περάσει έκτοτε και με μια ορισμένη εκπληξη συνειδητοποίησα ότι είναι ακριβώς δέκα.

Δέκα χρόνια δεν τα λες και άπειρα, αλλά από την άλλη οι δεκαετίες των ανθρώπων είναι μετρημένες στα δάχτυλα των χεριών, και σπάνια χρειάζονται για το μέτρημα όλα τα δάχτυλα κιόλας. Κι όπως ο καθένας μας αν κοιτάξει τα δάχτυλά του (άσε που μερικοί κοιτάμε και των αλλωνών αλλά αυτός ο μικρός φετιχισμός τέλος πάντων δεν είναι της παρούσης) βλέπει ότι δεν είναι ίδια και το καθένα έχει μια μοναδικότητα, έτσι και οι δεκαετίες, αφενός είναι όπως είπαμε πεπερασμένες ως προς τον αριθμό, κι από την άλλη έτσι όπως κυλάνε ανεπιστρεπτί, έχουν μια μοναδικότητα: δεν πρόκειται να τις ξαναζήσουμε. Και όχι, δεν είναι ίδιες, ούτε λόγoς.

Κατέφθασα στην Κρήτη για εγκατάσταση πρώτη φορά το Γενάρη του 2007, με μια κάπως καθυστερημένη διάθεση ταξιδιού που με είχε πιάσει εκεί στα 38-39, μάλλον επειδή δεν με είχε πιάσει νωρίτερα· ίσαμε τότε η ζωή μου ήταν μια διαρκής αναβολή διαφόρων πραγμάτων «για ευθετότερο χρόνο» μέχρι που συνειδητοποίησα ότι μετά τα επικείμενα 40 ο χρόνος θα στένευε απελπιστικά ίσως. Θυμάμαι πολύ καλά την εποχή της αναχώρησης, τους φίλους μου που ήρθαν να με βοηθήσουν στο πακετάρισμα και να με κατευοδώσουν, την πρωτοχρονιάτικη γιορτή που κάναμε ανάμεσα σε κούτες με βιβλία, βινύλια και τυλιγμένα πιατικά, τις διαδοχικές αποστολές πραγμάτων πότε στο υπόγειο του πατρικού μου, πότε στην Ικαρία και πότε – αισίως – στην Κρήτη, τον τελευταίο κάπως ανήσυχο ύπνο στο άδειο σπίτι που υπήρξε το πρώτο «δικό μου» σπίτι.

Θυμάμαι να φορτώνω το αμάξι με τα τελευταία μικροπράγματα και να ξεκινάω για το λιμάνι, τη νεαρή ακόμα Μπουμπού που συνταξιδεύαμε και μου μετέδωσε τον αλλεργικό τρόμο που πάντα μου μεταδίδουν οι γάτες (το έχει κάνει μερικές φορές ακόμα έκτοτε), την αφεντικίνα της να μου δείχνει απέναντι μια αραβο-γαλλίδα συνταξιδιώτισσα με την οποία έμελλε να είμαστε συνάδελφοι (και φίλοι) για τα επόμενα τρία χρόνια, την πρώτη φορά (από τις εκατοντάδες, έκτοτε) που έκανα τη διαδρομή Κέντρο-Παραλιακή-Μίνωος-Μασταμπάς που μου φάνηκε γελοιωδώς σύντομη με τα αθηναϊκά μέτρα, κι ένα σωρό ακόμα πρώτες φορές από αυτό που έγινε για χρόνια η καθημερινότητά μου.

Θυμάμαι ακόμα πιο καθαρά τη μέρα που έκανα την αντίστροφη διαδρομή, εικάζοντας (τότε) ότι αυτό θα ήταν το οριστικό τέλος της περιόδου που τώρα πια ονομάζω «Α’ κρητική περίοδος» αλλά τότε απλά και μόνο «κρητική περίοδος», όπως άλλοι λένε Α’ παγκόσμιος πόλεμος, αν και για κάποια χρόνια θα έλεγαν απλώς «ο Πόλεμος» ή «ο Μεγάλος Πόλεμος» χωρίς βέβαια να ξέρουν ότι θα έρθει ένας ακόμα μεγαλύτερος και όχι πολύ αργότερα εν τέλει· κάπως έτσι κι εγώ τώρα διανύω την Β’ κρητική περίοδο κι έχει ο Θεός βέβαια ακόμα, αφού μεσολάβησε ένα μεσοδιάστημα που δεν του έλειψε η ποικιλία, και ολλανδική περίοδο είχε, και πορτογαλική περίοδο, και Β’ Αθηναϊκή περίοδο και διάφορες ικαριακές μικροπεριόδους ενδιάμεσα, τέλος πάντων η δεκαετία που πέρασε δεν ήταν και εντελώς πληκτική γεωγραφικά τουλάχιστον, κι αν σκεφτώ τι προσδοκίες είχα τότε από τη ζωή μου σκέφτομαι ότι από πολλές απόψεις η δεκαετία δεν με απογοήτευσε, αν και σίγουρα με πήγε αλλού από εκεί που φανταζόμουν.


Σήμερα, το συνέχισα αλλάζοντας το τέλος ως εξής:

Όχι πως φανταζόμουν και τίποτα φοβερά συγκεκριμένο δηλαδή, μια αλλαγή ήθελα και ίσως μια μεγαλύτερη ελευθερία (ή καλύτερα μια εκτενέστερη χρήση της ελευθερίας μου) και δεν έχω παράπονο, από αλλαγές άλλο τίποτα, όχι πάντα προς το καλύτερο βέβαια, αν και προς στιγμήν μπορεί να νομίσεις κάτι τέτοιο μέχρι να σε ξυπνήσει απότομα η πραγματικότητα, όχι μόνο η εξωτερική, ξέρετε, κρίση, μνημόνιο, ξαφνικοί πονόδοντοι, οιονεί διαζύγια, τέτοια πράγματα, αλλά και η εσωτερική, η αδυναμία να έχεις τον έλεγχο της ζωής σου ας πούμε, κάποιες κρίσεις πανικού ή σημάδια κατάθλιψης που δεν περίμενες ποτέ ότι θα έχεις, η αίσθηση ότι ο χρόνος περνάει και περνάει ανεπιστρεπτί, ότι του χρόνου όπου να ‘ναι θα κλείσεις την πέμπτη δεκαετία νιώθωντας αυτό που ο φίλος μου ο Α. περιέγραφε ένα κρύο βράδυ σε μια παιδική χαρά στο Άμστερνταμ ως sense of underachievement κι εγώ τότε κουνούσα το κεφάλι δήθεν όλο κατανόηση κι από μέσα μου έλεγα περίπου «τι λέει ο μαλάκας» (συγγνώμη αναδρομικώς αγαπητέ...).

Πριν ένα χρόνο θα τέλειωνα το κείμενο περίπου λέγοντας ότι παρόλα αυτά ποτέ δεν είναι αργά για να ξεκινήσεις την υπόλοιπη ζωή σου, να υλοποιήσεις κάποια από τα παλιά σου σχέδια που πάντα ανέβαλλες για ευθετότερο χρόνο γιατί ο μόνος χρόνος που υπάρχει είναι το τώρα και τα υπόλοιπα όλα δεν είναι παρά αναμνήσεις ή προσδοκίες, κι ότι τέλος πάντων δεν πάθαμε ακόμα και τίποτα ανεπίστρεπτο, οι δικοί μου άνθρωποι ζουν και βασιλεύουν κι ακόμα διηγούνται ιστορίες, τα καράβια μου δεν έχουν πέσει έξω, υπάρχουν άνθρωποι που μ’ αγαπούν και με εμπιστεύονται και περιμένουν από μένα πράγματα, δυνητικοί μαθητές που θα διδάξω και δικτυακοί αναγνώστες που θα υποστούν αδιαμαρτύρητα τη φλυαρία μου, οπότε εμπρός λοιπόν γενναίοι μου, πάμε να κατακτήσουμε τις υπόλοιπες μέρες μας και να τις κάνουμε όμορφες και δημιουργικές, άλλωστε τις πιο όμορφες μέρες μας δεν τις έχουμε ζήσει ακόμα που έλεγε κι εκείνος ο τύπος.

Τώρα όμως θα είμαι αναγκαστικά λίγο πιο μετρημένος, καθότι ο χρόνος που πέρασε ήταν αρκετός για να συμβούν και μερικά ανεπίστρεπτα, ένας-δυο-τρεις θάνατοι οριστικοί και αμετάκλητοι, οι ιστορίες τέλος πια, δεν έχει άλλες, και τα καράβια δεν βούλιαξαν ακριβώς αλλά κάπως απεσύρθη η θάλασσα και βρέθηκαν βραχωμένα στα ρηχά να σκουριάζουν παρόλα τα υπομνήματα και τις διαμαρτυρίες, κι οι μαθητές δεν ήθελαν ακριβώς να μάθουν, καλούς βαθμούς ήθελαν κατά βάση, κι οι αναγνώστες κουράζονται από την πολυλογία γιατί η οθόνη του σμάρτφον δε βολεύει για εκτεταμένα κείμενα, και καπάκι σου μπαίνουν ιδέες ότι τις επερχόμενες μέρες σου θα ασχολείσαι με τίποτα σατραπείες και τέτοια, αυτά τα πράγματα που δεν τα θέλεις, άλλα ποθεί η ψυχή σου, για άλλα κλαίει, όσο για αυτό που θέλω να σου πω το πιο όμορφο από όλα έχει κολλήσει στο στόμα και δε βγαίνει καθώς πλησιάζει το ορόσημο του μισού αιώνος, έντεκα χρόνια πατημένα από τη μέρα που ήρθα στην Κρήτη, δέκα χρόνια και κάτι μέρες από τότε που πρωτοέγραψα στο ιστολόγιο.

Παρόλα αυτά ποτέ δεν είναι αργά για να ξεκινήσεις την υπόλοιπη ζωή σου, λίγο πιο προσεκτικά βέβαια, καλύτερα να ξαναπιάσεις εκείνη τη δίαιτα και να κόψεις επιτέλους το τσιγάρο που βλακωδώς ξανάρχισες και να παίρνεις τα χάπια για την πίεση και να μετράς το ζάχαρο καλού-κακού, α ναι, και το κολλύριο μην αμελείς και την πάθεις σαν το πατέρα σου που στα βαθιά γεράματα δεν έβλεπε και δεν άκουγε (αυτό ήδη το έχουμε παιδιόθεν), λοιπόν ποτέ δεν είναι αργά με την ευρεία έννοια, αλλά με τη στενή είναι κάπως αργά τη νύχτα τώρα κι αισθάνεσαι μια κούραση και μια νύστα, οπότε εμπρός γενναίοι μου, πάμε τώρα για νάνι κι αύριο είναι μια άλλη μέρα που έλεγε κι εκείνη η βλαμμένη αντιπαθέστατη τύπισσα, αύριο είναι ατυχώς Δευτέρα οπότε απόψε κοιμηθείτε ήσυχα και βαθιά και ατάραχα χωρίς να σας συμβεί κάτι, και μὴ οὖν μεριμνήσητε εἰς τὴν αὔριον.

Ἡ γὰρ αὔριον μεριμνήσει τὰ ἑαυτῆς. Δηλαδή έτσι ελπίζω.


Σ.Σ. Το κειμενάκι ξεκίνησε να γράφεται υπό εντελώς άλλες συνθήκες από αυτές στις οποίες εν τέλει ολοκληρώθηκε, όπως πολλά άλλα πράγματα στη ζωή μας βέβαια που αλλιώς τα ξεκινάς κι αλλιώς καταλήγουν. Εκείνος ο τύπος: ο Ναζίμ Χικμέτ. Σατραπείες και τέτοια [...] για άλλα κλαίει: βλ. Κ.Π. Καβάφης «Η Σατραπεία». Εκείνη η βλαμμένη αντιπαθέστατη τύπισσα: η Σκάρλετ Ο’ Χάρα στο «Όσα παίρνει ο άνεμος». Μὴ οὖν μεριμνήσητε εἰς τὴν αὔριον, ἡ γὰρ αὔριον μεριμνήσει τὰ ἑαυτῆς• ἀρκετὸν τῇ ἡμέρᾳ ἡ κακία αὐτῆς (Ματθ. 6, 34). Δεν είμαι βέβαιος πώς μπορεί να αποδοθεί το sense of underachievement χωρίς να ακούγεται πολύ εξεζητημένο· ίσως η έκφραση «περνάει κάτω από τον πήχη» να είναι αρκετά αντιπροσωπευτική.

Από τότε που ξεκίνησα να γράφω το κείμενο ως σήμερα, έχω αναρτήσει μερικά πράγματα ακόμα. Αυτό βέβαια δεν αναιρεί την παρακμή των ιστολογίων, περιλαμβανομένου και του παρόντος. Αλλά πάλι ποτέ δεν ξέρεις.


3 σχόλια:

Christoforos είπε...

Εγώ πάλι που ξύπνησα εν τω μέσο της νυκτος, παραμονή Δευτέρας, μια χαρά το διαβάζω το ιστολόγιο από την οθόνη του σμαρτφοουν. Και μια χαρά σε νιώθω και για τα άγχη και την παρακμή και το underachievement αλλά νομίζω ότι είναι απλώς η φυσική τάξη των πραγμάτων. Να τα παίρνουμε λοιπόν όπως έρχονται. Καλά τα λες.

Β. είπε...

Εσύ είσαι προφανώς νιάτο και δεν έχεις πρεσβυωπία οπότε μια χαρά διαβάζεις στο σμαρτφον. Κι εγώ ευτυχώς δεν έχω σμαρτφον για την ώρα, οπότε τη σκαπουλάρουμε αμφότεροι...

Β. είπε...

Άσε δε που από υπολογιστή μπορείς να γράψεις «εν τω μέσω» με υπογεγραμμένη (δεν το βάζω, μην είμαστε υπερβολικοί) και να βάλεις ΚΑΙ τόνους/πνεύματα (εντάξει, με λίγη προσπάθεια...).