ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


28/10/17

Πινελάκι Νο 2


Νομίζω το έχω ξαναδηλώσει με διάφορες ευκαιρίες, πάντως είναι γεγονός ότι δεν έχω καμμία σχέση με τις εικαστικές τέχνες. Αν και έχω κατά καιρούς γνωρίσει καλλιτέχνες αυτής της κατηγορίας και έχω και μια πολύ αγαπημένη φίλη που είναι αρκετά γνωστή εικαστικός, οι προσωπικές μου επιδόσεις π.χ. στη ζωγραφική είναι από άθλιες έως ανύπαρκτες. Θυμάμαι τη φρίκη που βίωνα στο δεύτερο έτος του Βιολογικού που μας υποχρέωναν να ζωγραφίζουμε σε ένα τετραδιάκι τα παρασκευάσματα που βλέπαμε στο μικροσκόπιο, κάτι συσσωματώσεις βακτηρίων και κάτι φυτικά κύτταρα· οι εικόνες που κατάφερνα να φτιάξω μετά από πολλή προσπάθεια αφενός δεν θύμιζαν σε τίποτα αυτό που έβλεπαν τα μάτια μου στην αντικειμενοφόρο πλάκα και αφετέρου είχαν κάτι το εφιαλτικό per se. Γρήγορα κατέληξα αντί να προσπαθώ να ζωγραφίσω, να περιγράφω απλώς με λέξεις την εικόνα: τέσσερα μιτοχόνδρια και ένα λυσόσωμα, στη μέση ο πυρήνας και γύρω γύρω από τη μεμβράνη ένα χοντρό κυτταρικό τοίχωμα. Με τις λέξεις τα πήγαινα πάντα πολύ καλύτερα.

Στο τέλος του εξαμήνου ανακουφίστηκα με το σωτήριο εξαράκι (είχα ορκιστεί ότι δεν θα πέρναγα κανένα μάθημα με πέντε για να μη με κατηγορήσουν ότι κάνω χρήση του λεγόμενου «συνδικαλιστικού πέντε» και να μπορώ να βγάζω λόγους άφοβα στις συνελεύσεις), κυρίως επειδή με γλύτωνε από την υποχρέωση να ξανακάνω το εργαστήριο και να ξαναϋποστώ το μαρτύριο. Μου έμεινε η ζήλια βέβαια για εκείνους τους συμφοιτητές μου που όχι μόνο αποτύπωναν με σαδιστική ευκολία τα τέσσερα μιτοχόνδρια κλπ. – μερικοί μάλιστα με τόση λεπτομέρεια που προτιμούσες να βλέπεις τη ζωγραφιά παρά το παρασκεύασμα – αλλά επιπλέον γέμιζαν σελίδες επί σελίδων με άλλες ζωγραφιές, σκιτσάκια των προσώπων μας ή και δημιουργήματα της φαντασίας τους, μερικές μάλιστα ιδιαίτερα πολύπλοκες και απαιτητικές, χωρίς καμμία ιδιαίτερη προσπάθεια.

Ακόμα και στην παιδική μου ηλικία, που υποτίθεται ότι κάθε παιδί κρύβει μέσα του ένα δυνητικό καλλιτέχνη, οι ζωγραφιές μου υπέφεραν από την ίδια αθλιότητα. Ακόμα χειρότερα, είχα πλήρη συναίσθηση του γεγονότος, κι όταν κάποτε μου έφερε ο πατέρας μου γυρνώντας από ένα ταξίδι ένα μπλοκ ακουαρέλας και ένα σετ από εξηντατέσσερις κερομπογιές (αριθμός χρωμάτων εξωπραγματικός για τα δεδομένα της εποχής) θυμάμαι ότι όλη μου η απόλαυση ήταν να μαθαίνω τα ονόματα των χρωμάτων (λέξεις, λέξεις...), λέξεις άγνωστες και μυστηριακές, όπως ματζέντα, άκουα, σιέλ και φούξια, λέξεις που ακόμα και σήμερα δεν μπορώ να αντιστοιχήσω επακριβώς με χρώματα. Χρησιμοποίησα το μπλοκ κυρίως για να γράφω λέξεις με περίεργα χρώματα, και αραιά και που έφτιαχνα κάτι απλό και εύκολο, ένα ουράνιο τόξο ας πούμε.

Γρήγορα άφησα το κουτί με τα χρώματα (θα βρίσκονται ακόμα τα καϋμένα πουθενά...) κι έπιασα πινελάκι από όσο θυμάμαι μία και μόνη φορά που ως Σύλλογος Φοιτητών αποφασίσαμε να κάνουμε μια αισθητική παρέμβαση στο αίθριο έξω από τα αμφιθέατρα στην Πανεπιστημιούπολη. Ατυχώς η απόφαση ελήφθη από μια συγκυριακή πλειοψηφία στην οποία δεν συμμετείχε η παράταξη ενός συγκεκριμένου κόμματος (με Κ κεφαλαίο), τα μέλη της οποίας αισθάνθηκαν την ανάγκη να γεμίσουν σε ανύποπτο χρόνο το εν λόγω αίθριο με υπερμεγέθη συνθήματα με κόκκινη μπογιά που δόξαζαν το τάδε συνέδριο της νεολαίας (μιλάμε για δεκαετία του ’80 που είχαν ακόμα κάποια πέραση αυτά τα πράγματα) και μάλιστα να παρατάξουν πλήθη νεολαίων (τους) πέριξ του αιθρίου τα οποία προειδοποιούσαν με πολύ σοβαρές συνέπειες όποιον τυχόν άγγιζε τους τοίχους με βλάσφημες προθέσεις εικαστικής παρέμβασης, προς δόξαν των δημοκρατικών διαδικασιών του Συλλόγου.

Η δράση φέρνει αντίδραση και σύντομα μαζεύτηκαν ετερόκλητα πλήθη αντιφρονούντων από τη μετριοπαθή δεξιά ως την (πολύ) επαναστατική αριστερά με ολίγη αντιεξουσιαστική εσάνς και το πράγμα εξελίχθηκε σε επείδειξη δύναμης με σπρωξίδια, βρισίδια και παρολίγον μπουνίδια όταν κάποιος (όχι ιδιαίτερα εριστικός είναι η αλήθεια) σύντροφος βρέθηκε καπελωμένος με ένα κουβά αντιεξουσιαστικής μπογιάς, και τα χειρότερα απεφεύχθησαν όταν κατέβηκε ένας κοτζάμ κεντροεπίτροπος του κόμματος που τύγχανε καθηγητής σε παραδιπλανό Τμήμα και περιμάζεψε τη νεολαία, αφήνοντας το αίθριο στη διάθεση του ετερόκλητου πλήθους εκ δεξιών και αριστερών, που ξενερωμένο βέβαια μετά το μελέ που είχε προηγηθεί αντί για εικαστική παρέμβαση έκανε ο καθένας ό,τι του κατέβαινε στο κεφάλι, όχι πάντα και φοβερής αισθητικής. Πήγα κι εγώ για συμβολικούς λόγους κι έφτιαξα ένα στραβό πεντάγραμμο με δυο νότες και το κλειδί του σολ, και εγκατέλειψα τα πινέλα μια για πάντα.

Αφοσιώθηκα λοιπόν στην επιστήμη ούτως ειπείν για καμιά εικοσαετία εδώ κι εκεί, και κάποτε πήρα των ομματιών μου και κατέβηκα στην Κρήτη για να ξεκινήσω ένα καινούργιο πρότζεκτ εντομολογικού περιεχομένου. Η καινούργια μου επιβλέπουσα με ξενάγησε στο εργαστήριο, μου έδειξε το γραφείο μου, τον πάγκο εργασίας, και ύστερα με κατέβασε στο υπόγειο και με έβαλε σε ένα δωμάτιο όπου γύρω γύρω από τον κεντρικό πάγκο υπήρχαν διάφορα στερεοσκόπια όπου έμπειροι και μαθητευόμενοι επιστήμονες αντάμα κοιτούσαν κάτι κουκιδίτσες πάνω σε κάτι πλατώ που ενώνονταν με ένα σωλήνα από τον οποίο έβγαινε κάποιο αέριο κάνοντας μπουρμπουλήθρες σε μια κωνική φιάλη.

- Και εδώ, είπε η επιβλέπουσα με ένα θριαμβευτικό χαμόγελο, είναι το φλάιρουμ.
- Το φλάιρουμ, επανέλαβα διστακτικά, προσπαθώντας να καταλάβω το κρυμμένο νόημα της φράσης.
- Εδώ δουλεύουμε με τις μύγες, συμπλήρωσε.

Αντελήφθην ότι οι μύγες (flies, άρα flyroom) ήταν οι κουκιδίτσες πάνω στα πλατώ. Το αέριο ήταν διοξείδιο του άνθρακα που τις αναισθητοποιούσε. Έριξα μια ματιά σε ένα στερεοσκόπιο. Τώρα τις έβλεπα καθαρά· μυγάκια του είδους Drosophila melanogaster, το πιο κλασικό πειραματόζωο γενετικής. Δεν το είχα δουλέψει ποτέ ως τότε.

- Και πώς τις χειρίζεστε; είπα αθώα.
- Σωστά, είπε η επιβλέπουσα. Καλή ερώτηση.

Έβγαλε από ένα συρτάρι μια σχολική κασετίνα, παιδική, με αρκουδάκια. Σκέφτηκα ότι θα ήταν της κόρης της (είχε παιδιά που πήγαιναν σχολείο τότε). Την άνοιξε, την ψαχούλεψε, κι έβγαλε από μέσα μια αρμαθιά λεπτά πινελάκια. Τράβηξε το ένα με προσοχή και μου το έτεινε.

- Ορίστε. Το καλύτερο σου δίνω.

Προς στιγμήν με έπιασε ένας αταβιστικός διανοητικός τρόμος. «Έχει γούστο» σκέφτηκα «να με βάλει να ζωγραφίζω τις μύγες με το πινελάκι.» Αλλά συνήλθα γρήγορα μόλις είδα κάποιον να μπαλαμουτιάζει με γρήγορες κινήσεις τις μύγες από το πλατώ του στερεοσκοπίου και να τις εναποθέτει σε ένα σωληνάκι με τροφή με ένα αντίστοιχο πινελάκι για εργαλείο. Άπλωσα το χέρι και ξανάπιασα πινέλο μετά είκοσι έτη.

- Πινελάκι νούμερο δύο, μαλακό. Πιο μικρό δεν κάνεις δουλειά, πιο μεγάλο μπορεί να τις λιώσεις. Δε θες.
- Δε θέλω.
- Θες αυτό.
- Θέλω αυτό,
είπα και χαμογέλασα.

Δέκα χρόνια μετά, στο ίδιο φλάιρουμ, οι φοιτητές μου που την εποχή εκείνη είχαν κασετίνες με αρκουδάκια, γκρινιάζουν για τα πινέλα.

- Αίσχος, χάλι, τι πινέλο είναι αυτό; Είτε το πινέλο διαλύεται είτε η μύγα. Δε μπορείς να δουλέψεις.
- Νούμερο δύο μαλακό να πάρετε
, τους λέω ως σοφός επιβλέπων. Δηλαδή άλλος είναι ο επιβλέπων, εγώ είμαι ο ανταυτού, αλλά σοφός έτσι κι αλλιώς· έτσι νομίζουν δηλαδή.
- Μα έχουμε γυρίσει όλα τα μαγαζιά και δεν έχουν, γκρινιάζει η μεταπτυχιακή φοιτήτρια. Δεν έχει γυρίσει τίποτα, αλλά ξέρει ότι ο μπαμπάς θα το φροντίσει.
- Καλά, θα κοιτάξω κι εγώ, τους λέω.

Κι έτσι ένα πρωί που περιφέρομαι στο κέντρο με μια λίστα δουλειές προς διεκπεραίωση, παίρνει το μάτι μου ένα μεγάλο χαρτοπωλείο που στην ταμπέλα γράφει μεταξύ άλλων «είδη ζωγραφικής». Βρίσκω το σταντ με τα πινέλα δίπλα στο ταμείο· μπροστά τους στέκεται και τα περιεργάζεται ένας νεαρός παπάς. Βγάζει πινελάκια και τα δοκιμάζει στην παλάμη του, τα αφήνει πίσω και βγάζει άλλα και τα ξαναδοκιμάζει. Ο υπάλληλος τον περιεργάζεται επίσης, εγώ περιμένω υπομονετικά τη σειρά μου, η ώρα περνάει. Κάποια στιγμή ο παπάς βρίσκει ένα που του κάνει και στρέφεται στον υπάλληλο για να το πληρώσει.

- Κάνετε αγιογραφία πάτερ μου; ρωτάει χαμογελαστός ο υπάλληλος.
- Αγιογραφία; κάνει απορημένος ο παπάς. Όχι.
- Ζωγραφική τότε;
- Όχι, όχι. Για το ευχέλαιο το θέλω.

Ο υπάλληλος μένει αποσβολωμένος καθώς ο παπάς εξηγεί ότι τη Μεγάλη Τετάρτη που κάνουν ευχέλαιο κάνουν με το πινελάκι σταυρούς με λάδι στο μέτωπο των πιστών.

- Α, μάλιστα, κάνει ο υπάλληλος. Ευχέλαιο, μάλιστα, μουρμουράει καθώς ο παπάς απομακρύνεται.

Ύστερα στρέφεται σε εμένα που στο μεσοδιάστημα έχω σηκώσει όλα τα πινελάκια νούμερο δύο μαλακά του στοκ, και με κοιτάει με ευχαρίστηση.

- Εσείς ζωγραφίζετε;
- Όχι, χειρίζομαι μυγάκια
, του λέω με πάρα πολύ σοβαρό ύφος.

Νιώθω το αμήχανο βλέμμα του καρφωμένο πάνω μου καθώς βγαίνω στην Έβανς και συγκρατώ το χαμόγελο όσο μπορώ ενώ τον φαντάζομαι να σκέφτεται «όλοι οι τρελοί εδώ μαζεύτηκαν σήμερα» ή κάτι ανάλογο. Ύστερα δεν κρατιέμαι και στρέφω να τον κοιτάξω πίσω από τη βιτρίνα· κρατάει το κεφάλι του με τα δυο χέρια κι ύστερα τα υψώνει αργά, τελετουργικά προς τον ουρανό. Μάλλον θα χρειαστεί κάνα ευχέλαιο σε λίγο όπως τον κόβω· δυστυχώς το Πάσχα αργεί ακόμα.

1 σχόλιο:

Idom είπε...


:-)

Πολύ καλά μικροσκόπια είχατε στο Αθήνησι, αφού μπορούσατε και βλέπατε τέσσερα τέσσερα τα μιτοχόνδρια στα παρασκευάσματα!...

Κατά τα άλλα,
ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΣΤΙΣ ΜΥΓΕΣ!

Idom