ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


31/8/13

Εφτά (συν μία) αυγουστιάτικες ιστορίες, 2013

Τουλέτες στην πλατεία της Ακαμάτρας. Βρήκα κι ένα Δύκτιο καταστημάτων δίπλα σε μια επιχείρηση που έδινε ως έδρα το (υποθετικό) χωριό Εύδειλος.


Το περιστατικό είναι ηλικίας αρκετών ετών, από την εποχή που ήταν αρκετά σύνηθες να βλέπεις γαδάρους (=γαϊδούρια) στην Ικαρία εδώ κι εκεί. Όχι τόσο σύνηθες πάντως για το ζευγάρι των τουριστών που κοιτά με θαυμασμό τον ηλικιωμένο καριώτη καβάλα σε έναν κάτασπρο γάδαρο.

- Πολύ ωραίο το άλογό σας, του λένε.
- Μα ‘εν είν’ άλογο, τους απαντά συνοφρυωμένος. ‘Ε βλέπετε τ’ αυτιά του;
- Α, μάλιστα, λέει το ζεύγος παρατηρώντας με προσοχή τα εν λόγω αυτιά. Και τι ζώο είναι δηλαδή;

Και ο καριώτης με απόλυτη σοβαρότητα:

- Λαγός...

- . - . -


Η διήγηση (δεύτερο χέρι) αφορά ιστορία από μάθημα καλλιτεχνικών σε δημοτικό σχολείο: ο μικρός μαθητής ζωγραφίζει με εξαιρετική λεπτομέρεια σπιτάκια, δρόμους – μια ολόκληρη πολιτεία στο χαρτί. Ύστερα προσθέτει αστεράκια στον ουρανό. Άξαφνα αρχίζει να μουτζουρώνει την εικόνα με αδρές μολυβιές παντού.

- Γιατί παιδάκι μου το κάνεις αυτό; ωρύεται ο δάσκαλος. Γιατί τα χαλάς τόσο ωραία σπιτάκια στη ζωγραφιά;

Και το παιδάκι απορημένο:

- Μα είναι νύχτα, κύριε, δε φαίνονται στο σκοτάδι.

- . - . -

Η αφήγηση προέρχεται από (εν δυνάμει) ανταγωνιστή, οπότε η ακρίβειά της ελέγχεται, αλλά σιγά μην αφήσουμε την ακρίβεια να μας χαλάσει μια ωραία ιστορία. Εν πάσει περιπτώσει, ο Δήμος Ικαρίας αποφασίζει να μαζέψει τα ανεξόφλητα χρέη για το νερό (πολλών χρόνων αμαρτίες) και καταφέρνει να καταγράψει τις οφειλές μέχρι το πρώτο τρίμηνο του 2012. Συνειδητοποιούν ότι ένας συγκεκριμένος επιχειρηματίας δεν έχει πληρώσει ποτέ νερό στη διάρκεια της λειτουργίας της επιχείρησής του (ίσως δεν είναι ο μόνος, βέβαια...) και μετά από επανειλημμένες πλην μάταιες οχλήσεις, στέλνουν αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο να του κόψει το νερό. Λίγο αργότερα γίνονται δέκτες παραπόνων ότι η πίεση του νερού στο παρακείμενο χωριό έχει πέσει και φτάνοντας στην περιοχή ανακαλύπτουν ότι σημαντικές ποσότητες νερού ρέουν στο δρόμο και τα διπλανά χωράφια από καμιά δεκαριά τρύπες που έχουν γίνει με αμβλύ όργανο (ψαλίδι ίσως) στον αγωγό (λάστιχο) ύδρευσης. Φωνάζουν τον υπάλληλο ο οποίος εν πλήρη αθωώτητι ομολογεί ότι ο ίδιος έκοψε τον αγωγό.

- Μα εμείς σου είπαμε να κόψεις το νερό του τάδε, όχι όλου του χωριού. Δεν ήξερες να πας στο μετρητή του και να τον σφραγίσεις;

Και ο «αρμόδιος» απορών:

- Στο μετρητή; Και πού να το ξέρω, σάμπως το ‘χω ξανακάνει; Να το κόψω μου είπατε, το ‘κοψα. Ε, έκανα και μερικές δοκιμές πιο πριν για σιγουριά.

- . - . -

Σε σουβλατζίδικο της σοφράνο πλευράς της νήσου (=βόρεια), ο πελάτης περιμένει να έρθουν τα σουβλάκια που έχει παραγγείλει από ώρα. Όταν επιτέλους έρχονται, ανακαλύπτει ότι είναι θεόσκληρα και δε μασιούνται, οπότε ευλόγως διαμαρτύρεται στο σερβιτόρο.

- Είναι που ‘ναι φρέσκο το κρέας, απαντά αυτός.

Την επομένη ο ίδιος πελάτης ξανακάθεται και παραγγέλνει πάλι σουβλάκια, κάπως ιδιόρρυθμα όμως:

- Και πού ΄σαι... Από τα μπαγιάτικα, έτσι;

- . - . -

Ο ηλικωμένος Παπιστάνος έχει πάει στην τράπεζα, στον Άγιο, να συζητήσει για ένα δάνειο. Φοράει ένα καπελάκι τύπου τζόκεϊ, πάνω στο οποίο περιφέρεται ένας ευμεγέθης μέρμηγκας. Ο τραπεζικός υπάλληλος δε μπορεί να ξεκολλήσει τα μάτια του από το μυρμήγκι στο καπέλο, οπότε κάποια στιγμή δεν κρατιέται και αφήνοντας τα επιτόκια και τα χρεωλύσια κατά μέρος, λέει στον Παπιστάνο:

- Με συγχωρείτε, αλλά ξέρετε, είναι ένας μέρμηγκας στο καπέλο σας.

Κι ο Παπιστάνος ατάραχος:

- Εεεε, το ξέρω... Αφ' το σπίτι μου τον ήφερα.

- . - . -

Μετά την πρόσφατη επίσκεψη του ΣΔΟΕ στο νησί (που ολοκληρώθηκε βγάζοντας ποσοστό παραβατικότητας 100% επί των ελέγχων, ώστε να μη μείνει κανείς παραπονεμένος) κάποιος διηγήθηκε μια παλαιότερη ιστορία όπου ικαριακής καταγωγής εφοριακός φέρνει μερικούς συναδέλφους για διακοπές. Ξεκινάνε να πάνε στον Εύδηλο για φαγητό, αλλά ατυχώς ορισμένοι συμπατριώτες αντιλαμβάνονται την παρέα ως εν δυνάμει ΣΔΟΕ, και άμα τη αφίξει τους διαπιστώνουν ότι όλα τα μαγαζιά είναι κλειστά. Ελαφρώς απορημένοι μπαίνουν στο αμάξι για τον τουριστικό Αρμενιστή, αλλά η πληροφορία της έλευσής τους έχει προηγηθεί και τα βρίσκουν όλα επίσης κλειδαμπαρωμένα. Με ικανή δόση απογοήτευσης (και πείνας, πλέον...) τραβάνε για τις Ράχες, αλλά το τοπικό πρακτορείο Ικαρώιτερ έχει ήδη μεταδώσει την είδηση και τα μαγαζιά είναι επίσης κλειστά, παρότι οι πελάτες είναι στα τραπέζια, τα φαγητά σερβιρισμένα και η πλατεία σφύζει από ζωή. Αποκαμωμένοι κάθονται στα τραπεζάκια ενός (κλειστού, φυσικά) καφενείου μέχρι που εμφανίζεται μια γιαγιά, ξεκλειδώνει το μαγαζί, βάζει σε μια σακούλα μερικές μπύρες και αναψυκτικά, ξανακλειδώνει, και κάνει να φύγει.

- Βρε γιαγιάκα, της λένε απελπισμένοι, πεινάμε, μήπως μπορείς να μας κάνεις κάτι πρόχειρο να φάμε, οτιδήποτε...
- Άχου, παιδάκι μου, λέει η γιαγιά, εγώ θέλω να σε βοηθήσω αλλά τι να κάμω που έχουν έρτει αυτοί οι αναθεμαντισμένοι οι εφοριακοί και γυρεύουνε να μας φάνε ούλλους...

- . - . -

Με αφορμή την επικείμενη πενθήμερη άδεια που είναι να πάρει από τη φυλακή ένας από τους καταδικασμένους για συμμετοχή στη 17 Νοέμβρη ώστε να επισκεφτεί την πατρογονική Ακαμάτρα, ορισμένοι κάτοικοι του χωριού αναμένουν να ζωντανέψει άξαφνα το χωριό από ένα αιφνίδιο κύμα αστυνομικού τουρισμού. Τουτέστιν, «μυστικοί» της αντιτρομοκρατικής, δήθεν γκρούβαλοι με τίποτα σιντί, κάνα ποπκόρν, κάνα μαλλί της γριάς, όπως το καλοκαίρι του 2002 που γινόντουσαν οι συλλήψεις και ο τόπος είχε γεμίσει μυστήριους. Κάποιος αναπολεί περιστατικό της εποχής με πιτσιρικά, ίσαμε εφτά χρονών, που πάει σε πλανόδιο πωλητή παιχνιδιών (ή ίσως «πωλητή παιχνιδιών») και διαλέγει ένα μικροσκοπικό αυτοκινητάκι.

- Πόσο κάνει αυτό; ρωτάει ο πιτσιρικάς.
- Δέκα ευρώ, απαντάει μια μάλλον τυχαία τιμή ο «πωλητής».
- Δέκα; Πλάκα μου κάνεις; Πάω να το πάρω από τον άλλο μπάτσο που το ‘χει πέντε.

- . - . -

Γνωστός (αν και κάπως ολιγογράφος τελευταία) ιστολόγος, κοσμογυρισμένος πλέον, έρχεται στον Αυγά (βλ. εδώ) για να απολαύσει το τοστ του (χωρίς ντομάτα). Καθώς φοράει ένα μπλουζάκι της νιότης του μεγέθους large ενώ τώρα πια στη μέση ηλικία πρέπει να προσθέσει ένα διπλό Χ μπροστά από το large, η ομολογουμένως ευμεγέθης κοιλιά του αποκαλύπτεται ελαφρώς. Εις εκ των συνδαιτημόνων παρατηρεί μια γρατζουνιά στην κοιλιά του ιστολόγου και σπεύδει να ρωτήσει «τι είναι αυτό». Ο ιστολόγος που - για άγνωστο λόγο - εκνευρίζεται όταν αναφέρονται στα γνωρίσματα της κοιλιάς του, απαντάει δήθεν πνευματωδώς και οπωσδήποτε ψευδολογίως με ένα γνωστό στίχο του Καββαδία:

- Η μαχαιριά που μου ‘δωσε ο Μαγιάρος στην Κωστάντζα.

Κι ενώ περιμένει να ακούσει εξίσου ψευδολογίως τη συνέχεια και σε πονάει με τη νοτιά; / όχι, απ’ αλλού πονάω, ο άλλος με ειλικρινή απορία ρωτά:

- Στην Κωστάντζα; Καλά, εσύ στην Πορτογαλία δεν ήσουνα, πώς βρέθηκες στην Κωστάντζα;



Σ.Σ. Οι ιστορίες φυσικά δεν έγιναν ακριβώς έτσι ούτε διαδραματίστηκαν Αύγουστο - απλά μία από τις πολλές αφηγήσεις τους έφτασε μέχρι τα αυτιά μου το καλοκαίρι που μας πέρασε, κι είπα να τις αναρτήσω όπως κάθε χρόνο. Κάποιος μου είπε ότι έχω μια εμμονή με το 6+1, οπότε ανέβασα τον αριθμό κατά μία μονάδα μην τυχόν και αρχίσει κανείς να ψάχνει στο ιστολόγιο για έξι και μια τύψεις ή για εφτά νυχτερινά εφτάστιχα.

Παλιότερες αντίστοιχες ιστορίες του 2009
εδώ,
του 2010
εδώ κι εδώ,
του 2011
εδώ
και του 2012 εδώ.

Το ποίημα του Καββαδία με τη μαχαιριά του Μαγιάρου λέγεται «Πικρία» (1975) και είναι από τη συλλογή «Τραβέρσο». Για όσους δεν ξέρουν τη σημασία της λέξης «Παπιστάνος» ας ρίξουν μια ματιά εδώ.


1/8/13

Στὴν τέντα τῆς κληματαριᾶς - Νίκος Γκάτσος


[...]

Ἔτσι σ᾿ ἕνα πιθάρι βαθὺ τὸ σταφύλι ξεραίνεται καὶ στὸ
      καμπαναριὸ μιᾶς συκιᾶς κιτρινίζει τὸ μῆλο
Ἔτσι μὲ μιὰ γραβάτα φανταχτερὴ
Στὴν τέντα τῆς κληματαριᾶς τὸ καλοκαίρι ἀνασαίνει
Ἔτσι κοιμᾶται ὁλόγυμνη μέσα στὶς ἄσπρες κερασιὲς μιὰ
      τρυφερή μου ἀγάπη
Ἕνα κορίτσι ἀμάραντο σὰ μυγδαλιᾶς κλωνάρι
Μὲ τὸ κεφάλι στὸν ἀγκώνα της γερτὸ καὶ τὴν παλάμη πάνω
      στὸ φλουρί της
Πάνω στὴν πρωινή του θαλπωρὴ ὅταν σιγὰ σιγὰ σὰν τὸν
      κλέφτη
Ἀπὸ τὸ παραθύρι τῆς ἄνοιξης μπαίνει ὁ αὐγερινὸς νὰ τὴν
      ξυπνήσει!


Νίκος Γκάτσος - Αμοργός