ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


22/4/13

Πάμπολλες γενικεύσεις, ελάχιστες θεωρίες (François Jacob)


François Jacob (1920-2013)

Αντίθετα απ' ό,τι συνήθως φαντάζεται ο κόσμος, η βιολογία δεν είναι ενιαία επιστήμη. Η ετερογένεια των αντικειμένων, τα αποκλίνοντα ενδιαφέροντα, η ποικιλία των μεθόδων, όλα αυτά συντείνουν στον πολλαπλασιασμό των ειδικών επιστημονικών κλάδων. Στις άκρες της βεντάλιας ξεχωρίζουμε δυο μεγάλες τάσεις, δυο αντιμετωπίσεις οι οποίες τελικά αντιτίθενται ριζικά. Η μια απ' αυτές μπορεί να χαρακτηριστεί ολοκληρωματική ή εξελιξιοκρατική. Κατ' αυτήν, ο οργανισμός όχι μόνο δεν αποσυντίθεται στα συστατικά του, αλλά πολλές φορές συμφέρει να τον αντιμετωπίζουμε σαν στοιχείο ενός συστήματος ανώτερης τάξης, ομάδας, είδους, πληθυσμού, οικολογικής οικογένειας. [...] Στον άλλο πόλο της βιολογίας προβάλλει η αντίθετη στάση, που θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε κατατμητική ή αναγωγιστική. Σύμφωνα μ' αυτή, ο οργανισμός αποτελεί βεβαίως ένα σύνολο, το οποίο όμως πρέπει να εξηγούμε με τις ιδιότητες των μερών του και μόνο. Η άποψη αυτή ενδιαφέρεται για το όργανο, τους ιστούς, το κύτταρο, τα μόρια. [...]

Το βλέπει κανείς πόσο διαφέρουν οι δυο αυτές αντιμετωπίσεις. Μεταξύ τους δεν υπάρχει μονάχα διαφορά στη μέθοδο και στο στόχο, αλλά ακόμα και στη φρασεολογία και στα εννοιολογικά σχήματα και, ως εκ τούτου ακριβώς, στις αιτιακές ερμηνείες με τις οποίες εξηγείται ο ζωντανός κόσμος. [...]

Υπάρχουν, στη βιολογία, πάμπολλες γενικεύσεις, αλλά ελάχιστες θεωρίες. Μεταξύ αυτών, η θεωρία της εξέλιξης υπερτερεί κατά πολύ σε σπουδαιότητα απ' όλες τις άλλες, επειδή συγκεντρώνει, στους πιο διαφορετικούς τομείς, όγκο παρατηρήσεων που, χωρίς αυτήν, θάμεναν διάσπαρτες· επειδή συνδέει μεταξύ τους όλους τους κλάδους που ασχολούνται με τα έμβια όντα· επειδή εγκαθιδρύει μια τάξη μέσα στην ασυνήθιστη ποικιλία των οργανισμών και τους συνδέει με την υπόλοιπη γη· μ' ένα λόγο, επειδή παρέχει μιαν αιτιακή εξήγηση του ζωντανού κόσμου και της ετερογένειάς του.


François Jacob
«H λογική του ζώντος. Μια ιστορία της κληρονομικότητας» (1971)


Σ.Σ. Αν και συνήθως αποφεύγω τις «επαγγελματικού» χαρακτήρα αναφορές στο ιστολόγιο (που όπως λέει ο τίτλος του αφορά την προσωπική μυθολογία και μερικά ακόμα πράγματα, αλλά σίγουρα όχι τη βιολογία) είπα να κάνω μια μικρή εξαίρεση προς τιμήν του Φρανσουά Ζακόμπ, ενός επιστήμονα που πέθανε σε ηλικία σχεδόν 93 ετών στις 21 Απριλίου του 2013 (δηλαδή χτες, σε σχέση με το τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές). Χωρίς να είναι από τους ανθρώπους που η σκέψη τους έχει ακριβώς σημαδέψει την επιστήμη (αν και κάτοχος βραβείου Νόμπελ μαζί με τον Ζακ Μονό για την από κοινού ανακάλυψη ενός ρυθμιστικού μηχανισμού στα γονίδια ενός βακτηρίου), υπήρξε για μένα προσωπικά σημαντικός για τρεις λόγους:

Επειδή προς τιμήν του είχε οργανωθεί ένα συνέδριο το μακρινό 1991 στη Χερσόνησο της Κρήτης (Evolution and Development: 30 years after the Jacob-Monod paradigm) στο οποίο για πρώτη φορά εκτέθηκα σε πραγματικά υψηλού επιπέδου επιστημονικούς προβληματισμούς, πράγμα που συντέλεσε στη μηδέποτε αναιρεθείσα απόφασή μου να ασχοληθώ με τη βιολογία ως επιστήμη (με την έννοια της γνώσης) και όχι απλώς ως επάγγελμα.

Επειδή σε ένα βιβλίο του βρήκα το (παραπάνω) απόσπασμα, το οποίο αρκούντως ψαλιδισμένο ώστε να βγαίνει με κάπως λιγότερες λέξεις το γενικό νόημα, μου χρησίμευσε ως μότο στη διατριβή μου, που πελαγοδρομούσε ανάμεσα στις δυο «κατευθύνσεις» της Βιολογίας (όπως πελαγοδρομεί έκτοτε το ενδιαφέρον μου, αλλά αυτό είναι άλλο καπέλο).

Κι επειδή διαβάζοντας αργότερα την αυτοβιογραφία του (που κυκλοφόρησε στα ελληνικά με τον τίτλο «Σμιλεύοντας το εσώτερο άγαλμα» αλλά ο κανονικός του τίτλος θα ήταν μάλλον «Το άγαλμα εντός») αναγνώρισα έναν άνθρωπο που έζησε μια γεμάτη ζωή (π.χ. συμμετέχοντας ενεργά στην αντίσταση κατά το 2ο παγκόσμιο πόλεμο), με σημαντικά «εξω-επιστημονικά» ενδιαφέροντα. Μάλιστα θυμάμαι μια κάπως διασκεδαστική αλλά εν τέλει συμπαθή αναφορά του στις ιδιότυπες «επαναστατικές» δραστηριότητες των Ιταλών φοιτητών στη δεκαετία του '70 σε αντίθεση με την πνευματική απραξία των καθηγητών τους, την εποχή που αναζητούσε πληροφορίες για τον Caenorhabditis elegans, ένα νηματώδη σκώληκα που θα γινόταν αργότερα μάλλον διάσημο πειραματικό μοντέλο.

(Παρεμπιπτόντως, πολλές ευχαριστίες στο Χριστόφορο για την υπόδειξη.)


15/4/13

Όστρια


Παραλιακή άποψη (ο Θεός να την κάνει) του Ηρακλείου στο ύψος του παλιού εργοστασίου της ΔΕΗ (το πράσινο κτίριο, νυν Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Κρήτης). Κάποιο από τα χιλιάδες παράθυρα στο φόντο ανήκει στο δωμάτιο με τους καθρέφτες. Φωτό Ροβυθέ, 2009.

Μου πήρε κάποιο χρόνο να ξεκουνηθώ, ως συνήθως. Αλλά το πήρα απόφαση κάποτε, και μπήκα σ’ ένα αεροπλανάκι που βρήκα σε προσφορά (δηλαδή τι προσφορά, καρτέλ είναι πλέον οι αερομεταφορείς, άλλο αν παριστάνουν το αντίθετο για τα μάτια του κόσμου) ώστε να φύγω πριν χαλάσει ο καιρός. Θα φυσούσαν άνεμοι ίσαμε 8 μπωφόρ, λέει. Όστρια ή πιθανώς και σορόκος. Δεν έχει βέβαια και πολλή σημασία, καθότι λόγω του ανάγλυφου του εδάφους που επιτρέπει ή επάγει διάφορους μυστήριους στροβιλισμούς, ποτέ δεν ξέρεις ακριβώς από πού σου ‘ρχεται όταν φυσάει νότος. Το είχα διαπιστώσει από την προηγούμενη εμπειρία. Και το θυμήθηκα εναργέστερα μόλις ξαναπάτησα το πόδι μου στη μεγαλόνησο, τρία χρόνια μετά την τελευταία φορά.

Έκανε ζέστη. Γρήγορα ένιωσα τα χείλη μου να ξεραίνονται. Μαζί με τον αέρα στροβιλιζόταν αυτή η κόκκινη σκόνη που έρχεται από τη Σαχάρα και προκαλεί αυξημένη υγρασία και εξάρσεις λασποβροχής. Την ώρα εκείνη δεν είχε συννεφιά για να βρέξει, αλλά ο ουρανός ήταν κόκκινος. Θυμήθηκα τη Μαρίστρα που μου έλεγε πως έβλεπε τον κόσμο στο δρόμο να τρακάρει αδικαιολόγητα και να τσακώνεται ακόμα πιο αδικαιολόγητα αλλά πριν αναρωτηθεί τι έχουν πάθει όλοι σκεφτόταν «α, φυσάει νότος» και έτσι ερμήνευε το φαινόμενο. Υπάρχει μια σχετική περιγραφή στις σελίδες του «Καπετάν Μιχάλη» του Καζαντζάκη όπου λόγω του ανέμου τους πιάνει όλους μια τρέλα. Κι ένας παράξενος λήθαργος.

Στο κιόσκι με τα εισιτήρια αναζήτησα το «ακριβό» εισιτήριο για το Πανεπιστήμιο· δεν είχαν. Ρώτησα για το αυτόματο μηχάνημα δίπλα· ήταν χαλασμένο. Ο σταθμάρχης μου είπε να μπω στο λεωφορείο και να ζητήσω από τον οδηγό να με κατεβάσει σε κανένα περίπτερο να πάρω· θυμήθηκα ένα σχεδόν πανομοιότυπο διάλογο τις πρώτες φορές που κατέβαινα στο Ηράκλειο, πριν έξι χρόνια. Τα λεωφορεία είχαν τότε μόλις εγκαταστήσει ένα ηλεκτρονικό σύστημα ακύρωσης των εισιτηρίων που δε χρησιμοποιούσε κανείς: αντ’ αυτού έδινες στο οδηγό το εισιτήριο ο οποίος το έσκιζε χειροκίνητα. Έξι χρόνια αργότερα, τα λεωφορεία έχουν τηλεματική και ηλεκτρονικές διαφημίσεις, αλλά τα εισιτήρια ακόμα με το χέρι τα σκίζουν.

Στην Αλικαρνασσό κατέβηκα σε ένα περίπτερο και πήρα δύο από τα «ακριβά» μπλε εισιτήρια. Ξαναμπήκα δίνοντας στον οδηγό το ένα για σκίσιμο (εχμ... ακύρωση). Ο οδηγός μιλούσε στο τηλέφωνο διαδοχικά με διαφόρους, ενώ οδηγούσε, προσπαθώντας να διευθετήσει την πληρωμή μιας επιταγής.

- Για ξάνοιξε το λογαριασμό να δεις είντα έχει γίνει.

Προφανώς ο υπάλληλος ξάνοιξε, βρήκε ότι έλειπαν κάτι ψιλά, κι ο οδηγός αφού αντιμετώπισε κάτι προβλήματα που προέκυψαν από κάτι σταματημένα ΙΧ στη μέση του δρόμου («Έν πάω από επαέ – έχει δεντρά») έψησε τον υπάλληλο από τηλεφώνου να συμπληρώσει το ποσό ο ίδιος και θα έστελνε τη γυναίκα του να του τα δώσει αμέσως. Η υψηλού τραπεζικού απορρήτου συναλλαγή κρητικού phone banking ολοκληρώθηκε ενώ φτάναμε στο Πανεπιστήμιο.

Βρήκα το «νέο» μου εργαστήριο χωρίς δυσκολία, τακτοποίησα κάτι μικροεκκρεμότητες (ή έτσι νομίζω...) και προς το βραδάκι γύρισα στην πόλη και το σπίτι της Β. με ανάμικτα συναισθήματα, μετά από τρία χρόνια. «Το δωμάτιό σου σε περιμένει» μου είχε πει, εννοώντας το «παιδικό» που είχε ακόμα τους ίδιους καθρέφτες απέναντι και τον Ταζ ζωγραφισμένο πάνω από το κρεβάτι. Συστήθηκα στον Ισπανό προσωρινό συγκάτοικο και μιλήσαμε λίγο για τη ζωή στη Λισσαβώνα και την Ολλανδία μέχρι να έρθει ο φίλος μου να με απαγάγει με κατεύθυνση το Ρέθυμνο.

Φτάσαμε κατά τις δέκα· φυσούσε κι εκεί τα ίδια και χειρότερα. Περιπλανηθήκαμε στα δρομάκια της παλιάς πόλης και πέσαμε σε μια συναυλία κάπως έθνικ στο δρόμο. Βρήκα κάποιους γνωστούς ανάμεσα στο κοινό· ο φίλος μου απόρησε με το δίκιο του.

- Καλά, πρώτη μέρα στην Κρήτη μετά από τρία χρόνια και μάλιστα σε άλλη πόλη, και αμέσως βρίσκεις γνωστούς; Τι θα γίνει με εσένα, επιτέλους;

Έλα ντε. Τι θα γίνει μ’ εμένα επιτέλους; Ξύπνησα το πρωί με το θόρυβο της βροχής· ο φίλος έφευγε βιαστικά για τον ορεινό Μυλοπόταμο όπου εργάζεται. Έξω έριχνε καλαπόδια και στους δρόμους κυλούσαν ποταμοί κόκκινης λάσπης. Κάποτε έκοψε· βρήκα ευκαιρία να δραπετεύσω με το ΚΤΕΛ και κατέληξα πάλι στο Ηράκλειο κατά το μεσημέρι. Μπήκα στο αστικό στο λιμάνι κι έδωσα το άλλο μου εισιτήριο για σκίσιμο.

Πρόλαβα ένα «επαγγελματικό» δείπνο στην Αγία Πελαγία, πρόλαβα να δω μερικούς παλιούς φίλους (αλλά όχι όλους όσους θα ήθελα και όχι για όσο χρόνο θα ήθελα), συνάντησα παλιούς εργοδότες και συνεργάτες, παρακολούθησα μια διάλεξη (ελαφρώς αχρείαστη ίσως), ήπια κρασί στο Σιγά-Σιγά χαζεύοντας τον Ψαρολάμπη στο διπλανό τραπέζι, ρώτησα για γνωστούς και φίλους και μέρη. Μου είπαν ότι το Παγοποιείο έκλεισε, η Κουζίνα της Πόπης επίσης, ότι η Μαρία τραγουδάει στο Πάλαι Ποτέ αλλά μόνο Παρασκευές και Σάββατα (δεν προλάβαινα να πάω σ’ αυτή τη δόση), ότι ένας κατά συνθήκη Ρεθυμνιώτης μπλόγκερ ρωτούσε για μένα κάτι κατά συνθήκη Ηρακλειώτες μπλόγκερ (πιο απλό θα ήταν να μου στείλει κάνα μέιλ, βέβαια). Με κάλεσαν σε ένα γάμο στη Μεσαρά τον Ιούνιο (ελπίζω να μην έχει μπαλωθιές και τέτοια), σε παρουσιάσεις διατριβών το Σεπτέβρη (εύκολο...), ελπίζω κάποια στιγμή να με καλέσουν επιτέλους και σε κανένα ρακοκάζανο να μου φύγει το απωθημένο.

Λίγο πριν μπω στο αεροπλάνο της επιστροφής φέρνω στη μνήμη μου σκηνές του παρελθόντος βίου· τρία χρόνια από την τελευταία φορά κάμποσοι έχουν φύγει (ίσως και οριστικά) και κάμποσοι είναι εδώ τριγύρω ακόμα και την παλεύουν, ίσως για λίγο ακόμα καιρό, ίσως για περισσότερο, ίσως για πάντα. Τα δέντρα γύρω από ένα από τα σπίτια που έζησα έχουν ξεριζωθεί και στη θέση τους έχουν φυτρώσει φωτοβολταϊκά. Το κάποτε αγαπημένο μου κουλούκι έχει πέσει θύμα εγκληματικής ενέργειας, πολλά χρόνια τώρα. Η κρήνη Πρίουλι είναι κρυμμένη πίσω από μία σκαλωσιά· για καλό σκοπό, ελπίζω. Στο κινητό μου φτάνουν μηνύματα από Ηράκλειο και μηνύματα από Αθήνα, από παράλληλους (ελπίζω όχι ασύμβατους, εν τέλει) κόσμους.

Βγάζω να αφήσω το αδιάβροχο στη θήκη πάνω από το κάθισμα· προσέχω πάνω του κάτι σημάδια από σταγόνες ξεραμένης κόκκινης λάσπης.

Ακόμα φυσάει νοτιάς.



Μια συλλογή από ταμπαχανιώτικα με το Λάμπη Ξυλούρη στο ούτι.

9/4/13

Γειτονιά

Ντυπόν και Ντιπόν, κάτι σαν υποψήφιοι δήμαρχοι δυτικών προαστίων. Για την ακρίβεια, Ντιπόν και Ντυπόν.

Το σπίτι είναι πάνω από ένα ξυλουργείο. Προς στιγμήν αναρωτήθηκα αν τυχόν θα με ενοχλούν οι θόρυβοι των μηχανών, αλλά κατάλαβα γρήγορα ότι δεν υπάρχει κανένας φόβος· το μαγαζί είναι ανοιχτό μόνο κατ’ όνομα. Πελάτες δεν υπάρχουν, παραγγελίες δεν εκτελούνται, ένεκα η κρίση, και οι δυο συνεταίροι (και μπατζανάκηδες) περνάνε την ώρα τους πίνοντας καφέ και παίζοντας κάνα τάβλι να περνάει η ώρα. Ο ένας τους τα Σαββατοκύριακα πάει για ψάρεμα. Ο άλλος πλένει το αυτοκίνητο. Ησυχίες.

Άλλα μαγαζιά δεν έχει ο δρόμος. Χαμηλά σπιτάκια, παλιά, με αυλή, μερικές μικρές πολυκατοικίες σαν τη δική μας, ένα δυο πιο καινούργια φροντισμένα σπίτια με κήπους. Βρίσκεις άνετα να παρκάρεις παρόλο που οι δρόμοι είναι στενοί. Ο από κάτω δρόμος είναι κατ’ όνομα λεωφόρος, καθότι περνάει ενίοτε ένα λεωφορείο στην προέκτασή του στο διπλανό προάστιο. Εδώ πέρα όμως η υποτιθέμενη λεωφόρος έχει εκφυλιστεί σε μια κακοτράχαλη ανηφόρα στρωμένη όπως όπως με τσιμέντο, χωρίς πεζοδρόμια, που βγάζει τελικά στο νεκροταφείο προς το βουνό. Εδώ κι εκεί ξεφυτρώνει στη μέση της «λεωφόρου» καμιά ξεχασμένη παράγκα. Κάθε φορά που έρχονται δημοτικές εκλογές οι υποψήφιοι τάζουν μεταξύ άλλων την «οριστική διάνοιξη της λεωφόρου» που στο Google maps τη βλέπω ζωγραφισμένη ως μια κανονική ευθεία. Ευσεβείς πόθοι.

Δυο δρόμους παραπάνω υπάρχει μια άλλη λεωφόρος, πιο κανονική αυτή τη φορά, που κάποτε οδηγεί σε μια διακλάδωση που βγάζει προς την Αττική Οδό. Στην αντίθετη κατεύθυνση, περνώντας από πάμπολλα στενά δρομάκια, βγαίνεις κάποτε στον κεντρικό δρόμο του προαστίου μας, από όπου περνάνε τα λεωφορεία που τερματίζουν στους σταθμούς της κόκκινης γραμμής του μετρό. Ο κεντρικός εκβάλλει στη βασική οδική αρτηρία των δυτικών προαστίων, που όταν ήμουν παιδί μου ήταν απαγορευμένο να την περάσω απέναντι άνευ συνοδείας, μην τυχόν με πατήσει αυτοκίνητο. Σήμερα μου μοιάζει συνοικιακό δρομάκι καθώς στριμώχνομαι τις ώρες αιχμής (και μη αιχμής) ψάχνοντας μια διέξοδο προς την Εθνική Οδό που να μην έχει και πάρα πολύ κίνηση.

Αλλά εδώ τριγύρω έχει ησυχία. Ακούω τις δεκοχτούρες που φωλιάζουν στην ταράτσα, τα ξημερώματα ακούω καμιά φορά κελαηδίσματα άλλων πουλιών. Το φως μπαίνει άπλετο από τις μπαλκονόπορτες· ανοίγω να μπει αέρας κι ακούω τις γειτόνισσες να κουβεντιάζουν, κάποτε με τη χαρακτηριστική καριώτικη ντοπιολαλιά, καθώς η γειτονιά βρίθει συμπατριωτών. Μια εποχή ο οικισμός ήταν αυθαιρετούπολη, καταφύγιο της φτωχολογιάς, κι ο ένας Καριώτης έφερνε τον άλλον. Τώρα πια εκλέγουν δήμαρχο, μαθαίνω, στη μόνη αθηναϊκή συνοικία που αναπαράγει κάπως την ιδιότυπη εκλογική γεωγραφία της Ικαρίας.

Κι όντως μοιάζει σαν ένα μεγάλο χωριό μερικές φορές. Ούτε δυο μήνες δεν έχω εδώ κι όμως βλέπω γνώριμες φάτσες συνέχεια, κάποιες μάλιστα πολύ χαρακτηριστικές. Μια μέρα είδα δυο μεσήλικες με παχιά μουστάκια που έμοιαζαν σαν αδέλφια να κάνουν τη βόλτα τους στη γειτονιά, μεσημεράκι. Την επομένη τους ξαναείδα απόγευμα λίγα στενά πιο κάτω. Δυο μέρες αργότερα περίμενα κάποιους στο αυτοκίνητο στην απέναντι πλευρά της λεωφόρου, όταν είδα πάλι τους μουστακαλήδες να περνάνε, αργά το βράδι. Τους ονόμασα Ντυπόν και Ντιπόν, από τη φυσική ομοιότητα με τους ήρωες του Ερζέ (εκτός από τα καπελάκια). Το ανέφερα σε μια παρέα· μου εξήγησαν ότι οι τύποι είναι όντως αδέλφια και διέρχονται τα στενά της γειτονιάς επί ώρες σε καθημερινή βάση, κουβεντιάζοντας μεταξύ τους. Ο ένας ήταν δημοτικός σύμβουλος ή υποψήφιος δήμαρχος κάποτε, αλλά ουδείς είναι βέβαιος για το ποιος εκ των δύο, καθότι μοιάζουν πολύ.

Κατά πάσα πιθανότητα δεν πρόκειται να μείνω πολύ εδώ, καθώς με καλούν οι σειρήνες του Νότου (όσο καλά και να περνάς άλλωστε, η ανεργία δεν αντέχεται στο τέλος). Αναρωτιέμαι βέβαια τι θα θυμάμαι μετά από καιρό από αυτή τη σύντομη διαμονή. Ίσως τα ξένοιαστα πρωινά που σπαταλάω στις μικρές φροντίδες του σπιτιού, την οργάνωση της ξανα-αποκτημένης βιβλιοθήκης μου, την ελληνική μουσικούλα από το ραδιόφωνο ξανά μετά από τρία χρόνια στο εξωτερικό. Το κρεβάτι τύπου «γιαγιάς» με τα μεταλλικά κάγκελα ή τις διασκεδαστικές στιγμές που το πλυντήριο χάνει την ισορροπία του και αρχίζει να χοροπηδάει στο μπάνιο οπότε ορμάω να το συγκρατήσω πριν σπάσει καμιά πόρτα και καταλήγουμε να χορεύουμε αντάμα ένα πλυντηριακό τανγκό όπου εγώ παίζω τον καβαλιέρο και το μηχάνημα μια δύστροπη ντάμα που δε θέλει να ακολουθήσει τα βήματα.

Αλλά ίσως περισσότερο θα θυμάμαι τις φωνές εκείνου του παιδιού με τον βαρύ αυτισμό που ο πατέρας του το βγάζει βόλτα επί δεκατέσσερα χρόνια από ό,τι μου λένε, κάθε μέρα στις πέντε το απόγευμα, ανελλιπώς. Δε μπορεί να μιλήσει, βγάζει μόνο κάτι άναρθρες κραυγές, σπαρακτικές, καθώς χτυπάει την πόρτα του κλειστού ξυλουργείου αλλά δεν είναι κανείς μέσα να του ανοίξει. Το παιδί, κοτζάμ παλληκάρι τώρα πια στα δεκατέσσερα, αλλά ακόμα με πάνες και μυαλό μωρού κάθεται κατάχαμα στις πλάκες του πεζοδρομίου και σπαράζει. Ο πατέρας, ένας πενηντάρης που μοιάζει μεγαλύτερος, προσπαθεί να το παρηγορήσει «Δεν είναι εδώ τα παιδιά, θα περάσουμε πιο αργά πάλι».

Τον κοιτάζω από το μπαλκόνι καθώς βγάζει το σκούφο του και ξύνει το κεφάλι· δεν έχει πολλά μαλλιά. Περνάει κόσμος και του λέει «καλησπέρα» χωρίς να δίνει ιδιαίτερη προσοχή στο αυτιστικό που χτυπιέται δίπλα. Τον ξέρουν, χρόνια τώρα η ίδια ιστορία. Η ώρα περνάει, αυτός περιμένει υπομονετικά. Κάποια στιγμή λέει «Έλα, πάμε τώρα» και ο νεαρός με τις πάνες σηκώνεται, τον πιάνει από το χέρι, και προχωράνε προς την κατ’ όνομα λεωφόρο. Κάθε απόγευμα, πέντε η ώρα, δεκατέσσερα χρόνια ανελλιπώς.

Ύστερα μένουν να ακούγονται μόνο οι δεκοχτούρες.