ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


29/2/12

Μικροί εξερευνητές

Εικόνες εξερευνήσεων στην είσοδο λαϊκής πολυκατοικίας του εξωτικού Οέιρας (ναι, της δικής μου).

Όταν ήμουν μικρός, κάπου στις τελευταίες τάξεις του δημοτικού, κάποιος μου έφερε ως δώρο ένα βιβλίο που λεγόταν κάπως σαν «Μεγάλοι θαλασσοπόροι και εξερευνητές». Μέχρι τότε δεν είχα σκεφτεί ποτέ ζητήματα όπως αν η γη είναι στρογγυλή ή αν το πιπέρι αξίζει το βάρος του σε χρυσάφι, αλλά το βιβλίο φαίνεται πως το θυμάμαι ακόμα καλά, και είναι ίσως η μοναδική πηγή πληροφοριών που είχα ποτέ για το ταξίδι του Πυθέα του Μασσαλιώτη (ώστε να υπάρχει κι ένας Έλληνας στην παρέα), του Μάρκο Πόλο που θρυλείται ότι έφτασε στην αυλή του Κουμπλάι Χαν πριν καταλήξει αιχμάλωτος σε μια φυλακή της Γένοβας, του Βάσκο ντα Γκάμα που πέρασε πρώτος το ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας, του Χριστόφορου Κολόμβου που οι ναύτες του στασίασαν λίγο πριν αντικρύσουν τις υποτιθέμενες Ανατολικές Ινδίες (που αποδείχτηκαν κάπως Δυτικές τελικά), του ατυχούς Φερδινάνδου Μαγγελάνου που το πλοίο του έκανε πρώτο το γύρο της γης (ο ίδιος όμως όχι τελικά), και του κάπτεν Τζέημς Κουκ που τα πήγε λίγο καλύτερα κι έγινε και Fellow of the Royal Society (υπάρχουν και σήμερα κάμποσοι τέτοιοι), πριν αποπειραθεί να επαναλάβει το εγχείρημα και βρει τη μοίρα του κάπου στη Χαβάη, σαφώς λιγότερο τουριστική τότε από όσο σήμερα.

Καθώς πέρασαν τα χρόνια βέβαια δεν ασχολήθηκα καθόλου με τις εξερευνήσεις (στο χώρο τουλάχιστον) και ελάχιστα με τη θαλασσοπορεία, κι αυτή μόνο στα πέριξ του Ηρακλείου με τη βοήθεια καλών φίλων και συνιστιοπλόων. Βέβαια οι πληροφορίες που είχα μαζέψει από το παιδικό βιβλιαράκι ήταν αρκετές ίσα για να κατασκευάζω εν πλω ιστορίες με εξωτικά στοιχεία, σαν αυτές του ήρωα κάπτεν-Νέτου (δείτε εδώ και εδώ), επαρκώς χονδροειδείς βέβαια ώστε μόλις να συγκαλύπτεται η πλακίτσα για να περνάει η ώρα της αγοροπαρέας στη φάση εκείνη μεταξύ Σαντορίνης και Κρήτης όπου δε βλέπεις νησιά γύρω, και τα κορίτσια κοιμούνται στην πλωριά καμπίνα ταλαιπωρημένα από τη ρεστία. Και σίγουρα δεν περίμενα ότι, χρόνια αργότερα, θα έβλεπα κάμποσους από τους παιδικούς ήρωες μαζεμένους σε ένα και μοναδικό μέρος, που εδώ που τα λέμε δεν είναι και κανένα μνημείο των εξερευνητών. Ή ίσως θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι από μιαν άποψη, καθώς μιλάμε για το IGC, το ερευνητικό κέντρο του Ιδρύματος Γκουλμπενκιάν που με φιλοξενεί αυτή την εποχή, το οποίο πιθανώς πιστό σε κάποια παλιά πορτογαλική παράδοση θεωρεί ότι οι εξερευνήσεις είναι στοιχείο απαραίτητο στον πολιτισμό και (μια και η γεωγραφία μάλλον έχει κλείσει πια ως κλάδος) βάζει τους νέους ερευνητές των επιστημών (και τους λιγότερο νέους, για να χωράμε και εμείς) στη θέση των παλιών θαλασσοπόρων.

Κι έτσι, κάθομαι τώρα στην αίθουσα μεταδιδακτορικών συνεργατών της πτέρυγας Βάσκο ντα Γκάμα, και προσπαθώ να θυμηθώ αν η πτέρυγα του Κολόμβου είναι η από πάνω μας ή η δίπλα. Πάντως ο Μάρκο Πόλο είναι ακριβώς από κάτω, και για να διευρύνουμε λίγο τους παιδικούς ορίζοντες υπάρχει και η πτέρυγα Ζενγκ Χο, για τον οποίο λέξη δεν είπε το παιδικό σύγγραμα, και για να ενισχύσουμε τη διαπολιτισμικότητά μας παραδίπλα παραμονεύει η πτέρυγα Ιμπν Μπατούτα, για τον οποίο ήξερα από άλλες πηγές ότι είχε δει το Σινικό τείχος (που ο Μάρκο Πόλο δεν είδε), και πίστευε ότι το είχε φτιάξει ο Ισκαντάρ-Ζουλ-Καρναΐν (ο Αλέξανδρος ο Δίκερως, ο καθ’ ημάς Μέγας) για να αναχαιτίσει τους Γωγ και Μαγώγ, όπως λέει το Ιερό Κοράνι. Βέβαια η πτέρυγα Βάσκο ντα Γκάμα δεν έχει σχέση πολλή με τον εξερευνητή, καθώς έχει παραδοθεί στην έρευνα των εντόμων, κάτι μυγών και κάτι πεταλούδων, ενώ ο Κινέζος συνάδελφος δίπλα είναι μες στα φυτά και τα βοτάνια και στον Κολόμβο εντρυφούν κάτι βακτήρια και κάτι νηματώδεις σκώληκες. Δεν έχω γυρίσει πάρα πολύ το κτίριο να δω τι άλλο παίζει στις άλλες πτέρυγες (φαντάζομαι σαν καθώς πρέπει ερευνητικές ομάδες θα έχουν και τα ποντίκια τους και ίσως και τα βατράχια τους κάπου να κοάζουν).

Πτέρυγα Πυθέα Μασσαλιώτη βέβαια δεν φαίνεται να έχει, αλλά η ελληνική παρουσία είναι πληθωρική στις αίθουσες σεμιναρίων, που κοσμούνται από ονόματα Ελλήνων επιστημόνων. Μην πάει το μυαλό σας σε τύπους σαν κι εμένα, ούτε στο φίλο μου το Γιάννη από πάνω (με τους νηματώδεις) ούτε στον Αλέκο στο υπόγειο· μιλάμε για φιλοσόφους ολκής. Αλλά όχι Σωκράτηδες και Πλάτωνες και άλλα μεταφυσικά: το ίδρυμα αγαπά τους προσωκρατικούς και τη φυσική φιλοσοφία, κι έτσι έχουμε Ηράκλειτο και Δημόκριτο και μια μεγάλη αίθουσα που λέγεται «οι Ίωνες» και κάτι μικρότερες εδώ κι εκεί από τις οποίες (αν και πολλούς αιώνες μετά τους προσωκρατικούς) έχω εδώ δίπλα την αίθουσα Υπατία, αν κι εμείς συνήθως συνεδριάζουμε σε κάπως πιο αρχαίες περιπτώσεις.

Το κάπως παλιακό κτίριο μου θυμίζει λίγο τις παρόμοιας ηλικίας και αισθητικής εγκαταστάσεις αντίστοιχων κέντρων που έχω δουλέψει στην Ελλάδα, αν και η ατμόσφαιρα που αποπνέει είναι εντελώς διαφορετική. Ίσως επειδή το μέρος είναι πλημμυρισμένο από νεολαία, ίσως επειδή οι μεγαλύτεροι από τους «επικεφαλής» των εργαστηρίων είναι στην ηλικία μου πάνω-κάτω, ίσως επειδή στη χώρα τούτη παρόλες τις ομοιότητες με την Ελλάδα τα πράγματα εξελίχθηκαν κάπως διαφορετικά τις τελευταίες δεκαετίες (άλλο αν επικρέμεται επί της κεφαλής τους η ίδια σχεδόν δαμόκλειος σπάθη που οσονούπω θα καταπέσει επί της δικής μας). Πάντως ορισμένα στοιχεία του τόπου χαίρουν της εκτίμησής μου πολύ περισσότερο από ό,τι στην «προχωρημένη» Ολλανδία και ομολογώ ότι παρόλη τη νοσταλγία για τα πάτρια, υπάρχουν πράγματα που έχω εκτιμήσει τα μέγιστα.

Ας πούμε, την ύπαρξη πραγματικού μεσημεριανού φαγητού (και μάλιστα με γεύση, και όχι πάντοτε την ίδια). Την ύπαρξη πραγματικά αξιοπρεπούς καφέ (κι ας μην είμαι φαν του εσπρέσσο). Την ύπαρξη της πραγματικά αξιοπρεπέστατης τιμής των 35 λεπτών (0.35 ευρώ) για κάθε φλυτζανάκι εσπρέσσο (δεν τον πίνω, αλλά εκτιμώ την προσπάθεια να κρατηθεί ο κόσμος ξύπνιος). Και τέλος, τη σημασία που δίνουν εδώ στις υποδιαιρέσεις του νομίσματος, καθώς είναι αδιανόητο να κοστίζει κάτι 0.59 ευρώ και να μη λάβεις 41 λεπτά ακριβώς ως ρέστα. Το πορτοφόλι γεμίζει κερματίδια, αλλά δε φαίνεται να βαραίνουν κανέναν. Σκέφτομαι λοιπόν ότι ίσως αυτοί καταφέρουν να βγουν από την επιτήρηση και τα μνημόνια κάπως νωρίτερα από εμάς. Αλλά βέβαια άγνωσται αι βουλαί των αγορών και των Μέρκελ του αιώνος τούτου...

Ή όπως θα έλεγε ίσως και ο Ιμπν Μπατούτα, «ταξίδεψα σε μέρη που δεν έχει γνωρίσει άνθρωπος, αλλά μόνο ο Αλλάχ γνωρίζει τα πάντα» - ή κάπως έτσι.

Σκοτείνιασε στο εξωτικό Οέιρας.


ΥΓ: Να προσθέσω (σημερινές ανακαλύψεις) την πτέρυγα Ζιλ Εάνες (άγνωστός μου Πορτογάλος κύριος που ταξίδεψε για πρώτη φορά στις ακτές της Δυτικής Αφρικής), καθώς και την πτέρυγα του Ινφάντη (πρίγκηπα;) Ερρίκου, που στεγάζει τις διοικητικές υπηρεσίες. Διότι προφανώς είχε μεγάλη παραγωγή εξερευνητών η χώρα...

Αν ανακαλύψω κι άλλες κρυμμένες πτέρυγες θα σας ενημερώσω.

ΥΓ2: Και ναι, ανακαλύφθηκε η κρυμμένη στα βαθιά υπόγεια πτέρυγα του Βαρθολομαίου Ντίας, ενός ακόμα Πορτογάλου εξερευνητή που έφτασε πρώτος στο ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας πριν το περάσει τελικά η αποστολή του Βάσκο ντα Γκάμα (όπως έγραφε άλλωστε και το παιδικό βιβλιαράκι).

24/2/12

Σταγόνα πράσινο αίμα

Εγχειρίδιο επαφών με εξωγήινους ή τι παθαίνατε για να μην είστε ΠΑΣΟΚ πριν εικοσιεφτά χρόνια (για την ακρίβεια, το εξώφυλλο του Άξιον Εστί του Οδυσσέα Ελύτη από τις εκδόσεις Ίκαρος και η συνοδευτική λιθογραφία του Γιάννη Μόραλη).

Οι σοφοί της παρέας το ξέρουν ότι η τέχνη κι’ η ποίηση δεν μας βοηθούν να ζήσουμε: η τέχνη και η ποίησις μας βοηθούνε να πεθάνουμε, όπως βίωσε άλλωστε εναργώς ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα μέσα στο χαντάκι του Kαμίνο Nτε Λα Φουέντε και κατέγραψε ο Νίκος Εγγονόπουλος σε ένα γνωστό ποίημα που διδάσκεται στη Β’ τάξη των Γενικών Λυκείων ακόμα και στα χρόνια τα δικά μας τα σακάτικα. Δηλαδή εγώ στη Β’ Λυκείου το έκανα, και νομίζω και σήμερα εκεί ακόμα το διδάσκουν ακαταπόνητοι διδάσκοντες των Νέων Ελληνικών σε βαριεστημένους λυκειόπαιδες, ορισμένοι εκ των οποίων βέβαια μπορεί και να κοντοστέκονται στο στίχο «είθισται να δολοφονούν τους ποιητάς» και προσπερνώντας το σκόπελο του είθισται, να φτάνουν στις ποιητικές δολοφονίες με ένα είδος αληθινής απορίας:

- Τι λε ρε πούστη... Σοβαρά;
- Σοβαρά, είπε ο Κ. (ο λεγόμενος και «το βουνό») και άναψε τσιγάρο.

Καθόμασταν στο καφενείο του Αυγά, στον Εύδηλο, αργά τη νύχτα. Πρέπει να ήταν καλοκαίρι του 1985 ή κάπου εκεί γύρω. Την εποχή εκείνη το ξενύχτι δεν ήταν τόσο διαδεδομένο στην Ικαρία όσο είναι σήμερα, και ο Αυγάς ήταν φυσικά κλειστός, όπως και όλα τα μαγαζιά στα πέριξ. Καθόμασταν ωστόσο στις καρέκλες και χαζεύαμε την άδεια πλατεία και το κυματάκι που έσκαγε· δε θυμάμαι από πού είχαμε γυρίσει.

- Μα Νέα Ελληνικά; Όλοι Μαθηματικά μένουνε, εσύ έμεινες Νέα;
- Άστα, μη μου τα θυμίζεις.


Ήταν σκασμένος, διότι θα άφηνε το ωραίο καλοκαιράκι από τις εικοσιλίγες Αυγούστου για να μαζευτεί στην Αθήνα να διαβάσει. Και τι να διαβάσει; Νέα Ελληνικά. Τι σκατά να διαβάσεις στα Νέα Ελληνικά; Οι υπόλοιποι την είχανε περάσει την τάξη, θα γυρίζανε λίγο πριν ανοίξουν τα σχολεία. Μερικοί είχαμε περάσει και το σχολείο ολόκλήρο πλέον, θα γυρίζαμε όταν βγαίνανε τα αποτελέσματα των πανελληνίων (ή πανελλαδικών, κατά την καινούργια ορολογία). Το καλοκαίρι μας είχε μέλλον ακόμα. Το βουνό όμως κάπνιζε σκοτεινιασμένο, γιατί την άλλη μέρα έπρεπε να τα μαζεύει.

- Ρε μαλάκα, δεν είναι δυνατόν να μείνεις Νέα. Τι βαθμούς είχες πάρει όλη τη χρονιά;

Πέταξε τη γόπα νευριασμένος. Απήγγειλε τους βαθμούς των τριμήνων. Δεκατρία, δεκατέσσερα, δεκαπέντε. Έβγαζαν άθροισμα 42 – μια χαρά. Χρειαζόταν άλλα έξι για να πιάσει τη βάση οριακά. Δηλαδή έπρεπε στο διαγώνισμα, που ο βαθμός μέτραγε διπλός, να γράψει τρία. Τρία;

- Τρία.
- Και δεν έγραψες ούτε τρία;
- Τίποτα, λευκή κόλλα έδωσα.
- Τι λε ρε μαλάκα!
- Άσε... Με αυτό που η έβαλε η μαλακισμένη η φιλόλογος...
- Καλά, τι σκατά έβαλε;


Τράβηξε μια καρέκλα, άπλωσε τα πόδια του απάνω βγάζοντας τα τσόκαρα που φορούσε και άναψε άλλο τσιγάρο. Τραβήξαμε κι οι υπόλοιποι από μία. Τσιγάρο δεν άναψαν όλοι· δεν είχαν όλοι λεφτά για τσιγάρα και μερικοί το είχαμε παρατραβήξει στην τράκα. Εκείνος ρούφηξε δυο τζούρες απανωτά και φύσηξε τον καπνό με δαχτυλιδάκια. Κρεμόμασταν απ’ τα χείλη του.

- Άκούστε μαλάκες στίχο και πείτε μου τι θέλει να πει ο ποιητής: «Δάγκωσα το φεγγάρι και δεν έσταξε ούτε σταγόνα πράσινο αίμα».
- Τι έκανε λέει;
- Αυτό που ακούς. Δάγκωσα το φεγγάρι. Και δεν έσταξε. Ούτε σταγόνα. Πράσινο. Αίμα.


Σιγή φαρμακερή έπεσε. Μόνο το κύμα ακουγόταν αδιόρατα.

- Καλά πώς το δάγκωσε το φεγγάρι; Με διαστημόπλοιο πήγε;
- Τι να σου πω, αυτό λέει το ποίημα.
- Καλά, και ανέβηκε ο άλλος στο φεγγάρι και αυτό που βρήκε να κάνει ήτανε να το δαγκώσει;

- Σίγουρα φεγγάρι ήτανε; ρώτησα λίγο δύσπιστα, διότι κάτι μου θύμιζε αλλά όχι ακριβώς με φεγγάρι.
- Ναι ρε μαλάκα, φεγγάρι. Ξέρω γω, μπορεί να ήταν ο ουρανός, κάτι τέτοιο. Μπα, φεγγάρι ήτανε. Αλλά ότι και να ‘τανε, πρέπει να το δαγκώσεις δηλαδή;

Ξανάπεσε σιωπή. Ξεφυσήματα καπνού. Κάποιοι πήγαν να κάνουν κι αυτοί δαχτυλιδάκια, αλλά δεν έπιασε. Ο Κ. ήταν πιο έμπειρος σ’ αυτά τα πράγματα.

- Και μετά;
- Ε, τι μετά; Άντε και το δάγκωσες. Και του άνοιξες πληγή με τα δόντια. Και τρέχει αίμα. Αλλά ΠΡΑΣΙΝΟ;
- Κοίτα, το ότι τρέχει αίμα μπορεί να σημαίνει ότι είναι ζωντανό.
- Ναι ρε μαλάκα, αλλά ΠΡΑΣΙΝΟ;
- Ρε συ, άμα είναι στο φεγγάρι, μπορεί να είναι εξωγήινοι και το αίμα τους να είναι πράσινο.
- Λες;
- Ναι ρε, δε λένε ότι στον Άρη ζουνε κάτι πράσινα ανθρωπάκια;
- Ρε μαλάκα, τότε θα έλεγε δάγκωσα τον εξωγήινο και δεν έσταξε σταγόνα πράσινο αίμα. Όχι το φεγγάρι. Ή θα έλεγε δάγκωσα τον Άρη, όχι το φεγγάρι. Γι’ αυτό ήταν πράσινο το αίμα.
- Μαλακίες λες. Αφού δεν έσταξε αίμα τελικά, δεν ξέρουμε τι χρώμα θα είχε αν έσταζε. Μπορεί να ήταν και κόκκινο.

- Μαλακίες λέτε όλοι, αλλού είναι το μυστικό, παρενέβη ο Κ.

Σιωπή πάλι. Άρα υπήρχε μυστικό: κάτι άλλο ήθελε να πει ο ποιητής. Το βουνό πέταξε τη γόπα αποφασιστικά, σχεδόν με σιχασιά. Ύστερα κοίταξε γύρω του το εφηβικό πλήθος. Πάλι κρεμόμασταν από τα χείλη του.

- Το πράσινο, είπε στο τέλος, είναι το χρώμα της ελπίδας.

Κοιταχτήκαμε μουρμουρίζοντας «τι λε ρε μαλάκα». Εκείνος συνέχισε:

- Δηλαδή θέλει να πει ότι έφτασε μέχρι το φεγγάρι, αλλά δε βρήκε καθόλου ελπίδα, κάτι τέτοιο.

Δυνατότερα μουρμουρητά ακούστηκαν «τι λε ρε πούστη μου».

- Καλά, κι αφού ήξερες τι θέλει να πει, γιατί δεν το έγραφες να πάρεις το τριαράκι να φύγεις κύριος;
- ΚΑΙ ΠΟΥ ΝΑ ΤΟ ΞΕΡΩ εγώ ρε μαλάκα ποιο είναι το χρώμα της ελπίδας;
- Ε, και τώρα δηλαδή πού το έμαθες;
- Μου το είπανε μετά κάτι παιδιά από το ΠΑΣΟΚ.
- Έλα ρε...
- Ναι ρε...
- Κρίμα όμως να μην το ξέρεις τότε.
- Τι να κάνω ρε μαλάκα, αφού δεν είμαι ΠΑΣΟΚ.
- Κι ο ποιητής; Αυτός είναι ΠΑΣΟΚ;

- Στ’ αρχίδια μου, είπε ο Κ. ανάβοντας τρίτο τσιγάρο. Δε φτάνει που δάγκωσε το φεγγάρι ο μαλάκας έπρεπε μετά να κάτσει να το γράψει κιόλας και να μας ταλαιπωρεί; Πάει το καλοκαίρι τώρα...
- Ε, δε φταίει αυτός... Η φιλόλογος φταίει. Δεν ήξερε να βάλει κάνα πεζό;
- Ναι, την καριόλα...


Ξανά σιωπή για λίγο. Ύστερα κάποιος ακούστηκε από το βάθος.

- Δηλαδή άμα ήσουνα ΠΑΣΟΚ θα είχες περάσει τώρα;
- Δεν πα’ να γαμηθείς κι εσύ και το ΠΑΣΟΚ
, έκλεισε τη συζήτηση ο Κ.

Η ώρα περνούσε· ένας-ένας καληνύχτιζε κι έφευγε. Στο τέλος μείναμε οι δυο μας. Το σκεφτόμουνα ώρα, αλλά στο τέλος δεν άντεξα και έκανα το βήμα.

- Έχεις κάνα τσιγάρο;
- Το προτελευταίο, τυχερός είσαι.


Πήρε κι αυτός το τελευταίο και τα καπνίζαμε παρέα, σιωπηλοί. Στο βάθος, προς την ανατολή, ο ουρανός άρχιζε να παίρνει ένα αδιόρατα ροδαλό χρώμα. Τον πρόσεξα που κάτι σκεφτόταν.

- Τελικά μπορεί να μην ήταν το φεγγάρι, να ήταν κάτι άλλο. Αλλά πράσινο αίμα δε μπορεί να είχε, σίγουρα.
- Πάντως μη σκας, κανείς δεν έμεινε από Νέα, θα περάσεις.
- Θα περάσω, δεν ανησυχώ. Αλλά πάει το καλοκαιράκι, τέλειωσε.


Ύστερα σηκώθηκε, τεντώθηκε, είπε «τα λέμε» και τράβηξε κατά το σπίτι του. Άκουγα τα τσόκαρα να σέρνονται στα σπασμένα τσιμέντα (η πλατεία δεν είχε πλακοστρωθεί ακόμα). Μετά προσπάθησα - για πολλοστή φορά - να κάνω δαχτυλιδάκια με τον καπνό. Χωρίς επιτυχία, όπως πάντα. Το πέταξα όταν πια έφτασε στο φίλτρο.

Ξημέρωνε στην άδεια πλατεία.



Σ.Σ. Κάποια στιγμή μιλούσα με έναν έντρομο μαθητή της Β’ Λυκείου που είχε να διαβάσει, βράδι Κυριακής, το ποίημα του Εγγονόπουλου, το Πούσι του Καββαδία κι άλλο ένα του Ρίτσου που δεν πολυθυμάμαι. Αγαπώ τους εν λόγω ποιητές (πλην Ρίτσου, ομολογουμένως) όπως και τον Ελύτη που οι στίχοι του παρωδούνται στην ανάρτηση, οπότε μου ήρθε λίγο στραβά η απελπισμένη φάτσα του παιδιού που περιπλανιόταν ανάμεσα στις λέξεις λες και αντιμετώπιζε πυρηνικό αντιδραστήρα. Κάπου εκεί θυμήθηκα τον παλιό μου φίλο τον Κ. και το διάλογο προ 27 ετών στο καφενείο του Αυγά, τον οποίο αναπαρέστησα τσάτρα-πάτρα χωρίς πολλή ακρίβεια, προσπαθώντας τουλάχιστον να αποδώσω κάπως το κλίμα της εποχής.

Οι ακριβείς στίχοι που έπεσαν στο διαγώνισμα ( Τα Πάθη, Η', από το Άξιον Εστί του Ελύτη) είναι «Δάγκωσα τη μέρα / και δεν έσταξε ούτε / σταγόνα πράσινο αίμα». Το κατά πόσον εννοεί το πράσινο ως χρώμα της ελπίδας ή ως κάτι ανοιξιάτικο ή/και φαγώσιμο (το ποίημα αναφέρεται και στην πείνα της Κατοχής) είναι φαντάζομαι αντικείμενο συζήτησης επί έτη πολλά στο μάθημα των Νέων Ελληνικών ή όπως αλλιώς το λένε τώρα και δε θα ήθελα να παρέμβω στο έργο των φιλολόγων καθότι είμαι άλλης ειδικότητας.

Για την ιστορία, η κακιά φιλόλογος έβαλε πεζό στις επαναληπτικές και ο Κ. πέρασε άνετος και ωραίος και το επόμενο καλοκαίρι τα πίναμε παρέα και ηρωικά στο Παρθένι (εμπειρία που ίσως διηγηθώ με κάποια αφορμή στο μέλλον). Τέλος, να αναφέρω ότι εξ’ όσων γνωρίζω, ο Ελύτης μάλλον δε μπορεί να θεωρηθεί ΠΑΣΟΚ σε καμμία περίπτωση.

21/2/12

Ρεπό

Matterhorn (1849), πίνακας του John Ruskin (1819-1900) που βούτηξα από τη wikipedia που τον βούτηξε από εδώ.

Όποιος δεν έχει μυαλό έχει πόδια, λέει το απόφθεγμα, και μάλιστα πρησμένα θα συμπλήρωνα εγώ. Πάνω που ανάρρωσα σχεδόν τελείως και πηγαινοερχόμουν στα δρομάκια του Οέιρας χωρίς καμιά ιδιαίτερη προσπάθεια και μόνο με μια ελαφρά διόγκωση στους αστραγάλους, με έπιασε αυτή η κρίση νοσταλγίας που την έχω μόνιμη βέβαια εδώ και λίγα χρόνια, οπότε βλέποντας ότι τη Δευτέρα δεν υπήρχε το προγραμματισμένο εργαστηριακό «μήτιγκ» ζήτησα (και πήρα) τη μέρα ρεπό. Μετά έψαξα να βρω εισιτήρια για Ελλάδα, και τότε μόνο συνειδητοποίησα την ισχύ του αποφθέγματος.

Θέλετε να πάτε στην Ελλάδα από Λισσαβώνα το βράδι της Παρασκευής; Υπέροχα, σε τρεις-τέσσερις ωρίτσες θα είστε εκεί. Θέλετε να γυρίσετε από την Ελλάδα τα χαράματα της Τρίτης όπως νομίζατε ότι μπορούσατε μέχρι πρότινος; Καμμία τύχη. Το βράδι της Δευτέρας έστω; Φυσικά, αφού πρώτα έχετε την υπομονή να πάτε μια βόλτα ως τη Φραγκφούρτη ή το Παρίσι ή τη Γενεύη. Και να ξεκινάτε πουρνό-πουρνό, έτσι ώστε το ρεπό σας να το περάσετε κυρίως στους ουρανούς και τα αεροδόμια της Ευρώπης, αντί για την πάτρια πόλη σας, περιτριγυρισμένος από αγαπημένους φίλους. Ας όψεται· Παρασκευή, μετά τη δουλειά, κατηφόρισα πάλι τα δρομάκια του Οέιρας κουβαλώντας μια τεράστια βαλίτσα. Πήρα το τραίνο για το Καΐς ντε Σοντρέ κι από κει το λεωφορείο του αεροδρομίου, κι έφτασα σε λιγότερο από μια ώρα συνολικά. Έκανα τσεκ-ιν δίνοντας την τεράστια βαλίτσα μου διόμισι ώρες πριν την αναχώρηση. Βέβαια η βαλίτσα ήταν πανάλαφρη, καθώς περιείχε μόνο ένα υπερβολικό μπουφάν και μια άλλη πολύ πολύ μικρότερη βαλιτσούλα με δυο-τρεις αλλαξιές. Η υπάλληλος μου είπε με συμπόνοια «ήρθατε λίγο νωρίς». Το ήξερα, αλλά είχα τους λόγους μου.

Άρχισα να ψάχνω τα μαγαζιά στο έρημο αεροδρόμιο. Έχοντας μια μικρή ανησυχία για το πρήξιμο στους αστραγάλους ήθελα να βρω ένα ζευγάρι κάλτσες «συμπίεσης» που υποτίθεται προστατεύουν τα πόδια. Τις πέτυχα σε ένα μαγαζί με σουβενίρ. Στην τιμή που τις αγόρασα είναι οι πιο ακριβές κάλτσες που έχω αγοράσει ποτέ, και δε βλέπω να αγοράζω ακριβότερες στο μέλλον. Μου φάνηκε πάντως κάπως αταίριαστο να αλλάζω κάλτσες δημοσίως και χώθηκα στις τουαλέτες. Ατυχώς οι κάλτσες έφταναν μέχρι το γόνατο και χρειάστηκε να κάνω μια ολόκληρη διαδικασία απέκδυσης-επανένδυσης μέχρι να καταφέρω να τις φορέσω, διαδικασία που απειλήθηκε να διακοπεί βιαίως από την παρέμβαση μιας καθαρίστριας που αρνιόταν να δεχτεί ότι κάποιος μπορεί να είναι πέντε ολόκληρα λεπτά σε μια τουαλέτα αεροδρομίου χωρίς να είναι ανώμαλος κάποιου είδους, κι άρχισε να χτυπάει, να φωνάζει και να περνάει τη σκούπα κάτω από την πόρτα με κίνδυνο να μου εξορίσει κάνα παπούτσι δυο τουαλέτες παραδίπλα.

Διαμαρτυρήθηκα εντόνως στα αγγλικά, γλώσσα που φυσικά η γυναίκα δεν κατάλαβε, αλλά μάλλον θα της φάνηκε πιο νορμάλ ο «ανώμαλος» να είναι ξένος παρά Πορτογάλος, και απομακρύνθηκε. Βγήκα κι εγώ λίγο αργότερα, κρατώντας ένα ζευγάρι κάλτσες (τις παλιές) στο χέρι. Δεν είδα την καθαρίστρια απέξω, αλλά ήμουν σίγουρος ότι παραμόνευε κάπου εκεί γύρω. Χρόνια μετά, θα διηγείται στα εγγόνια της ότι κάποτε πέτυχε ένα μυστήριο ξένο που την έβρισκε με αθλητικές κάλτσες στις τουαλέτες των αεροδρομίων. «Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου», θα λέει στα έντρομα εγγονάκια...

Πέρασα τον έλεγχο χωρίς επιπλοκές και πρόσεξα με θλίψη στο duty-free τις ίδιες κάλτσες συμπίεσης που φορούσα σε τιμή αισθητά χαμηλότερη από όσο τις είχα πάρει. Επανέλαβα με τελετουργικό τρόπο τη φράση “Eu não falo português” (Δεν μιλάω πορτογαλικά) στην ταμία και σε κάνα-δυο άλλους που ήθελαν να μου πουλήσουν πιστωτικές κάρτες και συνδρομές τηλεόρασης. Έφτασα στην έρημη πύλη μιάμιση ώρα πριν την απογείωση· φυσικά το αεροπλάνο δεν είχε έρθει ακόμα. Έβγαλα από την τσάντα το «Σφαγείο Νο 5» του Κέρτ Βόννεγκατ, που πάντα ήθελα να διαβάσω και ποτέ δεν έτυχε. Το τελείωσα λίγες ώρες αργότερα, κάπου πάνω από τη Σικελία. Ήταν καλό.

Δευτέρα μεσημέρι, με κάλτσες συμπίεσης στα πόδια και το υπερβολικό μπουφάν στο χέρι, έσερνα το μικροσκοπικό βαλιτσάκι μου στις πλάκες του Ελ-Βελ (η μεγάλη βαλίτσα είχε επιστραφεί στους γονείς μου, όπου και ανήκει). Βρήκα τα γκισέ της Swiss· υπήρχε μια μικρή ουρά στη business class και μια μεγαλύτερη στο web check-in / luggage drop-off. Στο γκισέ της οικονομικής θέσης δεν υπήρχε κανένας. Ρώτησα αν ήταν η πτήση για Γενεύη και ο υπάλληλος έγνεψε καταφατικά. Συμπλήρωσα ότι πάω Λισσαβώνα, αλλά δεν έδειξε καμμία έκπληξη. Με έστειλε στην πύλη τάδε.

Αγόρασα αθλητική εφημερίδα (ίσως για πρώτη φορά στη ζωή μου, αλλά οι πολιτικές που διάβαζα έχουν κλείσει κι αυτές που κυκλοφορούν δεν τις αντέχω) και σπρώχτηκα στον έλεγχο, όπου έπρεπε να αποδείξω όχι μόνο ότι το λάπτοπ είναι λάπτοπ, αλλά και ότι η φωτογραφική μηχανή είναι φωτογραφική μηχανή. Ευτυχώς φορούσα τιράντες αντί για ζώνη, διότι θα με έβαζαν να αποδείξω ότι οι τρύπες είναι τρύπες. Έφτασα στην πύλη λίγο πριν την επιβίβαση· ίσα που πρόλαβα να ρίξω μια ματιά στο «2666» του Ρομπέρτο Μπολάνιο. Ένα ταξίδι-γίγας απαιτεί αντίστοιχο βιβλίο και ο μακαρίτης το είχε γράψει πέντε βιβλία στη συσκευασία του ενός, βγήκε πάνω από χίλιες σελίδες στην ελληνική έκδοση.

Δυσκολεύτηκα να συγκεντρωθώ στην ανάγνωση πάντως. Κάθησαν δίπλα μου μια γυναίκα κι έναν άνδρας· ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω το είδος της μεταξύ τους σχέσης. Σε όλη τη διαδρομή αυτός της έλεγε πόσο ηλίθια είναι κι εκείνη απαντούσε πόσο άχρηστος είναι. Μιλούσαν διαρκώς, χωρίς να ανεβάζουν καθόλου τον τόνο της φωνής τους, αλλά βριζόντουσαν ανηλεώς. Δε σταμάτησαν ούτε κατά τη διάρκεια του καχεκτικού γεύματος (μια άθλια μινιατούρα ζυμαρικά μπολονέζ και για επιδόρπιο ένα δείγμα κέικ μνημοσύνου). Κάποτε αυτός την έλεγε μαλακισμένη, κάποτε αυτή τον έλεγε κρετίνο ή καθυστερημένο. Όχι σαν προσβολή, σα διαπίστωση. Ενίοτε σταματούσαν και ειρωνευόντουσαν παρέα κάποιον άλλον που καθόταν αλλού. Μετά επέστρεφαν στο μεταξύ τους βρίσιμο. Αναρωτήθηκα γιατί να μιλάνε ελληνικά· δε μπορούσαν να μωρολογούν στα σουηδικά να μην πιάνω λέξη; Αναρωτήθηκα πάλι αν θα ήταν σκόπιμο να τους φέρω το βιβλίο στο κεφάλι (είναι και βαρύ) μπας και βγάλουν το σκασμό. Τζίφος· το βιβλίο μου έπεσε από το χέρι και προσγειώθηκε κάτω από το κάθισμα σε μια μη προσβάσιμη θέση.

Βούλωσα τα αυτιά μου με τα χέρια μπας και αντέξω μέχρι που είδα άξαφνα τη γη να πλησιάζει. Δεν κατεβαίναμε ακόμα, η γη ανέβαινε· ήταν οι Άλπεις. Κάναμε μια βόλτα γύρω από το Matterhorn, για το οποίο ο πιλότος φαινόταν πολύ συγκινημένος και περήφανος (φαίνεται θα είναι κάτι εμβληματικά ελβετικό, σαν τη σοκολάτα, τις τράπεζες και τα ρολόγια). Με την ευκαιρία θυμήθηκα να γυρίσω το ρολόι μια ώρα πίσω. Μετά είδα από ψηλά τη λίμνη της Γενεύης και θυμήθηκα το «Ο Αστερίξ στους Ελβετούς» και τον φουκαρά που έχανε τη μπουκίτσα του στο όργιο-φοντύ. «Η λίμνη είναι γεμάτη αδέξιους ανθρώπους», είχε πει στους έκπληκτους Γαλάτες. Σκέφτηκα ότι μια και όποιος δεν έχει μυαλό έχει πόδια (έστω με κάλτσες συμπίεσης) μήπως μου μέλλει κι εμένα να βρεθώ σε καμιά λίμνη στο μέλλον έτσι όπως μου πέφτουν τα πράγματα (το βιβλίο καλή ώρα), αλλά παρηγορήθηκα σύντομα διότι σιγά μην έχανα μπουκίτσα (εδώ δε χάνω ούτε των διπλανών, τη δική μου θα χάσω;). Ευτυχώς προσγειωθήκαμε κάποτε και οι διπλανοί πήγαν να βριστούν αλλού. Μάζεψα το βιβλίο ανακουφισμένος.

Και προπαντός προσοχή στη μπουκίτσα σας, η λίμνη είναι γεμάτη αδέξιους ανθρώπους.

Περιπλανήθηκα για λίγο στο αεροδρόμιο, περιμένοντας την ανακοίνωση της πτήσης για Λισσαβώνα. Με λίγη καλή διάθεση χάζεψα το βιντεάκι που έδειχναν όλες οι οθόνες όπου ένας μικρούλης ελβετόπαις, άλλη δουλειά δεν είχε, καθοδηγεί διάφορους ενήλικες σε ποιο κουβαδάκι να πετάξουν τα σκουπίδια τους. Σε μια άλλη παραλλαγή, λίγο πιο υποσχόμενη, δύο άγνωστοι ταξιδιώτες (αντιθέτου φύλου και αναπαραγωγικής ηλικίας φυσικά) πετάνε τα σκουπίδια τους ταυτόχρονα στο «σωστό» κάδο· αφού έχουν κάνει το καθήκον τους κοιτάζονται με νόημα (έτσι ξεκινάνε οι καλές οι γνωριμίες στην Ελβετία, φαίνεται) και πάνε παρακάτω. Ατυχώς δεν υπήρχε παραλλαγή όπου απαίδευτος νότιος πετάει τα πλαστικά στα χαρτιά και τανάπαλιν ώστε να του την πέφτουν ταυτόχρονα το ζεύγος των αγνώστων και ο ελβετόπαις και να τον κάνουν ασήκωτο, οπότε εγώ το μεταχειρισμένο χαρτομάντηλο όπου φύσηξα τη μύτη μου το πέταξα στα «λοιπά σκουπίδια» και όχι στα χαρτιά. Ύστερα επέστρεψα στο βιβλίο μου μέχρι την απογείωση.

Στο δεύτερο αεροπλάνο γύρισα το ρολόι άλλη μια ώρα πίσω. Ήλπιζα ότι το φαγητό των Πορτογάλων θα ήταν καλύτερο από των Ελβετών, αλλά φυσικά έπεσα έξω, καθώς κατέφτασε ένα περίεργο ψαροζυμαρικό μινιατούρα (πάντα...) συνοδευόμενο από μια μεταφυσική φρουτόκρεμα. Μεταφυσική, διότι μόλις την άνοιγες γινόταν ιπτάμενη, και προσγειωνόταν πότε στα καθίσματα και πότε στα ρούχα (στη δική μου περίπτωση και στα δύο). Δεν ανησύχησα πάντως, καθώς πρόσεξα την ίδια μεταφυσική συμπεριφορά της φρουτόκρεμας και στους άλλους επιβαίνοντες. Οι πιο προνοητικοί αποφάσισαν να αφήσουν το τζίνι στο μπουκάλι. Εγώ δεν είμαι τέτοιος τύπος: αφού την έκανα τη ζημιά, καταβρόχθισα όλη την εναπομείνασα φρουτόκρεμα από το κεσεδάκι (άλλωστε δε νομίζω να ξαναφάω κάτι τέτοιο όσο ακόμα έχω δόντια).

Σταμάτησα το βιβλίο γύρω στην εκατοστή σελίδα (έμειναν άλλες εννιακόσες) για να χαζέψω την τελευταία προσγείωση στη νυχτερινή Λισσαβώνα. Λίγο αργότερα, μπαίνοντας σε μια από τις τουαλέτες του αεροδρομίου, κοίταξα με απροσποίητο ενδιαφέρον την καθαρίστρια που σφουγγάριζε απέξω. Πρέπει να είχε εγγόνια σίγουρα. Παρέλαβα το μικροσκοπικό βαλιτσάκι και βγήκα φορώντας το υπερβολικό μπουφάν στη ζεστή νύχτα. Είπα στον ταξιτζή το αναπόφευκτο “Eu não falo português” και μου είπε νο πρόμπλεμ, μιλάει αυτός αγγλικά. Φυσικά και δε μιλούσε, μου πήρε κάνα δεκάλεπτο να του εξηγήσω ότι δεν του έδινα όνομα ξενοδοχείου αλλά διεύθυνση σπιτιού και γι’ αυτό δεν το έβρισκε εκεί που έψαχνε στο GPS. Φτάσαμε κάποτε· ευχαρίστησα πορτογαλικότατα και ανέβηκα σε αυτό που πρέπει να μάθω να αποκαλώ «σπίτι μου».

Άνοιξα τη μικροσκοπική βαλιτσούλα, κι έβγαλα τις δυο-τρεις αλλαξιές, καθώς και μερικά ενθυμήματα από την Ελλάδα (ένα φωτιστικό μπατίκ που μου χάρισαν κάποτε οι κουμπάροι μου, κάτι ποτηράκια για οδοντόβουρτσες μπάνιου, φακές ψιλές βιολογικές, ένα τεμάχιο χαλβά, καφέ Λουμίδη και νεσκαφέ – μόνο τη φέτα και τα ντολμαδάκια αμέλησα). Ύστερα πήγα στην κρεββατοκάμαρα, έβγαλα τα παπούτσια, και υπό το φως του άρτι τοποθετηθέντος φωτιστικού-μπατίκ έκανα την καλύτερη κίνηση εκείνης την ατελείωτης μέρας. Αφαίρεσα αργά-αργά τις συμπιεστικές κάλτσες και κούνησα τα δαχτυλάκια μου πάνω-κάτω και ξανά πάνω-κάτω.

Ναι, ήταν ζωντανά. Ηδονή, ηδονή απερίγραπτη.

11/2/12

Η δικιά μου


...δε με τρομάζει το τέρας ούτε κι ο άγγελός μου, ούτε το τέλος του κόσμου, με τρομάζεις εσύ...

Απ’ το πρωί τσακώνομαι. Όχι ακριβώς, όχι κυριολεκτικά, αλλά συνήθως στα social media είμαι ψύχραιμος και αποφεύγω τις επικαιρικές αναφορές κάνοντας τάχα μου χιούμορ παρά βαρύγδουπες τοποθετήσεις. Φροντίζω να μην αντιπαρατίθεμαι σε προσωπικό επίπεδο με κανέναν (άλλωστε φέισμπουκ-ξεφέισμπουκ, όλοι φίλοι μου είναι λίγο πολύ στ’ αλήθεια) και να μην προσβάλλω τον κόσμο, ακόμα κι αν διαφωνούμε ολοσχερώς. Ξέρετε τώρα, κάτι η «χαμηλών τόνων» αντίληψη που έχω για το πώς πρέπει να διεξάγεται ο διάλογος, κάτι μια ορισμένη - συμβατική έστω - ευγένεια που μου βγαίνει λόγω αγωγής, κάτι που καλώς ή κακώς αποφεύγω να ασχολούμαι στο ιστολόγιο με την επικαιρότητα, μέχρι τώρα τις μπανανόφλουδες τις είχα γλυτώσει, σχεδόν.

Αλλά από το πρωί δε μπορώ να κάτσω σε ησυχία. Ίσως να άρχισε βέβαια χτες-προχτές που κάποιος μου έλεγε πάλι θεωρίες συνομωσίας και πώς κάποιοι μας έχουν βάλει στο μάτι, ειδικά εμάς. Ρώτησα ποιοι είμαστε εμείς. «Οι Έλληνες», μου απάντησαν. Ρώτησα αν στους Έλληνες είμαι κι εγώ (δεν ξέρεις ποτέ), και ο μακροχρόνια άνεργος και ο Ανδρέας Βγενόπουλος. Δεν περίμενα την απάντηση, πέρασα στην αντεπίθεση: «Τι είναι καπιταλισμός και πώς δουλεύει, ξέρουμε;». Προφανώς η συζήτηση δεν οδηγήθηκε πουθενά, αλλά μου μπήκε ο διάολος φαίνεται και σήμερα ξύπνησα φουντωμένος.

Και τότε έσκασε το πρώτο χτύπημα: «Αγοράστε όλοι ελληνικά προϊόντα». Μάλιστα. Σοφόν το σαφές. Και μετά τι θα γίνει; «Μα μόνο έτσι θα βγούμε από την κρίση». Εκεί αρχίζω να γαργαλιέμαι, και χωρίς να είμαι καθηγητής οικονομικών και να μπορώ να αναλύσω την περίοδο του μερκαντιλισμού, πριν από την πρώτη παγκοσμιοποίηση του 19ου αιώνα, αντιλαβάνομαι πόσο έωλο είναι το επιχείρημα. Ειδικά αν το εφαρμόσουν και οι ξένοι και αντί να έρθουν σε εμάς για διακοπές κάτσουν στα αυγά τους και μας αφήσουν σύξυλους. Επίσης, όποιος μου βρει ελληνικό υπολογιστή, αυτοκίνητο ή έστω ποδήλατο, κερδίζει χρυσούν ωρολόγιον· ελληνικό βέβαια. Και να ψωνίσετε ελληνικά ρούχα, από ελληνικά υφάσματα. Αν βρείτε βέβαια, διότι μας πρόλαβαν οι Κινέζοι (όταν ήμουν πιτσιρικάς είχαμε βιοτεχνίες, μετά έστω φασόν – τώρα πλέον τίποτα). Αφήνω κι ένα σχόλιο για την ελληνικότητα του ελληνικού καφέ (αραβοαφρικανικής προέλευσης και τουρκικής συνταγής) και εισπράττω τα επαινετικά σχόλια διαφόρων φίλων· συμπτωματικά ή όχι όλων αποδήμων, σαν εμένα.

Στο μεταξύ όμως έρχεται το δεύτερο. Φίλτατος κατά τα λοιπά συμπατριώτης ποστάρει εικόνα όπου τσολιάς με γιαταγάνι κρατάει ως τρόπαια τα κεφάλια διαφόρων πολιτικών. Όσοι με ξέρουν, γνωρίζουν τη λατρεία που τρέφω στη συγκεκριμένη ομάδα συνανθρώπων μας, αλλά για μισό λεπτό ρε παλληκάρια, και ο Γιωργάκης και ο Αντωνάκης και ο Καρα-πως-τον-λένε, και η Αλέκα και ο Τσίπρας, στο ίδιο τσουβάλι μπαίνουνε; Δηλαδή είτε είμαστε με το μνημόνιο είτε δεν είμαστε, είτε διορίζαμε τη μάνα μας και τον πατέρα μας είτε είμασταν μια ζωή στην απέξω, ένα και το αυτό; Αρχίζω και φιτιλιάζω για τα καλά και τότε έρχεται απανωτά το τρίτο: «Ο λαός απαιτεί τις κρεμάλες στη Βουλή».

Προς στιγμήν αισθάνομαι σα να με μπατσίσανε στα μούτρα. Χώρια που κι εγώ λαός είμαι και η γνώμη μου είναι εντελώς διαφορετική αλλά δε με ρώτησαν, ποια Βουλή ρε κακόμοιροι, είδατε ποτέ σας να παίρνονται οι αποφάσεις στη Βουλή; Ακόμα και στις «καλύτερες» μέρες της Δημοκρατίας μας, σε κλειστά δωμάτια άγνωστων συσκεπτομένων παιρνόντουσαν οι αποφάσεις· οι περιδεείς, αγράμματοι, σαρξ εκ της σαρκός μας βουλευτές που έβαζαν (όχι όλοι, ε;) μια σφραγιδούλα από πάνω σας φταίνε; Οι τράπεζες, τα hedge funds, οι έμποροι και οι μεσάζοντες όπλων, οι υπηρέτες μιας ορισμένης τάξης, ο ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ γαμώτο, δεν σας λέει τίποτα; Και ποιος τους ψήφιζε δηλαδή αυτούς που θα κρεμάσετε; Ποιος έβγαζε τον ένα αποτυχημένο για να αντικαταστήσει τον άλλο αποτυχημένο και μετά να ξαναφέρει πίσω τον πρώτο; Ποιος επέτρεψε να βγαίνουν πρωθυπουργοί άνθρωποι με το ίδιο επίθετο επί τρεις γενιές;

Πάνω που αποφασίζω να μην πάρω μέρος στην κουβέντα με τις κρεμάλες και τα γιαταγάνια, μου έρχεται το τέταρτο: «Ένας ηγέτης λείπει, να πει στους ευρωπαίους να πάνε να γαμηθούν». Δεν ξέρω αν είναι πιο γελοία η υπογραφή Χάρυ Κλυν από κάτω ή το ίδιο το κείμενο. Κρατάω όσο μπορώ τα νεύρα μου ενώ απαντάω στη φίλη που το πόσταρε (κι αυτή απόδημη, και μέσα στην καρδιά του κτήνους η κακομοίρα) ότι μέσα σε όλα τα άλλα, μόνο ο Φύρερ μας έλειπε, ή ίσως ο Ντούτσε επί το γελοιωδέστερον. Ξέρω βέβαια ότι σε πολλούς λείπει· αλίμονο, είναι πολύ πιο εύκολο το να ακολουθείς τυφλά κάποιον (στην ανάγκη τον θυσιάζεις τελετουργικά στο τέλος) από το να βασανίζεις το μυαλό σου με τα ερωτήματα του πώς και του γιατί και πώς φτάσαμε εδώ και τι κάνουμε τώρα. Και μάλιστα για ζητήματα τεράστια, με ιστορία αιώνων (ο καπιταλισμόοοοοοος λέμε) που είναι πολύ κουραστικό ακόμα και να αρχίσεις να τα σκέφτεσαι, όχι να βρεις άκρη κιόλας.

«Αλλά άμα δε βασανίσεις το μυαλό σου, άμα δεν ψαχτείς, καμμιά λύση δε θα ‘ρθει μόνη της», σκέφτομαι, παρόλη την ανάγκη πολλών να τους καθησυχάζουν και να τους λένε ότι τα βάσανά τους θα τελειώσουν εδώ δίπλα, στην άλλη γωνία (η ίδια λογική που μνημόνιο το μνημόνιο μας έφερε μέχρι εδώ), ή ότι θα κάψουν τη Βαστίλλη και με κάποιο τρόπο δεν θα τους προκύψει μια σειρά πολέμων κι ένας Βοναπάρτης αυτοκράτωρ ή μετά μια παλινόρθωση κι ένας Μέττερνιχ και δεν ξέρω τι άλλο. Κι εκεί που κάθομαι αποκαμωμένος, σκάει και το πέμπτο: «Όλοι στο προφίλ σας την ελληνική σημαία!» Α, ναι; Και γιατί ρε παιδιά τη σημαία; Τι ακριβώς σημαίνει εκεί που είχα τους υπέροχους κοιλιακούς μου ή τις παιχνιδιάρικες βυζούκλες μου ή την πανοραμική φάτσα μου, να ανεβάσω εννιά λωρίδες μπλε-άσπρο με σταυρουδάκι; Τους κάναμε τα μούτρα κρέας; Τους δώσαμε και καταλάβανε; Έφυγε η τρόικα; Σώσαμε (έστω) την αξιοπρέπειά μας;

Με παρηγορεί η φίλη (απόδημη...) που γράφει «δεν αντέχω πια να βλέπω την ακρόπολη και τις αναρτήσεις του τύπου "θυμήσου την καταγωγή σου". Είναι εκτός θέματος!! δηλαδή είναι εξαιτίας της καταγωγής ενός λαού που δεν του αξίζει η ανεργία, η πείνα και η ανέλπιδη ζωή?? Δεν είναι εθνικιστικό το πρόβλημα, είναι απλά ανθρώπινο», με παρηγορούν τα 15 like από κάτω· δεν είμαστε τελείως μόνοι. Αλλά με απελπίζουν τα απανωτά χτυπήματα, όπως με απελπίζει το ανερχόμενο ποσοστό της Χρυσής Αυγής (ο φύρερ, ο φύρερ...), η αμνημοσύνη πολλών φίλων μορφωμένων και ανοιχτομάτηδων δήθεν, ο ωκεανός των κλισέ και η επέλαση της βλακείας. Και κάποια στιγμή δεν αντέχω άλλο κι όπως ακούω την «Πατρίδα» του Αλκίνοου, αρχίζω και φωνάζω (και οι τοίχοι του άδειου πορτογαλικού σπιτιού μου αντηχούν παράξενα):

- Άστε κάτω τη σημαία, ρε πούστηδες, δεν είναι δικιά σας.

Δε σας τη χαρίζω, γαμώτο.



Χαμένες παραδόσεις κι ατέλειωτες πιστώσεις, το νεκρό πώς να τον σώσεις; Κι όμως, εγώ αλλιώς την έχω νοιώσει, και δε σας τη χαρίζω λέμε...

5/2/12

Φεβρουάριος (Κώστας Καναβούρης)



Κάθομαι και ακούω τον Φεβρουάριο. Το κρύο του και τα μουντά του απογεύματα που θα έρθουν. Αυτή την πρώτη Κυριακή του.

Κάθομαι και ακούω τους ανθρώπους να περνούν βιαστικά ή, μάλλον, να προσπερνούν το κρύο βαδίζοντας ποιος ξέρει σε ποιαν άνοιξη; Κάθομαι μέσα στο σπίτι και έχω τα φώτα ανοιχτά στη συννεφιά και στα ονόματα που θα ήθελα να συναντήσω και να τα ξαναπώ. Καιρός να βρεθούμε.

Καιρός να βραχούμε. Το ραδιόφωνο είναι κλειστό. Η τηλεόραση είναι κλειστή. Οι κυριακάτικες εφημερίδες περιμένουν υπομονετικά να τις ξεφυλλίσω. Ειδήσεις, αναλύσεις, εμβαθύνσεις, εκτάσεις και προεκτάσεις. Σιωπή.

Ένας σιωπηλός πολιτισμός της Κυριακής μέσα στο σπίτι, ψάχνοντας για λίγη πολυτέλεια αισθήσεων. Και κρύο. Το αληθινό χειμωνιάτικο κρύο που έρχεται από παντού!

Κάθομαι και ακούω τον Φεβρουάριο. Στάζει από τη λέξη του. Ξαναλέω μέσα μου τα τραγούδια του, αλλά όχι φωναχτά. Το είπαμε: Κυριακάτικη σιωπή από μάτια που δεν είναι εδώ. Καλύτερα, παρά να ακούς τραγούδια που δεν θέλησες. Λέω ν' αφήσω απ' έξω τις ειδήσεις.

Σήμερα που είναι Κυριακή, λέω να ψάξω τις γωνίες του σπιτιού μου, βρίσκοντας ξεχασμένα μυστικά και ανακαλύπτοντας τριγμούς καλοκαιριών. Εδώ. Μέσα στο κρύο.

Έχει ρυθμό το κρύο. Σου επιβάλλει έναν ορισμένο τρόπο κινήσεων, ευθύβολων όσο και εκηβόλων. Σου επιτρέπει να μην ακούς παρά μονάχα τον αέρα του ανείπωτου. Σου επιτρέπει να ακούς τα μάτια που δεν είδαν και να λυπάσαι. Όχι γι' αυτά.

Για σένα που δεν τα έκανες να δουν έναν ολόκληρο Φεβρουάριο. Που δεν τα πήγες ως την άνοιξη με την ποιότητα Φεβρουαρίων.

Κάθομαι και ακούω τον Φεβρουάριο. Βουίζει από σιωπή. Μου αρέσει. Αυτή την Κυριακή δεν θέλω να ακούσω τίποτε άλλο. Θα πάρω τον εαυτό μου από το χέρι και θα τον ξεναγήσω στα ερείπια της λύπης του και της χαράς του.

Βγάζοντας χώμα από το χρόνο του. Προσθέτοντας τη χαμηλή θερμοκρασία της ελπίδας του. Και αυτόν τον Φεβρουάριο που δεν θα ξαναέρθει. Τα βήματα έξω από το σπίτι είναι ανθρώπων που περνούν και όχι που έρχονται. Ειδήσεις που περνούν και βιάζονται.

Κηλίδες συννεφιάς που ανεβαίνει από το βυθό. Απαλά, σαν λέξη ξεχασμένη από παλιά ποιήματα. Ευωδιάζοντας άλλες λέξεις. Και τότε όλα αλλάζουν.

Γι' αυτό κάθομαι και ακούω τον Φεβρουάριο. Για τις άλλες του λέξεις. Για όλα τα λιγάκι πριν του κρύου. Για όλα τα παιχνιδίσματα της μοναξιάς του.

Για το κρύο που έρχεται για να προσπεράσει και σε κάνει να θυμάσαι το κορμί σου. Σήμερα που είναι Κυριακή, δεν περιμένεις τίποτα και όλα αρχίζουν. Τέρμα λοιπόν η σιωπή. Θα ανοίξω το ραδιόφωνο. Θα αφήσω να με ξεγελάσουν τα τραγούδια. Θα ανοίξω την εφημερίδα, να παρελάσει ο κόσμος.

Θα πω το κρύο με αντίδοτο αιχμής: περιμένω.




Κώστας Καναβούρης - Υπάρχει λόγος
Η ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΑΥΓΗ - 2 Φεβρουαρίου 1997



Σ.Σ. Το κείμενο αρχειοθέτησα ως απόκομμα το 1997 και ανάρτησα πρώτη φορά πριν τέσσερα χρόνια, στη φρέσκια τότε Ροβυθέ. Είπα να το ξαναβγάλω στον αφρό, αφού το αναγνωστικό μου κοινό έχει αλλάξει αρκετά από τότε, και ελάχιστοι θα κάτσουν να ξεθάψουν τα παλιά ντουλάπια. Ενθύμιο μιας εποχής που οι εφημερίδες ήταν ακόμα χαρτί τυπωμένο, κι η ανάγνωσή τους μια μικρή απόλαυση του πρωινού της Κυριακής. Αγνοώ ποιος είναι ο συγγραφέας του, με τι ασχολείτο τότε ή σήμερα. Απλά μου άρεσε.

Κατά τα λοιπά, δεκαπέντε χρόνια και τριάμισι χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, περιμένω...