ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


«Πόθοι στις καλαμιές»: ένα σήριαλ

(Work in progress)

Αν και το εκκλησάκι στο βάθος δε φαίνεται, το υπόλοιπο σκηνικό ταιριάζει (μέχρι και το σκάφος...). Οι καλαμιές είναι λίγο πιο δεξιά.

Σενάριο: Ελευθεριακή Κολεκτίβα «Καβάλα στο καλάμι».

Το Σκηνικό: Ένα απομακρυσμένο νησί του Αιγαίου, ένα γραφικό λιμανάκι. Απέναντι βρίσκεται ένας μικρός όρμος, που καταλήγει σε μια ήρεμη ακτή, ικανό μέρος της οποίας έχει μετατραπεί σε ξέρα. Στην άκρη της ξέρας υπάρχει μια μικρή λιμνούλα και δίπλα ένας οικίσκος που στεγάζουν τις βάρκες το χειμώνα. Πάνω από την ακτή υπάρχουν μερικά σπίτια, ανάμεσά τους δεσπόζει ένα Αρχοντικό. Στο βάθος ξεχωρίζει ένα εκκλησάκι, ενώ ανάμεσα σε αυτό και την ήρεμη ακτή παρεμβάλλονται χωράφια με καλαμιές. Είναι καλοκαίρι. Ακούγονται τζιτζίκια και θρόισμα από καλαμιές.

Ενδεικτικές σκηνές:

Σκηνή 1η: Μια καλοκαιρινή μέρα, ελάχιστοι λουόμενοι βρίσκονται στην ήρεμη ακτή. Ένας Ιντελεκτουέλ Τύπος βηματίζει αργά πάνω-κάτω στην ξέρα, διαβάζοντας εμβριθώς ένα βιβλίο. Πού και πού ρίχνει καμμιά ματιά στο πέλαγος. Τον σχολιάζουν χαμηλόφωνα δύο Καλοδιατηρημένες (παρά την ηλικία τους) γυναίκες (μια Ξανθιά και μια Καστανή) που βρίσκονται στο μπαλκόνι ενός από τα μικρά σπίτια δίπλα στο Αρχοντικό. Η Ξανθιά πλέκει βελονάκι, η Καστανή επίσης, αν και ενίοτε παρατάει το βελονάκι και κάνει πρόβα Τάι-Τσι. Καμμιά τους δε χάνει κίνηση στην παραλία. Ανάμεσα στις καλαμιές, κοντά στο εκκλησάκι, μια Φτωχή Χωριατοπούλα αρμέγει κάτι κατσίκες. Αναστενάζει, κοιτάζει προς την ακτή, και μένει καρφωμένη στον Ιντελεκτουέλ Τύπο.

Στο βάθος, ένας Αρχιτέκτονας έχει στήσει τα σύνεργά του και αποτυπώνει το Αρχοντικό, που έχει χαρακτηριστεί μνημείο παγκόσμιας αρχιτεκτονικής κληρονομιάς. Μια ζωγράφος με φουλάρι και καπέλο α-λα-Βαν Γκογκ ζωγραφίζει δίπλα στον οικίσκο. Μια διερχόμενη Αλαφροΐσκιωτη (Κόρη Αντάρτη) κοιτάζει με ενδιαφέρον το καβαλέτο της ζωγράφου, όπου απεικονίζεται ο Ίκαρος να πέφτει στο πέλαγος (κάπως μινιμαλιστικά βέβαια). Ύστερα αρχίζει να ανηφορίζει προς το σπίτι της, που επίσης γειτνιάζει με το Αρχοντικό.

Από τη θάλασσα έρχεται ένα σκάφος· για μια στιγμή όλοι προσηλώνονται σε αυτό. Στο μπαλκόνι του Αρχοντικού εμφανίζεται η Αρχόντισσα και κοιτάζει προς τη θάλασσα (ακούγεται η μουσική από το «Σα σταθείς ψηλά στο παραθύρι, θα 'χω στα μαλλιά τ' άστρο του Νοτιά»). Το σκάφος αντί να αράξει στο γραφικό λιμανάκι, προσεγγίζει τον όρμο μπροστά στην ακτή και ρίχνει άγκυρα κάτω από το Αρχοντικό. Ωστόσο η άγκυρα ξεσέρνει και είναι πιθανή η πρόσκρουση στα βράχια. Στιγμές αγωνίας ακολουθούν, υπό το βλέμμα των λουομένων και (από ψηλά) της Αρχόντισσας, των δύο Καλοδιατηρημένων και της Αλαφροΐσκιωτης. Πάνω στην ώρα, σπεύδει ο Ιντελεκτουέλ Τύπος (και λίγο βραδύτερα και ο Αρχιτέκτονας) και με διαδοχικές βουτιές δένουν με ασφάλεια το σκάφος. Ένας Μυστηριώδης Επισκέπτης αποτελεί το μοναδικό πλήρωμα του σκάφους. Οι τρεις άντρες κάθονται αποκαμωμένοι πάνω στην ξέρα. Πρώτος μιλάει ο Αρχιτέκτονας:

- Παραλίγο, καπετάνιε.
- Λοστρόμος, τον διορθώνει ο Μυστηριώδης Επισκέπτης.

Ύστερα τα μάτια του πέφτουν στο βιβλίο που διάβαζε ο Ιντελεκτουέλ Τύπος. Το παίρνει στα χέρια του (φαίνεται ο τίτλος: «Οι περιπέτειες του κάπτεν-Νέτου»). Κουνάει το κεφάλι του στοχαστικά. Ο Αρχιτέκτονας ρωτάει:

- Το 'χεις υπόψιν σου;
- Όχι πολύ καλά, απαντάει ο Μυστηριώδης Επισκέπτης. Πάνε πολλά χρόνια από τότε που το έγραψα.

Ακούγεται η μπαλκονόπορτα του Αρχοντικού να κλείνει. (CUT)

Γραφικό λιμανάκι (ως υπόθεση εργασίας). Πού και που μπαινοβγαίνει και κάνα πλοίο, αλλά μην παίρνουμε και πολύ θάρρος...

Σκηνή 2η: Όλα είναι ήσυχα στο καφενείο του γραφικού λιμανιού. Δυο δάσκαλοι παίζουν τάβλι ανταλλάσοντας φιλοφρονήσεις. Μια Εντυπωσιακή Καλλονή με μαύρο φουστάνι με ανοιχτή πλάτη τους σερβίρει. Ένας Αλκοολικός Γέρο-Ναυτικός, αλλήθωρος από το ποτό, πίνει ούζα και διηγείται αποσπασματικές περιπέτειες στο Μπραζίλι, τον Πάναμα και την Αστράλια. Στο βάθος, ένας Μικροπωλητής (Πρώην Μουσικός που ξέπεσε) έχει στήσει πάγκο και πουλάει αυτοσχέδια φο-μπιζού. Ένας ρακένδυτος Τρελός του Χωριού περιφέρεται, αλλά κανείς δεν του δίνει σημασία. Ύστερα πηγαίνει προς το τραπέζι που κάθονται μερικοί καθηγητές του σχολείου: μια αγγελοπρόσωπη αλλά Σκοτεινή Μαθηματικός, μια Αινιγματική Γαλλικού, μια Φιλόλογος με Σκύλο. Η Φιλόλογος παίρνει το σκύλο (ένα λευκό κανίς) για βόλτα στην ήρεμη ακτή, οι άλλες δύο μένουν στο καφενείο. Ο Τρελός του Χωριού μένει μπροστά τους, και τραγουδάει με σπασμένη φωνή «έξω φυσάει αέρας κι όμως μέσα μου, μέσα σ' αυτό το σπίτι πριγκηπέσσα μου...».

Εμφανίζεται ένας αξύριστος χωρικός με τρίκυκλο και τραγιάσκα (την οποία βγάζει με δέος μπροστά στη Σκοτεινή Μαθηματικό). Εκείνη του κάνει ένα αδιόρατο νόημα, κι αυτός ως Άβουλο Όργανο σπεύδει να εκτελέσει την εντολή: βουτάει τον Τρελό του Χωριού και τον απομακρύνει από το οπτικό πεδίο της Σκοτεινής Μαθηματικού, φορτώνοντάς τον στο τρίκυκλο. Αποκαλύπτεται στο βάθος του πλάνου το σκάφος του Μυστηριώδους Επισκέπτη που λικνίζεται (γερά δεμένο πλέον) στην ήρεμη ακτή. Η Σκοτεινή Μαθηματικός υπό το αινιγματικό βλέμμα της Αινιγματικής Γαλλικού ανοίγει την τσάντα της και βγάζει ένα βιβλίο, που ακουμπάει στο τραπεζάκι του καφενείου. Η Εντυπωσιακή Καλλονή έρχεται με καφέδες, και πριν τους ακουμπήσει σπρώχνει λίγο πιο πέρα το βιβλίο. Η κάμερα ζουμάρει, και βλέπουμε ότι πρόκειται για το ίδιο που διάβαζε στην 1η σκηνή ο Ιντελεκτουέλ Τύπος. (CUT).

Σκηνή 3η: Νύχτα. Ακούγονται τριζόνια και θρόισμα από καλαμιές. Το σκάφος εξακολουθεί να λικνίζεται στην έρημη (;) ήρεμη ακτή. Η Αλαφροΐσκωτη Κόρη Αντάρτη ρίχνει τα χαρτιά μέσα σε ένα σύννεφο καπνού και ινδικών αρωματικών στικ. Ψάχνει να φέρει το βαλέ μπαστούνι δίπλα στη ντάμα κούπα, αλλά δεν της βγαίνει. Κάποια στιγμή κάτι ακούει. Κοιτάζει από το ανοιχτό παράθυρο στο πέλαγος και βλέπει ένα φτερωτό πλάσμα να κάνει τούμπες στον αέρα πριν πέσει στη θάλασσα. «Πάει, αγγελοκρούστηκα» μουρμουρίζει. «Τώρα ζωντανεύουν και οι πίνακες». (CUT)

Σκηνή 4η (Αμερικάνικη Νύχτα, ώστε ο θεατής να βλέπει τα πάντα): Την ίδια στιγμή, η Καλοδιατηρημένη Ξανθιά κάτι ακούει. Αφήνει το βελονάκι, βγαίνει στο μπαλκόνι και κοιτάζει καχύποπτα προς τις καλαμιές που θροΐζουν (ενώ δε φυσάει καθόλου). Σχεδόν αμέσως εμφανίζεται η Καλοδιατηρημένη Καστανή, ελαφρώς αναμαλλιασμένη και με λίγο τσαλακωμένα ρούχα. «Πού ήσουνα;» ρωτάει η Ξανθιά, αρχίζοντας πάλι να πλέκει. «Εδώ δίπλα.» απαντάει η Καστανή, και πιάνει ένα άλλο βελονάκι. Ακούγεται ήχος από μπαλκονόπορτα που κλείνει απότομα. Οι δυο γυναίκες κοιτάζουν προς το Αρχοντικό, μετά κοιτάζουν η μία την άλλη.

Στο μεταξύ οι καλαμιές εξακολουθούν να θροΐζουν. Κοντά στο εκκλησάκι εμφανίζεται φευγαλέα και αθόρυβα μια αρρενωπή γυμνασμένη μορφή, λες και βγήκε από τανία Κουνγκ-Φου. Τη στιγμή που εξαφανίζεται στο σκοτάδι, πίσω από το εκκλησάκι ξεπροβάλλει στιγμιαία ένα κεφάλι Φτωχής Χωριατοπούλας. Κοιτάζει προς το πέλαγος, όπου ο Λοστρόμος - Μυστηριώδης Επισκέπτης νετάρει τους κάβους τους σκάφους. Ένα γάβγισμα σκύλου ακούγεται από μακριά. «Σιωπή, Βούλη!» ακούγεται μια φωνή Φιλολόγου. «Θα πας έξω!» (FADE OUT).

Οι καλαμιές στα όρια της ήρεμης ακτής. Το εικονιζόμενο χαλί είναι κατά πάσα πιθανότητα μαγικό, και χρησιμοποιείται ως πτητική συσκευή όταν τα φτερά του Ίκαρου δε δουλεύουν πολύ καλά (άμα κάνεις παρέα με Αλαφροΐσκιωτες αυτά παθαίνεις...)


Τα πρόσωπα:

Η Αρχόντισσα: ζει στο Αρχοντικό πάνω από την ήρεμη ακτή. Είναι πλούσια. Πολύ πλούσια. Πάρα πολύ πλούσια. Ξυπνάει και βγαίνει από το πουπουλένιο πάπλωμα με μαλλί κομμωτηρίου και βλεφαρίδα κάγκελο (βαμμένη, εννοείται). Ο πατέρας της ήταν Προύχοντας του τόπου, αλλά η μάνα της αποσιωπάται (αργότερα θα μάθουμε ότι ήταν αδελφή του Αντάρτη πατέρα της Αλαφροΐσκιωτης). Από καιρού εις καιρόν βγαίνει στο μπαλκόνι και ατενίζει το πέλαγος και το γραφικό λιμάνι απέναντι (στις σκηνές αυτές ακούγεται μελοδραματική μουσική δεκαετίας 1970). Όσοι βρίσκονται στην ακτή αναστενάζουν (οι άντρες από πόθο, οι γυναίκες και οι gay από ζήλια). Στις ερωτικές σκηνές παίζει από τη μέση και πάνω. Κρύβει ένα μυστικό, αλλά δεν το κατέχει στο σύνολό του.

Ο Ιντελεκτουέλ Τύπος: Κατά κανόνα περιφέρεται πάνω στην ξέρα και διαβάζει ένα βιβλίο. Πού και πού κάνει κανένα κατόρθωμα α λα σούπερμαν (δένει άγκυρες, σώζει φτερωτούς ναυαγούς, οδηγάει φορτηγά γεμάτα κάσες με μπύρες) αλλά κατά βάσιν αδιαφορεί για τα υλικά ζητήματα, για τις γυναίκες και τα πάθη των ανθρώπων. Ποθεί απλά και μόνο να αφιερωθεί στον καθαρό στοχασμό, οπότε συνεχώς διαβάζει. Βέβαια δεν αλλάζει σελίδα ποτέ, κι έτσι ορισμένοι αναρωτιούνται αν όντως ξέρει γράμματα. Δεν κρύβει κανένα μυστικό, παρεμβαίνει όμως ακούσια στην κατεύθυνση της αποκάλυψής του, κάπου στις καλαμιές.

Ο Μυστηριώδης Επισκέπτης: Είναι εμφανώς αδυνατισμένος. Η εμφάνισή του πυροδοτεί μια αλληλουχία γεγονότων που θα αποκαλύψουν την ύπαρξη του κρυμμένου μυστικού. Εμφανίζεται ως Λοστρόμος και έχει γράψει παλιότερα ένα βιβλίο ναυτικών περιπετειών που εμπεριέχει ένα μέρος του κρυμμένου μυστικού. Φαίνεται ότι διατηρεί κάποιου είδους παλιά γνωριμία με τον Αλκοολικό Γερο-Ναυτικό και κάποια μυστηριώδη αλληλεπίδραση με το Δάσκαλο Κουνγκ-Φου (όπου ορισμένοι ανιχνεύουν κάποιο καταπιεσμένο ομοερωτικό στοιχείο). Ο ίδιος μιλάει ελάχιστα και σχεδόν μόνο με τη Φτωχή Χωριατοπούλα, σαλπάρει από το δεύτερο επεισόδιο για να εμφανιστεί μετά μόνο σε flash-back και στο γκραν-φινάλε των αποκαλύψεων.

Η Καλοδιατηρημένη Ξανθιά: Πλέκει βελονάκι. Είναι αυτοκόλλητη της Καλοδιατηρημένης Καστανής, αλλά ενδέχεται να έχει κάποιου είδους συγγένεια με την Αλαφροϊσκιωτη Κόρη Αντάρτη και την Αρχόντισσα. Δεν της ξεφεύγει τίποτα από όσα συμβαίνουν γύρω από την ήρεμη ακτή, και ειδικά στις καλαμιές. Δείχνει μια ανεξήγητη συμπάθεια και ανοχή στο παραλήρημα του Αλκοολικού Γερο-Καπετάνιου. Ειδικά τις νύχτες. Δεν κρύβει μυστικά, ειδικά από την κολλητή της, εκτός από το πού έχει φυλαγμένο εκείνο το τσίπουρο για εντριβές.

Η Καλοδιατηρημένη Καστανή. Πλέκει βελονάκι. Είναι αυτοκόλλητη της Καλοδιατηρημένης Ξανθιάς, αλλά ζει στο γραφικό λιμανάκι και επισκέπτεται την ήρεμη ακτή για ενημέρωση και ιδιωτικά μαθήματα Κουνγκ-Φου. Λόγω παράλληλων ενασχολήσεων (εμφανίζεται ενίοτε στις καλαμιές, στον οικίσκο για τις βάρκες και αλλαχού, κάπως ελαφρώς ενδεδυμένη) ορισμένα γεγονότα της ξεφεύγουν, αλλά ενημερώνεται επαρκώς από την κολλητή της. Δείχνει μια ευεξήγητη συμπάθεια και ανοχή σε όλα τα παραληρήματα, αρκεί αυτός που παραληρεί να είναι σερνικός και αρκούντως μπάνικος. Στις ερωτικές σκηνές παίζει από όλες τις γωνίες λήψης.

Η Αλαφροΐσκιωτη Κόρη Αντάρτη. Ο Αντάρτης ήξερε πολλά μυστικά, αλλά η κόρη κατ' αρχήν απλώς τα υποψιάζεται. Αναζητεί το χαμένο αρχείο που έκρυψε ο πατέρας της πριν βγει στο βουνό. H Αρχόντισσα τη φωνάζει «Θεία», αλλά προφανώς έχει παραλείψει μια γενιά (αποκαλύπτεται ότι είναι ξαδέλφες). Βλέπει διάφορα οράματα, κατά προτίμηση τον Ίκαρο να πέφτει στη θάλασσα. Ρίχνει τα χαρτιά προσπαθώντας να φέρει το Βαλέ Μπαστούνι μαζί με τη Ντάμα Κούπα. Αντί γι' αυτόν όμως εμφανίζεται το Άβουλο Όργανο με τη τραγιάσκα και το τρίκυκλο. Αν και βρίσκεται σε κοινωνική αντίθεση μαζί του, η ψυχοπονιάρα Αλαφροΐσκιωτη του ανοίγει την πόρτα (μερικοί λένε όχι μόνο την πόρτα). Άθελά του, το Άβουλο Όργανο την οδηγεί στην ανακάλυψη του χαμένου αρχείου, και ενός ακόμα μέρους του μυστικού.

Η Φτωχή Χωριατοπούλα: Φτωχή είναι, χαζή δεν είναι. Ξέρει τα πάντα για το άρμεγμα της κατσίκας και τον Ιντελεκτουέλ Τύπο. Η ίδια δεν έχει μυστικά, αλλά ονειρεύεται να ζήσει ένα μεγάλο έρωτα με κάποιον που να μην αρμέγει κατσίκες, όπως εξομολογείται στο Μυστηριώδη Επισκέπτη που είναι νυχτερινός συνομιλητής της. Όπως όλες, ζηλεύει την Αρχόντισσα, ειδικά εφόσον φοβάται ότι θα της φάει τον Ιντελεκτουέλ Τύπο, αλλά είναι και συναισθηματική και συμπονάει τους πάντες. Είναι η πρώτη που ανακαλύπτει το μυστικό, συνθέτοντας τα κομμάτια του παζλ. Τότε διαπιστώνει μια περίεργη έφεση σε ορισμένα ουρανοκατέβατα όντα, και η ζωή της αλλάζει οριστικά. Κατσίκες τέλος.

Ο Δασκαλος Κουνγκ-Φου: Στα νιάτα του αντιμετώπισε μια τιτάνια εσωτερική σύγκρουση υπό την αδιευκρίνιστη επίδραση ενός χοντρού (τότε) Λοστρόμου. Έκτοτε έχει περιπλανηθεί σε διάφορες χώρες και έχει μάθει πολλά στο δρόμο για την αυτογνωσία. Θα βρει οριστικά τον πραγματικό εαυτό του με τη βοήθεια μιας Καλοδιατηρημένης Καστανής. Για κάποιο αδιευκρίνιστο λόγο, όποτε εμφανίζεται στο πλάνο ακούγεται μουσική τύπου «τ' αστέρια από ψηλά κοιτάζουν σιωπηλά, τη νύχτα αυτή που στάθηκε ο χρόνος».

Ο Αλκοολικός Γέρο-Ναυτικός: Λίγο αλλήθωρος από το μεθύσι. Έχει γυρίσει τις εφτά θάλασσες και τις πέντε ηπείρους κι έχει μια απίστευτη παρακαταθήκη περιπετειών για να διηγηθεί αλλά είναι τόσο τύφλα που μένει πάντα στη μέση της διήγησης. Μερικοί τον θεωρούν υπεύθυνο για την εμφάνιση, πριν πολλά χρόνια, στον πληθυσμό του νησιού, μιας τροπικής μεταδοτικής νόσου (το «κακό σπυρί») και τον αποφεύγουν, με χτυπητή εξαίρεση την Καλοδιατηρημένη Ξανθιά. Ξέρει κάποιο κομμάτι του μυστικού· αγνοεί όμως τη σημασία του, και το πόσο κομβικός υπήρξε ο δικός του ρόλος στο παρελθόν των άλλων πρωταγωνιστών. Αγνοεί επίσης ότι ένα κομμάτι της ζωής του εξιστορείται στο βιβλίο που έγραψε ο Λοστρόμος (και διαβάζει ο Ιντελεκτουέλ Τύπος).

Η Σκοτεινή Μαθηματικός: Αγγελλοπρόσωπη, πανέμορφη, καλοσυνάτη, δημοφιλής. Πλην όμως, απέξω κούκλα κι από μέσα πανούκλα. Αντιπαθεί σύσσωμο το χύδην όχλο, και μισεί απεριόριστα όσους δεν ξέρουν Διαφορικό Λογισμό (δηλαδή σχεδόν τους πάντες), και ειδικά τον Ιντελεκτουέλ Τύπο, τον οποίο προσπαθεί να καταστρέψει με κάθε μέσο. Εξυφαίνει δόλια και καταχθόνια σχέδια, που εκτελεί το Άβουλο Όργανο που τη λατρεύει παθολογικά και την τρέμει. Ψηφίζει Ντόρα, διότι πιστεύει ότι είναι η μόνη (άλλη) γυναίκα που ξέρει Ολοκληρώματα. Ωστόσο η Νέμεσή της θα είναι η Φιλόλογος με το Σκύλο.

Η Αινιγματική Γαλλικού: Πολύ αινιγματική. Τόσο που απλώς χαμογελάει αινιγματικά σε όλο το σήριαλ και δεν αρθρώνει λέξη. Δεν έχει μυστικά, δεν ξέρει Παραγώγους, έχει όμως άφθονες ερωτικές σκηνές (όπου παίζει από τη μέση και κάτω) με διάφορους αινιγματικούς και μη παρτεναίρ.

Το Άβουλο Όργανο: Είναι αξύριστος χωρικός με τραγιάσκα. Έχει ένα τρίκυκλο που του κληροδότησε ένας μακρινός θείος του (ονόματι Γκοτζαμάνης). Ψηφίζει ΛΑΟΣ γιατί θέλει να φύγουν οι ξένοι που του τρώνε τα μεροκάματα και αντιπαθεί τους πάντες, ειδικά όσους δεν ξέρουν Ανώτερα Μαθηματικά. Ο ίδιος δεν ξέρει ούτε Κατώτερα, αλλά έχει μια ελπίδα ότι η Σκοτεινή Μαθηματικός θα του χαμογελάσει κάποτε. Στην προσπάθειά του να εκτελέσει μια εντολή της, πέφτει πάνω στη Φιλόλογο με το Σκύλο, και λόγω αντιπάθειας στα σκυλιά χάνει το δρόμο του και βρίσκεται κατά λάθος να χτυπάει την πόρτα της Αλαφροΐσκιωτης Κόρης Αντάρτη. Μετά από αυτό η ζωή του αλλάζει για πάντα.

Ο Τρελός του Χωριού: Είναι τρελός. Τραγουδάει συνεχώς Μάλαμα. Ψωνίζει φο μπιζού από το Μικροπωλητή και τα χαρίζει σε μικρά κοριτσάκια (μια και τα μεγάλα τον αποφεύγουν). Δεν ξέρει το μυστικό. ΕΙΝΑΙ το μυστικό.

Το μικρό κοριτσάκι: Από μικρό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια. Ένα αθώο μπιζουδάκι (;) γίνεται αιτία αποκαλύψεων.

Ο Μικροπωλητής: Πουλάει φο-μπιζού. Ήταν παλιά μουσικός αλλά ξέπεσε διότι άλλαξε η μόδα, και ξέμεινε στο εμπόριο χίπικων χαϊμαλιών. Πού και πού πιάνει την κιθάρα και τραγουδάει ξεχασμένα κινηματογραφικά σουξέ της δεκαετίας του 1970 (Ένα καλοκαίρι η αγάπη χάθηκε...)

Η Εντυπωσιακή Καλλονή: Απλά εντυπωσιακή. Αυτό τα λέει όλα.

Ο Αρχιτέκτονας: Κάνει διάφορα πράγματα εκτός από το να αποτυπώνει το Αρχοντικό (μαζεύει άγκυρες, συμμετέχει σε αγώνες κολύμβησης και στίβου, χορεύει τάνγκο περιπαθώς), αλλά κάτι γίνεται πάντα και οι προβολείς πέφτουν σε άλλους. Στο τέλος αρχίζει να μεταφράζει κόμιξ.

Η Ζωγράφος: Στήνει το καβαλέτο της σε διάφορα άσχετα σημεία, αλλά λόγο του μινιμαλιστικού της στυλ μόνο η Αλαφροΐσκιωτη Κόρη Αντάρτη πιάνει το βαθύτερο νόημα του κάθε έργου. Ενδεικτικοί τίτλοι έργων της είναι: «Ίκαρος στη θάλασσα» (το ζωγραφίζει στην 1η σκηνή), «Βόλτα Φιλολόγου με Σκύλο παρα θιν' αλός», «Δάσκαλοι με ζάρια και πούλια», «Νεαρή μητέρα θηλάζουσα», «Πόθοι στις καλαμιές». (Αυτό το τελευταίο έχει αγοραστεί από την Αρχόντισσα όσο-όσο, δήθεν για το καθιστικό).

Δυο δάσκαλοι: Παίζουν τάβλι στο βάθος του πλάνου. Πάντα. Οποιαδήποτε ώρα της μέρας και της νύχτας. Τα σχολεία είναι κλειστά αυτή την εποχή, άλλωστε.

Φιλόλογος με Σκύλο: Πού και πού ρίχνει και κάνα χορευτικό (άσχετο), αλλά κατά βάση βγάζει το σκύλο βόλτα στο βάθος του πλάνου. Πάντα. Οποιαδήποτε ώρα της μέρας και της νύχτας. Σε μια τέτοια βόλτα ανατρέπει ακούσια τα σχέδια της Σκοτεινής Μαθηματικού, στέλνοντας το Άβουλο Όργανο στην πόρτα της Αλαφροΐσκιωτης Κόρης Αντάρτη, και το μυστήριο προς τη λύση του.

Σκύλος: Είναι το λευκό κανίς που βγάζει βόλτα στο βάθος του πλάνου η Φιλόλογος και δεν γαβγίζει σχεδόν ποτέ. (Για λόγους περιορισμού του budget, το ρόλο έχει αγκαζάρει ένα μαύρο σωματώδες Border Colley Ικαρίας που γαβγίζει συνέχεια. Δεν πειράζει, η τεχνολογία κάνει θαύματα.)

Νεαρή Μητέρα: Θηλάζει το βρέφος της στο βάθος του πλάνου. Πάντα. Οποιαδήποτε ώρα της μέρας και της νύχτας.

Ο Ίκαρος: Πέφτει στη θάλασσα στο βάθος του πλάνου. Πάντα. Οποιαδήποτε ώρα της μέρας και της νύχτας. Κάπου στο τέλος τον περιμαζεύει η Φτωχή Χωριατοπούλα (εδώ αρχίζει ο δεύτερος κύκλος του σήριαλ).

Σκόρπιοι διάλογοι:

Αρχόντισσα: Κι αυτός ο τύπος, όλο Φάντης Μπαστούνι μπροστά μας...
Αλαφροΐσκιωτη Κόρη Αντάρτη: Φάντης μπαστούνι; Πού; Πώς; Ποιος;
Αρχόντισσα: Αυτός, καλέ θεία, με την τραγιάσκα.
Αλαφροΐσκιωτη Κόρη Αντάρτη: Φάντης Μπαστούνι ο ανηψιός του Γκοτζαμάνη; (παύση) Ποιαν είπες θεία;

Δάσκαλος Κουνγκ-Φου: Αυτός ο Μυστηριώδης Επισκέπτης μοιάζει με κάποιον που... Βέβαια είναι πολύ πιο αδύνατος.
Καλοδιατηρημένη Καστανή: Αδύνατο δεν είναι τίποτα, αγόρι μου. Για έλα μέχρι το σπιτάκι για τις βάρκες να σου δείξω εγώ τι είναι δυνατό και τι αδύνατο.
(ακούγεται η μουσική του «Εσένα που σε ξέρω τόσο λίγο»)
Δάσκαλος Κουνγκ-Φου: Μα νομίζεις ότι...
Καλοδιατηρημένη Καστανή: Εγώ δε νομίζω, εγώ ΞΕΡΩ. Και ήρθε η ώρα να μάθεις κι εσύ.



Άβουλο Όργανο: Ξέρετε, εγώ...
Σκοτεινή Μαθηματικός: Ξεράδια. Τι δουλειά έχεις με αυτούς τους κομμουνιστές; Δεν έχεις ακούσει για τις Λαμπράκισσες με τις μαύρες κάλτσες;
Άβουλο όργανο: Μα δεν φόραγε μαύρες κάλτσες. Δεν φόραγε καθόλου κάλτσες.
Σκοτεινή Μαθηματικός: Σκασμός, ανόητε. Ούτε μια απλή συνάρτηση δε μπορείς κατανοήσεις.
Άβουλο όργανο: Ανάρτηση; Έχει το τρίκυκλο ανάρτηση. Τις άλλαξα πέρσι.
Σκοτεινή Μαθηματικός: Χάσου από τα μάτια μου, αγεωμέτρητε! Η βλακεία σου τείνει ασυμπτωτικά στο άπειρο!
Άβουλο όργανο: Αγιο-Μέχρι τι; Ασυμπτωματικά; Πώς τα λέει, ρε, η γυναίκα! Άπαιχτη!
Σκοτεινή Μαθηματικός: ΦΥΓΕΕΕΕΕΕΕΕ!

Αλκοολικός Γερο-Ναυτικός: Ήτανε κείνη τη νυχτιά που φύσαγε ο Βαρδάρης...
Εντυπωσιακή Καλλονή: Το ούζο με μεζέ ή σκέτο;
Αλκοολικός Γερο-Ναυτικός: Με μεζέ. Όχι, σκέτο. Ήτανε λοιπόν αυτός ο μαύρος θερμαστής από το Τζιμπουτί...
Εντυπωσιακή Καλλονή: Τελικά πώς το θέλεις, με μεζέ ή σκέτο;
Αλκοολικός Γερο-Ναυτικός: Σκέτο. Όχι, με μεζέ. Και κάποιος αθλητής Κουνγκ-Φου μ' ένα χοντρό λοστρόμο...
Εντυπωσιακή Καλλονή: Καλά, φέρνω σκέτο.
Αλκοολικός Γερο-Ναυτικός: Ναι, ναι, νέτο-σκέτο. Σαν τον κάπτεν-Νέτο που σαλπάραμε για το Μαντράς, το Σιγκαπούρ, τ' Αλγέρι και το Σφαξ όταν ήμουνα γραμματικός...


Μυστηριώδης Επισκέπτης: Αν μπορούσα να ξαναζήσω τη ζωή μου θα άλλαζα πολλά.
Φτωχή Χωριατοπούλα: Και εγώ θα άλλαζα τις κατσίκες με κάτι άλλο. Αλλά ποτέ δεν είναι αργά.
Μυστηριώδης Επισκέπτης: Έτσι νομίζω κι εγώ. Γι' αυτό ξανάρθα, για να διορθώσω κάτι.
Φτωχή Χωριατοπούλα: Τι εννοείς ξανάρθες; Δεν είναι η πρώτη φορά που έρχεσαι;
Μυστηριώδης Επισκέπτης: Όταν ήμουν νέος... Στην ηλικία σου... Αλλά τότε έμεναν άλλοι σε αυτό το σπίτι (δείχνει το Αρχοντικό).
Φτωχή Χωριατοπούλα: Δεν έμεναν ποτέ άλλοι. Πάντα αυτοί έμεναν. Ο πατέρας της το έχτισε. Αυτόν τον θυμάμαι λίγο, τη μάνα της πάλι όχι. Λένε πως ήταν πολύ όμορφη.
Μυστηριώδης Επισκέπτης: Ναι, ήταν...
Φτωχή Χωριατοπούλα: Πιο όμορφη από αυτήν, λένε. Σαν ξωτικιά, όσοι την έβλεπαν έχαναν τη μιλιά τους.
Μυστηριώδης Επισκέπτης: Έχαναν τη μιλιά τους, πράγματι...
Φτωχή χωριατοπούλα: Εσύ την είχες δει;
Μυστηριώδης επισκέπτης: Ναι.
Φτωχή χωριατοπούλα: Κι έχασες κι εσύ τη μιλιά σου;
Μυστηριώδης επισκέπτης: Παραλίγο. Την είδα μια μέρα άξαφνα στις καλαμιές.
Φτωχή χωριατοπούλα: Στις καλαμιές; (σκέφτεται λίγο). Και τώρα τι ήρθες να επανορθώσεις;
Μυστηριώδης επισκέπτης: Ήρθα να φέρω πίσω κάτι που είχα πάρει τότε.
Φτωχή χωριατοπούλα: Τι είχες πάρει;
Μυστηριώδης επισκέπτης: Δεν έχει σημασία πια... (βάζει το χέρι στη δεξιά τσέπη· βλέπουμε φευγαλέα την εικόνα ενός βραχιολιού.


Μικρό Κοριτσάκι: Κοίτα το βραχιόλι μου.
Αρχόντισσα: (χλωμιάζει) Πού το βρήκες αυτό;
Μικρό Κοριτσάκι: Κοίτα! Δεν είναι ολόδιο με το δικό σου;
Αρχόντισσα: Ε, ολόιδιο δεν το λες. Φέρνει λίγο, ίσα ίσα... (Αναστατωμένη, δείχνει το Μικροπωλητή Πρώην Μουσικό). Από αυτόν το πήρες;
Μικρό Κοριτσάκι: Όχι εγώ. Αυτός (δείχνει τον Τρελό του Χωριού) το πήρε από αυτόν (δείχνει το Μικροπωλητή) και μου το χάρισε. Μα είναι ίδιο με το δικό σου, ολόιδιο!
Αρχόντισσα (κατάχλωμη, προς τον Τρελό του Χωριού, ψιθυριστά να μην ακουστεί από άλλους): Γιατί το έκανες αυτό; Τι θέλεις από τη ζωή μου;
Τρελός του Χωριού: Άλλα θέλω κι άλλα κάνω, πώς να σου το πω...


Αρχιτέκτονας: Πώς πάει το διάβασμα; Καλό το βιβλίο;
Ιντελεκτουέλ Τύπος: Ποιο;
Αρχιτέκτονας: Το βιβλίο που κρατάς;
Ιντελεκτουέλ Τύπος: Α, αυτό.
Αρχιτέκτονας: Αυτό που έλεγε ο άλλος τις προάλλες ότι έγραψε;
Ιντελεκτουέλ Τύπος: Ποιος;
Αρχιτέκτονας: Ο Λοστρόμος.
Ιντελεκτουέλ Τύπος: Αααααα... Αυτός.
(Ανοίγει η μπαλκονόπορτα. Η Αρχόντισσα βγαίνει στο μπαλκόνι. Ακούγεται το «Ένα πρωινό η Παναγιά μου θα 'ρθει να με βρει στην ακρογιαλιά»)
Αρχιτέκτονας: (δείχνει προς το μπαλκόνι) Πώς σου φαίνεται;
Ιντελεκτουέλ Τύπος: Τι;




Καλοδιατηρημένη Ξανθιά (πλέκει βελονάκι): Τα 'μαθες;
Καλοδιατηρημένη Καστανή (πλέκει ομοίως): Για πες, για πες...
Καλοδιατηρημένη Ξανθιά: Πού να στα λέω...
Καλοδιατηρημένη Καστανή: Ε, για λέγε, ντε, για λέγε...
Καλοδιατηρημένη Ξανθιά: Σημεία και τέρατα.
Καλοδιατηρημένη Καστανή: Ε, λέγε, ντε, μ' 'εσκασες.
Καλοδιατηρημένη Ξανθιά: Χαμός έγινε χτες βράδι στις καλαμιές.
Καλοδιατηρημένη Καστανή: Έεεεεελα! Ποιος; Ποιος;
Καλοδιατηρημένη Ξανθιά: Τι ποιος; Εσύ δεν ξέρεις τίποτα;
Καλοδιατηρημένη Καστανή: Εγώ; Τι σχέση έχω εγώ; Εγώ μένω στο λιμάνι.
Καλοδιατηρημένη Ξανθιά: Έλεγα μήπως πέρασες καμμιά βόλτα κι εσύ από τις καλαμιές. Ή ίσως από το σπιτάκι για τις βάρκες.
Καλοδιατηρημένη Καστανή: Ποιες βάρκες; (σταματάει να πλέκει βελονάκι). Σου μυρίζει κάτι σαν ούζο;
Καλοδιατηρημένη Ξανθιά: Με γλυκάνισο; Α πα πα. Μόνο τσίπουρο έχω. Για εντριβές.
Καλοδιατηρημένη Καστανή: Για εντριβές;
Καλοδιατηρημένη Ξανθιά: Ε, άνθρωποι είμαστε, άμα χρειαστεί καμμιά φορά... Αυτό το φύλλο που έχει σκαλώσει στη φούστα σου από καλαμιά δεν είναι;
Καλοδιατηρημένη Καστανή: Πάντως γλυκάνισο μυρίζει...


Μικροπωλητής Πρώην Μουσικός (με κιθάρα): Σαν με κοιτάς, ηλιοβασίλεμα στα μάτια σου φωτιά...
Αινιγματική Γαλλικού: (χαμογελάει αινιγματικά)
Μικροπωλητής Πρώην Μουσικός: ...καίγομαι μέσα στη δική σου τη ματιάααα...
Αινιγματική Γαλλικού: (χαμογελάει αινιγματικά)




Ζωγράφος: Πρέπει να σας πω προκαταβολικά ότι επειδή ο σκύλος σας είναι πολύ μικρός και πολύ άσπρος, στον πίνακα θα τον κάνω πιο μεγαλόσωμο και θα τον μαυρίσω λίγο για να κάνει αντίθεση.
Φιλόλογος με Σκύλο: Ο δικός μου σκύλος μαύρος και μεγαλόσωμος;
Σκύλος: Γαβ...
Φιλόλογος με Σκύλο: Σιωπή Βούλη! Θα πας έξω!


Καλοδιατηρημένη Καστανή: Λοιπόν, το καταλάβαμε το μάθημα ή πρέπει να επαναληφθεί;
Δάσκαλος Κουνγκ-Φου: Το καταλάβαμε, αλλά επανάληψη μήτηρ πάσης μαθήσεως.
Καλοδιατηρημένη Καστανή: Α, γεια σου... Τώρα μιλάς σωστά.
(πέφτει μουσική: «Το καλοκαίρι εκείνοοοοοο...»)



Σ.Σ. Το κείμενο είναι μια κάπως ελεύθερη προσαρμογή των συζητήσεων (με αντεγκλήσεις και κόντρες, ως είθισται) μεταξύ των μελών της ελευθεριακής κολλεκτίβας «Καβάλα στο καλάμι», που αποτελείται από Ξανθιές, Καστανές, Αλαφροΐσκιωτες ντεμέκ κοκκινομάλλες και μελλοντικά αδυνατισμένους λοστρόμους (straight, εντάξει;). Το σκηνικό και οι φωτογραφίες παραπέμπουν βέβαια στον Εύδηλο και το Φλες, αλλά η φαντασία διαμορφώνει το χώρο και τα πρόσωπα κατά το δοκούν. Ευχαριστούμε όλους όσοι συνέβαλαν (μερικοί εν αγνοία τους) στη διαμόρφωση του storyline και των χαρακτήρων, και ελπίζουμε να μην παρεξηγηθούν όσοι αναγνωρίζουν τους εαυτούς τους (ή ακόμα χειρότερα όσοι τους βρίσκουν αγνώριστους). Φυσικά δεν αποφεύχθηκαν μερικές ευκολίες, όπως ο Γέρο-Ναυτικός που μιλάει με στίχους του Καββαδία, ο φανταστικός ήρως κάπτεν-Νέτος, οι Λαμπράκισσες με τις μαύρες κάλτσες που αποδίδονται στη φαντασία της Κας Ελένης Βλάχου, η Αμερικάνικη Νύχτα του Φρανσουά Τρυφώ (που αναφέρεται σε μια τεχνική λήψης τη μέρα ώστε να φαίνεται νύχτα), το τρίκυκλο του Γκοτζαμάνη και η ιδέα για το αρχείο του αντάρτη που προμήθευσε ένα παλιότερο σχόλιο του Α.Κ.

Αν και μάλλον δεν πρόκειται ποτέ να γυριστεί το σήριαλ, εμείς έχουμε μοιράσει ήδη τους ρόλους (εννοείται σε αληθινούς ηθοποιούς), αλλά δε γράφω ονόματα γιατί αναμένονται ουρές για audition.

Βράζει η ανεργία άλλωστε... (και η μισή κολεκτίβα για δουλειά ψάχνει).

9 σχόλια:

Περαστικός είπε...

...και άμα συνεχίσετε να σπαταλάτε το χρόνο σας έτσι, σε λίγο θα ψάχνει για δουλειά και η άλλη μισή κολεκτίβα...

Idom είπε...

Xa, xa, xa! (Χα, χα, χα!)

Διάβαζα το συνεταιρικό σας πόνημα και μία χαρμοθλίψη με πλημμύριζε.

Η χάρμο επειδή:

1ον) ήταν αστείο φυσικά και πολύ υποσχόμενο
2ον) φαντασιωνόμουν την παρέα σου και τις διάφορες ιλαροτραγωδίες σας που είχαν εμπνεύσει το έπος
3ον) μού θύμιζαν ανάλογα σενάρια που εκπονούσαμε με τις παρέες μου, τον καιρό που ακόμα υπήρχε αθωότητα και το σύμπαν ήταν νέο.
(Τα δικά μας είχαν μείνει στο virtual space - για το δικό σας εύχομαι ταχεία χρηματοδότηση από μέγκλα κανάλια!)

Η θλίψη επειδή:

Σκεφτόμουν - μία ΑΚΟΜΑ φορά - πόσο απόλυτα είναι ο προσωπικός μας εφιάλτης, εμάς τής γενιάς των '60s (εννοώ, που γεννηθήκαμε στα '60s), οι γενιές των '50s και των 40s. Και οι πλακίτσες μας ακόμα, με αυτών τις παπάρ.. αναμετρώνται.

Για τα μεγάλα επιτεύγματά τους ούτε λόγος να γίνεται. Και ο ίσκιος τους ακόμα μάς καίει.


Όπως και να 'ναι, βαρύ έργο επωμιστήκατε οι σύντροφοι κολεκτίβοι. Έχετε να ανταγωνιστείται τα έπη τού Φώσκολου και των παραφυάδων αυτού. Οι τύποι είναι επαγγελματίες και έχουν σκοράρει στην κονίστρα τής Τόλμης και Γοητείας.
Και έχετε να συναγωνιστείτε την αποδόμηση τού είδους από τους Ρέππα - Παπαθανασίου. Κατά την γνώμη μου έχουν κάνει πολύ καλή δουλειά.

Ίσως έχετε την ευκαιρία να πριμοδοτήσετε το opus σας, αν στοχεύσετε τα πολιτικά και μετεμφυλιακά κλισέ (ήδη, διαβάζοντας την αρχική σκηνή τής έλευσης τού τρίκυκλου, έβλεπα να γράφει "Γκοτζαμάνης" στην καλύπτρα τής καρότσας).
Αλλά αντέχει το ελληνικό νοικοκυριό να δει σήριαλ με τέτοιο περιεχόμενο; Άλλο, το ακροατήριο τού Πανούση, και άλλο οι βραδινοί θαμώνες τής TV.
(Και στο τέλος τέλος είναι σωστό;)


Τέλος πάντων, ελπίζω να μην σας απολύσουν από τις άλλες σας επίσημες δουλιές - όπως δυσοίωνα απειλεί ο Περαστικός - και κυρίως να το διασκεδάσετε.

Προσωπικά, θέλω επιτέλους τις σκηνές με σεξ, και όχι αναφορές σε σκηνές με σεξ. Γενικά, πολύ λίγο μού φαινεται το σεξ στο έργο σας...


Ταπεινή συμβολή μου για την υπερπροσπάθειά σας, η εξής μουσική πρόταση:

http://www.youtube.com/watch?v=mONWdIeVJnU&feature=results_main&playnext=1&list=PLEFA679F660DE89F2

Αναμένω το αυθεντικό script τού 1ου επεισόδιου!

Idom

αράπης είπε...

Σε αγαπώ, ρε μπαγάσα !...

αράπης είπε...

και μια διορθωσούλα :

"τείνει ασυμπτωτικά στο άπειρο"
(κι όχι "ασυμπτωματικά")

...εκτός κι αν κάτι άλλο ήθελε να πει ο ποιητής...

Β. είπε...

Ασυμπτωτικά, κ. αράπη μου, δίκιο απόλυτο (δεν είμαστε μαθηματικοί και μας διέφυγε το ...ανάδελτα). Αλλά αφού μας αγαπάτε, θα μας συγχωρέσετε την αβλεψία, ε;

Μπαγάσας

Β. είπε...

@Περαστικός: με τον καλό το λόγο πάντα... ατυχώς η ανεργία προκύπτει για αντικειμενικούς λόγους, όχι για υποκειμενικούς.

@Idom: Χαρμοθλίψη; Όχι δα... Επειδή σας φαίνεται λίγο το σεξ; Μα εμείς στοχεύουμε στο prime time, όχι στο μεταμεσονύχτιο κοινό.

Ε, όχι και Βίκυ Λέανδρος!

Idom είπε...

Ααα, εεεμ, χμμμ...

ασυμπτωματικά την πρότεινα.

Πράγματι, υποεκτίμησα την πχιότητά σας.
:-))))))))

Idom

αράπης είπε...

Εφόσον έχουμε απόλυτο δίκαιο κ. Μπαγάσα μου, διατί δεν το διορθώνετε και στο κείμενο ?...

Β. είπε...

Μα για να φαίνεται η παρέμβασή σας, κ. αράπη μου, και να σας δοξάζουν οι αναγνώστες ("μα τι είπε ο άνθρωπος!" κλπ.). Αφού επιμένετε όμως, θα το τροποποιήσω, με κάποιες επιπλέον αλλαγές (αφού συμφωνήσει η κολεκτίβα βέβαια, συλλογικό είναι το έργο, είπαμε...)