<?xml version='1.0' encoding='UTF-8'?><?xml-stylesheet href="http://www.blogger.com/styles/atom.css" type="text/css"?><feed xmlns='http://www.w3.org/2005/Atom' xmlns:openSearch='http://a9.com/-/spec/opensearchrss/1.0/' xmlns:georss='http://www.georss.org/georss' xmlns:gd='http://schemas.google.com/g/2005' xmlns:thr='http://purl.org/syndication/thread/1.0'><id>tag:blogger.com,1999:blog-899842335629875184</id><updated>2012-01-31T10:21:54.254+02:00</updated><category term='Ελευθερες πτησεις'/><category term='Επικαιροτητα'/><category term='Δανεικες Λεξεις'/><category term='Ιστολογειν'/><category term='Τουλιπες και ανεμομυλοι'/><category term='Φαδο και μπακαλιαρος'/><category term='Στοιχεια προσωπικης μυθολογιας'/><category term='Δωρα μεταξυ φιλων'/><category term='Κρητη'/><category term='Με πανια και με κουπια'/><category term='Ικαρια'/><category term='Κουβεντα να γινεται'/><title type='text'>Στοιχεία προσωπικής μυθολογίας και άλλες ιστορίες</title><subtitle type='html'>Ροβυθέ (ρεβυθιά στην παλαιο-ικαριακη διαλεκτο) δεν ειναι μονο ριζες, ειναι οι πρωτες αναμνησεις. Ακολουθουν πολλες ακομα.

Αν δε βαριεστε, τις μοιραζομαστε</subtitle><link rel='http://schemas.google.com/g/2005#feed' type='application/atom+xml' href='http://rovithe.blogspot.com/feeds/posts/default'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default?max-results=100'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://rovithe.blogspot.com/'/><link rel='hub' href='http://pubsubhubbub.appspot.com/'/><link rel='next' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default?start-index=101&amp;max-results=100'/><author><name>Β.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04558385148668497766</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='15' src='http://bp2.blogger.com/_UNj4GCqGEEM/R5pbGWfV7UI/AAAAAAAAABg/cKn8iKh1nw8/S220/image163.jpg'/></author><generator version='7.00' uri='http://www.blogger.com'>Blogger</generator><openSearch:totalResults>277</openSearch:totalResults><openSearch:startIndex>1</openSearch:startIndex><openSearch:itemsPerPage>100</openSearch:itemsPerPage><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-899842335629875184.post-3530750265328932685</id><published>2012-01-30T14:20:00.004+02:00</published><updated>2012-01-30T19:29:13.498+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Φαδο και μπακαλιαρος'/><title type='text'>Οιδίπους επί Λισσαβώνα</title><content type='html'>&lt;p&gt;&lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/-x371THZsdtE/TyRmqnZ0FgI/AAAAAAAAB28/9Z3eqXN7jdA/s1600/olympic-mascots-athens.jpg"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 400px; DISPLAY: block; HEIGHT: 369px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5702795910475683330" border="0" alt="" src="http://1.bp.blogspot.com/-x371THZsdtE/TyRmqnZ0FgI/AAAAAAAAB28/9Z3eqXN7jdA/s400/olympic-mascots-athens.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Κουτσοί, στραβοί, και οιδίποδες στον Άγιο Φραγκίσκο Ξαβιέρ. Ε, ρε γλέντια...&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στην αρχή ήταν μια κοινή γρίππη. Πόνοι στα κόκκαλα, ψηλός πυρετός, αδυναμία, αυτά. «&lt;em&gt;Θα περάσει&lt;/em&gt;», είπα, καθώς όλες οι ιώσεις μια βδομάδα κρατάνε. Όταν άρχισαν να πρήζονται τα πόδια μου, βέβαια, με ζώσανε λίγο τα φίδια – κυρίως επειδή δε μου είχε ξανασυμβεί κάτι ανάλογο τα τελευταία 44 χρόνια, μάλλον. Αλλά πάλι σκέφτηκα ότι μες στο γενικό χάλι, να τρέχω παράλληλα να εξοπλίζω το σπίτι, να βιδώνω καρέκλες, να ψωνίζω πετσετάκια, να ψάχνομαι για ίντερνετ και να γίνομαι ρετάλι στην κούραση κάθε πέντε με έξι το απόγευμα, ίσως δεν ήταν αφύσικο. Το αφύσικο ήταν ότι έπεφτα για ύπνο στις 11 (εγώ, ο καριώτης) και τύχαινε να ξυπνήσω στις επόμενες 11 στο ίδιο μαύρο χάλι. Και με τους αστραγάλους σε μέγεθος μπαλακίου του τένις.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«&lt;em&gt;Πρόβλημα&lt;/em&gt;», παραδέχτηκα τη δεύτερη εβδομάδα, συνειδητοποιώντας τη δυκολία να κατέβω τρία σκαλιά, ή ενίοτε να μετακινηθώ από την κρεβατοκάμαρα στην κουζίνα. Μια μέρα ήμουν τόσο ισοπεδωμένος που δεν πήγα στη δουλειά. Ατυχώς εδώ δεν είναι Ολλανδία που σε αφήνουν να πεθάνεις από διακριτικότητα· στις 11:35 είχε έρθει μήνυμα από την εργοδότι μου. «&lt;em&gt;Ήρθα στο γραφείο σου και δεν ήσουν, συμβαίνει κάτι;&lt;/em&gt;». Είναι ακριβώς το είδος της ερώτησης που με εκνευρίζει αφόρητα, κυρίως επειδή μου υπενθυμίζει ποιος είναι ο κύριος του χρόνου μου. Απάντησα ευγενικά, αλλά ειλικρινώς, ότι μου είναι αδύνατον να μετακινηθώ πάνω από τρία βήματα χωρίς σοβαρές διαταραχές. Λίγο μετά χτύπησε το τηλέφωνο, και η Π. (η εργοδότις) μου είπε μειλίχια ότι πρέπει να πάω στο γιατρό ΤΩ-ΡΑ. Της είπα ότι η κατάσταση είναι υπό έλεγχο αλλά ότι αν χρειαστώ γιατρό θα την ενημερώσω για να βοηθήσει (επί του μεταφραστικού κυρίως). Ξαναπήρε άλλες δύο φορές, μέχρι που της είπα (ψευδώς) ότι είχα μιλήσει με κάποιον Έλληνα φίλο γιατρό και με συμβούλευε ήδη. Δεν καθησυχάστηκε πολύ, αλλά μου μπήκε η ιδέα για τα καλά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αργά το βράδι ώρα Ελλάδας βρήκα στο τηλέφωνο του ιατρείου τη φίλη μου τη Λ., ιστιοπλόο και παιδίατρο. Δεν είναι ακριβώς η ειδικότητα που χρειαζόμουν, αλλά μια ιατρική γνώμη τη θες, δεν τη θες; Φυσικά με καταπτόησε (όπως όλοι οι γιατροί) – δεν έπρεπε να πάω σε γιατρό ΤΩ-ΡΑ, έπρεπε να είχα πάει στα επείγοντα ΧΤΕΣ. Αφού μου ανακάτεψε διάφορα τρομοκρατικά με καρδιές, νεφρά, σηκώτια και σπληνάντερα, με έπεισε ότι έπρεπε να το διερευνήσω περαιτέρω. Έκανα μια απέλπιδα προσπάθεια και με τη Χ., φίλη αναισθησιολόγο εκ Παρισίων: τα ίδια και χειρότερα, ήθελε και υπέρηχους και δεν ξέρω 'γω τι άλλο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σηκώθηκα το πρωί με την απελπισία του μελλοθάνατου (σιχαίνομαι τους γιατρούς μέχρι αηδίας, τα κορίτσια είναι φίλες υπό άλλη ιδιότητα) και σύρθηκα μέχρι το εργαστήριο. Βρήκα την Π. και της εξέθεσα την κατάσταση· πήραμε έναν τηλεφωνικό αριθμό να μας κατατοπίσουν. Όπως σωστά είχα προβλέψει, μιλούσαν μόνο πορτογαλικά· η Π. μετέφερε τα συμπτώματα με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια: «&lt;em&gt;αισθάνομαι ένα βάρος&lt;/em&gt;», έλεγα, «&lt;em&gt;έχει πόνο στο στήθος&lt;/em&gt;» μετέφραζε, «&lt;em&gt;και κάνα φτερούγισμα που και που&lt;/em&gt;», «&lt;em&gt;ταχυκαρδία&lt;/em&gt;» το απλοποιούσε. Όπως ήταν επόμενο, μας είπαν να φωνάξουμε ασθενοφόρο πριν τα τινάξω μέσα στο εργαστήριο. Εκεί τα στύλωσα διότι σκέφτηκα ότι θα με πάρει το ασθενοφόρο του πεθαμού και θα γυρίσω το απογεματάκι με κάνα κρυωματάκι έστω βαρύ και θα γίνω το ανέκδοτο του Ινστιτούτου (θα λένε «&lt;em&gt;έφυγε πεθαμένος και γύρισε κρυωμένος&lt;/em&gt;»), αλλά η επίμονη εργοδότις πήρε τα ασθενοφόρα που για καλή μας τύχη δεν είχαν διαθέσιμο και μας είπαν να πάμε με αμάξι «&lt;em&gt;αλλά αν αισθανθεί οτιδήποτε περίεργο κάντε στην άκρη και περιμένετε το ασθενοφόρο, ναι;&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πήγαμε λοιπόν με το αμάξι λέγοντας αστειάκια δρόμο δρόμο (όχι, δεν αισθάνθηκα κάτι), στο εφημερεύον νοσοκομείο του Αγίου Φραγκίσκου Ξαβιέρ στην Αλζές. Δεν ξέρω ποιος ήταν ο άνθρωπος, αλλά το ίδρυμα είχε ορισμένες ανησυχητικές ομοιότητες με το ΠΕ.ΠΑ.Γ.Ν.Η στο Ηράκλειο. Σκάσαμε ένα εικοσάρικο στην είσοδο (η Π. δηλαδή, διότι εγώ είχα πάει άφραγκος) κι ένας καλοσυνάτος μουσάτος νεαρούλης που μιλούσε αγγλικά μου πήρε το ιστορικό, την πίεση, τον πυρετό (είχα κάτι δέκατα) και το οξυγόνο (99%) και μου φόρεσε ένα κίτρινο βραχιολάκι. Κίτρινο σήμαινε «επείγον», αλλά υπήρχε και κόκκινο που ήταν «τρεχάτε ποδαράκια μου» και πράσινο που ήταν «αν βρούμε χρόνο θα ασχοληθούμε και με εσένα». Υπήρχε κι ένα μπλε που πιθανώς σήμαινε «δε μας παρατάς που μας κουβαλήθηκες και στα επείγοντα», αλλά δεν είδα κανένα να το φοράει. Ο μουσάτος ρώτησε από πού είμαι· η Π. απάντησε “Grego” και σκέφτηκα ότι το όνομα της φυλής εδώ είναι ίδιο με το όνομα του βορειοανατολικού ανέμου αλλού. Ενδιαφέρον...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μας είπαν να περιμένουμε δέκα λεπτά αλλά περιμέναμε πάνω από μιάμιση ώρα καθώς ερχόντουσαν συνεχώς ασθενοφόρα και κόκκινα κορδελάκια. Κοιτούσα τους λοιπούς αναξιοπαθούντες· μερικοί είχαν έρθει εφοδιασμένοι για την αναμονή με περιοδικά και εφημερίδες. Μια έντονη κουβέντα ξέσπασε κάποια στιγμή. Ρώτησα την Π. τι λένε αλλά μου εξήγησε ότι σε αυτή τη χώρα όποτε η κουβέντα είναι έντονη το θέμα είναι η μπάλα. Κάποτε ακούστηκε κάτι σαν μακρινός απόηχος του ονόματός μου σε κάποια μυστήρια γλώσσα (μάλλον θα φταίει ο ηλίθιος τρόπος που γράφουν τα ονόματα με λατινικούς χαρακτήρες στα διαβατήρια). Μπήκαμε ξανά μέσα (εγώ με το κίτρινο βραχιολάκι και η Π. με ένα βυσσινί «του συνοδού») και μια κοκκινομάλλα κυρία μου ξαναπήρε το ιστορικό, την πίεση, τον πυρετό και το οξυγόνο (99%), και με έστειλε στην αναμονή για αιματολογικές και ακτινογραφίες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η αναμονή ήταν ένας θάλαμος από όπου κρέμονταν διάφορες μάσκες οξυγόνου. Μια δεσποινίς ήρθε να μου περάσει μία. «Μα δε θέλω», της είπα, «καλά είμαι, 99%». Δεν το συζήτησε και μου φούσκωσε τη μάσκα. Έκατσα ψιλοαπελπισμένος σε μια καρέκλα, κοιτάζοντας γύρω μου τους άλλους ετοιμοθάνατους. Κάνα-δυο φαινόντουσαν σε ψιλοκαλή κατάσταση, αλλά μερικοί ήταν το χάλι τους. Βέβαια όλοι κίτρινο βραχιόλι φοράγαμε σχεδόν, οπότε ίσως να μην ήταν τόσο του πεθαμού. Μια γιαγιά καθόταν δίπλα μου σε πολυθρόνα με ροδίτσες, διάφορα σωληνάκια της έβγαιναν από διάφορες φλέβες. Το βραχιολάκι της ήταν κόκκινο. Παρατήρησα ότι η συνήθως κουλ Π. είχε γίνει ένα με το χώμα και γυρνούσε με συμπονετικό ύφος και ρωτούσε αν χρειάζεται κάτι. Η γιαγιά χρειαζόταν διάφορα πράγματα, κυρίως μια παρηγορητική κουβέντα. Η Π. της είπε διάφορα με χαμηλή φωνή. Μου εξήγησε ότι η γιαγιά φοβόταν επειδή τα παιδιά της ήταν μακριά. Μέσα από τη μάσκα τη ρώτησα αν είναι γενικώς έτσι συμπονετική· μου είπε κάτι σαν «&lt;em&gt;τους ξέρω αυτούς τους χώρους, έχω βρεθεί πολλές φορές. Συχνά αυτό που χρειάζεσαι είναι απλώς να ακούσεις μια καλή κουβέντα&lt;/em&gt;». Δεν επέμεινα, κάτι ήξερε παραπάνω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το διαστρεβλωμένο μου όνομα ξανακούστηκε από τα μεγάφωνα. Με πήραν για αιμοληψία και με ξαναπόθεσαν στα οξυγόνα μέχρι να έρθει η ώρα για ακτινογραφία. Είδα ότι η Π. ήταν έτοιμη να λιποθυμήσει – περασμένες τρεις το μεσημέρι και δεν είχε φάει τίποτα όλη μέρα. Φυσικά είναι διαρκώς σε δίαιτα, αλλά και πάλι παραήταν βάναυσο· της είπα να φύγει και δεν υπάρχει πρόβλημα με τα πορτογαλικά, θα βγάλω άκρη. Με τα πολλά έφυγε, με ξαναφώναξαν για ακτινογραφία και μετά αντί να με ξαναπάνε στα οξυγόνα μου είπανε να πάω καμιά βόλτα και να γυρίσω σε κάνα δίωρο που θα είναι έτοιμες οι αιματολογικές. Κράτησα όμως τη μάσκα για σουβενίρ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Περιπλανήθηκα λίγο στους χώρους του νοσοκομείου, χάζεψα την είσοδο των ασθενοφόρων και τους ανθρώπους που έκαναν τις μεταφορές των ασθενών. Άχαρη δουλειά. Κόσμος μπαινόβγαινε στα ιατρεία προς διάφορες κατευθύνσεις, άνθρωποι με τους οποίους είχα διασταυρωθεί νωρίτερα έξω ή στα οξυγόνα. Άραξα λίγο σε μια μικρότερη αίθουσα αναμονής που μου φάνηκε λιγότερο δυσάρεστη, όπου κάποια στιγμή ήρθε μια μαμά με την κόρη της, που δε θα ήταν πάνω από τεσσάρων-πέντε χρονών. Η μαμά ήταν λευκή, το παιδί μιγάδα (προφανώς ο πατέρας μαύρος). Φορούσε το κίτρινο βραχιολάκι στο χεράκι του, αλλά του έπεφτε συνέχεια και η μαμά προσπαθούσε να το βάλει πίσω. Έκλεισα τα μάτια κι έμεινα ακίνητος για ώρα και τα ξανάνοιξα όταν ακούστηκε πάλι το διαστρεβλωμένο μου όνομα από τα μεγάφωνα. Η μαμά και το μικρό είχαν φύγει, ακουγόταν μόνο ο επίμονος βήχας του διπλανού παππούλη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Χώθηκα πάλι στα ιατρεία προσπαθώντας να καταλάβω πού μου είχαν πει να πάω. Στο τέλος άρχισα να ρωτάω “&lt;em&gt;Do you speak English?&lt;/em&gt;” όποιον έβλεπα μπροστά μου. Κάποιος είχε την υπομονή να κοιτάξει το κίτρινο βραχιολάκι που έγραφε το όνομά μου. “&lt;em&gt;Grego?&lt;/em&gt;” ρώτησε. «&lt;em&gt;Γραίγος&lt;/em&gt;», απάντησα. Μετά έβγαλε μια δυνατή φωνή με το διαστρεβλωμένο όνομά μου και από μια άκρη ακούστηκε κάτι. «&lt;em&gt;Στο οχτώ&lt;/em&gt;» είπε ο τύπος, και πήγα στο οχτώ όπου με περίμενε μια ξανθιά. “&lt;em&gt;Kalimera&lt;/em&gt;” είπε. Ρώτησα τι έχω· όπως φοβόμουν μου είπε ότι έχω ένα κρύωμα. Προφανώς είχα μια βαριά γρίπη και κάποιο βακτήριο με βρήκε μπόσικο και με αποτελείωσε. Μου έδωσε αντιβίωση, αποχρεμπτικό για τα φλέματα και διουρητικό για να ξεπρηστώ. Μου έδωσε και τις αιματολογικές (εξαιρετικές ήτανε, μη με βασκάνω). Ρώτησα αν υπάρχει κανένα θέμα καρδιακής ή νεφρικής ανεπάρκειας. Γούρλωσε τα μάτια «&lt;em&gt;Όοοοοοχι, μια χαρά είσαι&lt;/em&gt;». Με διαβεβαίωσε ότι σε μια βδομάδα δε θα το θυμάμαι καν, αρκεί να παίρνω τα φαρμακάκια μου και να ξεκουράζομαι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Βγήκα χαλαρός, σέρνοντας βέβαια τα πρησμένα πόδια μου, αλλά εντάξει. Το τηλέφωνο δε σταματούσε να χτυπάει, από την Π. και τα παιδιά του εργαστηρίου που ρωτούσαν τι έγινε. Βρήκα ένα μηχάνημα και έκανα ανάληψη και μετά πήρα ένα ταξί όπου με τη γλώσσα του σώματος προσπάθησα να εξηγήσω στον ταξιτζή πού θέλω να πάω. Ήταν πολύ μπερδεμένη έννοια το Ινστιτούτο, οπότε βολεύτηκα με το Σταθμό που είναι κοντά. Σταμάτησα σε ένα φαρμακείο και πήρα τα φάρμακα (δεκαεφτά ευρώ· ο υπάλληλος μου εξήγησε ότι σε κάποιο δε θα μου δώσει το γραμμένο αλλά το γενόσημο, διότι λόγω λιτότητας έχουν περικοπές). Γύρισα στο Ινστιτούτο μετά τις έξι, όπως αναμενόταν κρυωμένος αντί για πεθαμένος. «&lt;em&gt;Σε μια βδομάδα θα το ξεχάσω&lt;/em&gt;», τους είπα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μια βδομάδα και κάτι αργότερα, η κατάσταση έχει βελτιωθεί, δε λέω, κρύωμα δεν έχω ούτε πυρετό, αν και αραιά και που μου ξεφεύγει κάνα βηχαλάκι. Αλλά αν και ξεπρήστηκα κάμποσο, τα πόδια μου έχουν ακόμα το χαρακτηριστικό στυλάκι των κωδωνόσχημων ειδωλίων που μεγαλούργησαν (χμ...) προ ετών με τα ψευδώνυμα Φοίβος και Αθηνά. Οι συνάδελφοι στο Ινστιτούτο έχουν μάλλον πειστεί ότι είμαι κάποιου είδους άτομο με ειδικές ανάγκες έτσι όπως σέρνομαι δεξιά κι αριστερά, κι εγώ έχω ξεσκολίσει τις εγγραφές με το όνομα «οίδημα» στο διαδίκτυο. Αλλά δεν ανησυχώ, κάποια βδομάδα θα το ξεχάσω, απλά δεν είναι βέβαιο ότι θα είναι η παρούσα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Α, ναι, και πού και πού θυμάμαι εκείνο &lt;a href="http://rovithe.blogspot.com/2009/04/blog-post_22.html"&gt;το ποίημα του Βαφόπουλου &lt;/a&gt;που είχα μνημονεύσει εδώ μια εποχή.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/899842335629875184-3530750265328932685?l=rovithe.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://rovithe.blogspot.com/feeds/3530750265328932685/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=899842335629875184&amp;postID=3530750265328932685' title='3 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/3530750265328932685'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/3530750265328932685'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://rovithe.blogspot.com/2012/01/blog-post_30.html' title='Οιδίπους επί Λισσαβώνα'/><author><name>Β.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04558385148668497766</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='15' src='http://bp2.blogger.com/_UNj4GCqGEEM/R5pbGWfV7UI/AAAAAAAAABg/cKn8iKh1nw8/S220/image163.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://1.bp.blogspot.com/-x371THZsdtE/TyRmqnZ0FgI/AAAAAAAAB28/9Z3eqXN7jdA/s72-c/olympic-mascots-athens.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>3</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-899842335629875184.post-8484735880857421617</id><published>2012-01-21T17:43:00.002+02:00</published><updated>2012-01-27T17:14:39.399+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Στοιχεια προσωπικης μυθολογιας'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Ικαρια'/><title type='text'>Λαθρεπιβάτις σε τοπικό γκαζάδικο</title><content type='html'>&lt;p&gt;&lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/-1rat4P62IOU/TxrkpQMHKTI/AAAAAAAAB2k/hQVXzc18lrU/s1600/DSC03312.JPG"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 300px; DISPLAY: block; HEIGHT: 400px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5700119675762321714" border="0" alt="" src="http://1.bp.blogspot.com/-1rat4P62IOU/TxrkpQMHKTI/AAAAAAAAB2k/hQVXzc18lrU/s400/DSC03312.JPG" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Στην αυλή της Αργυρούλας στον Εύδηλο, καλοκαίρι 2011.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τη θυμάμαι παιδιόθεν βέβαια, όλοι τη θυμούνται στον Εύδηλο, αλλά για κάποιο λόγο είχε επικρατήσει να αποκαλούνται συλλογικά με το όνομα της μεγαλύτερης αδελφής: οι Θοδωρούλες. Είχαν ένα μικρό μαγαζάκι, ραφτάδικο αν θυμάμαι καλά, στην πάνω πλατεία. Η μάνα μου μπαινόβγαινε εκεί πότε πότε και μας τραβολογούσε κι εμάς, αλλά πιο πολύ πηγαίναμε και τις βρίσκαμε στο σπίτι τους, πάνω στη Νεάπολη, ένα μικρό αλλά κουκλίστικο σπιτάκι. Δεν πρέπει να είχαμε κανενός είδους στενή συγγένεια, αν και κάποια στιγμή μου είχαν εξηγήσει τις ικαριακές ρίζες τους και πως αυτές ακουμπούσαν απέξω απέξω σε κάτι άγνωστους προγόνους. Άλλωστε δεν ήταν λόγω συγγένειας η αγάπη που τους είχε η μάνα μου, όσο λόγω μάλλον της καλωσύνης με την οποία την είχαν αντιμετωπίσει όταν είχε πάει, κοριτσάκι μικρό, να μάθει ραπτική κοντά τους. Ό,τι έκανε με το βελόνι και τη ραπτομηχανή (παλιά έκανε πολλά πράγματα) τα είχε μάθει σ' αυτές. Χρόνια μετά αναφερόταν σ' αυτή τη μαθητεία με ένα είδος συγκίνησης που δεν διέφευγε στο συνομιλητή της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Βέβαια αναδρομικά αναρωτιέμαι πόσο να κόλλαγε πολιτισμικώς η μαμά με τις Θοδωρούλες, που μεγάλωσαν στη Λέσβο, ανακατεύτηκαν οικογενειακώς με το ΕΑΜ και το ΔΣΕ αργότερα στη δύσκολη δεκαετία του '40 (η Αργυρούλα που ήταν μικρότερη μου έλεγε ότι κράταγε τσίλιες δήθεν παίζοντας έξω από το μέρος που κάνανε γιάφκα τα στελέχη, με το μεγαλύτερο αδελφό της και τη Θοδώρα μεταξύ τους), και αφού καταλάγιασαν κάπως τα πράγματα βρέθηκαν ο μεν αδελφός εξορία και οι δύο αδελφές -με λιγάκι αλλαγμένη κατάληξη στο επίθετο ώστε να μην προδίδεται η εκ Λέσβου καταγωγή και ξύνονται εμφυλιακές πληγές κατά πως φαίνεται- κατέληξαν έρημες και πάμφτωχες στην πατρίδα της μάνας τους, για να ανοίξουν το ραφτάδικο του βιοπορισμού τους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα χρόνια πέρασαν, ο αδελφός πέθανε λίγο μετά που τον άφησαν έχοντας συμπληρώσει ήδη 18 χρόνια σε διάφορα ξερονήσια, οι Θοδωρούλες ζούσαν την ήσυχη ζωή τους στο σπιτάκι της Νεάπολης (αλλά ποιος ξέρει τι ματαιωμένες επιθυμίες να έκρυβε η στωικότητα με την οποία αντιμετώπιζαν τον κόσμο). Γύρω στο 1990 ίσως, θυμάμαι που άκουσα στον 902 μια έκκληση για προσφορά αίματος Ο ρέζους αρνητικό, για τη Θοδώρα που νοσηλευόταν. Δεν έζησε πολύ· έμεινε η Αργυρούλα μόνη της πια στο σπιτάκι. Με ένα είδος πικρής ειρωνίας μου είπε κάποτε «&lt;em&gt;ίσως τώρα θυμηθεί ο κόσμος ότι έχω κι εγώ όνομα&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήταν άνθρωπος γλυκός και εγκάρδιος, με μια ήσυχη, φυσική ευγένεια. Ερχόταν και μας έβρισκε για χρόνια φορτωμένη με διάφορα πραγματάκια που ετοίμαζε (κάπου έχω μια κουρελού που είχε φτιάξει για μένα στον αργαλειό). Κάθε Πάσχα μας έκανε επίσκεψη (με τα φαγητά της εννοείται) και κουβέντιαζε χαλαρά με τους φίλους μας που διασκέδαζαν και χόρευαν στο σπίτι. Κάποιες χρονιές μάζευε στο δικό της σπίτι διάφορους ξέμπαρκους και τους τάιζε, κάποτε ερχόντουσαν κάτι ανήψια της που την έπαιρναν πότε-πότε και στην Αθήνα. Θυμάμαι μια φορά που είχε έρθει να μας βρει στην Αθήνα και μας έλεγε τις εντυπώσεις της από μια θεατρική παράσταση που την είχαν πάει «τα παιδιά».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήταν μικροκαμωμένη και αδύνατη πάντα, σκέφτομαι όμως ότι είχε μια πραγματικά ωραία φωνή, που ακόμα κι όταν έλεγε σχετικά κοινότυπα πράγματα, άξιζε να την ακούς όπως ακούς να κυλάει το νερό σε ένα ποτάμι. Είχε όμορφα μάτια· δεν ξέρω πόσο όμορφη θα ήταν στα νιάτα της ίσως, αλλά σκέφτομαι αν δεν είχε περάσει από όλη αυτή τη δίνη των χρόνων του πολέμου ίσως να είχε διεκδικήσει μια διαφορετική ζωή, πιο γεμάτη. Τα τελευταία χρόνια βέβαια ήταν καταβεβλημένη· κάποια στιγμή έπεσε και έσπασε το πόδι της και άργησαν πολύ να την ανακαλύψουν οι γείτονες και να τη μεταφέρουν για νοσηλεία. Ποτέ δεν ανένηψε εντελώς, φέτος το καλοκαίρι όμως που ο αδελφός μου επανεμφανίστηκε στην Ικαρία μετά από εικοσιδύο χρόνια με πήρε να πάμε να την επισκεφτούμε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τη βρήκαμε, εμφανώς κουρασμένη, στην αυλή της να ρεμβάζει το πέλαγος. Χάρηκε που μας είδε, μας κέρασε γλυκό και καφέ, κατεβαίνοντας με δυσκολία τα σκαλιά από το κουζινάκι. Η αυλή της ήταν πανέμορφη, γεμάτη γλάστρες και λουλούδια όπως πάντα, με την πιο όμορφη θέα σε όλο τον Εύδηλο. Είχε κάμποσα γατιά που τριγύριζαν· πάντα αγαπούσε τις γάτες και πάντα είχε μερικές. Μας είπε (με σιγανή φωνή, λιγάκι σπασμένη αυτή τη φορά), ότι κάθε μέρα που περνάει κάθεται και κοιτάζει το πέλαγος, κι αυτή η ομορφιά την κάνει να ζει άλλη μια μέρα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν της έμεναν και πάρα πολλές, όμως. Χειροτέρεψε απότομα το Δεκέμβρη και τη μετέφεραν στην Αθήνα όπου πέθανε μετά από λίγες μέρες. Μετά άρχισε μια άλλη περιπέτεια, όταν πήγαν να μεταφέρουν τη σορό της στην Ικαρία ώστε να ταφεί (στον ίδιο τάφο με την αδελφή της). Ωστόσο την ημέρα εκείνη άλλαξε το πλοίο της γραμμής και διάφοροι ικαριακοί σύλλογοι (δηλαδή το Κόμμα, ένα είναι...) αποφάσισαν να οργανώσουν μια διαμαρτυρία (καλώς μάλλον) για την ακτοπλοϊκή εγκατάλειψη των νησιών. Αφού έγινε κάποιος ντόρος στον Πειραιά, εν τέλει το πλοίο απέπλευσε μετά από ώρες με το φέρετρο της Αργυρούλας (κι ενός ακόμα συμπατριώτη από τα μέρη του Αγίου Κηρύκου). Στο λιμάνι του Ευδήλου, οι επαναστατημένοι συμπατριώτες μου απέτρεψαν δυναμικά το πλοίο από το πιάσει (κάκιστα...), και σε μια επίδειξη υψηλοφροσύνης απαγόρευσαν την αποβίβαση έστω και στο φέρετρο μόνο. Έγινε μια απόπειρα να το κατεβάσουν από τον καταπέλτη σε ένα καΐκι, που δεν ευοδώθηκε (καλύτερα, μπορεί να είχαμε σοβαρά ατυχήματα). Τα ίδια ακολούθησαν στον Άγιο Κήρυκο λίγο αργότερα, κι η φουκαριάρα η Αργυρούλα έμεινε να περιφέρεται στο Αιγαίο σαν την άδικη κατάρα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Για λίγο ήταν άδηλο τι επρόκειτο να συμβεί· κυκλοφόρησε μια φήμη ότι από τη Σάμο που κατέληξε το βαπόρι, θα φόρτωναν τα φέρετρα σε ένα εμπορικό, γκαζάδικο, που μετέφερε βενζίνη στο νησί, και θα τα παραλάμβαναν οι συγγενείς από εκεί. Σκέφτηκα λίγο πικρόχολα ένα παλιό τραγουδάκι που περιείχε το στίχο «λαθρεπιβάτης σε τοπικό γκαζάδικο», το μικροκαμωμένο σώμα της Αργυρούλας άταφο, μεταθανάτιο θύμα εν μέρει και μιας ορισμένης μικρομυαλιάς που ενδημεί, δυστυχώς, στη μικρή μας πατρίδα. Τελικά δε χρειάστηκε γκαζάδικο, γύρισε από το Σάμο με το πλοίο της γραμμής (που πλέον μεγαλόψυχα το αφήσαμε να δέσει, αφού γίναμε θέμα στα media και τροφοδοτήσαμε με επιχειρήματα και τον Άδωνι τον τρισμέγιστο, έτσι σύντροφοι;) και κάποτε βρήκε την ανάπαυσή της λίγες εκατοντάδες μέτρα πιο πέρα από το σπίτι της, ατενίζοντας το ίδιο πέλαγος που έβλεπε από την αυλή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ελπίζω κάποιος να βρέθηκε να ταΐσει τις γάτες, η Αργυρούλα φαντάζομαι θα το εκτιμούσε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Σ.Σ. Κάποιες μέρες μετά το θάνατό της, ένας ξάδελφός μου που δεν το είχε μάθει εγκαίρως σπεύδει να συλληπηθεί τον ανηψιό της τηλεφωνικώς, και μεταξύ άλλων λέει και το τυπικό «&lt;em&gt;ας είναι ελαφρύ το χώμα που τη σκεπάζει&lt;/em&gt;». «&lt;em&gt;Ας είναι&lt;/em&gt;», απαντάει αυτός, «&lt;em&gt;αλλά για την ώρα ακόμα δεν τη σκεπάζει&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μια αφήγηση των περιστατικών (και του υποβάθρου της ζωής που έζησε η Αργυρούλα) μπορείτε να δείτε &lt;/span&gt;&lt;a href="http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=661664"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;εδώ&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο στίχος που δίνει (παραλλαγμένος) τον τίτλο της ανάρτησης είναι από το τραγούδι «Φάλτσα μενεξεδιά» του Λάκη Παπαδόπουλου.&lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/899842335629875184-8484735880857421617?l=rovithe.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://rovithe.blogspot.com/feeds/8484735880857421617/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=899842335629875184&amp;postID=8484735880857421617' title='3 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/8484735880857421617'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/8484735880857421617'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://rovithe.blogspot.com/2011/01/blog-post_21.html' title='Λαθρεπιβάτις σε τοπικό γκαζάδικο'/><author><name>Β.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04558385148668497766</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='15' src='http://bp2.blogger.com/_UNj4GCqGEEM/R5pbGWfV7UI/AAAAAAAAABg/cKn8iKh1nw8/S220/image163.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://1.bp.blogspot.com/-1rat4P62IOU/TxrkpQMHKTI/AAAAAAAAB2k/hQVXzc18lrU/s72-c/DSC03312.JPG' height='72' width='72'/><thr:total>3</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-899842335629875184.post-399591338105426212</id><published>2012-01-17T20:45:00.000+02:00</published><updated>2012-01-17T22:13:28.321+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Ελευθερες πτησεις'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Στοιχεια προσωπικης μυθολογιας'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Ικαρια'/><title type='text'>Μουτράκι σκανταλιάρικο</title><content type='html'>&lt;p&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/-1gVXOA32O1w/TwGYTj10p-I/AAAAAAAAB1w/frdl1ZNiW-I/s1600/DSC00645.JPG"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 400px; DISPLAY: block; HEIGHT: 300px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5692998865778943970" border="0" alt="" src="http://2.bp.blogspot.com/-1gVXOA32O1w/TwGYTj10p-I/AAAAAAAAB1w/frdl1ZNiW-I/s400/DSC00645.JPG" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;«&lt;em&gt;...θα σιγούρευες τα βήματά μου στην άκρη εκείνου του γκρεμού...&lt;/em&gt;» - Φωτο Ροβυθέ, άνοιξη 2007, Δρούτσουλας, Ικαρία.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σε κοιτάζω καθώς γυρίζεις και μου χαμογελάς. Σκέφτομαι θα ‘χες αυτό το χαμόγελο από τότε που ήσουν παιδί και σκαρφάλωνες με τ’ άλλα τα μικρά στους βράχους, και κάτω στο χωριό φώναζε η μάνα σου «&lt;em&gt;πού πας βρε, παναγκασμά σε για μικρό, άμα σε πιάσω ‘α σε τελειώσω&lt;/em&gt;», μα εσύ σκαρφάλωνες να φτάσεις στο πλάτωμα να βλέπεις από πάνω τον Αθέρα κι από κάτω τη θάλασσα, μια μικρούλα βασίλισσα στο θρόνο της από σκαλισμένο πάσπαρο ή γρανίτη. Τώρα περνάς με το ίδιο σκανταλιάρικο μουτράκι, βιαστική όπως πάντα να κάμεις τις δουλειές σου («δουγειές» τις ακούω εγώ μάλλον), γιατί όπως όλοι ξέρουμε η χαλαρότητα και η αμεριμνησία χαρακτηρίζει τους Καριώτες, αλλά όχι και τις Καριωτίνες· κάποιος πρέπει να κάνει και τη βρώμικη δουλειά. Δηλαδή βρώμικη δεν τη λες κιόλας, πάστρα και νοικοκυροσύνη, τα πεζούλια ασπρισμένα, το γλαστράκι με το βασιλικό στη σκάλα δίπλα στο πυργάρι, και ποτίζεις και τ’ άλλα τα λουλουδικά κι ας είναι το σπίτι έρημο χρόνια, κανείς δε μένει μέσα, η μάνα σου δε σου φωνάζει πια, εσύ είσαι τώρα που φωνάζεις τάχα μου δήθεν στην κόρη γιατί είναι και καλά σε δύσκολη ηλικία και πρέπει να προσέχει, αλλά από μέσα σου ξέρεις πώς ακριβώς πάνε αυτά τα πράγματα κι ακόμα κι όταν της φωνάζεις «&lt;em&gt;Άχου, ‘α με σκάσεις πια! Φαούδι!&lt;/em&gt;» ξέρεις πως σε κοιτάζει με εκείνο το ίδιο χαμόγελο, με ένα μουτράκι σκανταλιάρικο σαν το δικό σου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Άμα σε γνώριζα πριν χρόνια, όταν ο κόσμος ήταν ακόμα καινούργιος στα μάτια μου, θα μου δίδασκες τις άγνωστες λέξεις, θα με οδηγούσες στους ήχους και τις μυρωδιές του δάσους που δεν άκουσα, θα σιγούρευες τα βήματά μου στην άκρη εκείνου του γκρεμού, το χέρι σου πιασμένο στο δικό μου καθώς θα βαδίζαμε μαζί στο παλιό μονοπάτι. Τώρα ο κόσμος έχει πάρει και σκουριάζει λιγάκι, φθείρεται, το δάσος το ‘χουν καταφάει τα κατσίκια, το μονοπάτι έγινε δρόμος, κάπως κακοτράχαλος βέβαια κι όποτε βρέχει κατρακυλάει λίγο-λίγο καθώς ο γκρεμός διεκδικεί το μερίδιό του. Μα σκέφτομαι πως άμα τελειώσεις τις δουλειές και κατακάτσεις θα βρεις λίγο χρόνο και για σένα, και σε μένα δυο λόγια να πεις κι ας είμαστε μακριά· δηλαδή εγώ είμαι ο «μακριά» γιατί εσύ είσαι εκεί ακριβώς που πρέπει. Και μου έρχεται άξαφνα στο μυαλό ο στίχος που λέει:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="center"&gt;&lt;em&gt;Της Ικαριάς το πέλαο, της Σμύρνης το κανάλι,&lt;br /&gt;να πάρουν το κορμάκι μου αν αγαπήσω άλλη.&lt;/em&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;Λόγια των τραγουδιών, βέβαια· δεν είναι να τα πιστεύεις κιόλας. Ε, λίγο μόνο...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Σ.Σ. Δημοσιεύτηκε στο &lt;/span&gt;&lt;a href="http://www.ikariamag.gr/%CE%BC%CE%BF%CF%85%CF%84%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%B9-%CF%83%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%AC%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%BF"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;ikariamag &lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;στις 10/1/2012 στα πλαίσια του εν εξελίξει αφιερώματος στη γυναίκα της Ικαρίας (Φάκελος Καριωτίνα) που ετοίμασαν κρυφά από το «άλλο μισό» οι άρρενες συντάκτες.&lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/899842335629875184-399591338105426212?l=rovithe.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://rovithe.blogspot.com/feeds/399591338105426212/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=899842335629875184&amp;postID=399591338105426212' title='3 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/399591338105426212'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/399591338105426212'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://rovithe.blogspot.com/2011/12/blog-post_28.html' title='Μουτράκι σκανταλιάρικο'/><author><name>Β.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04558385148668497766</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='15' src='http://bp2.blogger.com/_UNj4GCqGEEM/R5pbGWfV7UI/AAAAAAAAABg/cKn8iKh1nw8/S220/image163.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://2.bp.blogspot.com/-1gVXOA32O1w/TwGYTj10p-I/AAAAAAAAB1w/frdl1ZNiW-I/s72-c/DSC00645.JPG' height='72' width='72'/><thr:total>3</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-899842335629875184.post-7643443062305189539</id><published>2012-01-15T00:21:00.001+02:00</published><updated>2012-01-15T21:58:20.980+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Φαδο και μπακαλιαρος'/><title type='text'>Φοβού τους Δαναούς</title><content type='html'>&lt;p&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/-yNuDUz1Ormc/TxB5-n5le9I/AAAAAAAAB2I/C3xrjpr9ePA/s1600/Timeo.jpg"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 400px; DISPLAY: block; HEIGHT: 346px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5697187645393042386" border="0" alt="" src="http://2.bp.blogspot.com/-yNuDUz1Ormc/TxB5-n5le9I/AAAAAAAAB2I/C3xrjpr9ePA/s400/Timeo.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Ένα από τα καρεδάκια στο «Ο Αστερίξ λεγεωνάριος» στα οποία αναφέρεται η επίμαχη φράση. Ο μεταφραστής ή ο επιμελητής της έκδοσης κάνει φιλότιμη προσπάθεια να καταστρέψει το νόημα μεταφράζοντας από κάτω «Φοβού τους &lt;em&gt;Δανούς&lt;/em&gt;», οι οποίοι προφανώς με αρχηγό τον Άμλετ θα πήγαν κι αυτοί στον Τρωικό πόλεμο... (Δε φαντάζομαι να επηρεάστηκε από έναν πρώην, πλέον, πρωθυπουργό μας, που έβλεπε την Ελλάδα ως «Δανία του νότου»).&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η έννοια «βαρύς χειμώνας» δεν έχει εφευρεθεί ακόμα στην Πορτογαλία, από ό,τι φαίνεται, αλλά εξίσου δεν έχει εφευρεθεί και η έννοια «κεντρική θέρμανση» ή έστω «θέρμανση» με κάτι άλλο εκτός από τζάκι (που δεν έχουμε) ή σόμπα (ομοίως). Βέβαια κρύο αληθινό δεν κάνει (άμα έχεις περάσει τον προηγούμενο χειμώνα στην Ολλανδία σιγά μη μασήσεις άλλωστε) και σχεδόν όλες οι μέρες ως τώρα είναι ηλιόλουστες, έστω και με έναν χλωμό χειμωνιάτικο ήλιο. Ωστόσο, τα σπίτια στάζουν από την υγρασία άμα δεν τα ζεστάνεις κάπως, και το δικό μου φυσικά δεν είναι εξαίρεση, ειδικά στο παραποτάμιο ή παραθαλάσσιο Oeiras πάνω στο λοφάκι και δίπλα στο δασάκι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όπως ήρθα και κρυωμένος από την Ελλάδα το πράγμα ήρθε κι έδεσε, καθώς το πρώτο βράδυ στο καινούργιο σπίτι έστρωσα να κοιμηθώ σε μια κατάσταση γενικευμένης αποσύνθεσης και περίπου τρέμοντας από το κρύο. Ευτυχώς είχα προνοήσει να κουβαλήσω το πάπλωμα που προανέφερα (&lt;a href="http://rovithe.blogspot.com/2012/01/blog-post_12.html"&gt;εδώ&lt;/a&gt;) από την Ελλάδα (και που στην Κρήτη το είχα σχεδόν διακοσμητικό) και κάτι σεντόνια από αυτά που ονομάζω «του σχεδίου Μάρσαλ»: κάτι αμερικάνικα που ο πατέρας μου κουβάλαγε ως ναυτικός πριν τριάντα-σαράντα χρόνια από το Κόρπους Κρίστι στο Τέξας και τη Τζάκσονβιλ στη Φλόριντα και άλλα εξωτικά μέρη, και η μάνα μου τα στοίβαζε στα πατάρια για «την προίκα των παιδιών».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα παιδιά μεγάλωσαν και την εν λόγω προίκα δεν την χρειάστηκαν αλλά ακόμα και με καθυστέρηση 40 ετών καλό είναι να μην πηγαίνουν χαμένα τα πράγματα· έφερα λοιπόν τα σεντονάκια στη Λισσαβώνα, ίσα για να ανακαλύψω ότι οι 54 ίντσες που γράφουν απάνω δεν αντιστοιχούν απόλυτα στα 140 εκατοστά που είναι το στρώμα μου, και η μικρή διαφορά (τρεις πόντοι περίπου) είναι επαρκής για να καταστήσει τουλάχιστον τα κατωσέντονα άχρηστα. Έβαλα λοιπόν πανωσέντονα πάνω-κάτω, άσχετα βέβαια μεταξύ τους από πλευράς σχεδίου και χρώματος αλλά τέτοια ώρα, τέτοια λόγια, στρίμωξα κάνα-δυο μαξιλάρια του καναπέ σε μια μαξιλαροθήκη, τσόνταρα και το πάπλωμα και έπεσα ξερός μετά την ολονυχτία στα αεροπλάνα και την ολοήμερη ταλαιπωρία στη δουλειά βήχοντας και κουτουλώντας από τη νύστα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κοιμήθηκα έντεκα ώρες, αλλά ξύπνησα εξίσου παγωμένος όπως είχα πέσει. Έριξα κάμποσο ζεστό νερό πάνω μου για να επανέλθω (το μόνο ζεστό πράγμα στο σπίτι, άλλωστε), και ξαναπήγα στη δουλειά, όπου έμπλεξα για πολλές ώρες, μέχρι που ήρθε και με μάζεψε η φίλη μου η Σ. (επονομαζόμενη έκτοτε και «Αγία Σ.») που κουβάλαγε τις ενισχύσεις: μια ηλεκτρική σομπίτσα περιστρεφόμενη και κάτι κουβερτούλες και χαλάκια περίσσευμα από το σπίτι της. Μου κουβάλησε και τα δύο κιβώτια που κατέφθασαν από το Λέιντεν με κάτι επιπλέον μικροπράγματα, και με πήγε σε ένα εμπορικό κέντρο να ψωνίσουμε κουζινικά και παραφερνάλια. Σαν καλό κορίτσι επέμενε να πάρουμε χαριτωμένα σκεύη, σαν καλό αγόρι επέμενα ότι αρκεί να είναι χρηστικά. Διαφωνήσαμε για λίγη ώρα για μια υγρή παρκετίνη και ένα καθαριστικό επιφανειών μπάνιου-κουζίνας, και σπαταλήσαμε κάνα δεκάλεπτο για το αν θέλουμε μαξιλάρια αντιαλλεργικά, βιοδυναμικά ή απλώς οικολογικά (τη διαφορά δεν την κατάλαβα ποτέ, πάντως εν τέλει πήρα τα ακριβότερα για να μη με πει τσίπη κι αν κάποιος ξέρει τι είναι βιοδυναμικό μαξιλάρι να μου το πει να 'χω κι εγώ να λέω).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έψαξα μάταια στα ράφια για κανένα ηλεκτρικό καλοριφέρ – βγήκαμε από το μαγαζί την ώρα που έκλεινε και σπρώχναμε το καρότσι μας χαζεύοντας ρολά να κλείνουν μπροστά μας. Κάποια στιγμή το μάτι μου εντόπισε το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου σε ένα παραδίπλα κατάστημα πίσω από ένα ημίκλειστο ρολό. Ένας σεκιουριτάς καθόταν στην πόρτα και μας κοιτούσε που κοιτούσαμε. Του έδειξα ότι θέλω να μπω. «&lt;em&gt;Κλείσαμε&lt;/em&gt;», είπε. Μετά απευθύνθηκα σε έναν υπάλληλο παραμέσα που κατέβαζε τα διπλανά ρολά. Ένα ταμείο ήτον ανοιχτό, με έναν πελάτη να πληρώνει. Ο υπάλληλος μου έδειξε το σεκιουριτά: «&lt;em&gt;ό,τι σου πει&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«&lt;em&gt;Τι κρίμα&lt;/em&gt;», είπε η Αγία Σ. «&lt;em&gt;Κλείσανε και τώρα δε μπορώ να ξανάρθω πριν την Κυριακή&lt;/em&gt;». Σκέφτηκα τον εαυτό μου να παγώνει για μέρες, καθώς εμφανώς δε μπορούσα να κουβαλήσω τη γκουμούτσα άνευ οχήματος ακόμα κι αν έσκαγα πρώτος-πρώτος το χάραμα. Απευθύνθηκα ξανά στο σεκιουριτά, αυτή τη φορά με το πιο παρακαλετικό πορτογαλικό ύφος που μπορούσα να πάρω. Κούναγα χέρια και κεφάλια, έβηχα και για λίγο εφέ, ανέβασα λίγο μελοδραματικούς τόνους. Η φουκαριάρια η Σ. είχε σοκαριστεί καθώς προσπαθούσε να μεταφράσει τα λεγόμενα στον εμβρόντητο κυριούλη, καθώς έβλεπε τον καλό της φίλο να καταρρέει λες και τον είχε πιάσει κρίση ελονοσίας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τους είπα ότι κρυώνω, ότι είμαι άρρωστος, ότι το σπίτι είναι παγωμένο και δεν έχω τίποτα (η Σ. έκανε μια γκριμάτσα καθώς στο πορτ μπαγκαζ της ήταν η ηλεκτρική της σομπίτσα) και ότι χρειάζομαι να πάρω «&lt;em&gt;να, αυτό εκεί πέρα το καλοριφεράκι&lt;/em&gt;» προς σαραντατρία ευρώ και δέκα λεπτά, αυτό μόνο και τίποτα άλλο, που αν ήξερα βέβαια πόρτογαλικά θα του έλεγα και να κάνει ψυχικό, να τον χαίρονται τα παιδάκια του, να τον καμαρώνει η μανούλα του και άλλα τινά σπαραξικάρδια. Από το βήχα η φωνή μου έσπαγε, και προφανώς το μάτι μου γυάλιζε παράξενα. Φαντάζομαι πιο πολύ επειδή τρόμαξε παρά επειδή με λυπήθηκε, ο σεκιουριτάς είπε «&lt;em&gt;καλά, αυτό μόνο, και γρήγορα, ε;&lt;/em&gt;», οπότε εγώ κόλλησα τρία obrigado στη σειρά, βούτηξα θριαμβευτικά το σώμα και το πήγα στο ταμείο όπου η ταμίας ήθελε να μας δώσει και εγγύηση υπογεγραμμένη και της πήρε κάνα πεντάλεπτο επιπλέον, πράγμα που έκανε έξαλλο το σεκιουριτά, αλλά εγώ είχα ηρεμήσει πια καθώς μάλλον μου είχε περάσει η μαλάρια και είχε κολλήσει σε εκείνον.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Βγήκαμε έξω και το ρολό έπεσε αμέσως πίσω μας εμφατικά, σχεδόν ένα ολόκληρο τέταρτο μετά την επίσημη λήξη ωραρίου του μαγαζιού, και σύραμε νωχελικά το καρότσι μέχρι το πάρκιγκ, γεμάτο μαξιλάρια και πετσετάκια και κουζινικά και ηλεκτρικά καλοριφέρ λαδιού και παρκετίνες και λεμονοστίφτες. Η Σ. που είχε κοκκινήσει από ντροπή στην αρχή, τώρα γελούσε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- &lt;em&gt;Μα πώς μπόρεσες να το κάνεις αυτό;&lt;/em&gt; μου είπε στο τέλος. &lt;em&gt;Εγώ δε θα μπορούσα να πω ψέμματα.&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;- &lt;em&gt;Δεν είπα ψέμματα,&lt;/em&gt; εξήγησα. &lt;em&gt;Απλά δεν είπα &lt;/em&gt;όλη &lt;em&gt;την αλήθεια, και χρησιμοποίησα λίγο πιο δραματικούς τόνους.&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;- &lt;em&gt;Μα εσύ του έλεγες αυτά κι εγώ ήξερα πως τα πράγματα δεν είναι έτσι και μου φαινόταν κάπως... εγώ να ξέρω κι αυτός να μην ξέρει...&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;- &lt;em&gt;«Τραγική ειρωνία» λέγεται αυτό. Είναι ελληνική εφεύρεση. Δεν είναι «ψέμματα», είναι θέατρο. Μια μορφή τέχνης.&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Αγία Σ. κούνησε το κεφάλι της με δυσπιστία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- &lt;em&gt;Πάντως εγώ δε θα μπορούσα να το κάνω. Είναι κόλπο.&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;- &lt;em&gt;Timeo Danaos et dona ferentes,&lt;/em&gt; είπα με όσα λατινικά μου επέτρεπαν τα Αστερίξ μου. &lt;em&gt;Αν οι Έλληνες δεν έκαναν και κάνα κόλπο, ακόμα δε θα είχε τελειώσει ο Τρωικός πόλεμος.&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σταμάτησε να γελάει όταν φτάσαμε πια στο σπίτι. Με βοήθησε να τα κουβαλήσω, δώσαμε ραντεβού για επιδρομή στο ΙΚΕΑ το σαββατοκύριακο, κι έφυγε για να κάνει όλη την τέράστια διαδρομή μέχρι την άλλη πλευρά του ποταμού όπου ζει. Ο καλός της θα την περίμενε σε αναμμένα κάρβουνα, τον είχε ήδη στημένο κάμποση ώρα με τους Δαναούς και με τους Τρώες. Πριν φύγει πάντως μου άναψε την ηλεκτρική σομπίτσα και έριξε ένα χαλάκι στο πάτωμα του (σχεδόν άδειου) σαλονιού. Ύστερα άναψα κι εγώ το ηλεκτρικό καλοριφεράκι στην κρεββατοκάμαρα, έβαλα τα λουξ μαξιλαράκια στις μαξιλαροθήκες του σχεδίου Μάρσαλ (που φυσικά περίσσευαν), κι έπεσα να κοιμηθώ με το ερώτημα αν είναι πια αργά για μένα να ξεκινήσω καριέρα στο θεατρικό σανίδι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Για λίγη ώρα, το δωμάτιο είχε μια γλυκειά ζεστασιά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Σ.Σ. Η &lt;/span&gt;&lt;a href="http://en.wikipedia.org/wiki/Timeo_Danaos_et_dona_ferentes"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;λατινική φράση &lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;που προσωπικώς ξεσήκωσα από το «Ο Αστερίξ λεγεωνάριος» κανονικά προέρχεται από την Αινειάδα του Βιργίλιου και συνήθως αποδίδεται στα ελληνικά ως «Φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντες» (ή κατά τη συμβολή της Γ. στο πρώτο σχόλιο παρακάτω «φέροντας»).&lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/899842335629875184-7643443062305189539?l=rovithe.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://rovithe.blogspot.com/feeds/7643443062305189539/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=899842335629875184&amp;postID=7643443062305189539' title='4 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/7643443062305189539'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/7643443062305189539'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://rovithe.blogspot.com/2012/01/blog-post_15.html' title='Φοβού τους Δαναούς'/><author><name>Β.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04558385148668497766</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='15' src='http://bp2.blogger.com/_UNj4GCqGEEM/R5pbGWfV7UI/AAAAAAAAABg/cKn8iKh1nw8/S220/image163.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://2.bp.blogspot.com/-yNuDUz1Ormc/TxB5-n5le9I/AAAAAAAAB2I/C3xrjpr9ePA/s72-c/Timeo.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>4</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-899842335629875184.post-1977293169903069333</id><published>2012-01-12T19:09:00.004+02:00</published><updated>2012-01-12T20:25:19.033+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Φαδο και μπακαλιαρος'/><title type='text'>Φεγγάρι στο νερό</title><content type='html'>&lt;p&gt;&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/-Sny6hb8QOtc/Tw8UgKDW2kI/AAAAAAAAB18/sjgpaVrsyfs/s1600/paneslinos.jpg"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 400px; DISPLAY: block; HEIGHT: 322px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5696794596333771330" border="0" alt="" src="http://4.bp.blogspot.com/-Sny6hb8QOtc/Tw8UgKDW2kI/AAAAAAAAB18/sjgpaVrsyfs/s400/paneslinos.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Δεν ξέρω ποιος τράβηξε τη φωτογραφία, εγώ πάντως την πήρα από &lt;/span&gt;&lt;a href="http://www.telegramm.gr/%CE%95%CE%B9%CE%B4%CE%B7%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82/%CE%A0%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%82/%CE%88%CF%87%CE%B5%CE%B9-%CE%A0%CE%B1%CE%BD%CF%83%CE%AD%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%BF-%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%88%CE%B5-%CE%BA%CE%B9-%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CE%B1%CE%B9-%CF%89%CF%81%CE%B1%CE%AF%CE%B1"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;εδώ&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στο αεροπλάνο μπήκα με πυρετό. Και &lt;a href="http://rovithe.blogspot.com/2011/01/blog-post.html"&gt;πέρσι &lt;/a&gt;που πήγαινα στην Ολλανδία μετά τις γιορτές πάλι κρυωμένος ήμουνα, και φέτος στην Πορτογαλία μία από τα ίδια. Και την πρώτη φορά που πήγα για &lt;a href="http://rovithe.blogspot.com/2010/04/blog-post_30.html"&gt;εγκατάσταση στο Λέιντεν&lt;/a&gt;, επίσης. Μεταφυσικώς σκεπτόμενος θα έλεγα ότι δε μου πάει η ξενητειά και η αναχώρηση και το σώμα μου με εγκαλεί ώστε να παραμείνω στην πατρίδα (όπου αν μη τι άλλο υπάρχει ζεστή σουπίτσα και στοργή και κάνα χάδι ενίοτε), αλλά ο ορθολογιστής εαυτός μου προτιμά να απευθύνει την κατηγορία στους παραμυξοΐούς του κοινού κρυολογήματος (αν και κάτι ύποπτα ρίγη θα μπορούσαν να αποδοθούν και σε ιό γρίππης). Σε κάθε περίπτωση είχα μήτιγκ Δευτέρα, δέκα το πρωί ώρα Λισσαβώνας· Κυριακή δέκα το βράδι Ελλάδας ετοίμαζα βαλίτσες στην Αθήνα σε κατάσταση ημιαποσύνθεσης. Στις έντεκα πήρα μια ασπιρίνη ή κάτι τέτοιο και έπεσα να κοιμηθώ, στις τρεις ξύπνησα, πήρα άλλη μία, ντύθηκα, σταυροφίλησα τους δικούς μου και περίμενα το ταξί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Θυμάμαι τη σκοτεινή Αθήνα, τους άδειους δρόμους ώρας τετάρτης πρωινής. Στο αεροδρόμιο ψυχή σχεδόν, η πτήση μου ήταν από τις πρώτες. Έκανα τσεκ-ιν τις δύο αποσκευές μου και πλήρωσα το προβλεπόμενο πρόστιμο. «&lt;em&gt;Το ξέρετε ότι δικαιούστε μόνο μία;&lt;/em&gt;», ρώτησε με αληθινή ανησυχία η υπάλληλος. Το ήξερα· η δεύτερη αποσκευή περιείχε ένα πολύτιμο και απαραίτητο πάπλωμα για να αντιμετωπίσω το κρύο του άδειου σπιτιού και κάτι πετσετάκια συμπλήρωμα. Ίσως έπρεπε να βάλω μέσα και τη ρακή που μου έδωσε η Ε. από την Κρήτη, αλλά δεν το έκανα γιατί φοβήθηκα τι θα γινόταν αν έσπαγε το μπουκάλι. Μετά σκέφτηκα το πάπλωμα, επίσης απόκτημα Κρήτης: αξία κτήσης 25 ευρώ, άλλα 15 στο καθαριστήριο γιατί είναι τεράστιο και δε χώραγε στο πλυντήριο, άλλα 50 να ταξιδέψει ως τη Λισσαβώνα. Αυτό πρέπει να είναι που λέμε «προστιθέμενη αξία».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι εφημερίδες δεν είχαν βγει ακόμα· αγόρασα έναν τουριστικό οδηγό της Πορτογαλίας. Υπήρχε στα αγγλικά με 20 ευρώ και στα ελληνικά με 25· με βάση το αλάνθαστο οικονομικό μου κριτήριο πήρα την ελληνική έκδοση, φυσικά. Έξι παρά είκοσι τροχιοδρομούσαμε για απογείωση, καμιά εικοσιπενταριά νυσταγμένοι επιβάτες ενός αεροπλάνου από τα πιο άδεια που έχω ταξιδέψει ποτέ. Φοβούμαι ότι αν πάει έτσι θα την καταργήσουνε την πτήση και θα μας φάει η ανταπόκριση και η τρεχάλα στο μέλλον (χώρια που θα ψάχνουμε τις βαλίτσες μας στις Βαρκελώνες και στις Αλιτάλιες μετά - χαμένα θα πάνε τα παπλώματα προστιθέμενης αξίας του μέλλοντος). Για την ώρα πάντως είναι ωραία, ο παρακαθήμενος συνεπιβάτης πάει και πιάνει το πίσω άδειο κάθισμα και μου αφήνει όλη τη σειρά στη διάθεσή μου. Τρώμε ένα αεροπλανικό πρωινό με ελληνική μαρμελάδα και κρουασάν, καθώς και γιαουρτάκι με βύσσινο. Γυρίζω το ρολόι δυο ώρες πίσω, ώρα Πορτογαλίας (σα να λέμε Γκρήνουιτς, αλλά με διαφορετική ημερομηνία αλλαγής στη χειμερινή ώρα).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είναι σκοτάδι έξω· η νύχτα φεύγει μπροστά μας και την κυνηγάμε ταξιδεύοντας προς τη Δύση, η μέρα έρχεται πίσω μας. Θα μας προφτάσει; Ναι, μάλλον θα μας προφτάσει, σκέφτομαι, αλλά για την ώρα χαζεύω τα φωτάκια στη γη καθώς έχω κολλημένη τη μούρη μου στο παράθυρο. Τι είναι εδώ; Α, Σικελία μάλλον· το επιβεβαιώνω στο χάρτη που εμφανίζεται κατά περιόδους στις οθόνες πάνω από τα καθίσματα. Ο πυρετός ανεβαίνει αργά και σκέφτομαι να κοιμηθώ λίγο, τραβάω την καρέκλα πίσω και αποκοιμιέμαι για δυο λεπτά. Όταν ανοίγω τα μάτια έχει περάσει μια ώρα και από το παράθυρο βλέπω κάτι άλλα φωτάκια, νησιωτικά μάλλον. Είναι ακόμα νύχτα, κι εδώ πρέπει να είναι οι Βαλεαρίδες νήσοι, σωστά; Σωστά, ο χάρτης με πληροφορεί ότι πετάμε πάνω από την Πάλμα ντε Μαγιόρκα πλησιάζοντας στην Ιβηρική. Ξανακοιμάμαι ξαπλωμένος στα τρία καθίσματα αυτή τη φορά και όταν ανοίγω τα μάτια ένα αχνό φως φαίνεται στο παράθυρο. Είναι κοντά εφτά, από κάτω μας έχει ακόμα νύχτα, αλλά στο βάθος του ορίζοντα πίσω μας ο ουρανός έχει ανοίξει για τα καλά, κι αντί για μαύρο έχει τώρα ένα βαθύ μπλε χρώμα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μένω κολλημένος στο παράθυρο χαζεύοντας άγνωστα χωριά της Ιβηρικής. Άραγε είμαστε Ισπανία ακόμα ή μπήκαμε Πορτογαλία; Ο χάρτης με διαφωτίζει προσωρινά (μόλις περάσαμε τα σύνορα) πριν εξαφανιστεί μαζί με την οθονίτσα ενώ τα μεγάφωνα μας πληροφορούν ότι πρέπει να ετοιμαζόμαστε για την προσγείωση. Πετάμε χαμηλώνοντας ολοένα και στη γη αρχίζουν να ξεχωρίζουν βουνά και ποτάμια ενώ το λυκαυγές προχωρά και μας αγκαλιάζει. Ποιο είναι αυτό το ποτάμι; Να είναι ο μεγαλοπρεπής Τάγος, στις εκβολές του οποίου είναι χτισμένη η καινούργια μου πόλη; Αγνοώ την τοπική γεωγραφία, αλλά το αεροπλάνο συνεχίζει να πετάει παράλληλα με το ποτάμι, και βλέπω τις γέφυρες ανάμεσα στις όχθες, αναγνωρίζω την Αλφάμα στην απέναντι πλευρά και καθώς το αεροπλάνο κάνει έναν ελιγμό, προβάλλει μπροστά μου, σκούρος, τεράστιος, ο Ατλαντικός.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ύστερα το αεροπλάνο στρέφεται και πάλι, με κατεύθυνση το Βορρά· στη δεξιά πλευρά του τα παράθυρα φωτίζονται από τις πρώτες ηλιακές ακτίνες της αληθινής μέρας, ενώ στην αριστερή το σκοτάδι δίνει μάχες οπισθοφυλακών πάνω από τον Ωκεανό. Ύστερα, σε μια στιγμή παράξενης ομορφιάς, μια τεράστια Πανσέληνος (είναι στ' αλήθεια Πανσέληνος;) κουρασμένη και κατακόκκινη αρχίζει να διαλύεται στα νερά του Ωκεανού, κάπου μακριά στην άπω Δύση. Για λίγα δευτερόλεπτα μένω να κοιτάζω μαγεμένος, ύστερα το αεροπλάνο ξαναγυρίζει προς τα ανατολικά (η πόλη είναι πιάτο μπροστά μου τώρα, βλέπω την κίνηση των αυτοκινήτων, μικροσκοπικούς ανθρώπους που βαδίζουν στο δρόμο ή περιμένουν το πρωινό λεωφορείο) και σε λιγάκι προσγειώνεται, επτά και σαρανταοκτώ ακριβώς, με ένα λίγο δυνατό θόρυβο είναι αλήθεια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο ήλιος είναι πια ψηλά πάνω από την πόλη. «&lt;em&gt;Καλή χρονιά&lt;/em&gt;!», λέω στον εαυτό μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ξεκινάμε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Σ.Σ. &lt;em&gt;Η πρώτη πανσέληνος του 2012 έλαβε χώρα στις 9 Ιανουαρίου, ημέρα Δευτέρα, ώρα 7.30 το πρωί (UTC).&lt;/em&gt; &lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/899842335629875184-1977293169903069333?l=rovithe.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://rovithe.blogspot.com/feeds/1977293169903069333/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=899842335629875184&amp;postID=1977293169903069333' title='14 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/1977293169903069333'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/1977293169903069333'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://rovithe.blogspot.com/2012/01/blog-post_12.html' title='Φεγγάρι στο νερό'/><author><name>Β.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04558385148668497766</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='15' src='http://bp2.blogger.com/_UNj4GCqGEEM/R5pbGWfV7UI/AAAAAAAAABg/cKn8iKh1nw8/S220/image163.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://4.bp.blogspot.com/-Sny6hb8QOtc/Tw8UgKDW2kI/AAAAAAAAB18/sjgpaVrsyfs/s72-c/paneslinos.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>14</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-899842335629875184.post-4219470981863782458</id><published>2012-01-08T13:34:00.006+02:00</published><updated>2012-01-13T23:14:52.774+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Δανεικες Λεξεις'/><title type='text'>Η ποίηση βαράει κατακέφαλα (Γιώργος Σκαμπαρδώνης)</title><content type='html'>&lt;p&gt;&lt;div align="justify"&gt;Έπαιζα στην αυλή, φορώντας κοντό παντελονάκι, με μια γκαζιά στο χώμα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο ξάδελφός μου ο Θοδωρής, έναν χρόνο μεγαλύτερος, στα έντεκα, καθότανε στα σκαλοπάτια του σπιτιού. Έβαλε στο αεροβόλο του αντί για βλήμα ένα σπυρί φακής, με σκόπευσε καλά στο πόδι και τράβηξε τη σκανδάλη. Με πέτυχε λίγο πιο πάνω από το δεξί γόνατο – έχω ακόμα, ύστερα από σαράντα οχτώ χρόνια, το σημάδι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η γιαγιά μου η Σμαρώ, που έπλενε πιο κει κάτι ασπρόρουχα σε μια σκάφη, είδε με την άκρη του ματιού της όλη τη σκηνή – χρησιμοποιούσε μια μεγάλη τετράγωνη πλάκα σαπούνι «Αλεπουδέλη». Και, λέγοντας «Αφορεσμένε!», σηκώνει το χέρι της, εκσφενδονίζει την πλάκα το σαπούνι, πετυχαίνει τον ξάδερφό μου στο κεφάλι και τον αφήνει αναίσθητο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Προ ημερών μιλούσαμε για ποίηση – θυμήθηκε ο ξάδερφος το περιστατικό με το σαπούνι και μου λέει:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Εκείνη ήταν η πρώτη σημαντική επαφή μου, μέσω της οικογένειάς του, με τον Οδυσσέα Ελύτη. Και από τότε δεν παύει να με βαράει κατακέφαλα». &lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Γιώργος Σκαμπαρδώνης – Περιπολών περί πολλών τυρβάζω (Διηγήματα, 2011)&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Σ.Σ. Το «Ελύτης» είναι φιλολογικό ψευδώνυμο, το επίθετο του ποιητή ήταν Αλεπουδέλης και κατάγεται από την ομώνυμη οικογένεια σαπωνοποιών της Λέσβου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η άρτι εκδοθείσα συλλογή διηγημάτων του Γ.Σ. με συντρόφεψε τις μέρες που έμεινα στην Αθήνα.&lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/899842335629875184-4219470981863782458?l=rovithe.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://rovithe.blogspot.com/feeds/4219470981863782458/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=899842335629875184&amp;postID=4219470981863782458' title='2 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/4219470981863782458'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/4219470981863782458'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://rovithe.blogspot.com/2012/01/blog-post.html' title='Η ποίηση βαράει κατακέφαλα (Γιώργος Σκαμπαρδώνης)'/><author><name>Β.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04558385148668497766</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='15' src='http://bp2.blogger.com/_UNj4GCqGEEM/R5pbGWfV7UI/AAAAAAAAABg/cKn8iKh1nw8/S220/image163.jpg'/></author><thr:total>2</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-899842335629875184.post-2767372106461472815</id><published>2011-12-26T14:53:00.002+02:00</published><updated>2011-12-26T15:09:01.123+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Δανεικες Λεξεις'/><title type='text'>Το σπίτι κοντά στη θάλασσα (Γιώργος Σεφέρης)</title><content type='html'>&lt;p&gt;Τὰ σπίτια ποὺ εἶχα μου τὰ πῆραν. Ἔτυχε&lt;br /&gt;νά᾿ ναι τὰ χρόνια δίσεχτα· πόλεμοι χαλασμοὶ ξενιτεμοὶ·&lt;br /&gt;κάποτε ὁ κυνηγὸς βρίσκει τὰ διαβατάρικα πουλιὰ&lt;br /&gt;κάποτε δὲν τὰ βρίσκει· τὸ κυνήγι&lt;br /&gt;ἦταν καλὸ στὰ χρόνια μου, πῆραν πολλοὺς τὰ σκάγια·&lt;br /&gt;οἱ ἄλλοι γυρίζουν ἢ τρελαίνουνται στὰ καταφύγια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μὴ μοῦ μιλᾶς γιὰ τ᾿ ἀηδόνι μήτε γιὰ τὸν κορυδαλλὸ&lt;br /&gt;μήτε γιὰ τὴ μικρούλα σουσουράδα&lt;br /&gt;ποὺ γράφει νούμερα στὸ φῶς μὲ τὴν οὐρά της·&lt;br /&gt;δὲν ξέρω πολλὰ πράγματα ἀπὸ σπίτια&lt;br /&gt;ξέρω πὼς ἔχουν τὴ φυλή τους, τίποτε ἄλλο.&lt;br /&gt;Καινούργια στὴν ἀρχή, σὰν τὰ μωρὰ&lt;br /&gt;ποὺ παίζουν στὰ περβόλια μὲ τὰ κρόσσια τοῦ ἥλιου,&lt;br /&gt;κεντοῦν παράθροφυλλα χρωματιστὰ καὶ πόρτες&lt;br /&gt;γυαλιστερὲς πάνω στὴ μέρα·&lt;br /&gt;ὅταν τελειώσει ὁ ἀρχιτέκτονας ἀλλάζουν,&lt;br /&gt;ζαρώνουν ἢ χαμογελοῦν ἢ ἀκόμη πεισματώνουν&lt;br /&gt;μ᾿ ἐκείνους ποὺ ἔμειναν μ᾿ ἐκείνους ποὺ ἔφυγαν&lt;br /&gt;μ᾿ ἄλλους ποὺ θὰ γυρίζανε ἂν μποροῦσαν&lt;br /&gt;ἢ ποὺ χάθηκαν, τώρα ποὺ ἔγινε&lt;br /&gt;ὁ κόσμος ἕνα ἀπέραντο ξενοδοχεῖο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δὲν ξέρω πολλὰ πράγματα ἀπὸ σπίτια,&lt;br /&gt;θυμᾶμαι τὴ χαρά τους καὶ τὴ λύπη τους&lt;br /&gt;καμιὰ φορά, σὰ σταματήσω·&lt;br /&gt;ἀκόμη&lt;br /&gt;καμιὰ φορά, κοντὰ στὴ θάλασσα, σὲ κάμαρες γυμνὲς&lt;br /&gt;μ᾿ ἕνα κρεβάτι σιδερένιο χωρὶς τίποτε δικό μου&lt;br /&gt;κοιτάζοντας τὴ βραδινὴν ἀράχνη συλλογιέμαι&lt;br /&gt;πὼς κάποιος ἑτοιμάζεται να᾿ ρθεῖ, πὼς τὸν στολίζουν&lt;br /&gt;μ᾿ ἄσπρα καὶ μαῦρα ροῦχα μὲ πολύχρωμα κοσμήματα&lt;br /&gt;καὶ γύρω του μιλοῦν σιγὰ σεβάσμιες δέσποινες&lt;br /&gt;γκρίζα μαλλιὰ καὶ σκοτεινὲς δαντέλες,&lt;br /&gt;πὼς ἑτοιμάζεται νὰ ᾿ ρθει νὰ μ᾿ ἀποχαιρετήσει·&lt;br /&gt;ἤ, μιὰ γυναίκα ἐλικοβλέφαρη βαθύζωνη&lt;br /&gt;γυρίζοντας ἀπὸ λιμάνια μεσημβρινά,&lt;br /&gt;Σμύρνη Ρόδο Συρακοῦσες Ἀλεξάντρεια,&lt;br /&gt;ἀπὸ κλειστὲς πολιτεῖες σὰν τὰ ζεστὰ παράθυροφυλλα,&lt;br /&gt;μὲ ἀρώματα χρυσῶν καρπῶν καὶ βότανα,&lt;br /&gt;πὼς ἀνεβαίνει τὰ σκαλιὰ χωρὶς νὰ βλέπει&lt;br /&gt;ἐκείνους ποὺ κοιμήθηκαν κάτω ἀπ᾿ τὴ σκάλα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ξέρεις τὰ σπίτια πεισματώνουν εὔκολα, σὰν τὰ γυμνώσεις.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;(Γιώργος Σεφέρης - ΚΙΧΛΗ)&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Σ.Σ. Αν και μου φαίνεται κάπως «πολυλογάδικη» η ποίηση του Σεφέρη, μου κόλλησε λίγο το εν λόγω ποίημα τώρα που αλλάζω πάλι σπίτια συνέχεια όπως πιο παλιά, «&lt;em&gt;μ' ένα κρεβάτι σιδερένιο χωρίς τίποτα δικό μου&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ή ίσως να φταίει πάλι&lt;em&gt; μια γυναίκα ελικοβλέφαρη βαθύζωνη&lt;/em&gt;· ποιος ξέρει. &lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/899842335629875184-2767372106461472815?l=rovithe.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://rovithe.blogspot.com/feeds/2767372106461472815/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=899842335629875184&amp;postID=2767372106461472815' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/2767372106461472815'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/2767372106461472815'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://rovithe.blogspot.com/2011/12/blog-post_26.html' title='Το σπίτι κοντά στη θάλασσα (Γιώργος Σεφέρης)'/><author><name>Β.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04558385148668497766</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='15' src='http://bp2.blogger.com/_UNj4GCqGEEM/R5pbGWfV7UI/AAAAAAAAABg/cKn8iKh1nw8/S220/image163.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-899842335629875184.post-6827164005001605265</id><published>2011-12-21T14:39:00.008+02:00</published><updated>2012-01-13T16:40:28.820+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Φαδο και μπακαλιαρος'/><title type='text'>Φωτάκια στην πλατεία</title><content type='html'>&lt;p&gt;&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/-Gi9EZCiMb-U/TvHruoh1x8I/AAAAAAAAB1k/ySnmipVvmZw/s1600/DSC03092.JPG"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 300px; DISPLAY: block; HEIGHT: 400px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5688586990731511746" border="0" alt="" src="http://3.bp.blogspot.com/-Gi9EZCiMb-U/TvHruoh1x8I/AAAAAAAAB1k/ySnmipVvmZw/s400/DSC03092.JPG" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Εδώ είναι μέρα ανοιξιάτικη, αλλά τις χειμωνιάτικες νύχτες γύρω από το άγαλμα του Καμόες ανάβουν φωτάκια...&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Σ. με έχει στην καρδιά της από ό,τι φαίνεται, από εκείνη την αθηναϊκή νύχτα του 2004 που μια &lt;a href="http://rovithe.blogspot.com/2008/09/blog-post_18.html"&gt;αλεπού &lt;/a&gt;αποπειράθηκε να της φάει το κινητό. Προφανώς επρόκειτο για σημαδιακή νύχτα, καθώς εφτά χρόνια μετά, σχεδόν ό,τι έχω κάνει στην Πορτογαλία (από τουρισμό και διασκέδαση μέχρι εξεύρεση σπιτιού και επίλυση προβλημάτων καθημερινότητας) οφείλεται σε εκείνην πολύ περισσότερο από ό,τι π.χ. στις συναδέλφους ή την εργοδοσία μου. Πέμπτη έφτασα, Παρασκευή είχε τηλεφωνήσει σε δέκα μεσίτες, Σάββατο απόγευμα κουβαλήθηκε στην άλλη όχθη του ποταμού (καμιά ώρα οδήγημα και βάλε) να μου κάνει την οδηγό και τη μεταφράστρια καθώς γυρίζαμε τις ανηφόρες του Οέιρας κοιτάζοντας σπίτια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν ξέρω αν πρόκειται για τυπικό δείγμα, αλλά η αλήθεια είναι ότι η εικόνα που έχω κατ' αρχήν από τους Πορτογάλους είναι ότι πρόκειται για εξαιρετικά πρόθυμους και ευγενείς ανθρώπους· αν αρέσκεται κανείς στις γενικεύσεις θα μπορούσε να τους αντιδιαστείλει ίσως με τους σχετικά αδιάφορους Ολλανδούς ή τους ενδεχομένως υστερόβουλους Έλληνες. Ωστόσο εγώ είμαι πολύ επιφυλακτικός ως προς αυτές τις «εθνικές» κατηγοριοποιήσεις, καθώς θεωρώ ότι σε κάθε λαό υπάρχει τόση ποικιλομορφία που το εύρος της υπερβαίνει τις υποτιθέμενες διαφορές μεταξύ των διαφορετικών λαών. Αυτό δεν συνεπάγεται ότι δεν υφίστανται διαφορές στην αντίληψη, τον πολιτισμό, και τις συνήθειες. Συμβαίνει όμως συχνά να είναι πολύ λιγότερο σημαντικές ή καθοριστικές από όσο νομίζουμε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πάντως όταν μου είπε η Σ. ότι μέχρι να περιμένουμε να πάει η ώρα για το καθορισμένο ραντεβού για να δούμε κάποιο σπίτι, καλύτερα να ψάχναμε και αλλού, δεν κατάλαβα πώς ακριβώς το εννοούσε, μέχρι που μπήκε σε ένα καφενείο και ρώτησε κάτι. Ένας νεαρός και δυο κοπέλες απάντησαν κάτι άλλο και μόνο όταν άκουσα το όνομα του ερευνητικού ιδρύματος όπου (θα) εργάζομαι αντελήφθην ότι η κουβέντα αφορούσε ακριβώς την αναζήτηση της μελλοντικής μου κατοικίας. Ο νεαρός προσεκόμισε έναν τηλεφωνικό αριθμό, και η Σ. έκανε μια κλήση (ανεπιτυχή πάντως, διότι ο συνομιλητής της είχε μόνο κενά διαμερίσματα και όχι επιπλωμένα). Για λόγους ευγενείας κάτσαμε να πιούμε καφέ εκεί· λίγα λεπτά αργότερα η μία από τις κοπέλες εμφανίστηκε με μια εφημερίδα με αγγελίες. Σημειώσαμε δύο που μας ενδιέφεραν· η μικρή ομήγυρη που είχε σχηματιστεί γύρω από το τραπέζι ξέσπασε σε επιφωνήματα χαράς όταν η Σ. μετά από μια σύντομη συνδιάλεξη ανακοίνωσε ότι είχαμε κλείσει επιπλέον δύο ραντεβού για να δούμε και άλλα διαμερίσματα. Οι κοπέλες έφυγαν δίνοντάς μου ευχές για το καλύτερο, κι εγώ πλήρωσα τους καφέδες στην εκπληκτική τιμή του ένα ευρώ και σαράντα λεπτά και οι δύο μαζί στον χαμογελαστό νεαρό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το βράδυ η Σ. με έβγαλε βόλτα στο κέντρο της Λισσαβώνας. Παρκάραμε μετά κόπων στο Chiado, σε ένα υπόγειο γκαράζ, και πήγαμε να συναντήσουμε ένα φιλικό της ζευγάρι για φαγητό. Η Τερέζα και ο Νούνο μου έσφιξαν το χέρι με θέρμη και με ευχαρίστησαν που τους είχα βοηθήσει να περάσουν τόσο καλά στην Ελλάδα. Δε θυμόμουν να είχα βοηθήσει κανέναν και μου εξήγησαν ότι είναι εκείνοι οι φίλοι της Σ. για τους οποίους της είχα πει κάποια στιγμή το καλοκαίρι κάτι σαν «&lt;em&gt;ε, άμα θέλουνε να πάνε στα ελληνικά νησιά και τους αρέσει ο κόσμος, ας πάνε στη Σαντορίνη&lt;/em&gt;». Πήγανε, λοιπόν, και περάσανε καταπληκτικά (εγώ αμυδρά μόνο θυμόμουνα ότι είχε προηγηθεί αυτή η συζήτηση με τη Σ.), και κατά τη διάρκεια του φαγητού περιέγραφαν την ελληνική εμπειρία τους με ευχαρίστηση και κάποια νοσταλγία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μάλιστα κάποια στιγμή μου είπαν ότι έδωσαν και συνέντευξη στην ελληνική τηλεόραση. Όχι ακριβώς συνέντευξη, ένα ρεπορτάζ ενός καναλιού για κάποια απεργία των ταξιτζήδων που είχε λάβει χώρα τις μέρες εκείνες. Από την περιγραφή του λογοτύπου του καναλιού υπέθεσα ότι επρόκειτο για το Σταρ τσάνελ· τους είπα ότι από όσο ξέρω το δελτίο ειδήσεων του συγκεκριμένου διαύλου εστιάζει στο λάιφτστάιλ και όχι στις απεργίες εν γένει. Ο Νούνο γέλασε και είπε ότι ίσως αυτό εξηγεί μερικά πράγματα: η ρεπόρτερ του καναλιού ήταν μια νεαρά εμφανίσεως κάπως μπάρμπι, η οποία αφού ρώτησε χαρούμενα αν ταλαιπωρήθηκαν κατά την άφιξή τους στη χώρα από την απεργία των ταξί, μάλλον στεναχωρήθηκε όταν ο Νούνο απάντησε κάτι σαν «&lt;em&gt;όχι, διότι πήραμε το λεωφορείο&lt;/em&gt;». Τόσο πολύ στεναχωρήθηκε μάλιστα, που ξαναρώτησε επιμένοντας, κι όταν ο Νούνο επέμεινε κι αυτός ότι δεν ταλαιπωρήθηκαν λόγω των ταξί, η νεαρά το επαναδιατύπωσε λέγοντας «&lt;em&gt;ναι, αλλά αν δεν υπήρχαν ούτε λεωφορεία δεν θα είχατε ταλαιπωρηθεί χωρίς ταξί;&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Νούνο αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι σε αυτή την περίπτωση θα είχαν όντως ταλαιπωρηθεί. Η Τερέζα συμπλήρωσε ότι τυχαία, το ίδιο βράδι, κάνοντας ζάπιγκ έπεσε πάνω στο εν λόγω δελτίο ειδήσεων, όπου για μερικά δευτερόλεπτα έπαιξε και η απάντηση του συντρόφου της. Παραδόξως όμως (χμ...) όχι στο κομμάτι που απαντούσε ότι δεν ταλαιπωρήθηκε, αλλά σε εκείνο που έλεγε ότι θα μπορούσε και να είχε ταλαιπωρηθεί - αυτό ήθελαν να ακούσουν οι άνθρωποι του καναλιού, αυτό έπαιξαν, το άλλο δεν τους ενδιέφερε. Κουβεντιάσαμε λίγο για τα μήντια και και το είδος των ρεπορτάζ με το μικρόφωνο στο χέρι που υποτίθεται αναπαράγουν «τι πιστεύει ο κόσμος», και συμφωνήσαμε ότι δεν είναι ελληνική πατέντα αλλά παίζει παντού. Μετά αρχίσαμε να λέμε κάτι για το ενδυματολογικό στυλ της δεκαετίας του '80 και ξεχάστηκε το θέμα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τους συνοδεύσαμε μέχρι το σπίτι τους, λίγο παραπέρα στο κέντρο. Η Σ. μου είπε περίλυπη ότι ήθελε να μου δείξει τη στολισμένη με φωτάκια κεντρική λεωφόρο, ωστόσο φέτος λόγω κρίσης δεν άναψαν φωτάκια διότι ο δήμος δεν είχε (ή δεν ήθελε) να ξοδέψει για στολισμούς. Διαβάζω ότι και στην Αθήνα γίνεται κάτι αντίστοιχο: πόλεις της κρίσης, αφώτιστες και μελαγχολικές. Ε, όχι και εντελώς μελαγχολικές: ξαναγυρίσαμε στο Chiado όπου γύρω από το άγαλμα του Καμόες ένα πλήθος νεολαίας τριγυρνούσε με ένα ποτήρι στο χέρι από το παρακείμενο κιόσκι (ας πούμε κάτι σαν περίπτερο, χωρίς έντυπα αλλά με αλκοόλ εξτρά). Η πλατεία ήταν σκοτεινή σχετικά, αλλά πολλοί από το πλήθος είχαν φωτάκια που αναβόσβηναν στο πέτο ή στις τσάντες ή στο πανοφώρι τους, σαν διερχόμενοι ποδηλάτες. Μείναμε λίγο να τους κοιτάμε μέχρι που ένας νεαρός ήρθε και μας πρότεινε δυο φωτάκια να τα φορέσουμε κι εμείς: αφού η πόλη δε στολίζει δέντρο, είπε, αποφασίσαμε να γίνουμε εμείς το δέντρο και να φωτίσουμε την πλατεία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Σ. τον ευχαρίστησε και είπε ότι εμείς ήμασταν περαστικοί και καλύτερα να έδινε τα φωτάκια σε κάποιον που θα παρέμενε στην πλατεία, να πιάσουν πιο πολύ τόπο. Ο νεαρός δεν επέμεινε. Είχε όντως πολύ λίγα πια στην τσάντα του. Πήρα ένα μπουκάλι νερό από το κιόσκι και χάζεψα λίγο το πλήθος: ένα είδος λαϊκής πλατείας με έναν ετερόκλητο κόσμο: πορτογαλική νεολαία, μαύροι από τις πρώην αποικίες, καλοντυμένες κυρίες καθ' οδόν ίσως για κάπου αλλού, με το φωτάκι να αναβοσβήνει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι εμείς, βέβαια, καθ' οδόν. Για κάπου αλλού.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/899842335629875184-6827164005001605265?l=rovithe.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://rovithe.blogspot.com/feeds/6827164005001605265/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=899842335629875184&amp;postID=6827164005001605265' title='4 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/6827164005001605265'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/6827164005001605265'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://rovithe.blogspot.com/2011/12/blog-post_21.html' title='Φωτάκια στην πλατεία'/><author><name>Β.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04558385148668497766</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='15' src='http://bp2.blogger.com/_UNj4GCqGEEM/R5pbGWfV7UI/AAAAAAAAABg/cKn8iKh1nw8/S220/image163.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://3.bp.blogspot.com/-Gi9EZCiMb-U/TvHruoh1x8I/AAAAAAAAB1k/ySnmipVvmZw/s72-c/DSC03092.JPG' height='72' width='72'/><thr:total>4</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-899842335629875184.post-1508149319529291520</id><published>2011-12-19T16:40:00.008+02:00</published><updated>2011-12-23T14:45:12.308+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Φαδο και μπακαλιαρος'/><title type='text'>Όρτσα στο Οέιρας</title><content type='html'>&lt;p&gt;&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/-19WQuygHNks/Tu9O5qFD9NI/AAAAAAAAB1Y/P2ejursSh-4/s1600/DSC03785.JPG"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 400px; DISPLAY: block; HEIGHT: 300px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5687851606847255762" border="0" alt="" src="http://3.bp.blogspot.com/-19WQuygHNks/Tu9O5qFD9NI/AAAAAAAAB1Y/P2ejursSh-4/s400/DSC03785.JPG" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Η θέα από την πόρτα της αυλής. Δεν είναι θάλασσα, είναι ακόμα οι εκβολές του Τάγου. Χειμώνας, σου λέει μετά...&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«&lt;em&gt;Άμα δεις μαύρη καμαριέρια να μπαίνει στο δωμάτιο, μην της πεις πως σε λένε Ντομινίκ&lt;/em&gt;», μου είπε ένας φίλος χαριτολογώντας δήθεν με την κάπως μπερδεμένη υπόθεση Στρως Καν, αλλά έτσι κι αλλιώς δεν ετίθετο θέμα διότι όντως δεν με λένε Ντομινίκ, οπότε όταν χτύπησε την πόρτα η κοπέλα είπα απλώς κάτι σαν «&lt;em&gt;Νο πορτουγκέζε&lt;/em&gt;» και αυτή με ρώτησε «&lt;em&gt;Ε, τότε τι; Αγγλικά&lt;/em&gt;;» κι αφού της κούνησα το κεφάλι καταφατικά μου είπε στα αγγλικά ότι ήρθε να καθαρίσει το δωμάτιο. Παράτησα λοιπόν ό,τι έκανα και βγήκα καλού κακού έξω, από την πόρτα που βγάζει στην αυλή, δίπλα στην εσπλανάδα. Φόρεσα και το γυαλί ηλίου που στην Ολλανδία ήτανε καταχωνιασμένο κάπου για μήνες, και χάζεψα το κυματάκι που έσκαγε στην ακτή, είκοσι μέτρα μπροστά μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Για την εποχή το ξενοδοχείο είναι μάλλον γεμάτο· όταν ήρθα φοβήθηκα ότι θα ήμουν στη μαύρη ερημιά σε ένα παγωμένο καλοκαιρινό σκηνικό. Αλλά ο καιρός είναι καλός, με ήλιο και χωρίς ιδιαίτερη υγρασία, κόσμος πηγαινοέρχεται στο δρόμο μπροστά στην παραλία βαδίζοντας ή ποδηλατώντας ή κάνοντας τζόγκιγκ, κάθε τόσο περνάνε ιστιοπλοϊκά σκαφάκια με τα πανάκια τους ολάνοιχτα, και το δωμάτιο βλέπει στη θάλασσα (ή μάλλον, βλέπει τις εκβολές του Τάγου, καθώς ο ωκεανός είναι αρκετά δεξιά μας ακόμα, μετά την Κασκάις, εδώ στο Οέιρας είμαστε ακόμα ποτάμι κατά πως φαίνεται).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Βέβαια όταν λέμε «γεμάτο» ξενοδοχείο, μη φανταστείτε καμιά καλοκαιρινή ατμόσφαιρα με ηλιοκαμένες κορμάρες και φρίσμπυ και jogo bonito. Το μεσημέρι τσίμπησα στο εστιατόριο μαζί με καμιά τριανταριά εμφανώς συνταξιούχους, καθώς μάλλον έχουν έρθει τα ΚΑΠΗ της Κοΐμπρα ή του Οπόρτο εκδρομή στα περίχωρα της πρωτεύουσας, άντε και μια ομάδα παίδων ή νέων κάποιου αφανούς αθλήματος, μετά των συνοδών τους. Κάθομαι και τους χαζεύω λίγο με τις φορμίτσες τους που γράφουν όλες Portugal, ίσως είναι κάποια προεθνική ή εθνική ομάδα, όχι και πολύ γκλάμορους μάλλον καθώς οι φόρμες είναι κάπως μεταχειρισμένες και φαίνεται.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κοιτάω και τη δικιά μου τη φορμίτσα που φόρεσα επιτούτου για να πάω για περπάτημα στην εσπλανάδα (και δεν πήγα), που κι αυτή είναι κάπως φθαρμένη, όχι από τη χρήση βέβαια, αλλά από το χρόνο, καθώς την είχα πάρει μάλλον κάπου στα τέλη του εικοστού αιώνα για να αρχίσω κάποιου είδους γυμναστική που ποτέ δεν άρχισα, και τελικά μου χρησίμευσε ελάχιστα στην εξάρτυση της ιστιοπλοΐας προ ετών, και κάποτε παλιότερα ως δανεικό ρούχο σε κάποιο φίλο που είχε γίνει μούσκεμα, ώστε να φορέσει κάτι στεγνό. Καθώς άνοιγα τις βαλίτσες που κουβάλησα μετά κόπων και βασάνων από το Λέιντεν, η φόρμα πετάχτηκε έξω πρώτη, και τη φόρεσα προσωρινά ενόψει της παράλιας βολτίτσας που σχεδίαζα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ουδέν μονιμότερον του προσωρινού, βέβαια, και η φόρμα έγινε το επίσημο ένδυμα ξενοδοχείου κάθε φορά που κατεβαίνω στη ρεσεψιόν για να ξεκλέψω λίγο πρόσβαση στο δίκτυο, καθώς η υπέροχη διαφήμιση της ξενοδοχειακής μονάδας που προέβλεπε wi-fi δεν υπονοούσε ΚΑΙ στα δωμάτια. Βλέποντας τα ΚΑΠΗ της πελατείας,μπορώ να φανταστώ τους λόγους: οι άνθρωποι μπορούν να σου μιλήσουν για το Σαλαζάρ και την επανάσταση των γαρυφάλλων ενδεχομένως, αλλά για διαδίκτυο μάλλον όχι. Ή τέλος πάντων θα ήθελαν ίσως να μου πουν κάτι, αλλά έχουμε ένα πρόβλημα στην επικοινωνία, καθώς μιλάνε μόνο τη μητρική τους γλώσσα, και παραξενεύονται που εγώ δεν τη μιλάω, διότι ως φάτσα μάλλον τους φαίνομαι κάργα Πορτογάλος. Επιμένουν, μάλιστα, επαναλαμβάνοντας την ίδια φράση πιο αργά και καθαρά, μήπως είμαι απλώς κουφός ή βραδύνους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αλλά είμαι ξένος, όσο παράξενο και αν τους φαίνεται, διερχόμενος, σε αναζήτηση μιας πιο μόνιμης κατοικίας στην υπνούπολη του Οέιρας, δίπλα στο ερευνητικό κέντρο που θα με φιλοξενεί στο εξής. Η κοπέλα τελειώνει το σφουγγάρισμα και όπως έχω μάθει της λέω “οbrigado”, δηλαδή «ευχαριστώ», πράγμα που στην Πορτογαλία (αλλά όχι π.χ. στη Βραζιλία που επίσης ομιλείται η γλώσσα) είναι βασικότατος κανόνας συμπεριφοράς ακόμα κι αν ο άλλος κάνει το εντελώς αυτονόητο. Η κοπέλα χαμογελάει (τα λευκά της δόντια κάνουν έντονη αντίθεση με το κατάμαυρο πρόσωπο) και απαντάει με το τυπικό “De nada”, μάλλον διασκεδάζοντας με την προφορά μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εχτές σε μια παρέα μου παρατήρησαν ότι προφέρω τις λέξεις σαν Ισπανός· εξήγησα ότι τα ελληνικά έχουν παρόμοιους φθόγγους με τα ισπανικά, και ότι η προφορά του R στην αρχή της λέξης ως παχύ Γ αποτελεί πορτογαλική ιδιαιτερότητα που δεν απαντάται εξ’ όσων γνωρίζω στις λοιπές λατινογενείς γλώσσες (καλά, δεν είμαι και ειδήμων...), για να μην αναφερθούμε στο Ο που προφέρεται γενικώς σαν ελληνικό «ου», έτσι ώστε να μου πάρει λίγη ώρα να αντιληφθώ ότι ο μυστηριώδης «Γουμπέρτου» στον οποίο αναφερόντουσαν ήταν ένας κοινότατος Ρομπέρτο στα καθ’ ημάς και τη λοιπή υφήλιο. Από μια άποψη αντιλαμβάνομαι εκείνο τον κάπως μπλαζέ ισπανομαθή συμπατριώτη μου που αναφερόταν στα πορτογαλικά ως «ισπανικά με προφορά σαμιώτικη», αλλά το αστειάκι είναι εντελώς ικαριακό και δεν γίνεται αντιληπτό έξω από τα όρια του νομού, εκτός αν έχετε φίλες από τον Παγώνδα* και τις έχετε ακούσει να συνομιλούν με τη μαμά τους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μετά θυμάμαι βέβαια και τον εντελώς καριώτη καφετζή στον Εύδηλο (σε καφενείο διάσημο ανά το παρόν ιστολόγιο κυρίως για τα τοστάκια του) που όποτε τσαντιζόταν (δηλαδή σχδεδόν όποτε έμπαινε πελάτης) μιλούσε απότομα, γρήγορα και μπερδεμένα, και για κάποιο λόγο του κόλλησαν μια εποχή το παρατσούκλι «Πορτογάλος». Μάλλον άδικη παρομοίωση πάντως, καθώς οι χαμηλοί τόνοι των αληθινών Πορτογάλων δεν πολυταιριάζουν με το κάπως εκρηκτικό (στα λόγια μόνο) ταμπεραμέντο του συγχωριανού μου. Ούτε με την εξωστρεφέστατη ομιλία της σαμιωτίνας φίλης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Παρατηρώ μια νησίδα πιο ανοιχτά, με ένα φάρο σκαρφαλωμένο πάνω της. Πρέπει να είναι το πράσινο φως που είδα χτες βράδι να αναβοσβήνει. Το αδύναμο, ποταμίσιο κύμα, ακούγεται να σκάει στα βράχια της ακτής. Κόσμος πηγαινοέρχεται στην εσπλανάδα· δυο κοριτσάκια κλωτσάνε μια μπάλα στο γρασίδι της αυλής, δίπλα σε μια σκουριασμένη άγκυρα, διακοσμητική μάλλον.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στο βάθος ένα σκάφος ανοίγει τη τζένοα και προχωράει με τα πανιά στεγνά, τραβηγμένα εντελώς μέσα. «Όρτσα», σκέφτομαι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι έπειτα αναρωτιέμαι πώς να το λένε αυτό στα πορτογαλικά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Σ.Σ.: *Ο Παγώνδας είναι χωρίον προς τα νότια της νήσου Σάμου, από όπου και κατάγεται η φίλη της οποίας τα δίχτυα (ή δίκτυα) φτάνουν ως το μακρινό Οέιρας: σήμερα το πρωί με περίμενε στο γραφείο πορτογάλος απεσταλμένος της, όχι μόνο με ευχετήρια καρτούλα για τις γιορτές αλλά και με ίσαμε μισό κιλό γραβιέρα Κρήτης (διότι η κοπέλα προφανώς το διαβάζει το μπλογκ και παρετήρησε προσεκτικά την προηγούμενη ανάρτηση), χώρια το απάκι-μπόνους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Obrigado, καλή μου, και την άλλη φορά που θα στείλεις το Νέλσον με καλούδια, πες μου να πω και σε κάτι ιστιοπλόες φίλες για κείνη τη ρακή που λέγαμε... &lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Να 'σαι καλά.&lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/899842335629875184-1508149319529291520?l=rovithe.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://rovithe.blogspot.com/feeds/1508149319529291520/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=899842335629875184&amp;postID=1508149319529291520' title='1 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/1508149319529291520'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/1508149319529291520'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://rovithe.blogspot.com/2011/12/blog-post_19.html' title='Όρτσα στο Οέιρας'/><author><name>Β.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04558385148668497766</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='15' src='http://bp2.blogger.com/_UNj4GCqGEEM/R5pbGWfV7UI/AAAAAAAAABg/cKn8iKh1nw8/S220/image163.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://3.bp.blogspot.com/-19WQuygHNks/Tu9O5qFD9NI/AAAAAAAAB1Y/P2ejursSh-4/s72-c/DSC03785.JPG' height='72' width='72'/><thr:total>1</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-899842335629875184.post-8601286958015903108</id><published>2011-12-11T11:29:00.003+02:00</published><updated>2011-12-11T23:55:48.281+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Τουλιπες και ανεμομυλοι'/><title type='text'>Τι λείπει;</title><content type='html'>&lt;p&gt;&lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/-sghIkVHz5ks/TuPzdczib-I/AAAAAAAAB08/8-nNAczakps/s1600/poll.jpg"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 324px; DISPLAY: block; HEIGHT: 380px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5684654841945812962" border="0" alt="" src="http://1.bp.blogspot.com/-sghIkVHz5ks/TuPzdczib-I/AAAAAAAAB08/8-nNAczakps/s400/poll.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Αν δεν σας λείπει η ηδονή της ωμής ρέγγας, έχετε και μερικές ακόμα επιλογές...&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;Μια κι έχω μπει σε διαδικασία αναχώρησης πλέον, θα έπρεπε κανονικά να έχω πάψει να ασχολούμαι με τα ολλανδικά πράγματα και να προετοιμάζω τον εαυτό μου για πορτογαλικότερες εμπειρίες. Ωστόσο η παραδοσιακή ικαριακή βραδύτητα που με χαρακτηρίζει με βάζει στη λογική του «έχουμε καιρό», ακόμα κι όταν ο καιρός μετριέται πλέον σε αριθμό ημερών που μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού και πάλι περισσεύει κάτι. Έτσι δεν παρέλειψα να διαβάσω τα &lt;a href="http://www.dutchnews.nl/"&gt;ολλανδικά νέα &lt;/a&gt;που χαζεύω ενίοτε σε μια αγγλόφωνη ιστοσελίδα η οποία εικάζω ότι απευθύνεται σε expats σαν και ελόγου μου, δηλαδή ξένους με μόνιμη ή ημιμόνιμη διαμονή στην Ολλανδία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το μάτι μου έπεσε σε ένα λίγο παλιότερο &lt;a href="http://www.dutchnews.nl/news/archives/2011/12/what_do_dutch_expats_miss_most.php"&gt;αρθράκι &lt;/a&gt;που αναφερόταν σε ένα γκάλοπ το οποίο έβγαζε ότι αυτό που περισσότερο λείπει από τους Ολλανδούς που ζουν στο εξωτερικό (κάτι σαν κι εμάς από την ανάποδη δηλαδή) είναι η ταπεινή καπνιστή ρέγγα. Το ποσοστό δεν ήταν συντριπτικό, κάπου στο 9%, αλλά ήταν για κάποιο λόγο ψηλότερα από όσο η επιλογή «φίλοι και οικογένεια», πράγμα όσο να 'ναι λίγο σοκαριστικό. Προ ημερών πάλι είχα ακούσει κάτι αντίστοιχο, όχι όμως με ρέγγες, αλλά με κροκέτες, χώρια που ένας αστροναύτης είχε ζητήσει να του στείλουν στο Διεθνή Διαστημικό Σταθμό (που όσο να 'ναι, ξενητειά είναι κι εκεί) 2-3 κιλά τυρί γκούντα να έχει να πορεύεται. Βέβαια όπως συνήθως συμβαίνει στη συγκεκριμένη ιστοσελίδα (που όπως είπαμε δεν απευθύνεται σε Ολλανδούς αλλά σε ξένους που ζουν εδώ), τα σχόλια των αναγνωστών δεν κολάκευαν και πολύ τους ιθαγενείς, ιδιαίτερα σε θέματα που άπτονται των διατροφικών συνηθειών τους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Προχτές στο αποχαιρετιστήριο δείπνο του εργαστηρίου (προς τιμήν του γράφοντος), οι καλοί συνάδελφοι μου χάρισαν μεταξύ άλλων και ένα βιβλιαράκι (στα αγγλικά ευτυχώς) που αναφέρεται στον χαρακτήρα και τις ιδιαιτερότητες των Ολλανδών, με έναν τρόπο κάπως ανάλαφρο και χιουμοριστικό (για τα ολλανδικά δεδομένα υπερβολικά χιουμοριστικό, εικάζω...). Αν και μετά από είκοσι μήνες στη χώρα έχω ικανή αντίληψη των συγκεκριμένων ιδιαιτεροτήτων, το βιβλίο ήταν πολύ διαφωτιστικό από ιστορικής απόψεως για μερικά ζητήματα όπως π.χ. οι ρηχές μέχρι παρεξηγήσεως λεκάνες τουαλέτας, οι ξύστρες τυριών, τα τρουφάκια που αλείφονται στο ψωμί και το μαυριδερό γλυκό (ο Θεός να το κάνει...) με το όνομα drop. Έτσι είδα με ενδιαφέρον το γκάλοπ που έστησε η ιστοσελίδα μεταξύ των αναγνωστών της (που είμαστε, υπενθυμίζω, ξένοι) με το ερώτημα τι από τα «ολλανδικά» πράγματα θα έλειπε σε εμάς αν φεύγαμε από τη χώρα. Μια και φεύγω οσονούπω, σκέφτηκα να απαντήσω στο γκάλοπ, εξετάζοντας μία-μία τις επιλογές που παρείχε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Να διευκρινίσουμε κατ' αρχήν ότι το ερώτημα δεν αφορά ολλανδικά πράγματα παγκοσμίου κυκλοφορίας (όπως η Heineken ας πούμε) ή τουριστικές ατραξιόν σαν τα coffeeshops και το red light district, αλλά διάφορα «τυπικά» χαρακτηριστικά του ολλανδικού τρόπου ζωής. Δεν είναι τυχαίο ότι στις προτιμήσεις των αναγνωστών της ιστοσελίδας (όπως φαίνονται στην κορυφή της ανάρτησης), πρώτη και με διαφορά είναι η ποδηλασία· αναγνωρίζω ότι αναφέρονται συνολικά στην ποδηλατική κουλτούρα της χώρας που τη διαφοροποιεί σε μεγάλο βαθμό από τις υπόλοιπες. Δυστυχώς, σε ό,τι με αφορά, λόγω διαταραγμένης αίσθησης ισορροπίας, ποδήλατο δεν δύναμαι να κάνω, και οι αρχικές μου σκέψεις να αγοράσω τρίκυκλο προσέκρουσαν αρχικά στις υψηλές τιμές και τη δυσκολία εξεύρεσης κατάλληλου πάρκιγκ, και ακολούθως στη συνήθη ικαριακή μου αβελτηρία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Επιθεωρώ λοιπόν τις υπόλοιπες επιλογές· εξαιρώντας την κατηγορία «φίλοι και οικογένεια», μια και πλείστοι όσοι εξ' αυτών ζουν στην Ελλάδα μάλλον, μας μένουν οκτώ ακόμα πιθανότητες. Κοντοστέκομαι λίγο στην επιλογή «τυρί», αλλά μετά σκέφτομαι ότι ανάμεσα σε ένα πεπαλαιωμένο Oud Amsterdam και μια τυχούσα γραβιέρα Ανωγείων, η επιλογή μου θα έκλινε αβίαστα προς τη γραβιέρα. Αντιπαρέρχομαι με συνοπτικές διαδικασίες τις κροκέτες, τη ρέγγα (δε μας έφτανε ο παστός μπακαλιάρος που θα υποστούμε...), τα ψωμάκια και τα κεκάκια, και τις αηδίες που απλώνουν πάνω τους με τα φυστικοβούτυρα και τις τρουφίτσες. Παραλείπω ασχολίαστο το πολυκατάστημα Hema από το οποίο στα δύο χρόνια που είμαι εδώ έχω αγοράσει ένα σάντουϊτς, μία ομπρέλα και ένα πατάκι μπάνιου τόσο ακριβό που αποφάσισα να το πάρω μαζί μου στη Λισσαβώνα αντί να το αμολήσω στον επόμενο ενοικιαστή. Πάμε λοιπόν παρακάτω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Για τον Sinterklaas, &lt;a href="http://rovithe.blogspot.com/2011/12/blog-post.html"&gt;τα είπαμε και τις προάλλες&lt;/a&gt;, είναι προφανής η προτίμησή μου στον προγονικό Αη-Νικόλα σε σχέση με το ολλανδικό κακέκτυπο. Τελευταία επιλογή αυτό που οι Ολλανδοί λένε gezelligheid και η ιστοσελίδα μεταφράζει ως «ζεστή ατμόσφαιρα». Εδώ γελάνε, κι αυτό κατά βάσιν για να μην κλάψουνε. Να είσαι από την Ικαρία και να σου λένε ότι η ολλανδική παρέα συνιστά ζεστή ατμόσφαιρα, σκέφτεσαι καλύτερα να περάσεις τη ζωή σου σε ιγκλού. Δε φταίνε σε τίποτα οι άνθρωποι βέβαια, κάθε λαός έχει τα χούγια του και την ιστορία που τον έχει διαμορφώσει, αλλά μη χάνουμε και την αίσθηση του μέτρου ολοσχερώς. Απογοητευμένος, αποφασίζω ότι δεν θα απαντήσω στο γκάλοπ, καθώς η επιλογή «τίποτα από τα παραπάνω» δε φαίνεται να υπάρχει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ύστερα όμως αρχίζω να σκέφτομαι ότι ενδεχομένως υπάρχουν πράγματα που θα αφήσω πίσω και που με κάποιο τρόπο ενδεχομένως θα μου λείψουν. Πράγματα όχι σαν τα pepernoten και το vanille vla, αλλά πράγματα που ίσως άφησαν κάποιο ίχνος κάπου λίγο πιο μέσα. Δεν ξέρω πόσο &lt;em&gt;ολλανδικά &lt;/em&gt;μπορεί να τα πει κανείς, αλλά κάθομαι και φτιάχνω μια εναλλακτική λίστα που θα μπορούσε να περιλαμβάνει (με τυχαία σειρά) κάτι σαν τα παρακάτω:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- Τα &lt;a href="http://www.muurgedichten.nl/wallpoems.html"&gt;ποιήματα &lt;/a&gt;στους τοίχους του Λέιντεν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- Τη &lt;a href="http://rovithe.blogspot.com/2011/05/blog-post_04.html"&gt;θέα του Burcht &lt;/a&gt;τις τέσσερις εποχές του χρόνου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- Τα κιτρινισμένα φύλλα που φτιάχνουν ένα παχύ χαλί στους δρόμους το φθινόπωρο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/-iplEnyas9x4/TuSAnaJYMaI/AAAAAAAAB1I/Cgyu1f6P0ck/s1600/DSC03710.JPG"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 400px; DISPLAY: block; HEIGHT: 300px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5684810044170318242" border="0" alt="" src="http://4.bp.blogspot.com/-iplEnyas9x4/TuSAnaJYMaI/AAAAAAAAB1I/Cgyu1f6P0ck/s400/DSC03710.JPG" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Μια χώρα με τέσσερις εποχές που ξεχωρίζουν καθαρά η μία από την άλλη. Εδώ, φθινόπωρο στο Λέιντεν (φωτό Ροβυθέ).&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- Τη χτεσινοβραδινή έκλειψη, την ώρα που ανέτειλλε το φεγγάρι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- Τις καμπάνες του Δημαρχείου να παίζουν το &lt;a href="http://youtu.be/oEfFbuT3I6A"&gt;Asturias&lt;/a&gt; του Albeniz.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- Τα σμήνη των μεταναστευτικών πουλιών, και το σταχτοτσικνιά στη λιμνούλα δίπλα στο Πανεπιστήμιο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- Τη μπάντα στους δρόμους και τις υπαίθριες συναυλίες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- Το «Φύλακα Άγγελο» στο Άμστερνταμ με &lt;a href="http://www.youtube.com/watch?v=83GepppJO7A"&gt;τζαζ &lt;/a&gt;τα απογεύματα της Κυριακής&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- Το πάρτυ του Α. και της Ι. όπου συμμετείχαν άνθρωποι από 17 χώρες (και βρέθηκε διερχόμενος Ιταλός που μου μιλούσε για ώρες περί Ικαρίας).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- Τα παιδιά των φίλων μου που μεγαλώνουν και τα σκαστά φιλάκια πριν πέσουν να κοιμηθούν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αυτό το τελευταίο ίσως και να μου λείψει λίγο παραπάνω τελικά.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/899842335629875184-8601286958015903108?l=rovithe.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://rovithe.blogspot.com/feeds/8601286958015903108/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=899842335629875184&amp;postID=8601286958015903108' title='4 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/8601286958015903108'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/8601286958015903108'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://rovithe.blogspot.com/2011/12/blog-post_11.html' title='Τι λείπει;'/><author><name>Β.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04558385148668497766</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='15' src='http://bp2.blogger.com/_UNj4GCqGEEM/R5pbGWfV7UI/AAAAAAAAABg/cKn8iKh1nw8/S220/image163.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://1.bp.blogspot.com/-sghIkVHz5ks/TuPzdczib-I/AAAAAAAAB08/8-nNAczakps/s72-c/poll.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>4</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-899842335629875184.post-796287288612992453</id><published>2011-12-07T12:27:00.001+02:00</published><updated>2011-12-07T13:41:27.737+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Τουλιπες και ανεμομυλοι'/><title type='text'>Προτεινόμενος</title><content type='html'>&lt;p&gt;&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/-VmF3DlCCjjQ/Tt9KPGo6wjI/AAAAAAAAB0w/ZN8YaDN4ZHw/s1600/DSC03597.JPG"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 400px; DISPLAY: block; HEIGHT: 300px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5683342878105584178" border="0" alt="" src="http://4.bp.blogspot.com/-VmF3DlCCjjQ/Tt9KPGo6wjI/AAAAAAAAB0w/ZN8YaDN4ZHw/s400/DSC03597.JPG" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Από κάπου ερχόμαστε, κάπου πάμε. Αποστάσεις από την είσοδο του σιδηροδρομικού σταθμού της Ουτρέχτης. (φωτό Ροβυθέ).&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είκοσι μήνες κοντεύω στο Λέιντεν, αλλά από τη μέρα που έσκασα μύτη όλο και σε κάποια διαδικασία αποχαιρετισμού βρισκόμαστε. Καθώς εγώ έψαχνα ακόμα να δω πού θα βάλω τα πράγματά μου, η Μάικε μάζευε τα δικά της από το δίπλα γραφείο και τα πακετάριζε για Ελσίνκι. Λίγο αργότερα την αποχαιρετούσαμε σε μια σεμνή τελετή ολλανδικής γαστριμαργίας μαζί με τη Ρίτα, την Πορτογαλίδα υποψήφια διδάκτορα που γύριζε Λισσαβώνα, άλλο βέβαια αν έχει ξανάρθει και ξαναφύγει έκτοτε κάνα-δυο φορές. Δεν πρόλαβε να κλείσει βδομάδα και τα μάζευε από το πιο δίπλα γραφείο ο Χουμπέρτους, με προορισμό το διπλανό Ντελφτ. Ο αποχαιρετισμός ήταν κάπως πιο χαμηλών τόνων, με μπύρες δίπλα στις όχθες του Neuwe Rijn (δηλαδή ενός από τα κανάλια της πόλης, μην πάει το μυαλό σας σε τίποτα μεγαλειώδες). Μέσα στο καλοκαίρι εξαφανίστηκε σιωπηλά και ο Αντρέ, αλλά επειδή για τους μεταπτυχιακούς φοιτητές μάλλον δεν προβλέπονται ιδιαίτερες αποχαιρετιστήριες τελετές, μόνο οι ομοεθνείς Πορτογάλοι πήραν επαρκώς είδηση ότι γύρισε στο Οπόρτο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πέρασαν λίγοι ήσυχοι μήνες, αλλά το φθινόπωρο είχαμε τη δίδυμη αποχώρηση των προφέσορ, και σε μια λίγο πιο φραμπαλάτη τελετή με λόγους, ανταλλαγές δώρων, μπαλόνια, ποδήλατα και τραγούδια, ξαποστείλαμε τον Πωλ στο μαγευτικό Κέμπριτζ και τον Μπας στο εδώ παραδίπλα Βαχενίνγκεν. Καθώς πλησίαζε ο περσινός χειμώνας ήρθε η σειρά της Σουζάνα να συνεχίσει το ταξίδι που ξεκίνησε από τις ρωσικές πεδιάδες, κατευθυνόμενη προς τα ελβετικά βουνά. Την αποχαιρετήσαμε με ένα παρτάκι, κάπως ήσυχο είναι η αλήθεια, αλλά όχι τόσο ήσυχο όσο ο αποχαιρετισμός του Μαουράιν που μας ανακοίνωσε μια Παρασκευή ότι από Δευτέρα θα δουλεύει στην Ουτρέχτη τρεις μέρες τη βδομάδα, οπότε ανοίξαμε δυο μπύρες στο εργαστήριο προς τιμήν του (κι ένα κρασί για κάτι μεσογειακούς τύπους, παρεμπιπτόντως).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εξίσου ήσυχα εξαφανίστηκε η Άνα, η έτερη Πορτογαλίς που κανείς δεν κατάλαβε πότε αποφάσισε να τα μαζέψει, πλην των φίλων της, δηλαδή της προσωρινά επανακάμψασας Ρίτας και του Έλληνος (της προσκολλήσεως αυτός), που ήπιαν τις μπύρες τους (κρασί ο Έλλην, είπαμε) στο νεανικό στέκι με το όνομα Οδησσός (είναι απίστευτο τι πάει και γουστάρει ως στέκι η νεολαία, αλλά μην τα θέλουμε κι όλα δικά μας). Ύστερα ήταν η σειρά του Όσκαρ να αδειάσει το άλλο γραφείο. Τον αποχαιρετήσαμε σε ένα δείπνο που μαγείρεψε ο ίδιος αυτοπροσώπως ως Σουηδός σεφ (και ήταν ομολογουμένως εξαιρετικό). Μάλιστα προς μεγάλη χαρά του Έλληνος, το σπίτι ήταν γεμάτο κρασιά, τα οποία δεν παρέλειψε να τιμήσει. Ο Όσκαρ πακέταρε την επομένη τα πράγματά του, συμπεριλαμβανομένων και μερικών πάκων αφρικανικών χαρτονομισμάτων μηδαμινής αξίας, έβαλε τις πεταλούδες του σε βαλίτσες, και ακολούθησε τον Πωλ στο Κέμπριτζ πριν βγει ο χειμώνας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μια μέρα η Μαρλήν μας ανακοίνωσε ότι είναι καιρός να θέσει τη ζωή της σε άλλες βάσεις, (εις γάμου κοινωνίαν δηλαδή), οπότε θα πήγαινε με τον καλό της κάπου νοτιότερα και ως εκ τούτου είχε βρει δουλειά αλλού. Ο αποχαιρετισμός ξεκίνησε με κέικ στην ώρα του coffee break, αλλά συνεχίστηκε με ποτάκια στις εξοχές, καθώς είχε μπει πια η άνοιξη. Κατά το Μάη εξαφανίστηκε και η Πατρίτσια, με προορισμό την πατρογονική Λισσαβώνα μετά από χρόνια περιπλάνησης σε Ευρώπες και Αμερικές. Δεν την αποχαιρέτησε κανείς οργανωμένα, πλην του Έλληνος υφισταμένου της που πήγαν παρέα για καφέ πριν επιστρέψει το δανεικό της ποδήλατο στον ιδιοκτήτη του. Αυτός ισχυρίζεται ότι την είδε συγκινημένη, αλλά λόγω της ιεραρχικής μεταξύ τους σχέσης, καλύτερα να αποφεύγονται οι ερμηνείες από δεύτερο χέρι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Καθώς έμπαινε το φθινόπωρο, ο Έρικ ολοκλήρωσε τη δουλειά που έκανε και τα μάζεψε κι αυτός για το Κέμπριτζ. Τον αποχαιρετήσαμε με ένα μεγάλο παιχνίδι μπιλιάρδου, συνοδευόμενο από άφθονες μπύρες (δε χρειάζεται να σας πω τι ήπιε ο Έλληνας). Στο ίδιο παιχνίδι αποχαιρετήσαμε και τις εναπομείνασες μεταπτυχιακές φοιτήτριες, την Κάριν και την Τόκε, που συνεχίζουν αλλού την καριέρα τους. Λίγο καιρό αργότερα, η Μάριελ μας ανακοίνωσε ότι επειδή δεν είχε κάνει χρήση της άδειάς της εδώ και καιρό, έπρεπε να πάρει όσες μέρες είχε μαζέψει (που συμπτωματικά έκαναν σχεδόν δυο μήνες, μετά το πέρας των οποίων ο Τομέας μας δεν θα υφίσταται πλέον).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Καθώς πλησίαζε το τέλος του χρόνου, έληγαν και τα υπόλοιπα συμβόλαια: η Νικολίν μάζεψε τα υπολείμματα του εργαστηρίου σε κούτες και τα απέστειλε στους νόμιμους δικαιούχους, μας φίλησε σταυρωτά τρεις φορές κατά το ολλανδικό έθος, και έφυγε για διακοπές στις Φιλιππίνες. Ο Βιτσέντσιο έφερε προχτές τους γονείς του να τους δείξει το χώρο που δούλευε πριν αναχωρήσει κι αυτός οριστικά εντός των ημερών. Η Ζοάνα εξαφανίστηκε μια μέρα (μανία αυτοί οι Πορτογάλοι να μην αφήνουν ίχνη...), αν και οι φήμες λένε ότι θα ξανάρθει για λίγο του χρόνου. Η Ανιέσκα μετράει μέρες μέχρι τα Χριστούγεννα και μάλλον θα πάει πίσω στο Βαχενίνγκεν προσωρινά, ενώ ο Ντάβιντ που έτσι κι αλλιώς ήταν σε ελαστική μορφή απασχόλησης, έχει μείνει άνευ αντικειμένου και εξαντλεί κι αυτός την άδειά του ψάχνοντας την επόμενη δουλειά του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κοιτάζω τι έχει απομείνει. Ο Κέες, ως υπάλληλος του Πανεπιστημίου, αναζητεί έργο παίζοντας μαχ-τζογκ στον υπολογιστή. Ο Κρις περιμένει να γυρίσει ο Μαουράιν από την Ουτρέχτη, κάπου το Φεβρουάριο. Η άλλη Μάικε ήδη έχει αλλάξει γραφείο και απασχόληση και στήνει ένα πρότζεκτ στα πατατοχώραφα. Ο Γιοστ είναι ο μόνος που έχει μείνει στο γραφείο, μιλώντας ατελείωτες ώρες στο Skype με διάφορους μακρινούς επιστήμονες που ίσως θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην ανάλυση των αποτελεσμάτων εξ' αποστάσεως. Από τη διοίκηση ήρθε μια εντολή ότι πρέπει οι χώροι να έχουν αδειάσει από πεταλούδες και άλλα ζουζούνια μέχρι το τέλος του χρόνου, διότι θα μπουν συνεργεία να κάνουν αλλαγές στη διαρρύθμιση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Θυμάμαι πριν λίγα χρόνια όταν είχαν πρωτομπεί στη ζωή μας τα ριάλιτυ σόου τύπου «Μεγάλου Αδελφού», οπότε και εμφανίστηκαν νέες ορολογίες στην καθημερινή γλώσσα. Τηλεόραση δεν έχω, αλλά έχουν όλοι οι υπόλοιποι οπότε τα σλόγκαν και οι νεολογισμοί που επιβάλλει η τιβί δεν με αφήνουν αλώβητο· κάπως έτσι μου κόλλησε η λέξη «προτεινόμενος». Κοιτάζομαι με το Γιοστ δίπλα στα έρημα γραφεία· αναρωτιόμαστε ποιος έχει σειρά τώρα. Πάνω στην ώρα εμφανίζεται ένα μήνυμα από την Πατρίτσια που με ρωτάει γιατί καθυστερώ και δεν έχω εμφανιστεί ακόμα στις όχθες του Τάγου. Οπότε ξέρω πως ήρθε η σειρά μου, είμαι πλέον «προτεινόμενος» για αποχώρηση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αύριο έχουμε αποχαιρετιστήριο δείπνο· κλείνω ένα τραπέζι για δεκατέσσερα άτομα. Το νούμερο είναι βέβαια παραπειστικό, καθώς αφαιρώντας συζύγους/συντρόφους και παλιούς αποχωρήσαντες που ακόμα ζουν στα πέριξ, μένουν ακόμα πέντε άτομα με κάποια σχέση με το Πανεπιστήμιο. Το Γενάρη θα είναι δύο, το Φλεβάρη ίσως γίνουν τρεις. Εγώ βέβαια θα είμαι αλλού· από βδομάδα λέω να πάω να ξεχειμωνιάσω στο Νότο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Φαντάζομαι θα φυτρώνουν κι εκεί ρεβυθιές.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/899842335629875184-796287288612992453?l=rovithe.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://rovithe.blogspot.com/feeds/796287288612992453/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=899842335629875184&amp;postID=796287288612992453' title='5 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/796287288612992453'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/796287288612992453'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://rovithe.blogspot.com/2011/12/blog-post_07.html' title='Προτεινόμενος'/><author><name>Β.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04558385148668497766</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='15' src='http://bp2.blogger.com/_UNj4GCqGEEM/R5pbGWfV7UI/AAAAAAAAABg/cKn8iKh1nw8/S220/image163.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://4.bp.blogspot.com/-VmF3DlCCjjQ/Tt9KPGo6wjI/AAAAAAAAB0w/ZN8YaDN4ZHw/s72-c/DSC03597.JPG' height='72' width='72'/><thr:total>5</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-899842335629875184.post-2350780741300534924</id><published>2011-12-03T17:14:00.002+02:00</published><updated>2011-12-04T21:01:53.099+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Κουβεντα να γινεται'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Τουλιπες και ανεμομυλοι'/><title type='text'>Ο Αη-Νικόλας του Λέιντεν</title><content type='html'>&lt;p&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/-t1AFLXmozkk/TtoyCOkNOHI/AAAAAAAAB0Y/SPO-6aJmQlo/s1600/Sint-intocht-boot.jpg"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 400px; DISPLAY: block; HEIGHT: 300px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5681908893732386930" border="0" alt="" src="http://2.bp.blogspot.com/-t1AFLXmozkk/TtoyCOkNOHI/AAAAAAAAB0Y/SPO-6aJmQlo/s400/Sint-intocht-boot.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Λευκός επίσκοπος 4ου αιώνος μετ' επιχρωματισμένων βοηθών καταφθάνει με ατμόπλοιο στον ολλανδικό 21ο αιώνα (φωτό από το σχετικό &lt;/span&gt;&lt;a href="http://en.wikipedia.org/wiki/Sinterklaas"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;άρθρο &lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;στη wikipedia).&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Άρχισε να με προβληματίζει το θέμα όταν μου έδωσαν να δοκιμάσω μερικά &lt;a href="http://en.wikipedia.org/wiki/Pepernoot"&gt;pepernoten&lt;/a&gt;, και ομολογώ ότι τους έδωσα και κατάλαβαν. Μέχρι να μου τα πάρουν από τα χέρια πριν φάω το σύμπαν και μείνουν τα παιδάκια παραπονεμένα, είχα προλάβει να θέσω μερικές ερωτήσεις για το χαρακτήρα της γιορτής και να κάνω μερικές βασικές συσχετίσεις. Λίγο μετά το έψαξα το θέμα διαδικτυακώς και αποσαφήνισα μερικές λεπτομέρειες. Όχι για τα pepernoten αυτά καθεαυτά, αλλά για την εποχική γιορτή που συνοδεύουν γευστικώς.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αλλά για να βάλουμε τα πράγματα με τη σωστή χρονολογική σειρά, η ιστορία ξεκινάει μάλλον κάπου τον 4ο αιώνα στα Μύρα της Λυκίας (δηλαδή στην καθ' ημάς Μικρά Ασία), όπου Επίσκοπος της τοπικής εκκλησίας είναι ο μετέπειτα γνωστός ως Άγιος Νικόλαος. Σε κάποιο από τα συναξάρια που εξιστορούν το βίο του, φαίνεται πως υπάρχει η εξής ιστορία: κάποιος (χριστιανός; εθνικός;) κάτοικος της περιοχής έχει τρεις κόρες, αλλά είναι πολύ φτωχός για να τις προικίσει. Καθώς λοιπόν φτάνουν διαδοχικά σε κρίσιμη ηλικία (της παντρειάς) ο πατέρας προβληματίζεται για το μέλλον της εκάστοτε κόρης και αναρωτιέται (μεγαλοφώνως, μάλλον) αν εν τέλει θα εξωθηθεί στην πορνεία (εικάζω αναφέρεται στην «ιερά» πορνεία που ασκείτο στους ναούς της Αφροδίτης, αλλά τέλος πάντων οι βίοι αγίων δεν είναι και πολύ λεπτομερείς σε αυτού του τύπου τα θέματα). Ο διερχόμενος Επίσκοπος ακούει από το ανοιχτό παράθυρο τον προβληματισμό του πατέρα και σπεύδει να πετάξει μέσα στο σπίτι ένα πουγκί νομίσματα για την προίκα της κόρης (και γίνεται μπουχός μετά).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στη δεύτερη κόρη ακολουθεί το ίδιο σκηνικό, αλλά στην τρίτη ο υποψιασμένος πατήρ έχει κλείσει το παράθυρο επιτούτου για να δει ποιος είναι ο άγνωστος ευεργέτης (ή μπορεί να είναι και καταχείμωνο, δεν ξέρουμε). Ο Επίσκοπος δεν πτοείται και σκαρφαλώνει στη στέγη, από όπου πετάει το πουγκί από την καμινάδα του τζακιού, όπου η μικρή κόρη έχει απλώσει τις κάλτσες της ή τα υποδήματά της να στεγνώσουν. Δε θυμάμαι ακριβώς πώς τελειώνει (με χάπι εντ πάντως), αλλά ο Επίσκοπος εν τέλει γίνεται ο γνωστός μας Αη-Νικόλας, προστάτης των ναυτικών έως της σήμερον στην καθ' ημάς Ανατολή, και η ελάσσων αυτή ιστοριούλα (πιθανώς κατασκευασμένη) κάπου καταχωνιάζεται μέσα στο βίο του Αγίου, ο οποίος χαίρει ύψιστης τιμής στην Ορθόδοξη παράδοση, και ειδικά στην περιοχή της Μικράς Ασίας όπου βρίκεται (τότε) το λείψανό του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Καμιά εξακοσαριά-εφτακοσαριά χρόνια αργότερα, εμφανίζονται στα πέριξ κάτι τύποι με ζωγραφιστούς σταυρούς στους χιτώνες που φοράνε πάνω από τις πανοπλίες. Η περιοχή εξακολουθεί να κατοικείται από «Ρωμαίους» που μιλάνε ελληνικά (αυτούς που θα λέγαμε σήμερα Βυζαντινούς) αλλά βρίσκεται παροδικά υπό τον έλεγχο των Σελτζούκων Τούρκων, που όλοι οι προσεκτικοί αναγνώστες του ιστολογίου γνωρίζουν &lt;a href="http://rovithe.blogspot.com/2009/11/blog-post_05.html"&gt;πώς μπήκαν στη Μικρά Ασία&lt;/a&gt;. Οι σταυροφόροι αν και υποτίθεται έχουν έρθει για άλλη δουλειά, κάνουν και καμιά μπίζνα δρόμο-δρόμο, οπότε σε μια επιχείρηση με άδηλες τότε συνέπειες, ξεθάβουν το (παραδόξως ακέραιο και ουχί κατατεμαχισμένο) λείψανο του Αγίου, το βουτάνε και το χώνουν σε ένα καράβι το οποίο καταλήγει στο Μπάρι. Εκεί αναγείρεται (καθολικός) ναός προς τιμήν του Αγίου, ο οποίος μέχρι τούδε ήτο σχεδόν άγνωστος στη Φραγκιά (συγγνώμη, τη Δυτική Ευρώπη ήθελα να πω), αλλά με κέντρο το Μπάρι αρχίζει να διαδίδεται η φήμη του, με τη βοήθεια και κάποιων θαυματουργών υγρών που υποτίθεται εκκρίνει ή μαζεύει ή αγιάζει το λείψανο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τους επόμενους αιώνες του ύστερου Μεσαίωνα, η φήμη του Αγίου φτάνει μέχρι τα πέρατα της Δύσεως, οπότε ταξιδεύει μέχρι τις Κάτω Χώρες, όπου του αποδίδεται η ιδιότητα του προστάτη των μικρών παιδιών (που δεν την έχει στην Ορθόδοξη παράδοση). Στις σκοτεινές, μακριές νύχτες του ολλανδικού χειμώνα, πιθανώς και σε αντικατάσταση παλαιότερων παγανιστικών γιορτών, οργανώνονται διάφορες γιορτές με κέντρο κάποιους αγίους: ο άγιος Μαρτίνος (της Τουρ) γιορτάζει το Νοέμβριο και τα παιδιά ανάβουν διάφορα φαναράκια για να τον τιμήσουν. Κατά τα μέσα Νοεμβρίου αρχίζει η περίοδος προετοιμασίας για τα Χριστούγεννα, αλλά ως τις 6 Δεκεμβρίου το τοπικό φολκλόρ περιλαμβάνει κάμποσο Αη-Νικόλα: είναι ο Sinterklaas, που θα φέρει δώρα στα καλά παιδάκια (βάζοντάς τα στις κάλτσες ή τα παπούτσια τους το βράδι της 5ης Δεκεμβρίου), και παρεμπιπτόντως θα τιμωρήσει και τα κακά παιδάκια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/-BpHbnCQGmBU/TtpG-nl7BPI/AAAAAAAAB0k/OVGBYioLJ9I/s1600/504px-Jan_Steen_Het_Sint_Nicolaasfeest.jpg"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 336px; DISPLAY: block; HEIGHT: 400px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5681931921475175666" border="0" alt="" src="http://2.bp.blogspot.com/-BpHbnCQGmBU/TtpG-nl7BPI/AAAAAAAAB0k/OVGBYioLJ9I/s400/504px-Jan_Steen_Het_Sint_Nicolaasfeest.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Ο &lt;/span&gt;&lt;a href="http://en.wikipedia.org/wiki/The_Feast_of_Saint_Nicholas"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;πίνακας του Jan Steen&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt; απεικονίζει μια νύχτα 5ης Δεκεμβρίου κάπου μέσα στον ολλανδικό 17ο αιώνα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;Η Μεταρρύθμιση που θα κυριαρχήσει στις πιο πάνω από τις Κάτω Χώρες, καταργεί τη λατρεία των αγίων, οπότε ο εορτασμός του Sinterklaas καταστέλλεται τα πρώτα χρόνια της ολλανδικής ανεξαρτησίας. Όμως τα παιδάκια γκρινιάζουν και οι νύχτες του χειμώνα είναι εξίσου μακριές και υπό καλβινιστικά συμφραζόμενα, οπότε η φιγούρα μετατρέπεται σε κάποιου είδους λαϊκή φολκλορική παράσταση που στήνεται αποκομμένη όσο γίνεται από θρησκευτικό υπόβαθρο. Τώρα ο Sinterklaas, με ανατολική γενειάδα μεν, είναι ντυμένος σαν (καθολικός) Επίσκοπος με κόκκινα ράσα και διχαλωτή μίτρα με σταυρό, αλλά συνοδεύεται από ένα πλήθος μαυριδερών υπηρετών (που μάλλον παραπέμπουν σε σκλάβους της εποχής του δουλεμπορίου). Η χώρα από όπου προέρχονται αυτοί οι μαυρούληδες (οι Zwarte Piet) είναι η Ισπανία· μια και οι βασικοί αντίπαλοι των Ολλανδών στους θρησκευτικούς πολέμους του 16ου και 17ου αιώνα ήταν οι Ισπανοί κλήρονόμοι της υποτιθέμενης «Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας» των Αψβούργων (οι Ολλανδοί γενικά σάρκαζαν τους κοντούληδες, μαυριδερούς αντιπάλους τους). Ο Sinterklaas μοιράζει γλυκά (pepernoten) και δώρα στα καλά παιδάκια, και απειλεί τα κακά παιδάκια ότι θα τα πάρει μαζί του στην Ισπανία όπου θα μαυρίσουν και θα γίνουν Zwarte Piet κι αυτά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι έτσι περνάνε οι μέρες μέχρι τα Χριστούγεννα και οι αιώνες μέχρι την ίδρυση της αποικίας του Νέου Άμστερνταμ πάνω στη νήσο Μανχάταν, την οποία με την ευκαιρία κάποιου πολέμου οι Ολλανδοί την πουλάνε στους Άγγλους με αντάλλαγμα αν δεν κάνω λάθος την Ολλανδική Γουϊάνα (νυν Σουρινάμ) στη Νότια Αμερική. Οι Άγγλοι μετονομάζουν την περιοχή σε Νέα Υόρκη (αν και μερικές ολλανδικές ονομασίες όπως Haarlem επιβιώνουν σε κάποιες γειτονιές) και κάποια στιγμή γύρω στο 19ο αιώνα, κάποιοι που θέλουν να αποδιώξουν το αγγλικό παρελθόν των αποίκων αναβιώνουν την ιστορία του Sinterklaas ως επί το αμερικανικότερον Santa Claus, και επειδή η μνήμη των αγίων δεν έχει διατηρηθεί στους αποίκους της νέας ηπείρου, τη μεταφέρουν στην παραμονή των Χριστουγέννων. Ο καινούργιος πλέον Santa φερνει δώρα στα παιδιά από τις καμινάδες, αλλά εμπλέκεται και με μερικούς γερμανικής-σκανδιναβικής προέλευσης μύθους, οπότε καταλήγει με τη βοήθεια του Ντίσνευ και της Κοκακόλας να περιφέρεται με ένα ιπτάμενο έλκηθρο με κάτι τάρανδους και διάφορα άλλα εφέ που όλοι καλά γνωρίζουμε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κάποια στιγμή διασχίζει πάλι τον Ατλαντικό και έρχεται στη Δυτική Ευρώπη, όπου ναι μεν στις περισσότερες χώρες βρίσκει έδαφος ανάπτυξης (ως Father Chtistmas ή ως Santa ή ως Αη-Βασίλης την παραμονή της Πρωτοχρονιάς σε κάτι πτωχούς βαλκάνιους), αλλά στην Ολλανδία (και στο Βέλγιο εν μέρει) δημιουργείται μια σύγχιση, καθότι ο προγονικός Sinterklaas δεν έχει εξαφανιστεί και διεκδικεί την αρμοδιότητα να δίνει αυτός τα δώρα, και μάλιστα είκοσι ολόκληρες μέρες πριν τα Χριστούγεννα. Ρωτάω τις συναδέλφους με παιδάκια πώς αντιμετωπίζουν το ζήτημα: μου εξηγούν ότι ορισμένες ολλανδικές οικογένειες προτιμούν τον ένα από τους δύο ανταγωνιστικούς αγίους (κατά τεκμήριο τον πιο παραδοσιακό της 5ης Δεκεμβρίου) ενώ άλλες μοιράζουν δωράκια και την 24η του μηνός, δεδομένου ότι τα παιδάκια έχουν μάθει και τα περιμένουν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Υπάρχουν βέβαια μερικές ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες, καθώς ο Sinterklaas δεν είναι πανταχού παρών, αλλά έρχεται (με ατμόπλοιο κιόλας...) μια συγκεκριμένη μέρα από την Ισπανία, και μετά περιφέρεται ανά τη χώρα: αυτή τη μέρα είναι στο Λέιντεν, την άλλη στο Άμστερνταμ κλπ. Οι μαυριδεροί υπηρέτες έχουν γίνει λίγο πιο πολίτικαλυ κορέκτ με τα χρόνια (δεδομένης και της μάλλον κερδοφόρας επίδοσης των Ολλανδών στον τομέα του εμπορίου σκλάβων, για την οποία σήμερα δεν είναι τόσο περήφανοι πλέον), και σε κάθε περίπτωση τα γλυκάκια που συνοδέυουν τη γιορτούλα είναι συμπαθέστατα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τους διηγούμαι μέσες άκρες την ιστορία με τις τρεις κόρες και τα τρία πουγκιά και την ανατολική προέλευση του ορίτζιναλ αγίου, και μια κοπέλα αναφωνεί ενθουσιασμένη «&lt;em&gt;καλά το θυμόμουνα ότι ο Sinterklaas ήταν Τούρκος&lt;/em&gt;». Προς στιγμήν πάει να μου ανέβει το αίμα στο κεφάλι αλλά ένας άλλος συνάδελφος εκφράζει την ειλικρινή απορία του «&lt;em&gt;και τι δουλειά έχει ο Τούρκος στην Ισπανία;&lt;/em&gt;», οπότε πνίγω τα γέλια που μου 'ρχονται καταβροχθίζοντας ένα ακόμα pepernoot και μετράω νοερά τις (λίγες...) ακόμα μέρες που έχω να περάσω στις πάνω Κάτω Χώρες πριν πάρω το ατμόπλοιο (λέμε τώρα...) για την Ιβηρική.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όπου και θα μαυρίσω, βέβαια, ούτε λόγος.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/899842335629875184-2350780741300534924?l=rovithe.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://rovithe.blogspot.com/feeds/2350780741300534924/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=899842335629875184&amp;postID=2350780741300534924' title='2 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/2350780741300534924'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/2350780741300534924'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://rovithe.blogspot.com/2011/12/blog-post.html' title='Ο Αη-Νικόλας του Λέιντεν'/><author><name>Β.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04558385148668497766</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='15' src='http://bp2.blogger.com/_UNj4GCqGEEM/R5pbGWfV7UI/AAAAAAAAABg/cKn8iKh1nw8/S220/image163.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://2.bp.blogspot.com/-t1AFLXmozkk/TtoyCOkNOHI/AAAAAAAAB0Y/SPO-6aJmQlo/s72-c/Sint-intocht-boot.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>2</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-899842335629875184.post-6664745377680932116</id><published>2011-11-30T23:59:00.003+02:00</published><updated>2011-12-07T15:50:51.112+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Τουλιπες και ανεμομυλοι'/><title type='text'>Πωλητής Βίβλων</title><content type='html'>&lt;p&gt;&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/-zNtey0L198c/TtVfM7c5KTI/AAAAAAAAB0M/iTYdBlABM5M/s1600/book%2Bof%2Bsand.jpg"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 381px; DISPLAY: block; HEIGHT: 400px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5680551180719696178" border="0" alt="" src="http://4.bp.blogspot.com/-zNtey0L198c/TtVfM7c5KTI/AAAAAAAAB0M/iTYdBlABM5M/s400/book%2Bof%2Bsand.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Μια τυχαία (;) σελίδα από ένα διαδικτυακό παιχνίδι με βάση το «Βιβλίο της άμμου», ακριβώς εκεί που εμφανίζεται ο πωλητής (από &lt;a href="http://bookofsand.net/hypertext/"&gt;εδώ&lt;/a&gt;).&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Την πρώτη φορά που συνάντησα την έκφραση «&lt;em&gt;Πουλάω Βίβλους&lt;/em&gt;» ήταν στο διήγημα «Το βιβλίο της άμμου», από την ομώνυμη συλλογή διηγημάτων του ύστερου Μπόρχες. Δεν είχα δώσει πολλή σημασία στο πρόσωπο του πωλητή (καθώς η προσοχή μου ως προς το κειμένο ήταν στραμμένη μάλλον στο βιβλίο του τίτλου και την &lt;em&gt;αιωνιότητα&lt;/em&gt; που περικλείει), μέχρι πριν λίγες μέρες που ξανάκουσα την έκφραση σε εντελώς μη μπορχεσιανά συμφραζόμενα, οπότε και θυμήθηκα το αφήγημα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τον τελευταίο καιρό, έχουμε καθιερώσει με τους συναδέλφους την έξοδο της Παρασκευής: κατά τις έξι το απόγευμα μαζευόμαστε σε μια μπυραρία (όχι πάντα την ίδια) και πίνουμε μερικές μπύρες (πλην του Έλληνος συνδαιτυμόνος που φτάνει πάντα καθυστερημένος και πίνει κρασί, αλλά αυτά είναι γνωστές γραφικότητες των νοτίων και δεν ενοχλούν πολύ). Αφού λοιπόν έφτασα περασμένες εφτά την προηγούμενη εβδομάδα, παρήγειλλα οχτώ μπύρες και ένα κρασί, και φέρνοντάς τα στο τραπέζι έτυχε να καθήσω απέναντι από τον Βιτσέντσιο, έναν ημικολομβιανής καταγωγής Ολλανδό συνάδελφο, με τον οποίο βέβαια καθόμαστε στην ίδια διάταξη και τις άλλες μέρες, οπότε δεν είχε πολύ μεγάλη διαφορά εκτός από το τραπέζι του μπιλιάρδου που βρισκόταν πίσω του αντί για τους συνήθεις υπολογιστές.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πιάσαμε μια χαζή κουβέντα για τις διάφορες ολλανδικές ντοπιολαλιές, και αν η προφορά του Ρότενταμ είναι πιο &lt;em&gt;μάγκικη &lt;/em&gt;σε σχέση με αυτήν του Άμστερνταμ, και μετά αν καταλαβαίνουν οι κάτοικοι του Ράντσταντ (της αστικής ζώνης στα δυτικά της χώρας) τους κατοίκους της επαρχίας (ειδικά στο Γκρόνιγκεν στο βορρά ή στο Λίμπουρκ στο νότο). Για κάποιο χαζό λόγο στράφηκαν σε εμένα να ρωτήσουν πώς μου φαίνονται οι ολλανδικές προφορές: τους εξήγησα ότι όχι μόνο δεν διαχωρίζω τις προφορές, αλλά ούτε τα ολλανδικά από τα φλαμανδικά (και ούτε καν από τα γερμανικά αν η φράση δεν έχει τόσα πολλά χι ώστε να βρωμάει ολλανδίλα από χιλιόμετρα).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Με ρώτησαν (από ευγένεια, υποθέτω) αν στα ελληνικά αντιλαμβάνομαι τις διάφορες προφορές και απάντησα με πάσα ειλικρίνεια ότι μέσες άκρες καταλαβαίνω τις περισσότερες, πλην ίσως των ποντιακών και των γκρεκάνικων της Κάτω Ιταλίας (άντε και των κυπριακών όταν εκφέρονται με ταχύτητα). Τους είπα κάτι πασαλείμματα περί ελληνιστικής κοινής και ιωνικών διαλέκτων, κι αφού τελείωσα τη διάλεξη γύρισα στο Βιτσέντζιο και τον ρώτησα αν η δική του προφορά ήταν του Άμστερνταμ, θεωρώντας ότι έχει γεννηθεί εκεί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μου απάντησε ότι γεννήθηκε στην Κολομβία, η πρώτη του γλώσσα (η μητρική) ήταν τα ισπανικά, και ότι έμαθε ολλανδικά όταν οι γονείς του μετανάστευσαν στην Ολλανδία. Πήγα να διορθώσω ότι προφανώς ο Ολλανδός πατέρας του «παλλινόστησε» στη χώρα, αλλά μας εξήγησε ότι ο πατέρας του είχε γεννηθεί στην Κολομβία, από Ολλανδούς γονείς. Ρώτησα τι πήγαν να κάνουν οι παππούδες του στη Λατινική Αμερική, και ο Βιτσέντζιο χαμογέλασε λίγο αμήχανα και απάντησε:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;- Πήγαν να πουλήσουν Βίβλους.&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν είμαι βέβαιος πόσο χαιρόταν που μιλούσε γι' αυτό, πάντως μας εξήγησε ότι οι παππούδες ήταν πολύ θρήσκοι, αλλά ανήκαν σε μια ελάσσονα προτεσταντική ομολογία που δεν είχε και πολλούς πιστούς στην Ολλανδία. Κάποτε λοιπόν αποφάσισαν να κηρύξουν το λόγο του Θεού στους ειδωλολάτρες, και βρέθηκαν στην Κολομβία με ένα φορτίο Βίβλους. Βέβαια η χώρα παραήταν Καθολική (ή τέλος πάντων όχι και πολύ ενδιαφερόμενη για αυτού του είδους την εκκλησία), ωστόσο κατάφεραν να συγκεντρώσουν γύρω τους ένα μικρό ποίμνιο, στο οποίο ξεχώριζαν βέβαια αισθητά τα ίδια τους τα παιδιά (ξανθά και ψηλά ανάμεσα στο μελαχροινό και μικροκαμωμένο πλήθος των ιθαγενών). Όλα τα παιδιά παντρεύτηκαν Κολομβιανούς, έκαναν με τη σειρά τους αβέρτα παιδιά κι εγγόνια, κι έτσι δημιουργήθηκε ένα πλήθος εξαδέλφων ολλανδο-κολομβιανής ανάμιξης που είναι σήμερα το νοτιοαμερικάνικο σόι του Βιτσέντσιο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Βέβαια, όπως συνήθως συμβαίνει στις μικρές θρησκευτικές κοινότητες που δεν έχουν Κλήρο και Ιεραρχία (ή έναν πάπα με αλάθητο στην ανάγκη), σε λίγο καιρό ο καθένας τράβαγε το δικό του βιολί, πάντα στηριγμένο σε κάποιο κείμενο της Βίβλου. Αν και συγγενείς, οι μεν διαχωρίζονταν από τους δε για κάποια διαφωνία σε κάποιο εδάφιο του Εσδρά ή των Πράξεων των Αποστόλων, και κατέληγαν να μη μιλιούνται και να ιδρύουν ανταγωνιστική εκκλησία. Σε κάποια φάση ο πατέρας του συνομιλητή μας τα βρόντηξε ολοσχερώς και πήρε την οικογένειά του (τη στενή) και γύρισε στην πατρίδα που οι γονείς του εγκατέλειψαν για να πουλήσουν Βίβλους στη Μπογκοτά. Έφτασε σε ένα ελαφρά παρακμιακό Άμστερνταμ στα τέλη της δεκαετίας του '70, μιλώντας κάτι παλιακά ολλανδικά που δεν αντιστοιχούσαν σε καμμία γνωστή προφορά: ήταν ένα μίγμα εκκλησιαστικής γλώσσας του '50 με ισπανικούς τονισμούς. Η χώρα του ήταν εντελώς άγνωστη, οπότε μάλλον «μετανάστευσε» εκεί παρά παλλινόστησε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Βιτσέντσιο συμπλήρωσε (με έναν τόνο τρυφερότητας, νομίζω, ακόμα κι αν το συγκεκριμένο χαρακτηριστικό δεν αφθονεί στη χώρα) ότι ο πατέρας του ακόμα και τώρα, τριάντα χρόνια μετά, δεν αισθάνεται ακριβώς «σπίτι του» εδώ, ούτε πουθενά. Η εντελώς Κολομβιανή μητέρα του είναι πιο προσαρμοσμένη, παραδόξως. Τον ρώτησα για τους παππούδες του· μου είπε ότι ο παππούς έχει πεθάνει, ενώ η γιαγιά ζει ακόμα στη Μπογκοτά, τριγυρισμένη από ένα πλήθος παιδιών, εγγονών και δισεγγόνων που αποτελούν κατά βάση το ποίμνιο. Οι νεώτερες γενιές τείνουν να απομακρύνονται από την εκκλησία, αλλά η γιαγιά πηγαίνει κάθε Κυριακή στο κήρυγμα του πάστορα. Σκέφτηκα να ρωτήσω αν πουλάνε ακόμα Βίβλους, αλλά μάλλον δεν ήταν φοβερά καλή ιδέα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Θυμήθηκα τον πωλητή Βίβλων του Μπόρχες - τοποθετημένο στην οικονομία του διηγήματος σε χτυπητή φιλοσοφική αντίθεση με το αιώνιο βιβλίο που πουλάει στον αφηγητή με αντάλλαγμα ένα παλιό αντίτυπο της Βίβλου και μερικά χαρτονομίσματα. Στο διήγημα ο πωλητής είναι Σκωτσέζος, μάλλον Πρεσβυτεριανός. Χτυπάει μια πόρτα στην Αργεντινή, ίσως πληροφορημένος ότι αυτός που ανοίγει είναι αρκούντως βιβλιόφιλος ώστε να μπορέσει να ξεφορτωθεί το επίμαχο βιβλίο που οι σελίδες του είναι άπειρες, πιο πολλές και από τους κόκκους της άμμου. Σκέφτομαι για λίγο τον Ολλανδό παππού του συνομιλητή μου, να χτυπάει την πόρτα του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, ας πούμε (ή ίσως του Αουρελιάνο Μπουενδία αυτοπροσώπως, δεν ξέρεις) προτείνοντάς του να αγοράσει το λόγο του Θεού, και καλώντας τον στο Κυριακάτικο κύρηγμα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αλλά απλώς περιορίζομαι να ρωτήσω τον Βιτσέντζιο αν η δική του προφορά είναι επηρεασμένη από τα ισπανικά, όπως του πατέρα του. Οι άλλοι συνδαιτυμόνες σπεύδουν να διαβεβαιώσουν ότι το παλληκάρι μιλάει σα βέρος &lt;em&gt;Αμστεντάμερ&lt;/em&gt;, καμμία αντίρρηση, επαναφέροντας την κουβέντα στο αρχικό ερώτημα. Ο ίδιος συμπληρώνει γελώντας ότι τα ισπανικά του έχουν ενσωματώσει κάποιον ολλανδικό απόηχο πλέον, αλλά προφανώς ούτε εγώ ούτε κανείς άλλος εκ των παρόντων μπορεί να το επιβεβαιώσει ή να το διαψεύσει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ύστερα κάποιος ρίχνει την ιδέα να πάμε κάπου αλλού για φαγητό, και σύντομα βγαίνουμε στο δρόμο για να πάρουμε τα ποδήλατα (πλην του Έλληνα που παραμένει υποδειγματικά πεζός) με κατεύθυνση μια ιταλική πιτσαρία που δεν είχα επισημάνει ως τώρα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σκέφτομαι ότι στο επόμενο ταξίδι στην Ελλάδα πρέπει να κουβαλήσω ίσως κι εκείνο το βιβλίο με τα πεζά του Μπόρχες, παρά το βάρος του και παρά το ότι το έχω ήδη διαβάσει μια-δυο φορές.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Βαδίζουμε κουβεντιάζοντας στην παγωμένη Rapenburg· οι αναπνοές μας γίνονται ένα με τη βραδινή ομίχλη.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/899842335629875184-6664745377680932116?l=rovithe.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://rovithe.blogspot.com/feeds/6664745377680932116/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=899842335629875184&amp;postID=6664745377680932116' title='2 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/6664745377680932116'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/6664745377680932116'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://rovithe.blogspot.com/2011/11/blog-post_30.html' title='Πωλητής Βίβλων'/><author><name>Β.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04558385148668497766</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='15' src='http://bp2.blogger.com/_UNj4GCqGEEM/R5pbGWfV7UI/AAAAAAAAABg/cKn8iKh1nw8/S220/image163.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://4.bp.blogspot.com/-zNtey0L198c/TtVfM7c5KTI/AAAAAAAAB0M/iTYdBlABM5M/s72-c/book%2Bof%2Bsand.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>2</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-899842335629875184.post-5026952652127800556</id><published>2011-11-25T23:18:00.000+02:00</published><updated>2011-11-26T13:37:03.714+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Τουλιπες και ανεμομυλοι'/><title type='text'>Και η ζωή συνεχίζεται</title><content type='html'>&lt;p&gt;&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/-BmkEy7tRJW8/TtDNE0RB2pI/AAAAAAAAB0A/cex6gzyA8rY/s1600/DSC_0598.JPG"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 266px; DISPLAY: block; HEIGHT: 400px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5679264612747434642" border="0" alt="" src="http://3.bp.blogspot.com/-BmkEy7tRJW8/TtDNE0RB2pI/AAAAAAAAB0A/cex6gzyA8rY/s400/DSC_0598.JPG" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Φωτό όχι πολύ σχετική, ούτε και εντελώς άσχετη (© M.B., &lt;em&gt;aka Μαρίστρα&lt;/em&gt;, Delft, Νότια Ολλανδία, Οκτώβριος 2010).&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Ολλανδέζα συνάδελφος είναι χαμηλών τόνων, από τις πιο διακριτικές παρουσίες στο χώρο. Δηλαδή τι «διακριτική», σχεδόν αόρατη είναι η κοπέλα· ενάμιση χρόνο έχω κλείσει εδώ και ελάχιστες φορές θυμάμαι να έχω ακούσει τη φωνή της. Η παρουσία της δεν κάνει ιδιαίτερη εντύπωση, η απουσία της επίσης. Ίσως να φταίει που κατοικοεδρεύει σε διπλανό χώρο, ίσως που νταλαβερίζεται με θέματα που επιστημονικώς δεν εμπίπτουν στα ενδιαφέροντά μου. Ξέρω ότι έχει οικογένεια, μάλιστα το δεύτερο παιδί της το έκανε πρόσφατα. Θυμάμαι ότι όταν παρατήρησα ότι ήταν έγκυος σχεδόν κόντευε να μπει στο μήνα της· ακόμα και η εγκυμοσύνη της ήταν χαμηλών τόνων.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σήμερα όμως κάθεται απέναντί μου την ώρα του μεσημεριανού φαγητού και τη βλέπω πως είναι «κάπως». Στη χλωμή επιδερμίδα της έχει προστεθεί ένας τόνος ροζ· με όρους μεσογειακούς πρέπει να είναι πολύ «τσιτωμένη». Οι βολβοί των ματιών της περιφέρονται με ταχύτητα σε διαφορα σημεία, και το σιδερωμένο της καθημερινό χαμόγελο απουσιάζει, καθώς τα ήδη λεπτά χείλη της έχουν σφιχτεί μέχρι εξαφανίσεως. Δίπλα της κάθεται η νεαρή επισκέπτρια από την Αργεντινή που την παρατηρεί νομίζω με την ίδια απορία εντοπίζοντας κι εκείνη το «κάπως». Συζητάνε χαμηλόφωνα για ένα πρότζεκτ και μια συνάντηση που εκκρεμεί, αλλά η Ολλανδέζα έχει εμφανώς το μυαλό της αλλού και κάποια στιγμή αρχίζει περισσότερο να μονολογεί παρά να απευθύνεται στη μικρή, λέγοντας πάνω κάτω τα εξής:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«&lt;em&gt;Ναι, πρέπει να δούμε αυτό το θέμα, κανονικά έπρεπε να κάνουμε το meeting χτες, αλλά χτες δεν ήταν καλή μέρα... Δηλαδή ήταν πολύ περίεργη μέρα, ξεκίνησε πολύ καλά και εξελίχθηκε περίεργα... Το πρωί μίλησα με μια φίλη μου· είχε μόλις γεννήσει ένα αγοράκι. Πάντα ήθελε ένα αγοράκι, το πρώτο της παιδί ήταν κοριτσάκι και τώρα χάρηκε πολύ και χάρηκα κι εγώ μαζί της. Αλλά δεν πρόλαβα να της μιλήσω γιατί εκείνη την ώρα ερχόντουσαν τα πεθερικά να τη δουν και της είπα ότι θα την ξαναπάρω αργότερα. Μετά πήρα τηλέφωνο τη μαμά μου, που είχαμε κανονίσει να πάμε να δούμε τη γιαγιά το απόγευμα, να της πω ότι επειδή ήθελα να πάω να δω τη φίλη μου που μόλις γέννησε, μήπως να αναβάλλουμε την επίσκεψη για σήμερα. Μου είπε να μην ανησυχώ, διότι η γιαγιά είχε μόλις πεθάνει, δε χρειαζόταν να την επισκεφτούμε πια.&lt;/em&gt;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είπα κάτι σαν «συλληπητήρια» αλλά δε με πρόσεξε· συνέχισε να μιλάει περίπου μονολογώντας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«&lt;em&gt;Η γιαγιά ήταν πολύ μεγάλη και άρρωστη χρόνια, δεν ήταν απρόσμενο ότι πέθανε. Αλλά είναι περίεργο, ένας άνθρωπος ήρθε κι ένας έφυγε και εγώ άκουσα και τα δύο πράγματα την ίδια στιγμή σχεδόν. Μετά έπρεπε να κάνουμε το meeting, κι η κόρη μου ήταν άρρωστη και γκρίνιαζε αλλά εγώ έπρεπε να έρθω εδώ, ο άντρας μου έλειπε, η αδελφή μου είναι στην Ιαπωνία, έπρεπε να πάω στη μαμά μου και να είμαι κοντά της, έπρεπε να πάρω το γιο μου από το σχολείο, έπρεπε να είμαι ήρεμη και χαρούμενη στα παιδιά, και καλή κόρη και καλή συνάδελφος και δεν ξέρω τι άλλο, κι εγώ το μόνο που ήθελα το πρωί ήταν να πάρω τηλέφωνο τη φίλη μου να της ευχηθώ για το μωρό της και να της πάω ένα δωράκι, αλλά δε γινότανε γιατί πρέπει να γίνεις χίλια κομμάτια και να είσαι αυτό κι εκείνο και παντού όλες τις ώρες κι όλες τις μέρες.&lt;/em&gt;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κοίταχτήκαμε με τη νεαρή Αργεντινή. Η Ολλανδέζα συνέχισε να λέει για την αρρώστια της γιαγιάς της και για τα χρόνια που πέρασε περιορισμένη ουσιαστικά σε ένα δωμάτιο, με επισκέψεις συγγενών που δεν πολυκαταλάβαινε στο τέλος ποιοί ήταν. Μιλούσε με ήρεμη, χαμηλή φωνή, χωρίς εντάσεις, σα να διηγιόταν μια ιστορία που αφορούσε κάτι μακρινό και να την έλεγε όχι σε εμένα ή στη μικρή αλλά σε κάποιο φανταστικό ακροατή που βρισκόταν πιο πέρα, πίσω από τον τοίχο της καντίνας. Σιγά σιγά όμως ξανάπαιρνε το χλωμό χρώμα της καθημερινότητάς της καθώς μιλούσε· κάποια στιγμή έκανε μια παύση και πήρε μια ανάσα κοιτάζοντας το πιάτο της. Ύστερα είπε:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«&lt;em&gt;Ήθελα απλώς να πάω ένα δώρο στη φίλη μου που γέννησε.&lt;/em&gt;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα σιωπής. Μετά ξαναφόρεσε το καθημερινό σιδερωμένο χαμόγελο, γύρισε στη μικρή και της είπε να κανονίσουν το meeting για τη Δευτέρα το μεσημέρι. Η μικρή έγνεψε καταφατικά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ύστερα τελειώσαμε το φαγητό μας και σηκώθηκε να πάει ο καθένας στη δουλειά του.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/899842335629875184-5026952652127800556?l=rovithe.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://rovithe.blogspot.com/feeds/5026952652127800556/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=899842335629875184&amp;postID=5026952652127800556' title='2 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/5026952652127800556'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/5026952652127800556'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://rovithe.blogspot.com/2011/11/blog-post_25.html' title='Και η ζωή συνεχίζεται'/><author><name>Β.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04558385148668497766</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='15' src='http://bp2.blogger.com/_UNj4GCqGEEM/R5pbGWfV7UI/AAAAAAAAABg/cKn8iKh1nw8/S220/image163.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://3.bp.blogspot.com/-BmkEy7tRJW8/TtDNE0RB2pI/AAAAAAAAB0A/cex6gzyA8rY/s72-c/DSC_0598.JPG' height='72' width='72'/><thr:total>2</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-899842335629875184.post-6525161643625048396</id><published>2011-11-18T01:42:00.001+02:00</published><updated>2011-11-18T03:11:38.028+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Κουβεντα να γινεται'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Τουλιπες και ανεμομυλοι'/><title type='text'>Ημερίδα συστημάτων</title><content type='html'>&lt;p&gt;&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/-b0dW4yrmU_o/TsVph3VB9uI/AAAAAAAABzw/uH6dkyXQGLU/s1600/england_2635.jpg"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 318px; DISPLAY: block; HEIGHT: 400px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5676058935879136994" border="0" alt="" src="http://4.bp.blogspot.com/-b0dW4yrmU_o/TsVph3VB9uI/AAAAAAAABzw/uH6dkyXQGLU/s400/england_2635.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Η Πίπη η φακιδομύτη ενώ ετοιμάζεται για μια ημερίδα Βιολογίας Συστημάτων (εικόνα από &lt;/span&gt;&lt;a href="http://tvtropes.org/pmwiki/pmwiki.php/Main/PippiLongstocking"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;εδώ&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;).&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αυτή την εποχή ξημερώνει αργά. Κανονικά βέβαια εγώ αρνούμαι να βγω από το κρεβάτι μου πριν βγει ο ήλιος από το δικό του, αλλά σήμερα ήταν μια πιο ειδική περίσταση διότι έπρεπε να βρίσκομαι σχετικά νωρίς σε μια ημερίδα με θέμα τη Βιολογία Συστημάτων. Όσοι δεν είστε ειδικοί στη Βιολογία Συστημάτων μην ανησυχείτε: δεν είναι πολύ διαφορετική από τη σκέτη Βιολογία, οπότε δεν έχετε να φοβάστε και πολλά πράγματα. Όσοι πάλι &lt;em&gt;είστε&lt;/em&gt; ειδικοί, καλύτερα να ανησυχείτε: δεν είναι πολύ διαφορετική από τη σκέτη Βιολογία, οπότε ο κάθε πικραμένος θεωρεί ότι αυτοδικαίως μπορεί να θεωρηθεί ειδικός. Άρα έχετε το νου σας, τώρα μάλιστα που τα συστημικά είναι ακόμα πολύ της μοδός, και μπορεί να βρεθεί κανείς στην ίδια ημερίδα να ακούει από το μεταβολικό σύνδρομο και το διαβήτη τύπου 2 μέχρι τη διαχείριση των αποθεμάτων μπακαλιάρου στη Βαλτική. Ως ομοειδή θέματα, εννοείται.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το Τμήμα μας οργανώνει κάθε χρόνο μια ημερίδα με κάποιο επιστημονικό θέμα, στην οποία συμμετέχουν τέσσερις προσκεκλημένοι ομιλητές από άλλους ερευνητικούς οργανισμούς αλλά και εκπρόσωποι των ερευνητικών ομάδων του ίδιου του Τμήματος που αναφέρονται στα αποτελέσματα της δουλειάς τους. Κατά κανόνα οι απέξω είναι σχετικοί με το αντικείμενο (αφού ως προς τη συνάφειά τους επιλέγονται) αλλά οι από μέσα έχουν ο καθένας το δικό του θεματάκι, το οποίο δεν ταιριάζει υποχρεωτικά με το γενικό. Πριτς... Δεδομένου ότι η ημερίδα είναι ένα είδος ερευνητικής &lt;em&gt;πασαρέλας&lt;/em&gt; στην οποία ο καθένας αισθάνεται την υποχρέωση να κάνει το κομμάτι του, ορισμένοι καλοί άνθρωποι (δικοί μας) βγαίνουν και λένε τα δικά τους &lt;em&gt;όποιο κι αν είναι&lt;/em&gt; το υποτιθέμενο θέμα μας. Βιολογία συστημάτων; Κι εμείς μέσα. Μεταγονιδιωματική; Εμείς πρώτοι. Εξελικτική επιστημολογία; Όλα τα σφάζω, όλα τα μαχαιρώνω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όταν ζούσα στην Ελλάδα πίστευα ότι αυτές οι συμπεριφορές είναι ίδιον του ανάδελφου έθνους μας, αλλά τώρα που είδα και τους ξένοι από πιο κοντά αντιλαμβάνομαι ότι η ανάγκη για πασαρέλα υπερβαίνει τα εθνικά σύνορα και διαπερνά τις επιστημονικές κουλτούρες και τους ευρύτερους πολιτισμούς. Το Τμήμα οργανώνει κάθε χρόνο την πασαρέλα (με την ευθύνη μιας ομάδας μεταπτυχιακών φοιτητών που κάνουν την οργανωτική επιτροπή) σε μια άιθουσα που βρίσκεται σε ένα διπλανό κτίριο, το οποίο έχει ένα τόσο απίστευτα δαιδαλώδες σύστημα διαδρόμων που χρειάζεσαι το μίτο της Αριάδνης για να βρεις πού να πας. Με τα πολλά βέβαια το βρήκα, ακολουθώντας ένα μπουλούκι εξίσου χαμένων επιστημόνων και φοιτητών, την ώρα που επιτέλους έβγαινε ο ήλιος να μας δει (αλλά δε μας είδε, λόγω της παχιάς ομίχλης που κάθεται αυτές τις μέρες πάνω στις Κάτω Χώρες).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πάντως περί Βιολογίας Συστημάτων δεν έγινα και πολύ σοφότερος σήμερα, είναι η αλήθεια, παρότι μερικές ομιλίες ήταν σίγουρα ενδιαφέρουσες. Ωστόσο όσο περνούσε η μέρα το πράγμα βάραινε, και από κάποια στιγμή και μετά απεκδύθην τον επιστήμονα που κουβαλάω και άφησα τον εσωτερικό μου μπλόγκερ να κάνει κοινωνιολογικές παρατηρήσεις στα πέριξ, σημειώνοντάς τις με επιμέλεια (στα ελληνικά, μην καρφωθούμε κιόλας) στο τετραδιάκι μου. Αντιπαρήλθα το εντελώς ροζ μαλλί της δεύτερης ομιλήτριας και παρατήρησα με ενδιαφέρον τις τρεις Ινδονήσιες ή Μαλαισιανές ή κάτι τέτοιο φοιτήτριες με τις μαντήλες αριστερά μου, δίπλα στον καθηγητή της Βοτανικής που φορούσε ένα πουκάμισο ωσάν βοτανικό κήπο. Βέβαια ο καλός μου ο προφέσορ φοράει πάντα κάτι τέτοια χαρούμενα, δεν τον έχει δει κανείς ποτέ με μονόχρωμο ή έστω ριγέ, και κατά καιρούς μου δημιουργείται η απορία από πού ψωνίζει πουκάμισα. Άλλα έχουν λουλουδάκια (όπως το σημερινό), άλλα καρδούλες, άλλα λαχουράκια, μπορεί και καμμιά βουκαμβίλια ολότελα. Τον συμπαθώ όμως, διότι έχει μακρύ μαλλί με μπούκλες σαν το δικό μου, αν και ξανθό. Στην Πορτογαλία προσπαθούσαν να με πείσουν ότι μακριά μαλλιά έχουν μόνο οι χεβιμεταλλάδες κι αυτοί όχι μετά τα δεκάξι· ο λουλουδάτος προφέσορ είναι η ζωντανή απόδειξη για το αντίθετο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ωστόσο δεν είναι ο χειρότερα ντυμένος της παρέας, καθώς δεξιά μου έρχεται και κάθεται μια φραμπαλάτη προπτυχιακή φοιτήτρια που πρωτοσυνάντησα πρόσφατα, υπό λίγο δραματικές βέβαια συνθήκες. Ήρθε και με βρήκε ένα απόγευμα κατά τις εξίμιση σε κατάσταση σοκ: είχε κλειδωθεί μέσα στο κτίριο και δε μπορούσε να βγει. Για κάποιο περίεργο ολλανδικό λόγο, θεωρείται αυτονόητο ότι μετά τις έξι το απόγευμα δεν υπάρχει άνθρωπος στο κτίριο, οπότε η θυρωρός φεύγει και η πόρτα κλειδώνει. Οι εργαζόμενοι έχουμε κάποιες ηλεκτρονικές κάρτες που μπορούν να την ανοίξουν (κι αυτό μέχρι τις έντεκα το βράδι, όχι περισσότερο), οπότε η φουκαριάρα η κοπέλα έψαχνε να βρει άνθρωπο να της ανοίξει για να βγει. Για τον ίδιο περίεργο ολλανδικό λόγο, δεν υπήρχε κανείς διαθέσιμος, εκτός του ξεχασμένου Έλληνα (και δη Καριώτη, αλλά άντε να εξηγήσεις τι θα πει αυτό...) στον τρίτο όροφο, ο οποίος στις έξι η ώρα βλέπει ακόμα πολύ μέλλον στη μέρα του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η κοπέλα με αναγνωρίζει και μου ψευτοχαμογελάει. Έχει ένα από τα πιο επίπεδα και ανέκφραστα πρόσωπα που έχω δει σε γυναίκα, και μάλλον κάπως θα της το έχουν επισημάνει καθώς όλα τα άλλα απάνω της διεκδικούν την προσοχή. Φοράει ένα περίεργο πλεκτό με σχέδια που παραπέμπουν σε προκολομβιανό πολιτισμό ή σε τελετές μαύρης μαγείας. Έχει προσθέσει ίσαμε τρία κιλά εξτένσιον (σε μαλλί κεραμιδί χρώματος), ένα σκουλαρίκι στο φρύδι, και άφθονα χαϊμαλιά. Εστιάζω στο βιβλίο που βγάζει και αρχίζει να διαβάζει αδιαφορώντας ηχηρά για τις ομιλίες που εναλλάσσονται. Λέγεται "the vegan freak" και εξηγεί τα καλά του να μην τρως τίποτα ζωικό. Αναρωτιέμαι ποιο το νόημα της παρουσίας της (όλη την ώρα διαβάζει το βιβλίο) μέχρι που κάποιος από τους οργανωτές επισημαίνει ότι οι φοιτητές για να πάρουν τις μονάδες που χρειάζονται πρέπει να γράψουν περιλήψεις για έξι τουλάχιστον ομιλίες. Αυτό εξηγεί γιατί υπάρχει τόσο μαζική φοιτητική συμμετοχή, και εν μέρει ερμηνεύει και γιατί με τη συμπλήρωση των έξι πρώτων ομιλιών το κοινό αρχίζει και αραιώνει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/-Di07X-dL830/TsVpVcPJqsI/AAAAAAAABzk/WFIuHhphuVg/s1600/striped-witch-hat.png"&gt;&lt;img style="MARGIN: 0px 10px 10px 0px; WIDTH: 225px; FLOAT: left; HEIGHT: 225px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5676058722448288450" border="0" alt="" src="http://2.bp.blogspot.com/-Di07X-dL830/TsVpVcPJqsI/AAAAAAAABzk/WFIuHhphuVg/s320/striped-witch-hat.png" /&gt;&lt;/a&gt;Προσπαθώ να συγκεντρωθώ στην έβδομη ομιλία που είναι αρκετά ενδιαφέρουσα όταν ακούω την Κινέζα από την από πίσω σειρά να λέει στα κινεζοαγγλικά «&lt;em&gt;συγγνώμη, μήπως μπορείτε να βγάλετε το καπέλο γιατί δε βλέπουμε;&lt;/em&gt;» Γυρίζω δεξιά και βλέπω ότι η ανέκφραστη vegan έχει φορέσει κάτι σαν καπέλο (ή μάλλον πρόκειται για την κουκούλα του προκολομβιανού ενδύματος) που φέρνει σε ριγέ καπελάκι μάγισσας, ενώ διαβάζει εμβριθώς. Η εικόνα φαντάζομαι ότι θα είναι συγκλονιστικά για γέλια άμα τη δει κανείς άξαφνα, σα να προσγειώθηκε η Μάτζικα ντε Σπελ ανήμερα το Halloween σε επιστημονικό συνέδριο δυο θέσεις δίπλα σε φορητό βοτανικό κήπο, αλλά το γεγονός ότι βρίσκομαι εγώ ανάμεσά τους με προβληματίζει κάπως για το συνολικό ταμπλώ βιβάν και κρατιέμαι ψύχραιμος. Άλλωστε και οι υπόλοιποι είναι πολύ σοβαροί γύρω γύρω, Ινδονήσιες πιστές μουσουλμάνες και ελαφρώς αγανακτισμένες Κινέζες. Η vegan πάντως κατεβάζει το καπελάκι την ίδια στιγμή που η ομιλία τελειώνει και το κοινό ξεσπάει σε χειροκροτήματα. Για την ομιλία, εννοείται.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ακολουθούν ερωτήσεις στην όντως ενδιαφέρουσα ομιλία. Ο ένας ρωτάει αυτό κι ο άλλος το άλλο, κι ένας μεσήλιξ κύριος, κάθιδρος και κατακόκκινος, κρατάει το χέρι σηκωμένο περιμένοντας για αρκετή ώρα να του δοθεί ο λόγος. Στο τέλος ο προεδρεύων, ένας Γερμανός υποψήφιος διδάκτωρ, του παραχωρεί το λόγο και ο κύριος αντί άλλης ερώτησης, λέει:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;- Μήπως μπορείτε να ανοίξετε καμιά πόρτα να μπει λίγος αέρας; Έχουμε σκάσει εδώ.&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο προεδρεύων διαβεβαιώνει ότι μπορούν να ανοίξουν όχι μόνο την κάτω πόρτα της αίθουσας, αλλά και την πάνω έξοδο κινδύνου ώστε να κάνει ρεύμα. Μια κοπέλα πάει να ανοίξει την έξοδο κινδύνου και αυτομάτως αρχίζει να χτυπάει ο συναγερμός, ένας διαπεραστικός άθλιος ήχος που τους στέλνει όλους έξω κακήν κακώς με τα χέρια στα αυτιά (πλην ενός γνωστού μπλόγκερ που επειδή είναι κουφός μονόπλευρα κρατάει το αριστερό αυτί μόνο και στο δεξί χέρι έχει τον καφέ του). Κάποιος γενναίος πάει μέχρι τη χάι-τεκ έξοδο κινδύνου και στουμπώνει ένα χαρτομάντηλο στο γλωσσίδι. Η χάι-τεκ πόρτα πείθεται ότι είναι κλειστή πλέον και ο συναγερμός το βουλώνει προσώρας, ενώ φρέσκια ομίχλη έρχεται απέξω να ανανεώσει τον αέρα. Αλλά στο μεταξύ οι μισοί φοιτητές και βάλε την κάνουν με ελαφριά πηδηματάκια (και η vegan με το μαγικό σκουφί μαζί) και μένουμε οι αυστηρά επιστήμονες να συνεχίσουμε την ημερίδα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Συνεχίζω τις κοινωνιολογικές παρατηρήσεις κοιτάζοντας τις χαριτωμένες Ισπανίδες που παίζουν με τα μαλλιά τους, για την ακρίβεια η μία με τα μαλλιά της άλλης. Εκείνη τη στιγμή όμως ανεβαίνει στο βήμα η Πίπη η Φακιδομύτη αυτοπροσώπως. Βέβαια κανονικά δεν τη λένε ακριβώς έτσι, αλλά είναι προφανές ότι κάνει ό,τι μπορεί για να μοιάσει στην ηρωΐδα της Άσντριντ Λίντγκρεν. Τη βλέπω καιρό τώρα στο Πανεπιστήμιο και πάντα ήθελα να πάω να της μιλήσω, καθώς έχει την πιο απίστευτα συμπαθητική φατσούλα που έχω δει σε Ολλανδέζα όσο είμαι εδώ, με τεράστια βέβαια πυκνότητα φακίδων ανά τετραγωνικό εκατοστό, αλλά με γλυκύτατο χαμόγελο, έστω κι αν αποτελείται από πολύ αραιά δόντια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο προεδρεύων (έτερος) την προλογίζει και η Πίπη αρχίζει να μιλάει μικροβιολογικά και να μεταφέρει ιόντα νατρίου και καλίου σε διαφορετικές πλευρές μιας κυτταρικής μεμβράνης, κι εγώ έχω μείνει να τη χαζεύω καθώς σήμερα είναι διαφορετική από τις άλλες μέρες. Φοράει μια σχετικά απλή μαύρη πουκαμίσα και ένα ασορτί παντελόνι, χωρίς τις παστελ κάλτσες και τα διαλυμένα τζην που κυκλοφορεί συνήθως. Μόνο τα (κάμπερ;) παπουτσάκια της έχουν κάτι από το κοριτσιστικοπαραμυθένιο της καθημερινότητάς της. Σήμερα επίσης έχει κάνει τα μαλλιά της πολλά μικρά κοτσιδάκια, χωρίς τα πληθωρικά εξτένσιον που είχε άλλοτε. Μιλάει με επιστημονική αυστηρότητα για τα ιόντα της, κι εγώ αναρωτιέμαι αν είναι πάνω από σαράντα κιλά - και πολλά λέω. Είμαι μεγάλος φαν της Πίπης, τόσο πολύ που αν και δε συγκρατώ τίποτα από την ομιλία της, δε χορταίνω να τη βλέπω καθώς απαντάει στις ερωτήσεις του κοινού, με τα κοτσιδάκια να τραμπαλίζονται γύρω από το πρόσωπό της. Χειροκροτάω ανυπόκριτα στο τέλος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τη βρίσκω στο διάλειμμα και της δίνω συγχαρητήρια· μου χαμογελάει καλωσυνάτα. Στο τέλος της ημερίδας ψάχνω να την ξαναπετύχω στη δεξίωση που ακολουθεί, αλλά είναι εξαφανισμένη. Κάθομαι με την Πορτογαλίδα και τις δύο Ισπανίδες που συζητάνε για κρασιά και άλλες αλκοόλες, και δράττομαι της ευκαιρίας να ρουφήξω δυο ποτηράκια επιτόπου, μασουλώντας και κάτι τυρομπουκίτσες με καρφωμένα ολλανδικά σημαιάκια. Τα κορίτσια αποφασίζουν να βγουν έξω για τσιγάρο, κι εγώ κουβεντιάζω λίγο με το Γερμανό προεδρεύοντα που είχε τη φαεινή ιδέα να ανοίξουμε την έξοδο κινδύνου, σχετικά με τους κινδύνους του επαγγέλματος του προεδρεύοντος. Ύστερα παίρνω τα υπάρχοντά μου και βγαίνω από το δαιδαλώδες κτίριο από την ακόμα ανοιχτή έξοδο κινδύνου, που βγάζει ακριβώς στη στάση του λεωφορείου. Είναι πια σκοτάδι έξω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αυτή την εποχή νυχτώνει νωρίς.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Σ.Σ. «&lt;em&gt;Είναι όλα σχετικά, έτσι θα λες γιατί οι προσωπικές σχέσεις είναι λίγο παράξενο θέμα και δεν καταλήγεις ποτέ σε ηθικό δίδαγμα&lt;/em&gt;» μου έγραψε η Δ. όταν της είπα ότι γράφω μια ανάρτηση με την Πίπη τη φακιδομύτη αλλά χωρίς ηθικό δίδαγμα, και φυσικά η δήλωση αυτή δεν έχει καμμία σχέση με όλα τα παραπάνω, αλλά μου φάνηκε μεγαλοφυές για ηθικό δίδαγμα εν γένει και της υποσχέθηκα ότι θα κλείσω την ανάρτηση με αυτό. Αν κατάφερνα να το συνδυάσω και με Βιολογία Συστημάτων, θα είχα κλείσει ως μπλόγκερ, αλλά ευτυχώς έχουμε ακόμα λίγο μέλλον.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Την εικόνα ριγέ καπελάκιου μάγισσας τη βρήκα &lt;/span&gt;&lt;a href="http://www.webweaver.nu/clipart/halloween/witches2.shtml"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;εδώ&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;. &lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/899842335629875184-6525161643625048396?l=rovithe.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://rovithe.blogspot.com/feeds/6525161643625048396/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=899842335629875184&amp;postID=6525161643625048396' title='7 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/6525161643625048396'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/6525161643625048396'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://rovithe.blogspot.com/2011/11/blog-post_18.html' title='Ημερίδα συστημάτων'/><author><name>Β.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04558385148668497766</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='15' src='http://bp2.blogger.com/_UNj4GCqGEEM/R5pbGWfV7UI/AAAAAAAAABg/cKn8iKh1nw8/S220/image163.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://4.bp.blogspot.com/-b0dW4yrmU_o/TsVph3VB9uI/AAAAAAAABzw/uH6dkyXQGLU/s72-c/england_2635.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>7</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-899842335629875184.post-7127990831848866654</id><published>2011-11-12T09:55:00.005+02:00</published><updated>2011-11-13T18:29:44.845+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Δωρα μεταξυ φιλων'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Ιστολογειν'/><title type='text'>Οι βαρετοί μπλόγκερ</title><content type='html'>&lt;p&gt;&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/-Q3aCslD2qW8/TrzVR99SjcI/AAAAAAAABzI/chK0S4fqyD4/s1600/ana.jpg"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 386px; DISPLAY: block; HEIGHT: 400px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5673644135246106050" border="0" alt="" src="http://4.bp.blogspot.com/-Q3aCslD2qW8/TrzVR99SjcI/AAAAAAAABzI/chK0S4fqyD4/s400/ana.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Αυτός ο τύπος γραφικής παράστασης λέγεται Venn diagram (υποθέτω θα υπάρχει και στα ελληνικά κάποιος ανάλογος όρος, που ωστόσο μου διαφεύγει). Το ψάρεψα στο facebook της Ana, αλλά προέρχεται από την αναγραφόμενη ιστοθέση&lt;/span&gt;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα social media δεν με ενθουσιάζουν και φοβερά ως ιδέα (ειδικά αν περνάς τη ζωή σου σε αυτά αντί να τη &lt;em&gt;ζεις&lt;/em&gt;), ωστόσο έχουν τόση απήχηση που καθίστανται προνομιακός, αν όχι ο μοναδικός τρόπος επικοινωνίας με διάφορους συμπαθείς κατά τα λοιπά ανθρώπους, ειδικά νεώτερους από τη γενιά μου. Από την άλλη βέβαια, όταν η ζωή σου λαμβάνει χώρα σε διαφορετικό μέρος από εκεί που ενδεχομένως θα ήθελες, τα &lt;em&gt;τουΐτς&lt;/em&gt; και τα &lt;em&gt;στάτους απντέιτς&lt;/em&gt; μια χαρά είναι, ως υποκατάστατο μιας κουβεντούλας που θα ήθελες να κάνεις (αλλά δε μπορείς λόγω απόστασης) με τους φίλους σου και τους ανθρώπους που σε ενδιαφέρουν. Εννοείται ότι δεν εντάσσω τα ιστολόγια σε αυτήν την κατηγορία, διότι καθώς δεν έχουν τον περιορισμό της συντομίας του μηνύματος (έχουν βέβαια άλλους περιορισμούς...), σου επιτρέπουν να πειραματιστείς με λιγότερο τυποποιημένες ή κωδικές μορφές λόγου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αυτό βέβαια προϋποθέτει και ένα δυνητικό αναγνωστικό κοινό έτοιμο να αλληλεπιδράσει μαζί σου, κάπως διαφορετικό ίσως από τους φίλους και «φίλους» του facebook και του Myspace, και τους «ακόλουθους» του tweeter (τo Google+ είναι ακόμα καινούργιο και δεν έχω αποκρυσταλλωμένη άποψη, αλλά κάπως σε facebook πρέπει να φέρνει). Σε σχέση με την επέλαση των social media, τα ιστολόγια πριν κλείσουν δεκαετία στην πιάτσα έχουν αρχίσει να μοιάζουν κάπως παλιομοδίτικα και ξεπερασμένα. Αυτό βέβαια εμένα ως παλιομοδίτη και ξεπερασμένο με ευχαριστεί ιδιαίτερα, διότι αισθάνομαι μια οικειότητα με το μέσο που γερνάει μαζί μου. Από την άλλη, υποψιάζομαι ότι και το κοινό των ιστολογίων θα έχει αρχίσει εν πολλοίς να αλλάζει, κάτι που υποχωρεί η μόδα τους, κάτι που έχουν ειπωθεί και ξαναειπωθεί διάφορα, κάτι που η υποτιθέμενη «μπλογκόσφαιρα» έχει πάρει ένα πολύ ακανόνιστο σχήμα, με μερικές φίρμες, λίγους επίμονους κηπουρούς και πολλούς που πέρασαν και δεν έκατσαν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γενικά πάντως έχω την αίσθηση ότι έχουμε αρχίσει και αραιώνουμε. Από τους γνωστούς και φίλους ιστολογούντες αρκετοί φαίνεται να το έχουν κλείσει το μαγαζί, κάποιοι μάλιστα έχουν δηλώσει και το σκεπτικό τους. Άλλοι αποφεύγουν τις δηλώσεις, αποφεύγουν όμως και τα ποστ, και τα ιστολόγια κρέμονται στο διαδικτυακό κενό όπως ήταν το 2010 ή παλιότερα. Η αλήθεια είναι ότι για μερικούς στεναχωρήθηκα γιατί θα μου λείψει ο ήχος της φωνής τους (τα κείμενα «ακούγονται» εσωτερικά, ξέρετε), και χαίρομαι όταν καμμιά φορά ανταμοίβουν τους υπομονετικούς με κάνα ξαφνικό κειμενάκι (ε, Γωγούλα;). Μερικοί άλλοι είχαν εμφανώς εξαντλήσει τα αποθέματά τους, είπαν αυτό που είχαν να πουν και ησύχως απήλθαν· ουδείς ψόγος. Προχτές καθάρισα λίγο από το ιστολόγιο τους συνδέσμους (Σ.Σ. λινκς...) που είχα πρωτοβάλει το 2008: χρειάστηκε να σβήσω κάμποσους που δεν οδηγούσαν πουθενά πια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο κόσμος αλλάζει, και ο κόσμος του διαδικτύου ομοίως. Αναρωτιέμαι καμιά φορά ποιος χρειάζεται όλη αυτή τη συσσώρευση κειμένων, ειδικά επικαιρικών κειμένων ή αναφορές πεπραγμένων και περιαυτολογίες. Όλοι βέβαια θέλουμε να πούμε τις ιστορίες μας, αλλά δεν είναι όλες οι ιστορίες για να μείνουν στην ιστορία, πολλές είναι κοινότοπες ή απίστευτα βαρετές. Δεν είμαι αθώος του αίματος φυσικά· αλίμονο. Έχω γράψει (και μένουν αναρτημένα) κείμενα που με χαρά θα πετσόκοβα ή και θα καταργούσα ολοσχερώς εκ των υστέρων. Αλλά δεν έχω και ιδιαίτερες ενοχές οπότε δε με πειράζει να μένουν αναρτημένα· καθένα σε συνδυασμό με την ημερομηνία του δίνει και μια αναφορά της κατάστασης ή της πνευματικής διαδρομής μου, ως προς την εποχή που γράφτηκε. Αν μου επιτρέπουν οι ιστιοπλόοι φίλοι μου την παρομοίωση (στους καιρούς του GPS), είναι σαν τα σημάδια που κάνεις στο χάρτη καθώς παίρνεις στίγμα σε διαφορετικά σημεία του ταξιδιού. Από μόνα τους, είναι απλές κουκίδες, αλλά όλα μαζί ορίζουν μια πορεία. Όχι κατ' ανάγκη ευθύγραμμη· πότε πας με τον καιρό, πότε κόντρα, με διαρκή τακ (για τους μη ιστιοπλόους: με ζιγκ-ζαγκ) μέχρι να φτάσεις εκεί που θες, αν θες κάπου συγκεκριμένα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν κρύβω πάντως ότι πολύ χαίρομαι να κοιτάω γύρω και να βλέπω όχι μόνο όσους έχουν απομείνει από τον αρχικό στόλο των συνταξιδιωτών αλλά και μερικές νέες προσθήκες εραστών του ιστολογείν καθ' οδόν (καλώς το Δεσποινάκι) ώστε να φτιάχνουμε κάνα καρεδάκι για διαδικτυακή πρέφα κι ας κάνουν μερικοί τους τεμπέληδες. Κουβέντα στην κουβέντα βέβαια, καλό είναι να θυμόμαστε ότι υπάρχει ζωή έξω από το καρέ, όπως μου θύμισε αποτόμως και βιαίως (μέσω social media, εννοείται) μια Πορτογαλίς φίλη που ανέβασε στο προφίλ της την εικόνα με το διάγραμμα φιλίας-έρωτα-σεξ που εμφανίζεται στην κορυφή της ανάρτησης. Εξαιρώντας ιδανικές και κάπως ανύπαρκτες καταστάσεις, το διάγραμμα παρέχει κάποιες βιώσιμες επιλογές, το ενδιαφέρον του όμως έγκειται στο κόκκινο κυκλάκι κάτω δεξιά: έξω από φιλίες, έρωτες και σεξ, κάπως σαν ατελές υποκατάστατο, κάποιος λέει «&lt;em&gt;γεια, έχω ένα μπλογκ&lt;/em&gt;». Άουτς... αυτό πόνεσε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έσπευσα να δηλώσω στα σχόλια της φίλης μου ότι έχω κι εγώ ένα μπλογκ· προς μεγάλη μου χαρά μου απάντησε εντός δευτερολέπτων «&lt;em&gt;ναι, κι εγώ&lt;/em&gt;». Τα επόμενα λεπτά και ώρες το ποστ γέμισε (χιουμοριστικά) σχόλια από διάφορους ανθρώπους σε διάφορες γλώσσες, ορισμένοι εκ των οποίων ανέφεραν ότι αν και μπλόγκερ, και φίλους έχουν, και έρωτες, ακόμα ακόμα και σεξ ενίοτε, συχνά παραπάνω από ένα μαζί. Το πράγμα ήταν αρκούντως παρήγορο ώστε να μη με πιάσει κανένας πανικός (είμαι και σε κρίσιμη ηλικία για έμφραγμα πλέον και πρέπει να έχω το νου μου), οπότε συνέχισα τις βόλτες στα social media σχολιάζοντας τη νέα κυβέρνηση που μας επεφύλαξε τον πρώτο υπουργό επί της ναυτιλίας &lt;a href="http://yannisharis.blogspot.com/2011/11/blog-post.html"&gt;με εξειδίκευση στις τριήρεις&lt;/a&gt;, μέχρι που ξετρύπωσα μια αισιόδοξη νότα σε έναν τοίχο (του Ηρακλείου, νομίζω), κι έσπευσα να τη μοιραστώ πρώτα με τη &lt;a href="http://kalapas.blogspot.com/"&gt;Γωγώ &lt;/a&gt;που έχει το copyright άλλωστε, κι έπειτα με το πολυπληθές κοινό της Ροβυθέ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Άντε, καλό Σαββατοκύριακο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/-IYsOLW3IffY/Tr5SaMjm9OI/AAAAAAAABzU/duT86EiqvkI/s1600/%25CE%25BF%25CE%25B8%25CF%2580%25CE%25BA.jpg"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 400px; DISPLAY: block; HEIGHT: 265px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5674063190534059234" border="0" alt="" src="http://3.bp.blogspot.com/-IYsOLW3IffY/Tr5SaMjm9OI/AAAAAAAABzU/duT86EiqvkI/s400/%25CE%25BF%25CE%25B8%25CF%2580%25CE%25BA.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Όχι, δεν έχει να κάνει με τη νέα μεταβατική κυβέρνηση, δεν περιμένω κάτι από κει. Τη φωτο υπεξαίρεσα από μια σελίδα στο facebook με τίτλο «&lt;em&gt;Ανεξερεύνητες γωνιές στο Δήμο Ηρακλείου Κρήτης&lt;/em&gt;».&lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/899842335629875184-7127990831848866654?l=rovithe.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://rovithe.blogspot.com/feeds/7127990831848866654/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=899842335629875184&amp;postID=7127990831848866654' title='8 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/7127990831848866654'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/7127990831848866654'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://rovithe.blogspot.com/2011/11/blog-post_12.html' title='Οι βαρετοί μπλόγκερ'/><author><name>Β.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04558385148668497766</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='15' src='http://bp2.blogger.com/_UNj4GCqGEEM/R5pbGWfV7UI/AAAAAAAAABg/cKn8iKh1nw8/S220/image163.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://4.bp.blogspot.com/-Q3aCslD2qW8/TrzVR99SjcI/AAAAAAAABzI/chK0S4fqyD4/s72-c/ana.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>8</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-899842335629875184.post-4852130023985034798</id><published>2011-11-06T14:03:00.006+02:00</published><updated>2011-11-07T01:13:52.235+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Επικαιροτητα'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Τουλιπες και ανεμομυλοι'/><title type='text'>Κορμός μωβ οξιάς</title><content type='html'>&lt;p&gt;&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/-_wZMv9fhM6s/TrZ31czecVI/AAAAAAAABsM/U2gpsoP8c_o/s1600/DSC03691.JPG"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 400px; DISPLAY: block; HEIGHT: 300px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5671852540868587858" border="0" alt="" src="http://4.bp.blogspot.com/-_wZMv9fhM6s/TrZ31czecVI/AAAAAAAABsM/U2gpsoP8c_o/s400/DSC03691.JPG" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Φθινοπωρινές εικόνες την ώρα που δύει ο ήλιος, έξω από το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας του Λέιντεν.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ξύπνησα πάλι με το κεφάλι καζάνι, αλλά τουλάχιστον αυτή τη φορά δεν έφταιγε κανένα αλκοολικό παρασκεύασμα αλλά αυτή η ίωση που εξελίσσεται. Από την Παρασκευή είχα μια περίεργη διάθεση, μια ελαφριά ζάλη, που δε μου την προκαλούαν μόνο οι ντρίμπλες και οι κωλοτούμπες της ελληνικής πολιτικής τάξης (χρησιμοποιώ τον όρο &lt;em&gt;τάξη&lt;/em&gt; κάπως καταχρηστικά, εννοείται) αλλά φαινόταν να έρχεται κάπου από μέσα. Σάββατο πρωί ξύπνησα με πρησμένο λαιμό και περίλυπος: έχω κόψει την τηλεόραση εδώ και καμμιά δεκαετία και λείπω από την Ελλάδα ήδη ενάμιση χρόνο, οπότε το ότι ξενύχτησα βλέποντας Βουλή (και καπάκι τα πολιτικά σχόλια διαφόρων &lt;em&gt;πεφωτισμένων-μη-χέσω&lt;/em&gt; καλεσμένων μιας πλατινέ ξανθιάς κυρίας) στην ιντερνετική μετάδοση ενός ελληνικού τηλεοπτικού σταθμού ήταν πιο ισχυρό σοκ από όσο μπορούσα να αντέξω. Σήμερα μία από τα ίδια, μόνο που ο λαιμός έχει υποχωρήσει κάπως και αντ' αυτού έχει μπουκώσει η μύτη μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εξοπλίζομαι με παστίλιες, τσάι με μέλι, βιταμίνες (δεν κάνουν τίποτε, αλλά λίγο placebo δε βλάφτει) και χαρτομάντηλα για το κρύωμα, εξοπλίζομαι και με υπομονή για τον ορυμαγδό της βλακείας, και περιέρχομαι πάλι τις ιστοσελίδες και τα μπλογκ. Σκέφτομαι μερικούς ως φιγούρες του θεάτρου σκιών, που περιφέρονται σε μια φωτεινή οθόνη αλλά κινούνται ως νευρόσπαστα από κάποιον αθέατο καραγκιοζοπαίχτη. Δεν υποννοώ καμμία θεωρία συνομωσίας κατ' ανάγκην (δεν τις επικαλούμαι πριν μου τελειώσουν οι άλλες ερμηνείες), αλλά μένω κατάπληκτος από τις θεαματικότατες κωλοτούμπες και τη μνήμη του χρυσόψαρου: καλά, αυτός που μας τα λέει τώρα άσπρα, προχτές δε μας τα έλεγε μαύρα; Καταπίνω γουλίτσες ζεστό τσάι και στοιβάζω μεταχειρισμένα χαρτομάντηλα διαβάζοντας δηλώσεις και αναλύσεις εκπληκτικής ρηχότητας, φτηνιάρικη δήθεν επιχειρηματολογία και αφόρητα κλισέ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σκέφτομαι να πάρω προληπτικά καμμιά ασπιρίνη, όχι για τον πυρετό που δεν έχω, αλλά για τον πονοκέφαλο που εικάζω ότι θα μου προκαλέσει ο στόμφος, η αμετροέπεια και το θράσος ορισμένων. Βέβαια φταίω κι εγώ, που αν και ποτέ δεν ήμουν φίλα προσκείμενος στην παρούσα πολιτική τάξη (ρέπω κατά τι προς την &lt;em&gt;αταξία&lt;/em&gt;, μάλλον) έχω την απαίτηση τα μέλη της να συγκροτούν επιχειρήματα με κάποια εσωτερική συνοχή. Δεν εννοώ να συμφωνούν με τις απόψεις μου (άλλωστε ώρες ώρες ούτε εγώ ο ίδιος δε συμφωνώ με τις κατά συνθήκη απόψεις μου), αλλά να λένε κάτι που να έχει μια (δική τους, έστω) δομημένη λογική. Αντ' αυτού εκσφενδονίζονται κάτι κοτρώνες (και μάλιστα από θεωροούμενους σοβαρούς) και σα να μην έφτανε αυτό έχω και μερικούς κατά τεκμήριο ευφυείς φίλους που ψελλίζουν κάτι σαν «&lt;em&gt;ε, τι να κάνουμε τώρα...&lt;/em&gt;». Να βάλουμε τις φωνές ρε παλληκάρια αν μη τι άλλο, τουλάχιστον να καταστεί σαφές ότι δεν είμαστε ντιπ ηλίθιοι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Φτιάχνω βουναλάκια από χαρτομάντηλα και παρατάω προσώρας το διαδίκτυο. Έξω το φθινόπωρο προχωράει· τα δέντρα ρίχνουν τα φύλλα τους που κάνουν ένα παχουλό χαλί στα τουβλο-πλακάκια των πεζοδρομίων. Την περασμένη βδομάδα βγήκα για ένα μικρό φωτογραφικό σαφάρι στη γειτονιά, φωτογραφίζοντας διάφορα σημεία που περνάω καθημερινά, ώστε να τα έχω αποτυπωμένα τώρα που ετοιμάζομαι να τα μαζέψω από την πόλη. Πήγα για πρώτη φορά μέχρι το Burcht απέναντι, ένα τοπικό αξιοθέατο που δεν είχα καταδεχτεί ποτέ ως τώρα να επισκεφτώ ακριβώς επειδή το βλέπω όλη μέρα από το παράθυρό μου. Αυτή τη φορά φωτογράφισα το σπίτι από τις πολεμίστρες και το παρκάκι που αποτελούν την καθημερινή μου θέα, σημαδεύοντας ακριβώς το παράθυρο με τα μισοκατεβασμένα στόρια κάτω από τη σκεπή από όπου γράφω. Αναρωτήθηκα αν θα βρεθώ ποτέ ξανά σε αυτή τη θέση, να δείχνω σε κάποιον μελλοντικό συνομιλητή ότι «να, εκεί ζούσα». Στα προηγούμενα σπίτια που έζησα δεν ξαναπήγα ως τώρα, πάντως.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/-k6cGFwQwjX4/TrZ4dmlD2wI/AAAAAAAABsY/W4e9f-MDyeg/s1600/DSC03706.JPG"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 400px; DISPLAY: block; HEIGHT: 300px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5671853230687247106" border="0" alt="" src="http://2.bp.blogspot.com/-k6cGFwQwjX4/TrZ4dmlD2wI/AAAAAAAABsY/W4e9f-MDyeg/s400/DSC03706.JPG" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Από το παρκάκι μπροστά στο Burcht κοιτάζοντας μέσα από τα φυλλώματα ένα από τα παράθυρα που βρίσκονται στη σκεπή· το δικό μου.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ξαναπερνάω μια βόλτα από τις ιστοσελίδες, προσπερνώντας βιαστικά &lt;em&gt;στιγμές αγωνίας, ραγδαίες εξελίξεις, καταιγιστικές ανατροπές&lt;/em&gt; και άλλα ηχηρά παρόμοια. Κυριακή, κοντή γιορτή, σκέφτομαι, και ρουφάω τις τελευταίες γουλιές από το τσάι που έχει πια κρυώσει. Δεν αντέχω να ξανανοίξω ελληνικό τηλεοπτικό κανάλι, φοβούμενος το βουνό της κοινοτοπίας που θα πέσει να με πλακώσει. Αντ' αυτού επιστρέφω στις φθινοπωρινές φωτογραφίες του Λέιντεν και των περιχώρων, και σταματάω σε ένα «γλυπτό» που έχω τραβήξει σε διαφορετικές χρονικές στιγμές από διαφορετικές γωνίες. Με την πρώτη ματιά δε μοιάζει καλλιτέχνημα, μοιάζει με περίεργα κομμένος κορμός ενός γέρικου δέντρου: από μέσα έχει πλαναριστεί και είναι εντελώς λείο και κυλινδρικό, και απέξω έχει μείνει φυσικό, ροζιασμένο, με λειχήνες και αρχές αποσύνθεσης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/-Qtbcc4ejwcg/TrZ4z5VXQ1I/AAAAAAAABsk/gEr4U_0Tjjs/s1600/DSC02586.JPG"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 400px; DISPLAY: block; HEIGHT: 300px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5671853613678805842" border="0" alt="" src="http://3.bp.blogspot.com/-Qtbcc4ejwcg/TrZ4z5VXQ1I/AAAAAAAABsk/gEr4U_0Tjjs/s400/DSC02586.JPG" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Κορμός μωβ οξιάς κατεργασμένος από τον Frans de Wit και εκτεθειμένος στο χρόνο και τη φθορά έξω από την είσοδο του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Περνούσα για πολύ καιρό από κει, μέχρι να προσέξω την ταμπέλα που εξηγούσε την ιστορία. Σύμφωνα με αυτήν, το δέντρο είναι μωβ οξιά (&lt;em&gt;Fagus sylvatica&lt;/em&gt;, ποικιλία 'atropunicea'), που ξεριζώθηκε σε ηλικία 180 ετών. Μέχρι το 1987 κοσμούσε την είσοδο του Βοτανικού Κήπου του Λέιντεν, αλλά η καταστροφή των ριζών του από ένα μύκητα το κατέστησε ασταθές και επικίνδυνο για τον κόσμο που περνούσε από εκεί. Ο γλύπτης Frans de Wit (1942-2004), κάτοικος Λέιντεν, κατασκεύασε από τον κορμό τα δύο γλυπτά με το λείο κυλινδρικό εσωτερικό, θέλοντας ακριβώς να αναδείξει την αντίθεση ανάμεσα στη φυσική και την τεχνητή επιφάνεια. Ο κορμός κατατρώγεται σιγά σιγά από μύκητες του ξύλου· στο τέλος, δεν πρόκειται να απομείνει τίποτα απ' αυτόν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σκέφτομαι ότι το δέντρο φύτρωσε το 1807· λίγα χρόνια νωρίτερα από τότε που φύτρωσε η (νεο)ελληνική ανεξαρτησία. Ελπίζω πάντως αυτή η τελευταία να διαρκέσει κάπως παραπάνω, αν και είμαι βέβαιος ότι διάφοροι μύκητες την κατατρώγουν, προσποιούμενοι ενίοτε τους ηγέτες, τους σωτήρες ή και τον απλό κόσμο που κοιτάει απλώς τη δουλίτσα του. Ύστερα κάνω άλλη μια βόλτα στα μπλογκ, προσπερνώντας τα σχόλια για προδότες (τίνος;) και κρεμάλες, τις ευκολίες διαφόρων ξεκούραστων ερμηνειών της κακοδαιμονίας μας δεξιά κι αριστερά, τη χτεσινή νίκη του Θρύλου και το αναμενόμενο βραδινό ντέρμπι στο ΟΑΚΑ ή ίσως στο προεδρικό μέγαρο. Στην υγρασία της ολλανδικής πεδιάδας και στην αθηναϊκή ξηρασία, οι μύκητες συνεχίζουν αργά-αργά το έργο τους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Καραμελίτσα για το λαιμό, φύσηγμα μύτης και υπομονή, θα περάσει. Έτσι κι αλλιώς στο τέλος δεν πρόκειται να απομείνει τίποτα. Άντε κανένα έργο τέχνης για λίγο καιρό· ύστερα θα ξεχαστούν όλα.&lt;br /&gt;&lt;/p&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/899842335629875184-4852130023985034798?l=rovithe.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://rovithe.blogspot.com/feeds/4852130023985034798/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=899842335629875184&amp;postID=4852130023985034798' title='4 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/4852130023985034798'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/4852130023985034798'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://rovithe.blogspot.com/2011/11/blog-post_06.html' title='Κορμός μωβ οξιάς'/><author><name>Β.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04558385148668497766</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='15' src='http://bp2.blogger.com/_UNj4GCqGEEM/R5pbGWfV7UI/AAAAAAAAABg/cKn8iKh1nw8/S220/image163.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://4.bp.blogspot.com/-_wZMv9fhM6s/TrZ31czecVI/AAAAAAAABsM/U2gpsoP8c_o/s72-c/DSC03691.JPG' height='72' width='72'/><thr:total>4</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-899842335629875184.post-4747270069329933035</id><published>2011-11-02T22:05:00.004+02:00</published><updated>2011-11-02T22:16:26.966+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Επικαιροτητα'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Δανεικες Λεξεις'/><title type='text'>Ἡ ἀπόφαση (Μανόλης Αναγνωστάκης)</title><content type='html'>&lt;p&gt;Εἶστε ὑπὲρ ἢ κατά;&lt;br /&gt;Ἔστω ἀπαντεῖστε μ᾿ ἕνα ναὶ ἢ μ᾿ ἕνα ὄχι.&lt;br /&gt;Τὸ ἔχετε τὸ πρόβλημα σκεφτεῖ&lt;br /&gt;Πιστεύω ἀσφαλῶς πὼς σᾶς βασάνισε&lt;br /&gt;Τὰ πάντα βασανίζουν στὴ ζωὴ&lt;br /&gt;Παιδιὰ γυναῖκες ἔντομα&lt;br /&gt;Βλαβερὰ φυτὰ χαμένες ὦρες&lt;br /&gt;Δύσκολα πάθη χαλασμένα δόντια&lt;br /&gt;Μέτρια φίλμς. Κι αὐτὸ σᾶς βασάνισε ἀσφαλῶς.&lt;br /&gt;Μιλᾶτε ὑπεύθυνα λοιπόν. Ἔστω μὲ ναὶ ἢ ὄχι.&lt;br /&gt;Σὲ σᾶς ἀνήκει ἡ ἀπόφαση.&lt;br /&gt;Δὲ σᾶς ζητοῦμε πιὰ νὰ πάψετε&lt;br /&gt;Τὶς ἀσχολίες σας νὰ διακόψετε τὴ ζωή σας&lt;br /&gt;Τὶς προσφιλεῖς ἐφημερίδες σας· τὶς συζητήσεις&lt;br /&gt;Στὸ κουρεῖο· τὶς Κυριακές σας στὰ γήπεδα.&lt;br /&gt;Μιὰ λέξη μόνο. Ἐμπρὸς λοιπόν:&lt;br /&gt;Εἶστε ὑπὲρ ἢ κατά;&lt;br /&gt;Σκεφθεῖτε το καλά. Θὰ περιμένω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Μανόλης Αναγνωστάκης&lt;br /&gt;Η Συνέχεια 3 (1962)&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Σ.Σ. Το έχω ξαναβάλει στο πλαϊνό κολωνάκι, και τώρα το θυμήθηκα πάλι, παραδόξως &lt;em&gt;όχι &lt;/em&gt;με αφορμή κανένα δημοψήφισμα οποιουδήποτε είδους. &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/899842335629875184-4747270069329933035?l=rovithe.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://rovithe.blogspot.com/feeds/4747270069329933035/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=899842335629875184&amp;postID=4747270069329933035' title='4 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/4747270069329933035'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/4747270069329933035'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://rovithe.blogspot.com/2011/11/blog-post.html' title='Ἡ ἀπόφαση (Μανόλης Αναγνωστάκης)'/><author><name>Β.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04558385148668497766</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='15' src='http://bp2.blogger.com/_UNj4GCqGEEM/R5pbGWfV7UI/AAAAAAAAABg/cKn8iKh1nw8/S220/image163.jpg'/></author><thr:total>4</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-899842335629875184.post-7106103338364685283</id><published>2011-10-30T18:19:00.005+02:00</published><updated>2011-11-01T01:10:37.869+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Κουβεντα να γινεται'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Τουλιπες και ανεμομυλοι'/><title type='text'>Περί αποτελεσματικότητας</title><content type='html'>&lt;p&gt;&lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/-KKrkFnK-lns/Tq2Ffm1T3XI/AAAAAAAABo0/sCPX_OvDcdw/s1600/helpdesk.gif"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 400px; DISPLAY: block; HEIGHT: 268px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5669334283975908722" border="0" alt="" src="http://1.bp.blogspot.com/-KKrkFnK-lns/Tq2Ffm1T3XI/AAAAAAAABo0/sCPX_OvDcdw/s400/helpdesk.gif" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Ένα μοντέρνο helpdesk από &lt;/span&gt;&lt;a href="http://www.ariadne.ac.uk/issue11/main/"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;εδώ&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;. Το δικό μας είναι βέβαια μεταμοντέρνο...&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η νεαρή Πορτογαλίδα κάνει κάποιο μεταπτυχιακό και έχει έρθει ως επισκέπτρια για ένα εκπαιδευτικό τρίμηνο στο εργαστήριο του Λέιντεν, υπό την υψηλή (άνω του 1,90) εποπτεία ενός Ολλανδού ερευνητή και την καθημερινή επίβλεψη του επίσης Ολλανδού υποψηφίου διδάκτορα που συνεργάζεται με τον ερευνητή. Εκείνη πρέπει να είναι γύρω στα 23, ο άλλος 25. Είναι και οι δύο καπνιστές, οπότε η συνήθεια του ενός δεν ενοχλεί τον άλλο και βγαίνουν ταυτόχρονα από το κτίριο για τσιγάρο χωρίς να παρεμποδίζεται η πορεία της εργασίας τους και χωρίς να καταπιέζεται κανείς ιδιαίτερα. Σε αρμονία με τα ολλανδικά εργασιακά ήθη, όταν είναι στο γραφείο συζητάνε κυρίως για τα της δουλειάς, στα διαλείμματα όμως η κουβέντα είναι για άσχετα πράγματα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αναπόφευκτα, σε κάποιο διάλειμμα η κουβέντα έρχεται ακριβώς στα εν λόγω εργασιακά ήθη, καθώς η νεαρά παρατηρεί ότι σε αντίθεση με τους σκληρά εργαζόμενους Πορτογάλους, οι Ολλανδοί δουλεύουν λίγες ώρες και κάνουν τεράστιες διακοπές (παρά το κλισέ που αναπαράγουν σε δηλώσεις τους κάτι Μέρκελ κλπ. για τους νότιους τεμπέληδες), όπως άλλωστε έχει επισημανθεί από συγκριτικές μελέτες. Ο Ολλανδός απαντά με σχετική άνεση ότι αυτό δεν είναι παράδοξο, δεδομένου ότι η αποτελεσματικότητα της δουλειάς στην Ολλανδία είναι προφανώς μεγαλύτερη από ό,τι στην Πορτογαλία. Σκέφτομαι ότι θα μπορούσε να μην έχει άδικο εν γένει, αλλά κάτι με ενοχλεί στο ύφος με το οποίο κάνει τη σχετική δήλωση, καθώς προσθέτει στο τέλος και ένα «&lt;em&gt;φυσικά&lt;/em&gt;» που δεν μου κολλάει και πολύ καλά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έχω εμμέσως αναφερθεί ξανά (&lt;a href="http://rovithe.blogspot.com/2010/05/sylvius.html"&gt;εδώ &lt;/a&gt;κι &lt;a href="http://rovithe.blogspot.com/2011/01/blog-post_12.html"&gt;εδώ&lt;/a&gt;) σε εκφάνσεις της ολλανδικής «αποτελεσματικότητας» που αν ελάμβαναν χώρα στην Ελλάδα θα λέγαμε κι εγώ δεν ξέρω τι, οπότε γαργαλιέμαι να παρέμβω στην κουβέντα μεταφέροντας ένα μέρος της εμπειρίας μου, τώρα που έχοντας ζήσει κάποιο καιρό έξω είμαι κάπως σε θέση να συγκρίνω. Αλλά αντί να κάθομαι όξω στο ψιλόβροχο (άσε που δεν καπνίζω κιόλας) ώστε να μεταφέρω τα φώτα μου στη νεολαία, λέω να τους αφήσω ήσυχους να διαχειριστούν τις αντιθέσεις τους κατά το δοκούν, και επιστρέφω στο γραφείο προσπαθώντας για πολλοστή φορά να βγάλω άκρη με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το Πανεπιστήμιο έχει ένα πολυπληθές τμήμα τεχνικής βοήθειας για ζητήματα υπολογιστών, πρόσφατα μάλιστα στα πλαίσια μέτρων ενίσχυσης της αποτελεσματικότητας (ή κατ' άλλους περιορισμού του κόστους) κατήργησε όλες τις αποκεντρωμένες υπηρεσίες και ενοποίησε τους πάντες σε μια κεντρική υπερ-υπηρεσία που κάνει τα πάντα, από λογαρισμούς email μέχρι επισκευές συσκευών. Είχα την αμφίβολη τιμή να αλληλογραφήσω μαζί τους προ πολλών μηνών για κάποιο ζήτημα (ποιος υπολογιστής μπαίνει σε ποια πρίζα δικτύου, διότι από κάποιο λάθος υποτίθεται θα μου έκοβαν την πρόσβαση στο διαδίκτυο) και μετά από κάνα δίμηνο οχλήσεων μου ήρθε ένα mail ότι δεν είμαι εξουσιοδοτημένος να κουβεντιάζω απευθείας με αυτούς για ζητήματα δικτύου, και πρέπει να επικοινωνήσω πρώτα με τον υπεύθυνο καθηγητή του Τομέα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Βέβαια ο εν λόγω έχει παραιτηθεί από πέρσι (όπως και όλοι οι καθηγητές του Τομέα άλλωστε) και τώρα παρεπιδημεί σε άλλο Ίδρυμα, αλλά αυτό ουδόλως τους πτόησε. Απευθύνθηκα στον Πρόεδρο του Τμήματος μήπως περνούσε ο λόγος του λίγο παραπάνω, αλλά κι αυτός κούνησε το κεφάλι με κατανόηση και με παρέπεμψε στην κυρία institute manager (έχουμε και τέτοια) ώστε να στείλει εκείνη ένα mail που να εξηγεί την κατάσταση και να αναζητεί κάποιο τρόπο να διαχειριστούμε το ζήτημα μέχρι να γίνουν νέες προσλήψεις (του χρόνου ίσως). Διέγνωσα ότι δεν αξίζει τον κόπο να ασχοληθώ περαιτέρω, καθώς θεώρησα ότι πρώτα θα τα μαζέψω να φύγω και μετά η γραφειοκρατία τους θα θυμηθεί να διακόψει το οτιδήποτε (και ως αυτή τη στιγμή έχω πέσει μέσα, εννοείται).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ωστόσο, εδώ και κάμποσες μέρες εμφανίστηκε ένα άσχετο πρόβλημα με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, καθώς μπορούσα να στείλω μηνύματα παντού και να δεχτώ μηνύματα μέσα από το Τμήμα, αλλά αδυνατούσα να λάβω οτιδήποτε από τον έξω κόσμο. Το τελευταίο ήρθε πριν δυό Παρασκευές· την Κυριακή ένας φίλος μου είπε ότι μου είχε στείλει κάποια mail που είχαν γυρίσει πίσω με ένα error message που έλεγε ότι ο χρήστης τάδε (εγώ) δεν υπάρχει. Το ίδιο μου είπαν κι άλλοι, μέχρι που αναγκάστηκα να καταφύγω πάλι στις υπηρεσίες του helpdesk, αν και το είχα δει το έργο προκαταβολικά. Έστειλα τέσσερα ή πέντε διαδοχικά mail, μίλησα τέσσερις ή πέντε φορές στο τηλέφωνο, με διαφορετικούς υπαλλήλους. Συνέβη φυσικά το αναμενόμενο...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όλοι μιλούσαν αγγλικά, και όλοι ήταν ευγενέστατοι. Όλοι κατέγραφαν ευσυνείδητα τις παρατηρήσεις μου, καταχωρούσαν την επικοινωνία μας υπό τον αντίστοιχο κωδικό (στον οποίο έπρεπε να αναφέρομαι κάθε φορά που μιλούσα με κάποιον), έκαναν μια ανασκόπηση του τι έχει γίνει κάθε φορά (&lt;em&gt;α, μας πήρατε και χτες τηλέφωνο... α, και προχτές... α, μας έχετε στείλει και ένα mail... α, ναι, κι άλλο mail...&lt;/em&gt;). Έφαγα γύρω στις διόμιση με τρεις ώρες επικοινωνίας, σε ένα διάστημα δεκατριών ημερών από τη μέρα που επισημάνθηκε το πρόβλημα, και είμαι βέβαιος ότι οι υπάλληλοι εργάστηκαν ευσυνείδητα, ειδικά εκείνος που μου είπε ότι με βάση τα δεδομένα, το σύστημα έχει δίκιο και αυτός ο χρήστης (εγώ δηλαδή) όχι απλώς δεν υπάρχει, αλλά προφανώς &lt;strong&gt;&lt;em&gt;δεν υπήρξε ποτέ&lt;/em&gt;&lt;/strong&gt;. Του επεσήμανα ότι χρησιμοποιώ το συγκεκριμένο email ενάμιση χρόνο, αλλά με διαβεβαίωσε (πολύ ευγενικά πάντα) ότι με βάση το σύστημα κάνω κάποιο λάθος. Του έστειλα επιτόπου ένα email ενώ μιλούσαμε στο τηλέφωνο, οπότε αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι ο χρήστης είναι υπαρκτός και η ηλεκτρονική διεύθυνση επίσης. Φαντάζομαι τον οδήγησα σε τεράστια υπαρξιακή κρίση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αυτή τη φορά όμως, τη δέκατη τρίτη μέρα, με παρέπεμψαν σε κάποιον άλλο κύριο, ο οποίος αφού με άκουσε είπε κάτι σαν «&lt;em&gt;ννναι&lt;/em&gt;» και μετά συμπλήρωσε κάτι σαν «&lt;em&gt;μισό λεπτό&lt;/em&gt;» και μετά από μισό λεπτό είπε «&lt;em&gt;α, εντάξει, το έφτιαξα&lt;/em&gt;». Και όταν τον ρώτησα τι έφταιξε μου είπε «&lt;em&gt;ναι, δικό μας λάθος, αλλά το έφτιαξα σε μισό λεπτό&lt;/em&gt;». Κι όταν του επεσήμανα ότι δεν πήρε ακριβώς μισό λεπτό αλλά δεκατρείς μέρες συν μισό λεπτό απάντησε (πολύ ευγενικά πάντα, είπαμε) «&lt;em&gt;μα ξέρετε, έχουμε πάρα πολύ δουλειά&lt;/em&gt;». Τον ευχαρίστησα και έκλεισα το τηλέφωνο, σκεπτόμενος ότι όντως έχουν πολύ δουλειά να καταγράφουν τα παράπονα, να τους δίνουν κωδικούς, να καταγράφουν τα τηλεφωνήματα και τα mail και να τα καταχωρούν στους αντίστοιχους κωδικούς κλπ. Δυστυχώς λόγω της τόσης δουλειάς δεν μπορούν ταυτόχρονα και να &lt;strong&gt;&lt;em&gt;λύνουν&lt;/em&gt; &lt;/strong&gt;προβλήματα, αλλά δεν πρέπει να είμαστε και πολύ απαιτητικοί με τους ανθρώπους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Διηγούμαι την ιστορία (με ελαφρώς σκωπτικό ύφος ως προς την ολλανδική αποτελεσματικότητα) κατά τη διάρκεια ενός ας πούμε «δείπνου εργασίας» στην Πατρίτσια, την εργοδότι μου που έχει μονίμως πλέον μεταναστεύσει στην Πορτογαλία και ήρθε για τρεις μέρες να κανονίσει κάτι διατυπώσεις. Δεν παραλείπω τη συζήτηση μεταξύ των δύο νεαρών εκπαιδευομένων. Η Πατρίτσια κουνάει το κεφάλι με τυπικά Πορτογαλική θλίψη. «&lt;em&gt;Ευτυχώς που δεν ξέρεις ολλανδικά&lt;/em&gt;» μου λέει κάποια στιγμή, και συμπληρώνει ότι το μεσημέρι σηκώθηκε κι έφυγε αγανακτισμένη από το τραπέζι του μεσημεριανού γεύματος διότι στο πίσω τραπέζι κάποιος έλεγε αρκετά δυνατά και μάλλον σκόπιμα ότι όλοι αυτοί οι τεμπέληδες του νότου πρέπει να μάθουν να δουλεύουνε επιτέλους και αρκετά τους ταΐζουμε (οι Ολλανδοί) και τους δίνουμε τζάμπα λεφτά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Θυμήθηκα σε ποιον αναφερόταν· έναν από τους φύλακες, νομίζω, του κτιρίου που κάνει ενίοτε και κάτι χαμαλοδουλειές, αν και συνήθως κάθεται στο θυρωρείο και καπνίζει παρέα με τη θυρωρό για ώρες. Σκέφτηκα ότι την επόμενη μέρα θα μπορούσα να του διηγηθώ ιστορίες ολλανδικής αποτελεσματικότητας εκ του αποθέματος, αλλά μετά μου έφυγε γρήγορα η σκέψη. Άλλωστε το να αντιλαμβάνεσαι, να κατανοείς, απαιτεί κι αυτό μια εκπαίδευση. «&lt;em&gt;Ήθελα να τον βρίσω, καταλαβαίνεις;&lt;/em&gt;» μου εξηγεί η Πατρίτσια, «&lt;em&gt;αλλά δεν μου έφταιγαν σε τίποτα οι άλλοι γύρω-γύρω κι απλώς σηκώθηκα κι έφυγα&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Προφανώς καταλαβαίνω, καλή μου, αλλά δε θα φάμε τα όσα νιάτα μας απέμειναν να τρωγώμαστε με τους ηλίθιους - πάμε παρακάτω. Τρώμε το υπόλοιπο pannenkoeken κουβεντιάζοντας για το επιστημονικό μέλλον μας, κάπου στο νότο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;- Μέχρι να έρθεις στη Λισσαβώνα θα είμαστε σε επαφή, ηλεκτρονικά&lt;/em&gt;, μου λέει φεύγοντας.&lt;br /&gt;&lt;em&gt;- Αρκεί να δουλεύουν τα email&lt;/em&gt;, της απαντάω αθώα την ώρα που καβαλάει το ποδήλατο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν ξέρεις ποτέ μ' αυτούς τους αποτελεσματικούς τύπους.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/899842335629875184-7106103338364685283?l=rovithe.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://rovithe.blogspot.com/feeds/7106103338364685283/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=899842335629875184&amp;postID=7106103338364685283' title='2 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/7106103338364685283'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/7106103338364685283'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://rovithe.blogspot.com/2011/10/blog-post_30.html' title='Περί αποτελεσματικότητας'/><author><name>Β.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04558385148668497766</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='15' src='http://bp2.blogger.com/_UNj4GCqGEEM/R5pbGWfV7UI/AAAAAAAAABg/cKn8iKh1nw8/S220/image163.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://1.bp.blogspot.com/-KKrkFnK-lns/Tq2Ffm1T3XI/AAAAAAAABo0/sCPX_OvDcdw/s72-c/helpdesk.gif' height='72' width='72'/><thr:total>2</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-899842335629875184.post-5293948749222185968</id><published>2011-10-26T23:24:00.001+03:00</published><updated>2011-10-27T01:44:51.438+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Ελευθερες πτησεις'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Ικαρια'/><title type='text'>Σκάντζα ντάμα</title><content type='html'>&lt;p&gt;&lt;a href="http://www.dpgr.gr/usergalleries/albums/userpics/13244/xristos4.jpg"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 400px; DISPLAY: block; HEIGHT: 266px; CURSOR: hand" border="0" alt="" src="http://www.dpgr.gr/usergalleries/albums/userpics/13244/xristos4.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Φωτογραφία αλιευμένη στο &lt;/span&gt;&lt;a href="http://www.dpgr.gr/usergalleries/albums/userpics/13244/xristos7.jpg"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;διαδίκτυο &lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;από το πανηγύρι του Χριστού Ραχών, ίσως το 2004, τραβηγμένη πιθανώς από χρήστη με το ψευδώνυμο &lt;/span&gt;&lt;a href="http://www.dpgr.gr/forum/index.php?PHPSESSID=7496b7e3b319855424e65e8a8ab9b9cc&amp;amp;action=profile;u=3244"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;William Tell&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;(από μνήμης συρραφή μιας διήγησης της θείας Ιωάννας)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;«Εμείς ευρωπαϊκά χορεύαμε. Οι παλιοί χορεύανε καριώτικο, άντε και κάνα καλαματιανό όσοι ξέρανε. Μετά μάθαμε βαλς, ταγκό, φοξ αγγλέ... Θυμάμαι τη μάνα μου, πριν τον πόλεμο είχανε έρθει κάτι ξαδέλφες της, Αιγυπτιώτισσες, και της δείχνανε τα βήματα. Έτσι μάθαμε κι εμείς.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Άμα πήγαιναν οι κοπέλες σε καμιά βεγγέρα, σε κανένα σουαρέ, και τις ζητούσε κάποιος καβαλιέρος για χορό, τις ρωτούσε πρώτα &lt;/em&gt;«Είσαι για κόσμο;»&lt;em&gt; Αν είσαι διαθέσιμη, σα να λέμε, αν έψαχνες να παντρευτείς. Άμα ήσουνα μικρή ακόμα, ή λογοδοσμένη κρυφά, ή δεν ήθελες, τότε δεν ήσουνα για κόσμο. Αλλά άμα ήσουνα για κόσμο, μπορούσε, σα να λέμε, να σε κορτάρει. Οπότε σου έλεγε να χορέψετε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σε χόρευε, λοιπόν, κι έπρεπε να σε προσέχει να ταιριάζουν τα βήματα. Άλλοι χορεύανε καλά, άλλοι όχι και τόσο, άλλά έπρεπε να χορέψουν όλοι και κάνανε σκάντζα ντάμα. Λέγανε κάθε τόσο &lt;/em&gt;«Σανζέ ντε νταμ»&lt;em&gt; κι αλλάζανε ντάμα. Άμα ήτανε βέβαια κανένας που δεν ένιωθε, μπορούσε να μείνει να χορεύει με τη σκούπα ή με καμιά καρέκλα. Αλλά ο καλός ο καβαλιέρος κανόνιζε να σε ξαναχορέψει όταν αλλάζανε πάλι, ώστε την ώρα που θα τελείωνε ο χορός να είσαι μαζί του για να σε πάρει να σε κεράσει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Άμα τελείωνε ο χορός λέγανε &lt;/em&gt;«νταμ α λα μπουφέ»&lt;em&gt;, κι έπρεπε ο καβαλιέρος να την παει τη ντάμα να την κεράσει. Ό,τι υπήρχε δηλαδή, κανένα υποβρύχιο, καμμιά βυσσινάδα, τέτοια πράγματα. Άμα ήσουνα «για κόσμο» λοιπόν, σε κερνούσε ο καβαλιέρος, και σου έλεγε ό,τι ήθελε να σου πει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Θυμάμαι είχα ένα φουστανάκι μεταξωτό, ροζ, μου το ‘χε στείλει μετά τον πόλεμο η θεία η Αμερικάνα, που λέμε. Αλλά δε μου έκανε ακόμα, και περίμενα για χρόνια πως και πως, πότε θα μεγαλώσω για να το φορέσω. Όταν έγινα δεκαοχτώ, τότε μου έκανε πια, και το φόρεσα όλο καμάρι, πρώτη φορά, να πάω στο χορό. Στην Ακαμάτρα γινόταν ο χορός, στου Φιλιππή το καφενείο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Καθόμασταν από δω οι ντάμες, από κει οι καβαλιέροι, κι έπαιζε δίπλα ο Λάμπρος το βιολί. Κάποια στιγμή ήρθε ένας και μου λέει &lt;/em&gt;«χορεύεις;»&lt;em&gt;. Χορέψαμε λοιπόν, το θυμάμαι σαν τώρα, ένα τανγκουδάκι. Αλλά αυτός φαίνεται θα ‘χε φάει κρέας πιο πριν, και δεν είχε πλύνει τα χέρια του, κι όταν γύρισα σπίτι κι έβγαλα το φουστάνι, το είδε η μάνα μου και μου λέει &lt;/em&gt;«Μωρή, ποιος γλίτσης σε χόρεψε;»&lt;em&gt; - είχε κάτι δαχτυλιές τόσες μεγάλες. Το πήρα κι εγώ λοιπόν να το πλύνω, κι όπως ήτανε μεταξωτό ήπιε, κι απόμεινε το μισό, δε μου έκανε πια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι αύτηδα η φορά ήτανε που το φόρεσα - πρώτη κι τελευταία.»&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;iframe height="315" src="http://www.youtube.com/embed/VzTP_-LFANE" frameborder="0" width="420"&gt;&lt;/iframe&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Ίσως το τανγκουδάκι που έπαιζε το βιολί να ακουγόταν κάπως έτσι.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;(Δημοσιεύτηκε στο &lt;a href="http://www.ikariamag.gr/%CF%83%CE%BA%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B6%CE%B1-%CE%BD%CF%84%CE%AC%CE%BC%CE%B1"&gt;Ikariamag &lt;/a&gt;στις 21/10/2011)&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/899842335629875184-5293948749222185968?l=rovithe.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://rovithe.blogspot.com/feeds/5293948749222185968/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=899842335629875184&amp;postID=5293948749222185968' title='8 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/5293948749222185968'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/5293948749222185968'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://rovithe.blogspot.com/2011/10/blog-post_26.html' title='Σκάντζα ντάμα'/><author><name>Β.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04558385148668497766</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='15' src='http://bp2.blogger.com/_UNj4GCqGEEM/R5pbGWfV7UI/AAAAAAAAABg/cKn8iKh1nw8/S220/image163.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://img.youtube.com/vi/VzTP_-LFANE/default.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>8</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-899842335629875184.post-8841069635417962187</id><published>2011-10-23T23:17:00.001+03:00</published><updated>2011-10-31T13:15:54.543+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Κουβεντα να γινεται'/><title type='text'>Raven</title><content type='html'>&lt;p&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/-lOOygPKinnY/TqQoG8dUBWI/AAAAAAAABok/NCx0ixKx3vM/s1600/DSC01935.JPG"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 400px; DISPLAY: block; HEIGHT: 300px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5666698330912327010" border="0" alt="" src="http://2.bp.blogspot.com/-lOOygPKinnY/TqQoG8dUBWI/AAAAAAAABok/NCx0ixKx3vM/s400/DSC01935.JPG" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Εκ στόματος κόρακος «κρα» εξελεύσεται, και τι άλλο να κάνει άλλωστε...&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στην αρχή, όταν πρωτοήρθα, νόμισα πως ήταν περιστέρια. Και στην Αθήνα και στο Ηράκλειο (σε παραπάνω από ένα σπίτια) &lt;a href="http://rovithe.blogspot.com/2008/01/blog-post_31.html"&gt;περιστέρια &lt;/a&gt;ήτανε, οπότε θεώρησα ότι κι εδώ το ίδιο θα ισχύει. Μου πήρε λίγες μέρες στο σπίτι για να καταλάβω ότι μάλλον ήταν άλλο είδος περιστεριού αυτό της Ολλανδίας, πιο λιανό και πιο μαυριδερό, ειδικά μάλιστα όταν άρχισε να κελαηδάει κιόλας, βγάζοντας αυτό το μελωδικό «κρα» στα κεραμίδια και το περβάζι του παραθύρου. Ευτυχώς δεν κελαηδάνε και πολύ συχνά...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τις πρώτες μου ολλανδικές μέρες μου φαινόταν παράξενο (μην πω και λίγο &lt;em&gt;απόκοσμο&lt;/em&gt;, που λένε), το να κοιμάμαι τα βράδια ακούγοντας το φτεροκόπημα των κοράκων έξω από το παράθυρο. Από την εποχή εκείνη χρονολογούνται οι φωτογραφίες που τα τραβούσα, σαν αυτήν στην κορυφή της ανάρτησης. Μετά βέβαια συνήθισα γρήγορα και δε μου έκανε καθόλου εντύπωση, καθώς είδα ότι δε συχνάζουν μόνο στα κεραμίδια μου αλλά και στα πάρκα και στο σταθμό (παρέα με περιστέρια μάλιστα), στις σακούλες των σκουπιδιών μαζί με τους γλάρους, και σε όλη την πόλη και στην ύπαιθρο. Ανθρωπόφιλα κι αυτά, με τον τρόπο τους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Βέβαια όχι τόσο ανθρωπόφιλα όσο το μεταφυσικό &lt;a href="http://www.heise.de/ix/raven/Literature/Lore/TheRaven.html"&gt;κοράκι &lt;/a&gt;του &lt;a href="http://en.wikipedia.org/wiki/Edgar_Allan_Poe"&gt;Έντγκαρ Άλαν Πόε &lt;/a&gt;που μπήκε μια μέρα σπίτι και κατσικώθηκε και όχι μόνο δεν έβγαινε, αλλά πετούσε κάθε τόσο και τη μυστηριώδη ατάκα &lt;em&gt;"Nevermore"&lt;/em&gt; ίσα για να κάνει τα νεύρα του ποιητού τσατάλια και να γράψει το ποίημα που από ό,τι μου λένε στοίχειωσε γενιές ευαίσθητων σκοτεινών τύπων έκτοτε:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;em&gt;Then this ebony bird beguiling my sad fancy into smiling,&lt;br /&gt;By the grave and stern decorum of the countenance it wore,&lt;br /&gt;'Though thy crest be shorn and shaven, thou,' I said, 'art sure no craven.&lt;br /&gt;Ghastly grim and ancient raven wandering from the nightly shore -&lt;br /&gt;Tell me what thy lordly name is on the Night's Plutonian shore!'&lt;br /&gt;Quoth the raven, 'Nevermore.'&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;Επειδή ξενόγλωσση ποίηση δεν διαβάζω, ούτε καν οι «αστυνομικές» ιστορίες του Πόε είχαν υποπέσει στην αντίληψή μου, το ποίημα δεν το ήξερα. Δεν είχε τύχει ούτε να δω κάποιες ταινίες με κοράκια (π.χ. &lt;a href="http://www.imdb.com/title/tt0057449/"&gt;εδώ &lt;/a&gt;κι &lt;a href="http://en.wikipedia.org/wiki/The_Crow_(film)"&gt;εδώ&lt;/a&gt;) που ήταν της μοδός ή έγιναν cult λόγω σκοτεινής θεματολογίας (συνοδευόμενες από αιφνιδίους θανάτους &lt;a href="http://en.wikipedia.org/wiki/Brandon_Lee"&gt;πρωταγωνιστών&lt;/a&gt;, υποτιθέμενες «κατάρες» κλπ.). Μόνο τα τελευταία χρόνια έλαβα τη διαβεβαίωση από ένα φίλο ότι το ποίημα του Πόε έχαιρε μιας ορισμένης φήμης σε κάποιους κύκλους στις αρχές της δεκαετίας του '80, ειδικότερα κύκλους νεαρών φρικιών με κάποιες new age τάσεις. Ο φίλος με διαβεβαίωνε ότι με το πρόσχημα ότι μετέφραζε το «Κοράκι» στα ελληνικά, είχε καταφέρει να προσεγγίσει διάφορες μαυροντυμένες ή ψιλομώβ νεαρές τα χρόνια εκείνα (αν και δε μου αποκάλυψε αν είχε τελεσφορήσει έτι περαιτέρω η προσέγγιση ή αν απλώς τις ενδιέφερε τις κοπέλες να τον μελετήσουν ως αξιοπερίεργο ον με παράξενα λογοτεχνικά ή λοιπά γούστα).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κάτι λοιπόν ο φίλος, κάτι «&lt;a href="http://en.wikipedia.org/wiki/The_Purloined_Letter"&gt;Το κλεμμένο γράμμα&lt;/a&gt;» που διάβασα κάποια στιγμή, κάτι ο κόραξ έξω απ' το παράθυρο, το έψαξα λίγο στο διαδίκτυο το ποίημα και το διάβασα: είναι βέβαια λίγο παλιομοδίτικο πλέον, μ' εκείνη την ομοιοκαταληξία και το ρυθμό και τα ποιητικά αγγλικά του. Έχω την αίσθηση ότι δεν θα μπορούσε κανείς να το μεταφράσει με κάποια σοβαρή φιλοδοξία να μεταφέρει σε άλλη γλώσσα το κλίμα του, εκτός ίσως αν θέλει να ψαρέψει τίποτα αλαφροΐσκιωτες νεαρές άλλης εποχής - ακόμα κι αν υπάρχει κόσμος που θα θρηνεί την απώλεια μιας Lenore πάντοτε (ή γενικά μια απώλεια, απωλολώτες είμαστε όλοι κάποιες φορές). Από την άλλη όμως, υπάρχει ένα είδος γοητείας στους σκοτεινούς στίχους του, που επιβιώνει άνετα μέχρι τον 21ο αιώνα (που δεν φαίνεται να είναι και τόσο φωτεινός, άλλωστε):&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;'Be that word our sign of parting, bird or fiend!' I shrieked upstarting -&lt;br /&gt;'Get thee back into the tempest and the Night's Plutonian shore!&lt;br /&gt;Leave no black plume as a token of that lie thy soul hath spoken!&lt;br /&gt;Leave my loneliness unbroken! - quit the bust above my door!&lt;br /&gt;Take thy beak from out my heart, and take thy form from off my door!'&lt;br /&gt;Quoth the raven, 'Nevermore.'&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;Αφήνω για λίγο τον Πόε στην ησυχία του και πάω να κλείσω το παράθυρο. Στο κέντρο του Λέιντεν αρχίζει και πέφτει η νύχτα· η πόλη σκοτεινιάζει και σκέφτομαι ότι τα παλιακά κτίριά της (σαν αυτό που ζω...), τα ήρεμα κανάλια της και οι μακριές χειμωνιάτικες νύχτες της θα μπορούσαν να ταιριάζουν κάπως με αυτή τη σκοτεινή διάθεση. Βάλε επιπλέον και τις καμπάνες που χτυπάνε· το ρολόι του Δημαρχείου που ακούγεται κάθε μισή ώρα και τα κοράκια που πηγαινοέρχονται στο περβάζι. Με μια μικρή διαφορά· τα δικά μου δε μπαίνουν στο σπίτι και δε μιλάνε, καθώς αντί για το φρικτό &lt;em&gt;nevermore&lt;/em&gt; απλώς επαναλαμβάνουν ένα μονότονο «κρα». Άλλωστε δεν υπάρχει Lenore ούτε νεαρά φρικιά του '80, υπάρχουν τα δύσκολα νέα της πατρίδας και πολιτικά συνθήματα στα ποδοσφαιρικά γήπεδα (όχι πάντα του καλύτερου δυνατού επιπέδου, αλλά ενδεικτικά του τρόπου που βιώνει ο κόσμος την πραγματικότητα της χώρας).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Υπάρχει κι αυτή η αίσθηση του προδιαγεγραμμένου, της πορείας των πραγμάτων προς το πεπρωμένο τους. «&lt;em&gt;Τι κάνουν τα παιδιά σου, κόρακα;&lt;/em&gt;» σκέφτομαι. «&lt;em&gt;Κρα&lt;/em&gt;», μου απαντάει απέξω από τζάμι ο φτερωτός επισκέπτης (που θα μπορούσε και να σημαίνει «&lt;em&gt;όσο πάνε και μαυρίζουν.&lt;/em&gt;») και πετάει προς την κατέυθυνση του Burcht.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πριν κλεισω οριστικά το παράθυρο, μαζεύω τα ψίχουλα απ' το κουτί που φυλάω το ψωμί και τα σκορπίζω στο περβάζι. Κάθε κήπος έχει μια φωλιά για τα πουλιά, που λέει και το τραγούδι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ακόμα και για τα κοράκια.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/899842335629875184-8841069635417962187?l=rovithe.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://rovithe.blogspot.com/feeds/8841069635417962187/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=899842335629875184&amp;postID=8841069635417962187' title='4 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/8841069635417962187'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/8841069635417962187'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://rovithe.blogspot.com/2011/10/raven.html' title='Raven'/><author><name>Β.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04558385148668497766</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='15' src='http://bp2.blogger.com/_UNj4GCqGEEM/R5pbGWfV7UI/AAAAAAAAABg/cKn8iKh1nw8/S220/image163.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://2.bp.blogspot.com/-lOOygPKinnY/TqQoG8dUBWI/AAAAAAAABok/NCx0ixKx3vM/s72-c/DSC01935.JPG' height='72' width='72'/><thr:total>4</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-899842335629875184.post-5222709132719327920</id><published>2011-10-16T21:42:00.004+03:00</published><updated>2011-10-19T16:16:12.697+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Δωρα μεταξυ φιλων'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Κουβεντα να γινεται'/><title type='text'>Περιμένοντας τους Καφάτους</title><content type='html'>&lt;p&gt;&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/-OxHQKQRPNyA/TpsgBnAwisI/AAAAAAAABoQ/FOLxTecXims/s1600/DSC00861.JPG"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 400px; DISPLAY: block; HEIGHT: 300px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5664156168372652738" border="0" alt="" src="http://4.bp.blogspot.com/-OxHQKQRPNyA/TpsgBnAwisI/AAAAAAAABoQ/FOLxTecXims/s400/DSC00861.JPG" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Ένα οδοντόγναθο από αυτά που ήθελε να δει (αλλά δεν είδε) ο Γιαπωνέζος.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τις προάλλες, υποδεχόμουν στο Πανεπιστήμιο που εργάζομαι ένα ζεύγος Ιαπώνων επισκεπτών, στο πόδι της εργοδότριάς μου η οποία εδώ και λίγο καιρό τύποις δεν εργάζεται πλέον στο ίδρυμα και διάγει πλέον τον επιστημονικό βίο της στο αδελφό εργαστήριο στη Λισσαβώνα. Οι επισκέπτες ήταν εγκάρδιοι και συμπαθέστατοι, και μιλούσαν σχεδόν ανθρωπινά αγγλικά οπότε μπορούσαμε κάπως να συνεννοηθούμε· είχαν και ένα παιδικό σχεδόν ενθουσιασμό για τις πεταλούδες που μεγαλώνουμε για επιστημονικούς λόγους (αν και οι ίδιες οι πεταλούδες μάλλον δεν το διασκεδάζουν και τόσο πολύ), οπότε η επίσκεψη κύλησε ευχάριστα και χωρίς περιπέτειες για όλους μας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Βέβαια εγώ πάντα έχω μια μικρή ανησυχία με τους Απωανατολίτες και τα έθιμά τους από την εποχή που ένας Ιάπων μεγαλοπροφέσορ ευρισκόμενος σε κατάσταση αλκοολικής ευθυμίας άρχισε να μου χαϊδεύει την κοιλιά σε μια απρόοπτη διασταύρωση στο παλιό λιμάνι των Χανίων το μακρινό 2003 όπου είχαμε συμπέσει για ένα συνέδριο λεπιδοπτέρων στο παρακείμενο Κολυμπάρι. Εγώ είχα παρεξηγήσει τη χειρονομία ως ελαφρώς σαρκαστική υπενθύμιση του μεγέθους (σημαντικού, ομολογουμένως...) της κοιλιάς μου και είχα αντιδράσει κάπως απαξιωτικά. Αργότερα με διαβεβαίωσαν ότι στο ιαπωνικό body language η χειρονομία ήταν δείγμα ύψιστης τιμής, λέει, ευχή για καλοτυχία ή ευημερία (το κάνουν και στα αγάλματα του Βούδα), ατυχώς όμως ο ξεμέθυστος πλέον προφέσορ ήθελε να ανοίξει η γη να τον καταπιεί από τη ντροπή του, και οι περίλυποι μαθητές του έλεγαν κουνώντας το κεφάλι ότι ο σενζέ (ο δάσκαλος) ήταν πολύ πικραμένος (και όντως δεν ξεμύτισε από το δωμάτιό του τις επόμενες μέρες, και δεν ήθελε να δει άνθρωπο).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Καθώς λοιπόν ξεναγούσα τους Ιάπωνες συναδέλφους που έβγαζαν κραυγές ενθουσιασμού μπροστά σε κάθε κανούργια πεταλούδα που αντίκρυζαν (και έχουμε κάμποσες), σκεφτόμουν τα ιαπωνικά έθιμα και την ιστορία του Κίρα Κοτσουκέ νο Σουκέ, του αχρείου διδασκάλου της εθιμοτυπίας, που αφηγείται ο Μπόρχες στην «Παγκόσμια ιστορία της ατιμίας». Ο αχρείος ταπείνωσε τον οικοδεσπότη του ενώ τον προετοίμαζε δήθεν για μια αυτοκρατορική επίσκεψη (ταπείνωση που εν τέλει είχε ολέθρια αποτελέσματα όχι μόνο για τον οικοδεσπότη και τους σαμουράι του αλλά και για τον ίδιο τον αχρείο διδάσκαλο εν ευθέτω χρόνω, άλλο αν εμείς το απολαμβάνουμε λογοτεχνικώς ή επωφελούμεθα ηθικώς μερικούς αιώνες αργότερα από τα πραγματικά περιστατικά).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η ανάμνηση της επικείμενης αυτοκρατορικής επίσκεψης και των αντίστοιχων προετοιμασιών μου έφερε στο μυαλό διάφορες άλλες επισκέψεις που κατά καιρούς έχω αντιμετωπίσει στους χώρους όπου διάγω τον επαγγελματικό βίο μου τα τελευταία εικοσικάτι χρόνια. Θυμάμαι ας πούμε κάτι Υπουργούς και Γραμματείς και Φαρισαίους, που είναι οι πιο εύκολες κατηγορίες επισκεπτών βέβαια, διότι πανάσχετοι όντες με το αντικείμενο συνήθως εντυπωσιάζονται από ό,τι γυαλίζει κι όχι από ό,τι είναι στ' αλήθεια χρυσός.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Χαρακτηριστικά θυμάμαι τις προετοιμασίες για μια υπουργική επίσκεψη ενός διάσημου πολιτικού στελέχους, ακόμα ολίγον πρωθυπουργήσιμου τότε (πριν καμμιά δεκαετία, άλλο αν μετά έμπλεξε με κάτι σκανταλιάρικα και τον τρέχουνε σε επιτροπές και ακροάσεις μέχρι σήμερα ως αποδιοπομπαίο τράγο, και η πολιτική του καριέρα μάλλον τερματίστηκε άδοξα πια). Όλο το Ινστιτούτο που εργαζόμουν τότε έτρεχε πανικόβλητο επί μέρες να ετοιμάσει διάφορα εφετζήδικα σκηνικά για το πόσο μεγαλοπρεπή έρευνα κάνουμε και πόσο αποτελεσματικά αξιοποιούμε το υστέρημα του ελληνικού λαού που αποδίδεται στην έρευνα, κι ο Διευθυντής μας είχε ετοιμάσει και μια ειδική αναφορά να την ενεχειρίσει στον Υπουργό για το πόσο ακόμα πρέπει να επενδύσει ο ελληνικός λαός σε εμάς ώστε να είναι ανταποδοτική η επένδυση κλπ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μετά ο Υπουργός ήλθε, είδε τα παραταγμένα μικροσκόπια με τα φοβερά μας παρασκευάσματα που φθόριζαν πρασινωπά (σήμερα υπάρχει και κόκκινο και μπλε και κίτρινο, αλλά το πρασινωπό ήταν φρέσκο τότε και ασορτί και με τις πεποιθήσεις του Υπουργού), έσκασε ένα «&lt;em&gt;μπράβο, μπράβο&lt;/em&gt;» κι ύστερα έκανε μεταβολή και πήγε στον εκπρόσωπο ενός διπλανού Ινστιτούτου που ήταν προσωπικός (και κομματικός) φίλος του κι άρχισαν να σαχλαμαρίζουν για διάφορα άσχετα κάνα δεκάλεπτο ενώ ο δικός μας είχε μείνει με το υπόμνημα στο χέρι κι ύστερα έφυγαν α λα μπρατσέτα με το γείτονα χωρίς η υπουργάρα ή έστω ο οποιοσδήποτε από την κουστωδία που τον συνόδευε να καταδεχτεί να ρίξει μια ματιά στα υπέροχα εκθέματά μας και τα επεξηγηματικά πόστερ που είχαμε ξενυχτήσει να φτιάχνουμε και ο Διευθυντής μας είχε διορθώσει αυτοπροσώπως ίσαμε τριανταδύο φορές.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αυτά βέβαια έχουν το χαβαλέ τους, αλλά εκεί που τα πράγματα είναι πιο ζόρικα είναι όταν οι επισκέπτες κάπως σκαμπάζουν και δεν μπορείς να τους ξεγελάσεις με χάντρες και καθρεφτάκια (έστω φθορίζοντα ποικιλοτρόπως). Θυμάμαι ας πούμε, στον ίδιο χώρο κάποια χρόνια αργότερα, την επίσκεψη μιας επιτροπής αξιολόγησης, ή μάλλον δύο. Η πρώτη επιτροπή ήταν «εσωτερική», και υποτίθεται ήταν πρόβα για την επικείμενη «εξωτερική» επιτροπή που ήταν και η σημαντική διότι θα μοίραζε και λεφτά (κρίσιμη παράμετρος αυτή...). Δεδομένου του faux χαρακτήρα της πρώτης επίσκεψης, δεν υπήρχε ιδιαίτερο άγχος, καθότι μάλιστα οι επισκέπτες ήταν σχεδόν συγγενείς και φίλοι: βάλαμε τις άσπρες ποδίτσες που κανονικά δε φοράμε ποτέ, καθαρίσαμε τους πάγκους και τα γραφεία (κρύβοντας τα τασάκια), βάλαμε στα κομπιούτερ να τρέχουν διάφορα εφετζήδικα προγράμματα να δείχνουν ωραία χρώματα, οι πιο ενήλικοι κάνανε και κάτι παρουσιάσεις του ερευνητικού τους προγράμματος, μαζέψαμε και όλο τον κόσμο να φαινόμαστε μπούγιο, κι όλα πήγαν πρίμα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Την «κανονική» φορά όμως το πράγμα ήταν πιο δύσκολο. Με αλλαγμένη πλέον Διεύθυνση και με πολλές από τις υποβόσκουσες εντάσεις να έχουν ξεσπάσει άγρια, η επίσκεψη των «ξένων» λειτουργούσε σα θρυαλλίδα σε ένα ήδη άσχημο κλίμα. Το πράγμα έγινε λίγο χειρότερο από το γεγονός ότι η επίσκεψη ήταν κανονισμένη για Παρασκευή, ωστόσο η επιτροπή είχε φάει όλη τη μέρα σε ένα άλλο ερευνητικό κέντρο και αποφάσισαν να αναβάλουν τη διαδικασία για το Σάββατο, ημέρα υπό κανονικές συνθήκες μη εργάσιμη (αν και πολύ συχνά εργάσιμη στις ακανόνιστες συνθήκες που ζει το επιστημονικό προλεταριάτο των μεταπτυχιακών και ενίοτε των μεταδιδακτορικών ερευνητών, όχι όμως  και καταναγκαστικά).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Για κάποιο λόγο θεωρήθηκε απαραίτητο να υπάρχει ντεκόρ στη διαδικασία αξιολόγησης, έστω και Σάββατο, οπότε μας μάζεψαν βράδι Παρασκευής, μας εξόρκισαν σε ό,τι έχουμε πιο ιερό να ξαναφανούμε την επομένη για να μη μας πάρει ο διάολος, οπότε τι να κάνουμε, φορέσαμε τις άσπρες ποδίτσες κλπ., και παριστάναμε ότι κάτι ερευνούσαμε μέχρι να φανούν οι επίτροποι να μας αξιολογήσουν. Άλλος γέμιζε μπουκαλάκια, άλλος τα άδειαζε και τα έδινε στον πρώτο να τα ξαναγεμίσει, άλλος έστηνε καραούλι να δει αν έρχονται, άλλος έπαιζε πασιέντζες κι έτσι πέρασαν κάμποσες ώρες μέχρι που το απόγευμα πέρασαν για δεκατέσσερα με δεκαεφτά δευτερόλεπτα ανά εργαστήριο περιστοιχισμένοι από διάφορους μεγαλόσχημους, νυν, πρώην και επίδοξους Διευθυντές που ο καθένας έλεγε το μακρύ του και το κοντό του (όπου το μακρύ του ενός ήταν το κοντό του άλλου και τανάπαλιν).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ωστόσο την πιο φαιδρή (διαχρονικά) εμπειρία «επιθεώρησης» τη χρωστάω - χωρίς να φταίει βέβαια ο ίδιος, καλή του ώρα του ανθρώπου - στον &lt;a href="http://en.wikipedia.org/wiki/Fotis_Kafatos"&gt;Φώτη Καφάτο&lt;/a&gt;. Ο ίδιος πιθανώς δεν ξέρει ποιος είμαι, αν και έχουμε συναπαντηθεί κάποιες φορές και έχουμε συζητήσει και κάποια πράγματα κατά καιρούς. Κάπως όμως το έχει φέρει η συγκυρία, ώστε τόσο οι επιβλέποντες της διατριβής μου όσο και αρκετοί από τους ανθρώπους με τους οποίους συνεργάστηκα αργότερα επιστημονικά, υπήρξαν μαθητές ή συνεργάτες του. Χωρίς να τον έχω γνωρίσει, ο «Φώτης» ήταν σημαντική, σχεδόν μυθική μορφή στην επιστημονική καθημερινότητά μου, καθώς η κληρονομιά του, οι ιστορίες του, η (εικαζόμενη, εννοείται) γνώμη του ήταν πάντα καθοριστικές, ακόμα και εν αγνοία του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μια φορά πάντως θα εμφανιζόταν δια ζώσης στο εργαστήριο που εκπονούσα τη διατριβή μου, και, ενόψει της επίσκεψης, το εργαστήριο έλαμψε από καθαριότητα πρωτόγνωρη (τη ευγενή φροντίδι μερικών εθελοντών, προσφιλών μου προσώπων, που έτριψαν τα ντουλάπια με Άζαξ και σφουγγάρισαν το πάτωμα δις). Ο Φώτης μπήκε μέσα συγκινημένος ελαφρώς, καθώς ένα μέρος της επίπλωσης του χώρου ήταν δικά του πράγματα που είχε αφήσει φεύγοντας από την Αθήνα («&lt;em&gt;α, αυτό είναι το έπιπλο που έβαζε η Σάρα το πικάπ&lt;/em&gt;») και είχαν κληροδοτηθεί ασαφώς στον Τομέα. Ύστερα κοίταξε γύρω εντυπωσιασμένος από την υποδειγματική τάξη και την ασταφτερή καθαριότητα («&lt;em&gt;μα δε δουλεύει κανείς εδώ;&lt;/em&gt;», ρώτησε) για να αποδειχθεί για μια ακόμα φορά ότι αυτά που εντυπωσιάζουν ενδεχομένως τους Υπουργούς, δε λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο σε όσους ξέρουν κάτι παραπάνω για το πώς είναι στ' αλήθεια ο κόσμος (και εν προκειμένω τα εργαστήρια).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Άλλη μια φορά εμφανίστηκε στα πλαίσια κάτι εορτασμών για τα τριάντα χρόνια λειτουργίας του Τμήματος Βιολογίας της Αθήνας. Εκείνη τη φορά είχαν προσκληθεί και διάφοροι πυλώνες του κράτους και της πολιτείας από τους οποίους ουδείς θεώρησε σημαντικό να παραστεί εκτός από το συχωρεμένο το &lt;a href="http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%B9%CF%87%CE%AC%CE%BB%CE%B7%CF%82_%CE%A0%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CE%BD%CE%AC%CE%BA%CE%B7%CF%82"&gt;Μιχάλη Παπαγιαννάκη&lt;/a&gt;, ευρωβουλευτή τότε, που είχε έρθει ως φίλος φίλης μάλλον, αλλά ως ευφυής άνθρωπος απέφυγε τα πολλά ταρατατζούμ κι είχε πιάσει ψιλή κουβέντα με μερικούς σημαντικούς ανθρώπους (του Φώτη περιλαμβανομένου) στις πίσω θέσεις. Μετά παρήλασαν όλοι οι επίσημοι (και πλήθος κόσμου, γονείς φοιτητών κυρίως) στα εργαστήρια όπου ντυμένοι με άσπρες ποδίτσες ευγενικοί μεταπτυχιακοί φοιτητές και μεταδιδάκτορες (μπλιαχ) επεξηγούσαν τα ντεσού της έρευνας του καθενός. Τό ίδιο βράδι γινόταν μια τιμητική συναυλία στην Παλιά Βουλή· πήρε το μάτι μου το Φώτη να σιγοτραγουδάει κάποια από τα παραδοσιακά τραγούδια που ερμήνευε η χορωδία - κι όχι μόνο τα κρητικά της καταγωγής του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η τρίτη «εμφάνιση» όμως ήταν η καλύτερη απ' όλες. Δεν υπήρχε καμμιά προγραμματισμένη επιθεώρηση ή επίσκεψη στο Ινστιτούτο, αλλά μια μέρα βγήκε μια βρώμα ότι μια αντιπροσωπεία από το EMBL (το Ευρωπαϊκό Εργαστήριο Μοριακής Βιολογίας που ο Καφάτος διηύθηνε την εποχή εκείνη) βρισκόταν στην Αθήνα, και πιθανώς να επισκεπτόταν το Κέντρο μαζί με άγνωστης ταυτότητας «υπηρεσιακούς παράγοντες». Κανείς δεν ήξερε να μας πει τι ακριβώς θα έκαναν και τι έπρεπε να κάνουμε εμείς, κάποιοι έλεγαν ότι ο Φώτης και οι συν αυτώ θα βρίσκονταν στο Διοικητήριο οσονούπω, άλλοι ότι θα πέρναγαν από το Ινστιτούτο να πουν ένα γεια στο Διευθυντή μας (παλιός συνεργάτης του Φώτη κι αυτός). Καλού-κακού η γραμμή ήταν «καθήστε όλοι στα εργαστήρια και να μη φύγει κανείς», διότι όπως ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός και κανείς δεν ξέρει ποιον θα βρει γρηγορούντα και ποιον ραθυμούντα, έτσι κι εμείς δεν ξέραμε πότε και αν θα ερχόταν ο οιοσδήποτε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Καθήσαμε λοιπόν και περιμέναμε, σε θέσεις μάχης (άσπρες ποδίτσες, εφετζήδικα προγράμματα, μπουκαλάκια να γεμίζουν κλπ.) ενώ οι μεγαλόσχημοι πήγαν και στρατοπέδευσαν στο Διοικητήριο, αλλά εγώ μετά από λίγο βαρέθηκα κι άρχισα να κάνω ένα αληθινό πείραμα, γνωρίζοντας (από την προγενέστερη εμπειρία) ότι μάλλον δε θα μασούσε από τις διάφορες μούφες ο Φώτης (και ο κάθε Φώτης με λίγο νιονιό, εδώ που τα λέμε), οπότε καλύτερα να κάναμε καμιά δουλίτσα να μην πάει η μέρα χαμένη. Με συντρόφευε από το συστεγαζόμενο εργαστήριο ο φίλος μου ο Θανάσης, παρωδώντας πρώιμο Καβάφη:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;-Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;&lt;br /&gt;Είναι οι Καφάτοι να φθάσουν σήμερα.&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αισθάνθηκα την ανάγκη να συμπληρώσω το πόνημα:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;-Γιατί μέσα στο Γνωμοδοτικό μιά τέτοια απραξία;&lt;br /&gt;Τι κάθοντ' οι Γνωμοδοτικοί και δεν γνωμοδοτούνε;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Γιατί οι Καφάτοι θα φθάσουν σήμερα.&lt;br /&gt;Τι γνώμες πια να δώσουν οι Γνωμοδοτικοί;&lt;br /&gt;Οι Καφάτοι σαν έλθουν θα γνωμοδοτήσουν.&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στη συνέχεια δουλέψαμε μαζί λίγο ακόμα πάνω στο υπόλοιπο:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;-Γιατί ο Διευθυντής μας τόσο πρωί σηκώθη,&lt;br /&gt;και κάθεται στου Ινστιτούτου μας την πιο μεγάλη πύλη&lt;br /&gt;στην πολυθρόνα επάνω, επίσημος, φορώντας και κουστούμι;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Γιατί οι Καφάτοι θα φθάσουν σήμερα.&lt;br /&gt;Κι ο Διευθυντής μας περιμένει να δεχθεί&lt;br /&gt;τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε&lt;br /&gt;για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί&lt;br /&gt;τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δε θυμάμαι πια τι έλεγε παρακάτω· ίσως και να μην είχαμε παρωδήσει το σύνολο των στίχων. Η κατάληξη πάντως ήταν η αναμενόμενη, καθώς πολλές ώρες μετά δεν είχε φανεί κανείς, το σκοτάδι είχε πέσει πάνω σπό την πόλη και νέα δεν υπήρχαν, εκτός από αδημονούντες μεταπτυχιακούς και (μπλιαχ) μεταδιδάκτορες χωρίς επαφή με τη φυσική ηγεσία των εργαστηρίων. Κάποιος πήρε τηλέφωνο κάποιον από τους μεγαλόσχημους ερευνητές μόνο και μόνο για να ανακαλύψει ότι η επίσκεψη είχε αναβληθεί ή ματαιωθεί ή ίσως δεν επίκειτο ποτέ, αλλά για κάποιο λόγο είχαν ξεχάσει να μας ενημερώσουν: πήγαν όλοι σπίτια τους θεωρώντας ότι εμείς θα το ξέραμε ήδη ή θα το είχαμε μάθει από άλλους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;-Γιατί ν' αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία&lt;br /&gt;κ' η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που έγιναν).&lt;br /&gt;Γιατί αδειάζουν γρήγορα γραφεία κι εργαστήρια,&lt;br /&gt;κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γιατί ενύχτωσε κ' οι Καφάτοι δεν ήλθαν.&lt;br /&gt;Και μερικοί έφθασαν απ' το EMBL,&lt;br /&gt;και είπανε πως Καφάτοι πια δεν υπάρχουν.&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="center"&gt;- . - . -&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο ήλιος εμφανίζεται άξαφνα ανάμεσα στο ολλανδικά σύννεφα, και οι Ιάπωνες επισκέπτες εκφράζουν άλλη μια φορά τον ανυπόκριτο ενθουσιασμό τους. Ο άρρεν της παρέας, μου δείχνει μια μικρή απόχη που κουβαλάει μαζί του· θέλει να βγουν έξω τώρα που έβγαλε ήλιο για να πάνε να μαζέψουν χρωματιστά οδοντόγναθα (κοινώς λιμπελούλες). Αλλά ο ήλιος ξανακρύβεται γρήγορα, και φυσικά και οι ολλανδικές λιμπελούλες· αντ' αυτού τους πάω να δούνε ένα συμπατριώτη τους στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας, λίγο πιο πέρα. Αποχαιρετιόμαστε εγκάρδια στην είσοδο του Μουσείου, και βηματίζω γρήγορα προς τη δουλειά πριν με προφτάσει το ψιλόβροχο που όπου να 'ναι θα ξεκινήσει. Κι ύστερα μουρμουρίζω χαρωπά:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς Καφάτους;&lt;br /&gt;Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μιά κάποια λύσις.&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τώρα βέβαια θα πρέπει να βρούμε τις δικές μας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Σ.Σ. Για όσους θεραπεύουν το γνωστικό αντικείμενο της Μοριακής (&lt;em&gt;και όχι μόνο&lt;/em&gt;) Βιολογίας στην Ελλάδα (&lt;em&gt;και όχι μόνο&lt;/em&gt;), ο «Φώτης» είναι μυθική μορφή. Καθηγητής στο Harvard σε νεαρότατη ηλικία, παράλληλα μετακληθείς στο Καποδιστριακό στη δεκαετία του '70 και αργότερα μεταξύ των ιδρυτών του ΙΤΕ και του Πανεπιστημίου Κρήτης, διευθυντής του Ευρωπαϊκού Εργαστηρίου Μοριακής Βιολογίας (EMBL) για δέκα χρόνια, και αργότερα Καθηγητής στο Imperial College στο Λονδίνο και (πρώτος) πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Έρευνας μέχρι σχετικά πρόσφατα, έχει προλάβει να εκπαιδεύσει και να εμπνεύσει μια-δυο γενιές ανθρώπων που έφεραν στην Ελλάδα την έννοια της σύγχρονης επιστημονικής έρευνας και οδήγησαν τη χώρα ερευνητικά στον εικοστό πρώτο αιώνα (παρά τις άοκνες, κατά τη γνώμη μου, προσπάθειες διαδοχικών κυβερνήσεων να τη γυρίσουν πίσω στο δέκατο ένατο).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Προσωπικά είμαι αρκετά μεταγενέστερος στο χώρο, αλλά έχοντας δουλέψει και συνυπάρξει επί χρόνια με «μαθητές» του Φώτη (στο Αθήνησι και το Δημόκριτο, αλλά και αργότερα στην Κρήτη) είχα ακούσει από σπόντα δεκάδες ιστορίες και ανέκδοτα με πρωταγωνιστή τον ίδιο, και ο άνθρωπος μου φαινόταν εκπληκτικά οικείος. Φυσικά ήταν τεράστια φυσιογνωμία για το χώρο, καθώς το επιστημονικό του μέγεθος ξεπερνούσε κατά πολύ τις παραστάσεις των περισσότερων από εμάς, και ο κοσμοπολιτισμός του βρισκόταν σε χτυπητή αντίθεση με τη μάλλον επαρχιώτικη εν πολλοίς νοοτροπία ικανού μέρους του πανεπιστημιακού ή ερευνητικού προσωπικού που μπορούσε κανείς να συναντήσει τα χρόνια αυτά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μαθαίνω ότι έχει μάλλον αποσυρθεί πια από τα δημόσια πράγματα· δε φαντάζομαι να διαβάσει ποτέ αυτό το κείμενο αλλά διατηρώ την ελπίδα ότι αν κάποτε υποπέσει στην αντιληψή του θα αντιληφθεί το χιούμορ της αφήγησης και δεν θα θεωρήσει ότι τον απεκάλεσα βάρβαρο ή τίποτα τέτοιο. Το ίδιο φαντάζομαι θα αντιληφθούν και οι πολυπληθείς συνάδελφοι που με διαβάζουν (και οι τρεις), μην τυχόν γίνει καμμιά παρεξήγηση. Για τη Γεωργία που επίσης με διαβάζει και με διαφημίζει κιόλας δεν ανησυχώ, σπίρτο είναι, θα καταλάβει μια χαρά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο πρώιμος Καβάφης που παρωδείται είναι βέβαια το πασίγνωστο ποίημα «Περιμένοντας τους βαρβάρους» του 1898 (άμα το βρω πολυτονικό θα βάλω και λινκ).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Α, ναι, τη φωτογραφία του οδοντόγναθου στην κορυφή την τράβηξα το 2007 στην Ικαρία σε μια εκδρομή που κάναμε με το Θανάση - δεν βρήκα άλλη καλύτερη εικονογράφηση. Ο Ιάπων επισκέπτης μου εξήγησε ότι το κόκκινο είναι το αρσενικό (τα θηλυκά του συγκεκριμένου είδους είναι γαλαζοπράσινα). Όσο ζει κανείς μαθαίνει. &lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/899842335629875184-5222709132719327920?l=rovithe.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://rovithe.blogspot.com/feeds/5222709132719327920/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=899842335629875184&amp;postID=5222709132719327920' title='6 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/5222709132719327920'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/5222709132719327920'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://rovithe.blogspot.com/2011/10/blog-post_16.html' title='Περιμένοντας τους Καφάτους'/><author><name>Β.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04558385148668497766</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='15' src='http://bp2.blogger.com/_UNj4GCqGEEM/R5pbGWfV7UI/AAAAAAAAABg/cKn8iKh1nw8/S220/image163.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://4.bp.blogspot.com/-OxHQKQRPNyA/TpsgBnAwisI/AAAAAAAABoQ/FOLxTecXims/s72-c/DSC00861.JPG' height='72' width='72'/><thr:total>6</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-899842335629875184.post-5862264408445922254</id><published>2011-10-13T21:52:00.002+03:00</published><updated>2011-10-17T00:04:41.206+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Κουβεντα να γινεται'/><title type='text'>Παρεάκι</title><content type='html'>&lt;p&gt;&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/-aG4RIDozZvU/Tpbkm0OjeBI/AAAAAAAABoE/fRgMzR88zxc/s1600/isovit.GIF"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 400px; DISPLAY: block; HEIGHT: 297px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5662964936970827794" border="0" alt="" src="http://3.bp.blogspot.com/-aG4RIDozZvU/Tpbkm0OjeBI/AAAAAAAABoE/fRgMzR88zxc/s400/isovit.GIF" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;em&gt;... και όλα σε πολύ καλές τιμές.&lt;/em&gt; Η παρέα του Ισοβίτη, ο Μοντεχρήστος (όχι ο κόμης), μάλλον ανήκει στο είδος &lt;em&gt;Rattus rattus&lt;/em&gt; (αν και με κάποιες ιδιαιτερότητες). Η δικιά μας είναι &lt;em&gt;Mus musculus&lt;/em&gt;, φαντάζομαι.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ισοβίτης δεν είμαι, αλλά καμμιά φορά μια ορισμένη αίσθηση εγκλεισμού την έχω. Ας πούμε τα ολλανδικά βράδια που βρέχει (και βρέχει συχνά) και δε λέει να βγεις έξω, είναι φορές που με όλες του τις ανέσεις το διαμέρισμα μοιάζει κάπως στενάχωρο. Είναι και η πόλη κάπως εσωστρεφής, έντεκα το βράδι δεν κινείται φύλλο και όλοι είναι στα κρεβάτια τους ή στην τηλεόραση το πολύ, κι εγώ χαλβαδιάζω στο διαδίκτυο με ανοιχτά όλα τα σκάιπ και τα φέισμπουκ μήπως φανεί κανείς ακόμα online, αφού έχω περάσει ένα δίωρο διαβάζοντας αθλητικά, οικονομικά και ιστολόγια (μ' αυτή τη σειρά) και συζητώντας, αδιέξοδα μάλλον, για το αν η οικονομική κρίση είναι προϊόν κάποιας τερατώδους συνωμοσίας ή αν είναι απόρροια της αδηφάγου φύσης του καπιταλισμού κλπ, κλπ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Προφανώς άκρη δε βγαίνει, αλλά πάνω στην ώρα εμφανίζεται online έτερος φίλος από Ελλάδα, και ξεκινάμε μια συζήτηση που περιλαμβάνει τα νέα αμφοτέρων και παρεμπιπτόντως και ολίγη γκομενοσυζήτηση, αλλά πάνω που αρχίζει να αποκτάει σασπένς η τηλεδιάσκεψη, συλλαμβάνω με την άκρη του ματιού μου ένα κινούμενο - εκτός οθόνης - μαυριδερό αντικείμενο που βραδυπορεί χαρακτηριστικά προσπαθώντας να χωθεί κάτω από το καλαθάκι (ΙΚΕΑ παρακαλώ) που βάζω τα άπλυτα. Ρίχνω μια απαλή σπρωξιά με το πόδι στο καλαθάκι, και το αντικείμενο μετατρέπεται σε υποκείμενο, ξεμυτάει από την άλλη πλευρά και χώνεται κάτω από τον καναπέ: τέσσερα πόδια, χαρακτηριστική ουρά, τρίχες άφθονες, ένα καλοθρεμμένο οπωσδήποτε ποντικάκι που κοβει βόλτες στο σαλόνι μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν έχω καμιά τρελή σιχασιά με τα ζώα του είδους του, αλλά δεν πετάω και απ' τη χαρά μου. Οπωσδήποτε μου προκαλεί μια έκπληξη η παρουσία του, καθώς δεν έχω εντοπίσει κάτι αντίστοιχο τους τελευταίους δεκάξι-δεκαεφτά μήνες που μένω στο σπίτι. Φυσικά, άμα μένεις σε σπίτι με ξύλινο σκελετό (με χρονολογία κατασκευής 1774) δίπλα στο κανάλι και ακριβώς κάτω από τη σκεπή, δεν πρέπει να εντυπωσιάζεσαι και φοβερά με τέτοια πράγματα. Από την άλλη, στην κουζίνα υπάρχει ένας σκασμός μάλλον έκθετα τρόφιμα και σκέφτομαι ότι πρέπει να ληφθούν μέτρα ώστε να είμαστε τουλάχιστον σίγουροι ότι δεν τρώμε από το ίδιο πιάτο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στα παιδικά μου καλοκαίρια, τα ικαριακά σπίτια που μέναμε πάντοτε είχαν τέτοια υποχρεωτική συγκατοίκηση. Στο σπίτι της γιαγιάς μου στη &lt;a href="http://rovithe.blogspot.com/2010/05/cicer-arietinum.html"&gt;Ροβυθέ &lt;/a&gt;το πάτωμα είχε μερικές χαρακτηριστικά στρογγυλές τρύπες που ο πατέρας μου πάσχιζε να μπαλώσει όπως-όπως με κόντρα πλακέ, και ήταν εκείνα τα καλοκαίρια που για πρώτη και τελευταία φορά είχαμε κατοικίδιο, γάτα φυσικά. Αργότερα, σε ένα σπίτι που νοικιάζαμε στον Εύδηλο, είχαμε εντοπίσει κάποτε μια ποντικοοικογένεια που είχε τσαντηρώσει μέσα σε μια βαλίτσα με παλιά ρούχα. Φυσικά τα ρούχα αποτεφρώθηκαν με συνοπτικές διαδικασίες (τα ποντίκια παραδόξως επιβίωσαν, εξόριστα βέβαια εκτός οικίας).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Θυμάμαι μια άλλη χαρακτηριστική περίπτωση στο Πανεπιστήμιο, όπου μια φίλη και συμφοιτήτρια ετοίμαζε αποβραδίς τα τρυβλία Petri (δηλαδή τα χαρακτηριστικά πιατάκια που γίνονται οι μικροβιολογικές καλλιέργειες) τα οποία θα χρησιμοποιούσε την επομένη μέρα στο πείραμά της, και τα έβρισκε το πρωί μισοφαγωμένα, καθώς φαίνεται ότι αυτό που είναι θρεπτικό για τα βακτήρια είναι και για τα ποντίκια (όπως έλεγε κι ένας σοφός νομπελίστας, ό,τι ισχύει για τη μύγα ισχύει και για τον άνθρωπο). Τελικά το ποντίκι συνελήφθη με φάκα μετά από μέρες φαγωμένων τρυβλίων, αλλά η ψυχοπονιάρα φίλη πήγε τη φάκα κάπου στον Υμηττό και το αμόλησε εκεί (εμείς μετά σαρκάζαμε ότι εθεάθη ποντίκι να κάνει ωτοστόπ στην Κατεχάκη με κατεύθυνση την Πανεπιστημιούπολη). Φυσικά ούτε λόγος να γίνεται για τα εργαστηριακά πειραματόζωα, στα οποία &lt;a href="http://rovithe.blogspot.com/2009/12/blog-post_17.html"&gt;έχω αναφερθεί ξανά&lt;/a&gt;. Ήξερα και μια άλλη κοπέλα εξίσου ψυχοπονιάρα, που διέσωζε κατά σύστημα εργαστηριακά ποντίκια (αν και κατά βάθος τα αντιπαθούσε σφόδρα) και μια εποχή στο σπίτι της είχε ίσαμε τέσσερα (ένα συγκεκριμένο το κυνηγούσαμε από κουζίνα σε πλυντηρίο επί ώρες).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Προς στιγμήν σκέφτομαι να πιάσω τη σκούπα και να ξηγηθώ στον απρόσκλητο συγκάτοικο καταλλήλως, δεδομένου ότι προτιμώ να μην αναρωτιέμαι το πρωί που θα ξυπνήσω ποιος έχει πιει από το ποτήρι μου και ποιος έχει φορέσει τα παπούτσια μου. Βέβαια μετά σκέφτομαι ότι ο μυς δε θα ήρθε μόνος του, θα έχει φέρει και τους φίλους του (όχι σαν εμένα που κουβαλήθηκα στις Ολλανδίες ξυπόλητος στ' αγκάθια), οπότε ίσως πρέπει να τον παρακολουθήσω για λίγο να δω από πού μπαινοβγαίνει, κι άν υπάρχουν κι άλλοι στην παρέα. Κοιτάζω γύρω-γύρω· ατυχώς το σπίτι είναι γεμάτο κρυψώνες αν είσαι στο μεγεθός του. Ο φίλος μου με τον οποίο μιλάω στον υπολογιστή δεν έχει ταραχτεί καθόλου τόση ώρα (άλλωστε το δικό του σπίτι είναι τίγκα στις γάτες) και μου λέει χλιαρά αστειάκια με τον Ισοβίτη του Αρκά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και τότε κάπου ξαναθυμάμαι την αίσθηση του εγκλεισμού που λέγαμε, κι αναρωτιέμαι μήπως ο χνουδωτός μου συγκάτοικος έχει απλώς ξεπέσει εδώ πάνω (από κανένα ανοιχτό παράθυρο ας πούμε) και δυσκολεύεται να βρει το δρόμο για έξω. Δεν κάνει καμμιά ιδιαίτερη προσπάθεια να κρυφτεί, περιφέρεται στο σαλόνι, πάει στην κουζίνα, ξανάρχεται. Ολοκληρώνω τη συνδιάλεξη μετά από πολλή ώρα· δεν τον βλέπω πλέον και αποφασίζω να μην πιάσω σκούπες και έχουμε αίματα και γελοιότητες μες στη μαύρη νύχτα. Κι αύριο μέρα είναι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πέφτω να κοιμηθώ, αλλά για κάποιο λόγο πετάγομαι πάνω στον κάθε ανεπαίσθητο ήχο που ακούγεται. Προσπαθώ να καταλάβω μέσα στο σκοτάδι αν άκουσα κάτι, αν το ποντίκι κάνει κάτι εκεί γύρω. Ξημερώνει κι είμαι κομμάτια από τα διαδοχικά ξυπνήματα· το ποντίκι είναι πάντως άφαντο. Φεύγω για τη δουλειά με την κρυφή ελπίδα ότι δε θα διασταυρωθούν ξανά οι δρόμοι μας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εις μάτην· επιστρέφοντας τον εντοπίζω πίσω από κάτι ταψιά (αχρησιμοποίητα για μήνες ευτυχώς). Αναρωτιέμαι αν όντως έχει χάσει το δρόμο του ή αν το βρήκε cosy το διαμέρισμα και βολεύτηκε. Πάντως αποφασίζω να τον ξεχάσω για λίγο, και ανοίγω τον υπολογιστή για να δω το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο. Η εκπρόσωπος της ιδιοκτήτριας μου έχει απαντήσει σε αυτά που τη ρωτούσα χτες: όχι, δεν είναι απαραίτητο να πληρώσω τον δημοτικό φόρο, περιλαμβάνεται στο νοίκι, πλην όμως ναι, είναι απαραίτητο να πληρώσω το ενοίκιο του Δεκεμβρίου ακόμα κι αν φύγω το Νοέμβριο, αυτό γράφει το συμβόλαιο, αυτό θα γίνει. Ας πρόσεχα· εκτός βέβαια αν βρω κάποιον άλλο να μείνει και τους απαλλάξω από τον κόπο να βρίσκουν αυτοί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πάνω στην ώρα ο καινούργιος μου συγκάτοικος ξεπροβάλλει κάτω από τον καναπέ. Τον κοιτάζω με ανανεωμένο ενδιαφέρον, σκεπτόμενος μήπως να πω στην ιδιοκτήτρια ότι το σπίτι μάλλον έχει βρει τον καινούργιο του ένοικο. Αλλά εκείνος από τη σκοπιά του μάλλον δε θα θέλει να μοιραστεί το νοίκι, σκέφτομαι, καθώς τον βλέπω να πηγαίνει αργά, τοίχο τοίχο, προς την κλειστή (εδώ και μήνες) τηλεόραση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αλλά ούτε από κει υπάρχει διέξοδος.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/899842335629875184-5862264408445922254?l=rovithe.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://rovithe.blogspot.com/feeds/5862264408445922254/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=899842335629875184&amp;postID=5862264408445922254' title='2 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/5862264408445922254'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/5862264408445922254'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://rovithe.blogspot.com/2011/10/blog-post.html' title='Παρεάκι'/><author><name>Β.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04558385148668497766</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='15' src='http://bp2.blogger.com/_UNj4GCqGEEM/R5pbGWfV7UI/AAAAAAAAABg/cKn8iKh1nw8/S220/image163.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://3.bp.blogspot.com/-aG4RIDozZvU/Tpbkm0OjeBI/AAAAAAAABoE/fRgMzR88zxc/s72-c/isovit.GIF' height='72' width='72'/><thr:total>2</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-899842335629875184.post-6638547348159386899</id><published>2011-10-06T23:31:00.005+03:00</published><updated>2011-10-07T00:24:52.516+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Δανεικες Λεξεις'/><title type='text'>"Επικοινωνώ μόνο με νευροβιολόγους" - Edward W. Said</title><content type='html'>&lt;p&gt;&lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/-lNdZA5hGUSw/To4b8OYI4vI/AAAAAAAABkQ/RggN72XyIJ4/s1600/EdwardSaid.jpg"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 328px; DISPLAY: block; HEIGHT: 331px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5660492503116735218" border="0" alt="" src="http://1.bp.blogspot.com/-lNdZA5hGUSw/To4b8OYI4vI/AAAAAAAABkQ/RggN72XyIJ4/s400/EdwardSaid.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="justify"&gt;[...] Οι μείζονες πνευματικές και κοινωνικές πιέσεις, που εκδηλώνονται στο πλαίσιο των σύγχρονων κοινωνιών, οδηγούν προς τον πραγματισμό - με άλλα λόγια, προς την εξειδίκευση και τη γνώση, έτσι ώστε μόνο οι ειδικοί να μπορούν να καταλαβαίνουν ο ένας τον άλλο. Οι άνθρωποι επικοινωνούν με τους ομοίους τους, με όσους δραστηριοποιούνται στο ίδιο μ’ αυτούς πεδίο, και με κανέναν άλλο. Πριν από λίγες μέρες, βρέθηκα στην Ιατρική Σχολή για μια διάλεξη. Μίλησα για το στυλ του ρομαντισμού και κάποιος αντέτεινε: «Μας είπατε για τη μουσική, μας είπατε για τη λογοτεχνία· αυτά δεν έχουν ισχύ στο δικό μας κόσμο, τον κόσμο των φυσικών επιστημών ή της ιατρικής». Ρώτησα: «Γιατί;» Απάντησε: «Διότι είμαι νευροβιολόγος. Επικοινωνώ μόνο με νευροβιολόγους». Η ιδέα του κοινού λόγου δεν υπάρχει πια, επειδή (και αυτή είναι ίσως η βασικότερη αιτία) η εκπαίδευσή μας είναι άκρως εξειδικευμένη: ολόκληρος ο εκπαιδευτικός μηχανισμός συνδέεται με τον τεμαχισμό της γνώσης, με αποτέλεσμα οι άνθρωποι να κάνουν όλο και περισσότερα για όλο και λιγότερα. Ενδεχομένως, η εξειδίκευση να είναι χρήσιμη στις θετικές επιστήμες· ωστόσο, τελευταία έχει γενικότερα επικρατήσει ένα είδος ιδεολογικής κατήχησης που, ούτε λίγο ούτε πολύ, λέει: «Λοιπόν, αυτό δεν είναι δικό σας πρόβλημα· κάποιος άλλος θα το λύσει για λογαριασμό σας· δεν είστε πια υπεύθυνοι γι’ αυτό». Υπάρχει μια αίσθηση, ιδιαίτερα στις Ηνωμένες Πολιτείες, ότι δεν χρειάζεται να γνωρίζουμε τίποτε για τον υπόλοιπο κόσμο. Η συνείδηση μιας οικουμενικής κοινωνίας, η αίσθηση ενός κοινού πεπρωμένου, το ερώτημα πού πάμε, είτε αυτό αφορά το περιβάλλον είτε τις τέχνες είτε την ιστορία, έχει χαθεί. Ένα παράδειγμα: στην Αμερική, ιστορία σημαίνει όλα όσα έχουν λησμονηθεί. Η έκφραση «έχεις περάσει στην ιστορία» δεν σημαίνει ότι το υποκείμενο είναι μέρος της, αλλά ότι έχει περιπέσει στη λήθη. «Έχεις περάσει στην ιστορία» σημαίνει ότι έχεις ξεχαστεί. [...]&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;a href="http://en.wikipedia.org/wiki/Edward_Said"&gt;Edward W. Said &lt;/a&gt;(1935-2003), απόσπασμα από μια συζήτηση με τον Daniel Barenboim και τον Ara Guzelimian που πραγματοποιήθηκε στη Νέα Υόρκη στις 14 Δεκεμβρίου του 2000 και δημοσιεύτηκε στο βιβλίο των Daniel Barenboim και Edward W. Said «Παραλληλίες και παραδοξότητες». Μετάφραση Κατερίνα Σχινά, εκδόσεις Νεφέλη (2004).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τη φωτογραφία τη βούτηξα από ένα παλιότερο &lt;a href="http://waxtablets.blogspot.com/2010/11/blog-post_14.html"&gt;ποστ &lt;/a&gt; στις &lt;a href="http://waxtablets.blogspot.com"&gt;Πινακίδες από Κερί &lt;/a&gt;της Πόλυς Χατζημανωλάκη, αλλά αγνοώ την αρχική της προέλευση.&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/899842335629875184-6638547348159386899?l=rovithe.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://rovithe.blogspot.com/feeds/6638547348159386899/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=899842335629875184&amp;postID=6638547348159386899' title='1 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/6638547348159386899'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/6638547348159386899'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://rovithe.blogspot.com/2011/10/edward-w-said.html' title='&lt;i&gt;&quot;Επικοινωνώ μόνο με νευροβιολόγους&quot;&lt;/i&gt; - Edward W. Said'/><author><name>Β.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04558385148668497766</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='15' src='http://bp2.blogger.com/_UNj4GCqGEEM/R5pbGWfV7UI/AAAAAAAAABg/cKn8iKh1nw8/S220/image163.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://1.bp.blogspot.com/-lNdZA5hGUSw/To4b8OYI4vI/AAAAAAAABkQ/RggN72XyIJ4/s72-c/EdwardSaid.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>1</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-899842335629875184.post-4914815094736632270</id><published>2011-09-30T23:48:00.012+03:00</published><updated>2011-10-01T02:27:07.730+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Τουλιπες και ανεμομυλοι'/><title type='text'>Μήνας μπαίνει, μήνας βγαίνει</title><content type='html'>&lt;p&gt;&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/-1TWrsyes6z8/ToZB711QBLI/AAAAAAAABkA/4P3IqVsGrvk/s1600/DSC03589.JPG"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 400px; DISPLAY: block; HEIGHT: 300px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5658282478156121266" border="0" alt="" src="http://4.bp.blogspot.com/-1TWrsyes6z8/ToZB711QBLI/AAAAAAAABkA/4P3IqVsGrvk/s400/DSC03589.JPG" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Σχεδόν ωραία: μια ψευδαίσθηση ανάγλυφου στο επίπεδο τοπίο (έστω και από άμμο, καθώς η βλάστηση έχει βάθος ελάχιστα εκατοστά). Αμμοθίνες κοντά στη Βόρεια θάλασσα.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Άμα το δεις απέξω, είναι σχεδόν ωραία. Ο Σεπτέβρης τελειώνει και ετοιμάζεται να ξεκινήσει &lt;a href="http://rovithe.blogspot.com/2010/10/blog-post_09.html"&gt;η πολιορκία της πόλης&lt;/a&gt;. Το κέντρο έχει κλείσει εντελώς για τα αυτοκίνητα, ακόμα και για τα λεωφορεία. Χαρούμενοι ποδηλάτες και πεζοί διέρχονται ανάμεσα στα τροχόσπιτα και τις πλατφόρμες που ετοιμάζονται για τη γιορτή. Το γιγαντιαίο λούνα-παρκ στήνεται με γοργούς ρυθμούς, το ίδιο και οι εξέδρες για τις αυτοσχέδιες (ή λιγότερο αυτοσχέδιες) συναυλίες. Τα φορτηγά που μεταφέρουν τα βαρέλια με τις μπύρες κάνουν υπερωρίες. Καθώς πέφτει η νύχτα της Παρασκευής, τα περισσότερα πόστα έχουν καταληφθεί, και μερικά πάρτι έχουν αρχίσει ήδη εδώ κι εκεί. Κάπου ακούγεται μια μουσικούλα, κάπου η μύτη σου πιάνει μυρωδιά από φρεσκοψημένα &lt;a href="http://en.wikipedia.org/wiki/Stroopwafel"&gt;stroopwafel &lt;/a&gt;ή από εκείνο το παράξενο κοτόπουλο με σάλτσα φυστίκι, και μετά λίγο μαλλί της γριάς και μπύρα και vlaamse frites (φλαμανδικές πατάτες, δηλαδή τηγανητές με μια σως με βάση τη μαγιονέζα από πάνω).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η νεολαία της πόλης και των γύρω περιοχών έχει αρχίσει να μαζεύεται· μια παρέα πιτσιρικάδων προσπερνάει και ένας τους κάτι μου λέει στα ολλανδικά. Επαναλαμβάνω τη φράση-κλειδί που μου έχει εντυπωθεί τον τελευταίο ενάμιση χρόνο: «&lt;em&gt;Δεν μιλάω ολλανδικά&lt;/em&gt;», αλλά ατάραχος ο πιτσιρικάς το γυρίζει στα αγγλικά και μου λέει: «&lt;em&gt;το μπλε, κοίτα το μπλε&lt;/em&gt;». Κοιτάω προς την κατεύθυνση που κοιτάζει κι αυτός, και βλέπω ότι το πλησιέστερο μπλε είναι μια εντυπωσιακή νεαρά, πολύ ξανθιά και αρκούντως φανταχτερή, αλλά μάλλον έξω από τα γούστα μου (χώρια που πρέπει να την περνάω πάνω από εικοσιπέντε χρόνια). Βρίσκεται σε ένα πηγαδάκι στην άκρη μιας ουράς, η άλλη άκρη της οποίας οδηγεί σε ένα μηχάνημα αναλήψεων μιας τράπεζας. Προς στιγμήν ξεχνάω τη νεαρά και θυμάμαι ότι πρέπει να πληρώσω το νοίκι πριν μπει ο Οκτώβρης. Δηλαδή τώρα .&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Για κάποιο παράξενο λόγο έχει πάρα πολύ καιρό να βρέξει, μάλιστα τις τελευταίες μέρες έχει ήλιο σταθερά και ζέστη (για τα ολλανδικά δεδομένα). Την ώρα του μεσημεριανού διαλείμματος, πολλοί παίρνουν το φαγητό τους έξω και αράζουν στο γρασίδι να λιαστούν. Από την άλλη πλευρά είναι όντως φθινόπωρο και φαίνεται, καθώς τα φύλλα στα δέντρα κιτρινίζουν και μετά πέφτουν. Η ισημερία πέρασε και η νύχτα είναι μεγαλύτερη τώρα, ο ήλιος δύει κατά τις εξίμιση με εφτά. Πάντως δε φαίνεται να χαλάει κανέναν που δε βρέχει· αντιθέτως. Χτες μαζεύτηκε όλο το εργαστήριο σε μια από καιρό προγραμματισμένη «μέρα εξόδου» που ευτυχώς έγινε με πλήρη ηλιοφάνεια. Από ό,τι μου εξηγούν, είναι πολύ συνηθισμένο εδώ μια φορά το χρόνο οι συνάδελφοι να περνάνε μια μέρα έξω όλοι μαζί, κάνοντας διάφορες δραστηριότητες. Οι δικές μας περιελάμβαναν ένα πικ-νικ στο ύπαιθρο, ένα κυνήγι θησαυρού στους αμμόλοφους και ένα δείπνο με κρέπες. Όχι κι άσχημα από κοινωνικής πλευράς (πάντα για τα ολλανδικά δεδομένα). Από μια σκοπιά, πρέπει να ήταν από τις πιο ευχάριστες μέρες μου στη χώρα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ίσως έφταιγε το ομολογουμένως πολύ καλύτερο του συνήθους σάντουιτς μεσημεριανό γεύμα, που ενισχύθηκε από την προσφορά μερικών κρίσιμων πινελιών πορτογαλικής, γερμανικής, αργεντίνικης, πολωνικής και περσικής κουζίνας (η ελληνική συνεισφορά ήταν σε κρασί, ιταλικής προέλευσης όμως). Χώρια η συγκλονιστική (για Ολλανδία) εμπειρία της ανάβασης/κατάβασης σε λόφο (έστω αμμουδένιο - αυτό έχουν οι άνθρωποι, τι να κάνουμε). Ίσως πάλι η αδιόρατη χαρά της επιτυχίας αφού η ομάδα ΜΑΣ νίκησε με βραχεία κεφαλή στο κυνήγι του θησαυρού (ο οποίος ήταν ένα κουτί μπισκότα) λύνοντας όλους τους γρίφους με ολλανδικό ομαδικό πνεύμα, πορτογαλική γνώση, ελληνική (όχι να το παινευτούμε...) εφευρετικότητα και ξανά ολλανδική τρεχάλα στο φινάλε, καθώς ο Έλληνας αφού έλυσε το γρίφο έστειλε τους άλλους να τρέχουν και έφτασε πάνω στην ώρα του θριάμβου ίσα για να φάει το μπισκότο του. Ίσως να έφταιγε η μπανάνα στην κρέπα ή ίσως πάλι έφταιγε η τουριστική ατραξιόν που αντιπροσώπευε η ύπαρξη ενός παράξενου ναού (Σούφι;) στη μέση του πουθενά πάνω στους αμμόλοφους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/-YHTiCd65IvI/ToZCsYEMJUI/AAAAAAAABkI/Y9GwB7s5qc0/s1600/DSC03561.JPG"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 400px; DISPLAY: block; HEIGHT: 300px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5658283311979308354" border="0" alt="" src="http://2.bp.blogspot.com/-YHTiCd65IvI/ToZCsYEMJUI/AAAAAAAABkI/Y9GwB7s5qc0/s400/DSC03561.JPG" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Δε νομίζω να έφτασε ίσαμε εδώ ο &lt;a href="http://en.wikipedia.org/wiki/Rumi"&gt;Μεβλανά Τζελαλεντίν&lt;/a&gt;, αλλά έφτασε κάτι αιώνες αργότερα ο &lt;a href="http://en.wikipedia.org/wiki/Inayat_Khan"&gt;Inayat Khan &lt;/a&gt;και έτσι φύτρωσε το Universel Murad Hassil στο Katwijk aan Zee, ναός μιας ινδικής προέλευσης σέκτας που εμπνέεται από τους &lt;a href="http://en.wikipedia.org/wiki/Sufism"&gt;σούφι &lt;/a&gt;και οικοδομεί παλάτια στην άμμο (λέμε τώρα...).&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Βέβαια οι ολλανδικές ευχάριστες μέρες πάνε σχεδόν πάντα κατά μόνας και ποτέ πολλές μαζί, οπότε σήμερα η μέρα ήταν της συνήθους εργαστηριακής βαρεμάρας, εκτός από το ότι ήταν Παρασκευή και η ερχόμενη Δευτέρα είναι αργία στο Λέιντεν οπότε ένας ένας οι συνάδελφοι την έκαναν με ελαφρά πηδηματάκια, άλλος για Ντόρντρεχτ τράβηξε και άλλος για Ουτρέχτη, κι άλλος στου Λέιντεν τα στενά πλακώνεται στις μπύρες. Ως συνήθως ξώμεινα τελευταίος με τα μεσογειακά εργασιακά μου ήθη και τον Τ. στο σκάιπ να με δουλεύει «&lt;em&gt;τι έγινε, πάλι απλήρωτες υπερωρίες;&lt;/em&gt;», αλλά δεν πειράζει, τα μάζεψα κι έφυγα λίγο πριν τις δέκα το βράδι μετά από πλήρες δωδεκάωρο (εντάξει, δεν πάω και πρωί πρωί σαν τους αυτόχθονες) κι άρχισα να βηματίζω προς το σταθμό που ήταν παράξενα ήσυχος από τη μία πλευρά, αλλά μόλις έβγαινες από την άλλη σε έπιανε η μυρωδιά από τα φαγητά και τα γλυκά και τις μπύρες, χώρια τα φωτάκια τύπου λούνα πάρκ και τα τραινάκια του τρόμου στην πλατεία και οι τροχοί της τύχης και οι γκομενίτσες με τα μπλε και οι συνομήλικοι που τις χαλβαδιάζουνε κλείνοντάς σου το μάτι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αλλά εσύ βέβαια σκέφτεσαι ότι πρέπει όχι μόνο να πληρώσεις το νοίκι αλλά και να ενημερώσεις ότι ενδέχεται (όσο πατάει η γάτα λέμε...) να χρειαστεί να αδειάσεις το σπίτι πριν το τέλος του χρόνου για λόγους άσχετους με τη θέλησή σου (λέμε τώρα...) μπας και φιλοτιμηθεί η ιδιοκτήτρια να σου επιστρέψει την εγγύηση εάν και εφόσον εσύ είσαι &lt;em&gt;τύπος και υπογραμμός&lt;/em&gt;, και σκέφτεσαι ακόμα τι δουλειά να έχει ένας τεκές δερβίσιδων σούφι ανάμεσα στους αμμόλοφους, και αν το μαλλί της γριάς βγαίνει και σε άλλα χρώματα εκτός από ροζ, και περιφέρεσαι ανάμεσα στο σχετικά μικρό ακόμα πλήθος σκεπτόμενος μήπως αξίζει τον κόπο να πας αύριο το πρωί έξω από το Hooglandsekerk να χαζέψεις τους τύπους που φτιάχνουν υπαίθριο &lt;a href="http://en.wikipedia.org/wiki/Hutspot"&gt;Hutspot &lt;/a&gt;και μοιράζουνε δωρεάν ρέγγες (σε εγγεγραμμένους συνδρομητές φυσικά) όπως τον καιρό &lt;a href="http://en.wikipedia.org/wiki/Siege_of_Leiden"&gt;της πολιορκίας του Λέιντεν &lt;/a&gt;και του &lt;a href="http://en.wikipedia.org/wiki/William_the_Silent"&gt;Γουλιέλμου του Σιωπηλού&lt;/a&gt;, και μπαινοβγαίνεις στα μαγαζιά και χαζεύεις τους διαγωνισμούς τοξοβολίας με έπαθλο ένα λούτρινο κουκλάκι και τα παιδάκια που φουσκώνουν μπαλόνια και τα πετάνε σε μια πισίνα και σκέφτεσαι ότι άμα το δεις απέξω είναι σχεδόν ωραία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αλλά επειδή εσύ το έχεις δει &lt;em&gt;από μέσα&lt;/em&gt;, και το ξέρεις το έργο, μπαίνεις στο Nacht Markt και αγοράζεις ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί κι αναρωτιέσαι αν πρέπει να πάρεις από σήμερα κανένα ποτάκι για το αυριανό πάρτυ του Μ., διότι το έργο από κάποια στιγμή και μετά δε βλέπεται με τίποτα, οπότε δεν χρειάζεται να περιμένεις να λυθεί η πολιορκία, αλλά δραπετεύεις το ταχύτερο, οπότε λοιπόν Σάββατο στην εξωτική Ουτρέχτη στο Μ., να 'ναι καλά το παλληκάρι, και Κυριακή στο μαγευτικό Άμστερνταμ περιμένοντας τους φίλους και συναδέλφους από Ελλάδα που έρχονται για ένα συνέδριο, θα τους πας σε εκείνο το βελγικό καφέ που παίζει ζωντανή τζαζ τα απογεύματα της Κυριακής και το βραδάκι θα μαζευτείς στον Τ. και την Π. με μια αλλαξιά εξτρά και την πετσετούλα στη μια μασχάλη (και φυσικά το λάπτοπ στην άλλη, όχι παίζουμε...) να σε φιλοξενήσουν τα παιδιά κάνα διήμερο μέχρι να περάσει η μπόρα, κι από Τρίτη που θα μαζεύουν τα σκουπίδια ακόμα από τους δρόμους στο Λέιντεν το συζητάμε πάλι, διότι έχεις να μαζέψεις και το Γιαπωνέζο σύνεδρο που προέκυψε ουρανοκατέβατος και θέλει να χαζέψει πεταλούδες, αλλά μέχρι τότε έχει ο Θεός.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Άλλωστε θα 'χει πια μπει για τα καλά ο Οκτώβρης.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/899842335629875184-4914815094736632270?l=rovithe.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://rovithe.blogspot.com/feeds/4914815094736632270/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=899842335629875184&amp;postID=4914815094736632270' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/4914815094736632270'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/4914815094736632270'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://rovithe.blogspot.com/2011/09/blog-post_30.html' title='Μήνας μπαίνει, μήνας βγαίνει'/><author><name>Β.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04558385148668497766</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='15' src='http://bp2.blogger.com/_UNj4GCqGEEM/R5pbGWfV7UI/AAAAAAAAABg/cKn8iKh1nw8/S220/image163.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://4.bp.blogspot.com/-1TWrsyes6z8/ToZB711QBLI/AAAAAAAABkA/4P3IqVsGrvk/s72-c/DSC03589.JPG' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-899842335629875184.post-5390217399601134916</id><published>2011-09-25T17:17:00.001+03:00</published><updated>2011-09-25T18:59:11.576+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Δωρα μεταξυ φιλων'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Κουβεντα να γινεται'/><title type='text'>Αφρόκρεμα και παγκοσμιοποίηση</title><content type='html'>&lt;p&gt;&lt;iframe height="349" src="http://www.youtube.com/embed/AAuMmT5BP9Y" frameborder="0" width="425"&gt;&lt;/iframe&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Στις δύσκολες στιγμές που διανύει η πατρίδα, η &lt;a href="http://rovithe.blogspot.com/2009/11/blog-post.html"&gt;Αφρόκρεμα &lt;/a&gt;του έθνους δίνει και πάλι δυναμικό παρών.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Ό,τι είναι βαθιά εθνικό γίνεται ταυτόχρονα και παγκόσμιο&lt;/em&gt;, όπως έλεγε ο γνωστός καλλιτέχνης Χλέμπουρας στο Βαγγέλη την αρκούδα (στο κόμικ &lt;em&gt;Show Business &lt;/em&gt;του Αρκά). Αλλά όπως όλοι ξέρουμε, &lt;em&gt;there is no business like show business&lt;/em&gt;, και ως εκ τούτου το κάπως παλιό αλλά σίγουρα όχι παρωχημένο κόμικ προσφέρει ένα σημαντικό ερμηνευτικό εργαλείο για να κατανοήσουμε αυτά που ζούμε ως χώρα, ειδικά εσχάτως. Έτσι, το &lt;em&gt;βαθύτατα εθνικό&lt;/em&gt; δημόσιο χρέος της χώρας, έχει γίνει ένα ζήτημα τόσο &lt;em&gt;παγκόσμιο&lt;/em&gt; που κάθιδροι πασχίζουν να επιλύσουν οι Μέρκελες και οι Ομπάμες του αιώνος τούτου. Για κάποιο παράξενο λόγο, η πτωχή (πλην σχεδόν τίμια...) Ελλάς έχει γίνει ο αποδιοπομπαίος τράγος, οι αίρων τας αμαρτίας του κόσμου. Στιγμές αγωνίας διάγει το πανελλήνιο - μην πω και ο πλανήτης - σε κάθε τηλεδιάσκεψη του λαλίστατου υπουργού μας επί των Οικονομικών. Θα σωθεί άραγε η ανθρωπότης από την επικείμενη κρίση; Θα μας δώσουν πίσω το κατοχικό δάνειο συν μια προκαταβολή για τυχόν επικείμενες κατοχές; Ή έστω μόνο την προκαταβολή βρε αδερφέ, και κάτι ψιλά να πορευόμαστε να βγάλουμε το μήνα;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σ' αυτές τις κρίσιμες ώρες της αγωνίας (που επαναλαμβάνονται κάπως μαζοχιστικά κάθε Σαββατοκύριακο τον τελευταίο καιρό), λίγα σημάδια ελπίδας αχνοφαίνονται (ή ίσως αργοσβήνουν) στο ζοφερό ορίζοντα. Εκεί όμως που είσαι έτοιμος να παραδοθείς, κάτι αστράφτει μέσα στο σκοτάδι (δηλαδή στην οθόνη του υπολογιστή). Κάποια γνώριμα πρόσωπα βρίσκονται μπροστά σου, ο καθένας στο μετερίζι του. Deja vu? Όχι! Νομίζεις ότι τα έχεις κάπου ξαναδεί, αλλά όχι με &lt;em&gt;αυτό&lt;/em&gt; τον τρόπο. Αυτό που βλέπεις τώρα μπροστά σου είναι κάτι ολοκαίνουργιο (δηλαδή μερικών μηνών, αλλά η αλήθεια είναι ότι τα αντανακλαστικά της Ροβυθέ είναι λιγάκι βραδείας καύσεως, ωσάν του Ραν-Ταν-Πλαν). Αυτό που βλέπεις μπροστά σου είναι ταυτόχρονα οικείο και καινοφανές, κάτι που σε κάνει να ξαναβλέπεις αυτά που ήδη γνώριζες ίσαμε τώρα με άλλα μάτια. Κλείνεις λοιπόν τα μάτια, τα ξανανοίγεις· είναι λοιπόν αλήθεια: &lt;a href="http://rovithe.blogspot.com/2009/11/blog-post.html"&gt;οι θρυλικοί Afrocrema &lt;/a&gt;ξαναχτυπούν, με μια ακόμα μοναδική δημιουργία. Έχει φτάσει πια η ώρα της αλήθειας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και η αλήθεια είναι σκληρή· δε χαρίζεται. Αρχικά νομίζεις ότι πρόκειται και πάλι για τυπικό concept Αφρόκρεμα: το εργαστηριακό σκηνικό, το σκούρο γυαλί του Άφρο, η α-λα-Γκράουτσο-Μαρξ παραλλαγή του Κρέμα, η κιθάρα, ο Τσε Γκεβάρα ως αφανής εταίρος. Μόλις όμως φτάσουν στα αυτιά σου οι πρώτες νότες, αισθάνεσαι σοκ και δέος. Για πρώτη φορά στα χρονικά των Αφρόκρεμα, ΔΕΝ συμμετέχει (!!!) ο διαχρονικός Γιάννης Πάριος. Αυτή τη φορά (και εδώ η αλήθεια σε χτυπάει με αριστερό&lt;em&gt; κροσέ&lt;/em&gt;), αν και έχουμε πάλι μία απόδοση ελληνικού άσματος στην αγγλική (πρόκειται για το «&lt;em&gt;Εγώ δεν ήμουνα αλήτης&lt;/em&gt;» σε στίχους και μουσική Τάκη Μουσαφίρη), ο κανονικός πρώτος ερμηνευτής είναι ο Δημήτρης Κοντολάζος. Πριν προλάβεις να συνέλθεις από το κροσέ, η αλήθεια σε ξαναχτυπάει με δεξί &lt;em&gt;ντιρέκτ&lt;/em&gt;: αυτή τη φορά οι αγγλικοί στίχοι (εκτός του πρώτου ρεφραίν) δεν μεταφράζουν απλώς τους αντίστοιχους ελληνικούς. Και σα να μην έφτανε αυτό (κι εδώ την ώρα που τρεκλίζεις έρχεται η αλήθεια να σου δώσει τη χαριστική βολή με ένα αποφασιστικό &lt;em&gt;άπερκατ&lt;/em&gt;) οι στίχοι διηγούνται μια ιστορία που πιο πολύ παραπέμπει σε &lt;a href="http://en.wikipedia.org/wiki/Confocal_microscopy"&gt;συνεστιακή μικροσκοπία λέιζερ&lt;/a&gt;, παρά σε ερωτικό τραγούδι. Παρά το φιλικό χτύπημα συμπαράστασης στην πλάτη, μια οικεία χειρονομία στο τέλος του βίντεο, δεν αντέχεται τόση αλήθεια: σωριάζεσαι νοκ-άουτ σε δευτερόλεπτα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ύστερα όμως μαζεύεις τα κομμάτια σου και στοχάζεσαι. Όπως όλοι ξέρουμε, στις λίγες αλλά σημαντικές εμφανίσεις των Αφρόκρεμα, τίποτα δεν είναι τυχαίο. Πρώτα από όλα λοιπόν, στοχάζεσαι ότι η εμβληματική μορφή του Τσε Γκεβάρα &lt;a href="http://rovithe.blogspot.com/2010/11/blog-post.html"&gt;που είχε προσωρινά αποσυθεί &lt;/a&gt;επανέρχεται στο συλλογικό ασυνείδητο (δηλαδή στον πίσω τοίχο) όπως στις αρχικές δημιουργίες του ντουέτου. Ακολούθως, υπό αυτό το πρίσμα εξετάζεις μια ακόμα αλλαγή: ο Κρέμα για μια ακόμα φορά συνοδεύει τη μουτσούνα του Γκράουτσο Μαρξ με ένα επιπλέον αξεσουάρ· αυτή τη φορά, η καλλιτεχνική κόμη δεν &lt;a href="http://rovithe.blogspot.com/2010/11/blog-post.html"&gt;κουκουλώνεται&lt;/a&gt;, αλλά κοσμείται από ένα κομψό ψαθάκι. Και μην τυχόν νομίσει κανείς ότι αυτό είναι συμπτωματικό και ότι θα μπορούσε αντί για ψαθάκι να φοράει, ξέρω γω, τζόκεϊ· μακριά από εμάς αυτές οι ερμηνευτικές ευκολίες! Τέλος, διερευνάς ενδελεχώς την αυθαίρετη στιχοπλοκή που σε ένα πρώτο επίπεδο αρκείται να περιγράψει τα πάθη ενός τρόφιμου ερευνητικού εργαστηρίου με έντονη εξάρτηση από το μικροσκόπιο φθορισμού. Μπορείς όμως να &lt;em&gt;αρκεστείς&lt;/em&gt; σε αυτό το πρώτο επίπεδο; Όπως όλοι γνωρίζουμε από την προγενέστερη ερμηνευτική δουλειά της Ροβυθέ πάνω στο φαινόμενο Αφρόκρεμα, πρέπει πάντοτε να έχουμε τα μάτια ανοιχτά αναζητώντας ένα δεύτερο επίπεδο (ή και τρίτο ενίοτε).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κρατάμε λοιπόν τα μάτια ορθάνοιχτα, και ξεκινάμε τη αποκρυπτογράφηση με οδηγό μια εκ πρώτης όψεως ασήμαντη παρατήρηση: σε αντίθεση με &lt;a href="http://rovithe.blogspot.com/2009/11/blog-post.html"&gt;τις προγενέστερες δημιουργίες &lt;/a&gt;του ντουέτου, αυτή τη φορά η κάμερα δείχνει την αληθινή εικόνα, όχι την κατοπτρική όπως άλλοτε. Μη βιαστεί κανείς να συνάγει ότι η ηχογράφηση αυτή τη φορά έγινε σε άλλο υπολογιστή με άλλη κάμερα. Διότι το αληθινό νόημα της καθόλου τυχαίας αυτής κίνησης (όπως αυθεντικά ερμηνεύει η Ροβυθέ ως διαμεσολαβητής μεταξύ σημαίνοντος και σημαινομένου), είναι ότι σε αντίθεση με τα προηγούμενα δημιουργήματά τους όπου οι Αφρόκρεμα απλά &lt;em&gt;καθρεφτίζουν&lt;/em&gt; το κοινωνικό γίγνεσθαι, τούτη τη φορά &lt;em&gt;γίνονται ένα&lt;/em&gt; μαζί του: συμπορεύονται, συνταυτίζονται, αλληλοδιαπλέκονται και αλληλεπιδρούν με τα κοινωνικά συμφραζόμενα. Ας αντισταθούμε λοιπόν στις φτηνές βεβαιότητες και ας μην ξεγελαστούμε ούτε μια στιγμή από την υποτιθέμενη διήγηση της αγωνίας του ερευνητή που θέλει να σκανάρει φθορίζοντα παρασκευάσματα μέχρις εξαντλήσεως· ας αναζητήσουμε τα σύμβολα που &lt;em&gt;πίσω&lt;/em&gt; από την ελαφρώς εξωπραγματική διήγηση υποκρύπτουν το &lt;em&gt;αυθεντικό&lt;/em&gt; καλλιτεχνικό μήνυμα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τι είναι λοιπόν αυτό που θέλει να ιστορήσει ο ποιητής; Δεν είναι μια ασήμαντη προσωπική ιστορία ερευνητικής μικροσκοπίας· δεν είναι καν το αίσθημα της παγίδευσης (&lt;em&gt;in deep shit&lt;/em&gt;) ούτε απλώς μια υπαρξιακή, μεταφυσική σχεδόν αγωνία (εξ' ου και οι αναφορές στο Γκάντι και στο γνωστό για τις πάμπολλες μεταφυσικές ανησυχίες του «βρώμικο Χάρυ» Κάλλαχαν). Δεν είναι καν η προσδοκία της μετάπτωσης σε μια τρίτη διάσταση που προσεγγίζεται από διαδοχικές επιστρώσεις πολλαπλών επιπέδων, δεν είναι το φως που διέρχεται επιτυχώς από το μικροσκοπικό pinhole φωτίζοντας διαφορικά τα επίπεδα και εστιάζοντας πολλαπλά υπό διαφορετικές γωνίες στις αντιθέσεις της πραγματικότητας. Θυμίζω ότι υπερβαίνοντας την κατοπτρική αφήγηση που χαρακτήριζε τα προγενέστερα έπη των Αφρόκρεμα, οι καλλιτέχνες πλέον είναι στην ίδια πλευρά με το κοινό τους, συμπάσχουν και ταυτίζονται μαζί του υπό το υποβλητικό βλέμμα του διηνεκούς Τσε. Αυτό μας επιτρέπει τη βαθύτερη πια αντίληψη του σημαινομένου: δεν είναι απλώς κάτι σαν «απ' τα ψηλά στα χαμηλά κι απ' τα πολλά στα λίγα», είναι κάτι πολύ περισσότερο από αυτό, καθώς το ελαφρώς στραβοφορεμένο ψαθάκι του Κρέμα συνοψίζει επακριβώς αυτό που θα έλεγε στην αντίστοιχη περίσταση &lt;a href="http://youtu.be/CpCqczueexc"&gt;ο πρώτος διδάξας Αντωνάκης Κοκοβίκος&lt;/a&gt;: μπροστά στο σημερινό κοινωνικό αδιέξοδο, στο βαθύ σκότος της επικείμενης κρίσης, στην αγωνία του κάθε διερχόμενου Σαββατοκύριακου, οι Αφρόκρεμα απαντούν με σαφήνεια και δωρικότητα: &lt;em&gt;παίρνω το καπελάκι μου και φεύγω&lt;/em&gt;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι πληροφορίες ότι το επόμενο σουξέ του θρυλικού ντουέτου θα είναι μια αγγλική απόδοση του «Φεύγω κι αφήνω πίσω μου συντρίμμια» ελέγχονται, φυσικά, ως ανακριβείς. Είναι αλήθεια όμως ότι σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες της Ροβυθέ, εις εκ των μελών του ντουέτου (ο Άφρο) είναι ήδη υπ' ατμόν για τις ακτές του Ειρηνικού Ωκεανού (&lt;em&gt;που μετά από αυτό θα είναι πολύ λιγότερο ειρηνικός, όπως εύκολα αντιλαμβανόμεθα&lt;/em&gt;) και ακολούθως για τη Φραγκφούρτη όπου εδρεύει, όχι τυχαία, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Αυτό φυσικά σε καμμία περίπτωση δεν υποδηλώνει χαλάρωση ή (&lt;em&gt;Θεός φυλάξοι...&lt;/em&gt;) διάλυση του ντουέτου· κάθε άλλο. Είναι απλώς η συνεισφορά του καλλιτεχνικού κόσμου στη αύξηση των ελληνικών εξαγωγών, και μια ανέλπιστη χείρα βοήθειας στη χειμαζόμενη ελληνική οικονομία και κοινωνία. Μετά από την κίνηση αυτή, είναι ηλίου φαεινότερον το σχέδιο αντεπίθεσης της χώρας έναντι των αγορών και του ΔΝΤ, με όπλο το καλλιτεχνικό μέγεθος των Αφρόκρεμα, που για μια ακόμα φορά θα καταδείξουν τη βασιμότητα της (κατά Χλέμπουρα) προδρομικής ανάλυσης του φαινομένου της παγκοσμιοποίησης. Αναδεικνύοντας τα βαθιά εθνικά στοιχεία της τέχνης τους στο παγκόσμιο γίγνεσθαι, οι Αφρόκρεμα θα είναι το αποφασιστικό χαρτί της Ελλάδας στη μάχη για να σωθεί ο κόσμος: αν δε μας δώσουν την επόμενη δόση (και μερικά ψιλά ακόμα) όχι μόνο δε θα ξαναφέρουμε πίσω τον Άφρο, αλλά θα αμολήσουμε &lt;em&gt;και&lt;/em&gt; τον Κρέμα (που ήδη έχει φορέσει το καπελάκι και είναι έτοιμος για τα χειρότερα). Και τότε &lt;em&gt;γαία πυρί μιχθήτω&lt;/em&gt;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στις κρίσιμες ώρες που περνάμε, ο ελληνικός λαός να είναι ήσυχος ότι ακόμα κι αν η πολιτική του ηγεσία καθεύδει, η καλλιτεχνική πρωτοπορία αγρυπνά. Η πατρίδα λοιπόν είναι σε σίγουρα χέρια· καλού κακού βέβαια άμα θέλετε να τα σιγουρέψετε λίγο περισσότερο, μπορείτε όπως πάντα να στείλετε τα εμβάσματά σας σε υποδειχθέντα τραπεζικό λογαριασμό (&lt;em&gt;του εξωτερικού, ε;&lt;/em&gt;) υπόψιν Ροβυθέ. Δεκτά μόνο μετρητά και σε σκληρό νόμισμα· τις μεταχρονολογημένες επιταγές και τα ομόλογα του ελληνικού δημοσίου, αλλού...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/-Rz0O_8hpnK8/Tn9CoTYOVAI/AAAAAAAABj4/ISy4tbHWW3w/s1600/19-e74b23c22e.jpg"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 400px; DISPLAY: block; HEIGHT: 283px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5656312917164708866" border="0" alt="" src="http://1.bp.blogspot.com/-Rz0O_8hpnK8/Tn9CoTYOVAI/AAAAAAAABj4/ISy4tbHWW3w/s400/19-e74b23c22e.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Ο γνωστός φιλόσοφος της τέχνης Χλέμπουρας εξηγεί στο μαθητευόμενό του το Βαγγέλη τα όρια της ευθύνης του προοδευτικού καλλιτέχνη (Αρκάς, Show Business, αρχές δεκαετίας '80, νομίζω). &lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/899842335629875184-5390217399601134916?l=rovithe.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://rovithe.blogspot.com/feeds/5390217399601134916/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=899842335629875184&amp;postID=5390217399601134916' title='2 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/5390217399601134916'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/5390217399601134916'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://rovithe.blogspot.com/2011/09/blog-post_25.html' title='Αφρόκρεμα και παγκοσμιοποίηση'/><author><name>Β.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04558385148668497766</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='15' src='http://bp2.blogger.com/_UNj4GCqGEEM/R5pbGWfV7UI/AAAAAAAAABg/cKn8iKh1nw8/S220/image163.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://img.youtube.com/vi/AAuMmT5BP9Y/default.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>2</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-899842335629875184.post-2765274326827092923</id><published>2011-09-20T00:11:00.002+03:00</published><updated>2011-09-21T17:54:18.296+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Επικαιροτητα'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Δανεικες Λεξεις'/><title type='text'>Everybody knows (Leonard Cohen)</title><content type='html'>&lt;p&gt;&lt;iframe height="315" src="http://www.youtube.com/embed/GUfS8LyeUyM" frameborder="0" width="420"&gt;&lt;/iframe&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Ο Leonad Cohen, στυλάτος παρόλα τα χρονάκια του, σε μια συναυλία στο Λονδίνο το 2008, τραγουδάει αυτά που όλοι ξέρουν (και μερικοί κάνουν πως δεν ξέρουν). Επίκαιρο...&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Everybody knows that the dice are loaded&lt;br /&gt;Everybody rolls with their fingers crossed&lt;br /&gt;Everybody knows that the war is over&lt;br /&gt;Everybody knows the good guys lost&lt;br /&gt;Everybody knows the fight was fixed&lt;br /&gt;The poor stay poor, the rich get rich&lt;br /&gt;That's how it goes, everybody knows&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Everybody knows that the boat is leaking&lt;br /&gt;Everybody knows that the captain lied&lt;br /&gt;Everybody got this broken feeling&lt;br /&gt;Like their father or their dog just died&lt;br /&gt;Everybody talking to their pockets&lt;br /&gt;Everybody wants a box of chocolates&lt;br /&gt;And a long stem rose, everybody knows&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Everybody knows that you love me baby&lt;br /&gt;Everybody knows that you really do&lt;br /&gt;Everybody knows that you've been faithful&lt;br /&gt;Ah give or take a night or two&lt;br /&gt;Everybody knows you've been discreet&lt;br /&gt;But there were so many people you just had to meet&lt;br /&gt;Without your clothes, and everybody knows&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Everybody knows, everybody knows&lt;br /&gt;That's how it goes, everybody knows&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;And everybody knows that it's now or never&lt;br /&gt;Everybody knows that it's me or you&lt;br /&gt;And everybody knows that you live forever&lt;br /&gt;Ah when you've done a line or two&lt;br /&gt;Everybody knows the deal is rotten&lt;br /&gt;Old black Joe's still pickin' cotton&lt;br /&gt;For your ribbons and bows, and everybody knows&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;And everybody knows that the plague is coming&lt;br /&gt;Everybody knows that it's moving fast&lt;br /&gt;Everybody knows that the naked man and woman&lt;br /&gt;Are just a shining artifact of the past&lt;br /&gt;Everybody knows the scene is dead&lt;br /&gt;But there's gonna be a meter on your bed&lt;br /&gt;That will disclose what everybody knows&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;And everybody knows that you're in trouble&lt;br /&gt;Everybody knows what you've been through&lt;br /&gt;From the bloody cross on top of Calvary&lt;br /&gt;To the beach of Malibu&lt;br /&gt;Everybody knows it's coming apart&lt;br /&gt;Take one last look at this sacred heart&lt;br /&gt;Before it blows and everybody knows&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Everybody knows, everybody knows&lt;br /&gt;That's how it goes, everybody knows&lt;br /&gt;Everybody knows&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;(Leonard Cohen / Sharon Robinson, πρωτοκυκλοφόρησε το 1988 στο δίσκο &lt;em&gt;I'm your man&lt;/em&gt;)&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;/p&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/899842335629875184-2765274326827092923?l=rovithe.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://rovithe.blogspot.com/feeds/2765274326827092923/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=899842335629875184&amp;postID=2765274326827092923' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/2765274326827092923'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/2765274326827092923'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://rovithe.blogspot.com/2011/09/everybody-knows-leonard-cohen.html' title='Everybody knows (Leonard Cohen)'/><author><name>Β.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04558385148668497766</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='15' src='http://bp2.blogger.com/_UNj4GCqGEEM/R5pbGWfV7UI/AAAAAAAAABg/cKn8iKh1nw8/S220/image163.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://img.youtube.com/vi/GUfS8LyeUyM/default.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-899842335629875184.post-3179062893074997689</id><published>2011-09-17T00:12:00.007+03:00</published><updated>2011-09-19T23:18:59.063+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Στοιχεια προσωπικης μυθολογιας'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Ικαρια'/><title type='text'>Η κιθάρα σκεβρώνει</title><content type='html'>&lt;p&gt;&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/-6vX3-1LVeGQ/TlNvQ39aNjI/AAAAAAAABiQ/ZloExKXac3E/s1600/serenata.jpg"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 223px; DISPLAY: block; HEIGHT: 245px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5643977093715473970" border="0" alt="" src="http://3.bp.blogspot.com/-6vX3-1LVeGQ/TlNvQ39aNjI/AAAAAAAABiQ/ZloExKXac3E/s400/serenata.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;Το σχέδιο καταστρώθηκε την προηγούμενη μέρα, καθώς γύριζαν από τον πανηγύρι της Ακαμάτρας - δεκαπενταύγουστος ήτανε. Μια παρέα δεκαπεντάχρονα πες, άντε λίγο παραπάνω. Το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου (μια νόστιμη μελαχροινή, σχετικά καινούργια προσθήκη στην παρέα), προχωρούσε με ένα πλήθος άλλα κορίτσια μερικά βήματα μπροστά. Τα αγόρια ακολουθούσαν πιο πίσω, και στην ουρά η τριάδα. Ο Ένας (ο ενδιαφερόμενος) κι ο Άλλος (ο κολλητός του), κι ο Τρίτος (λίγο της προσκολλήσεως αυτός, πιο μεγάλος, δεν ήταν σταθερό μέλος της παρέας αλλά για την περίσταση είχε βάλει το λιθαράκι του). Κουβέντιαζαν χαμηλόφωνα, και ο Τρίτος τους εξηγούσε τις λεπτομέρειες του σχεδίου. Έτσι, έτσι, και μετά έτσι. Αλλά πρώτα θα πρέπει να κάνουμε πρόβα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Ένας κοίταζε τον Άλλο, και οι δύο μαζί τον Τρίτο. Δε γίνεται αλλιώς; Κάπως να μην εκτεθούμε; Αν δε βρέξεις κώλο, ψάρι δεν τρώς, επέμενε ο Τρίτος. Στο τέλος τους έψησε· ήταν και μεγαλύτερος, είπαμε, Σ' αυτές τις ηλικίες μετράνε αυτά. Πριν φτάσουν στον Εύδηλο, πλησίασαν το σκοτεινό αντικείμενο που λέγαμε και άρχισαν να της λένε κάτι ασυνάρτητα, ότι αύριο κάτι θα γίνει, και να έχει το νου της και τέτοια. Δε φάνηκε να προβληματίζεται και τόσο, δεν πήγε το μυαλό της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το άλλο βράδι μαζεύτηκαν στο λιμάνι, όπως πάντα. Οι γονείς δεν ήθελαν και πολλά πολλά ξεμοναχιάσματα στο μώλο, διότι ήταν υπόπτως σκοτεινά και τα παιδιά μπορούσαν να κάνουν διάφορα αίσχη στο μισοσκόταδο. Να ανάψουν τσιγάρο, ας πούμε. Ο Άλλος έκανε το συνηθισμένο κολπάκι, άναψε το τσιγάρο, το κάπνισε, και πέταξε τη γόπα αναμμένη κατακόρυφα προς τα πάνω. Μια από τις νυχτερίδες που περιφέρονταν γύρω από τις λάμπες στις κολώνες (και μάζευαν τα έντομα που ξεστράτιζαν τυφλωμένα) άρπαξε τη γόπα στον αέρα και την παράτησε μόλις κατάλαβε ότι δεν τρώγεται. Τα παιδιά δεν είδαν το ζώο, είδαν ωστόσο τη γόπα να διαγράφει μια περίεργη παραβολική τροχιά πριν πέσει στο έδαφος κάμποσα μέτρα παραπέρα. Ο Άλλος έβαλε τα γέλια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Χαζολόγησαν κάμποση ώρα, μέχρι που κάποια στιγμή εμφανίστηκε ο Τρίτος με μια κιθάρα. Έβγαλε την κιθάρα και άρχισε να γρατσουνάει, λίγο παράμερα. Δεν έπαιζε κάτι συγκεκριμένο, κούρδιζε μάλλον. Στην παρέα κάποιοι τον ήξεραν καλά, κάποιοι όχι, αλλά δεν ήταν ώρα για συστάσεις. Τα περισσότερα κορίτσια (και αγόρια, και αγόρια...) είχαν περιορισμούς στην ώρα επιστροφής, και το πολύ κατά τα μεσάνυχτα έπρεπε να είναι σπίτι, ή και νωρίτερα, λες και θα μεταμορφωνόντουσαν σε Σταχτοπούτες μόλις χτυπούσε το ρολόι. Η παρέα αραίωσε μέχρι διαλύσεως· πριν εξαφανιστεί το σκοτεινό αντικείμενο, ο Ένας πρόλαβε και της είπε ψυθιστά στο αυτί «&lt;em&gt;Μην κοιμηθείς αμέσως&lt;/em&gt;». Εκείνη ρώτησε γιατί. «&lt;em&gt;Δε σου είπα ότι κάτι θα γίνει&lt;/em&gt;;» είπε αυτός, λίγο μυστηριωδώς. «&lt;em&gt;Με τρομάζεις!&lt;/em&gt;» απάντησε εκείνη γελώντας· στα αστεία πάντως, δεν την τρόμαζε. Έφυγε. Στο τέλος ξέμεινε η τριάδα να ακούει το κύμα στον κυματοθραύστη. Ο Τρίτος έκανε μια προσπάθεια να παίξει αρκετά δυνατά ώστε να ακούγεται, αλλά λίγο μάταια. Ύστερα έβαλε τους άλλους δύο να επαναλάβουν τους στίχους που τους είχε ψευτοδιδάξει το απόγευμα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;- Ρε λες να το αφήναμε;&lt;/em&gt; είπε ο Ένας.&lt;br /&gt;&lt;em&gt;- Τώρα δε γίνεται&lt;/em&gt;, είπε ο Άλλος. &lt;em&gt;Τώρα της είπαμε να περιμένει κάτι.&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;- Κι αν δε δουλέψει;&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;- Θα δουλέψει&lt;/em&gt;, είπε ο Τρίτος αποφασιστικά - άλλωστε δική του ήταν η ιδέα και έπρεπε να την υπερασπιστεί.&lt;em&gt; Άντε, πάμε.&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Περπάτησαν στο μισοσκόταδο (ο φωτισμός του λιμανιού ήταν από τότε σε κακό χάλι, όπως και σήμερα) μέχρι το αμμουδάκι, κι ύστερα σφυρίζοντας αδιάφορα πέρασαν (με την κιθάρα υπό μάλης) μπροστά από τα τραπεζάκια των εστιατορίων που έκλειναν. Πλησίασαν το έρημο πλακόστρωτο με προφυλάξεις, και χώθηκαν αριστερά σε ένα μονοπατάκι. Ανέβηκαν τριάντα-σαράντα μέτρα ακροποδητί. Κιχ δεν ακουγόταν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;- Εδώ είναι&lt;/em&gt;, είπε ψιθυριστά ο Ένας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έδειξε ένα μπαλκόνι που έβλεπε σε μια αυλή, το μονοπάτι ήταν στο πλάι. Από πάνω τους ήταν ένα παράθυρο, μισάνοιχτο. Το σπίτι ήταν σκοτεινό. Ο Τρίτος έβγαλε αργά την κιθάρα, παρέδωσε τη θήκη στον Άλλο και έψαξε μια βολική θέση. Στο τέλος βολεύτηκε στο κεφαλόσκαλο του απέναντι σπιτιού, στην άλλη πλευρά του μονοπατιού, που ήταν ευτυχώς ακατοίκητο. Ο Ένας κι ο Άλλος παρατάχθηκαν απέναντί του, δεξιά και αριστερά από το υπερυψωμένο παράθυρο. Για μια στιγμή κράτησαν όλοι την αναπνοή τους. Ύστερα ο κιθαρίστας έφερε τον παράμεσο του δεξιού στη μι καντίνι και με το αριστερό γλίστρισε πάνω στα τάστα, παίζοντας τις πρώτες νότες από τη Ρομάντζα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν έπαιζε χάλια, αλλά δεν ακουγόταν σχεδόν καθόλου. Το καταλάβαινε και μόνος του, χωρίς να χρειάζεται τα νοήματα «πιο δυνατά» που του έκαναν ο Ένας κι ο Άλλος. Έπαιξε όλο το πρώτο μέρος χωρίς να σταματήσει όμως, με την κρυφή ελπίδα ότι το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου θα έχει στήσει αυτί ακριβώς πίσω από τα κουφωμένα παντζούρια και δε θα χάνει νότα. Μάταιη ελπίδα· τίποτα ζωντανό δεν ακούστηκε από το στοιχειωμένο σπίτι. Ο Ένας κι ο Άλλος τον κοίταζαν με απελπισία. Έβαλε τα δυνατά του· το δεύτερο μέρος το έπαιξε λίγο πιο τσάτρα πάτρα, αλλά χτυπώντας τις χορδές με δύναμη. Αισθητικά δεν ήταν τέλειο, αλλά ακουγόταν λίγο περισσότερο. Και πάλι όμως, ψυχή ζώσα δεν ακούστηκε από το σπίτι. Ο κιθαρίστας δεν πτοήθηκε, και έπαιξε όσο πιο δυνατά του επέτρεπαν τα νύχια του κάτι που έμοιαζε πάλι με το πρώτο μέρος, υπό το έντρομο βλέμμα των παραστατών του. Αυτή τη φορά κάτι σάλεψε μέσα στο σπίτι· σαν κάποιος να βημάτισε, χωρίς όμως να ανάψει φως. Οι τρεις καμπαλέρος κοιτάχτηκαν αναθαρρημένοι. Ο κιθαρίστας έκανε νόημα στους άλλους δύο· είχε φτάσει η ώρα να αλλάξουν τροπάριο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Άρχισε να παίζει ένα μπερδεμένο αρπέζ σε ρε μινόρε, που το συμμάζεψε καθ' οδόν για να το φέρει πιο ρυθμικά, καθώς έμπαιναν και οι τρεις μαζί τραγουδιστά. Δηλαδή τι τραγουδιστά, ξεψυχισμένα όσο δεν πάει, αλλά επειδή ήταν τρεις μαζί κάπως ακούστηκε, μια ελαφρώς παράφωνη μελωδία στην ησυχία της ικαριακής νύχτας:&lt;br /&gt;&lt;blockquote&gt;&lt;em&gt;Ξύπνα, μικρό μου, κι άκουσε&lt;br /&gt;κάποιο μινόρε της αυγής&lt;br /&gt;για σένανε είναι γραμμένο&lt;br /&gt;από το κλάμα κάποιας ψυχής... &lt;/em&gt;&lt;/blockquote&gt;Ένα φως άναψε μέσα στο σπίτι, αλλά όχι στο παράθυρο που τραγουδούσαν. Στο δωμάτιο που έβλεπε στο μπαλκονάκι· πρέπει να ήταν η κουζίνα. Η αναθαρρημένη παρέα (η ψυχούλα τους το ήξερε βέβαια...) συνέχισαν πιο δυνατά:&lt;br /&gt;&lt;blockquote&gt;&lt;em&gt;Το παραθύρι σου άνοιξε&lt;br /&gt;ρίξε μου μια γλυκειά ματιά...&lt;/em&gt;&lt;/blockquote&gt;Το παραθύρι όντως άνοιξε, αλλά αντί για τη γλυκειά ματιά εμφανίστηκε ένα χέρι με μια κατσαρόλα που αναποδογυρίστηκε απότομα. Τα νερά περιέλουσαν (όχι πολύ) τον κιθαρίστα, που πάνω στη σύγχιση πρόλαβε απλώς να πει:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;- Μη, η κιθάρα σκεβρώνει!&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αλλά ήταν αργά πια· κι ο Ένας κι ο Άλλος είχαν βγάλει φτερά στα πόδια κι ακόμα τρέχουν. Ο κιθαρίστας έμεινε να στάζει (όχι πολύ, είπαμε...) πάνω στο βουβαμένο μουσικό όργανο. Ένα μελαχροινό κεφάλι, σκασμένο στα γέλια, εμφανίστηκε στο παραθύρι. Αντί να δει όμως αυτούς που περίμενε, είδε τον μαραμένο Τρίτο να την κοιτάει με ύφος απελπισίας. Δίπλα εμφανίστηκε ένα άλλο μελαχροινό κεφάλι (της μεγαλύτερης αδελφής, που είχε και την ιδέα του μπουγέλου άλλωστε). Κοίταξε τον κιθαρίστα με απορία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;- Αυτός πάλι ποιος είναι;&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το σκοτεινό αντικείμενο (του πόθου των άλλων...) κατέβηκε με κάτι πετσέτες. Ο κιθαρίστας καθόταν στην ίδια θέση, στο κεφαλόσκαλο του απέναντι έρημου σπιτιού. Δόθηκαν κάτι στοιχειώδεις εξηγήσεις (&lt;em&gt;συγγνώμη, δεν ήθελα να σε βρέξω, δεν ήξερα ότι η κιθάρα σκεβρώνει, μα πώς βρέθηκες εσύ εδώ - ναι, βασικά έκανα μια εξυπηρέτηση σε κάτι παλληκάρια που μάλλον θα αργήσουν να ξαναφανούν, ναι καλά δεν πειράζει τέλος πάντων - βασικά δεν ξέρω από καντάδες, δε μου έχουν ξανακάνει, αλλά η αδελφή μου μου είπε ότι το σωστό είναι να σας μπουγελώσουμε, έτσι λέει η παράδοση - κοίτα, ούτε εγώ έχω ξανακάνει, αλλά δεν ήταν ανάγκη να ρίξεις κι έναν κουβά - μα δε σου έριξα κουβά, ένα ποτηράκι ήτανε, μας έχουν κόψει το νερό κι έβαλα από το ψυγείο&lt;/em&gt;). Και μετά σαν κάτι να θυμήθηκε, τη ρώτησε:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;- Πώς σε λένε είπαμε;&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Του είπε. Ύστερα γέλασε με ένα πνιχτό γελάκι. Τον κοίταξε λίγο λοξά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;- Εσένα;&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Της είπε κι αυτός. Είπαν χαίρω πολύ· μίλαγαν για κάμποση ώρα περί ανέμων και υδάτων, πώς βρέθηκε να κάνει διακοπές στο νησί ο καθένας τους, πώς ήταν το πανηγύρι χτες, (η μεγάλη αδελφή βγήκε κάποια στιγμή στο παράθυρο και είπε «&lt;em&gt;μην αργήσεις πολύ&lt;/em&gt;» και η μικρή συγκατένευσε), αν ακούστηκε η Ρομάντζα (όχι, καθόλου, μόνο το τραγούδι), μα καθόλου; όχι, καθόλου. Θες να την ξαναπαίξω τώρα που ακούς;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και άρχισε πάλι να παίζει τη Ρομάντζα («&lt;em&gt;ωραίο είναι, ποιανού είναι;&lt;/em&gt;» και της είπε ότι είναι ανώνυμου, έτσι λέγεται, η Ρομάντζα του ανώνυμου) και πάνω που θα έπαιζε, καλά ίσως, το δεύτερο μέρος, εμφανίστηκαν ο Ένας κι Άλλος με τη θήκη παραμάσχαλα σα να μη συμβαίνει τίποτα και είπανε «&lt;em&gt;ρε συ, ξέχασες τη θήκη στο μώλο και πήγαμε να στη φέρουμε&lt;/em&gt;», και ο Ένας είπε στην κοπέλα κάτι σαν «&lt;em&gt;Γεια σου&lt;/em&gt;» και κάπως σα να κοκκίνησε, κι εκείνη είπε επίσης «&lt;em&gt;Γεια&lt;/em&gt;» αλλά μέ ένα ύφος σα να του έλεγε «άλλος έπρεπε να φάει το μπουγέλο κι άλλος το έφαγε», κι ύστερα έκατσαν και οι τέσσερις και είπανε διάφορα άλλα τραγουδάκια, ξανά το «Μινόρε» και το «Μη μιλάς άλλο γι' αγάπη» και γενικά διάφορα που ήτανε απλές συγχορδίες μι-ρε-λα, διότι ο κιθαρίστας δεν ήτανε και πολλής περιωπής και δεν ήξερε πολλά, άσε που από την άλλη η κοπέλα δεν τα ήξερε τα κομμάτια γιατί είχε μεγαλώσει στο εξωτερικό και δεν τα είχε ξανακούσει, χώρια που η αλήθεια είναι ότι και τα παλληκάρια κάτι σε Duran-Duran θα προτιμούσανε (δεκαετία '80 ήτανε άλλωστε) αλλά ο κιθαρίστας που είχε και την ιδέα αδυνατούσε να τους βοηθήσει σε αυτό, και μείνανε και λέγανε διάφορα ξανά περί ανέμων και υδάτων μέχρι που ο Άλλος πήρε κάποια στιγμή τον κιθαρίστα και φύγανε, κι έμεινε ο Ένας και η κοπέλα (και η μεγάλη αδελφή να ελέγχει την κατάσταση από ψηλά, καλού κακού).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αλλά δεν έμειναν πολύ γιατί δυο-τρία λεπτά αργότερα άρχισε - παράξενο πράγμα, Αύγουστο μήνα! - να ψιχαλίζει, κι η κοπέλα καληνύχτισε και ξαναμπήκε στο σπίτι, κι ό Ένας πήγε και βρήκε τον Άλλο και τον κιθαρίστα στη έρημη πλατεία, περασμένες δύο η ώρα, και τον ρώταγαν «&lt;em&gt;τι έγινε, τι έγινε;&lt;/em&gt;» και τους είπε «&lt;em&gt;έβρεξε&lt;/em&gt;», κι ύστερα τράβηξε ο καθένας για το σπίτι του διότι θα είχανε πρόβλημα τέτοια ώρα με τους γονείς και τους κηδεμόνες, εκτός από τον κιθαρίστα που είχε τελειώσει το σχολείο μόλις και περίμενε να βγουν οι βαθμοί από τις Πανελλήνιες (που τώρα τις έλεγαν Πανελλαδικές, καλοκαίρι '85 πρέπει να ήτανε) και είχε μια ελευθερία παραπάνω από τους μικρούς, αλλά τι να έκανες στον έρημο Εύδηλο δύο η ώρα τη νύχτα, στις δεκάξι Αυγούστου, κι έτσι πήρε να ανηφορίζει το πλακόστρωτο με την κιθάρα υπό μάλης, και συνέχισε να ψιχαλίζει, κι όλο μουρμούραγε δρόμο-δρόμο «η κιθάρα σκεβρώνει, λέμε» και πρόλαβε και χώθηκε στο στενάκι του λίγο πριν αρχίσει να πέφτει πραγματική δυνατή καλοκαιρινή βροχή, χοντρές σταγόνες που έσκαγαν πάνω στη θήκη της κιθάρας και το μακώ μπλουζάκι που φορούσε, κι ύστερα έπεσε και κοιμήθηκε προσπαθώντας να θυμηθεί πώς είπαμε ότι τη λέγανε την κοπέλα, α, ναι, έτσι, και τελικά δεν της έπαιξα το δεύτερο μέρος της Ρομάντζας, να θυμηθώ να της το παίξω αύριο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="center"&gt;- . - . -&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εικοσικάμποσα χρόνια μετά, το εν λόγω αύριο εκκρεμεί βέβαια, και θα δυσκολευτεί να άρει την εκκρεμότητα καθώς μόνο αραιά και πού συναντάει σε κάποια άκρη του κόσμου το πάλαι ποτέ σκοτεινό αντικείμενο, που μια χαρά φωτεινότατη είναι βέβαια στην πραγματικότητα, πάντα όμορφη (όχι ότι έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία αυτό), τον Έναν και τον Άλλο πάλι δεν τους βλέπει, αν και καμμιά φορά ανταλάσσουν καμμιά σαχλαμάρα στο facebook, τα καλοκαίρια κατεβαίνει σταθερά στον Εύδηλο, αλλά οι παρέες του είναι άλλες, κι έχει κόψει τα νύχια πλέον και την κιθάρα έχει πάψει να την κουβαλάει από δω κι από κει, ποτέ δεν έμαθε παραπάνω συγχορδίες ή κάτι περισσότερο από την ύλη της πρώτης κατωτέρας και τη Ρομάντζα που ήταν το κομμάτι που έπαιξε στις εξετάσεις, απλά τυχαίνει πότε πότε να περνάει από το ίδιο μονοπάτι που τώρα έχει βέβαια πλακοστρωθεί, και κάτω από το σπίτι και το μισάνοιχτο παράθυρο (που φυσικά άλλοι μένουν τώρα, περιστασιακά έμενε η οικογένεια της κοπέλας το καλοκαίρι εκείνο) κοντοστέκεται στο κεφαλόσκαλο του ακατοίκητου απέναντι σπιτιού (που έμαθε χρόνια μετά ότι ανήκε σε έναν προπάππου του, για φαντάσου!) και για λίγο σκέφτεται το Μινόρε και τη Ρομάντζα κι ότι δε θυμάται από πότε έχει να βρέξει Αύγουστο μήνα (ψέμματα, μια χαρά θυμάται, αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σκέφτεται ακόμα ότι εκείνη η κιθάρα πρέπει να έχει πια για τα καλά σκεβρώσει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;iframe height="315" src="http://www.youtube.com/embed/PzuIq98dIQA?rel=0" frameborder="0" width="420"&gt;&lt;/iframe&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Η Ρομάντζα (ανωνύμου), ισπανικής προέλευσης μάλλον, από τα πιο κλασικά κομμάτια για του κιθαρίστες. Εννοείται ότι ο οργανοπαίκτης της ιστορίας μας δεν έπαιζε τόσο καλά όσο ο συμπαθής κύριος στο youtube, και φυσικά τα τρέμολα και οι λοιπές ομορφιές στο φινάλε δεν υπήρχαν στην υπαίθρια ικαριακή παράσταση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το «Μινόρε της αυγής» είναι γνωστό κανταδόρικο ρεμπετοειδές του Σπ. Περιστέρη, που ήταν σχετικά διάσημο στη δεκαετία του '80 χάρη σε ένα σήριαλ της εποχής. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η εικόνα στην κορυφή είναι από το μπλογκ kantades.blogspot.com&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/p&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/899842335629875184-3179062893074997689?l=rovithe.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://rovithe.blogspot.com/feeds/3179062893074997689/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=899842335629875184&amp;postID=3179062893074997689' title='6 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/3179062893074997689'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/3179062893074997689'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://rovithe.blogspot.com/2011/09/blog-post_17.html' title='Η κιθάρα σκεβρώνει'/><author><name>Β.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04558385148668497766</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='15' src='http://bp2.blogger.com/_UNj4GCqGEEM/R5pbGWfV7UI/AAAAAAAAABg/cKn8iKh1nw8/S220/image163.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://3.bp.blogspot.com/-6vX3-1LVeGQ/TlNvQ39aNjI/AAAAAAAABiQ/ZloExKXac3E/s72-c/serenata.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>6</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-899842335629875184.post-2179441761472335637</id><published>2011-09-11T19:37:00.001+03:00</published><updated>2011-09-11T21:29:09.887+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Δωρα μεταξυ φιλων'/><title type='text'>Η Μπουμπού στο Παρίσι</title><content type='html'>&lt;p&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/-6XZAIcZkggg/TmzMrmEdS8I/AAAAAAAABjw/00Z9Vwj6H3U/s1600/DSC02831.JPG"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 400px; DISPLAY: block; HEIGHT: 300px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5651116681768815554" border="0" alt="" src="http://2.bp.blogspot.com/-6XZAIcZkggg/TmzMrmEdS8I/AAAAAAAABjw/00Z9Vwj6H3U/s400/DSC02831.JPG" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Η Μπουμπού χαζεύοντας τους χιονισμένους δρόμους κάπου κοντά στο Gare du Nord, Δεκέμβριος 2010.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Να πω ότι συμπαθιόμαστε ιδιαίτερα, ψέματα θα σας πω. Δε φταίει βέβαια η ίδια η Μπουμπού (ούτε κι εγώ, εκουσίως τουλάχιστον), αλλά ο καθένας πρέπει να πηγαίνει σύμφωνα με τη φύση του. Η φύση της Μπουμπούς λοιπόν είναι να γλείφει το τρίχωμά της όπως όλες οι γάτες, οπότε το σάλιο της ξεραίνεται και κάνει μια ανεπαίσθητη σκονίτσα που απλώνεται σε όλο το σπίτι, στα έπιπλα και στους τοίχους και στα ρούχα και στα σεντόνια και στον αέρα. Οι πιο πολλοί άνθρωποι δεν το αντιλαμβάνονται καθόλου (είναι η φύση τους τέτοια), αλλά η δικιά μου η φύση με προίκισε με ένα ανήσυχο ανοσοποιητικό σύστημα που μόλις έρθει σε επαφή με την εν λόγω σκονίτσα τρελλαίνεται και πιστεύει ότι πρέπει να αντιδράσει σπασμωδικά. Έτσι, πρώτα δακρύζω, μετά φταρνίζομαι, μετά με πιάνει δύσπνοια, και στη μισή ώρα πάνω νιώθω μια ακατανίκητη ανάγκη να πάρω τους δρόμους, μακριά από τη Μπουμπού και όλες τις γάτες αυτού του κόσμου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αν τα θυμάμαι καλά, η Μπουμπού είχε βρεθεί ως εγκαταλελλειμένο γατάκι κάτω από ένα αυτοκίνητο στα Γιάννενα, όπου και σπούδαζε εκείνη την εποχή η φίλη μου η Κ. (τύποις ιδιοκτήτρια της Μπουμπούς, αν και με τις γάτες ποτέ δεν ξέρεις ποιος είναι το αφεντικό, η γάτα ή ο άνθρωπος). Στην πορεία βρέθηκε στην Αθήνα, και αργότερα στην Κρήτη, κατά τη διάρκεια των μεταπτυχιακών σπουδών της Κ. (είναι γνωστό ότι &lt;a href="http://rovithe.blogspot.com/2008/02/blog-post_08.html"&gt;τα μικρά παπάκια &lt;/a&gt;όταν μεγαλώσουν γίνονται μεταναστευτικές πάπιες, κάτι άλλα είδη που τους πιάνει το ταξιδιάρικο στα τριανταοχτώ τους δεν ξέρω πού να τα κατατάξω...). Νομίζω ότι την πρωτοσυνάντησα στο πλοίο με το οποίο κατέβαινα στην Κρήτη για να εγκατασταθώ, λίγο μετά την πρωτοχρονιά του 2007. Συνταξιδεύαμε, αλλά αρχικά δεν την πήρα είδηση, μέχρι που ενώ κουβέντιαζα ήσυχα ήσυχα με την Κ. άρχισα αιφνιδίως να φταρνίζομαι. Η αίσθηση δεν ήταν πρωτόγνωρη, οπότε ψυλλιάστηκα την αιτία· η Κ. μου την παρουσίασε υπερηφάνως. Γρήγορα κατάλαβα ότι δε θα επισκεπτόμουν ποτέ το σπίτι της· και όντως δεν βρέθηκα εκεί όσο καιρό έμεινε στο Ηράκλειο, παρόλη την παρέα που κάναμε. Μετά έφυγε για το Παρίσι για να ξεκινήσει μια διατριβή· μιλάγαμε καμμιά φορά στο skype, όπου η Μπουμπού εμφανιζόταν στην οθόνη (που για κάποιο λόγο τη συμπαθούσε πολύ) και ενίοτε πατούσε και κάνα τυχαίο πλήκτρο γράφοντας ακατανόητες φράσεις στο πεδίο ανταλλαγής μηνυμάτων.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όταν βρέθηκα κι εγώ με τη σειρά μου στας Ευρώπας, τρεις ώρες με το τραίνο από το Παρίσι, προβληματίστηκα. Παρόλη την ανοιχτή πρόσκληση της Κ. (που είχε ήδη κάνει μια περαντζάδα από την Ολλανδία και με χαρά θα με φιλοξενούσε), ήξερα τι με περιμένει. Η Μπουμπού φυσικά δεν είχε καμμιά κατανόηση για το πρόβλημα, άλλωστε σπίτι της βρισκόταν· ο φιλοξενούμενος ήμουν εγώ. Η Κ. είχε προσφερθεί να περιορίσει τη γάτα στο ένα δωμάτιο για όσες μέρες θα έμενα μαζί τους, αλλά εγώ ήμουν σίγουρος από προγενέστερη εμπειρία ότι ακόμα και αν η γάτα έχει εκλείψει για καιρό από το σπίτι, η ανεπαίσθητη σκονίτσα το κάνει το θαύμα της. Η πρεμούρα όμως να δω το Παρίσι (στο οποίο είχα ξαναπάει, αλλά πάντα περαστικός και δεν είχα ποτέ χρόνο στη διάθεσή μου) ήταν μεγαλύτερη από το φόβο ότι θα τρέχω να παίρνω τους δρόμους, οπότε μάζεψα ό,τι πιο χοντρό ρούχο είχα (Δεκέμβρης ήτανε, και χιόνιζε κάργα σε όλη τη δυτική Ευρώπη), χώθηκα στο τραίνο και έφτασα στο σταθμό του Βορρά ένα βράδι Πέμπτης, με εισιτήριο επιστροφής για Κυριακή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Μπουμπού φυσικά με αντιμετώπισε με αδιαφορία, όπως όλους τους μη μόνιμους κατοίκους του σπιτιού. Η ίδια ήταν κανονική ένοικος, και η Κ. όταν αναφερόταν στους κατοίκους του σπιτιού έλεγε «&lt;em&gt;εμείς οι τέσσερις&lt;/em&gt;», δηλαδή η Ε., ο Ψηλός, η ίδια, και η Μπουμπού. Βέβαια το νοίκι το πλήρωναν δια τρία, αλλά ό,τι άλλο υπήρχε μοιραζόταν στα τέσσερα, φαντάζομαι. Η Ε. ήτο ελληνίς (και φαν της Ικαρίας ολωσδιόλου) οπότε προς μεγάλη μου χαρά είχαμε θέματα για συζήτηση σε κοινή γλώσσα. Ο Ψηλός πάλι (όνομα και πράγμα) ήτο λίαν φιλέλλην αν και Γάλλος, (λογικό βέβαια, αφού συγκατοικούσε με τρεις ελληνίδες, της Μπουμπούς συμπεριλαμβανομένης, ας έκανε κι αλλιώς). Ο φιλελληνισμός του εμπεριείχε και μια παθολογική αγάπη για τα ρεμπέτικα τραγούδια· ένας φίλος του, εξίσου Γάλλος, είχε φτιάξει ένα κόμικ με ρεμπέτες πρωταγωνιστές, με πρότυπα το Βαμβακάρη και την ξακουστή τετράδα του Πειραιώς. Ο Ψηλός μου το έδειξε με ενθουσιασμό (δεν καταλάβαινα βέβαια τους διαλόγους, αργότερα είδα ότι βγήκε και &lt;a href="http://www.comicdom.gr/2011/01/27/%CF%81%CE%B5%CE%BC%CF%80%CE%B5%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%BF-%CF%84%CE%BF-%CE%BA%CE%B1%CE%BA%CE%BF-%CE%B2%CE%BF%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%B9/"&gt;στα ελληνικά &lt;/a&gt;από την Ελευθεροτυπία, αν και διάβασα &lt;a href="http://www.enet.gr/?i=news.el.article&amp;amp;id=239224"&gt;μια κριτική &lt;/a&gt;από τον κομίστα Γιάννη Καλαϊτζή, που μάλλον το περνάει πριονοκορδέλλα, φοβούμαι...). Στο σπίτι υπήρχε και ένα πικάπ και κάμποσοι δίσκοι βινυλίου· για κάποιο λόγο αισθάνθηκα πολύ οικεία, σα να είχα επισκεφτεί κάτι από τη δεκαετία του '80.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/-yYn6gHc0JZI/TmzMZv0MavI/AAAAAAAABjo/zRFARlitpYE/s1600/DSC02896.JPG"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 400px; DISPLAY: block; HEIGHT: 300px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5651116375147309810" border="0" alt="" src="http://1.bp.blogspot.com/-yYn6gHc0JZI/TmzMZv0MavI/AAAAAAAABjo/zRFARlitpYE/s400/DSC02896.JPG" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Από αριστερά, η Κ., η Ε., ο Ψηλός και πάνω από όλους η Μπουμπού εκφράζοντας τα πηγαία της αισθήματα. Έργο άγνωστου (σε εμένα) καλλιτέχνη, μέρος του ντεκόρ&lt;/span&gt;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αλλά η Μπουμπού ήταν εκεί και η καταλυτική της παρουσία με επανέφερε στο σήμερα με δάκρυα και φταρνίσματα. Ευτυχώς η Ε. (καλή της ώρα) με έπεισε να δοκιμάσω ένα μπλε χαπάκι (όχι Βιάγκρα, μην πάει το μυαλό σας στο κακό) που κατέστελλε κάπως τα επίπεδα της ισταμίνης στον οργανισμό μου κι έκανε τη συμβίωση ανεκτή. Έτσι η Μπουμπού όχι μόνο ξεπόρτιζε από το δωμάτιο, αλλά κάποια στιγμή ήρθε και θρονιάστηκε πάνω μου όπως ήμουν μισοξαπλωμένος στον καναπέ. Εξαιρουμένης της αλλεργίας, τις γάτες τις αγαπάω και εμφανώς τις προτιμώ από τα σκυλιά (άλλο τώρα αν &lt;a href="http://rovithe.blogspot.com/2008/06/blog-post_08.html"&gt;έχω μπλέξει με σκυλιά &lt;/a&gt;σε διάφορες άλλες φάσεις ζωής). Κι έτσι με κάποια παράξενη ευχαρίστηση άρχισα να τη χαϊδεύω (υπό την ισχυρή επήρεια του μπλε χαπιού, ομολογουμένως), και η Μπουμπού γουργούριζε για ώρα, μέχρι που κάποτε βαρέθηκε και πήγε στο παράθυρο να χαζέψει το χιόνι που έπεφτε στο χειμωνιάτικο Παρίσι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Με τους υπόλοιπους ενοίκους μοιραζόμασταν διάφορα αποκτήματα των ημερών: φρέσκο ψωμί και φέτα (ελληνική) και ελιές και χαλβά (αγορασμένα από τον Τούρκο της γωνίας), τη ρακή που απόσταξε ο κυρ-Αλέξανδρος στη Γαρίπα και την έστειλε στην κόρη του τη &lt;a href="http://rovithe.blogspot.com/2009/05/blog-post_12.html"&gt;Μαρίστρα &lt;/a&gt;στο Ηράκλειο (χωρίς να φανταστεί ότι θα κατέληγε κάποια στιγμή να την πίνουν κάτι άσχετοι τύποι στο Παρίσι, μέσω Άμστερνταμ κιόλας), καφέ Λουμίδη σε φλυτζανάκι του εσπρέσσο, χαλαρές κουβέντες για μουσική και ταξίδια, για διακοπές στην Ικαρία και στην Κρήτη, σχέδια για το μέλλον όταν θα τελείωνε η φοιτητική περίοδος (για μένα και για τη Μπουμπού έχει τελειώσει από χρόνια, αλλά οι άλλοι τρεις είναι νέα παιδιά ακόμα), ιστορίες από ρεμπέτικα τραγούδια σε ένα μίγμα αγγλογαλλικών και ελληνικών της διασποράς (όπου οι γλώσσες μπερδεύονται ενίοτε ανάλογα με το συνομιλητή και προκύπτει ένα αποτέλεσμα αστείο καμμιά φορά) και μια ανάλαφρη διάθεση σαββατοκύριακου, πριν ο καθένας γυρίσει στην καθημερινότητα και τα άγχη του, στα εργαστήρια και τα σπουδαστήρια και τις προσομοιώσεις.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αλλά η Μπουμπού αδιαφορούσε για όλα αυτά· ενδιαφέρθηκε λίγο για τα χάδια της Κ. κι ύστερα αποσύρθηκε πάλι στο παράθυρο κοιτάζοντας έξω. Θυμάμαι ότι το χιόνι έπεφτε χωρίς να το στρώνει, κι ακόμα θυμάμαι την Κ. να λέει ότι μέχρι του χρόνου το φθινόπωρο που θα τέλειωνε η υποτροφία της θα ζούσε ακόμα στο Παρίσι και να ξαναπάω όποτε ήθελα. Το επίμαχο φθινόπωρο έφτασε και μαζί του διάφορες αλλαγές, άλλες αναμενόμενες και άλλες λίγο πιο απότομες. Προχτές μιλήσαμε και ανταλλάξαμε τα νέα του καλοκαιριού· μου είπε ότι δεν ήρθε στην Ελλάδα διότι έχει πολλή δουλειά γράφοντας τη διατριβή της, την οποία πρέπει να παρουσιάσει εντός δύο μηνών. Μετά ίσως βρει δουλειά σε μια άλλη πόλη, πιο νότια. Τη ρώτησα για τους άλλους ενοίκους και μου είπε ότι υπάρχουν πλέον δυο δωμάτια για υπενοικίαση, καθότι σήμερα η Ε. επρόκειτο να αλλάξει διαμονή και οι άλλοι τρεις (και η Μπουμπού) αποφάσισαν να συμπτυχθούν για λόγους οικονομίας (είναι πανάκριβα τα ενοίκια στο Παρίσι και η υποτροφία τελειώνει οσονούπω). Πάντως μου διευκρίνισε ότι ο καναπές είναι διαθέσιμος όποτε θέλω να πάω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το σκέφτομαι σοβαρά. Στο ράφι της βιβλιοθήκης αναπαύονται τα μπλε χαπάκια (που μετά της παριζιάνικη εμπειρία θεώρησα καλό να κουβαλάω μαζί μου σε ημιμόνιμη βάση). Μου λείπει βέβαια η ταξιδιωτική διάθεση που με διακατείχε πριν κάνα χρόνο, καθώς εσχάτως όλο πηγαινοέρχομαι, αλλά νομίζω ότι θα την ξαναβρώ χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα. Μου λείπει ακόμα η ρακή του κυρ-Αλέξανδρου (ήπια πριν κάνα δεκαήμερο τις τελευταίες γουλιές και της δεύτερης παρτίδας που μου έστειλε η &lt;a href="http://rovithe.blogspot.com/2009/05/blog-post_12.html"&gt;καλή Μαρίστρα&lt;/a&gt;) και σκέφτομαι πως δε μπορώ να πάω με άδεια χέρια. Μου λείπει τέλος ο χρόνος καθώς πνίγομαι στη δουλειά ακόμα και τα Σαββατοκύριακα, αλλά η Κ. είναι ξεκάθαρη: «&lt;em&gt;Δεν ξέρω τι θα κάνεις, αλλά στην παρουσίασή μου θα έρθεις ο κόσμος να χαλάσει. Θα είναι αγγλικά και θα καταλαβαίνεις!&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οπότε το βλέπω να 'ρχεται. Κι ακόμα κι αν δεν έρθει τώρα αμέσως, έχω μια περίεργη αίσθηση ότι με τη Μπουμπού σύντομα θα μεταναστεύσουμε και πάλι προς την ίδια κατεύθυνση, κάπου στα νοτιοδυτικά, περίπου την ίδια εποχή. Το βλέπω να 'ρχεται: θα ξαναγουργουρίσει πάλι, κι εγώ θα ξαναφταρνιστώ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο καθένας ανάλογα με τη φύση του, είπαμε...&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/899842335629875184-2179441761472335637?l=rovithe.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://rovithe.blogspot.com/feeds/2179441761472335637/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=899842335629875184&amp;postID=2179441761472335637' title='2 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/2179441761472335637'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/2179441761472335637'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://rovithe.blogspot.com/2011/09/blog-post_11.html' title='Η Μπουμπού στο Παρίσι'/><author><name>Β.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04558385148668497766</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='15' src='http://bp2.blogger.com/_UNj4GCqGEEM/R5pbGWfV7UI/AAAAAAAAABg/cKn8iKh1nw8/S220/image163.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://2.bp.blogspot.com/-6XZAIcZkggg/TmzMrmEdS8I/AAAAAAAABjw/00Z9Vwj6H3U/s72-c/DSC02831.JPG' height='72' width='72'/><thr:total>2</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-899842335629875184.post-9073266162676855615</id><published>2011-09-07T18:34:00.009+03:00</published><updated>2011-09-08T01:15:38.073+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Δανεικες Λεξεις'/><title type='text'>Ατυχήσατε, κύριε συνάδελφε (από μνήμης)</title><content type='html'>&lt;p&gt;&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/-_BeY1uojPb0/TmfmDVM0zhI/AAAAAAAABjY/OUIJ3LbL3rw/s1600/kyrkos.JPG"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 282px; DISPLAY: block; HEIGHT: 400px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5649737202464509458" border="0" alt="" src="http://3.bp.blogspot.com/-_BeY1uojPb0/TmfmDVM0zhI/AAAAAAAABjY/OUIJ3LbL3rw/s400/kyrkos.JPG" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;Την ιστορία (ανέκδοτο, μάλλον...) την είχε αφηγηθεί αν θυμάμαι καλά ο Λεωνίδας Κύρκος, και πρέπει να την είχα διαβάσει στο περιοδικό ΑΝΤΙ κάπου στα μέσα της δεκαετίας του 1980. Τη θυμάμαι βέβαια από μνήμης· αν και κάποτε τα μάζευα τα τεύχη (&lt;em&gt;θα βρίσκονται ακόμα τα καϋμένα πουθενά...&lt;/em&gt;) τρέχα γύρευε τώρα να διασταυρώνεις. Με κάθε επιφύλαξη λοιπόν (καθώς η μνήμη παίζει περίεργα παιχνίδια) σας τη μεταφέρω όπως τη θυμήθηκα πρόσφατα, μετά το θάνατο του αφηγητή της. Ο εις εκ των πρωταγωνιστών της δεν ξέρω ποιος είναι, εικάζω πάντως ότι δεν θα ήτο ο ίδιος ο Λεωνίδας αλλά κάποιος συμφοιτητής του στην Ιατρική Σχολή (την οποία ποτέ δεν τελείωσε). Ο έτερος των πρωταγωνιστόν ήταν ο Καθηγητής &lt;a href="http://www.biol.uoa.gr/istorika-stoixeia/georgios-pantazis.html"&gt;Γ. Πανταζής&lt;/a&gt;, ο οποίος υπήρξε ιστορική μορφή της επιστήμης της Βιολογίας στην Ελλάδα, καθώς κατέλαβε πρώτος την αντίστοιχη έδρα στο Καποδιστριακό, και αργότερα συνέβαλε στην ίδρυση των αντίστοιχων τμημάτων.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/-1fGs7s5WHGg/Tmfmpd2xshI/AAAAAAAABjg/QQKfcE7DBiQ/s1600/RTEmagicC_Pantazis_Kafatos_jpg.jpg"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 340px; DISPLAY: block; HEIGHT: 231px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5649737857622979090" border="0" alt="" src="http://4.bp.blogspot.com/-1fGs7s5WHGg/Tmfmpd2xshI/AAAAAAAABjg/QQKfcE7DBiQ/s400/RTEmagicC_Pantazis_Kafatos_jpg.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Μια ιστορική (και στυλιστικά...) φωτογραφία που απεικονίζει τον Γεώργιο Πανταζή με τον διάδοχό του στην έδρα της Βιολογίας, νεαρό (τότε) Φώτη Καφάτο, προφανώς κάπου στα τέλη της δεκαετίας του 1960.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Την εποχή της ιστορίας όμως, κάπου στα τέλη της δεκαετίας του 1930 (τότε που σπούδαζε ο Λεωνίδας πριν τον διακόψει η Κατοχή και όσα ακολούθησαν), ο Πανταζής ήταν καθηγητής της Ζωολογίας, και δίδασκε μεταξύ άλλων και στους φοιτητές της Ιατρικής. Η εξέταση του μαθήματος ήταν προφορική, και το γεγονός αυτό προκαλούσε ιδιαίτερο άγχος στους φοιτητές. Ένας εξ' αυτών ήταν προφανώς υπερβολικά αγχωμένος και φαινόταν· ίσως γι' αυτό ο Πανταζής θέλησε να του κάνει μια εύκολη ερώτηση για αρχή, ώστε να τον ξεαγχώσει:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;- Πείτε μας, κύριε συνάδελφε, από τι ιστό αποτελείται, κυρίως, ο μαστός;&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όλους «κύριε συνάδελφε» τους έλεγε, αλλά ο συγκεκριμένος συνάδελφος είχε πάθει τέτοια ταραχή, που δεν έπαιρνε μπρος με τίποτα. Ίδρωνε, ξεΐδρωνε, από δω το 'φερνε, από κει το πήγαινε, στο τέλος το ξεφούρνισε:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;- Από οστίτη!&lt;/em&gt; (Σ.Σ. κοινώς κόκκαλο...).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ψύχραιμος ο Πανταζής, το επαναφέρει το θέμα:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;- Από οστίτη... Μμμμ... Μάλιστα... Οστίτη... Να σας ρωτήσω, κύριε συνάδελφε, έχετε &lt;strong&gt;ψηλαφήσει &lt;/strong&gt;ποτέ μαστό;&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κάγκελο ο συνάδελφος (μιλάμε και για δεκαετία τριάντα...), γίνεται μελιτζανί, αλλά στο τέλος ψελλίζει:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;- Μάλιστα, έχω ψηλαφήσει...&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ακάθεκτος ο Πανταζής, συνεχίζει:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;- Και δε μου λέτε κύριε συνάδελφε, όταν τον ψηλαφούσατε ήτανε μέρα ή ήτανε νύχτα;&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Φαντάζομαι το συνάδελφο από μελιτζανί να γίνεται κάτωχρος δίνοντας την απάντηση:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;- Νύχτα ήτανε...&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κουνάει το κεφάλι περιχαρής ο Πανταζής, και αποφαίνεται:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;- Α, νύχτα ήτανε, έτσι λοιπόν εξηγείται... Ατυχήσατε, κύριε συνάδελφε... Πέσατε πάνω σε άγαλμα!&lt;/em&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/899842335629875184-9073266162676855615?l=rovithe.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://rovithe.blogspot.com/feeds/9073266162676855615/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=899842335629875184&amp;postID=9073266162676855615' title='2 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/9073266162676855615'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/9073266162676855615'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://rovithe.blogspot.com/2011/09/blog-post.html' title='Ατυχήσατε, κύριε συνάδελφε &lt;em&gt;(από μνήμης)&lt;/em&gt;'/><author><name>Β.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04558385148668497766</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='15' src='http://bp2.blogger.com/_UNj4GCqGEEM/R5pbGWfV7UI/AAAAAAAAABg/cKn8iKh1nw8/S220/image163.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://3.bp.blogspot.com/-_BeY1uojPb0/TmfmDVM0zhI/AAAAAAAABjY/OUIJ3LbL3rw/s72-c/kyrkos.JPG' height='72' width='72'/><thr:total>2</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-899842335629875184.post-3716799822431804363</id><published>2011-08-31T21:31:00.001+03:00</published><updated>2011-08-31T22:42:45.077+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Ικαρια'/><title type='text'>Έξι στιγμιότυπα Αυγούστου (κι ένα bonus)</title><content type='html'>&lt;p&gt;&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/-mpR3xglUIM8/Tl51PWTO11I/AAAAAAAABiY/z8-8D_Tsb9o/s1600/DSC03340.JPG"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 400px; DISPLAY: block; HEIGHT: 300px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5647079889313912658" border="0" alt="" src="http://4.bp.blogspot.com/-mpR3xglUIM8/Tl51PWTO11I/AAAAAAAABiY/z8-8D_Tsb9o/s400/DSC03340.JPG" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Πανηγύρι Ακαμάτρας, 15 Αυγούστου 2011.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Φέτος δεν πολυείχε &lt;a href="http://rovithe.blogspot.com/2009/09/blog-post_29.html"&gt;γκρούβαλους· &lt;/a&gt;μάλλον κυκλοφόρησε η βρώμα ότι καταστράφηκε το φαράγγι της Χάλαρης και δεν παίζει πλέον κατασκήνωση κάτω από τα πλατάνια. Βέβαια αυτό δεν εμπόδισε μερικούς έμφοβους Καριώτες να πάρουν τα μέτρα τους, κατά το δοκούν. Έτσι, κάποιοι που θεώρησαν ότι ο γκρούβαλος ο σωστός πάει σετάκι με πωλήσεις αυτοσχέδιων κοσμημάτων και συνοδό σκύλο, έβαλαν στο πανηγύρι της Ακαμάτρας μια ταμπέλα που έγραφε: &lt;em&gt;«Ικαριώτικο πανηγύρι - Όχι μικροπωλητές - Όχι σκυλιά»&lt;/em&gt;. Κάποια στιγμή εμφανίζεται απόδημος (στην Εσπερία) Ακαματριώτης και μένει να κοιτάει εκστατικός την ταμπέλα. Τον πλησιάζει έτερος συγχωριανός και ρωτάει:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;- Πώς σου φαίνεται η ταμπέλα μας;&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;- Ενδιαφέρουσα, δε λέω&lt;/em&gt;, επισημαίνει ο απόδημος, &lt;em&gt;αλλά καλά οι μικροπωλητές· τα σκυλιά όμως ξέρουν να διαβάζουν;&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="center"&gt;- . - . -&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αγιορείτης μοναχός ικαριακής καταγωγής (ναι, υπάρχει αυτό) επισκέπτεται το νησί για πρώτη φορά μετά από 22 χρόνια. Πηγαίνει ένα μεσημέρι, περίπου δύο η ώρα, να προσκυνήσει στη Μονή της Οσίας Θεοκτίστης στην Πηγή (Αγία Λεσβία για τους ντόπιους), όπου διασταυρώνεται με διαδοχικές παρέες επισκεπτών. Τον χαιρετάνε, τους χαιρετάει, και μετά κάθεται στο υποτυπώδες καφενεδάκι μέσα στη Μονή όπου η κυρία που προσέχει το χώρο με την ανηψιά της τον κερνάνε σπιτική λεμονάδα και γλυκό του κουταλιού. Κουβεντιάζουν μεταξύ άλλων για το αν έρχονται συχνά επισκέπτες, και ο μοναχός επισημαίνει ότι συνάντησε ήδη δύο παρέες, μια Καριώτες και μια &lt;em&gt;ξένοι &lt;/em&gt;(με την ικαριακή έννοια του όρου, δηλαδή &lt;em&gt;όχι Καριώτες&lt;/em&gt;).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο συνοδός του μοναχού απορεί για το πώς ξεχώρισε ποιοι είναι οι Καριώτες και ποιοι οι ξένοι, οπότε ο μοναχός (που παρά τα τα 22 χρόνια απουσίας δεν έχει απωλέσει τα ικαριακά αντανακλαστικά του) εξηγεί το κριτήριο:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;- Βρε ευλογημένε, δύο η ώρα το μεσημέρι είναι...&lt;br /&gt;- Ε, και;&lt;br /&gt;- Ε, όταν με χαιρέτησαν οι ξένοι μου είπαν "Καλησπέρα". Οι Καριώτες, βέβαια, "Καλημέρα".&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="center"&gt;- . - . -&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο ανωτέρω μοναχός διηγείται (σε άλλη ομήγυρη) ιστορία που του διηγήθηκε προ πολλών ετών ο συχωρεμένος παπα-Νικόλας Μάζαρης από τον Εύδηλο. Ήτανε, λέει, στο χωριό παλιά ένας αρκετά ευκατάστατος αλλά και αρκετά ηλικιωμένος τύπος που είχε μείνει γεροντοπαλλήκαρο. Κάποια στιγμή άρχισε να ζαχαρώνει μια όμορφη και πεταχτή νεαρά, από φτωχή οικογένεια, και οι γονείς της το σκεφτόντουσαν σοβαρά να του τη δώσουν για προφανείς οικονομικούς λόγους (υπολογίζοντας μάλλον ότι ο τύπος δεν θα είχε και πολλά ψωμιά ακόμα, και η νεαρά κόρη με την κληρονομιά του θα είχε πιθανώς και μια δεύτερη ευκαιρία αργότερα). Οι φίλοι του γεροντομνηστήρος όμως ήγειραν σοβαρές αντιρρήσεις και προσπαθούσαν να τον μεταπείσουν από αυτό το παράτολμο σχέδιο που διακινδύνευε ασφαλώς την καλή του φήμη:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;- Βρε συ, είντα 'α το κάνεις το μικρό που 'α σε κερατώνει όλην την ώρα; Για δεν πέρεις καμμιά της σειράς σου που 'α σε προσέχει κιόλας;&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και ο μνηστήρ απαντούσε:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;- Κάλλιο να τρώω κατσικάκι ρασκό με παρέα, παρά γεροντοκατσίκα μόνος μου.&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="center"&gt;- . - . -&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο φίλος ικαριογαμβρός (κοινώς «μάζεμα») δεν είναι πολύ μεγάλος φαν της τρικυμισμένης θάλασσας, και με τα μελτέμια που είχε φέτος είναι ζήτημα αν έβρεξε το πόδι του δύο φορές όλο τον Αύγουστο. Τη μία από τις δύο πάντως τον πέτυχα στην πλατεία του Ευδήλου με μαγιώ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;- Τι έγινε, ηκολούμπησες;&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;- Ηκολούμπησα&lt;/em&gt;, απαντάει ο γαμβρός, &lt;em&gt;στη Μαμακίτα.&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το όνομα της εν λόγω παραλίας μου φάνηκε παράξενο, αλλά με τις διάφορες Σεϋχέλλες και Μαλδίβες που μας έχουν προκύψει τα τελευταία χρόνια δεν μπορείς να είσαι σίγουρος. Αναρωτήθηκα μήπως αναφερόταν στις καινοφανείς παραλίες του Καρκιναγρίου ή του Τραπάλου, αν και μου φάνηκαν υπερβολικά εξωτικοί προορισμοί, οπότε δεν κρατήθηκα και ρώτησα. Μου έδειξε την εναπομείνασα (μετά την κατασκευή της ανισόπεδης γέφυρας) μισή παραλία που λεγόταν διαχρονικά «Σπάσματα»· βρίσκεται σχεδόν μέσα στο λιμάνι του Ευδήλου και ο λιμενοβραχίονας την καλύπτει επαρκώς από το κύμα όταν φυσάει μαΐστρος (καλή ώρα), οπότε είναι προσφιλής προορισμός οικογενειών με μικρά παιδιά και των αντίστοιχων παππούδων (οι ενδιάμεσες ηλικίες πάνε αλλού).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;- Και το όνομα πώς προέκυψε;&lt;br /&gt;- Επειδή μαζεύονται να κολυμπήσουν όλα τα πιτσιρίκια με τις μανάδες τους και φωνάζουνε συνέχεια «Μαμά, κοίτα! Μαμά, κοίτα!»&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="center"&gt;- . - . -&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η παρέα κάθεται στο καφενείο του Αυγά παρά θιν' αλός και το έχει μετατρέψει σε μπαρ παραγέλλοντας ποτάκια. Μαζί με τα ποτάκια η Γεωργία φέρνει και ένα μπωλ φυστίκια. Στην προσπάθειά του να βάλει χέρι στα φυστίκια γνωστός μπλόγκερ (που είναι κάπως ευτραφής, να λέγεται...) συναντάει τη σθεναρή αντίσταση παιδιόθεν φίλης (εκπάγλου καλλονής) που απολαμβάνει το τζιν τόνικ της με πολλές φουσκάλες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;- Κάτω τα χέρια, παλιοχοντρέ. Αυτά παχαίνουν.&lt;br /&gt;- Μα...&lt;br /&gt;- Δεν έχει μα και ξεμά. Πρώτα θα χάσεις είκοσι κιλά και μετά θα φας φυστίκια.&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Λίγη ώρα αργότερα, εκμεταλλευόμενος την παιδιόθεν φιλία τους και τα μαγικά του δάχτυλα (κι αυτό επίσης να λέγεται...), ο ευτραφής κάνει στην εκπάγλου ένα μασαζάκι-χαδάκι μαλλιών-κεφαλής που την έχει λύσει εντελώς πάνω στην πολυθρόνα σκηνοθέτη που κάθεται και την κάνει να παραληρεί από ενθουσιασμό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;- Αααααχ, αγόρι μου, άμα δεν ήταν η κρίση και είχα λεφτά θα σου έκοβα μισθό να το κάνεις αυτό.&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;- Μπα&lt;/em&gt;, λέει με προσποιητή αδιαφορία ο μπλόγκερ, &lt;em&gt;δε χρειάζεται λεφτά, μπορείς να με ανταμείψεις σε είδος.&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;- Δηλαδή;&lt;/em&gt; ρωτάει κάπως αυστηρά η εκπάγλου, καθότι η παιδική φιλία τους και μερικά ακόμα πράγματα δεν αφήνουν περιθώρια για πολλά-πολλά υπονοούμενα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τότε ο τύπος (χαϊδεύοντας ακόμα) σκύβει στο αυτί της καλλονής και της λέει χαμηλόφωνα, ερωτικά σχεδόν:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;- Φυστικάκι;&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="center"&gt;- . - . -&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η κοπέλα, μεγάλη φαν της Ικαρίας και εμποτισμένη με την ικαριακή νοοτροπία αν και τύποις «ξένη», αφηγείται πώς πέρασε το χειμώνα της στον Καριώτη φίλο της τον οποίο συναντάει μια φορά το χρόνο (λίγο τυχαία και λίγο εξεπίτηδες) στο Να. Μεταξύ άλλων περιπετειών διηγείται πώς έπαθε αλλεργικό σοκ κατά τη διάρκεια μια ιατρικής εξέτασης ρουτίνας και παραλίγο να τη χάσουνε (ευτυχώς ήταν μέσα σε νοσοκομείο και τη γλύτωσε). Έκπληκτος και στεναχωρημένος ο φίλος λέει διαφορα «αμάν» και «πω πωωω» και «αααα» καθώς η διήγηση εκτυλίσσεται και η φίλη περιγράφει ότι η τελευταία φράση που άκουσε πριν χάσει τις αιθήσεις της ήταν &lt;em&gt;«ένα ψαλίδι, φέρτε ένα ψαλίδι»&lt;/em&gt;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;- Και τι σκέφτηκες;&lt;/em&gt; ρωτάει το άκρον άωτον της κοινοτοπίας ο φίλος.&lt;br /&gt;&lt;em&gt;- Ε, σκέφτηκα «Όχι ρε γαμώτο, πάει το καινούργιο το πουκάμισο... Θα μου το κόψουν...».&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="center"&gt;- . - . -&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/-8w-9DFUk6ek/Tl51lCx2F8I/AAAAAAAABig/hla6P9_N7uw/s1600/DSC03380.JPG"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 400px; DISPLAY: block; HEIGHT: 300px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5647080262030727106" border="0" alt="" src="http://3.bp.blogspot.com/-8w-9DFUk6ek/Tl51lCx2F8I/AAAAAAAABig/hla6P9_N7uw/s400/DSC03380.JPG" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Κάπου στο μακρινό &lt;a href="http://rovithe.blogspot.com/2010/11/blog-post_08.html"&gt;Παπιστάν&lt;/a&gt;, χωρίς τυροτούρτα και μαύρα δάση...&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στην αυτοσχέδια ταβέρνα που λειτουργεί στον Αη-Σίδερο (στο Πέζι), καταφτάνουν πεινασμένοι τέσσερις εξερευνητές των Νέων Παραλιών της Δύσεως (δηλαδή του Καρκιναγρίου και του Τραπάλου). Ρωτάνε τι έχει για φαγητό και το ευγενές ζεύγος Παπιστάνων που δουλεύει την ταβέρνα απαντάει «παϊδάκια». Οι εξερευνητές ρωτάνε τι άλλο έχει και οι άνθρωποι συμπληρώνουν «τηγανιά» (εννοώντας όμως και πάλι παϊδάκια, αλλά στο τηγάνι). Ζητάνε και τηγανητές πατάτες, αλλά επειδή υπάρχει μόνο ένα μάτι για τηγάνισμα, θα πρέπει να γίνουν μετά την τηγανιά. Συνηθισμένοι στα ικαριακά χούγια, οι ατρόμητοι εξερευνητές της Δύσεως την αράζουν με σαλατούλα και μπύρες μέχρι να γίνουν τα παϊδάκια, και συζητάνε χαμηλόφωνα πως είναι τυχεροί που πρόλαβαν και έφτασαν πρώτοι και ίσως καταφέρουν να φάνε εντός τριώρου, πριν πλακώσει κανένα πλήθος από την θεατρική παράσταση που εξελίσσεται λίγο ψηλότερα, στα βράχια του Αη-Σίδερου, όπου ο γνωστός πρωτοποριακός Ικάριος σκηνοθέτης του διαδραστικού (interactive) θεάτρου Νίκος Παροίκος εξασκεί τη γνωστή στους παροικούντες τέχνη του να μεταφέρει το κοινό και το θίασο αντάμα από ραχούλα σε κορφοβούνι και τανάπαλιν (και με χιόνια και με κρύα...).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όντως, λίγο αργότερα εμφανίζεται κλιμάκιο θεατών της παράστασης και καταλαμβάνει το (λιγοστό, οπωσδήποτε) χώρο της αυλής. Δύο κυρίες κάποιας ηλικίας, προφανώς όχι πολύ σχετικές με τους τρόπους της νήσου, απευθύνονται στη χαμογελαστή κοπέλα που προθυμοποιείται να πάρει παραγγελία, την ώρα που ο σύντροφός της κόβει παϊδάκια από ένα κρεμασμένο σφαχτάρι παραδίπλα:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;- Μήπως έχετε τσηζ κέικ;&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η κοπέλα κοιτάει αμήχανα τη σκηνή κρεοπωλείου που εκτυλίσσεται στο background ενώ τα μεγάφωνα παίζουν σκυλονησιώτικα στη διαπασών και οι τέσσερις εξερευνητές τσουγκρίζουν τα ποτήρια τους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;- Εεε, όχι, δεν έχουμε τσηζ κέικ&lt;/em&gt;, λέει στο τέλος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι κυρίες κουνάνε το κεφάλι με κατανόηση, αλλά μια έκλαμψη έρχεται στη μία από τις δύο και το ξαναπροσπαθεί:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;- Μπλακ φόρεστ τότε;&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Σ.Σ. &lt;em&gt;Ρασκό &lt;/em&gt;είναι το (πάλαι ποτέ) άγριο κατσίκι του βουνού. &lt;em&gt;Μάζεμα &lt;/em&gt;αποκαλείται ενίοτε σκωπτικά ο &lt;em&gt;ξένος &lt;/em&gt;γαμβρός ή νύφη που έχει παντρευτεί &lt;em&gt;δικό μας &lt;/em&gt;(τέτοια τιμή...). &lt;em&gt;Μαΐστρος &lt;/em&gt;είναι ο βορειοδυτικός άνεμος. &lt;em&gt;Παπιστάνος &lt;/em&gt;ονομάζεται ο κάτοικος των χωριών της περιοχής του Κάβου-Πάπα στη δυτική Ικαρία (η οποία καλείται σε μια ορισμένη αργκό και &lt;/span&gt;&lt;a href="http://rovithe.blogspot.com/2010/11/blog-post_08.html"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Παπιστάν&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;...). Για την ιστορία, το καλύτερο κομμάτι του μενού ήταν οι πατάτες στο τέλος. &lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;/p&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/899842335629875184-3716799822431804363?l=rovithe.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://rovithe.blogspot.com/feeds/3716799822431804363/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=899842335629875184&amp;postID=3716799822431804363' title='6 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/3716799822431804363'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/3716799822431804363'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://rovithe.blogspot.com/2011/08/bonus.html' title='Έξι στιγμιότυπα Αυγούστου (κι ένα bonus)'/><author><name>Β.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04558385148668497766</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='15' src='http://bp2.blogger.com/_UNj4GCqGEEM/R5pbGWfV7UI/AAAAAAAAABg/cKn8iKh1nw8/S220/image163.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://4.bp.blogspot.com/-mpR3xglUIM8/Tl51PWTO11I/AAAAAAAABiY/z8-8D_Tsb9o/s72-c/DSC03340.JPG' height='72' width='72'/><thr:total>6</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-899842335629875184.post-6051277108497785618</id><published>2011-08-01T17:38:00.001+03:00</published><updated>2011-08-01T17:45:38.073+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Δανεικες Λεξεις'/><title type='text'>Ο τρόμος του Αυγούστου (Μάνος Στεφανίδης)</title><content type='html'>&lt;p&gt;&lt;div align="right"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;em&gt;Τέλος πάντων, ποτέ δεν συνήθισα τους ανθρώπους,&lt;br /&gt;αλλά αυτό είναι μια άλλη μου αναπηρία&lt;br /&gt;&lt;/em&gt;Δ. Δημητριάδης&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;p align="justify"&gt;Τρομακτικό καλοκαίρι, τρομακτικές οι αλλαγές, αφανείς ή φανερές. Οι άνθρωποι διεκδικούν απελπισμένοι ό,τι η διαφήμιση της ευτυχίας τους υπόσχεται, λίγες ανέφελες δηλαδή διακοπές, ένα ταξίδι που θα ισοφαρίσει όλα τα προηγούμενα κακά, έναν άνθρωπο που θα έχει όλες τις αρετές των lifestyle περιοδικών και καμιά, ανθρώπινη, αδυναμία, μια ευκαιρία να ξεφύγουν από την εγκλωβισμένη ζωή τους, τον παγιδευμένο τους εαυτό. Ο Αύγουστος καθίσταται έτσι ένας περιφραγμένος ιδιωτικός παράδεισος, στον οποίο ο καθένας θέλει να τρυπώσει. Έστω για λίγο. Φυγή, απόδραση, απομάκρυνση, άγονη γραμμή, κατασκευή του «εξωτικού», αντικατοπτρισμός του μακρινού ορίζοντα που παρασύρει και ελευθερώνει. Προσωπικά, κάνω τον Αύγουστο τις σκέψεις ή τους απολογισμούς που οι άλλοι πραγματοποιούν την Πρωτοχρονιά. Αυτόν το μήνα είναι όλες μου οι επέτειοι, οι επιτυχίες και οι ήττες. Αύγουστο κλαίω τους νεκρούς μου. Αύγουστο αποφασίζω ν’ αλλάξω, κι όσο πιο σοφός, δηλαδή πιο μεγάλος γίνομαι, συνειδητοποιώ ακόμα πιο βαθιά πόσο ανώφελες είναι όλες αυτές οι αλλαγές. Είμαστε οι επιθυμίες και οι αδυναμίες μας, είμαστε οι κερδισμένες στιγμές που όμως κάποτε θα πληρωθούν με το παραπάνω, είμαστε κάτι χαρακωμένοι ανάποδοι καθρέφτες, μάσκες πληγωμένες, ατελείς υποκριτές που οφείλουν, πάντως, να υποδυθούν τέλειους ρόλους. Κι οι αγάπες μας πάντα αρχίζουν και τελειώνουν τον Αύγουστο, την εποχή των ορίων που παραβιάζονται και του κρεσέντο που διεκδικεί για μια στιγμή και μόνη την ένταση της αιωνιότητας. Μισές οι χαρές, κολοβές οι λύπες, εφόσον το κακό σέρνεται υπόγειο και ανεξέλεγκτο. Κάθε φορά που τολμάς να δεις έξω απ’ το καβούκι σου, το home-castle του χειμώνα, το σκάφανδρο των διακοπών το καλοκαίρι, ο τρόμος του πραγματικού σε συντρίβει. Στις κοινωνίες των μαζικών ατομισμών η ζωή η ίδια είναι πρόβλημα μέγα, γι’ αυτό και επισημοποιούνται τα λογής υποκατάστατα. Οι μοναξιές βαφτίζονται σχέσεις, οι ευκαιριακές συνευρέσεις δύο φιδιών κάτω απ’ το ίδιο ξερολίθαρο οικογένειες, τα παραισθητικά παιχνίδια που δημιουργεί ο κάθετος ήλιος όταν φωτίζει έκκεντρα τα πρόσωπα έρωτες, κ.ο.κ. Μεγαλωμένοι με μελό και happy end και με πάθη τόσης διάρκειας όση χωράει ένα σήριαλ, καταθλιβόμαστε αθεράπευτα όταν βλέπουμε πόσο άσχημη είναι η ζωή όταν την ομορφιά την ψάχνεις σ’ ένα ηλιοβασίλεμα, κάπου πέρα μακριά κι όχι σε όσα εσωτερικά πράγματα σου επιτρέπουν να την δικαιούσαι. Άνθρωποι σε δίπολα, σε τρίγωνα, σε ασύμπτωτες ευθείες, σε φαύλους κύκλους, υποκρίνονται πως αγαπάνε χαζεύοντας απλώς τον καθρέφτη τους, και τότε η ίδια τους η εικόνα ετοιμάζεται να τους κατασπαράξει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Να τι είναι η τηλεόραση: Το απορροφητικό γυαλί που μας προστατεύει από την αδήριτη πραγματικότητα και, κυρίως, από την αναπόφευκτη έκλειψή της. Κοιτάμε μέσα απ’ αυτό σαν από δίχτυ ασφαλείας και προσομοιώνουμε τις όποιες απόψεις μας για τα πράγματα που μας βομβαρδίζουν σύμφωνα με τα μέτρια μέτρα και τα υπονομευμένα σταθμά της. Η εξάρτηση όλων από το ληθαργικό γυάλινο μάτι της δεν είναι απλώς μια παραδοχή αδυναμίας. Είναι η «ζώνη αγνότητας» που επιτηρεί τις δυτικές, κυρίως, κοινωνίες ώστε να μην έλθουν σ’ επαφή με τον αληθινό κόσμο και τα προβλήματά του. Τη σκηνοθεσία της απάτης ανέλαβαν όσοι νέμονται της εξουσία των ΜΜΕ. Μια δράκα πολιτικοοικονομικών συμφερόντων που αφορούν σ’ όλο τον πλανήτη, που τον χειραγωγούν και τον εξανδραποδίζουν. Κι ας μην ξεχνάμε: ο «ολόκληρος κόσμος» αρχίζει πάντα απ’ τον διπλανό μας. Από τον ξένο του πεζοδρομίου που αγνοήσαμε, αγνοώντας κυρίως πόσο ξένοι είμαστε όλοι μας σ’ έναν αφιλόξενο κόσμο. Δος μοι τούτον τον ξένον, ζωντανό όμως, έστω κι αν είναι ρυπαρός ή πληγιασμένος, κι όχι το αποστειρωμένο είδωλο της θλίψης μέσα από τη μικρή οθόνη (δες, Λάμπρου Καμπερίδη, «Δος μοι τούτον τον ξένον», Ίνδικτος 2006, στην εύγλωττη σειρά «Εκτός Συνόρων»).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εμπρός μου κινείται αργά ένας ταξιτζής, το γνωστό μπαφιασμένο οδήγημα και το χέρι να κρέμεται έξω. Τον προσπερνάω βιαστικά και με κοιτάει σαν να μου λέει «εσύ πας κάπου, εγώ πουθενά». Λίγο πιο κάτω νεαρός οδηγεί μηχανή μεγάλου κυβισμού και μιλάει στο κινητό. Τον παρακολουθώ όσο μπορώ να ελίσσεται ταχύτατα ανάμεσα στις λωρίδες. Σαν να με κατάλαβε, χάνεται στην ανηφοριά με μια θριαμβευτική σούζα. Στα ρείθρα των πεζοδρομίων, στα διαχωριστικά των λεωφόρων, στα κάγκελα των δρόμων πληθαίνουν τα καρφιτσωμένα μπουκέτα in memoriam. Ο βλακώδης, ο άδικος θάνατος χιλιάδων (!) ανθρώπων, κυρίως νέων, έχει καταντήσει ο εθνικός μας παροξυσμός. Τα λύτρα της ευμάρειας και της ανίας. Ναρκωτικά και τροχαία, η θλιβερή μας πρωτιά. Πολύστροφα αυτοκινητάκια και μηχανές enduro διακοσμούν, αναποδογυρισμένα, σαν τεράστιες κατσαρίδες που τις έλιωσε ελέφαντας, κυρίως την παραλιακή, κυρίως τις μεταμεσονύκτιες ώρες. Στανική, καθ’ υπαγόρευσιν, τυποποιημένη διασκέδαση και ο ανάλογος φόρος της. Και μη μου πείτε τις ανοησίες περί αστυνόμευσης, μέτρων, ανάλγητης πολιτείας και τα ρέστα. Σε κάθε ηλίθιο ή κτηνώδη φόνο οπουδήποτε στον πλανήτη είμαστε όλοι ανεξαιρέτως παρόντες· θύματα μαζί και θύτες. Απωθήσαμε τον ορθό λόγο, καταπνίξαμε το ένστικτο, κάναμε αλγόριθμο το συναίσθημα και κουρελού τη συλλογικότητα. Ιδού τα επίχειρα των επιτευγμάτων μας. Κάθε Αύγουστο κηδεύω τον νεκρό που σκότωνα έναν ολόκληρο χρόνο πριν. Μην περιμένετε λοιπόν χαρούλες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μάνος Στεφανίδης – &lt;em&gt;Γυάλινο Μάτι&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία (τηλεοπτικό ένθετο ON-OFF), Αύγουστος 2006&lt;br /&gt;&lt;/p&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Σ.Σ. Από τον καιρό που γράφτηκε το κείμενο κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι, τα λύτρα της ευμάρειας και της ανίας πληρώνονται πανάκριβα, ο κ. Στεφανίδης απολύθηκε από την εφημερίδα (και άλλοι πολλοί αργότερα), συνολικά ο έντυπος λόγος συρρικνώθηκε και παρόμοια κείμενα σπανίζουν στα τηλεοπτικά ένθετα, σαν ταξιτζήδες στους δρόμους της Αθήνας από ό,τι μου λένε οι φίλοι μου από την Ελλάδα για τούτον εδώ τον Αύγουστο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οπότε όντως, μην περιμένετε χαρούλες, ούτε λόγος...&lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/899842335629875184-6051277108497785618?l=rovithe.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://rovithe.blogspot.com/feeds/6051277108497785618/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=899842335629875184&amp;postID=6051277108497785618' title='4 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/6051277108497785618'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/6051277108497785618'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://rovithe.blogspot.com/2011/08/blog-post.html' title='Ο τρόμος του Αυγούστου (Μάνος Στεφανίδης)'/><author><name>Β.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04558385148668497766</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='15' src='http://bp2.blogger.com/_UNj4GCqGEEM/R5pbGWfV7UI/AAAAAAAAABg/cKn8iKh1nw8/S220/image163.jpg'/></author><thr:total>4</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-899842335629875184.post-2836048027255997149</id><published>2011-07-30T00:13:00.000+03:00</published><updated>2011-07-30T00:13:00.276+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Ελευθερες πτησεις'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Στοιχεια προσωπικης μυθολογιας'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Ικαρια'/><title type='text'>Φορτωμένα ταξίδια</title><content type='html'>&lt;p&gt;&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/-FXGwUyzQ6MI/TjHSzORcOqI/AAAAAAAABiI/GxFULqheq2s/s1600/DSC00490.JPG"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 400px; DISPLAY: block; HEIGHT: 300px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5634516386263612066" border="0" alt="" src="http://4.bp.blogspot.com/-FXGwUyzQ6MI/TjHSzORcOqI/AAAAAAAABiI/GxFULqheq2s/s400/DSC00490.JPG" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Το πλοίο αναχωρεί από τον Εύδηλο την ώρα του ηλιοβασιλέματος. Η θέα από τα Καψάλια (ανάμεσα Καραβόσταμο και Μηλιωπό), καλοκαίρι 2008.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Θυμάμαι τη μυρωδιά του καφέ. Σήμαινε ότι είμαστε πια έτοιμοι να φύγουμε, καθώς την παραμονή της αναχώρησης ο πατέρας μου κουβάλαγε τελετουργικά στο σπίτι μια τεράστια ποσότητα καφέ Λουμίδη. Ο καφές έπρεπε να είναι φρέσκοκομμένος ώστε να φτάσει σε καλή κατάσταση στον προορισμό του, δηλαδή κατά κανόνα σε συγγενείς και φίλους που ζούσαν μόνιμα στην Ικαρία και είχαν περιορισμένη πρόσβαση σε φρέσκο καφέ. Όταν ερχόταν πια ο καφές, ξέραμε ότι είμασταν έτοιμοι. Το ετήσιο καλοκαιρινό ταξίδι για Ικαρία ήταν μια μεγάλη περιπέτεια που η οικογένεια προετοίμαζε για καιρό, και οι αποσκευές φτιάχνονταν από τους μεγάλους επί μέρες. Βέβαια, εκτός από το ρουχισμό και τα προσωπικά είδη των μελών της οικογένειας, και τυχόν πεσκέσια για τους συγγενείς, περιελάμβαναν ενίοτε και ένα σωρό άλλα παραφερνάλια που προορίζονταν για διάφορους μυστηριώδεις (νόμιζα τότε…) σκοπούς.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κατά καιρούς θυμάμαι να ταξιδεύουν μαζί μας αντικείμενα όπως μια καρέκλα σκηνοθέτη για τη γιαγιά, μια σαιζ-λογκ (πάλι για τη γιαγιά, η οποία όμως αρνήθηκε να κάτσει εκεί έστω και μία φορά), ένα ραδιόφωνο διεθνούς λήψης (στα βραχέα), μία ομπρέλα παραλίας απίστευτης έκτασης και βάρους, ένα αεροβόλο (με φυσίγγια με φουντάκι, για σκοποβολή ήταν μάλλον), ένα καλάμι ψαρέματος με πάμπολλα ανταλλακτικά (πετονιές, αγκίστρια κλπ.), πλήθη φακών με μπαταρίες, ένα «φανάρι», δηλαδή ένα ερμάρι με σίτα που βάζανε τα φαγητά για να μη τα μπάσουν οι μύγες, ένα πλεκτό καλάθι άδειο και μια νταμιτζάνα επίσης άδεια (με προορισμό όμως να επιστραφούν γεμάτα εν καιρώ), τσίγκινες κούτες από Φυτίνη ή μπισκότα Πτι-μπερ (που επρόκειτο να γεμίσουν με τραχανά και χυλοπίτες και αποξηραμένα σύκα, γεμιστά με αμύγδαλο και ψημένα στο φούρνο) και άλλα πολλά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αυτοκίνητο δεν είχαμε, οπότε οι βαλίτσες και τα καλάθια και οι τσάντες και τα τσαντάκια έπρεπε να κουβαληθούν στο λιμάνι με ταξί, ενίοτε παραπάνω από ένα, καθότι είμασταν και κάμποσοι. Η έλλειψη αυτοκινήτου απέτρεπε τους δικούς μου από να πάρουν μαζί τους υπερβολικά πολλά πράγματα, συγκριτικά βέβαια. Άλλοι φίλοι μου ήταν λίγο πιο άτυχοι, καθώς οι δικοί τους είχαν μεν αυτοκίνητο, αλλά από το πλήθος των αποσκευών αναγκάζονταν να πάνε στο λιμάνι με το λεωφορείο (οι πιο τυχεροί με τον Ηλεκτρικό), καθώς δε χώραγαν. Μια φορά ερχόταν οικογενειακώς ο φίλος μου ο Νίκος· ο πατέρας του είχε ένα μπλε Ford Taunus, ολόκληρη μαούνα. Το θυμάμαι να καταφθάνει με υπερβολική βραδύτητα, φορτωμένο μέχρι τα μπούνια· τα λάστιχά του ήταν πίτα από το βάρος και το σασί κόντευε να συρθεί στα χαλίκια. Από πίσω έτρεχε ο Νίκος, δέκα-δώδεκα χρονών τότε, και πιο πίσω η μάνα του, που έπιανε και την κουβέντα με τα καλωσορίσματα δρόμο-δρόμο. Ξεκουβάλαγαν επί τουλάχιστον μία ώρα, ξετρυπώνοντας σακκούλες και σακκουλάκια από τα πιο απίθανα σημεία του αμαξιού, μέσα στα οποία μπορούσε να διακρίνει κανείς αγγουράκια και πορτατίφ, παπούτσια και γιαρμάδες χύμα. Όταν τελείωσαν, το αμάξι είχε ανασηκωθεί ίσαμε είκοσι πόντους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Βέβαια καθώς άλλαζε ο κόσμος γύρω, άλλαξαν και ορισμένες ταξιδιωτικές συνήθειες. Εξαφανίστηκαν τα καλάθια και οι μπόγοι, πλήθυναν οι βαλίτσες με ροδάκια και τα σακ-βουαγιάζ. Αυτό βέβαια δεν απέτρεπε ολοσχερώς ορισμένες γραφικότητες· οι περισσότεροι φίλοι μου με αυτοκίνητο έχουν να διηγηθούν διάφορες ιστορίες φρίκης. Εγώ πάλι τις μεγαλύτερες φρίκες τις έχω φάει πεζός· θυμάμαι ένα ταξίδι επιστροφής (ως φοιτητής, τότε) που πέρα από τις συνήθεις αποσκευές που κουβάλαγα τα χρόνια εκείνα (και περιελάμβαναν μεταξύ άλλων αντικειμένων μια κιθάρα και μια γραφομηχανή), οι δικοί μου με αγγάρεψαν με ένα τσουβάλι πατάτες, ένα ακόμα με κρεμμύδια, ένα καλάθι σταφύλια, κάτι αμύγδαλα, κι ένα ντενεκέ περσινό λάδι. Η εμπειρία ήταν τόσο καταλυτική, που για πολλά χρόνια μετά αρνιόμουν να κουβαλήσω οτιδήποτε μου ζητούσαν, και φρόντιζα να εμφανίζομαι το καλοκαίρι σε άγνωστες ημερομηνίες και να εξαφανίζομαι στο τέλος ενόσω ακόμα ο τραχανάς ζυμωνόταν και τα σύκα ξεραίνονταν στη σκεπή, δήθεν για να προλάβω την εξεταστική.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Με τα χρόνια έμαθα να ταξιδεύω ελαφρύς, με ένα σακκίδιο κι έναν υπνόσακκο. Μόλις το βαπόρι φτάσει κοντά στον Πάπα, αρχίζω να μετράω τα φώτα από τα χωριά: να το Αμάλου και το Μαυριάνου, να ψηλά οι Βρακάδες και δίπλα οι Κουνιάδοι, να η Κάτω Προεσπέρα και η Πάνω, ο Νάνουρας, ο Νας, ο Αρμενιστής. Μετά αφήνουμε τα δυτικά και πάμε βόρεια, ψηλά είναι τα χωριά των Ραχών που λίγο ακόμα τα μπερδεύω από τη θάλασσα, αλλά μετά είναι σίγουρα το Γιαλισκάρι και από πάνω τα Μαντριά, πιο πέρα το Αυλάκι και από πάνω τα χωριά της Περαμεριάς, κι απέναντί τους η Μεσαριά όλη πάνω στην Κεφάλα, κι εκεί κάτω ο Κάμπος και τα άσπρα φώτα το λιμάνι στον Εύδηλο κι εκείνο το μεγάλο που φαίνεται μέχρι πολύ ψηλά είναι το Καραβόσταμο και στο βουνό η Αρέθουσα και προς την ανατολή πιο χλωμά στο βάθος τα Χωριούδια και κάτω στη θάλασσα αχνά τα Νέγια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και καθώς στρίβουμε για να μπούμε στο λιμάνι, από κοντά τώρα, το Κεραμέ και το Φλες πιο δω, στο βουνό ψηλά η Ακαμάτρα κι εκείνο απέναντι αριστερά μάλλον ο Δρούτσουλας, κάτω τα φώτα της πλατείας, και κάπου πιο ψηλά ένα από τα φώτα είναι αυτό που έχουν αφήσει αναμμένο για να φωτίζει τα βήματά μου μέχρι το σπίτι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το κλειδί πάνω στην πόρτα, το σπίτι ήσυχο· κοιμούνται. Κάθομαι στο μπαλκόνι, στην ίδια σαιζ-λογκ που η συχωρεμένη η γιαγιά δε χρησιμοποίησε ποτέ, και βλέπω το βαπόρι που απομακρύνεται προς τη Σάμο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Από τη μισάνοιχτη μπαλκονόπορτα έρχεται μια γνώριμη μυρωδιά φρεσκοκομμένου ελληνικού καφέ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Σ.Σ. Δημοσιεύτηκε στο &lt;/span&gt;&lt;a href="http://www.ikariamag.gr/index.php?option=com_content&amp;amp;view=article&amp;amp;id=1562:2011-07-26-22-28-52&amp;amp;catid=79:2010-10-11-14-27-16&amp;amp;Itemid=53"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;ikariamag &lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;στις 27/7/2011, αλλά είναι συντομευμένη για το διαδίκτυο εκδοχή ενός εκτενέστερου προσχεδίου . Έχω παραλείψει τις καθούρες και τα καΐσια, ίσως επανέλθω κάποτε.&lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/899842335629875184-2836048027255997149?l=rovithe.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://rovithe.blogspot.com/feeds/2836048027255997149/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=899842335629875184&amp;postID=2836048027255997149' title='2 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/2836048027255997149'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/2836048027255997149'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://rovithe.blogspot.com/2011/07/blog-post_30.html' title='Φορτωμένα ταξίδια'/><author><name>Β.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04558385148668497766</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='15' src='http://bp2.blogger.com/_UNj4GCqGEEM/R5pbGWfV7UI/AAAAAAAAABg/cKn8iKh1nw8/S220/image163.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://4.bp.blogspot.com/-FXGwUyzQ6MI/TjHSzORcOqI/AAAAAAAABiI/GxFULqheq2s/s72-c/DSC00490.JPG' height='72' width='72'/><thr:total>2</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-899842335629875184.post-398130507894529066</id><published>2011-07-21T00:03:00.006+03:00</published><updated>2011-07-21T01:51:48.149+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Δωρα μεταξυ φιλων'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Κουβεντα να γινεται'/><title type='text'>Αρχή σοφίας</title><content type='html'>&lt;p&gt;&lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/-ip7BAB-23s0/Ticr5Amj4iI/AAAAAAAABiA/PJNoOcz-5QE/s1600/veryphd.jpg"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 400px; DISPLAY: block; HEIGHT: 300px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5631518117464367650" border="0" alt="" src="http://1.bp.blogspot.com/-ip7BAB-23s0/Ticr5Amj4iI/AAAAAAAABiA/PJNoOcz-5QE/s400/veryphd.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Ενθύμιον αποφοίτησης ή κάτι τέτοιο. Εννοείται ότι αν δεν ήταν κουνημένη η φωτογραφία δε θα την ανέβαζα, ε;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν ξέρω τι με έπιασε και θυμήθηκα την Κρήτη σήμερα· ίσως φταίει η ρακή που σιγοπίνω εδώ και ώρα. Δεν μου ήρθε όμως καμμία ιστορία τοπικού φολκλόρ, ούτε κανένα ιστιοπλοϊκό παραλειπόμενο. Θυμήθηκα μια ορισμένη μέρα του καλοκαιριού του 2007 (πέρασαν &lt;em&gt;κιόλας &lt;/em&gt;τέσσερα χρόνια ή ίσως πέρασαν &lt;em&gt;μόνο &lt;/em&gt;τέσσερα χρόνια). Δεν ήταν όμως τυχαία μέρα· ευδοκίμως τερματίσας τη διατριβή του, ο ψηλέας ετοιμαζόταν να την παρουσιάσει ενώπιον της εξεταστικής επιτροπής. Η διαδικασία στο Πανεπιστήμιο Κρήτης είχε ένα τυπικό αρκετά διαφορετικό από αυτό που ήξερα από την Αθήνα και αλλού. Για να ακριβολογούμε, δεν είχε καθόλου τυπικό: η εξέταση ήταν κλειστή (υποψήφιος διδάκτωρ και επιτροπή μόνοι τους), κρατούσε ώρες και είχε σοβαρή αντιπαράθεση όχι μόνο με τον υποψήφιο, αλλά ενίοτε και μεταξύ των μελών της επιτροπής. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αφότου τελείωναν όλα, υπήρχε μια δεύτερη παρουσίαση ανοιχτή στο κοινό, που μπορούσε να κάνει και ερωτήσεις υποτίθεται, αλλά πιο πολύ για τους τύπους. Στο τέλος ο νέος διδάκτωρ έπαιρνε τον τίτλο ανά χείρας σε μια υποτυπώδη τελετή που κανονικά θα έπρεπε να γίνεται ενώπιον της Γενικής Συνέλευσης Ειδικής Σύνθεσης του Τμήματος, ωστόσο κανένα από τα μέλη της εν λόγω συνέλευσης δεν πάταγε, εκτός του επιφορτισμένου να απονείμει τον τίτλο προεδρεύοντος. Οι υπόλοιποι παριστάμενοι ήταν απλώς το κοινό της δημόσιας παρουσίασης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δηλαδή εν προκειμένω ήταν οι φίλοι του ψηλέα, και μεταξύ τους κι εγώ που παρά το ότι δεν είχαμε προλάβει να κάνουμε και φοβερή παρέα στο εξάμηνο που βρισκόμουν στην Κρήτη, τον ήξερα από αρκετά παλιά, όταν στα τέλη του περασμένου αιώνα (...πώς ακούγεται αυτό, ε;) δηλαδή κάπου μεταξύ 1999 και 2000 έκανε τη διπλωματική του εργασία παρέα με τον κολλητό του το Νικόλα στο εργαστήριο που δούλευα στην Αθήνα. Στην πράξη υπό τη δική μου επίβλεψη. Εφτά χρόνια μετά ήταν οι πρώτοι γνωστοί που με υποδέχτηκαν στο Ηράκλειο. Ο Νίκος δουλεύει ακόμα εκεί, ο ψηλός αμέσως μετά το διδακτορικό έφυγε για το Σικάγο, όπου τον περίμενε η καλή του. Τώρα πια έχουν κάνει κι ένα φρέσκο μωράκι: χαρά στον Έλληνα που ελληνοξεχνά και στο Σικάγο μέσα ζει στη λευτεριά...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τότε όμως, πριν τέσσερα χρόνια, ο ψηλέας μετρούσε τις μέρες ανάποδα, και μαζί του τις μετρούσαμε κι εμείς για να οργανώσουμε διάφορα αποχαιρετιστήρια events σε μπαράκια και παραλίες (καλοκαίρι γαρ), με ποτάκια και μουσικούλα και καλλιτεχνική επιμέλεια (μετά κιθάρας) από το Βασίλη. Εγώ που δεν είχα ακόμα μπλέξει με ιστιοπλοΐες και άλλα εξωτικά φρούτα, ήμουνα καινούργιος σχετικά στο χώρο της εν λόγω επιστημονικής αντροπαρέας, αν και ήξερα από ετών κάμποσους και είχα προλάβει να γνωρίσω επιτόπου και μερικούς άλλους, σαν το Γιάννη και το Φίλιππο (άλλος υπερατλαντικός σήμερα αυτός). Με την ευκαιρία της «αποφοίτησης» είχαν έρθει και μερικοί που δεν τους ήξερα από πριν, και χάρηκα ιδιαίτερα που τους γνώρισα, όπως ο Τασούλης μετά της Βάλιας από το εξωτικό Καίμπριτζ (το παλιό, όχι της Μασαχουσέτης).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πήγαμε λοιπόν περιχαρείς (και με βιντεοκάμερα) να ακούσουμε τη δημόσια παρουσίαση του ψηλού (ξέροντας βέβαια ήδη από την πρωινή κλειστή εξέταση ενώπιον της επιτροπής ότι τα είχε πάει μια χαρά). Η ατμόσφαιρα της παρουσίασης ήταν ιδιαίτερα καλοκαιρινή, καθώς πέρα από την όντως υψηλή θερμοκρασία της Κρήτης τον Ιούλιο, είχε φροντίσει και ο ομιλητής να δώσει μια εξτρά καλοκαιρινή πινελιά: αντί να δώσει την ίδια τετριμμένη πρωινή διάλεξη, διάνθισε την παρουσίασή του με φωτογραφίες της πολυετούς παραμονής του στην Κρήτη, ειδικά στο κομμάτι των ευχαριστιών που του πήρε γεμάτο δεκάλεπτο, μην πω και εικοσάλεπτο, μέχρι να αναφερθεί σε όλους τους φίλους, από τον διόσκουρό του το Νικόλα, την αγαπημένη του, τους συμπαίκτες του στο μπάσκετ και το ποδόσφαιρο, τους συμπότες στα ρακάδικα και τα μπαρ, και last but not least τον αγαπημένο του Γατούλη (αυτό ήταν το όνομα του γάτου του) που τον είχε συντροφέψει αποφασιστικά στις δύσκολες ώρες της διατριβής.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όταν με το καλό ολοκλήρωσε τις αφιερώσεις, μέσα σε θυελλώδη χειροκροτήματα, ο εναπομείνας επιφορτισμένος με την απονομή του τίτλου προεδρεύων του Τμήματος σηκώθηκε, έπιασε τη διπλωμένη ψευδοπεργαμηνή, την έδωσε στον ψηλό, και του είπε συγχαρητήρια. Μετά του έσφιξε το χέρι, χαμογέλασε στο κοινό και άρχισε να βαδίζει προς την έξοδο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;- Τι, αυτό είναι όλο;&lt;/em&gt; ακούστηκε μια φωνή.&lt;br /&gt;&lt;em&gt;- Ε, θέλετε κι άλλο; Τόσα χρόνια περίμενε ο άνθρωπος,&lt;/em&gt; ρώτησε ρητορικά ο προεδρεύων.&lt;br /&gt;&lt;em&gt;- Ε, τόσα χρόνια και όρκο δεν έχει; Τήβεννο; Παρέλαση; Άγημα; Κάτι;&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;- Δεν προβλέπεται κάτι ιδιαίτερο&lt;/em&gt;, παραδέχτηκε αμήχανα ο προεδρεύων.&lt;br /&gt;&lt;em&gt;- Α πα πα, δε γίνεται&lt;/em&gt;, επέμεινε ο Βασίλης, χειριστής βιντεοκάμερας για την περίσταση. &lt;em&gt;Πρέπει να υπάρχει κάτι επίσημο. Τι θα βλέπουμε μετά στο βίντεο;&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο προεδρεύων σήκωσε τους ώμους και απεχώρησε. Κάποιος όμως έδειξε προς ένα μαύρο βιβλιαράκι (μια Καινή Διαθήκη στην έκδοση της Ζωής με τη νεοελληνική απόδοση-λογοδιάρροια του Τρεμπέλα) που βρισκόταν πάνω στην έδρα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;- Και δεν τον ορκίζουμε μόνοι μας;&lt;br /&gt;- Και τι όρκο θα πει;&lt;br /&gt;- Ας πει κάτι στην τύχη, ό,τι να 'ναι. Μια τυχαία σελίδα.&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο κάμεραμαν διέταξε: «&lt;em&gt;άνοιξε στη σελίδα 666&lt;/em&gt;». Δεν ήταν ακριβώς τυχαίο, αλλά δε βαριέσαι... Ο ψηλός άνοιξε στην υποδειχθείσα σελίδα και άρχισε να διαβάζει από πάνω-πάνω, με ύφος σοβαρό και μέσα σε απόλυτη σιγή (λίγο πριν ξεσπάσει το κοινό σε γέλια και χειροκροτήματα):&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Σοφίαν δὲ λαλοῦμεν ἐν τοῖς τελείοις, σοφίαν δὲ οὐ τοῦ αἰῶνος τούτου, οὐδὲ τῶν ἀρχόντων τοῦ αἰῶνος τούτου τῶν καταργουμένων·&lt;br /&gt;ἀλλὰ λαλοῦμεν σοφίαν Θεοῦ ἐν μυστηρίῳ, τὴν ἀποκεκρυμμένην, ἣν προώρισεν ὁ Θεὸς πρὸ τῶν αἰώνων εἰς δόξαν ἡμῶν.&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ύστερα στράφηκε προς τον κάμεραμαν:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;- Φτάνει;&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;- Μια χαρά!&lt;/em&gt; είπε ο Βασίλης γελώντας.&lt;em&gt; Εξαιρετικός.&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο νέος διδάκτωρ γέλασε κι αυτός και δέχτηκε την ανθοδέσμη που του προσέφεραν, πάντα μπροστά στην κάμερα. Ύστερα σταυροφίλησε τους πάντες που τον συνεχάρησαν, και έδωσε ραντεβού για το βράδι στη Λυγαριά, μια παραλία κοντά στο Ηράκλειο όπου θα ακολουθούσε το αποχαιρετιστήριο μπητς-πάρτυ. Μετά βγήκαμε ένα σωρό φωτογραφίες (που δεν είδα ποτέ εκτός από αυτήν στην κορυφή της ανάρτησης, που την έκλεψα από το facebook κάποιου) και τραβήξαμε διάφορες σκηνές σε ένα βίντεο που επίσης δεν είδα ποτέ. Η μέρα προχώρησε με τη δημόσια προβολή ενός Κορεάτικου θρίλερ στο χώρο εργασίας και ολοκληρώθηκε με το μπητς-πάρτυ, από όπου οι τελευταίοι φύγαμε με το ξημέρωμα σε κατάσταση παραληρήματος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σκέφτομαι αναδρομικά ότι εκείνη η βραδιά ήταν ένα είδος τέλους εποχής για πολλούς από τους παρευρισκόμενους (μιας εποχής που την πρόλαβα στα τελειώματά της και που και για μένα είναι πολύ πίσω πια). Θυμάμαι ακόμα με ιδιαίτερη ενάργεια αρκετές σκηνές της, και θυμάμαι τη σχετική θλίψη που ένιωσα με την ακόλουθη αναχώρηση του ψηλού, που από τους μέχρι τότε γνωστούς μου στην Κρήτη ήταν αυτός με τον οποίο αισθανόμουν πιο άνετα (άλλο αν μετά κόλλησα με διάφορο κόσμο και ακόμα να ξεκολλήσω, αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία). Αλλά πιο πολύ ακόμα θυμάμαι την έκπληξη που ένιωσα όταν άκουσα τον ψηλό να διαβάζει το τυχαίο εδάφιο που μου φάνηκε απίστευτα ταιριαστό με ορκωμοσία διδάκτορα. Όχι την προσωρινή σοφία των αρχόντων του αιώνος τούτου (που καταργούνται) αλλά μια άλλη σοφία που ο Θεός κρατάει κρυμμένη και την προορίζει &lt;em&gt;εἰς δόξαν ἡμῶν&lt;/em&gt;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εννοείται ότι δεν θυμόμουνα το εδάφιο απέξω, αλλά κάποια στιγμή που βρήκα έναν Τρεμπέλα άνοιξα την επίμαχη (συμβολική δήθεν) σελίδα 666 και το ξαναδιάβασα. Προς Κορινθίους Α' 2, 6-7. Βέβαια δεν σκέφτομαι το πνεύμα της φράσης τόσο με την έννοια που της δίνει ο Απόστολος Παύλος, όσο το σκέφτομαι σε συμφραζόμενα «θύραθεν», κοσμικής (ή ενδεχομένως επιστημονικής) γνώσης. Σκέφτομαι ότι θα ήταν ένα πολύ καλό δώρο αποφοίτησης από τη βάσανο των διατριβών (το ανώτατο, υποτίθεται, επίπεδο ακαδημαϊκής γνώσης που μπορεί να φτάσει κανείς μέσω οργανωμένων προγραμμάτων σπουδών), μια υπενθύμιση της προσωρινότητας της τρέχουσας γνώσης ενόψει της κρυμμένης (για την ώρα) σοφίας που περιμένει να αποκαλυφθεί. Όλων εκείνων των πραγμάτων με τα οποία ο νυν εκπληρώσας τη δοκιμασία της διατριβής καλείται τώρα να αναμετρηθεί. Κι αυτή θα είναι η δόξα του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Υποψιάζομαι βέβαια ότι οι περισσότεροι συνάδελφοι μάλλον δε θα χαρούν με την παρομοίωση (υπάρχει μια λογική καχυποψία στο χώρο ως προς τις βιβλικές αναφορές ή τα θρησκευτικά συμφραζόμενα), πολλοί μάλιστα θα προτιμούσαν μάλλον τη σοφία των αρχόντων του αιώνος τούτου κι ας τα ανακαλύψουν τα μυστήρια τα αποκεκρυμμένα άλλοι αργότερα. Ουδείς ψόγος, εννοείται. Σκέφτομαι όμως, πίνοντας τη ρακή μου, ότι ασυναίσθητα, μέσω της διακωμώδησης, η ψευδο-ορκωμοσία του ψηλού άνοιξε ένα μονοπατάκι που από τη σελίδα 666 βγάζει κάπου μακριά, που ούτε ο Βασίλης με τη κάμερα ούτε ενδεχομένως ο Απόστολος των Εθνών είχαν κατά νου. Σκέφτομαι ακόμα πόσο μακριά στο χρόνο μου φαίνονται αυτά κι ας μην είναι παρά μόνο (ή κιόλας) τέσσερα χρόνια, βοηθούσης και της γεωγραφικής απόστασης και της αλλαγής παραστάσεων.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κοιτάζω την κουνημένη φωτογραφία. Ο ψηλός κοντεύει τετραετία στο Σικάγο, ο Φίλιππος πατημένα τρία χρόνια στη Βοστώνη νομίζω, ο Τάσος με τη Βάλια μάλλον φεύγουν από το Καίμπριτζ για να στήσουν επιστημονικό τσαντήρι αλλού, εγώ κοντεύω ενάμιση χρόνο στο Λέιντεν, τα άλλα παλληκάρια ψήνονται ακόμα στο καμίνι της Κρήτης, ο καθένας στο δρόμο του, όχι πάντα κοινό με το δρόμο των υπολοίπων. Με τους περισσότερους μιλάμε σπάνια πια· με μερικούς έχω για τα καλά χαθεί. Σιγοπίνω τη ρακή μου και σκέφτομαι και το Γατούλη, που πήγε κι αυτός μετανάστης στα γεράματα, έγινε πατέρας στο Σικάγο και εν τέλει εξεμέτρησε το γατίσιο ζην του αιφνίδια πριν κάνα χρόνο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και δεν είχε μπλέξει με επιστήμες και διδακτορικά ο φουκαράς.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Σ.Σ. Ο Αντισθένης ο κυνικός είχε πει κάτι σαν «ἀρχὴ παιδεύσεως ἡ τῶν ὀνομάτων ἐπίσκεψις» αλλά εγώ το πρωτοάκουσα ώς &lt;em&gt;αρχή σοφίας &lt;/em&gt;από ένα καθηγητή που μας δίδασκε φιλοσοφία (υπό το πρόσχημα του μαθήματος των θρησκευτικών) στην πρώτη λύκειου και μου έμεινε έτσι, και το έβαλα στον τίτλο της ανάρτησης. Ο ίδιος καθηγητής (αργότερα πανεπιστημιακός νομίζω, αν δεν πρόκειται για συνωνυμία) με έβαλε άθελά του να πάω να αγοράσω μια Εισαγωγή στη Φιλοσοφία (του Καρλ Γιάσπερς) με σκοπό να μυηθώ στα σχετικά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κοντά τριάντα χρόνια από τότε, ακόμα αδιάβαστο είναι το βιβλίο βέβαια...&lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/899842335629875184-398130507894529066?l=rovithe.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://rovithe.blogspot.com/feeds/398130507894529066/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=899842335629875184&amp;postID=398130507894529066' title='5 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/398130507894529066'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/899842335629875184/posts/default/398130507894529066'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://rovithe.blogspot.com/2011/07/blog-post_21.html' title='Αρχή σοφίας'/><author><name>Β.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04558385148668497766</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='15' src='http://bp2.blogger.com/_UNj4GCqGEEM/R5pbGWfV7UI/AAAAAAAAABg/cKn8iKh1nw8/S220/image163.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://1.bp.blogspot.com/-ip7BAB-23s0/Ticr5Amj4iI/AAAAAAAABiA/PJNoOcz-5QE/s72-c/veryphd.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>5</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-899842335629875184.post-9110014454704204408</id><published>2011-07-17T21:08:00.003+03:00</published><updated>2011-07-19T01:05:23.080+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Δωρα μεταξυ φιλων'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Κουβεντα να γινεται'/><title type='text'>Μεσοκαλόκαιρο</title><content type='html'>&lt;p&gt;&lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/-VCPFO6Tivoo/TiMJbvQxYlI/AAAAAAAABhw/rDCFezqwg50/s1600/DSC02683.JPG"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 400px; DISPLAY: block; HEIGHT: 300px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5630354331291181650" border="0" alt="" src="http://1.bp.blogspot.com/-VCPFO6Tivoo/TiMJbvQxYlI/AAAAAAAABhw/rDCFezqwg50/s400/DSC02683.JPG" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Ένα από τα πολλά ουράνια τόξα που προκύπτουν όποτε παντρεύονται οι φτωχοί.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το φως του ήλιου μπαίνει από το παράθυρο του σαλονιού (που είναι και κρεββατοκάμαρα και γραφείο συνάμα) ενώ στα κεραμίδια ακούγονται οι σταγόνες της βροχής. «&lt;em&gt;Ήλιος και βροχή, παντρεύονται οι φτωχοί&lt;/em&gt;» λέω μέσα μου, αλλά ποτέ δεν κατάλαβα τι θέλει να πει η παροιμία, ενώ ταυτόχρονα ο ορθολογιστής εαυτός μου εικάζει ότι στην απέναντι πλευρά από τόν ήλιο θα έχει τώρα σχηματιστεί ένα ουράνιο τόξο. Πηγαίνω λοιπόν στο παράθυρο της κουζίνας (που είναι και τραπεζαρία) και το βλέπω όντως απέναντι, στην ανατολική πλευρά της πόλης, καθώς είναι απόγευμα και ο ήλιος πηγαίνει προς τη δύση του σιγά σιγά. Δεν είναι το πιο εντυπωσιακό ουράνιο τόξο που έχω δει εδώ· κι έχω δει κάμποσα πλέον. Ήλιος και βροχή είναι αρκετά συχνός συνδυασμός στην ανοιξιάτικη ή καλοκαιρινή Ολλανδία, οπότε σκέφτομαι ότι οι φτωχοί αυτής της χώρας (δεν πρέπει να είναι και πάρα πολλοί) θα παντρεύονται αρκετές φορές έκαστος για να φτουράει η παροιμία. Αλλά μετά διώχνω από το μυαλό μου τα εξυπναδίστικα συμπεράσματα και προσπαθώ να προσηλωθώ στη δουλειά μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δύσκολο, βέβαια. Είναι παρατηρημένο ότι όποτε πιάνει Ιούλιος με πιάνει κι εμένα μια παραλυσία, σαν χρόνια νόσος. Πέρα από τη συνήθη Καριώτικη νοοτροπία, υπάρχει κι ένας εποχιακός παράγων που δυσκολεύει τα πράγματα. Όλες τις φορές (όχι και λίγες τελικά) που βρέθηκα να σχεδιάζω διάφορα μεγαλεπήβολα για Ιούλιο μήνα (ου μην αλλά και Αύγουστο ενίοτε) στη δουλειά, συνήθως τα σχέδια καταβαραθρώνονταν με συνοπτικές διαδικασίες, και αποδεικνυόταν για πολλοστή φορά η ισχύς της γνωστής ρήσης που λέει &lt;em&gt;να μην αναβάλλεις ποτέ για αύριο ό,τι μπορείς να αναβάλλεις για μεθαύριο&lt;/em&gt;, διότι στο τέλος θα το κάνεις και αύριο (χάλια μαύρα) και μεθαύριο (κουτσά-στραβά), κάντο λοιπόν μια και καλή από Σεπτέβρη να είσαι εντάξει. Δυστυχώς εδώ στην Εσπερία δεν έχουν ακόμα κατανοήσει την ισχύ του αξιώματος, βρήκα όμως την εξαιρετική αγγλική λέξη "procrastination" που αντικατοπτρίζει μονολεκτικά τη διαδικασία. Προσπαθώ λοιπόν να προσηλωθώ και πάλι, αλλά εις μάτην, καθώς η βροχή αρχίζει να πέφτει πάλι και ταυτόχρονα χτυπάει το ρολόι του Δημαρχείου, πράγμα που τις Κυριακές (καλή ώρα) συμβαίνει κάθε μισή ώρα εκτεταμένα και στα ενδιάμεσα τέταρτα πιο μαζεμένα λίγο, παίζοντας διάφορες γνωστές μελωδίες κλασικής μουσικής. Όχι πάντα τις ίδιες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μετά το ρολόι σταματάει και μένει ο ήχος της βροχής στα κεραμίδια. Ο ήλιος έχει κρυφτεί, όπως και το ουράνιο τόξο, και σκέφτομαι ότι έχει βρέξει σχεδόν κάθε μέρα αυτό τον Ιούλιο. Αν και γενικά δεν έχω πάθει τίποτα από τον ολλανδικό καιρό, ομολογώ ότι το να κυκλοφορώ κάθε μέρα με αδιάβροχο/αντιανεμικό με την ομπρέλα στη δεξιά τσέπη και την κουκούλα ανεβασμένη είναι λίγο εκνευριστικό σε σχέση με τους υπόλοιπους Ιούλιους της ζωής μου. Την περασμένη Τετάρτη έβρεχε και φυσούσε τόσο, που έφυγα από το σπίτι με νιτσεράδα ιστιοπλοϊκή (δώρο των φίλων μου στην Αθήνα μετά από τις άνευ νιτσεράδας ιστιοπλοϊκές εμπειρίες μου στην Κρήτη), και στο δρόμο μέχρι τη στάση του λεωφορείου (σιγά μην πήγαινα με τα πόδια) διαλύθηκε η ομπρέλα μου. Στην επιστροφή διαλύθηκε και η δεύτερη ομπρέλα που αγόρασα καθ' οδόν, και ένα ζευγάρι παπούτσια hiking δήθεν παντός καιρού. Την Πέμπτη το τοπίο είχε πολύ ενδιαφέρον, καθώς έβρισκες διάσπαρτες ξεπαρταλιασμένες ομπρέλες στα πιο απίθανα σημεία. Συνέχισε βέβαια να βρέχει, αλλά πιο φυσιολογικά, όχι ιδιαιτέρως εξευτελιστικά δηλαδή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/-qLpQBwYO3-k/TiM53ac-kjI/AAAAAAAABh4/SXrvVha5Joc/s1600/umbrella16072011.jpg"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 400px; DISPLAY: block; HEIGHT: 300px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5630407583299703346" border="0" alt="" src="http://1.bp.blogspot.com/-qLpQBwYO3-k/TiM53ac-kjI/AAAAAAAABh4/SXrvVha5Joc/s400/umbrella16072011.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Διάσπαρτες ξεπαρταλιασμένες ομπρέλες που φύονται ακόμα και στη μέση των καναλιών.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και πάλι προσπαθώ να προσηλωθώ, αλλά μετά αρχίζω να αναρωτιέμαι ποια να είναι μια καλή συνταγή για να μαγειρέψει κανείς ρύζι μπασμάτι, καθώς έχω ακούσει πολύ διαφορετικές παραλλαγές τις τελευταίες μέρες, και πρέπει να αξιοποιήσω την παρακαταθήκη του ενός κιλού που μου άφησαν φεύγοντας η Δ. και ο Χ. όταν ήρθαν πριν κάνα μήνα. Μετά ήρθε ο Γ. κάποια στιγμή κι έφυγε πριν κάνα δεκαήμερο, και σήμερα η Λ. με ειδοποίησε ότι τελικά δεν μπορεί να έρθει τώρα. Η Ν. και ο Λ. το ανέβαλλαν κι εκείνοι για Σεπτέβρη μάλλον, οπότε δεν περιμένω άλλες επισκέψεις άμεσα. Σκέφτομαι μήπως πάω εγώ πουθενά εδώ γύρω κάνα Σαββατοκύριακο, αλλά οι περισσότεροι φίλοι και γνωστοί στον περίγυρο (Αγγλία, Γαλλία, Ολλανδία, Βέλγιο, Γερμανία κλπ.) ετοιμάζονται για διακοπές, άλλοι έφυγαν κιόλας για τα πάτρια. Σε μια άλλη συγκυρία ίσως ρωτούσα τη μάνα μου συμβουλές για το ρύζι, αλλά είναι πλέον ή βέβαιον ότι ως παραδοσιακή νοικοκυρά αγνοεί το μπασμάτι και όλη την ασιατική κουζίνα, οπότε θα μου πει να το κάνω πιλάφι κλασικό που δεν είναι το ζητούμενο. Θα μπορούσα όμως να τους πάρω κάνα τηλέφωνο έτσι κι αλλιώς, να δω και πώς είναι τα πράγματα στο νησί· αν βέβαια έχουν προλάβει να δουν καθόλου νησί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κατέβηκαν προχτές, την ημέρα των Αγίων Κηρύκου και Ιουλίττης που μνημονεύει ο Ελύτης στο Άξιον Εστί μεταξύ άλλων. Σήμερα είναι της Αγίας Μαρίνας, κι έχει πανηγύρι στην Αρέθουσα. Άλλες χρονιές πήγαινα, φέτος όμως είπα να κρατήσω όλη την άδεια για τον Αύγουστο, και έκανα για τον Ιούλιο κάτι μεγαλεπήβολα επαγγελματικά σχέδια, που όπως τα βλέπω τα πράγματα θα καταλήξουν στο γνωστό κάλαθο των αχρήστων αργά ή γρήγορα. Κάνω μια ύστατη προσπάθεια να προσηλωθώ αλλά ο ήλιος βγαίνει πάλι ακριβώς μπροστά μου, και σκέφτομαι να μην πάω στο πίσω παράθυρο να δω το ουράνιο τόξο και να συνεχίσω αυτό που κάνω, αλλά δε χρειάζεται να πάω στο πίσω παράθυρο καθώς οι ακτίνες του ήλιου περνάνε από το τζάμι και σκάνε στα χέρια μου πάνω στο πληκτρολόγιο και αφήνουν μια ιδέα καλοκαιριού, οπότε παραδίνομαι εντελώς και κλείνω τα αρχεία κι αρχίζω να χαζεύω τα σύννεφα και να σκέφτομαι πού θα βρω κανένα μαγαζάκι ανοιχτό Κυριακή απόγευμα να ψωνίσω χωρίς να τρέχω στο σουπερμάρκετ μέσα στη βρόχα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ταξιδεύω νοερά σε ένα τέτοιο μαγαζάκι, από αυτά τα Nicht Markt που πουλάνε τσιγάρα και μπύρες και διάφορα μικροπράγματα, και αναρωτιέμαι αν τυχόν πουλάνε επίσης κρεμμύδια και σαφράν, διότι δε θέλω να καπνίσω (το 'χω κομμένο χρόνια) ούτε να πιω μπύρες (έχω τα κρασιά μου και τη ρακή από τη Γαρίπα), θέλω να μαγειρέψω το μπασμάτι, νοερά πάντα, διότι βαριέμαι να τρέχω να ψωνίσω το οτιδήποτε και βλέπω να το μαγειρεύω νερόβραστο με ό,τι υπάρχει στην κουζίνα εκ των ενόντων, και βλέπω επίσης απέξω τα σύννεφα να πυκνώνουν και τη βροχή να δυναμώνει, κι ο ήλιος χάνεται πάλι, και σκέφτομαι ότι το πανηγύρι θα ξεκινάει όπου να 'ναι, της Αγίας Μαρίνας σήμερα, επέτειος της Ικαριακής Επαναστάσεως που φυσικά κανείς δεν την έχει υπόψιν του αλλά όμως υπήρξε στ' αλήθεια πριν από 99 χρόνια, και σκέφτομαι ακόμα, Γωγούλα μου, ότι έχεις δίκιο, δεν συμβαίνουν όλα στην Ικαρία, η βροχή συμβαίνει φ
